Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε τόση σύγχυσις περί Ορθοδοξίας εις τον Ελληνικόν χώρον, όση υπάρχει σήμερον. Ζώμεν εις μίαν χώραν φωτός απλέτου, φωτός υπερφυσικού, όπου ανέτειλεν με τον Χριστιανισμόν και το αγνοούμεν. Επειδή δεν απεκτήσαμεν αίσθησιν δια την γεύσιν των πνευματικών ουσιών, αρνούμεθα να δεχθώμεν και την ύπαρξίν των και την υπεροχήν των. Πολλοί, όταν αναφέρουν την Ελλάδα, εννοούν ένα προχριστιανικόν φως της Αριστοτελικής ή Πλατωνικής φιλοσοφίας ή τους Πυθαγορίους ή την Στοάν και ένα καθαρόν φυσικόν και ακτινοβόλον φως, με το οποίον είναι προικισμένη η μεσημβρινή Πατρίς μας, όπου φωτίζει τα μαρμάρινα μνημεία μας και τας απαραμίλλους φυσικάς καλλονάς της. Ούτε καν υποψία, ότι έχομεν τον κατά παράδοσιν πάμφωτον Ορθόδοξον Χριστιανισμόν, τον οποίον επεξειργάσθη εις όλας του τας μορφάς, ως αλήθειαν, ως κάλλος, ως δόγμα, ως πνευματικότητα, ως υπερούσιον λειτουργικήν ζωήν και ως ρυθμόν τέχνης, η χορεία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κατ’ ιδίαν και εν Ιεραίς Συνόδοις τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Και διατί αυτή η τραγική άγνοια των θείων θησαυρών μας; Διότι δεν εζήσαμεν πνευματικώς, δεν επιστεύσαμεν εις τον Χριστόν, όστις μας εφανέρωσε την Αλήθειαν, δεν εφηρμόσαμεν τας θείας Του εντολάς. Και έτσι, δεν άνοιξαν τα μάτια μας δια να ίδωμεν το Άγιον εκείνο και υπερφυσικόν φως, το οποίον περιέλαμψεν όσους επίστευσαν τον Χριστόν και ηγάπησαν την δόξαν και την αγάπην Του. Και εντεύθεν κατατριβόμεθα με μικροχαρή υποκατάστατα, ομιλώμεν με ενθουσιασμόν δια την κλασσικήν φιλοσοφίαν και την τέχνην, δια τον ψευδοπολιτισμόν μας, αλλά περί Ορθοδοξίας ούτε λόγος, επειδή δεν εζήσαμεν εν Χριστώ, δεν ησθάνθημεν την πνευματικήν λύτρωσιν και άπειρον ευδαιμονίαν της εν Χριστώ ζωής. Δια τούτο έχομεν περιέλθη εις αγωνίας και προβληματισμούς και άγχη και απελπιστικόν αδιέξοδον. Από το οποίον δεν θα εξέλθωμεν, εάν δεν προσέλθωμεν εν κλαυθμώ και ταπεινώσει και απλότητι ψυχής προς τον λυτρωτήν του κόσμου Χριστόν. Όχι τον Χριστόν των Λατίνων, που τον απεγύμνωσαν από την υπερβατικότητά του και τον κατέστησαν ένα ψυχρόν ηθικολόγον, ούτε τον Χριστόν των Προτεσταντών, οίτινες τον κατεκρεούργησαν εις τετρακόσια τεμάχια και κάθε αίρεσις τον παρουσιάζει εις τα μέτρα της. Αλλά τον Χριστόν, τον Ορθοδόξως ερμηνευθέντα και βιωθέντα επί δύο χιλιάδες έτη υπό της Εκκλησίας, εκ της οποίας απεκόπησαν και Λατίνοι και Προτεστάνται και ήδη πλανώνται εις το βαθύ σκότος της εγωπαθείας των. Τα ανωτέρω έγραψα ως μικράν εισαγωγήν εις την μικράν ιστορίαν, τόσον όμως περιεκτικήν και τόσον διδακτικήν δι’ ημάς, που ομιλώμεν περί ενώσεως των Εκκλησιών, την οποίαν εκθέτω αμέσως. Γνωστός μου φιλόλογος Γερμανός μοι εδιηγήθη τα εξής: Ευρισκόμην, λέγει, μεταξύ των στρατιωτών της Χιτλερικής