Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Η ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΘΑ ΑΤΙΜΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ;

Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κατάντημα νὰ ζητοῦμεν καὶ δεύτερον γάμον τῶν κληρικῶν!

Η ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΘΑ ΑΤΙΜΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ;

Του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη

Ἡ σχεδιαζομένη ἀπὸ ἐτῶν Πανορθόδοξος Σύνοδος προετοιμάζεται
πυρετωδῶς τὰ τελευταῖα δύο χρόνια, παρὰ τὶς θεοπαράδοτες προειδοποιήσεις τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς περὶ τῶν τραυμάτων ποὺ θὰ ἐπιφέρη στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μία Σύνοδος Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι, στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία εἴτε ὑπηρετοῦν πολιτικὲς σκοπιμότητες, γενόμενοι ὑποχείρια πολιτικῶν σχεδιασμῶν, εἴτε στεροῦνται καὶ στοιχειώδους ποιμαντικῆς διακρίσεως, θεολογικοῦ καταρτισμοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Ἤδη, μάλιστα, ἡ Σύνοδος αὐτὴ προσδιορίσθηκε, γιὰ νὰ διεξαχθῆ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 2016! Φαίνεται πὼς οἱ προειδοποιήσεις τοῦ Θεοῦ διά τῶν ἁγίων Του δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς γιὰ τὰ νεκρωθέντα ἀπὸ τὸν κοσμικὸ θόρυβο ὦτα μας καὶ γι’ αὐτὸ περισσότερο βέβαιο εἶναι νὰ περιμένουμε Παγκόσμιο Πόλεμο, παρὰ Πανορθόδοξο Σύνοδο!

Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται «ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ», μὲ τὰ προτεινόμενα πρὸς
συζήτησιν θέματα τῆς μελλούσης αὐτῆς συνόδου, τὰ ὁποῖα, ὄχι μόνο δὲν συμβάλλουν στὴν καλλιέργεια τοῦ ἤθους τῶν χριστιανῶν «πρὸς εὐσέβειαν» ἀλλὰ καὶ παροτρύνουν τοὺς πιστοὺς νὰ ἀρνηθοῦν, ἐκτὸς τῶν Ἁγίων καὶ αὐτὴν τὴν Ἁγία Γραφή!
Ἡ νέα ἀντιεκκλησιαστικὴ πρόταση πρὸς τὴν ἑτοιμαζομένη Σύνοδο μᾶς γνωστοποιήθηκε πρὶν λίγες ἡμέρες, στὶς 9 Μαρτίου 2015, μὲ ἄρθρο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφεὶμ(Κυκκώτη) στὸ «Ἁγιορείτικο Βῆμα».
Αἱ προειδοποιήσεις τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς ὅτι, ἐὰν συγκληθῆ Σύνοδος χωρὶς Ἁγιοπνευματικάς προϋποθέσεις, θὰ ἐπιφέρη μεγάλας
πληγάς εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται, πὼς δὲν εἰσακούονται.
Ἡ νέα Σύνοδος θὰ ἀκυρώση καὶ τὴν Ἁγίαν Γραφήν; Μὴ γένοιτο!
Μὲ τὸ ἄρθρο του αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος, ἔντεχνα, ὡς ἐκφραστῆς μιᾶς
τάχα πολυχρονίου ἀνάγκης τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ἀνασύρει ἄρθρο τοῦ 1920(!) τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Παγκυπρίου Ἱεροδιδασκαλίου, Ἀρχιμ. Μακαρίου Μαχαιριώτη, στὸ ὁποῖο εὐθέως ζητεῖται ἡ …καθιέρωση(!) δευτέρου Γάμου τῶν Κληρικῶν καὶ ἡ τέλεση Γάμου ἀπὸ τοὺς ἤδη χειροτονηθέντας Κληρικούς! Τί νὰ πρωτοειπῆ κανεὶς με τέτοιον καταιγισμὸ ἀντιχριστιανικῶν ἀπόψεων Ὀρθοδόξων Ἱερέων καὶ Ἱεραρχῶν; Μέχρι πρότινος γνωρίζαμε ὅτι ὁ Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως ἔχει γράψει ὅτι μία Πανορθόδοξος Σύνοδος μπορεῖ νὰ
ἀκυρώση ἀποφάσεις ἀκόμη καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων(!), παρὰ τὴν
ἀπαγορευτικὴ ὁμοφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας καὶ τὴν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἀνανέωση τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνον Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος μᾶς προειδοποίησε ὅτι: «Πᾶσα νέα Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν θὰ εἶναι οὔτε Ἁγία οὔτε Οἰκουμενικὴ οὔτε ὀγδόη, ἐὰν πρωτίστως δὲν δεχθῆ τὰς προγενεστέρας Οἰκουμενικὰς καὶ ἀσαλεύτους ἀποφάσεις των»! Τώρα, μὲ
τὴν εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε περὶ δευτέρου γάμου τῶν Κληρικῶν, παρὰ τὴν κατηγορηματικὴ προσταγὴ τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου, πληροφορούμεθα ὅτι ἡ μέλλουσα Σύνοδος θὰ ἀκυρώση καὶ τὴν Ἁγία Γραφή! Ἔχουμε ἐπίγνωση ὅτι ἡ φωνή μας εἶναι ἰσχνοτάτη καὶ δὲν ἔχει ἐλπίδα νὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ τοὺς Ἱεράρχες ποὺ σχεδιάζουν τὴν μελλοντικὴ Σύνοδο καί, πολὺ περισσότερο νὰ εἰσακουσθῆ. Ὡστόσο, ἔχουμε χρέος νὰ ὑπενθυμίσουμε στὸ
εὐσεβὲς Ὀρθόδοξο Πλήρωμα τὴν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς πρὸς τὸν Γάμο καὶ τὴν Ἱερωσύνη, πρὸς καταρτισμὸν τῶν νεωτέρων, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἐνσυνείδητο Ὀρθόδοξο Πλήρωμα (Κλῆρος καὶ Λαὸς) εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ φανερώση τὴν Κρίση τοῦ Θεοῦ ὡς πρὸς τὸ ἐὰν ἡ Σύνοδος εἶναι Ἁγία ἢ Λῃστρική.
Μὲ αὐτή, λοιπόν, τὴν προοπτικὴ ἀναπτύσσουμε τὸ θέμα, «πρὸς τὸν
καταρτισμὸν τῶν ἁγίων, πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ».
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας θεωρεῖ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου ὡς τὴν
σπουδαιότερη ὑπόθεση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπέλεξε τὴν ἔγγαμη ὁδό, τὴν σπουδαιότερη μετὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Καὶ αὐτό, γιατί ἂν ἡ μοναδική καὶ ἀποκλειστική σχέση δύο ἑτεροφύλων ἀνθρώπων καλλιεργηθῆ μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, πραγματοποιεῖται ὁ σκοπός τοῦ ἐγγάμου ἀνθρώπου, δηλαδή νὰ ὁλοκληρώση τὴν προσωπικότητά του καὶ νὰ νοιώση, πραγματικά καὶ ὄχι μόνο συναισθηματικά, ριζωμένος στὸν Θεό. Γι᾽ αὐτό, τὸ θέμα δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν εἶναι λελυμένο γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ δὲν συζητεῖται. Εἶναι ἱεροσυλία καὶ μόνη ἡ ἀπόπειρα συζητήσεως, ὅταν αὐτὴ ἀποσκοπεῖ στὴν ἐξεύρεση μιᾶς νέας λύσεως. Το συζητοῦμε -ὅπως προείπαμε-γιά τήν ἐνημέρωση τῶν ἀγνοούντων ἀλλά καί γιά νὰ διατρανωθῆ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἠχηρά καὶ ἐπίσημα, ὅτι ἀπαγορεύεται ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὁ δεύτερος γάμος τῶν κληρικῶν ὡς ἀντιχριστιανικὴ καὶ βέβηλη πράξη, ὡς αἰτία βαρυτάτου σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν, ὡς «ἔργῳ» διαφθορά τῆς συνειδήσεως
τῶν πιστῶν καὶ χειραγώγησή τους πρὸς ἀθέτηση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, δεδομένου ὅτι στὸ προκείμενο θέμα δὲν ἔχουμε μόνο τὴ δέσμευση τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀλλὰ καὶ τὴν κατηγορηματική δέσμευση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅλοι πὼς ὑπάρχουν ὅρια αἰώνια, τὰ ὁποῖα, ἂν τὰ ξεπεράσουμε, βρισκόμαστε «ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ». Καὶ κάτι ἀκόμη πολύ σημαντικό: Ὅσοι ξεπέρασαν ἢ ἐπιθυμοῦν διακαῶς νὰ ξεπεράσουν τὰ
αἰώνια καὶ ἀπαρασάλευτα ὅρια, ποὺ ἔθεσε ὁ Θεός, καὶ δὲν ἐγκαταλείπουν τὴν ἱερωσύνη ἀλλὰ θέλουν νὰ μένουν γαντζωμένοι σ’ αὐτὴν καὶ νὰ τὴ συρρικνώνουν στὰ ὅριά τους, αὐτοὶ ἔχουν χάσει πρὶν ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο τὴ λογική καὶ τὴν αἰδῶ τους.
Ὁ μοναδικός γάμος εἶναι ἐπιταγή τῆς Ἁγ. Γραφῆς
Ὁ ἕνας καὶ μοναδικός γάμος τῶν κληρικῶν εἶναι ἐπιταγή τῆς Ἁγίας
Γραφῆς: «Μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ» πρέπει νὰ εἶναι ὁ κληρικός –γράφει ὁ Θεὸς διὰ χειρὸς τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου– καὶ μάλιστα ὁ κληρικὸς καὶ τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης, ἐφ’ ὅσον προτρέπονται καὶ οἱ Διάκονοι νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν ἐπιταγὴ αὐτή: «Διάκονοι ἔστωσαν μιᾶς γυναικὸς ἄνδρες, τέκνων καλῶς προϊστάμενοι καὶ τῶν ἰδίων οἴκων» (1 Τιμ., 3, 2-12). Αὐτή ἡ ἐπιταγή, λοιπόν, δὲν εἶναι διαπραγματεύσιμη. Δὲν συζητεῖται. Ὅποιος μπορεῖ, τὴν ἀντέχει, ἢ μᾶλλον ὄχι μόνο τὴν ἀντέχει ἀλλὰ ὁ τίμιος καὶ ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἐπιταγή θὰ τὴν ἐθέσπιζε,
θὰ τὴν ὅριζε στὸν ἑαυτό του, γιατί ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μονοθέσια, ζητάει τὴν ἀποκλειστικότητα καὶ τὴ μοναδικότητα στὴ σχέση τοῦ γάμου, γιατί μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴν μοναδική καὶ ἀποκλειστική σχέση θὰ ἀσκήση ὁ ἄνθρωπος τὸ ἐρωτικό στοιχεῖο τῆς ψυχῆς του, ὥστε αὐτὸ νὰ μπορέση νὰ στραφῆ σωστά καὶ ὁλοκληρωτικά στὸν Θεό. Ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς γάμος τῶν κληρικῶν εἶναι μονόδρομος, γιατί μόνο ὁ πρῶτος γάμος εἶναι μυστήριο. Μόνο ὁ πρῶτος γάμος τελεῖται μέσα στὴ Θεία Λειτουργία καὶ μόνο μὲ τὸν πρῶτο γάμο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταλαμβάνη ἀνεμπόδιστα.
Ὁ δεύτερος γάμος ἀνήκει στὴν Παλαιά Διαθήκη, εἶναι ἔκπτωση, εἶναι
παραχώρηση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐξ ἄλλου, γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, λόγω τῆς ἀνωριμότητος ποὺ δείχνουν, τελοῦντες δεύτερο γάμο, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱ. Κανόνες, ἔχουν ἐπιτίμιο. Ἄν, λοιπόν, ἰσχύση ἡ παραχώρηση τοῦ δευτέρου γάμου ὄχι μόνο γιὰ τοὺς λαϊκούς, ποὺ δὲν ἔχουν πνευματικὴ ὡριμότητα, ἀλλὰ ἰσχύση καὶ γιὰ τοὺς κληρικούς, τότε ποῦ καὶ πότε θὰ ἰσχύση ἡ “ἀκρίβεια” τῆς Ἐκκλησίας μας; «Ἐάν τὸ φῶς τὸ ἐν ἡμῖν (δηλαδή ἡ ἱερωσύνη) σκότος ἐστὶ (δηλαδή κατάπτωση) τὸ σκότος πόσον»; Θὰ πρέπει, τελικά, νὰ ἀναζητήσουμε τὰ Χερουβείμ καὶ τὰ Σεραφείμ, γιὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὴν “ἀκρίβεια”; Καὶ ὕστερα, μὲ «τὶ μοῦτρα» θὰ
διδάσκουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μένουν πιστοί στὸν πρῶτο γάμο τους, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας δὲν τὸν σέβονται;
Ἐκκλησιαστικὴ “οἰκονομία” ἀλλὰ ὄχι... παραοικονομία!
Μὲ βαρειὰ καρδιὰ ἀναφέρομαι στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὸ ὑπὸ συζήτηση θέμα καὶ αὐτὸ γιατί, ὅπως προείπαμε, ἡ συζήτηση εἶναι τόσο ἐξωφρενική, τόσο ἐξόφθαλμα ἀντιχριστιανική, ποὺ μοιάζει μὲ ἱεροσυλία ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα προσκομίσεως θεολογικῶν καὶ πνευματικῶν ἐπιχειρημάτων, γιὰ νὰ καταδειχθῆ ἡ αλήθεια. Ὅμως, τολμῶ νὰ ἀναφερθῶ στὴν ΣΤ´ Οἰκουμενική Σύνοδο καὶ ἰδιαιτέρως στὰ διακηρυχθέντα στὸν Γ´ Ἱερὸ Κανόνα της, γιατί ἀποδίδουν συνοπτικὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, θέτουν τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας καὶ φράσσουν κάθε ἀνόητο καὶ βέβηλο στόμα. Καταθέτω τὴν ἑρμηνεία τοῦ Γ´ Κανόνος στὴν ἁπλούστερη γλῶσσα, ὅπως τὴν συνέταξε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης:
«Οἱ Πατέρες τῆς παρούσης Συνόδου καὶ τὸ γινόμενον τότε κακόν
διορθούμενοι καὶ πρὸς τὸ μέλλον ἀσφαλιζόμενοι, τὸν παρόντα οἰκονομικόν Κανόνα ἐξέδωσαν, ἐπειδὴ γὰρ ὁ Βασιλεύς παρεκάλεσεν αὐτοὺς νὰ καθαρίσουν τοὺς τότε ἱερωμένους ἀπὸ τὰς ἀκαθαρσίας τῶν ἀθέσμων γάμων καὶ παρανόμων, εἰς τοὺς ὁποίους περιέπεσαν. Καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος οἱ τοῦ Ρώμης τοποτηρηταὶ ἐπρότειναν νὰ φυλαχθῇ ἡ ἀκρίβεια τῶν Κανόνων εἰς αὐτούς, ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο, οἱ ὑπό τὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἐπίσκοποι ἔλεγαν νὰ γένη συγκατάβασις καὶ φιλανθρωπία εἰς αὐτούς, αὐτοὶ συγκεράσαντες ὁμοῦ καὶ τὰ
δύο, τὴν ἀκρίβειαν, λέγω, μὲ τὴν συγκατάβασιν (καὶ μάλιστα διατὶ πολὺ πλῆθος τῶν τότε Ἱερωμένων εἰς τοιούτους περιέπεσαν γάμους ἐξ ἀγνοίας), διὰ τὴν παρακάλεσιν τοῦ βασιλέως, ὥρισαν, ὅτι, ὅσοι μὲν ἱερωμένοι δευτεροϋπανδρευθέντες, ἔμειναν ἀμετανόητοι ἕως τοῦ καιροῦ τῆς Συνόδου ταύτης, καὶ δὲν ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τοὺς παρανόμους γάμους, οὗτοι νὰ καθαιροῦνται παντελῶς, καὶ λαϊκοὶ νὰ γίνονται. Ὅσοι δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου δίγαμοι Ἱερωμένοι, Πρεσβύτεροι δηλαδή, ἢ Διάκονοι, πρὸ τοῦ νὰ γένη ἡ Σύνοδος μετενόησαν καὶ ἐχώρισαν ἀπὸ λόγου των τὸν παράνομον γάμον αὐτόν, ἢ καὶ μὲ
τὸ νὰ ἀπέθαναν αἱ δεύτεραι γυναῖκες των, ἐπεστράφησαν εἰς σωφροσύνην καὶ μετάνοιαν, οὗτοι, λέγω, ἐκρίθη εὔλογον νὰ παύουσι μὲν ἀπὸ τοῦ νὰ ἱερουργῶσι τὰ τῆς ἱερωσύνης ἕως εἰς ἕνα διωρισμένον καιροῦ διάστημα, νὰ μετέχουσι δὲ τὴν ἔξω τοῦ βήματος τιμήν τῆς μετά τῶν ἱερωμένων καθέδρας καὶ στάσεως,
προσκλαίοντες εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ συγχωρηθῆ τὸ ἐξ ἀγνοίας αὐτῶν ἀνόμημα, καὶ μηδένα εὐλογοῦντες. Διότι δὲν εἶναι πρέπον νὰ δίδη εὐλογίαν εἰς ἄλλους ἐκεῖνος ποὺ χρεωστεῖ νὰ ἰατρεύη διὰ μετανοίας τὰς πληγάς τῆς ψυχῆς του... Πλὴν τοῦτο νὰ γένη ἀφ’ οὗ χωρίσουν τὰ παράνομα συνοικέσια». (Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1970, σελ. 222)
Τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφές: Οἰκονομεῖ τοὺς κληρικοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἄγνοια προχώρησαν σὲ δεύτερο γάμο, νὰ διατηρήσουν τὴν Ἱερωσύνη τους μετά ἀπὸ ἐπιτίμιο καὶ μετάνοια, ὑπό τὴν ἀπαραίτητη, ὅμως, προϋπόθεση νὰ χωρίσουν ἀπὸ τὸν ἄθεσμο δεύτερο γάμο τους. Καὶ αὐτά, βεβαίως, ἴσχυσαν κατά τὸ παρελθόν, γιὰ νὰ οἰκονομήσουν τοὺς πρὸ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξ ἀγνοίας παρεκτραπέντας κληρικούς. Σὲ καμμιὰ περίπτωση δὲν
ἰσχύουν σήμερα καὶ μάλιστα σὲ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο ἄγνοια τοῦ πράγματος δὲν ἔχουν, ἀλλὰ ἀνερυθρίαστα, χωρίς τσίπα καὶ στοιχειώδη φιλοτιμία γιὰ τὸν σκανδαλισμὸ ποὺ προκαλοῦν στοὺς πιστούς, διεκδικοῦν σὰν ἀναφαίρετο καὶ ἀπόλυτα δίκαιο αἴτημά τους τὸν ἄθεσμο δεύτερο γάμο! Οἱ κληρικοί αὐτοί ἔχουν τὸ... κουράγιο(!) νὰ ὑψώνουν σὰν σημαία ἕνα ἐπιχείρημα–κουρέλι: «Ἐμεῖς δὲν ἐπιλέξαμε νὰ γίνουμε ἄγαμοι κληρικοί. Βρεθήκαμε στὴ θέση τοῦ ἀγάμου εἴτε λόγῳ χηρείας, εἴτε γιατί μᾶς ἐγκατέλειψε ἡ γυναῖκα μας». Καί, λοιπόν; Τὶ πρέπει νὰ γίνη; Νὰ συρρικνωθῆ ἡ Ἱερωσύνη στὰ
μέτρα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔχει τὴν πνευματικὴ λεβεντιὰ οὔτε ἑνὸς ἁπλοῦ εὐσεβοῦς λαϊκοῦ γιὰ νὰ ξεκαθαρίση στὸν ἑαυτό του –προτοῦ ἀκόμη γίνη κληρικὸς– ὅτι γι’ αὐτὸν ὁ γάμος θὰ κλείση ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα μὲ τὴν πρώτη του γυναῖκα;
Τὶ εἴδους ἀγάπη εἶναι αὐτὴ ποὺ εἶχε στὴν πρώτη του γυναῖκα ὥστε μὲ τὸ θάνατό της νομίζει ὅτι ὅλα τέλειωσαν μεταξύ τους; Ἰσχύει τελικά καὶ ἐδῶ τὸ «ὁ γάϊδαρος ἐψόφησε τέρμα ἡ κολυγιά μας»; Ὁ γάμος δὲν εἶναι Μυστήριο; Τὸ Μυστήριο τελειώνει μὲ τὸ θάνατο; Αὐτὰ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας ἢ ἐμεῖς καταντήσαμε τὴν Ἐκκλησία μας συντεχνία τοῦ χειρίστου εἴδους μὲ κανόνες καὶ ρυθμίσεις ἀνθρώπων πολὺ χαμηλῆς πνευματικῆς ὑποστάθμης; Ὅσο γιὰ κείνους ποὺ χώρισαν τὶ νὰ εἰποῦμε; Ζητοῦν καὶ τὰ ρέστα ἄνθρωποι ποὺ προχώρησαν στὸ γάμο τους χωρίς νὰ ἐξετάσουν ποιὸν ἄνθρωπο νυμφεύονται ἢ χωρίς διάθεση ἐκ μέρους τους νὰ προσεγγίσουν ψυχικὰ τὴν γυναῖκα μὲ τὴν ὁποία συνέδεσαν τὴν ζωή τους ἢ χωρίς διάθεση ἐκ μέρους τους
νὰ ἀλλάξουν κάτι ἀπὸ τὸν κακό ἑαυτό τους. Ζητοῦν τὰ ρέστα (δηλαδή δεύτερο γάμο) ἄνθρωποι ποὺ δὲν διάβασαν ποτὲ ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ κριτήρια γιὰ νὰ ἐπιλεγῆ κάποιος ὡς ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ νὰ «προΐσταται καλῶς τοῦ ἰδίου οἴκου»!
Ἡ λύση ὑπάρχει. Ὅποιος ἀπὸ μᾶς –δὲν ἐξαιρῶ τὸν ἑαυτό μου γιατί καὶ ἐγὼ αὔριο μπορεῖ νὰ παραφρονήσω– δὲν ἔχει τὰ κότσια νὰ ἀνταποκριθῆ στοιχειωδῶς στὶς ὑποχρεώσεις τῆς Ἱερωσύνης (γιατί τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμε ὑπάγεται στὰ στοιχειώδη), τότε πρέπει νὰ ξέρη ὅτι ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ ποίμνιο δὲν τὸν χρειάζονται.
Ὁ κόσμος δὲν χρειάζεται ρασοφοροῦντες ἀνθρώπους ἀλλὰ ποιμένες,
διδασκάλους, παραδείγματα. Ἂν δὲν μποροῦμε, ἂς ἀφήσουμε τὴν Ἱερωσύνη, γιατί ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς γάμος καὶ τὸ ἂν μποροῦμε νὰ τὸν βαστάσουμε σωστὰ εἶναι πολὺ μικρὸ κριτήριο γιὰ τὸ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ χειροτονηθοῦμε Ἱερεῖς. Ὡς πρὸς τὸ βιοποριστικό πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ συζητοῦμε, ἐφ’ ὅσον προτιμήσουν νὰ ἀφήσουν τὴν Ἱερωσύνη ἀντὶ τὸν δεύτερο γάμο, αὐτὸ, καὶ μόνο αὐτὸ, ἂς γίνη ἀντικείμενο μελέτης τῆς Ἱ. Συνόδου καὶ πιστεύουμε πὼς ἔχει
τὸν τρόπο ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα γιὰ νὰ τὸ λύση.
Ἄν, τελικά, ἡ μέλλουσα Σύνοδος υἱοθετήση εἰσηγήσεις, ὅπως αὐτές τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ και θεσμοθετήση ἄθεσμα, ἀτιμάζοντας τόν Γάμο καί ἀθετώντας τήν Οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν Ἁγία Γραφή, τότε θά ἔχη τα τραγικά ἀποτελέσματα πού προέβλεψε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «Σχίσματα καί αἱρέσεις καί διαφόρους ἄλλας συμφοράς. Αὐτό εἶναι ἡ βαθεῖα μου αἴσθησις καί πλήρης ὀδύνης ἐπίγνωσις »!

