Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Επιβαλλόμεναι κρίσεις γύρω από μίαν διάλεξιν -- Του λογίου Αγιορείτου Μοναχού π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου

Ανεψιός μου, που μετέχει του συμβουλίου του ευαγούς Συλλόγου «Οι φίλοι του Αγίου Όρους», μου έδωσε ένα τευχίδιον διαλέξεως, που ωργάνωσεν ο Σύλλογος, με ομιλητήν τον ιερομόναχον π. Νικόλαον Χατζηνικολάου,(σ.σ. είναι ο νυν Μητρ. Μεσογαίας Νικόλαος) ευφήμως γνωστόν, ανήκοντα στην Ι. Μονήν της εν Αγίω Όρει Σίμωνος Πέτρας και διακονούντα στο εν Παγκρατίω Μετόχιόν της. Από τα βιογραφικά στοιχεία, που παραθέτει ο εκδώσας την διάλεξη Σύλλογος, προκύπτει ότι ο ανήρ, μέσης ηλικίας, είναι επιστήμων φυσικός, με σπουδές στο Χάρβαρτ και ΜΙΤ, αλλά και θεολόγος, αποφοιτήσας της Θεολογικής Σχολής του Σταυρού, στην Βοστώνη. Πλην της λειτουργικής-Πνευματικής διακονίας του στο Μετόχιον, του ανετέθη και η Προεδρία μιας Επιτροπής της Εκκλησίας, της Βιοηθικής, σχέσιν εχούσης με το πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων. Επομένως, ο ομιλητής, στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το παρελθόν έτος, είναι αξιόλογος μεν, αλλά κατάλληλος να αναπτύξη το θέμα της «συναντήσεως του Θεού μετά του πιστού Ορθοδόξου»; Και επισημαίνομεν του Ορθοδόξου, διότι και στα πλαίσια της δογματικής Παραδόσεως της Ορθοδοξίας, αναπτύσσει το θέμα του, --το οποίον προφανώς δεν γνωρίζει--, αλλά και επειδή την δυνατότητα της συναντήσεως αυτής αρνούνται οι παπικοί και οι προτεστάντες, δέσμιοι όντες του φιλοσοφικού actus purus. Για την δυνατότητα συναντήσεως του Θεού με τον Ορθόδοξον Χριστιανόν,--που είναι το ίδιον και με άλλους όρους, όπως την «γνώση» ή «μέθεξη» του Θεού—υπάρχει πλουσιωτάτη θεολογική γραμματεία, εμπλουτισθείσα κατά τον 14ον αιώνα, κατά τις ησυχαστικές έριδες, όπως απεκλήθη η σύγκρουση μεταξύ των Ησυχαστών – που εξέφραζαν την αγιοπνευματικήν εμπειρίαν της μεθέξεως της ακτίστου χάριτος—και της παπικής ακυνατίου—φιλοσοφικής και αγνωστικιστικής θεολογίας και των «ορθοδόξων» Ελλήνων ανθρωπιστών. Σε αυτήν την σύγκρουση, που ηγήθη ο μέγας Ησυχαστής Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, διετυπώθησαν θεολογικώς οι βασικές προϋποθέσεις «συναντήσεως» ή «γνώσεως» ή «μεθέξεως» του Θεού. Η μία είναι η θεοπρεπής διάκριση του Θεού σε Ουσίαν και Ενέργειαν, μετεχομένην, γνωστήν από τον 4ον αιώνα, κατά την σχετικήν διατύπωση του Μ. Βασιλείου. Η Δευτέρα προϋπόθεση είναι η καθαρότης της ψυχής, που επιτυγχάνεται δια της εκτελέσεως των θεοποιών εντολών του Χριστού, και που προετοιμάζουν το έδαφος για την μυστικήν ένωση μετά του Θεού, τη βοηθεία, απαραιτήτως, του Αγίου Πνεύματος, και της καθαράς, αρεμβάστου και ανειδέου προσευχής, η οποία τελεσιουργεί την υπερφυά μυστική ένωση με την άκτιστην Ενέργειαν του Θεού. Η ένωση, άλλωστε, της πλήρους κοινωνίας του Θεού μετά του Ορθοδόξου πιστού, βεβαιούται σαφώς από τους λόγους του Κυρίου, όπου διατυπούται όχι μονάχα η φανέρωση—ένωση του Χριστού μετά του χριστιανού, αλλά και η προϋπόθεση: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (Ιω. 14: 21). Περί της εμφανίσεως, ενώσεως, σκηνώσεως του Θεού, στην κεκαθαρμένην δια των εντολών και του Αγίου Πνεύματος ψυχήν υπάρχουν πλήθος μαρτυρίες όπως στον «μακαρισμόν»· «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» από εδώ. Την διδασκαλίαν των Ησυχαστών, βεβαιουμένην από το θείον και άκτιστον φως, το θαβώριον φως, μέσα στο οποίον έπλεον, όπως περιγράφει στα φωτωνυμικά κείμενά του ο «κήρυξ της χάριτος» Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αλλά και πολλοί Ησυχαστές, την επεκύρωσαν τέσσαρες Σύνοδοι: 1341, 1347, 1351, 1358 και έγινε πανορθόδοξος. Από τότε μέχρι σήμερα