εκστρατείας εις Ρωσίαν. Προ της καταρρεύσεως του γερμανικού μετώπου, ανεπαυόμην, μετά από μίαν μάχην, με άλλους συναδέλφους μου, εις ένα σπίτι ρωσικού χωριού. Ένα βράδυ οι συνάδελφοί μου ήρχισαν ένα θορυβώδες τραγούδι. Αίφνης, εμφανίζεται μία νεαρά ρωσίς, εις το σπίτι της οποίας εστεγαζόμεθα, και αφού μας έρριψεν αυστηρόν βλέμμα, έδειξε με τον δάκτυλόν της το εικονοστάσιον και την κανδήλαν που ήτο αναμμένη, ωσάν να μας έλεγε πόσον άτοπον είναι να τραγωδούμεν ενώπιον των ιερών εικόνων… Υπήρξε τόση η κατάπληξίς μου και ο σεβασμός μου δια την ορθόδοξον αυτήν νέαν, με το σταθερόν και ανδρείον φρόνημά της και δια την αδιαφορίαν της, ότι ωμίλει εις τους νικητάς της πατρίδος της, ώστε, μόλις ετελείωσεν ο φρικαλέος εκείνος πόλεμος, εζήτησα αμέσως να πληροφορηθώ τι πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και ποίας διαφοράς έχομεν ημείς οι Προτεστάνται με αυτούς. Κατέφυγα εις ένα Ορθόδοξον ιερέα μιάς Κοινότητος εν Γερμανία και τον ερώτησα να με διαφωτίση. Εκείνος, ύστερα από πολλήν σκέψιν, μου απήντησεν ότι … δεν έχομεν διαφοράς σοβαράς και ότι αμφότερα τα δόγματα αντλούν από μίας πηγής!... Παρά την απροσδόκητον αυτήν απάντησιν του ιερέως, ήρχισα να μελετώ βιβλία Ορθόδοξα. Εκεί ανεκάλυψα, όχι απλώς διαφοράς, αλλά χάσματα κυριολεκτικώς. Έβλεπα ότι η Ορθοδοξία ήτο εκθαμβωτικόν φως και ο Προτεσταντισμός βαθύτατον έρεβος. Ότι η Ορθοδοξία, απετέλει αδιάκοπον συνέχειαν της Αποστολικής Διδαχής και ότι ο Προτεσταντισμός ήτο ένα σύνολον ερμηνευτικών πλανών, η αρχή των οποίων υπήρξεν εις την Ρώμην ως Ορθολογισμός. Και ακόμη διεπίστωσα, ότι τόσον ο Παπισμός, όσον και ο Προτεσταντισμός, (περισσότερον ο δεύτερος) δεν λυτρώνουν, δεν ζωοποιούν, δεν ειρηνεύουν την ψυχήν, εν αντιθέσει με την Ορθοδοξίαν, η οποία πρώτον καθαίρει την ψυχήν από των παθών, κατόπιν την φωτίζει και τελευταίον την ενώνει με τον Χριστόν. Αργότερα εδιάβασα την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την «Φιλοκαλίαν» και τους Ασκητικούς Πατέρας και εκολύμβησα εις άπειρον αγαλλίασιν. Η ορθοδοξία είναι έργον Θεού. Ο Ρωμαιοκαθολισμός ήτο έργον Θεού και έγινεν και ανθρώπινον. Ο Προτεσταντισμός από Θεανθρώπινον κλάδον αποκοπείς, εφυλλορρόησεν από σατανικούς ανέμους και τώρα κείται εις φύλλα εξηραμένα, έκαστον των οποίων αντιπροσωπεύει και μίαν Ομολογίαν!...                                                                                                                                                                                                                                  
