Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Τι βοάτε προς με; Δεν βλέπετε ότι καρπόν ου φέρει η άμπελος αύτη;

Ο π. Θεοφάνης είδεν εις όραμά του, εις τας αρχάς του ιθ΄ (19ου) αιώνος, τη βοηθεία του Οσίου Νείλου, όρασιν φοβεράν και προφητικήν δια τους Αγιορείτας Πατέρας των ημερών μας και δι΄ ολόκληρον την Ελλάδα, της οποίας Σκέπη μοναδική ην και εστίν η Θεοτόκος. Εόρακε ούτος εν πλήθος παλαιών Αγιορειτών Πατέρων λέγοντες: «Ω, ποία ταλαιπωρία συνέβη εις την άμπελον ταύτην ; πως ησθένησαν τα κλήματα όλα ταύτα;» Και πλείστα άλλα τοιαύτα, εκφράζοντες δε ούτοι την ανησυχίαν των δια τους νυν πατέρας τους καλλιεργούντας νωχελικώς και νεωτεριστικώς το Περιβόλιον της Παναγίας. Ηκούσθη κατόπιν φωνή ερχομένη έσωθεν βροντής λέγουσα: «Άρατε την σκέπην ταύτην ότι η άμπελος αυτή ηχρειώθη και ου χρήζει της σκέπης ταύτης». Οι πολιοί ούτοι Όσιοι Πατέρες ήρχισαν βοώντες μεγαλοφώνως: «Παύσον Κύριε την οργήν σου κατά της αμπέλου ταύτης, μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από την άμπελον ταύτην. Επάκουσον της φωνής του στεναγμού ημών και παύσον την αγανάκτησίν σου, ότι πολλούς και μεγάλους κόπους κατεβάλομεν εις την άμπελον». Και πάλιν φωνή ηκούσθη εκ της βροντής λέγουσα: «Τι βοάτε προς με; Δεν βλέπετε ότι καρπόν ου φέρει η άμπελος αύτη; Ηβουλήθην πέμψας αγγέλους Σατανά του ερημώσαι την άμπελον ταύτην, ότι ατιμίαν αντί καρπόν φέρει». Ο π. Θεοφάνης βλέπει εν συνεχεία Γυναίκα ερχομένην από την Εκκλησίαν της Παναγίας κρατούσαν Βρέφος εις τας αγκάλας Της και είπε προς τους πατέρας εκείνους: «Παύσατε, ω οσιώτατοι πατέρες.  Δεν βλέπετε την άμπελον ότι εξέκλινε και αντί καρπού φέρει εργασίαν ψυχοφθορίας;» Οι δε πατέρες εστράφησαν τότε προς την Θεοτόκον με θρήνον και κλαυθμόν λέγοντες: «Παντάνασσα Δέσποινα, φείσαι της αμπέλου ταύτης της παρά Σου φυτευθείσης. Δέξαι την δέησιν ημών των αναξίων δούλων σου. Μη παραδώσης εις αιχμαλωσίαν την άμπελον ταύτην». Και ευθύς το Βρέφος Αυτής εβόησε: «Που είναι ο καρπός της αμπέλου ταύτης;» και έκαμε νεύμα δια της χειρός Του να συμμαζώσουν το πανίον (την σκέπην). Η δε Κυρία Θεοτόκος εκράτησε την χείρα του Βρέφους και έβαλε την δεξιάν Της εις το στόμα Τούτου και ημπόδισε να ποιήση νεύμα και να κράξη την εγκατάλειψιν του Αγίου Όρους.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

«ΠΑΣΧΑ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΣΧΑ» αθωνικά άνθη