παρήχθη πλουσιωτάτη γραμματεία, για να μη αναφέρω και των προγενεστέρων αιώνων την ανάλογον μυστικήν θεολογίαν, πολλά δείγματα της οποίας περιελήφθησαν στην «Φιλοκαλίαν», που εξέδωκεν η «ιερά ξυνωρίς» των Αγίων Νικοδήμου του Αγιορείτου και Μακαρίου Κορίνθου, των γνωστών ηγετών της φιλοκαλικής αναγεννήσεως. Ταύτα έγραψα, προκειμένου, ως από οπτικής γωνίας, να διατυπώσουμε τις παρατηρήσεις μας, όπως παρεκλήθημεν, επί της διαλέξεως του ευλαβεστάτου ιερομονάχου Νικολάου Συμωνοπετρίτου, επειδή παρουσιάζει μιαν άλλη θεολογίαν. Δεν θα έλεγα νεορθόδοξη, πάντως ελαφρώς ξενίζουσαν, που στο τέλος αφήνει τον ακροατήν της και ήδη τον αναγνώστη σε κατάσταση απορίας, αν μη συγχύσεως, όταν μάλιστα γνωρίζη ο αναγνώστης την παραδοσιακή διαδικασία, του προς γνώση και ένωση μετά του Θεού, αγωνιζομένου Ορθοδόξου Χριστιανού, μοναχού ή λαϊκού. Και η μεθοδολογία ή διαδικασία ή τρόποι αγώνος πνευματικού, είναι η πλουσιωτάτη ασκητική και πνευματική παράδοση, που συγκροτούν τα συγράμματα και οι Βίοι των Αγίων και αποτελούν καθοδηγητικούς κανόνες πνευματικής αθλήσεως. Κυρίως για τους Μοναχούς, η οδός προς την θέωση αρχίζει από την ασκητική πράξη, αφού ο Μοναχισμός είναι πρακτική φιλοσοφία και άνευ «νομίμου αθλήσεως», όπως την περιγράφουν οι ασκητικοί συγγραφείς και όπως την εβίωσαν οι Άγιοι, αδύνατος ο αγιασμός. Και η «πράξις, ως θεωρίας επίβασις», πέρασε στην υμνογραφίαν, ως βασική διδασκαλία: «Την πράξιν εύρες, θεόπνευστε, εις θεωρίας επίβασιν», που ισχύει, φυσικά, και για όλους τους χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς, όπως υπομνηματίζει το Ευαγγέλιον και η πνευματική παράδοση. Και η ασκητική πρακτική περιλαμβάνει και νηστείες και αγρυπνίες και προσευχές αδιάλειπτες και ταπείνωση και την διπλήν αγάπην και όσες αρετές περιέχονται στους «Μακαρισμούς», που έχουν ερμηνευθή δια πράξεως από τους Αγίους Πατέρες και παρεδόθησαν στην Εκκλησίαν ως ορθόδοξη πνευματική παράδοση από τον 4ον αιώνα απλανείς οδοδείκτες. Επομένως, οι θεολόγοι μας οι ακαδημαϊκοί, ανεξαρτήτως αν αυτοί διώδευσαν υπό την καθοδήγηση των Αγίων, αν θέλουν να είναι ορθόδοξοι και να διδάξουν ορθοδόξως, είναι απαραίτητον να ακολουθήσουν δουλικώς την διδαχή τους. Περιθώρια άλλων επιλογών δεν υπάρχουν. Όσοι δε απετόλμησαν να θεολογήσουν χωρίς την εμπειρικήν ενσωμάτωση στην πνευματικήν παράδοση της Εκκλησίας ή τουλάχιστον να υποτάξουν τον λόγον των στον λόγον των Αγίων, αυτοί ή έγιναν αιρετικοί, αιρετίζοντες ή παραδοξολογούντες δια των αυθαιρέτων και υποκειμενικών, εξ οιήσεως, φαντασιώσεων, όπως ο Μακράκης ή ο σύγχρονός μας κ. Χρ. Γιανναράς, περί των οποίων έχω γράψει από μισού σχεδόν αιώνος και συνεχίζω να γράφω κατά του κ. Γιανναρά. Λοιπόν, ας παρατηρήσουμε το τεύχος με την διάλεξη του π. Νικολάου Σιμωνοπετρίτου, αρχίζοντες από τον τίτλον. Ο ομιλητής, προφανώς, αποβλέπει ν΄ απασχολήση τους ακροατές του με το μέγα θέμα της συναντήσεως του Θεού. Όπως ήδη έγραψα, το πρόβλημα αυτό έχει λυθεί για την Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά τον πλέον έγκυρον τρόπον. Και θα περίμενε κανείς από ένα ορθόδοξο θεολόγον και μάλιστα αγιορείτην –παρ΄ ότι, ορθώς, αρνείται την ιδιότητα αυτή—να ακολουθήση την «πεπατημένην» οδόν. Μας εξαφνιάζει, όμως, η εντόπιση της θεολογικής του αναζητήσεως, στις μετά την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου εμφανίσεις του Κυρίου. Δηλαδή, βλέπει, στην «συμπεριφορά» του Κυρίου Ιησού, διάφορες υπέρλογες εκφάνσεις συναντήσεως μετά των ευκλεών Αποστόλων Του, τις θεωρεί τύπους και τρόπους, δίνει ερμηνείες, τις απολυτοποιεί και εξάγει το συμπέρασμα, ότι η μακαρία συνάντηση του ορθοδόξου πιστού μετά του Θεού του, περνάει μέσα από αυτά τα «υπέρλογα