Πρωτοπρεσβύτερος
Βασίλειος Ε. Βολουδάκης

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Όλα τα τάγματα, των απ’ αιώνος Αγίων, Προφητών, Αποστόλων, Πατριαρχών, Μαρτύρων, Οσίων, έλαβον Χάριτας και δόξας από τον επουράνιον Θεόν, διά τας αρετάς τας οποίας είχον, ποτέ όμως δεν έφθασαν να λάβουν εκείνας τας Χάριτας τας οποίας έλαβεν η Θεοτόκος από τον Υιόν της και Θεόν. Η Παναγία Παρθένος έλαβεν όχι μόνον όλας τας Χάριτας τας οποίας όλοι ομού οι Άγιοι έλαβον και τας οποίας ουδείς εξ όλων των άλλων Αγίων ηξιώθη να λάβη, αλλ’ επί πλέον έλαβε και έν ακόμη πρωτάκουστον χάρισμα, το να υψωθή επάνω από όλην την υπεξούσιον κτίσιν του Βασιλέως των βασιλέων, να γίνη δηλαδή Βασίλισσα πάσης της κτίσεως και Μήτηρ του μονογενούς Υιού του Θεού.

Χαίρε λοιπόν, Θεόνυμφε Μαριάμ, πορφυρογέννητε Βασίλισσα των Αγγέλων. Χαίρε, αργυροχρυσόχοε κρίνε της καθαρότητος. Χαίρε, ευανθέστατε Παράδεισε μακαρίων ηδονών. Χαίρε, παστάς χρυσοπόρφυρε του Ουρανίου Νυμφίου. Χαίρε Σύ, ήτις ως βασιλικόν βλάστημα εκ της ρίζης του Ιεσσαί γεννημένη από άκαρπον κοιλίαν, πρώτον είδες το φως της μακαριότητος, από το φως του Ηλίου, πρώτον εστάθης πολίτισσα του ουρανού με την ψυχήν, παρά πολίτισσα της γης με το σώμα, πρώτον θυγάτηρ του προαιωνίου Πατρός, παρά του Ιωακείμ και της Άννης, και πρίν να πατήσης την γην, κατεπάτησες την κεφαλήν του ιοβόλου δράκοντος. Χαίρε Σύ, ήτις με θαυμάσιον τρόπον συλληφθείσα από άγονον μήτραν, έλαμψας εις την κοιλίαν της Μητρός, ως μαργαρίτης εις κόχλον. Εγεννήθης ως όρθρος, στολισμένη με άνθη ουρανίων αρετών, ηύξανες ως Ήλιος, στεφανωμένη με τας ακτίνας της θείας Χάριτος, και έζησες ως φοίνιξ, μονοφυές θαύμα της φύσεως εν γεννητοίς γυναικών. Χαίρε Σύ, ήτις μόνη από όλας τας γυναίκας κατηξιώθης να γίνης Μήτηρ του Θεού και να βαστάσης εις τον κύκλον της καθαράς Σου γαστρός Εκείνον, ο Οποίος εις την παντοδύναμον παλάμην Του βαστάζει όλον τούτον τον οικουμενικόν κύκλον.

Κηρύττομεν λοιπόν, ω ευλογημένη Παρθένε, όλη ψυχή και καρδία τα μεγαλεία Σου ταύτα τα μεγάλα και ασύγκριτα. Κηρύττομεν τας απείρους Σου αρετάς και τας ανεκλαλήτους χάριτας, τας οποίας εχαρίσατο εις Σε το Πνεύμα το Άγιον. Κηρύττομεν την ταπείνωσιν και την υπακοήν, με την οποίαν ελάλησας σήμερον προς τον Γαβριήλ το « Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρημά σου» ( Λουκ.Α:38), και δια την οποίαν ταπείνωσιν, βλέποντές Σε σήμερον νοερώς αναβιβαζομένην επάνω εις τον υψηλότατον θρόνον του Υιού Σου, στεφανωμένην Βασίλισσαν Αγγέλων τε και ανθρώπων, τρέχομεν όλοι με ευλάβειαν και πόθον και προσκυνούντες την Βασιλείαν Σου, δοξολογούμεν και λέγομεν: «Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν».

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

«Εγκώμιον εις την Παναγίαν» -- Του μακαριστού Αρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου.