…Προ πολλών ετών εζήτησα να εισέλθω στους κόλπους της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Εκατηχήθην—διότι ουσιαστικώς εγνώριζα την αλήθειαν της Ορθοδοξίας—και εβαπτίσθην δι’ ύδατος και πνεύματος. Και έγινα ένα μέλος του μυστικού Σώματος του Χριστού. Και τώρα, σεσωσμένος τη Χάριτι του Θεού, πληροφορημένος εις την καρδίαν μου «εν Χάριτι», ζω αποξενωμένος από τους ονειδίζοντάς με συγγενείς, αλλά «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού», πτωχός καθηγητής εν Ελλάδι, αλλά πλουτίσας εν Χριστώ δύναμαι ευγνωμόνως να αναπέμπω τας προσευχάς μου και να λέγω, μαζύ με τον άγιον Πατέρα μας Συμεών τον Νέον Θεολόγον, προς τον Σωτήρα μου Ιησούν: «Απολαύω της αγάπης σου και της ωραιότητός σου και είμαι πλήρης ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μου λάμπει όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου. Όταν βυθίζομαι εις το φως σου, τότε γίνομαι ένα φως όμοιον με το ιδικόν σου. Και τότε αισθάνομαι τον εαυτόν μου πλουσιώτερον από όλους τους πλουσίους, ωραιότερον από όλους τους ωραίους και δυνατώτερον από όλους τους αυτοκράτορας». Και τελειώνω την προσευχήν μου με την αίτησιν, να με αξιώση ώστε να γίνω Μοναχός της Ορθοδόξου αγίας Εκκλησίας μας, δια να αρχίσω από εδώ να αισθάνομαι την μακαριότητα της αιωνίου βιοτής… «Κύριε, συ που μου έδωσες το αιτείν, δος μου και το αιτούμενον, Αμήν». Έτσι ετελείωσεν ο Ιωάννης Γιόρνταν την αφήγησίν του.

Αθωνικά άνθη







Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Κινδυνεύομε, ως Εκκλησία και ως Έθνος.

Οι κολυμβήθρες εστέγνωσαν δια το μη υπάρχειν βρέφη προς βάπτισι και η Ραχήλ, η αγία μας Εκκλησία, κλαίει απαρηγόρητα δια τα τέκνα Της τα αποβαλλόμενα και φονευόμενα υπό αναλγήτων μητέρων και κακούργων ιατρών. Τριάκοντα επτά περίπου χιλιάδες αθώων ψυχών φονεύονται κατά μήνα και ο εθνικός μας στρατός κατ΄ έτος ελαττώνεται, ενώ οι κύκλω ημών εχθροί υπερπληθύνονται. Οι δε Κληρικοί μας συζητούν περί ανέμων και υδάτων, περί ιερωσύνης γυναικών και στρατεύσεως αυτών… Ταλαίπωρε αιωνία Ελλάς, που πηγαίνεις; Με τρία εκατομμύρια μουσουλμάνων στα αγιοτόκα εδάφη σου, Ιέρειες ετοιμάζονται δια την Εκκλησία σου και γυναίκες δια την φύλαξι των συνόρων και της ακεραιότητός σου!!!

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον

«Δεύτε άπαντα τα πέρατα της γης, την Σεπτήν μετάστασιν της Θεομήτορος μακαρίσωμεν... Η γαρ των Ουρανών υψηλοτέρα και των Χερουβείμ ενδοξοτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν και πληρούνται τα σύμπαντα χαράς» (Τροπάριον β' Λιτής της εορτής).



Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον, την αειπάρθενον, την μητέρα του φωτός. Χαίρει, γιατί υποδέχεται την θεοχώρητο κόρη και αγνή Θεοτόκο, το κλέος των προφητών, την θυγατέρα του Δαυΐδ. Χαίρει, όταν βλέπη να ανεβαίνη από την γη που είναι έρημος από αρετή και ωραιότητα Εκείνη που ανέτρεψε την κατάρα και την μετέτρεψε σε ευλογία. Χαίρει ο ουρανός, γιατί τιμάται υποδεχόμενος την πάντων Βασίλισσα «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη» και παρισταμένη στα δεξιά του Σωτήρος. 
