Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

«Μείνον μεθ΄ ημών!» (Λουκ. 24: 29) --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Μία γραφική σκηνή
Κλασικός ο πίνακας αποτυπώνει εικαστικά την ειδυλλιακή περιγραφή, που μας χάρισε η γλαφυρή πένα του ευαγγελιστή Λουκά, όπως τη ζωντανεύει μέσα στο λειτουργικό κύκλο το ε΄ εωθινό ευαγγέλιο: Μία μοναδική πορεία μέσα στο καταπράσινο ανοιξιάτικο τοπίο. Οι δύο μαθητές περπατούν σκυθρωποί, θλιμμένοι, ενώ τους πλησιάζει ο Συνοδοιπόρος. Το βήμα των μαθητών βαρύ, αποκαμωμένο. Βαρύτερη η καρδιά τους, απελπισμένη. Βαθύς ο στεναγμός φουσκώνει τα στήθη τους. Παράπονο πικρό ανεβαίνει στα χείλη τους και γίνεται πένθιμος διάλογος.

Δύο από τους εβδομήκοντα
Είναι από εκείνους τους εβδομήκοντα, που γνώρισαν από κοντά τον μεγάλο Διδάσκαλο. Σαγηνεύθηκαν από την ευσπλαγχνία του. Ευεργετήθηκαν από την αγάπη του. Έγιναν μάρτυρες πολλών και θαυμαστών σημείων, τα οποία Εκείνος επιτέλεσε. Είδαν να εκπληρώνονται στο πρόσωπό του οι αρχαίες προφητείες. Πολλά, πειστικά και αναντίρρητα τεκμήρια τους βεβαίωσαν ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας. Γι΄ αυτό τον αγάπησαν αληθινά, τον πίστεψαν και ήλπισαν ότι αυτός θα φέρει τη λύτρωση στο Ισραήλ. Ήρθαν, όμως, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, για να πνίξουν την πίστη τους, να ξεριζώσουν από την καρδιά τους την ελπίδα, να τσακίσουν το φρόνημα, ν΄ αναστατώσουν την ψυχή τους.

Αμφιβολία και φόβος
Το σκάνδαλο ήταν, πράγματι, μεγάλο: Ο αναμάρτητος Ιησούς υψώθηκε σαν κακούργος πάνω στο ατιμωτικό ξύλο του σταυρού. Και είναι ήδη η Τρίτη ημέρα που η βαρειά ταφόπετρα τον έκρυψε από τα μάτια τους. Τώρα πια έπαυσαν να πιστεύουν. Δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν. Δεν απέκαμαν, όμως, να αγαπούν τον Διδάσκαλο. Σκιάζει, ωστόσο, την αγάπη τους το νέφος της αμφιβολίας. Γι΄ αυτό αδυνατούν να αξιολογήσουν την είδηση που τους έφεραν με το χάραμα οι μυροφόρες και επιβεβαίωσαν οι δύο μαθητές, ο Πέτρος και ο Ιωάννης: ο τάφος είναι άδειος! Δεν τους συγκινεί ούτε και του αγγέλου η διαβεβαίωση, που δείχνοντας το «κενόν μνημείον» είπε στις γυναίκες ότι ο Κύριος «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε»! (Μαρκ. 16: 6). Είναι, πράγματι, παράξενα όλα αυτά, αλλά καμμία υποψία ανάστασης δεν γεννούν στο μυαλό τους. Μιλούσαν, βέβαια, οι προφητείες για «παθήματα», τα οποία θα ακολουθήσει «η δόξα», αλλά η δική τους σκέψη συνέδεε τα παθήματα με τον ταλαίπωρο λαό και διψούσε για εγκόσμιες δόξες. Πώς να συλλάβει η γήϊνη σκέψη τους «τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας» (Α΄ Πέτρ. 1: 11); Πώς να αισθανθεί ότι δια του σταυρού έρχεται η χαρά στον κόσμο; Η δική τους προσδοκία επιμένει να ζητά έναν Μεσσία ενδοκοσμικό, που θα ανέσταινε τη βασιλεία του Δαβίδ. Κι ο φρικτός θάνατος του Διδασκάλου, τον οποίο αυτοί πίστεψαν ως Μεσσία, εξανέμισε κάθε τέτοια προοπτική. Φοβισμένοι κι εναγώνιοι για το δικό τους μέλλον μιμούνται τον ένα από τους ένδεκα, τον Θωμά: Εγκαταλείπουν τα Ιεροσόλυμα. Σίγουρα θα ΄ναι πιο ασφαλείς μακριά από την πόλη όπου τόσα θλιβερά συνέβησαν τις τελευταίες μέρες.

Ένας απρόσμενος Συνοδοιπόρος
Φορτωμένοι πόνο και παράπονο πορεύονται προς Εμμαούς. Η αθυμία τους κατακλύζει. Η ανάμνηση των γεγονότων της Ιερουσαλήμ τροφοδοτεί τη συζήτηση και συνεπαίρνει τη σκέψη τους. Ούτε μπορούν να καταλάβουν πως τους πλησίασε ο Συνοδοιπόρος, αυτός ο Ξένος κι Άγνωστος που μπήκε διακριτικά στη συντροφιά τους. Είναι ο Διδάσκαλος, αλλά «εν ετέρα μορφή» (Μάρκ. 16: 12), γι΄ αυτό δεν τον αντιλαμβάνονται. Έχει το ίδιο εκείνο σώμα με το οποίο τον γνώρισαν, το σώμα που προσέλαβε κατά την ενανθρώπηση από την Παρθἐνο Μητέρα του και που φέρει τους πρόσφατους «τύπους των ήλων». Δεν τον αναγνωρίζουν, όμως, διότι «οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο» (Λουκ. 24: 16). Το σώμα του αναστημένου Ιησού γίνεται προσιτό στα ανθρώπινα μάτια μόνο όταν και όσο θέλει. Ωστόσο, από την ώρα που τους πλησίασε ο άγνωστος Συνοδοιπόρος, νιώθουν ένα ξαλάφρωμα στην ψυχή οι δύο συμμαθητές. Τους γλύκανε τη συντροφιά η φωτεινή παρουσία του. Τους άνοιξε την πικραμένη καρδιά το ενδιαφέρον του για το πρόβλημά τους. Τον είχε, σχεδόν, αποπάρει ο Κλεόπας, όταν τους ρώτησε ποιο είναι το θέμα τους. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;»(στ: 18). Νόμιζαν ότι αγνοεί τα δραματικά γεγονότα της Ιερουσαλήμ. Αυτός, που ήταν ο πρωταγωνιστής των γεγονότων. Κι εκείνος απλά αλλά τόσο αυθεντικά έπιασε να τους εξηγεί τις Γραφές. Ω, πως ανέστησε μέσα τους τη νεκρή ελπίδα αυτή η εξήγηση! Η διδαχή του Ξένου λειώνει τον πάγο της απόγνωσης. Θερμαίνει την κρύα, δίχως πίστη καρδιά. Προβάλλει ενώπιόν τους μια καινούργια πραγματικότητα. Υποβάλλει στην ψυχή τους σκιρτήματα ελπίδας. Επιβάλλει στη σκέψη τους μία άλλη θεώρηση. Είναι, πράγματι, «ανόητοι και βραδείς τη καρδία» που δεν βλέπουν την εκπλήρωση των προφητειών στην ιστορία του Διδασκάλου, και σ΄ αυτόν ακόμη τον φρικτό θάνατό του, ο οποίος – όπως προλέγουν οι Γραφές – φωτίζεται από το φως της Ανάστασης.