ρίσκα», κάτι άγνωστον και αυθαίρετον για την Εκκλησίαν. Ομολογώ ότι αδυνατώ να κατανοήσω την θεολογική αυτή κρίση, επόμενος τη ενιαία και καθολική πνευματική παραδόσει της Εκκλησίας, τελών εν γνώσει, ότι η συνείδηση της Ορθοδοξίας, δεν έδωσε καμμίαν αλληγορικήν ερμηνείαν, στις εμφανίσεις του Κυρίου μετά την Ανάστασή Του, πέραν της βεβαιότητος της Αναστάσεως «εν πολλοίς τεκμηρίοις». Και ότι ουδείς των Αγίων Πατέρων εθεώρησε, την «συμπεριφοράν» του Κυρίου, ως υποτύπωση του τρόπου συναντήσεως του Θεού με τα πιστά τέκνα Του και ως υλικόν ερμηνείας. Εκτός του γεγονότος, ότι οι Άγιοι δεν διείδαν ό,τι ο π. Νικόλαος στις ποικίλης μορφής εμφανίσεις του Κυρίου Ιησού, έχουμε τα «Εωθινά» Δοξαστικά, ως απόδειξη, ότι όλα εξαντλούνται μόνον στην περιγραφήν απλώς των εμφανίσεων και μόνον στο Ε΄ Εωθινόν, να προστίθεται ο θαυμασμός για τον σοφόν τρόπον αποδείξεως της Αναστάσεώς Του: «Ω, των σοφών σου κριμάτων, Χριστέ· πως Πέτρω μεν τοις οθωνείοις μόνοις έδωκας εννοήσαί σου την Ανάστασιν. Λουκά δε και Κλεώπα, συμπορευόμενος ομίλεις και ομιλών ουκ ευθέως σεαυτόν φανεροίς… Αλλ΄ ο πάντα προς το του πλάσματος συμφέρον οικονομών και τας περί σου προφητείας ανέπτυξας…». Ουδεμία, λοιπόν, τάση προς ερμηνείαν και ούτε ανακάλυψη βλέπομεν μυστικών λόγων στις διάφορες εμφανίσεις, ειμή μόνον φανερώσεις προς απόδειξη της Αναστάσεως. Αυτό δεν μας υποχρεώνει να μη αναζητήσωμεν και οι πιστοί αλληγορικούς και μυστικούς λόγους, αναστέλλοντες την ατακτούσαν φαντασίαν μας; Γιατί περί αδοκίμων φαντασιώσεων πρόκειται, που δημιουργούν σύγχυση στις ψυχές και αποκαλύπτουν άγνοιαν της διδασκαλίας των Αγίων, περί μυστικής ενώσεως μετά του Θεού, με συνέπειαν να αφήνουν στο σκότος της αγνωσίας τους πιστούς ή να τους εξωθούν στις ανατολικές θρησκείες. Λυπούμαι εκ καρδίας γι΄ αυτήν την διάλεξη και θα ήτο ευχής έργον να μη εκτυπωθή. Γιατί έτσι θα έσβηνε με τον καιρόν ως «έπεα πτερόεντα». Τώρα όμως, εκτυπωθείσα σε χιλιάδες αντίτυπα και μελετωμένη ως κείμενον αγιορειτικόν, τι θα προσφέρη στον ορθόδοξον λαόν μας; Και οι εχθροί της Εκκλησίας δεν θα το εκμεταλλευθούν; Και δεν θα διασυρθή το Άγιον Όρος, αφού ο ομιλητής ιερομόναχος είναι αγιορείτης; Ταύτα γράφων, δεν αρνούμαι την αγαθήν πρόθεση του π. Νικολάου. Ως θετικός επιστήμων επί πολλά έτη, προφανώς παρεσύρθη από το κάπως κοσμικόν ήθος και ύφος στο σκέπτεσθαι και στην διατύπωση του θεολογικού λόγου, αφού η διακονία του, ως διδασκάλου, αμέσως μετά την κουράν του, δεν του επέτρεψε να αφομοιώση κάποια μοναχικά στοιχεία ήθους, που διαμορφώνουν την ψυχήν. Βέβαια, αιρετικά στοιχεία δεν υπάρχουν στην διάλεξη. Αντιθέτως αφθονούν ορθόδοξες διατυπώσεις. Το μειονέκτημα, όμως, ευρίσκεται στο ότι, τα καλά στοιχεία δίδονται ως απλές νύξεις και με τρόπον, θα έλεγα, ακροβατικόν, με πετάγματα και άλματα, που δεν διακρίνονται πάντως ως εκκλησιαστικός λόγος. Ομοιάζουν με ευφυολογήματα, ποιητικά πτερυγίσματα, λογοτεχνικές μεθοδείες, με λεκτικές αντιθέσεως και γριφώδεις διατυπώσεις, που εντυπωσιάζουν μεν τους αγεύστους του Πατερικού λόγου, όμως, δεν πείθουν τους τραφέντες με την αλήθειαν της Εκκλησίας και το ήθος της. Επίσης, ο π. Νικόλαος λέγει ότι μεταχειρίζεται την λέξη ρίσκο γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη ελληνική! Ουδέν σχόλιον. Οι οργανώσαντες την διάλεξη δηλώνουν ότι είχε μεγάλην απήχηση και ότι αναρίθμητα τηλεφωνήματα εδέχθησαν με την αίτηση να εκδοθή τύποις. Δι΄ ημάς είναι ευεξήγητον το ενδιαφέρον. Αφού «η συνάντηση με τον Θεόν» είναι απλώς ένα ανώδυνον ρίσκο, γιατί να μη μυηθούμε σ΄ αυτήν την μέθοδον, χωρίς να θυσιάσουμε τίποτε από τις φιληδονίες μας και χωρίς «καλογερίστηκες» οδυνηρές ασκήσεις, -- που αποβλέπουν στην λογοποίηση των παθών;

Ταύτα ως οφειλήν προς την αγιωτάτην Εκκλησίαν μας, ώστε να μη νοθεύεται η ουρανία διδασκαλία της.

Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης  --  Άγιον Όρος  22. 3. 2002


Υ.Γ. Επειδή δεν παρέμεινε σαν υποτακτικός αρκετόν χρόνον στην μετάνοιάν του, ο π. Νικόλαος, δεν αξιώθηκε να κατανοήση δια πείρας, ότι η όλη «Φιλοσοφία» των μοναχών δεν κινείται ούτε στο υπέρλογον, ούτε στην «άλλη λογική», αλλά στην εξυγίανση των γνωστικών οργάνων, ώστε να θεραπευθούν τα ψεκτά και άλογα πάθη, μεταβαλλόμενα σε έλλογες ψυχικές δυνάμεις, σε καταστάσεις, όπου «πάσχονται τα θεία». Έτσι και στην περίπτωση του «δια Χριστόν σαλού»(;) ρουμάνου Ηρωδίωνος, βλέπει, υπό το ενθουσιαστικό πρίσμα του ανωρίμου αρχαρίου, υπερβατικές και υπέρλογες λογικές. Κατά την μακροχρόνια διαμονή μου στο Άγιον Όρος είδα πολλούς Ηρωδίωνες, που τινές αφελείς θεωρούσαν «δια Χριστόν σαλούς». Αλλ΄ αν κάποιος απ΄ αυτούς ήταν, όμως, είναι γνωστόν ότι η Εκκλησία δεν ενεθάρρυνε τον τρόπον αυτόν ασκήσεως, διο και τιμούμε μόνον 4-5 Αγίους. Αλλά ερωτάται: Μετά το πέταγμα των τροφίμων «για τα πουλάκια», ποιος δύναται να βεβαιώση ότι, ο δαίμων της κενοδοξίας δεν θα τον έπειθε ότι ήταν απαθής και ανώτερος υλικών πραγμάτων, όπως ενεφανίσθη ενώπιον των ανθρώπων; Κάτι που έκανε και ο φιλόσοφος Κράτης και κενοδοξήσας πολύ. Πιο ασφαλής δεν θα ήταν ο όντως απαθής, που θα εδέχετο μεν ευγνωμόνως τις «ευλογίες», τις οποίες, όμως, θα διεμοίραζε λαθών σε πτωχούς συνασκητές του, ευχαριστών τον Θεόν και ταπεινούμενος, αλλά και ασφαλιζόμενος από το μη «θεαθήναι» τοις ανθρώποις; Προ τι το «ρίσκο»;

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

H «Διπλωματική» μαρτυρία της Εκκλησίας μας εις την Ε.Ε. --- Του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη, ομ. Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η ιδέα της ιδρύσεως Γραφείου στις Βρυξέλλες, με προϊστάμενο κληρικό, εκπρόσωπο της διοικούσης Εκκλησίας μας, φαίνεται ότι επρόκειτο να αποβή ήδη λίαν καταστροφική («μπούμερανγκ») ενέργεια κατά του ορθοδόξου ήθους, της τιμής και της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας του λαού μας. Κατά τον σχεδιασμό της πραγματοποιήσεως της εν λόγω ιδέας, ως σπουδαιότερος στόχος της, υπογραμμίσθηκε η προβολή στον δυτικό κόσμο των αξιών της Ορθοδοξίας μας. Εγράφη και ελέχθη, ότι δεν θα πάρουμε(;) μόνο από την Ευρώπη αλλά και θα δώσουμε. Θα συμβάλλουμε στον πνευματικό της εμπλουτισμό με τις αγιοπνευματικές αλήθειες της Ορθοδόξου Πατερικής μας Παραδόσεως. Θα δώσουμε μέσα στην καρδιά του δυτικού κόσμου τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας, ως ακτινοβολία πατερικής αλήθειας και βιοτής! Όμως, ήδη σύμφωνα με πληροφορίες, που κατεχώρησε ο «Ο.Τ.» στο φύλλο του της 1.2.02, οι πρώτοι καρποί του έργου της εκπροσωπήσεως της Εκκλησίας μας στις Βρυξέλλες… ωρίμασαν! Αλλά όχι για να μεταδώσουν αλήθειες της Ορθοδοξίας μας· μάλλον να επιβεβαιώσουν την ανάγκην που (δήθεν) έχει ο ορθόδοξος λαός μας να διαπαιδαγωγηθή να μη είναι… Ορθόδοξος! Να πεισθή να αποβάλη «προκαταλήψεις» πατερικού φρονήματος και ορθοδόξου ευαγγελικής πίστεως! Το κείμενο που εδημοσίευσε ο «Ο.Τ.» στο εν λόγω φύλλο, αφορά σε συνέντευξη του επισκόπου Αθανασίου, προϊσταμένου του Γραφείου της διοικούσης Εκκλησίας, στην Ε.Ε., η οποία συνέντευξη έχει ως εξής·  «Στην Ελλάδα βρισκόμαστε μπροστά σε πολύ λεπτή κατάσταση, γιατί ενώ ο Αρχιεπίσκοπος και οι μητροπολίτες έχουν μια σημαντική συνεργασία με την Καθολική Εκκλησία, αυτοί έχουν και ευθύνες προς τον κόσμο, τους πιστούς, πολλοί από τους οποίους δεν είναι προετοιμασμένοι στην προοπτική του διαλόγου, ενώ άλλοι έχουν μια άποψη πιο φονταμενταλιστική για την Εκκλησία. Αυτό για μας είναι η μεγάλη πρόκληση να προετοιμάσουμε τον κόσμο, να τον διαπαιδαγωγήσουμε, για να μη αντιδράσει επηρεασμένος από τις προκαταλήψεις και πληροφορίες, που δεν ανταποκρίνονται στα γεγονότα… Είναι, όμως, σημαντικό να κατανοηθεί ότι έχουμε ανάγκη χρόνου, ελπίζω όχι υπερβολικού, για να σχηματίσουμε τη συνείδηση του κόσμου».              