  Το άγιο Πάσχα πέρασε, βέβαια, σαν εορτή, σαν υπομνηματισμός λειτουργικός και βιωματικός, σαν «Λαμπροφόρος ημέρα». Αλλά το φως του το άκτιστον εξακολουθεί να περιλάμπει και να φωταγωγεί τον νουν μας. Γιατί το άγιο Πάσχα δεν διαυγάζει την ύπαρξή μας μόνον όταν εορτάζεται. Πάσχα δεν τελούμε μόνο μια φορά το χρόνο σαν «εορτή εορτών και πανήγυριν πανηγύρεων». Εάν ο Χριστός είναι «μεθ΄ ημών πάσας τας ημέρας της ζωής ημών», άρα Πάσχα τελούμεν εις ολόκληρον τον βίον μας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύων τον παραπάνω λόγον του Χριστού, λέγει: Ο Ευαγγελιστής δεν είπε «τρίτον ήδη τούτο προς αυτούς ήλθεν επί Τιβεριάδος», αλλά «εφανερώθη», δεικνύων ότι είναι μαζύ τους, αλλά μη βλεπόμενος αισθητώς, επειδή έδινε την δύναμη στους μαθητάς να τον βλέπουν όποτε ήθελε. Γιατί αυτή είναι η δύναμη των αθανάτων σωμάτων. Είναι λοιπόν κοντά μας ο Χριστός, αδελφοί, έστω και αν δεν φαίνεται. Γι΄ αυτό είπε και στους Αποστόλους κατά την Ανάληψή του· «Ιδού εγώ μεθ΄ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος». Επομένως πρέπει να αισθανώμεθα δέος προς τον Χριστόν σαν παρόντα κάθε ημέρα και να εκτελούμε τις εντολές του. Αν και δεν μπορούμε να τον βλέπουμε τώρα με τα μάτια του σώματος, όμως, εάν έχουμε νήψη, μπορούμε να τον βλέπουμε συνεχώς με τα μάτια της διανοίας. Και όχι μόνον απλώς, να τον βλέπουμε, αλλά και να κερδίζουμε έτσι πολλά αγαθά. Γιατί αυτή η νοερά θέα του Χριστού συνεπάγεται την αναίρεση κάθε αμαρτίας, καταλύει κάθε κακό πάθος και μας αλλοτριώνει από κάθε τι κακό. Η μυστική αυτή θέα προξενεί κάθε αρετή, γεννά την καθαρότητα και την απάθεια και χαρίζει τελικά την αιώνια ζωή και την απέραντη βασιλεία. Εάν επιμελούμεθα της ωραίας αυτής θέας και βλέπουμε νοερώς τον Χριστόν σαν παρόντα, τότε μπορεί καθένας μας να λέει μαζύ με τον προφήτη Δαβίδ: «Εάν παρατάξηται επ΄ εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου· εάν επαναστή επ΄ εμέ πόλεμος, εν ταύτη εγώ ελπίζω» (Ομιλία στο ι΄ Εωθινό). Η ζωή μας, λοιπόν, είναι μια συνεχιζομένη «εορτή εορτών», γιατί το φως της Αναστάσεως περνά μέσα απ΄ όλες τις λεπτομέρειες της ζωής μας. δεν μπαίνουμε μόνο μέσα στο φως της Αναστάσεως, αλλά αυτό το φως το άκτιστο εισδύει μέσα στον άνθρωπο ψυχοσωματικά. Γινόμαστε ένα με το φως. Δεν συγχεόμαστε με το φως, αλλά, διατηρούντες την αίσθηση της «δεδοξασμένης» υποστάσεώς μας, αισθανόμαστε τις άκτιστες ενέργειες του αγίου Πνεύματος να «διαδίδωνται» «εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν», και να μετασκευάζουν και αυτές τις βιολογικές λειτουργίες μας σε κτίση «καινή». Γιατί, όπως λέγει πάλιν ο μέγας Παλαμάς, «ο καινός εν Χριστώ άνθρωπος, φως ων και ορών δια φωτός, καν εαυτόν βλέπη, φως ορά, καν προς εκείνο ο ορά, φως εστι και τούτο, καν το δι΄ ου έχη το οράν, και εκείνο φως εστι· και τούτο εστιν η ένωσις, εν πάντ΄ εκείνα είναι…»(Προς Ξένην).