Χαίρει βλέπων «την βάτον την φλεγομένην και μη καιομένην», «την λαβίδα των μυστικών την τον άνθρακα Χριστό συλλαβούσα εν γαστρί» να μετακομίζη εις την άνω Ιερουσαλήμ για ατελεύτητο κατάπαυση. Χαίρει ο ουρανός, γιατί μετέστη προς την ζωήν «η κλίμαξ δι ἧς κατέβη ο Θεός», «η της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον», «η των ειδώλων ελέγξασα τον δόλον», η Θεοτόκος. Χαίρει και αγάλλεται και σκιρτά βλέπων στον ουρανό τον έμψυχο ναό του Θεού, την τον θείον μαργαρίτην προαγαγούσα, Εκείνη δια της οποίας ελύθη η κατάρα, Εκείνη που Χριστόν προαγαγούσα έγινε αιτία χαράς και έκτοτε αντεισάγεται στον κόσμο αντί της καταδίκης η χάρις, αντί της απωλείας η σωτηρία, αντί του σκότους το φως, αντί του παροδικού το αιώνιον, αντί της αδικίας η δικαιοσύνη, αντί νυκτός η ημέρα, αντί του Βελίαρ ο Χριστός, την Θεομήτορα. Σήμερα, αδελφοί μου, το ηγιασμένον σκήνωμα του Υψίστου έλαβε επίγειο τέλος, ένδοξο και ευκλεές. Σήμερα, γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, η οποία εις τον ανενδεή Θεό σώμα και σάρκα εχάρισε. Γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, που έδωσε ένδυμα εις τον αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον. Σήμερα, γιορτάζουμε την εορτή Εκείνης, που αποτελεί το παλάτιον και τον θρόνον του Βασιλέως, Εκείνης που είναι η αιτία της θεώσεως όλων, Εκείνης που εισήγαγε στον κόσμο και στην οικουμένη τον Χριστό προς σωτηρία των ψυχών ημών. Άνθρωποι σκιρτήσατε, λογικές φύσεις αλαλάξατε, πάσα η γη, τω Κυρίω υψώσατε φωνήν αινέσεως, ότι εκοιμήθη η μήτηρ της ζωής και τον «κόσμον ου κατέλιπεν». Ο ουρανός άνωθεν ευφραίνεται, η γη αγάλλεται, η θάλασσα του κόσμου αναταράσσεται. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίζονται κηδεύσαι θεοπρεπώς την μεγάλη Μητέρα από την οποία ο Βασιλεύς της δόξης περιεβλήθη της σαρκός την πορφύρα και εκήρυξε την άφεση στους αιχμαλώτους της αμαρτίας και τους αποδήμους της θείας χάριτος. Πανηγυρίσατε φιλέορτοι και φιλόθεοι και θεόφιλοι. Η αμνάς η τεκούσα τον πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, η αμνάς η ελπίς πάντων ημών, προς τον Μεγάλο Ποιμένα, τον Δεσπότην Χριστό σήμερα ανυψώνεται από γης εις τα άνω, πρεσβευτικό υπέρ ημών εξανοίγουσα στόμα. Πανηγυρίσατε άνθρωποι ότι ο τάφος δεν μπόρεσε να κρατήση στους κόλπους του την μητέρα της ζωής ότι «ουχ είχε κατέχειν εις τέλος γη και τάφος και θάνατος, ζωαρχικόν σώμα και θεοδόχον»! Χαρήτε αδέλφια χαρά μεγάλη «παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος» «νενίκηνται γαρ της φύσεως οι όροι» στην Μητέρα του Θεού. Άσατε, άνθρωποι, τω Κυρίω «άσμα καινόν», αφού εν τη κοιμήσει της Θεοτόκου ο θάνατος δεν είναι πρόξενος λύπης αλλά χαράς. «Ζωής γαρ αϊδίου και κρείττονος ο θάνατος αυτής γέγονε». Είπωμεν πάντες οι ευλαβείς εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. «Πανύμνητε Μήτερ, Εσύ που μας προσέφερες το «σεσιγημένον» μυστήριον και το «σιωπόμενον δόγμα» εν τη Σεπτή Κοιμήσει Σου. Συ κόρη αμίαντε, παρθένε, αμόλυντε, άφθορε, πάγκαλε νεάνις. Συ γυναικών αγλάισμα, θυγατέρων καλλώπισμα. Συ εσφραγισμένη τη παρθενία, Συ του Νώε η Κιβωτός και του Ιωσήφ η σωφροσύνη. Συ η ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα, Συ η θυγάτηρ του Δαυΐδ, Συ η υπάρχουσα των προφητών η διόπτρα. Δεόμεθά Σου σήμερον. Δέξου τις προσευχές όλων μας, κλήρου και λαού ως λαμπάδα αναμμένη προ της θαυματουργού εικόνος Σου, ως προσκύνηση και από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Σε γαρ μόνην ασφαλή και βεβαίαν άγκυραν έχομεν. Δεόμεθά Σου Θεοτόκε. Φρούρει, φύλαττε και σώζε τον κόσμον. Δίδου εις αυτόν θεογνωσίαν, στήριξε την Εκκλησία, φύλαττε την πατρίδα ημών, σε ειρήνη μετάβαλε κάθε επιβουλή, καθότι ο εκ Σου τεχθείς Ιησούς ο Θεός ημών, Θεός και Βασιλεύς υπάρχει. Ειρηνοδότης και ειρηνοφόρος και «άνδρα αιμάτων και δόλιον βλελύσσεται». Αδελφοί μου, εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. Η κεχαριτωμένη έστω εις πάντας Υμάς σκέπη, ευλογία και χάρις, χαρά και χαρίτωσις. Αμήν.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

ΙΒ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ --- Πατέρας Ευθύμιος Μπαρδάκας


Η «Αγαθή Μερίδα» --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. Σχόλιον εις ένα παρεξηγημένον χωρίον

Φιλοξενούμενος ο Κύριος στη Βηθανία, ένα προάστειο των Ιεροσολύμων, στο γνωστό και φιλικό σπίτι των αδελφών Μάρθας, Μαρίας και Λαζάρου – ο πατέρας της οικογένειας, Σίμων ο λεπρός (βλ. Ματθ. 26: 6· Μρ 14: 3), είχε πεθάνει – αξιοποιεί την ευκαιρία για να διδάξει τους παρευρισκομένους. Η Μάρθα ως οικοδέσποινα καταγίνεται με την περιποίηση του φιλοξενουμένου, ενώ η μικρότερη αδελφή της Μαρία καθισμένη κοντά στα πόδια του Ιησού, ακούει με προσοχή τη διδασκαλία Του (Λουκ. 10: 39). Αυτό ενόχλησε την Μάρθα, η οποίαπεριεσπάτο περί πολλήν διακονίαν, καταγινόταν υπερβολικά με την φροντίδα της φιλοξενίας. Πιθανόν ετοίμαζε πλούσιο τραπέζι με πολλά φαγητά, που μάλιστα απαιτούσαν ιδιαίτερο κόπο και χρόνο για την προετοιμασία. Επειδή, όμως δεν μπορούσε να τα προλάβει όλα μόνη της, έρχεται στον Κύριο, που δίδασκε και κάνει τα παράπονά της· «Κύριε, δεν σε μέλει που η αδελφή μου με άφησε μόνη να διακονώ; Πες της, σε παρακαλώ, να με βοηθήσει». Αξίζει να προσέξουμε ότι η Μάρθα δεν απευθύνεται στην αδελφή της αλλά στον Κύριο. Στο παράπονο τής Μάρθας ο Κύριος απαντά: «Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ΄ αυτής» (Λουκ. 10: 41-42).                                                                                             

Αυτά ακριβώς τα λόγια του Κυρίου, που περιέχονται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα των Παρακλήσεων της Παναγίας, έχουν παρεξηγηθεί από πολλούς και ερμηνεύθηκαν ως εξής: «Ταλαίπωρη Μάρθα, βυθίστηκες στις πολλές μέριμνες του κόσμου. Ένα μόνο σου χρειάζεται· να εγκαταλείψεις τα κοσμικά και να στραφείς προς τα πνευματικά, όπως η Μαρία. Από τις δύο ασχολίες η αγαθή είναι αυτή την οποία διάλεξε η Μαρία». Επίσης, η διαμαρτυρία της Μάρθας θεωρήθηκε ως εκδήλωση ζηλοτυπίας προς την αδελφή της. Με τις ερμηνείες αυτές αδικείται η αλήθεια και υποτιμάται το πρόσωπο της Μάρθας, διότι τάχα ασχολείται μόνο με την ύλη και δεν έχει ανώτερες πνευματικές πτήσεις όπως η Μαρία. Εντούτοις, ο διάλογος της Μάρθας με τον Ιησού Χριστό, όπως τον διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (βλ. Ιω 11, 21-28), αποκαλύπτει το θείο φωτισμό και το πνευματικό μεγαλείο της ανδρείας αυτής γυναίκας.                                                                                             