Η συνέντευξη αυτή, αν είναι αληθές, ότι δόθηκε με το περιεχόμενο αυτό, είναι δείγμα μιας απαράδεκτης σχιζοφρένειας και απογοητευτικό τεκμήριο των ιδεών, που φιλοξενούνται στο πνεύμα κάποιων «εκκλησιαστικών αρχόντων», οι οποίοι, ενώ είναι ταγμένοι να περιφρουρούν την ανεκτίμητη αγιοπατερική ορθόδοξη παράδοσή μας, χαρακτηρίζουν ( προς Θεού!) το πλήρωμα της Εκκλησίας μας (κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς) ως φονταμενταλιστές, σε δύο επίπεδα· στους απλώς φονταμενταλιστές αλλά και σ΄ εκείνους, που «έχουν μια άποψη πιο φονταμενταλιστική για την Εκκλησία».                                            
Επειδή, λοιπόν, «πολλοί από τους πιστούς», «ο κόσμος», είναι επηρεασμένοι από προκαταλήψεις και πληροφορίες αβάσιμες, αισθάνεται το χρέος, οι ταγοί της Εκκλησίας μας, να μας διαπαιδαγωγήσουν, για να αποκτήσουμε «τη συνείδηση του κόσμου». Προφανώς την ανάγκη του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, ώστε «να είμαστε προετοιμασμένοι» για την προοπτική αυτού του οικουμενιστικού και ισοπεδωτικού συγκρητιστικού διαλόγου, στον οποίο πρέπει να υποταχθούμε δουλωτικά, για να μη χαλάσουμε την εικόνα μας στα μάτια των ευρωπαίων εταίρων μας. Αντί να δώσουμε τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας μας στο δυτικό κόσμο, ανακαλύψαμε μόλις τώρα, με την ευκαιρία της διπλωματικής μας εκπροσωπήσεως στην Ευρώπη, ότι είμαστε, «δυστυχώς», απροετοίμαστοι για μια επιβαλλόμενη άλλοθεν, συγκρητιστική ισοπέδωση, που θα μας υψώσει στα μάτια του κόσμου αυτού! Αν το περιεχόμενο της συνεντεύξεως, που φέρεται να παρεχώρησε ο επίσκοπος Αθανάσιος, είχε δοθή από εχθρούς της Εκκλησίας μας, θα το θεωρούσαμε αναμενόμενο και χωρίς καμμιά ιδιαίτερη σημασία. Αλλά όταν το κείμενο αυτό ανήκει στον ταγμένο για την μαρτυρία της Ορθοδοξίας επίσκοπο της Εκκλησίας, προοιωνίζεται ασφαλώς, με το γεγονός αυτό, το ζοφερό μέλλον των εκκλησιαστικών μας πραγμάτων! Οπωσδήποτε φαίνεται καθαρά, από πολλά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος αλλά και των ημερών μας, ότι περπατάμε στα βήματα της παπικής μεθοδολογίας. Αποκτήσαμε κι΄ εμείς «πρεσβευτή» της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη, δηλ. διπλωμάτη! Αλλά η Ορθοδοξία δεν εκπροσωπείται και ούτε μαρτυρείται με διπλωματία, που κρατάει αποστάσεις από την αλήθεια, για να αθετήση… την αλήθεια! Βεβαίως, η αλήθεια της Ορθοδοξίας δεν αθετείται και δεν αναιρείται με κανένα διπλωματικό τρόπο, όσο πειστικός κι΄ αν φαίνεται. Αυτός που αθετείται και αναιρείται είναι αυτός που προδίδει την αλήθεια της Ορθοδοξίας. Γιατί στερείται των προϋποθέσεων της δυνατότητος της θεοφιλούς μαρτυρίας της Ορθοδοξίας· του προσωπικού βιώματος και της κατοχής της φωτιστικής, αγιοπνευματικής αλήθειας της Ορθοδοξίας! Ναι! Την Ορθοδοξία δεν την προδίδει ποτέ αυτός που την ζη, αλλά εκείνος, που δεν την γνωρίζει, επειδή δεν την ζη!

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

H Θεοτόκος -- Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων

Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                        

Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!...                                      
Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια τουΑγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).
Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων.
Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσαστα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Ὁ ἐπίσκοπος Ἀχρίδος Νικόλαος, ἀπευθυνόμενος στοὺς παπόδουλους Οικουμενιστές ὑπέρμαχους τῆς ἕνωσης τῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ στὸν τρόπο, ποὺ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ τὴν πετύχουν, ἔλεγε τὰ ἑξῆς:

 «Ὅλοι θέλουμε νὰ δώσει ὁ Θεὸς ἑνότητα πίστεως στὸν κόσμο. Μὰ ἐσεῖς τὰ μπερδεύετε τὰ πράγματα. Ἄλλο ἡ συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλο ἡ συμφιλίωση τῶν θρησκειῶν. Ὁ Χριστιανισμὸς ἐπιβάλλει ν᾽ ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ τοὺς πάντες, ὅποια πίστη καὶ ἂν ἔχουν! Συγχρόνως ὅμως μᾶς διατάζει νὰ κρατᾶμε ἀλώβητη τὴν πίστη μας καὶ τὰ δόγματά της. Σὰν χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἐλεεῖτε ὅλο τὸν κόσμο, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους! Ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σας νὰ δώσετε γι᾽ αὐτούς. Ἀλλὰ τὶς ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὶς θίξετε. Γιατὶ δὲν εἶναι δικές σας. Ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία μας νὰ τὴν κάνουμε ὅ,τι θέλουμε».