Όλες οι εορτές της Εκκλησίας υπομνηματίζουν τα γεγονότα, που αποτελούν τις ξεχωριστές φάσεις του απολυτρωτικού και θεοποιητικού έργου του Χριστού. Η τελική φάση είναι η Ανάσταση, που ολοκληρώνουν η θεία Ανάληψη και η Πεντηκοστή, κατά την οποία συγκροτείται «όλος ο θεσμός της Εκκλησίας». Αλλά η Ανάσταση είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωση όλου του έργου της θείας ευδοκίας. Η Ανάσταση είναι το μεθόριο μεταξύ δύο κόσμων, του παλιού και του νέου, του «καινού». Είναι τόσο θεμελιώδους σημασίας η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού για την ζωή μας, ώστε στον λειτουργικό κύκλο του χρόνου να την εορτάζουμε πενήντα δύο φορές με τον πιο λαμπρό τρόπο κάθε Κυριακή. Εκτός του γεγονότος, ότι όσες φορές κοινωνούμε το τεθεωμένο Σώμα και Αίμα του Χριστού, κάνουμε Πάσχα. Ησημασία της Αναστάσεως δεν εξαντλείται στην αρνητική άποψη, που διετύπωσεν ο Απόστολος Παύλος· «εάν ο Χριστός δεν ανέστη, άρα ματαία ημών η πίστις». Δεν εξαντλείται επίσης στο γεγονός, ότι ο Χριστιανισμός στέκεται ή πέφτει με την Ανάσταση του Χριστού ή όχι. Χωρίς την Ανάσταση δεν μπορούμε να εννοήσουμε τίποτε απ΄ όσα έλαβαν χώραν κατά την Ενσάρκωση του Χριστού και όσα εδίδαξεν ως Ευαγγέλιον. Η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού ενοποιεί όλες τις επί μέρους φάσεις της παρουσίας Του στη γη και συμπυκνώνει όλες τις συνέπειες της Ενανθρωπήσεως, σαν τελικό σκοπό και σαν θρίαμβο του Θεού. Με την Ανάσταση φανερώνεται τι είναι ο Θεός και τι ο άνθρωπος. Μόνον υπό το φως της Αναστάσεως μπορούμε να αντιληφθούμε το μεγαλείο του Θεού και το μεγαλείο του ανθρώπου. Προσλαμβάνει ο Θεός την εκπεσμένη και εμπαθή φύση του ανθρώπου και τη θεώνει. Από εδώ και πέρα ο άνθρωπος δεν είναι πλέον «σαρξ και αίμα», αλλά θεός κατά χάρη, είναι «θείας κοινωνός φύσεως». Δεν γίνεται θεός κατά χάρη μετά θάνατον, αλλά έχει την δυνατότητα να γίνει θεός από εδώ. Ζει τώρα μέσα στην σάρκα, αλλά συμπεριφέρεται σαν θεός, όπως λέγει ο Αλεξανδρεύς Κλήμης. Ο χρόνος της παρούσης ζωής εισέρχεται μεταποιημένος μέσα στην άχρονη αιωνιότητα, προς την οποία κατευθυνόμεθα. Ηπαρούσα ζωή, με την Ανάσταση του Χριστού, έγινε ένα κλάσμα χρονικό της μελλούσης, όπου, των «εσόπτρων λυθέντων», θα μετέχουμε «εκτυπώτερον», δηλ. ουσιαστικώτερα στην ζωή του Χριστού και θα απολαμβάνουμε πληρέστερα την χαρισθείσα μακαριότητα μέσα στο φως της Αγίας Τριάδος.
Η μακαριότης είναι η εν Θεώ ζωή, που ανέτειλεν από τον «Όλβιον Τάφον» του Χριστού, σαν αγάπη, χαρά, ειρήνη, φως, που αποτελούν όχι απλώς θεία δωρήματα, αλλά χορηγίες ενυποστάτων θείων ενεργειών, που διεπερούν ολόκληρη την ψυχή, τον νουν και το σώμα. Το φως και η χαρά του αγίου Πάσχα, η δύναμη και η ωραιότης, ως άκτιστες θείες ενέργειες, μεταβάλλουν και αυτά τα μέλη μας σε φως και ωραιότητα, σε δύναμη και πλούτο, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Αλλοιούνται οι αισθήσεις μας προς το θειότερο και γινόμαστε ολόκληροι φως. Και ο νους μας, που πλέει στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, γίνεται ένα φως όμοιον με το ιδικόν του. Και τότε γεμίζουμε με ευδαιμονία και από θεία γλυκύτητα. Το πρόσωπό μας λάμπει, όπως το πρόσωπο του ηγαπημένου Ιησού. Και τότε αισθανόμαστε τον εαυτό μας, όπως σημειώνει