Είναι ο Ιησούς—Εμμανουήλ!
Έφθασαν ήδη στον προορισμό τους κι ο οικείος τους πλέον Ξένος δείχνει πως δεν θα τους ακολοθήσει, αλλά θα συνεχίσει μόνος του την πορεία. Όχι, δεν θα τον αφήσουν ν΄ απομακρυνθεί από κοντά τους! Νιώθουν αναγκαία την παρουσία του, καθώς κλείνει προς το εσπέρας η ημέρα και θ΄ απλωθούν σε λίγο της νύχτας οι σκιές. «Μείνον μεθ΄ ημών»! Άθελα κι ανεπίγνωστα απαγγέλλουν το όνομά του. Ναι, Αυτός, που με την παρουσία και το λόγο του λύτρωσε τις καρδιές τους από το βάρος και την οδύνη, ο Ιησούς, είναι ο «μεθ΄ ημών Θεός», ο Εμμανουήλ. Το επιβεβαίωσε η αναστροφή μαζί του, όταν στο σπίτι όπου «εισήλθε του μείναι συν αυτοίς» (στ. 29) τον είδαν, όπως παλιά, να ευλογεί και να μοιράζει το ψωμί. Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια τους κι είδαν πως δεν ξένος αυτός. Ήταν η ίδια, η ζωντανή Ελπίδα, ο αναστημένος Κύριος, που το πρωϊ έλειπε από το μνήμα κι αυτή τη στιγμή «εγένετο άφαντος απ΄ αυτών» (στ. 31). Ω, πως τους φτερώνει τα πόδια η πυρπολημένη από τον θείο λόγο καρδιά τους! Ανέγγιχτο μένει το τραπέζι, που τους έστρωσε ο Συνοδοιπόρος. Τους χόρτασε η χαρά της παρουσίας του Διδασκάλου. Τρέχοντας επιστρέφουν την Ιερουσαλήμ. Βρίσκουν τους «ένδεκα», δηλαδή τους δέκα μαθητές, διότι έλειπε ο Θωμάς (βλ. Ιωάν. 20, 24), και τους «συν αυτοίς», δηλαδή τη συντροφιά των εβδομήκοντα. Σ΄ όλους αναγγέλλουν ότι είδαν τον Κύριο, είναι γεγονός η Ανάσταση!

Και σήμερα, όπως τότε
Δυο χιλιάδες χρόνια μετά, οδοιπόροι της ζωής κι εμείς, βρισκόμαστε συχνά στην ψυχολογική κατάσταση των δύο συνοδοιπόρων προς Εμμαούς. Μας κυκλώνουν ποικίλοι πειρασμοί. Μας συνέχουν προβλήματα, μας λυγίζουν δυσκολίες. Όχι, δεν είμαστε άπιστοι. Δεχόμαστε τον Χριστό. Πιστεύουμε πως Αυτός είναι ο Λυτρωτής του κόσμου. Κι όμως, σαν βλέπουμε να θριαμβεύει γύρω μας το κακό, ν΄ αυθαδιάζει η ασέβεια, να κυριαρχούν τα πάθη, να παραγκωνίζεται το δίκαιο και να φιμώνεται η αλήθεια, πως σαλευόμαστε τότε! Σκυθρωπάζει η μορφή, διότι χλωμιάζει μέσα μας η πίστη. Ψυχραίνεται η αγάπη, «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν». Μαραίνεται η ελπίδα. Σκέψεις ολιγοπιστίας κι αμφιβολίας μας ταράσσουν. Η απελπισία μας παραλύει. Ο σκεπτικισμός μας μελαγχολεί, μας κάνει σκυθρωπούς και δειλούς. Που είναι, λοιπόν, η νίκη της Ανάστασης; Τι κάνει για τον κόσμο, για μας, ο Χριστός; Κι όμως! Σ΄ αυτές τις σκληρές και δύσκολες ώρες δεν είμαστε μόνοι. Συνοδοιπορεί μαζί μας ο Αναστημένος. Εμείς νομίζουμε πως αγνοεί το δράμα της ζωής μας, ότι δεν ενδιαφέρεται. Αλλά Αυτός είναι τόσο κοντά και ξέρει τόσο καλά εμάς και τα δικά μας, αφού όλη η ιστορία μέσα στη θεϊκή του χούφτα ξετυλίγεται. Ακόμη κι όσα μας πονούν και μας προβληματίζουν, είναι συχνά το δικό του παρατεταμένο χτύπημα στην πόρτα της καρδιάς μας. Είναι η φωνή του «ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Απ. 3: 20). Μη διστάσουμε να του ανοίξουμε. Μη δειλιάσουμε να επαναλάβουμε το αίτημα των δύο μαθητών: «Μείνον μεθ΄ ημών, Κύριε»! Για να μη μας σκοτίσει το νου η αμφιβολία του κόσμου. Μίλησε στην καρδιά μας, για να κατανοήσουμε τη θεία σου Γραφή. Στήριξέ μας στην πίστη, για να μη απελπισθούμε. Χάρισέ μας την αναστροφή μ΄ Εσένα, τη «ζώσα ελπίδα», μέσα στην Εκκλησία σου. Γίνε συνοδοιπόρος στης ζωής μας το στρατί, Κύριε, για να μαρτυρούμε στον κόσμο την Ανάσταση!




Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

«ΧΡΙΣΤΩ ΣΥΝΕΣΤΑΥΡΩΜΑΙ»

Ο άγιος  Απόστολος Παύλος έδωκε με σαφήνειαν όλον το πνευματικόν βάθος του Σταυρού του Κυρίου, όλην την σημασίαν του δια τον βίον των πιστών: «Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Τα λόγια αυτά του αγίου Αποστόλου ακτινοβολούν τον χριστοκεντρισμόν της αγιωτάτης του ψυχής. Σταυρωμένος με τον Χριστόν, συλλυτρωμένος με τον Χριστόν, συμπάσχων με τον Χριστόν και μη ζων την ιδικήν του ζωήν, αλλά την ζωήν του Χριστού. Και η ζωή του Χριστού, ως θυσία, ως αγάπη, ως έλεος, ως άκτιστος θεία ενέργεια, ενοικεί εις την ηγιασμένην ψυχήν του. Λέγει ένας μεγάλος θεολόγος, ότι «ο φιλών τον Χριστόν μεταμορφούται εις τον Χριστόν». Και ο ιερός Αυγουστίνος συμπληρώνει: «Επειδή η αγάπη μεταστοιχειοί τον φιλούντα εις το φιλούμενον», και συμπεραίνει: «Όθεν, ει φιλείς Θεόν, θεός έση, ει δε φιλείς διάβολον, διάβολος έση, ει δε σάρκα, σάρξ».
Ουδέν ηγαπήθη υπό αγίων ψυχών τόσον, όσον ο Σταυρός του Κυρίου. και καμμία επιθυμία αγίας ψυχής δεν υπήρξε τόσον έντονος, όσον η συσταύρωσις μετά του Χριστού. Διότι το πρώτον έργον του θείου έρωτος, κατά τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην, είναι «να ενώνη τον φιλούντα μετά του φιλουμένου». Ως λέγει και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «το όνομα του θείου έρωτος, δυνάμεώς εστιν ενοποιού και συνδετικής και διαφερόντως συγκριτικής εν τω καλώ και αγαθώ». Δεύτερον  έργον του θείου έρωτος είναι το «αμοιβαίον». Όπως ακριβώς συνέβη εις τον Απόστολον Παύλον, ο οποίος λέγει, καθώς ο Χριστός εσταυρώθη δι’ εμέ, ούτω και εγώ αμοιβαίως «Χριστώ συνεσταύρωμαι». Το δε τρίτον έργον του θείου έρωτος είναι «το να κάμνη τον φιλούμενον να φιλή τον φιλούντα και να εντυπώνη αυτόν εις όλα τα ορώμενα και νοούμενα». Και το τέταρτον έργον του θείου έρωτος είναι «να προξενή έκστασιν εις τους εραστάς». Δηλαδή οι ερασταί να μη ζουν την ιδικήν των ζωήν, αλλά την ζωήν των ερωμένων των, κατά τον θείον Διονύσιον. «έστι δε και εκστατικός ο θείος έρως, ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων». Αυτή λοιπόν η διπλή ζωή του Αποστόλου Παύλου, ή μάλλον η απλή «εν Χριστώ» ζωή, εις όλην την έντασίν της και εις όλας τας παραλλαγάς των θείων βιώσεών της, τον έκαμνε να μη αισθάνεται ούτε φόβους ούτε ηδονάς ούτε κόπους ούτε ανθρωπίνην δόξαν να επιθυμή ούτε να ζη εις την γην. Αντιθέτως, έχαιρε δι’ όλας τας καταδρομάς και τας θλίψεις του μέχρι σημείου, να καυχάται εις αυτάς και να αισθάνεται άρρητον αγαλλίασιν πάσχων δια τον Χριστόν και το μυστικόν σώμα του, την Εκκλησίαν. Διότι είχε μεταβληθή εις Χριστόν, εγένετο ένα μετά του Χριστού. Αυτό παρατηρούμεν και εις τα πλήθη των πιστών, που ετρώθησαν τω θείω έρωτι του Χριστού και εμαρτύρησαν χαίροντα δια την αγάπην του. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Χριστόν, έγραφεν ο άγιος Ιγνάτιος προς Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται», και όλα εκείνα τα ερωτικά, πορευόμενος προς το μαρτύριον. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Κύριον, έλεγεν ο θείος Απόστολος Ανδρέας μετά την καταδίκην του εις τον δια σταυρού θάνατον, «ω Σταυρέ, τον οποίον πάλαι επόθουν, ιδού τώρα απολαμβάνω την τελείωσιν του πόθου μου». Ο πανάγιος του Κυρίου Σταυρός εγένετο σύμβολον αγάπης και έρωτος προς τον επ’ αυτού καθηλωθέντα και το μέτρον της προς τον Ιησούν αφοσιώσεως. Εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ο Σταυρός του Κυρίου δεν προσέλαβε, ως εις την δυτικήν Εκκλησίαν, την σημασίαν οργάνου δικανικής υφής. Δια τους Ανατολικούς Πατέρας και τους Δυτικούς ακόμη, μέχρι του Ανσέλμου Κανταβριγίας, ο Σταυρός του Σωτήρος δεν εδόθη εις ημάς προς ικανοποίησιν της δήθεν θιγομένης θείας Δικαιοσύνης δια των αμαρτιών μας, αλλ’ ως μέσον παιδαγωγίας και «σταυρώσεως των μελών των επί της γης». Ο Απόστολος Παύλος καυχάται εν τω Σταυρώ, κατά τον Κορέσσιον, «δια πίστεως και χάριτος, ενθυμούμενος την ευεργεσίαν και δικαίωσιν, όπου έλαβεν από τον Σταυρόν». Δια τούτο έλεγε και ο θείος Χρυσόστομος: «Δια του Σταυρού και το μέγεθος της αμαρτίας και το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας γνωρίζεται». Εις την πρακτικήν και πνευματικήν μας ζωήν, κατά τον Ομολογητήν άγιον Μάξιμον, «ο φόβος του Θεού, Σταυρός εστι και η μνήμη των άνω, και η κυριότης κατά των παθών, ήτοι του θυμού και της επιθυμίας, και η αλλοτρίωσις από της αγάπης των συγγενών και φίλων δια τον προς Θεόν έρωτα». Κατά μεν τον Αββάν Ησαϊαν, «Σταυρός κατάργησίς εστι πάσης αμαρτίας», κατά δε τον όσιον Μάρκον τον Ερημίτην, «πάσα αρετή Σταυρός εστιν». «Η πράξις του Σταυρού, λέγει ο θείος Ησυχαστής Ισαάκ, διπλή εστι, και τούτο προς το διπλούν της φύσεως… και η μεν, προς το υπομείναι τας θλίψεις της σαρκός… και καλείται πράξις. Η δε, εν τη λεπτή εργασία του νου και εν τη θεία ευρίσκεται αδολεσχία, έτι και εν τη διαμονή της προσευχής, και καλείται θεωρία, και η μεν πράξις, το παθητικόν μέρος της ψυχής καθαρίζει εν τη δυνάμει του ζήλου, η δ’ άλλη, την ενέργειαν της αγάπης της ψυχής».