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

To Δόγμα και η αξία του -- Του αείμνηστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η προσήλωσις εις το ορθόδοξον δόγμα, ωστική δύναμις της πνευματικής ζωής


Ανάμεσα στ΄ άλλα γνωρίσματα, που χαρακτηρίζουν την πνευματική υποβάθμιση της κοινωνίας μας είναι και τούτο: Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν εκδηλώνει ενδιαφέρον για τα πνευματικά και μάλιστα τα δογματικά θέματα, που αποτελούν το θεμέλιο και την πηγή της πνευματικής ζωής. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω στην επίσκεψη του Πάπα στην Αθήνα. Επιθυμούσα, όπως και η πλειονότητα του ελλαδικού κλήρου και λαού, την αποφυγή εκείνης της επισκέψεως. Η πραγματοποίησή της ήταν ένα ήττημα για μας. Έστησε ένα προγεφύρωμα του Παπισμού στην Ορθόδοξη Ελλάδα και έχει αυξήσει την έπαρση των απανταχού παπικών και παποφίλων. Ωστόσο, φρονώ ότι αυτό το δυσάρεστο γεγονός μπορεί να αξιοποιηθεί θετικά και να καταστεί τελικά ωφέλιμο. Πως; Αν λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι των κοιμωμένων συνειδήσεών μας αν μας αναγκάσει να απεγκλωβισθούμε από τους επικίνδυνους εναγκαλισμούς των οικουμενιστικών κηρυγμάτων, να συνταχθούμε στη γραμμή των αγίων Πατέρων μας και να τονώσουμε την προσήλωσή μας στο ορθόδοξο δόγμα. Δυστυχώς, ο γενικός απόηχος των συζητήσεων και των εντυπώσεων των ημερών εκείνων δείχνει ότι ο λαός μας – και εννοώ το λαό που συνδέεται με την Εκκλησία, όχι τον δεδηλωμένο άθεο ή αδιάφορο – στο μεγαλύτερο μέρος του δεν πολυσκοτίζεται για την ακρίβεια της πίστεώς του, την οποία a priori ομολογεί και ενστερνίζεται με ευλάβεια. Δεν αισθάνεται το μέγα χάσμα που χωρίζει την Εκκλησία από την αίρεση, την Ορθοδοξία από την πλάνη. Κι ενώ πολλοί ήταν εκείνοι, που αντέδρασαν και αντιτάχθηκαν στην  απαίτηση γειτονικής χώρας να οικειοποιηθεί το όνομα «Μακεδονία», ελάχιστοι αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να προσαγορεύεται ως «Εκκλησία» ο Παπισμός – όπως και κάθε άλλη αίρεση – διότι μία και μοναδική είναι η Εκκλησία η Ορθόδοξη. Είναι αλήθεια ότι η σημερινή κουλτούρα και γενικότερα η περιρρέουσα ατμόσφαιρα όχι μόνο ευνοεί μια τέτοια νοοτροπία, αλλά και εξωθεί σ΄ αυτήν. Πράγματι, το επιταχυνόμενο άνοιγμα της κοινωνίας, το αναπόφευκτο και εν πολλοίς ευεργετικό πλησίασμα λαών, πολιτισμών και ιδεών, που προωθεί η αμφιλεγόμενη αλλά σταθερά κυριαρχούσα παγκοσμιοποίηση, το αίσθημα ανασφάλειας, που υποθάλπει η προηγμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία μας, είναι μερικοί από τους παράγοντες, που βραχυκυκλώνουν τον σημερινό ορθόδοξο χριστιανό. Γι΄ αυτό αβασάνιστα αποδέχεται τα δελεαστικά κηρύγματα του Οικουμενισμού και περνά στα «ψιλά γράμματα» τις δογματικές διαφορές. Ασύστολα ενασμενίζεται στους εναγκαλισμούς με τις πάσης φύσεως αιρέσεις. Προσβάλλει έτσι και βεβηλώνει βάναυσα τη γραμμή των Πατέρων, για τους οποίους κατά τα άλλα σεμνύνεται και μεγαλόπρεπα τους «τιμά». Είναι μεγάλο λάθος να πιστεύουμε ότι τα δογματικά θέματα είναι υπόθεση των θεολόγων και όχι των «απλών» χριστιανών. Στην ορθόδοξη πίστη η θεολογία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινή πράξη. Η φωνή του ουρανίου Πατρός κατηγορηματικά προσδιορίζει «ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός… αυτού ακούετε» (Ματ. 17: 5). Όσοι γνωρίζουν τον Υιό (δόγμα) δεσμεύονται να υπακούν στη διδαχή Του (ζωή). Ο ίδιος ο Κύριος αναγνωρίζει ως αληθινά δικό Του εκείνον που θα «ποιήση και διδάξη» (Ματ. 5: 19). Η θεωρητική τεκμηρίωση της πρακτικής του Χριστιανισμού είναι αυτονόητη. Γι΄ αυτό ο Απόστολος Παύλος και οι άλλοι Απόστολοι, και στη συνέχεια οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, θεμελιώνουν την ηθική διδασκαλία τους πάντοτε στη θεολογία της πίστεως. «Ο της θεοσεβείας τρόπος εκ δύο τούτων συνέστηκε, δογμάτων ευσεβών και πράξεων αγαθών και ούτε τα δόγματα χωρίς έργων αγαθών ευπρόσδεκτα τω Θεώ ούτε τα μη μετ΄ ευσεβών δογμάτων έργα τελούμενα προσδέχεται ο Θεός», διασαφηνίζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του (4, 2 PG 33,  456).  