ο άγιος Συμεών, ωραιότερον απ΄ όλους τους ωραίους, πλουσιώτερον απ΄ όλους τους πλουσίους και δυνατότερον απ΄ όλους τους αυτοκράτορες… Αλλά για να δεχθούμε το άκτιστο φως που συνεχώς μάς στέλλει ο Αναστηθείς Γλυκύτατος Ιησούς, πρέπει να καθαρίσουμε τις καρδιές μας και να τις στολίσουμε με αρετές. Χωρίς δεκτικότητα, πως το φως θα εισέλθει στην ψυχή μας; Εάν η ψυχή μας δεν γίνει καθαρός καθρέπτης, πως θα λάμψει το φως της Αναστάσεως μέσα μας; Οι ακάθαρτοι λογισμοί και οι αμαρτωλές πράξεις και οι ενέργειες του διαβόλου στην καρδιά μας είναι σκοτάδι. Πως το άγιο φως του Χριστού θα λάμψει «εν ταις καρδίαις ημών»; Γι΄ αυτό, όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «Ας παρακαλέσωμεν, αγαπητοί, τον αναστάντα Χριστόν να νεκρώση μεν τους εν τη καρδία μας παρακαθημένους εμπαθείς λογισμούς και δαίμονας, να αναστηθή δε αυτός μέσα μας, υπερβαίνων ως σφραγίδας τους εν τη ψυχή μας ευρισκομένους εμπαθείς τύπους και προλήψεις της αμαρτίας, ως λέγει ο θεοφόρος Μάξιμος· «Ο Κύριος ανίσταται, ωσεί νεκρούς μεν ποιών τους υπό των δαιμόνων τη καρδία παρακαθημένους εμπαθείς λογισμούς, τους διαμεριζομένους εν τοις πειρασμοίς ώσπερ ιμάτια τους τρόπους της ηθικής ευπρεπείας, και υπερβαίνων ώσπερ σφραγίδας τους επικειμένους τη ψυχή τύπους των κατά πρόληψιν αμαρτημάτων» (α΄ εκατ. των θεολογικών κεφ. ξγ΄).
…Εάν ουν ημείς θεοφιλώς και καινώς πολιτευώμεθα, αδελφοί, ως άνωθεν είπομεν, θέλομεν γνωρίσει μέσα εις τον εαυτόν μας την θαυμαστήν δύναμιν της Αναστάσεως του Κυρίου, ήτις είναι ο προηγούμενος σκοπός, δια τον οποίον ο Θεός τα πάντα εποίησε, κατά τον αυτόν θείον Μάξιμον, και ακολούθως θέλομεν αξιωθή να εορτάζωμεν το Άγιον Πάσχα του Κυρίου εν τη παρούση μεν ζωή με χαράν πνευματικήν και αγαλλίασιν της καρδίας μας, εν δε τη μελλούση, να εορτάζωμεν αυτό εκτυπώτερόν τε και καθαρώτερον, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών τω εκ νεκρών αναστάντι. Ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.



Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

O MΥΘΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕ ΑΛΛΟΔΟΞΟΥΣ -- του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

Στο φύλλο του «Ο.Τ.» της 17-11-06 δημοσιεύθηκε κείμενο με τίτλο: «Η επικοινωνία με τους αλλόδοξους δυνατότητα ορθοδόξου μαρτυρίας».                                                                                              
Το εν λόγω κείμενο στηρίζει και προβάλλει τη συμμετοχή των ορθοδόξων στους διαχριστιανικούς διαλόγους με το γνωστό επιχείρημα ότι η επικοινωνία μας με τους αλλοδόξους αποτελεί μοναδική ευκαιρία προσφοράς, εκ μέρους μας, της μαρτυρίας της ορθοδόξου αληθείας, την οποία η Εκκλησία μας κατέχει!                                                                              
Πρόκειται, σήμερα, για έναν ισχυρισμό, ο οποίος στηρίζεται στην κοινή λογική, σύμφωνα με την οποία η επικοινωνία μας αυτή επιβάλλεται ως μονόδρομος μιας τέτοιας προσφοράς, εφόσον είναι λογικό να δεχθούμε ότι, εάν δεν συναντηθούμε εν διαλόγω με τους αλλοδόξους αδελφούς μας, δεν μπορούμε να τους πληροφορήσουμε πειστικά για τον πλούτο των αληθειών της πατερικής μας παραδόσεως και γενικά για την ορθοδοξία της πίστεώς μας!                                     