Ας προσευχώμεθα, αδελφοί εν Χριστώ, ας προσευχώμεθα αδιαλείπτως, όπως καθαρθώμεν «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», δια να είπωμεν μετά του Αποστόλου Παύλου: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός, ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού». Ας αγωνιζώμεθα «τον καλόν αγώνα», δια να γίνωμεν άκτιστοι, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού, ως λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κτιστός ην ο Παύλος μέχρις αν έζη την προστάγματι Θεού εξ ουκ όντων γεγονυίαν ζωήν, ότε δε μηκέτι ταύτην έζη, αλλά την ενοικήσει του Θεού προσγενομένην, άκτιστος γέγονε τη χάριτι, και πας ο ζώντα και ενεργούντα μόνον τον του Θεού λόγον κτησάμενος». Ας αγαπήσωμεν και ημείς τον Σταυρόν του Κυρίου, όπως ο θεοφόρος Ιγνάτιος, ο οποίος υπό του ιδίου έρωτος με τον Απόστολον Παύλον πυρπολούμενος, έγραφε προς Ρωμαίους, «…άρτον του Θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής… και πόμα θέλω το πόμα αυτού, ο εστιν αγάπη άφθαρτος και αέναος ζωή, ουκ έτι θέλω κατά άνθρωπον ζην. Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, επειδή περ ζη εν εμοί Χριστός». Και ας ψάλλωμεν εν κατανύξει και πόθω, «Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον Σταυρόν σου ημίν δέδωκας, φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν…». 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

«φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν...» (Μάρκ. ιε΄ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιοΊσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωσις. Δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν που επρόκειτο να υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μια κολώνα και ο ειδικός δήμιος που εκτελούσε την φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το οποίο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά οστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στην ράχη δεμένου ανθρώπου. Πολύ σύντομα, απ’ τα πρώτα κτυπήματα εξεσχίζετο το δέρμα τού ανθρώπου που εδέχετο την φραγγέλωση και ύστερα από μερικά κτυπήματα ακόμη έφευγαν και κατεξεσχίζοντο τελείως οι σάρκες του και απεγυμνώνοντο τα κόκαλα τής ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, που απέθαναν την ώρα τής φραγγελώσεως.


Σ’ αυτήν τώρα την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, κουβάλησε ο Χριστός μας τον Σταυρό του, που ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε να μπορεί να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου χωρίς να λυγίσει. Και είναι γνωστό αλλά και πάρα πολύ φυσικό να το περιμένει κανείς ότι λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία που τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορεί να προστατεύσει το σώμα του απ’ τις συνέπειες τής πτώσεως χάρις στο Σταυρό, τον οποίο ήταν αναγκασμένος να κρατάει και που έπεσε σαν βάρος από πάνω του. Και ξέρουμε ότι για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο να κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο τον Σταυρό.


Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια που είχε ο στέφανος εκείνος που σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μια πείρα από θάλαμο ατυχημάτων τού Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν να αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό τής κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στον Σταυρό.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΘΑ ΑΝΑΣΤΗΘΟΥΜΕ! Του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Είναι, αναμφίβολα, ο μύχιος πόθος της καρδιάς, αλλά και το μέγιστο σκάνδαλο του νου, η ομολογία της πίστεώς μας «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Δεν αφανίζει τη ζωή μας το φτυάρι του νεκροθάφτη. Δεν την οριοθετεί το πένθιμο κυπαρίσσι εκεί, στο νιόσκαφτο μνήμα. Είναι ασύνορη, αιώνια η ζωή μας. Κι όπως όλοι θα πεθάνουμε, επίσης όλοι θα αναστηθούμε! Ποιος το μαρτυρεί, ποιος το βεβαιώνει αυτό; Η ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ας δώσουμε το λόγο στον θεόπνευστο κήρυκα της Αναστάσεως, τον Απόστολο Παύλο, που αναπτύσσει διεξοδικά το θέμα στο 15ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους Επιστολής του. Από εκείνη την αποστολική διδασκαλία μεταφέρω τη σχετική παράγραφο (Α΄ Κορ. 15, 12-20).                                                                                                                             
 Κάποιοι από τους χριστιανούς της Κορίνθου δέχονταν μεν την ανάσταση του Ιησού Χριστού, αλλά είχαν αμφιβολίες για την ανάσταση των νεκρών σωμάτων και ζητούσαν λογικές αποδείξεις, για να πεισθούν. Απευθύνοντας σ΄ αυτούς το λόγο ο απόστολος Παύλος αναφέρει μία αλυσίδα επιχειρημάτων, τα οποία μάλιστα διατυπώνει σύμφωνα με τη μαθηματική μέθοδο της «εις άτοπον απαγωγής». Όπως γνωρίζουν όσοι διδάχθηκαν μαθηματικά, η επιστημονική αυτή μέθοδος ξεκινά από μία εσφαλμένη υπόθεση, την οποία προσπαθεί να αποδείξει χρησιμοποιώντας ορθές προτάσεις. Επειδή όμως η υπόθεση δεν είναι σωστή, ο συλλογισμός καταλήγει σε συμπεράσματα αντιφατικά και «άτοπα», δηλαδή παράλογα. Αυτά τα άτοπα συμπεράσματα πείθουν ότι δεν είναι σωστή η αρχική βάση και επομένως, αναιρείται, απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, η εσφαλμένη πρόταση από την οποία ξεκινά το συλλογισμό ο απόστολος είναι· «Δεν είναι δυνατόν να αναστηθεί νεκρός, άρα ο Χριστός δεν αναστήθηκε». Αν δεχθούμε ότι ισχύει αυτή η πρόταση, όπως πολλοί και σήμερα ισχυρίζονται, θα πρέπει να δεχθούμε επίσης τις παρακάτω συνέπειες, που στηρίζονται σ΄ αυτήν·                                     
Πρώτη· Το κήρυγμα των αποστόλων, δηλαδή αυτό το ίδιο το Ευαγγέλιο, είναι κενό, κούφια λόγια χωρίς αντίκρισμα.                                                                                         
Δεύτερη· Η πίστη των χριστιανών, δηλαδή η Εκκλησία, είναι κενή, κούφια, ανυπόστατη.                                                                                                                                
Τρίτη·  Ως κήρυκες της Αναστάσεως οι απόστολοι συλλαμβάνονται και αποδεικνύονται ψευδομάρτυρες, συκοφάντες και θεομπαίκτες, διότι κηρύττουν στον κόσμο ένα μεγάλο ψέμα, ότι ο Θεός ανέστησε τον Χριστό, ενώ δεν τον ανέστησε.                                                                                                                                 
Τέταρτη·  Η πίστη των χριστιανών είναι μάταιη, ανώφελη, απατηλή και βλαβερή. Υπόσχεται τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά τον οδηγεί στην καταστροφή, αφού τα πάντα διαλύονται και χάνονται μέσα στον τάφο.                                                             
Πέμπτη·  Οι λυτρωμένοι εν Χριστώ, οι πιστοί, παραμένουν αλύτρωτοι στη σκλαβιά της αμαρτίας και των παθών τους. Ποιος να τους λυτρώσει, αφού ο Χριστός δεν αναστήθηκε;                                                                                                         
Έκτη·  Οι κεκοιμημένοι αδελφοί, τα προσφιλή μας πρόσωπα που πέθαναν με πίστη στον Χριστό, εξαφανίσθηκαν, δεν υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει τίποτε πέραν του τάφου.                                                                                                                
Έβδομη·  Εμείς οι πιστοί, τα μέλη της Εκκλησίας, είμαστε τα πιο δυστυχισμένα και ελεεινά πλάσματα της γης, αφού δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε άλλη ζωή, μετά τον θάνατον. Αν όντως δεν υπάρχει μεταφυσική πραγματικότητα, οι άνθρωποι είναι πιο τραγικοί από τα ζώα, διότι αυτοί ποθούν το αιώνιο, ενώ τα ζώα δεν έχουν δεν έχουν μεταφυσικές ανησυχίες. Παρόμοια, οι πιστοί είναι πολύ πιο δυστυχισμένοι από τους απίστους, οι οποίοι είναι άγευστοι της ουράνιας πραγματικότητας και αδιάφοροι για την ύπαρξή της.                                                                   
Για τους χριστιανούς, που έχουν εμπειρίες στην εν Χριστώ ζωή, είναι εντελώς παράλογες, άτοπες, οι παραπάνω επτά προτάσεις.  Άρα είναι παράλογη και απορρίπτεται και η αρχική πρόταση στην οποία στηρίζονται. Είναι λάθος ότι «δεν μπορούν να αναστηθούν οι νεκροί και ούτε ο Χριστός αναστήθηκε». Η αλήθεια δηλώνει το ακριβώς αντίθετο· Ο Χριστός αναστήθηκε και οι νεκροί θα αναστηθούν. Από αυτή την πραγματικότητα απορρέουν οι επτά συνέπειες που αναφέρονται στη συνέχεια·                                                                                                                