Η Θεοτόκος είναι το σπουδαιότερο και Αγιώτερο πρόσωπο, που παρουσίασε η γη. Ποία άλλη ξεπέρασε στην αγιότητα όλους τους Αγίους, τους Προφήτας, τους Πατέρας, τους Ασκητάς, τους Μάρτυρας και τους Αποστόλους; Είπαν, βεβαίως, μερικοί προτεστάντες ότι, ο Πρώτος μετά τον Ένα (τον Χριστόν), είναι ο Απόστολος Παύλος. Όχι! Κάνουν λάθος. Πρώτη μετά τον Θεόν Ένα είναι η Παναγία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος. Αυτή είναι, κατά τον Άγιον Ανδρέα Κρήτης, η «μετά Θεόν, Θεός». Γι΄ αυτό και δεν ονομάζεται απλώς Αγία, αλλά Παναγία. Η Αειπάρθενος είναι η γυνή, «εξ ης πηγάζει τα κρείττω». Διότι είναι η Ευεργέτις όλου του ανθρωπίνου Γένους. Χάρις στην ιδική Της αρετή, επεσκέφθη την γη ο Ύψιστος Θεός και εσώθη ο κόσμος. Κανένας άλλος απόγονος της Εύας δεν ευεργέτησε τόσο την ανθρωπότητα, όσο η στοργική Αυτή Μητέρα του Θεού. Υπέφερε Αυτή και ταλαιπωρήθηκε για την σωτηρία ολοκλήρου της ανθρωπότητος. Αυτή είναι και ευεργέτις του κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού προσωπικά. Ποιος πιστός Ορθόδοξος δεν ωφελήθηκε από την Θεοτόκο; Ποιος Χριστιανός στα βάσανά του δεν έτρεξε σ΄ Αυτή και δεν βοηθήθηκε θαυματουργικά; Σ΄ Αυτή δεν καταφεύγουμε περισσότερο και από την μητέρα μας; Στα βάσανα που μας κτυπούν, «Παναγία μου»! δεν φωνάζουμε; Παναγία μου! φωνάζει ο ναυτιλλόμενος μέσα στην αγριεμένη θάλασσα, όταν βλέπη, απειλητικά, τα πελώρια κύματα, έτοιμα να τον καταποντίσουν. Παναγία μου! φωνάζει η πονεμένη μάνα κοντά στο κρεβάτι του ψυχορραγούντος παιδιού της, που το απήλπισαν οι γιατροί. Παναγία μου! ο στρατιώτης, όταν του έρχονται βροχή οι σφαίρες και κυκλώνεται από τους εχθρούς και κινδυνεύει να πιαστή αιχμάλωτος. Παναγία μου! το πεινασμένο ορφανό, που το θερίζει η πείνα και τρέμει από το κρύο. Παναγία μου! ο οικογενειάρχης, που δεν μπορεί να θρέψη τα παιδιά του. Παναγία μου! έλεγε  ο Ηράκλειος, όταν πολεμούσε εναντίον των Περσών και ελευθέρωνε τον Τίμιο Σταυρό. Παναγία μου, βοήθα την Ελλάδα μας και τούτη τη φορά, παρακαλούσε ο Κολοκοτρώνης στον κίνδυνο του Δράμαλη, όταν εγκαταλείφθηκε μόνος του. Παναγία μου! φωνάζει η κόρη, Παναγία μου! η παντρεμένη, Παναγία μου! η διαζευγμένη. Παναγία μου! ακούς παντού, από καλύβες και μέγαρα, από τρώγλες και ανάκτορα, από εργοστάσια και ουρανοξύστες, από χωριά και πόλεις, από ερημικά ασκητήρια και πολυθόρυβα πολεμικά στρατόπεδα. Και γιατί όχι;Ποια άλλη στον κόσμο μας συντρέχει τόσο, όσο η Παναγία;Αυτή είναι η Μάνα όλων μας. Γι΄ αυτό και μεις Αυτήν τιμούμε, Αυτήν αγαπούμε, Ναούς και εξωκκλήσια, Μονές και Λαύρες, προσκυνητάρια και Μητροπόλεις, σ΄ Αυτήν τ΄ αφιερώνουν οι άνθρωποι. Τα μεγαλοπρεπέστατα οικοδομήματα στο Όνομά Της τα κτίζουν. Οι Ναοί Της κοσμούν τις κεντρικώτερες πλατείες των μεγαλοπόλεων και τις καλλίτερες τοποθεσίες των εξοχών. Εις Αυτήν οι αγιογράφοι αφιερώνουν τις ωραιότερες βυζαντινές εικόνες και οι υμνογράφοι τα αριστουργήματα της εκκλησιαστικής υμνωδίας. Οι ψαλμωδοί και οι συνθέτες δημιουργούν τις περιπαθέστερες και λυρικώτερες ψαλμωδίες τους, οι δε καλλιτέχνες συνθέτουν τα πλέον υπέροχα δημιουργήματά τους για την Αειπάρθενο. Πέρασαν από τον πλανήτη μας, αυτοκρατόρισσες δοξασμένες, καλλονές φημισμένες. Εμεσουράνησαν προς στιγμήν. Έγινε πολύς θόρυβος γύρω από το όνομά τους. Αλλά σε λίγο έπεσαν στην αφάνεια και ξεχάστηκαν δια παντός. Ποιος τις ξέρει και ποιος τις ενθυμείται σήμερα; Κανείς! Την Παναγία όμως ποιος την αγνοεί; Και ποιος πιστός δεν την επικαλείται; Την ξέρουν οι γραμματισμένοι, την τιμούν και οι αγράμματοι. Την σκέπτονται οι τρανοί, Την επικαλούνται και οι «εν ανάγκαις». Φέρτε μου, σας παρακαλώ, έναν που να μη έχει ακούση το Όνομά Της. Θα βρης την Εικόνα Της παντού. Στο κάθε σπίτι, πιθανόν να μη βρης την φωτογραφία των γονέων τους, ίσως να τρώνε χωρίς λάδι το φαγητό από την φτώχεια. Το καντήλι, όμως, της Παναγίας θα το βρήτε να καίη ακοίμητο. Γιατί; Διότι η Παναγία έζησε και ευεργέτησε τους Πατέρες μας και εμάς. Και σήμερα είναι κοντά μας και θα είναι μέχρι της συντελείας των αιώνων. Άπειρα υπήρξαν και είναι τα θαύματά Της. 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ

«…Στερέωσον Κύριε την Εκκλησίαν, ην εκτήσω τω τιμίω Σου αίματι». Εκκλ. Υμνογραφία.


Εις την άστατον φοράν των εγκοσμίων πραγμάτων, εις την κενότητα του παρόντος τραγικού, των ανθρώπων βίου, εις την κοιλάδα ταύτην του κλαυθμώνος, προβάλλει, ως υπερκόσμιός τις θεία αποκάλυψις, η αγία Εκκλησία μας. «Ωραία και καλή ως ευδοκία, ωραία ως Ιερουσαλήμ, θάμβος ως τεταγμέναι», η Εκκλησία, «οι οφθαλμοί αυτής ως περιστεραί επί πληρώματα υδάτων», μεταποιεί εις εαυτήν πνευματικώς τας ανθρωποπρεπείς της ασματιζούσης νύμφης αισθητικάς παρομοιώσεις. «Ως πύργος Δαβίδ», η Εκκλησία, ωκοδομημένος επί την πέτραν της πίστεως· «χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ’ αυτόν, πάσαι βολίδες των δυνατών». «Κνήμαι αυτής στύλοι μαρμάρινοι, τεθεμελιωμένοι επί βάσεις χρυσάς», «ως σπαρτίον κόκκινον χείλη της και η λαλιά της ωραία». «Πλόκιον κεφαλής της ως πορφύρα». 
                                                                                                                                      