Αλλά ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν πράγματι, σήμερα, ένα πειστικό επιχείρημα για τη συμμετοχή της Εκκλησίας μας σε τέτοιους διαλόγους, εάν υπήρχαν όντως οι όροι και οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες εκείνες, οι οποίες θα καθιστούσαν πραγματοποιήσιμο ένα τέτοιο έργο μαρτυρίας της ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας στους πλανεμένους αλλοδόξους αδελφούς μας! Εντούτοις, σήμερα, πολλοί παράγοντες, ποικίλης φύσεως, αποδεικνύουν ουτοπικό έναν τέτοιο ισχυρισμό ή μέθοδο επικοινωνίας μας με τους αλλοδόξους, με στόχο την ανάπτυξη της ιεραποστολικότητας της Εκκλησίας σε χώρους διαχριστιανικών διαλόγων, στους οποίους κυριαρχεί το οικουμενιστικό πνεύμα, της αλλοτριώσεως της χριστιανικής πίστεως από τα στοιχεία της αγιοπνευματικής-χαρισματικής της δυναμικής! Έτσι κάτω από τις προϋποθέσεις και τους όρους, υπό τους οποίους οι διάλογοι αυτοί πραγματοποιούνται σήμερα, το επιχείρημα της αναγκαιότητος αναπτύξεως ιεραποστολικότητος της Εκκλησίας στους εν λόγω χώρους, ως ουτοπικό, αποτελεί μύθο!                                                                                                                   
Και είναι αλήθεια ότι ο μύθος αυτός γίνεται σήμερα πιστευτός και αποδεκτός από ανθρώπους της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τα συμβαίνοντα στον οικουμενιστικό χώρο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών ή στους διαλόγους με τους παπικούς και γενικότερα στις διαθρησκειακές δραστηριότητες! Εξάλλου, τα συμβαίνοντα στους οικουμενιστικούς χώρους, που θεμελιώνουν την πραγματικότητα του μύθου, στο ουτοπικό επιχείρημα της δυνατότητος μαρτυρίας ή ιεραποστολικότητος, είναι μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:                             
1. Κάθε ετερόδοξος εκπρόσωπος, σε ένα διαχριστιανικό διάλογο, έχει συγκεκριμένη αποστολή να εκθέσει και να υπερασπισθεί την ομολογιακή του πίστη στις σχετικές συζητήσεις. Δεν προσέρχεται, καταρχήν, σ΄ ένα διάλογο, για να αναζητήσει καλύτερες θέσεις στην προσωπική του πίστη. Έπειτα, οι ομολογιακές διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και ετεροδόξων-αιρετικών-διδασκαλιών, είναι συνήθως διαμετρικά αντίθετες, και δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικώς μια ορθόδοξη μαρτυρία τον ετερόδοξο αποδέκτη!                                                                
Εν προκειμένω, ο συνάδελφος Πατρολόγος Καθηγητής Στυ. Παπαδόπουλος, με πολυετή εμπειρία στους χώρους των διαχριστιανικών διαλόγων, βεβαιώνει ότι: «Δεν συνέβη μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας της ως αποτέλεσμα των διαλόγων… Κάποιες ίσως δευτερεύουσες πρακτικές πλευρές δυνατόν να δέχθηκαν οι εταίροι μας να αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας τους…».                                                  
2. Εκ της πρακτικής του τρόπου διεξαγωγής των διαλόγων αλλά, κάποιες φορές, και του είδους της παρουσίας και δράσεως ημετέρων εκπροσώπων, βεβαιώνεται, το αντίθετο, ότι δηλ. ορθόδοξοι εκπρόσωποι, όχι μόνο δεν δίνουν την οφειλομένη μαρτυρία αλλά στηρίζουν ετερόδοξες θέσεις.                                                                          
Σε έκθεση, του Μητρ. Περιστερίου Χρυσοστόμου και π. Θ. Ζήση, σχετικά με τη συμμετοχή ημετέρων σε συγκεκριμένο διάλογο, σημειώνονται και τα εξής· «…οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εις τους διαλόγους παρουσιάζονται ¨τελείως απαράσκευοι¨ και δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Πολλά ορθόδοξα μέλη, λόγω αγνοίας, υιοθετούν ΡΚαθολικάς απόψεις… και απορρίπτουν τας Ορθοδόξους ή θεωρούν τον διάλογον προσωπικήν των υπόθεσιν και βάσει των προσωπικών γνωριμιών και συμφερόντων καθορίζουν την θέσιν των…». 