Πρώτη·  Το αποστολικό κήρυγμα αποτελεί αναντίρρητη πραγματικότητα και σωτήρια αλήθεια. Θεμελιώνει την ιστορική μαρτυρία στην προφητεία και μαρτυρείται από το βίωμα και την εμπειρία των πιστών. Όπως ο πεινασμένος, ο οποίος έφαγε και χόρτασε, γνωρίζει πολύ καλά ότι το πιάτο που του έδωσαν περιείχε νόστιμο και θρεπτικό φαγητό· όπως ο διψασμένος, ο οποίος ήπιε και ξεδίψασε, είναι βέβαιος ότι το ποτήρι του δεν ήταν άδειο, έτσι και οι χριστιανοί έχουν βεβαιότητα και γεύση ότι το κήρυγμα των αποστόλων δεν είναι κούφια λόγια. Οι ίδιοι οι Κορίνθιοι έχουν προσωπική εμπειρία της γλυκύτητος και του πνευματικού χορτασμού, που στάλαξε στην καρδιά τους ο λόγος του ευαγγελίου. Δεν είναι κούφια λόγια αυτά. Είναι φως και αλήθεια και ζωή!                                               
Δεύτερη·  Η πίστη των χριστιανών. Η Εκκλησία του Χριστού, είναι μία ιστορική πραγματικότητα, που συνεχίζει τη ζωή και το έργο του Χριστού. Μπορεί να τη δέχονται ή να την απορρίπτουν οι άνθρωποι. Ανεξάρτητα όμως από τη θέση που ο καθένας παίρνει απέναντί της, η Εκκλησία είναι μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Μπορεί π.χ.  κάποιος να μη εκκλησιάζεται ποτέ, αλλά δεν μπορεί για το λόγο αυτό να ισχυρισθεί ότι δεν υπάρχουν καν ναοί!                                        
Τρίτη·  Οι απόστολοι – μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο Παύλος, γνωστός και οικείος στους Κορινθίους – είναι οι αληθινοί μάρτυρες του ευαγγελίου του Χριστού· δεν είναι ψευδομάρτυρες ούτε θεομπαίκτες. Το βεβαιώνει αυτό η ίδια η ζωή τους· με τα παθήματά τους για χάρη του αναστημένου Χριστού επισφραγίζουν  όσα μαρτυρούν με το κήρυγμά τους. Θα θυσίαζαν τη ζωή τους για την Ανάσταση, αν αυτή ήταν ένα ψέμα; Θα τολμούσαν να συνδέσουν ένα ψέμα με το πρόσωπο του Θεού;                                                                                                                        
Τέταρτη·  Η πίστη των χριστιανών οδηγεί στη σωτηρία. Δεν έχει καμία σχέση με τα όργια και τις ασχημίες που χαρακτήριζαν τις ειδωλολατρικές θρησκείες, των οποίων τη διδασκαλία γνώριζαν οι πιστοί, διότι υπήρξαν κι αυτοί ειδωλολάτρες. Η χριστιανική πίστη εμπνέει την αγνότητα και καθαρότητα της ζωής, διδάσκει την αγάπη και συμπαράσταση στους ενδεείς, τη συγχώρηση στους εχθρούς. Οι ωφέλειές της δεν αφορούν μόνο στα μετά το θάνατο. Πλουτίζουν και ομορφαίνουν και την παρούσα ζωή.                                                                                                                
Πέμπτη·  Οι ίδιοι οι χριστιανοί  προς τους οποίους απευθύνεται ο Παύλος, με τη νέα εν Χριστώ ζωή τους αποδεικνύουν ότι δεν είναι άκαρπη η πίστη τους. Χάρη σ΄ αυτή μεταφέρθηκαν από το σκοτάδι στο φως, από τα δόντια του λέοντος διαβόλου στην αγκαλιά του Χριστού. Αυτοί που κάποτε υπήρξαν εμπαθείς, γεμάτοι κακίες και ηθικές ατασθαλίες, τώρα έχουν αλλάξει ζωή. Βιώνουν στην ίδια την ύπαρξή τους αυτή την υπέροχη αλλαγή, τη χαίρονται και δοξάζουν τον Θεό. Αλλά η αλλαγή τους είναι φανερή και στο περιβάλλον τους, ομολογείται από την κοινωνία όλης της πόλεως.                                                                                                        
Έκτη·  Οι χριστιανοί της Κορίνθου είχαν εμπειρία ενός εκτάκτου και χαρισματικού γεγονότος, αγνώστου σε μας, που συνέβαινε στην πρώτη Εκκλησία. Υπήρχε ζωντανή επικοινωνία μεταξύ θριαμβεύουσας και στρατευομένης Εκκλησίας. Δηλαδή, οι εν Χριστώ κεκοιμημένοι αδελφοί πληροφορούσαν με διάφορα σημεία τους ζώντες ότι κι αυτοί που έχουν πεθάνει είναι ζωντανοί· ενώ τα νεκρά σώματά τους κοιμούνται στους τάφους, οι ψυχές τους ζουν στη χώρα των ζώντων. Ήδη κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου π.χ. οι απόστολοι είδαν και άκουσαν τους προφήτες Μωυσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο (Ματθ. 17: 3· πρβλ. Μρ. 9:4,  Λουκ. 9: 30-32), άρα δεν είχαν εξαφανισθεί κι ας είχαν πεθάνει. Εκείνη η εμπειρία μαρτυρεί ότι δεν είναι δυνατόν να εξαφανίστηκαν τόσοι άγιοι και πνευματικοί άνθρωποι, προφήτες και μάρτυρες, που για το όνομα του Χριστού βάδισαν «δια της στενής οδού» και έδωσαν τη ζωή τους γι΄ Αυτόν.                                        
Το επιχείρημα αυτό του αποστόλου Παύλου επιβεβαιώνουν ανά τους αιώνες τα ιερά λείψανα των αγίων. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη ιστορείται ότι τα οστά του προφήτη Ελισαίου ανέστησαν  έναν νεκρό στρατιώτη (Δ΄Βασ. 13: 21). Αλλά και μέχρι σήμερα τα λείψανα των αγίων, που αποπνέουν ευωδία, και τα τόσα σημεία, που με τη χάρη τους επιτελούνται, μαρτυρούν ότι οι κεκοιμημένοι άγιοι είναι ζωντανοί και οπωσδήποτε θα αναστηθούν.                                                                                   
Έβδομη·  Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος πιστοποιούν την κατάσταση της χάρης, την οποία οι χριστιανοί απολαμβάνουν ως μέλη της Εκκλησίας. Στις θλίψεις και στις τρικυμίες της ζωής μπορούν να παραμένουν χαρούμενοι και ειρηνικοί. Γράφει χαρακτηριστικά ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος· «Ζούμε εδώ με ποικίλους κινδύνους. Πιεζόμαστε από το λιμό, βασανιζόμαστε συνεχώς και αλλάζουμε τα δεσμωτήρια της οικουμένης. Ανέστιοι και μετανάστες παλεύουμε με αλλεπάλληλα κύματα. Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα, διότι έχουμε όχημα, καλή ελπίδα και εχέγγυο της δικής μας αναστάσεως την ανάσταση του Σωτήρα μας». Η ελπίδα και η χαρά που απολαμβάνουμε στον κόσμο αυτό αποτελούν προκαταβολή και πρόγευση για τη μέλλουσα χαρά και ελπίδα μας. Η μετά θάνατον πραγματικότητα, λοιπόν, είναι συνέχεια και επέκταση της τωρινής ζωής μας μέσα στη χάρη του Χριστού. Δεν αμφιβάλλει για την ανάσταση εκείνος, που ήδη ζη την αναστημένη εν Χριστώ ζωή. Όταν χλωμιάζει και ατονεί η πίστη μας στο γεγονός της αναστάσεως, σ΄ αυτό «των αγαθών το κεφάλαιον», κατά την έκφραση του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ας προσέξουμε την ειλικρίνεια και συνέπεια της πνευματικής μας ζωής.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