 Και ότε εξήλθεν από τον παγετόν της ανυπαρξίας της και, διασχίσασα τα ερέβη της αγνοίας, ενεφανίσθη εις το προσκήνιον της ανθρωπίνης ιστορίας τη αγία Πεντηκοστή, οι άγγελοι δια την τοιαύτην της Εκκλησίας πολυποίκιλον σοφίαν και αίγλην, διαπορούντες επεφώνουν εν χαρά: «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος; Τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής – Χριστόν;».                                                                                                                                                     
Η αγία Εκκλησία μας είναι ο ακόρεστος έρως μας και ο μαρτυρικός σταυρός μας. Δια την αγάπην της «φυλάσσομεν οδούς σκληράς», και δια την δόξαν της «εγενήθημεν ως πρόβατα σφαγής». «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων» την Εκκλησίαν, εις ημάς διαβαίνουν, και οι λυμαινόμενοι αυτήν ημάς σπαράσσουν. Ως Μήτηρ στοργική μας κυοφορεί εις την ιεράν κολυμβήθραν, μας «ωδίνει έως ου μορφωθή εν ημίν ο χριστός», και «ως αρτιγέννητα βρέφη μας ποτίζει το λογικόν γάλα» της πίστεως προς αύξησιν, «ίνα φθάσωμεν εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος Χριστού». Εν όψει κινδύνου, η Εκκλησία μας «επισυνάγει ως όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας». Εις την μητρικήν της Εκκλησίας ανησυχίαν αναφέρονται μυστικώς τα λόγια του Προφητάνακτος: «Ει εισελεύσομαι εις σκήνωμα οίκου μου, ει αναβήσομαι επί κλίνης στρωμνής μου, ει δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν, έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω».
Εντός του ιερού χώρου της Εκκλησίας ευρίσκει η ψυχή την τελείαν ειρήνην. Διότι είναι αντίτυπος του εν Εδέμ πνευματικού Παραδείσου, αρδευομένου από τους κυκλούντας άπασαν την γην ποταμούς της Χάριτος. Η Εκκλησία επέχει την θέσιν της παρθενικής νύμφης και του νυμφίου ο Χριστός. Η αριστουργηματική αυτή εικών ανήκει εις τον νυμφαγωγόν Απόστολον Παύλον: «ηρμοσάμην γαρ υμάς ενί ανδρί παρθένον αγνήν παραστήσαι τω Χριστώ». Και επιλέγει, «μέγα το μυστήριον τούτό εστιν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και την Εκκλησίαν». Η πιστή ψυχή διατελεί εν αδιαλείπτω αγώνι, ίνα «παραστήση εαυτήν καθαράν, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα», διο και ο θείος Παύλος φοβείται «μήπως ως ο όφις Εύαν εξηπάτησεν εν τη πανουργία αυτού, ούτω φθαρή τα νοήματα ημών από της απλότητος της εις Χριστόν». Εις την Εκκλησίαν, ο μη υπ’ ανθρώπων αγαπώμενος ευρίσκει ανεξάντλητον αγάπην. Ο απεγνωσμένος φωτίζεται από την «ελπίδα, ήτις ου καταισχύνει». Εκείνος, όστις πονεί, παραμυθείται. Ο ράθυμος διεγείρεται εις εργασίαν. Ο αμαθής πληρούται γνώσεως. Ο πεπτωκώς ανεγείρεται, ο κάτω νεύων υψούται, ο οργίλος πραϋνεται, ο λύκος ημερούται εις αρνίον, η πόρνη σωφρονεί, ο άσωτος επιστρέφει, ο ληστής θεολογεί, ο διώκτης γίνεται Απόστολος, ο χοϊκός αποκτά πνεύμα, ο έρπων πτερούται. Προς τους εν τω κόσμω σοφούς η Εκκλησία διδάσκει την υπερτάτην και αιωνίαν σοφίαν. Τον διανοητικόν άνθρωπον τον καθιστά πνευματικόν, τους περί τα γήϊνα μόνον τυρβάζοντας ανέλκει εις τον ουρανόν. Χωρίς την Εκκλησίαν του Χριστού, ο κόσμος θα διετέλει ακόμη εν «χώρα και σκιά θανάτου». Αι ιεραί εφέσεις θα ενεκρούντο, η αγάπη θα εσβέννυτο, η φιλαδελφία θα ήτο άγνωστος, η συγγνώμη έννοια ασύλληπτος, η ταπείνωσις παραδοξολόγημα. Άνευ Εκκλησίας δεν θα είχαμεν πνεύμα ζωοποιούν, πνεύμα σοφίας και δυνάμεως. Δεν θα υπήρχε Χάρις, δεν θα εδίδετο άφεσις αμαρτιών. Αι ελπίδες δεν θα εξανθούσαν και θα παρεμένομεν τέκνα του παλαιού Αδάμ, απηλλοτριωμένοι του Θεού. ενώ δια της Εκκλησίας έσχομεν την εν Χριστώ υιοθεσίαν, εγίναμεν «συμπολίται των αγίων» και οικείοι του Θεού.                                                                           
Ένα δάκρυ πιστού έλκει την προσοχήν των ουρανών. Η προσευχή της ταπεινής ψυχής κάμπτει το θέλημα του Κυρίου. Οάνθρωπος εν Χριστώ είναι «συνεργός» με τον Θεόν—ω της αφάτου του Θεού φιλανθρωπίας—εν τω μέρει της θείας Προνοίας. Η Εκκλησία έχει το «δεσμείν και λύειν», και όσα αν δήση επί της γης, έσται δεδεμένα και εν τω ουρανώ· και όσα αν λύση επί της γης έσται λελυμένα και εν τω ουρανώ. Ό,τι γίνεται δια της Εκκλησίας, ευλογείται και υπό του Θεού. Υπό του αγίου Κυπριανού διετυπώθη το αξίωμα, αλλά δακτύλω θείω προσυπεγράφη: «Extra Ecclesiam nulla salus» (εκτός της Εκκλησίας ουδεμία σωτηρία). Εάν μας καταλάβη χειμών, που θα ζητήσωμεν καταφύγιον; Εις την Εκκλησίαν. Εάν εγερθή σάλος εν τω πελάγει, που θα προσορμισθώμεν; Εις την Εκκλησίαν. Εάν ο ουρανός δεν δώση τον υετόν αυτού, τις θα μεσιτεύση; Η Εκκλησία. Εάν διωγμός επαναστή, που θα οχυρωθώμεν; Εις την Εκκλησίαν. Η Εκκλησία είναι πρώτη εις τους αγώνας. Αι νίκαι της είναι ασφαλείς, διότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Νικά δια της πίστεως, της υπομονής, της μακροθυμίας, της αγάπης, της προσευχής. Πλήττεται, αλλά δεν καταβάλλεται. Διώκεται, αλλά δεν εγκαταλείπεται. Θλίβεται, αλλ’ ου στενοχωρείται. Καταβάλλεται, αλλ’ ουκ απόλλυται. Όσον πολεμείται, τοσούτον λαμπροτέρα αποδεικνύεται. Η Εκκλησία πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Της Εκκλησίας η δύμαμις και η ωραιότης και η αγιότης ουδέποτε εκπίπτουν, διότι η Εκκλησία είναι από την σάρκα και τα οστά του Χριστού. Πρότερον η Εκκλησία ήτο δύσμορφος. Την αγίαν Πεντηκοστήν όμως ανεδύθη εκ των παγερών θαλάμων της ένδοξος και άσπιλος. Όλη κοινώς η Εκκλησία έγινε ναός Θεού ζώντος. Άγγελοι «επιθυμούσι παρακύψαι» εις τα εν τη Εκκλησία τελούμενα. Ο Χριστός την εκάλεσεν, προαιωνίως κεκρυμμένην, ο Χριστός την «ηγόρασε», δια του τιμίου του αίματος, «ως αμνού ασπίλου και αμώμου», ο Χριστός την ηγάπησε και ενυμφεύσατο. «Ο ειπών φως εκ σκότους λάμψαι, ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών», εκάλεσε και την Εκκλησίαν: «Δεύρο από Λιβάνου νύμφη, δεύρο από Λιβάνου· ελεύση και διελεύση απ’ αρχής πίστεως, από κεφαλής Σανείρ και Αερμών, από μανδρών λεόντων, από ορέων παρδάλεων. Τις αύτη η αναβαίνουσα από της ερήμου, ως στελέχη καπνού, τεθυμιαμένη σμύρναν και λίβανον από πάντων κονιορτών μυρεψού».
O άγιος Ιγνάτιος λέγει δια τους Χριστιανούς: «όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη δια της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστι σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις τον Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι». Την ενότητα επαινεί: «ότι το των Εφεσίων Πρεσβυτέριον συνήρμοσται τω Επισκόπω ως χορδαί κιθάρα, δια τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμόν εστιν, εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα Θεού πάντες μετέχουσιν». Και παραινεί: «Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νόσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής. Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσις υπάρχει, σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού». Εν τη Εκκλησία, «αι αμνάδες αι καλαί, τα σεμνά του Λόγου θεσπίζουσαι όργια, χορόν εγείρουσι σώφρονα· ο χορός οι δίκαιοι· ψάλλουσιν αι κόραι, δοξάζουσιν άγγελοι, προφήται λαλούσιν· ήχος στέλλεται μουσικής, δρόμω τον θίασον διώκουσι· σπεύδουσιν οι κεκλημένοι, Πατέρα επιποθούντες απολαβείν».