Η απάντηση του Κυρίου, όπως φαίνεται κι από την επανάληψη του ονόματος της Μάρθας, Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ήταν μία ελαφρά επίπληξη, που φανέρωνε ταυτόχρονα όλη τη συμπάθεια και την εύνοιά του. Το ρήμα «μεριμνώ» υποδηλώνει εσωτερική ανησυχία, ενώ το «τυρβάζομαι» αναφέρεται σε εξωτερικές εκδηλώσεις ταραχής. Ο Κύριος θέλει να καθησυχάσει τη Μάρθα. Την βλέπει να καταπιάνεται με πολλά, και τη συμβουλεύει· ενός δε εστι χρεία, είναι, δηλαδή, αρκετό ένα φαγητό.                                                                                  
Ο Ιησούς προτιμά να τρέφει αυτούς, που τον φιλοξενούν με την διδασκαλία Του παρά να απολαμβάνει τα πολλά τους εδέσματα. Δεν θέλει να στερείται ούτε η Μάρθα ούτε η Μαρία τηναγαθήν μερίδα, τη θεία διδασκαλία Του, που είναι η τροφή της ψυχής, ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη τροφή και προσφορά.                                         
Οπωσδήποτε, όπως σημειώνει ο άγιος Μακάριος, ο Κύριος δεν αποποιείται, δεν απορρίπτει το έργο της διακονίας. Απλώς μιλά «ως το μείζον του ελάττονος προτιθείς». Δίδει την πρώτη θέση στη διδαχή και τη δεύτερη στη διακονία του φαγητού. Με την ίδια νοοτροπία οι απόστολοι, όταν δημιουργήθηκε πρόβλημα στην πρώτη εκκλησία, ανέθεσαν στους διακόνους τη διακονία των τραπεζών, για να έχουν οι ίδιοι την άνεση να διακονούν απερίσπαστα το κήρυγμα του θείου λόγου (Πράξ. 6: 1-6). Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα συγκρίσεως μεταξύ ακροάσεως του θείου λόγου και διακονίας. Ο Κύριος τονίζει την αξία του πρώτου, διότι αυτό θα κινητοποιήσει για το δεύτερο, τη διακονία.                      
Όπως καθαρά φαίνεται στις σχετικές ευαγγελικές διηγήσεις, η Μάρθα δεν υστερεί πνευματικά έναντι της Μαρίας. Λαχταρούσε κι αυτή να ακούσει τον Διδάσκαλο. Υπερνικά, ωστόσο, την προσωπική της επιθυμία και ευχαρίστηση, μεριμνώντας για την εξυπηρέτηση των άλλων. Ως μεγαλύτερη και ωριμότερη θυσιάζεται, για να εκφράσει την αγάπη και τη στοργή της στους κουρασμένους επισκέπτες. Φιλότιμα μάλιστα, καταπιάνεται με πολλές φροντίδες και δουλιές, ώστε να τους περιποιηθεί πλούσια και να τους ευχαριστήσει με πολλά και αξιόλογα φαγητά. Με τη συμπεριφορά της μιμείται τον Κύριο, που, ενώ έφθασε στο σπίτι της κατάκοπος από την οδοιπορία, δεν σκέπτεται τη δική του ανάπαυση, δεν ενδιαφέρεται για το φαγητό, αλλά διδάσκει για να ωφελήσει τους ακροατές. Η Μαρία, η οποία ήταν και μικρότερη, κάθησε αμέριμνη και απολάμβανε τη διδασκαλία του Κυρίου. Η Μάρθα προχώρησε στην εφαρμογή, στη θυσία.                                                                                      
Η αγαθή μερίδα, λοιπόν, στην οποία αναφέρεται ο Κύριος είναι η ίδια η διδαχή του. Η Μαρία την απολαμβάνει, η Μάρθα τη στερείται, όχι από αδιαφορία ή άλλη αιτία, αλλά από τον πόθο τής προσφοράς. Δηλαδή εφαρμόζει ήδη τη διδασκαλία του Κυρίου, ακολουθώντας το δικό του παράδειγμα, που «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι» (Ματθ. 20: 28).