 3. Στους διαχριστιανικούς διαλόγους, οι ετερόδοξοι προτιμούν θέματα, ή ζητήματα, τα οποία, όπως εκτιμούν, μας ενώνουν, αλλά ποτέ δεν δέχονται να συζητηθούν εκείνες οι διδασκαλίες, που μας χωρίζουν! Γεγονός, που βεβαιώνεται από το περιεχόμενο των «κοινών δηλώσεων», που συντάσσονται μετά το πέρας ενός διαλόγου!                                                                                                                             
Και εδώ σημαντικά και αποδεικτικά είναι όσα σχετικώς βεβαιώνει ο καθ. Στ. Παπαδόπουλος· «Στο διάλογο με τους ΡΚαθολικούς έλαβα μέρος για δέκα σχεδόν έτη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, συντάχθηκε σειρά κειμένων και σε κανένα απ΄ αυτά «δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουν δογματικές διαφορές». Οι ΡΚαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν, παρά την έντονη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών… Θέλουνε να μη εμφανίζεται ο διάλογος ως οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή – το πολύ – σε διαφορές Θεολογικών «Σχολών»!                                                                                             
4. Αλλά κάθε προσπάθεια εκφοράς ορθοδόξου μαρτυρίας, σ΄ ένα διαχριστιανικό διάλογο, αποβαίνει αδύνατη, λόγω των σχετικών καταστατικών αρχών του Π.Σ.Ε.          
Έτσι:                                                                                                                                             
α) Η Οικουμενική Χάρτα (2000) προτρέπει να παραιτηθούμε από την ιεραποστολή στους ετεροδόξους, επειδή αυτό θεωρείται προσηλυτισμός. Έτσι «υποσχόμεθα να μη προτρέπωμεν ανθρώπους να αλλάσσουν την Εκκλησίαν αυτών».                        
β) Μας έχει επιβληθεί η αρχή (Βανκούβερ 1983), σύμφωνα με την οποία οι θεολογικές διαφορές είναι σε κάθε περίπτωση νόμιμες και δεν θεωρούνται ως εμπόδιο για την ενότητα των διαφόρων ομολογιών. Την αρχή αυτή ανανέωσε και ισχυροποίησε η αρχή της Θ΄ Γεν. Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας (2006), σύμφωνα με την οποία· «Η αποστολική πίστη της Εκκλησίας είναι μία, αλλά μπορούν νόμιμα να υπάρχουν διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας». Ο Θεός θα εναρμονίσει τις διαφορές και θα εξαφανίσει «τις ανθρώπινες αδυναμίες!». Η οικουμενιστική αυτή νομιμοποίηση των αιρέσεων εξουδετερώνει τον ορθόδοξο χαρακτήρα κάθε μαρτυρίας εκπροσώπου της Εκκλησίας  μας!                                                                                                                         
Το επιχείρημα επομένως, το οποίο συγκινεί ιδιαίτερα τους αγνοούντες ορθοδόξους πιστούς τα συμβαίνοντα στους οικουμενιστικούς χώρους των διαχριστιανικών και διαθρησκειακών διαλόγων, και τους πείθει να έχουν την άποψη ότι πρέπει να πηγαίνουμε στους διαλόγους αυτούς, λόγω του χρέους μας να δίνουμε την ορθόδοξη μαρτυρία, αποτελεί μύθο, ο οποίος εξυπηρετεί τους σκοπούς των οικουμενιστών «ορθοδόξων», κληρικών και λαϊκών!                                    
Η ιεραποστολικότητα της Εκκλησίας ανθεί θεοφιλώς, πράγματι, στους χώρους της εξωτερικής δραστηριότητος των ιεραποστολών, όπου οι ψυχές των αποδεκτών του ορθοδόξου μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας το προσλαμβάνουν διψαστικώς και το βιώνουν και συγκροτούν την νεόφυτη Ορθοδοξία! Την Ορθόδοξη… Ορθοδοξία!                                                                               
Η ιεραποστολικότητα της Εκκλησίας δεν συγκινεί νόες διαποτισμένους από την επάρατη αίρεση! Ας μη αποπροσανατολίζουμε με μύθους την ορθόδοξη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας!