Η ουσιώδης διαφορά της χριστιανικής πίστεως από τα συστήματα των ηθικοδιδασκάλων είναι ότι η ζωή του χριστιανού θεμελιώνεται στα δόγματα της πίστεως. Γι’ αυτό τα δόγματα αφορούν σ΄ όλους τους πιστούς που ενδιαφέρονται για τη σωτηρία της ψυχής τους και τη συμμόρφωση της ζωής τους με το θέλημα του Θεού. Δεν είναι μόνο των θεολόγων ζητήματα· όπως τα πορίσματα της ιατρικής, διατυπώνονται, βέβαια, από τους ειδικούς επιστήμονες, ενδιαφέρουν, όμως, και τον πιο απλοϊκό πολίτη. Δεν είναι, λοιπόν, παρωνυχίδα η ενημέρωση όλων στα θέματα της πίστεως. Είναι θέμα ζωής ή θανάτου πνευματικού, σωτηρίας ή αιώνιας απώλειας της ψυχής μας. Αλλά, τι είναι το δόγμα; Δόγμα είναι η αποφθεγματικά διατυπωμένη θεωρία, που γίνεται παραδεκτή διότι απορρέει από κάποια αυθεντία, ένα αναμφισβήτητα αποδεκτό πρόσωπο ή φορέα. Με την έννοια αυτή η ζωή μας είναι γεμάτη δογματισμούς, που τους καθιερώνει αναγκαστικά η κοινωνία, για να επιβιώσει. Δόγματα, π.χ. είναι οι συμβουλές του πατέρα προς το παιδί του, οι νουθεσίες του δασκάλου προς τον μαθητή, οι διαταγές του αξιωματικού στον στρατιώτη, οι κανόνες κυκλοφορίας και οι τόσοι κανόνες και κανονισμοί, που διέπουν τη ζωή μας. Η μεγαλύτερη και απόλυτη αυθεντία είναι ο Θεός, ο δημιουργός και κυβερνήτης του κόσμου, η Αυτοαλήθεια. Γι΄ αυτό πάνω απ΄ όλα τα άλλα δόγματα στέκουν τα δόγματα της πίστεως, οι αλήθειες τις οποίες αποκάλυψε ο Θεόπνευστος λόγος του Θεού, η αγία Γραφή, και διατύπωσε ως όρους της πνευματικής μας ζωής η Ιερά Παράδοση, ο «πιστός λόγος» και «πάσης αποδοχής άξιος». Το δόγμα δεν είναι μεσαιωνικός σκοταδισμός ούτε θεολογικός σχολαστικισμός. Είναι η θεωρία, που εδραιώνεται καθώς συμπληρώνεται από την πράξη. Είναι η αλήθεια, που λάμπει όταν εφαρμόζεται, η τροφή που αξιοποιείται όταν αφομοιώνεται από τον οργανισμό, ώστε να τον κρατά ζωντανό και ακμαίο. Για τους πιστούς – και υπογραμμίζω μόνο γι΄ αυτούς—τα δόγματα της Εκκλησίας έχουν μοναδικό κύρος και ισχύ. Διότι αυτοί παραδέχονται ότι «έστι Θεός και … μισθαποδότης γίνεται» (Εβρ. 11: 6), ότι ο Ιησούς Χριστός «απέθανε… και ετάφη, ανέστη και ώφθη» (πρβλ. Α΄ Κορ. 15: 3-5· Α΄ Θεσ. 4: 14). Αυτή η τοποθέτηση τους κάνει να αναγνωρίζουν το δόγμα και να υποτάσσονται σ΄ αυτό. Να μη το θεωρούν εξωτερικό καταναγκασμό αλλά έκφραση της εσωτερικής τους πίστεως. Κάτι περισσότερο: Για τον πιστό το δόγμα είναι η ίδια η ζωή του. Η σταθερή προσήλωση, λοιπόν, στο ορθόδοξο δόγμα δεν αποτελεί τροχοπέδη αλλά την ωστική δύναμη της πνευματικής ζωής. Από τη στάση έναντι του δόγματος εξαρτάται η ποιότητα της ζωής του καθενός. Με απλά λόγια δεν μπορεί να υπάρξει ορθοπραξία χωρίς την ορθοδοξία και το αντίστροφο. Φθορά του δόγματος συνεπάγεται διαφθορά της ζωής και αβαρίες στην ηθική συνεπάγεται ναυάγιο στην πίστη. Τα δόγματα αποτελούν όρμο και ορμητήριο για πνευματικές νίκες και ουράνιες κατακτήσεις. Το ξεθώριασμά τους στη συνείδηση των χριστιανών τους καθιστά χλιαρούς συμβατικούς και τελικά αχρίστιανους. Να γιατί είναι απόλυτη ανάγκη να διαφυλάξουμε με ευλάβεια τα ορθόδοξα δόγματα, που παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες και να μη επιτρέψουμε σε κανέναν την παραχάραξη και διασάλευσή τους!