«Ορθόδοξος Τύπος» : διακοπή του μνημοσύνου του Οικουμενικού και αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων μαζί του, αλλά και των σιωπώντων.

Θεραπεία  όχι μόνον διάγνωσις



Το κακό με τον Οικουμενισμό, αυτή την παναίρεσι και την πανθρησκεία της εποχής μας, παράγινε. Και πολλές δεκάδες Αγιορείτες ιερομόναχοι και μοναχοί εξηγέρθησαν και απηύθυναν ανοικτή επιστολή προς τους ηγουμένους και τους αντιπροσώπους των είκοσι Ιερών Μονών στην Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Στην επιστολή καταγγέλουν τις απαράδεκτες σχέσεις των οικουμενιστών ηγετών της Εκκλησίας με τους αιρετικούς, και ιδίως τους Παπικούς. Και προτείνουν τη διακοπή του μνημοσύνου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων με αυτόν, αλλά και των σιωπώντων Επισκόπων.                                                                                 
Η εν λόγω ανοικτή επιστολή Αγιορειτών πατέρων κέντρισε την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και με ανακοίνωσί της προέβη και αυτή σε καταγγελία των τεκταινομένων εις βάρος της Ορθοδόξου Πίστεως.                                                             
Καλά και τα δύο αγιορειτικά κείμενα. Κάνουν καλή διάγνωση της νόσου, που έχει προσβάλει τους οικουμενιστές ηγέτες της Εκκλησίας και δεν ξέρουν τι λένε και τι κάνουν προς σκανδαλισμό και απώλεια ψυχών. Αλλ΄ η διάγνωσι της νόσου, την οποία κάνουμε όλοι οι πιστοί και όχι μόνον οι Αγιορείτες, δεν είνε αρκετή. Απλώς με διάγνωσι της νόσου δεν θεραπεύεται ο ασθενής. Για να θεραπευθή ο ασθενής, χρειάζονται φάρμακα ή και χειρουργική επέμβασι. Για δε τη θεραπεία της νόσου του Οικουμενισμού, της  επικινδυνότερης και χειρότερης νόσου στο χώρο των αιρέσεων, φάρμακα και χειρουργική επέμβασι είνε ό,τι συνιστούν με την ανοικτή επιστολή τους οι θερμότεροι στην πίστι δεκάδες Αγιορείτες πατέρες, η διακοπή δηλαδή του μνημοσύνου του Οικουμενικού και αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων μαζί του, αλλά και των σιωπώντων.      
Θα εφαρμόσουν, όμως, τη θεραπευτική αγωγή κατά της νόσου του Οικουμενισμού οι Αγιορείτες πατέρες; Και, κατά πρώτον, θα παύσουν το μνημόσυνο του αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως; Στην ανακοίνωσι της Ιεράς Κοινότητος, αντί να απειλήται παύσι του μνημοσύνου του Πατριάρχου, περιέχονται γι΄ αυτόν κολακευτικοί λόγοι, που μειώνουν την αξία της ανακοινώσεως και κάνουν ευσεβείς να την χαρακτηρίζουν ως γλυκανάλατη. Αγιορείτες πατέρες! Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας πολέμησαν όχι μόνο τις αιρέσεις, αλλά και τους αιρετικούς προσωπικώς και ονομαστικώς. Γιατί σεις αποφεύγετε να ελέγξετε προσωπικώς και ονομαστικώς τους οικουμενιστές, τους προδότες της Πίστεως; Και γιατί, αντιθέτως, τους μνημονεύετε ευφήμως;                                                                                                   
Θα παύσουν τουλάχιστον το μνημόσυνο του Πατριάρχου οι ιερομόναχοι, οι οποίοι υπέγραψαν την ανοικτή επιστολή προς τους ηγουμένους και τους αντιπροσώπους των Ι. Μονών του Αγίου Όρους, και πρότειναν την παύσι του μνημοσύνου; Ακούστηκε, ότι ούτε άλλοι Αγιορείτες ούτε αυτοί θα παύσουν το μνημόσυνο του Πατριάρχου. Αλλά γιατί; Τι φοβούνται; Δεν έχουν κάψει την καλύβα τους; Όχι, είπαν μερικοί. Διότι δεν ζουν σε καλύβες, ζουν σε βασιλικά ανάκτορα με ανέσεις. Αυτή η μομφή θυμίζει ένα λόγο του Σατανά, που με το στόμα δαιμονιζομένου προσώπου φώναζε: «Εγώ διέλυσα τα μοναστήρια. Δεν είνε τα σημερινά μοναστήρια αυστηρά, όπως τα αρχαία μοναστήρια. Τα σημερινά μοναστήρια είνε της καλοπέρασης». Τα δύο κείμενα των Αγιορειτών πατέρων δεικνύουν κάποια αφύπνισι. Αλλά θα προχωρήσουν οι Αγιορείτες σε παύσι του μνημοσύνου του Πατριάρχου; Φοβούμεθα μήπως η αφύπνισι είνε στιγμιαία, μήπως οι πατέρες γυρίσουν από το άλλο πλευρό και συνεχίσουν τον ύπνο…                                                                                       
Άλλοτε το Άγιον Όρος έδωσε κραταιές μάχες για την πίστι, ανέδειξε ομολογητές και μάρτυρες, και δικαίωσε το χαρακτηρισμό του «ακρόπολις της Ορθοδοξίας». Αλλά κατά τους τελευταίους χαλεπούς καιρούς δεν έδωσε κραταιές μάχες για την Πίστι. Και γι΄ αυτό οι φόβοι, που εκφράζονται σ΄ αυτό το άρθρο, είνε δικαιολογημένοι. Και οι αναφερόμενες μομφές ανθρώπων και του Σατανά εναντίον των μοναχών και των μοναστηριών δυστυχώς ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, αλλ΄ ευτυχώς εν μέρει μόνο. Διότι και στους καιρούς τούτους της μεγάλης αποστασίας υπάρχουν και μοναχοί και μοναστήρια, που με την πνευματικότητά τους τιμούν τον μοναχισμό. Αυτοί δε οι μοναχοί και αυτά τα μοναστήρια, βλέποντας, ότι το κακό με τον Οικουμενισμό και τις προδοσίες της Πίστεως παράγινε, θα εξεγερθούν και θα δώσουν μάχη για την Πίστι και για τη σωτηρία των ψυχών τους. Ξέρουν οι καλοί μοναχοί και τα καλά μοναστήρια, ότι το πρώτο, που ζητεί ο Θεός, είνε η υπεράσπισι της Πίστεως, και θα το πράξουν. Δεν θα εκλείψουν στην Ορθοδοξία στρατιώτες. Αρχίζουν να ανάβουν φωτιές κατά της παναιρέσεως και πανθρησκείας του Οικουμενισμού. Και το Άγιο Πνεύμα θ΄ αναρριπίση τις φωτιές και θα μεγαλώσουν και θα επεκταθούν και θα κάψουν τους αμετανοήτους Οικουμενιστές και προδότες της Πίστεως. Ας μη απελπιζώμεθα λοιπόν. Μηδείς θραυέτω της ψυχής μας το εύελπι. Τελικώς νικά η Πίστις. Αυτό αποδεικνύει η Ιστορία. Οι Οικουμενιστές είνε ανιστόρητοι.