Εμείς οι Έλληνες έχομεν την ωραιοτέραν Εκκλησίαν. Η Ορθοδοξία μας αποτελεί την πεμπτουσίαν του πνεύματος των Ελλήνων Πατέρων. Παγκόσμιος ούσα η ευρύτης της Ορθοδοξίας, εις ημάς είναι γνώριμος ως Ελληνική, «σαρξ εκ της σαρκός μας και πνεύμα εκ του πνεύματός μας». Τας ευχάς μας απαγγέλλομεν εις την γλώσσαν που συνετάγησαν, με τον αττικισμόν και τας στίξεις. Τους ύμνους μας ψάλλομεν εις τα μέτρα του Πινδάρου. Την θεολογίαν μας μανθάνομεν εις την ρητορικήν απλότητα των Πατέρων. Τα Ευαγγέλια, τους Αποστόλους, τους βίους των αγίων, ακούομεν εις την ελληνικήν, όπως ακριβώς εδίδου το Πνεύμα το Άγιον. Διανοούμεθα ως ο Χρυσόστομος. Θεολογούμεν ως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Δογματίζομεν ως ο Βασίλειος. Ψάλλομεν ως ο Ρωμανός. Τα πάντα υπέταξαν εις μορφάς και ρυθμούς οι Έλληνες Πατέρες. Η αγιογραφία μας είναι ελληνική. Το πνεύμα του Απελλού έδωκε την βυζαντινήν γραμμήν. Ο Πανσέληνος έπλασε την μορφήν. Η Κρητική Σχολή εγέμισε τας Μονάς μας με τον ιερόν εξπρεσσιονισμόν των. Η διακοσμητική και η μουσική της Ανατολικής Εκκλησίας υπήχθησαν εις τον βυζαντινόν ρυθμόν. Τους ναούς μας αρωματίζουν οι χυμοί της ελληνικής διανοήσεως και αισθητικής. Αποκάλυψις, Τέχνη, Διανόησις, είναι η δεσπόζουσα ελληνική τριλογία εις την αγίαν Εκκλησίαν μας. Ο «οίνος» της Χάριτος φυλάσσεται εις «ασκούς» ελληνικούς. Χάριν οφείλομεν τω Θεώ και δια την δωρεάν ταύτην.
Τας μεστάς κατανύξεως αυτάς ημέρας, θα διέλθωμεν πλησιέστερον του «Υιού του ανθρώπου». Και θα «κοινωνήσωμεν» των Παθών Του. Αι ακοαί μας θα κροτηθούν από τα ασταθή ωσαννά του όχλου, και θα θρηνήσωμεν σιωπηλώς σε κάποιο στασίδι την άμετρον αγνωμοσύνην του ιδίου όχλου. Και θα «συσταυρωθώμεν» τω Χριστώ. Όποιος δεν είδε τον Εσταυρωμένον της Ι.Μονής των Ιβήρων του ΙΑ’ αιώνος, με την συνεσπασμένην έκφρασιν της διπλής του οδύνης, και τον Εσταυρωμένον της Ι. Μονής του αγίου Διονυσίου του ΙΕ’ αιώνος, με τον χλωμόν Χριστόν και τας υπερκοσμίους ειρηνικάς και μυστικοπαθείς φωτοσκιάσεις του προσώπου Του, ίσως να μη συνέλαβεν απολύτως τον Χριστόν τρεμοσβύνοντα επάνω εις τον μαρτυρικόν Σταυρόν Του…

…Αλλ’ ότε θα αναγινώσκεται το παρόν άρθρον, οι Ουρανοί θα αιθριάζουν από το φως της Αναστάσεως. Και η αγία Εκκλησία μας θα φαιδρύνεται από τας μελωδίας των χαροποιών ύμνων. Και αι ψυχαί μας, αι Ορθόδοξοι, που πιστεύουν εις την αθανασίαν και λατρεύουν τον Αναστάντα Χριστόν, θα έχουν φωτεινούς χιτώνας. Και θα κρατώμεν τας φαιδράς λαμπάδας της Αναστάσεως, ψάλλοντες εις την «εορτήν των εορτών…».
Και θα μεταλάβωμεν «Σώμα Χριστού» προς μετουσίαν, συνωθούμενοι εν τη Εκκλησία, «έως των κεράτων του θυσιαστηρίου».

Και πάλιν ερώ: χαίρετε, αδελφοί!..

Aθωνικά άνθη

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

«Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι»