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Φυγάδες και ριψάσπιδες εν καιρώ πολέμου οι Αγιορείτες και οι Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Θα θέλαμε πολύ και θα ήταν καλό να υπακούουμε στους επισκόπους και να τους αφήσουμε να οικονομούν  τα της σωτηρίας μας. Επειδή όμως από επισκόπους και ιερείς προέκυψαν οι εχθροί της αληθείας, οι αιρετικοί, είναι απολύτως δικαιολογημένο να δοκιμάζουμε το «κρείττον από του χείρονος» και από τους καρπούς να κρίνουμε αν πρέπει να προστρέχουμε στους επισκόπους ή να χωριζόμαστε από τους ανίερους, όταν τέμνουν διαφορετικούς δρόμους από αυτούς των Αποστόλων και των Αγίων. Δεν δόθηκε η εξουσία στους επισκόπους και σε κανέναν άλλον, να διδάξουν ή να πράξουν διαφορετικά από όσα εκείνοι. Ένας μοναχός Λάζαρος που κατηγορήθηκε επίσης από επίσκοπο «ως λάλος και περιττός και ανυπότακτος» την εποχή του λατινόφρονος πατριάρχου Βέκκου, γράφει στον επίσκοπο:                                                                                                    

 «Κρείσσον γαρ τω θανάτω ακολουθείν ή υμίν, καν μυριάκις πάλιν είπης με αλαζόνα και ανυπότακτον».                                                                                         

 Και προσθέτει τα εξής, που φωτογραφίζουν την σημερινή κατάσταση:                        
«Αλλ΄ επειδή “οι ιερείς ηθέτησαν νόμους Θεού και εβεβήλωσαν τα άγια αυτού”, oι στύλοι της πίστεως, οι ποιμένες και διδάσκαλοι των εκκλησιών, οι πρόβολοι και πρόμαχοι του ορθοδόξου λαού—όθεν δε εις τούτο το βάραθρον ωλίσθησαν ουδείς αγνοεί—προσεδέξαντο δε τον αναιδή λύκον, τον απωσμένον Ιταλόν, ένδον της μάνδρας Χριστού του αληθινού Θεού ημών, της καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, ον οι των επτά συνόδων πατέρες τω όρω της πίστεως μακράν της Χριστού ποίμνης εξωστράκισαν και τω αναθέματι παρέδωκαν, καντεύθεν ούτος παρείσδυσιν εφευρών, ου παύεται τους αρνίους του Χριστού εσθίειν και κατατέμνειν και της εαυτού συμμορίας και κατακρίσεως μετόχους επιτελείν. Όθεν ουκ έπρεπε σιγή την τοιαύτην συμφοράν παρελθείν και μόνους σώζειν εαυτούς αγαπήσαντας, αλλ΄ έδει κηρύξαι εφ΄ υψηλού την ευσέβειαν και δια των αποστολικών και πατρικών ρημάτων στηλιτεύσαι των Ιταλών και των Γραικών την άνοιαν, των μεν ως δορά μόνη προβάτου ενδεδυμένους, τη του Χριστιανού δηλαδή ψιλή επικλήσει, μηδέν του Χριστιανισμού επιφέροντας, των δε ως τας των αποστολικών και πατρικών “βιβλίων” παραδόσεις εν χερσί πάντοτε περιφέροντας και μηδενός των εγκειμένων εις γνώσιν ελθείν βουληθέντας δι΄ εσχάτης φιλοπαθείας υπερβολήν, αλλ΄ αεί καθάπερ σπάθην τους κανονικούς περιστρέφοντας λόγους εν ου πολέμου καιρώ, επιστάντος δε τούτου φυγάδες και ριψάσπιδες του βουλομένου παντός αποδείκνυται».

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Ο όσιος Μελέτιος, ο Ομολογητής, ο Γαλησιώτης (13ος αιών), σε ποιητικό λόγο, γράφει για τους αιρετικούς Παπικούς.

Ο τίτλος της σχετικής ογδόης υποθέσεως είναι : «Ότι αιρετικοί εισίν οι Ιταλοί και οι συγκοινωνούντες αυτοίς απόλλυνται»


Νυν δε της υποθέσεως άρχομαι της ογδόης,
εν η καθυποδείξω σοι, Θεού τη συνεργία,
ότι, καν λέγωσί τινες των καθ΄ ημάς ποιμένων
εξ αμαθείας των Γραφών ή καθ΄ ετέρους τρόπους
ως Ιταλών τα σφάλματα βραχύτατα τυγχάνει,
ως ουκ εισίν αιρετικοί μηδ΄ αποκεκομμένοι
του των πιστών συστήματος εκ τινος των αγίων,
ουδέ το τούτοις κοινωνείν σφάλμα ψυχής και βλάβη
ψευδώς φασι, κακώς φασι, μακράν της αληθείας.
Μέγιστα γαρ εσφάλησαν και πάμπλειστα Λατίνοι·
πας των πατέρων ο χορός αυτούς καταδικάζει,
αιρετικοίς συντάττεται και σύμπας ο Λατίνοις
συγκοινωνών μεμέρισται Χριστού και των αγίων.

Και αφού παραθέτει πολλές πατερικές μαρτυρίες για τις αιρέσεις των Λατίνων, λέγει συμπερασματικά, ένα αιώνα πριν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και δύο αιώνες πριν από τον άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό:

Έγνως εξ ων ειρήκαμεν ολίγων παρανόμων εν
δόγμασι βλασφημιών, παρατροπών εν έθει,
τους Ιταλούς αιρετικούς; Πως γουν η κοινωνία
ημίν τούτων αβλαβής τοις εκτελούσι ταύτην;
Ή πως αν αιρετικοί κληθείεν οι Λατίνοι,
τοσαύτα παραβαίνοντες, καινίζοντες τοιαύτα;
Ει γαρ μικρά παρατροπή της ευσεβούς θρησκείας
αιρετικόν παρίστησι τον ταύτη κρατηθέντα,
πως ο πολλά και λαμπρά παρανομών αφρόνως,
ο δόγματα καινότατα νομοθετών ανόμως,
ο παραλόγοις έθεσιν αλόγως κεχρημένος
ουκ αν τοις αιρετίζουσι συντάττοιτο δικαίως;