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ -- Γέροντος Αλυπίου. Αγιορείτου.

http://apotixisis.blogspot.ca/


Μυστήριον υπό προφητών κηρυχθέν και υπό Χριστού τελεσθέν. Μετά την ανάστασιν του Λαζάρου αποστέλλει δύο μαθητάς λέγων: «Πορευθέντες εις την κατέναντι κώμην, ευρήσετε όνον δεδεμένην και πώλον… λύσαντες αγάγετέ μοι… Όνον και πώλον την Εκκλησίαν των εθνών εσήμαινεν, κώμη τον περίγειον τόπον νόμιζε, η πόλις επουράνιος εστίν. Ο τα γήϊνα και αμαρτωλά φρονών εις την κώμην ζει και εν ουρανώ ουκ έχει το πολίτευμα. Πώλος είναι ο νέος όνος· ο πώλος της ανθρωπότητος είναι σύμβολον.                                                                       
Εδέσμευσε τα έθνη ο Κύριος τη αμπέλω και τη έλικι δηλαδή Παλαιά και Καινή Διαθήκη, όπως καρποφορήσουν καρπόν ευσεβείας δια της πίστεως. Λέγει ο πατριάρχης Ιακώβ: «… πλυνεί εν οίνω την στολήν αυτού», στολήν Χριστού την σάρκα λέγει. Εκουσίως δι΄ ημάς εσταυρώθη, ίνα εκπλύνη τας αμαρτίας ημών δια του Αίματός Του, ο προφήτης Ζαχαρίας λέγει: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κηρύσσεται σοι δίκαιος και σώζων. Αυτός πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον όνου νέον». Καιρός ευδοκίας ο παρών. Έρχεται ο Κύριος να ειρηνοποιήσει τα πάντα δια του Σταυρού. «Πορευθέντες οι μαθηταί εποίησαν καθώς συνέταξεν αυτοίς και ήγαγον την όνον και τον πώλον και επέθηκαν επάνω αυτών τα ιμάτια και επεκάθισαν τον Ιησούν». Τις ου θαυμάσει το μέγεθος της Αγάπης Αυτού προς ημάς; Ο ανυμνούμενος υπό των Σεραφείμ, ευφημείται υπό νηπίων και λαού: «Ωσαννά τω υιώ Δαυϊδ, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Ευλογημένος ο ελθών και δι΄ ημάς πτωχεύσας πλούσιος ων, ίνα ημείς τη Αυτού πτωχεία πλουτίσωμεν· ερχόμενος μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς. Χαίρε η Εκκλησία του Θεού. Χριστός επί πώλου, ως επί θρόνου έρχεται. Έρχεται η ανάστασις των πεσόντων, των αιχμαλώτων ο ελευθερωτής, των τυφλών η ανάβλεψις, των πενθούντων η παράκλησις, των κοπιώντων η ανάπαυσις. Χθες ο Χριστός τον Λάζαρον ανέστησε, σήμερον επί τον θάνατον έρχεται. Ευλογημένος ο ερχόμενος, ο πανταχού παρών, ο των ουρανών μη χωριζόμενος. Παίδες Χριστόν ως Θεόν θεολογούσι και ιερείς αυτόν βλασφημούσι, θηλάζοντες προσκυνούσι και οι διδάσκοντες ασεβούσι. Οι παίδες ωσαννά δηλαδή σώσον ημάς Κύριε ψάλλουν και οι Εβραίοι, Σταυρωθήτω, κράζουν. Τας λαμπάδας της πίστεως μη σβέσωμεν, τον νου προς Θεόν ανυψώσωμεν, τα βάϊα ως νικηφόροι βαστάσωμεν, δοξολογούντες τον Σωτήρα, τον Ελευθερωτή, τον Αναμάρτητον, τον Θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν. Ότε ήγγισε πλησίον ταύτης της κώμης (παρόντος βίου), ότε σαρκωθείς γέγονε μεθ΄ ημών ο Θεός, τότε αποστέλλει τους δύο μαθητάς δηλαδή τας δύο Διαθήκας δια να φέρουν τους  δύο λαούς (τους εξ Εβραίων και εξ εθνών πιστεύσαντας).                                                    
Ευλογημένος ο ερχόμενος, πόθεν; Εξ ουρανού και εκ Παρθένου. Ο ερχόμενος επί το πάθος. Οι παίδες ως Θεόν ύμνησαν, οι πατέρες αυτών ως εχθρόν εσταύρωσαν. Οι μεν άγγελοι έψαλον, επί γης ειρήνη, οι δε άνθρωποι, ειρήνη εν ουρανώ επειδή παρών ο λέγων: «Ειρήνη υμίν». Έγιναν τα ποτέ εχθρά, νυν αδελφά· μίαν τα ουράνια και τα επίγεια θεολογίαν και προσκύνησιν προσφέρουν.                
Με την ΜΕΤΑΝΟΙΑ μας, ορθόδοξη πίστη και έργα και λόγια και λογισμούς ν΄ αναπαύουμε τον Θεόν ώστε να μας οδηγεί εις την άνω Ιερουσαλήμ. Να είμεθα ευγνόμωνες εις τον Κύριον δι΄ όλα όσα μας δώρισε και μας χαρίζει και ακόμη μας υπόσχεται εις την Βασιλεία Του. Δοξασμένο τα΄ όνομά Του, διότι ονειδιζόμεθα δια τον λόγον της Ορθοδόξου ομολογίας της πίστεώς μας. Δόξα τη μακροθυμία Σου, Κύριε. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.


Γερ. Αλύπιος                                                                                                                                           
 Ι. Κ. Αγ. Νικολάου                                                                                                                               
Καψάλα  - Άγιον Όρος