Πολλά ελέχθησαν δια την πονηρίαν και το μίσος της Παπωσύνης κατά της Ορθοδόξου Χριστιανωσύνης και ιδία κατά της Ελλαδικής, βάσει ιστορικών αδιαψεύστων γεγονότων. Εκείνο που προκαλεί οργήν και αγανάκτησιν είναι το ότι υπάρχουν Έλληνες Γενίτσαροι, κατά τεκμήριον Ορθόδοξοι οι οποίοι συνδεόμενοι φιλικώς με πρόσωπα του φοβερού θρησκευτικοπολιτικο—οικονομικού Οργανισμού της Παπωσύνης δεν αρκούνται εις τας κοσμικάς των αβρότητας και «χαϊδολογήματα» του πρωτοκόλλου της διεθνούς υποκρισίας, αλλά και προσπαθούν με μια σατανική τέχνη να πείσουν τους συνομιλητάς των Ορθοδόξους ότι δεν μας χωρίζει τίποτε με τους αιρετικούς της Δύσεως και ότι τα λεγόμενα «δόγματα» είναι αποφάσεις φανατικών, που για πολιτικούς λόγους ήγειραν αυτό το φράγμα μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεων! Αλλ΄ επ΄ αυτού τον λόγον έχει η Ιστορία και μάλιστα αι αποφάνσεις των εν Πνεύματι Αγίω συνελθουσών επτά Οικουμενικών Συνόδων, και ξεχωρίζεται η ήρα από τον σίτον, ώστε να αποφεύγεται κάθε είδους πλάνης ως προς τα πιστευτέα και πρακτέα. Η Ιστορία γενικώτερον εμφανίζει την Παπωσύνη αιρετική με θύμα την Ορθοδοξίαν η οποία αμυνομένη, εφήρμοσε την χριστιανικήν αρετήν της ανεξικακίας χωρίς πνεύμα μισαλλοδοξίας, όπως θέλουν οι γενίτσαροι να μας κατηγορήσουν. Και το θλιβερόν τούτο γεγονός της επιβουλής εναντίον της Ορθοδοξίας έχει τονισθή, είπομεν, από την αδέκαστον Ιστορίαν και τονίζεται, ώστε να μη μπερδεύωνται οι Ορθόδοξοι από τα χαμαιλεόντεια τερτίπια των εχθρών της Ορθοδοξίας και μάλιστα των παπικών, που δρουν δια μέσου της Ουνίας με πεισμοσύνην και μεθοδικότητα σατανά, που ούτε ο προτεσταντικός αναρχισμός δεν συνέλαβε τέτοιο σχέδιον στρατηγικής και τακτικής προς άλωσιν της Ορθοδοξίας και διαφθοράς των συνειδήσεων. Μπορεί οι Προτεστάνται να εξεμεταλλεύθησαν τας δοκιμασίας της Πατρίδος μας με το μέσον μιας διαβλητής φιλανθρωπίας, όμως δεν εχρησιμοποίησαν την ατιμίαν του «καμουφλαρίσματος», όπως οι Παπικοί με την Ουνίαν, η οποία είναι μία τρομερά παγίς προς σύλληψιν της αθώας ορθοδόξου περιστεράς, που αγνοεί ότι η Ουνία είναι μία απάτη δια λογαριασμόν της Παπωσύνης. Οι Παπικοί διαπράττουν την ατιμίαν αυτήν της απάτης, δια να εξοντώσουν ανάνδρως τους αντιπάλους των, όπως ένας στρατός, φορώντας την στρατιωτικήν στολήν του αντιπάλου του εν ώρα μάχης προκαλεί σύγχυσιν και τους σφάζει εκ του ασφαλούς αλλ΄ ατίμως και ανάνδρως, είπομεν. Είναι ή δεν είναι έτσι; Ο σκοπός της υπάρξεως της Ουνίας είναι φονικός. Η μεταμφίεσις ανέντιμος. Το φοβερόν ρεύμα του συγκρητισμού, που επάγωσε και τας καρδίας των Ορθοδόξων ευνοεί την προπαγάνδαν των Παπικών εις βάρος μας. Από πού να προφυλαχθή ο Ελληνικός λαός; Από την «δελφικήν ιδέαν» του νεοειδωλολατρισμού; Από το τέρας του Μασωνισμού; Από την χολέρα του Χιλιασμού; Από τον σατανικόν Πνευματισμόν; Από τους «γιόγκι» της αρρωστημένης Ανατολής; Από την νόσον του Οικουμενισμού που εν συνδυασμώ με την μωρίαν ή προδοσίαν Πατριαρχών, Αρχιεπισκόπων, Επισκόπων, και Μοναχών τείνει να γίνη πίστις πολλών με χαλαρωμένην την ορθόδοξον συνείδησιν; Από τους υλοφρονούντας Κληρικούς μας; Από τους εν χλιδή και προκλητικότητι ζώντας ωρισμένους Ιεράρχας μας; Προ μιας τοιαύτης καταστάσεως τελείως απαραδέκτου δια την Πίστιν, οι ολίγοι Κληρικοί και λαϊκοί, ως Σώμα συμπαγές τεταγμένον να φυλάττη την Ιεράν Παρακαταθήκην αλώβητον και απαραχάρακτον, να αναλάβη και να ενεργοποιήση τας ευθύνας του και με την μάχαιραν της Αληθείας να δράση. Να καθαιρεθούν οι προδόται. Να σχηματισθή μέτωπον πολέμου με επικεφαλής τιμίους και εκλεκτούς αντιοικουμενιστάς Ιεράρχας με ανδρείον φρόνημα. Να πυρακτωθή ο ευσεβής Κλήρος και Λαός με την Πίστιν των Πατέρων μας και να δοθή η μάχη κατά των εχθρών της Ορθοδοξίας, μάχη προς συντριβήν των αντιθέων δυνάμεων του σκότους, που μας εκύκλωσαν φονικώς. Επιβάλλεται η επιστράτευσις προς περίσωσιν των θρησκευτικών, ηθικών και πνευματικών μας αξιών, με τας οποίας η Φυλή μας ακτινοβόλησε και εθριάμβευσε εν μέσω τόσον δοκιμασιών και αντιξοοτήτων. Ώρα ημάς εξ ύπνου εγερθήναι! (Ρωμ. ιγ: 11).

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Από το άρθρο του π. Θεοδώρου Ζήση «ΛΟΓΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΡΗΣΙΑΣ» :

… Ο πρωτοσύγκελος του Μητροπολίτου Βενετίας Γενναδίου, τον οποίον επεσκέφθητε εσχάτως, Ναυπάκτιος την καταγωγήν, απεκάλυπτε προ καιρού εις τον γέροντα π. Αρσένιον Κομπούγιαν: «Έχουν συμφωνήσει οι Ορθόδοξοι με την παπική κούρια και έχουν υπογράψει την ένωσιν. Δεν εξαγγέλουν όμως το γεγονός υπολογίζοντας εις τας τυχόν αντιδράσεις του πιστού λαού»

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Ελειψαν οι αγωνιστές, θέριεψαν τα πάθη, συμβιβάσθηκαν οι αξίες, προδόθηκε η ιστορία.

Κάποτε ο Κύριός μας, απέστειλε στον κόσμο τους μαθητές Του να γίνουν «μάρτυρές» Του. Τους ανέθεσε την ιεραποστολή να φέρουν στους ανθρώπους το μήνυμα της ελπίδας και της σωτηρίας. Και αυτοί ανταπεκρίθηκαν. Με λόγια και έργα, με θυσίες και προσφορές, με κινδύνους και διωγμούς. Τους περιφρόνησαν οι άνθρωποι, όταν δεν τους εδίωκαν. Και τους εθανάτωσαν, όταν δεν τους εφίμωναν. Και αργότερα, μετά τους αγίους Αποστόλους, οι άγιοι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Πατέρες, ο χορός των αγωνιστών έδωσαν την μαρτυρία τους. Εφώτισαν τον κόσμο, έμειναν ασυμβίβαστοι με την αμαρτία, ελεγκτικοί της κακίας, ασίγαστοι κήρυκες της αρετής. Και παρέδωσαν στην Εκκλησία αθάνατα πρότυπα μαρτυρικής μαρτυρίας. 

Μας άφησαν μια βαρειά κληρονομιά. Στην εποχή μας όμως οι χριστιανοί φαινόμαστε να έχουμε λησμονήσει αυτό το χρέος. Μένουμε ικανοποιημένοι με μια ατομική ευσέβεια, απονευρωμένη και αδάπανη. Δεν μας κοστίζει σε τίποτε η πίστη μας. ούτε και είμαστε πρόθυμοι να διακινδυνεύσουμε την προσωπική μας ευτυχία για χάριν του Χριστού. Αποδεχθήκαμε τα κοινωνικά κατεστημένα, αποκαταστήσαμε επιφανειακές σχέσεις με τον Χριστό, αδυνάτισε το αγωνιστικό φρόνημα μέσα μας. Σήμερα δεν είμεθα πολλοί  έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της. Γι΄ αυτό και έλειψαν οι αγωνιστές, θέριεψαν τα πάθη, συμβιβάσθηκαν οι αξίες, προδόθηκε η ιστορία. Μικροί και μεγάλοι στην πλειονότητά μας, διακονούμε μια καλόβολη και αποδοτική πίστη, που όμως παραμένει ξένη στις μεγάλες προοπτικές της ειρηνικής επανάστασης, για την αλλαγή του κόσμου. Και όμως σήμερα ο κόσμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει την ανάγκη αυτής της μαρτυρίας μας. Ο κόσμος του παραλόγου, της κατανάλωσης, του υλισμού, της σκληρότητας και της σύγχυσης. Ο κόσμος των φώτων και των ανέσεων, αλλά και του άγχους και της απόγνωσης. Αυτός ο κόσμος ζητάει μια αυθεντική έκφραση ζωής, τη γνησιότητα του ήθους, την προσωποποίηση της αρετής. Ζητάει απεγνωσμένα τη σανίδα της σωτηρίας του από τον κατακλυσμό του χαλασμού, από την κόλαση της απομόνωσης. Ζητάει την κοινωνία της αγάπης και της συμπόνοιας, τη κοινωνική δικαιοσύνη, την ολοκλήρωση του προσώπου, τη μέθεξη της αγιότητας. Ζητάει ακόμη την εμπιστοσύνη, την αλήθεια, τη Ζωή. Κι΄ όλα αυτά του φαίνονται τόσο μακρυνά, τόσο απρόσιτα. Ποιος, αν όχι εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε και μπορούμε να του τα δώσουμε; θα τα δώσουμε όμως;…