Ο ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ -- Αθωνικά άνθη

Καιρός όμως να ασχοληθώμεν με το πρόσωπον και το έργον του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Ο Πατήρ εις τα γραπτά του προσπαθεί να εκφράση την δια πλουσίου θείου έρωτος φορτισμένην καρδίαν του και όλην την βιωματικήν πείραν του εμμέτρως. Καταφεύγει εις την ποίησιν, εις τον χώρον της οποίας δύναται να δρα και να κινήται ελευθέρως. Εις τους στίχους του ας μη αναζητήσωμεν ούτε τον ρεμβώδη και μυστικοπαθή ρωμαντισμόν ούτε τον ταυτιζόμενον με την φύσιν ρεαλισμόν. Ο ποιητής εκφράζει μεν χαρακτηριστικάς ερωτικάς του καταστάσεις, αλλά αύται είναι απηλλαγμέναι, ως αγιοπνευματικαί, συναισθηματικών εξάρσεων, ως το τοιούτον παρατηρείται εις τον λυρισμόν. Εννοείται δε ότι μία τοιαύτη ποίησις ευρισκομένη πέραν των κοινών ανθρωπίνων εμπειριών δεν έχει τίποτε το τεχνικόν. Διο και η υπερκοσμία ποίησις του Πατρός καθώς και κάθε άλλο ορθόδοξον και πυρετώδες μυστικόν κείμενον στερείται ύφους. Δικαίως λοιπόν δυνάμεθα να καυχηθώμεν δια τον άγιον Πατέρα ότι αποτελεί δια την Εκκλησίαν μας σημαντικώτατον κεφάλαιον. Ουδείς ψευδομύστης ουδεμιάς ψευδοθρησκείας, ουδέ ψευδομυστικός ουδενός νοσηρού μυστικισμού, ούτε φιλόσοφος ουδεμιάς φιλοσοφίας, ουδέ καλλιτέχνης ουδεμιάς τέχνης εγνώρισεν, ουδέ ήτο δυνατόν, τόσον βαθέα, εναργή και πλούσια εις πόθον ερωτικά εν αγίω Πνεύματι βιώματα ελεύθερα πάσης γεώδους αισθήσεως ως ο Νέος Θεολόγος. Το περιεχόμενον της ποιήσεως του Πατρός αποτελεί όντως την συνισταμένην όλων των θεωριών και εμπειριών του μυστικού βίου των Ορθοδόξων Πατέρων. Είναι επομένως μέγιστον λάθος, αλλά και φοβερά βλασφημία, να αποδίδεται νοσηρότης εις το μυστικόν έργον του Πατρός. Είναι εντελώς αδύνατον εις ένα ορθολογιστήν και εγκεφαλικόν άνθρωπον, αμέτοχον της ενεργείας των θείων ερώτων, να εισέλθη εις τα άγια των αγίων της θεωρίας και της ενώσεως μετά του Θεού. Τας εις τα ύψη πτήσεις του αετού δεν δύναται να γνωρίση ο πετεινός, παρά την πεποίθησίν του ότι αποτελεί το σύμβολον δυνάμεως εντός του ορνιθώνος του, καθώς λέγει ο στάρετς Σιλουανός. Η προσπάθεια ερμηνείας των ουρανίων δια των γεηρών μαρτυρεί άγνοιαν, τύφλωσιν, θρασύτητα. 
Πριν όμως ανοίξωμεν τα ιστία δια την, κατά την ασθένειάν μας, παρουσίασιν του ερωτικού μυστηρίου του ωκεανού της βιώσεως του θείου Πατρός, θα αναλύσωμεν προεισαγωγικώς δύο όρους, οι οποίοι χρησιμοποιούνται υπ΄ αυτού ιδιαζόντως. Πρόκειται δια τους όρους πυρ και τρώσις.
Και εν αρχή το πυρ: Το εν τη καρδία πυρ, το οποίον ήλθεν ο Κύριος «βαλείν επί την γην» (Λουκ. 12, 29) δεν είναι βεβαίως υλικόν αλλά πνευματικόν και αυξομειούται αναλόγως της εντάσεως του έρωτος εις την καρδίαν. Όλος ο έρως αναφέρεται ως «πυριφλεγής» (Ιωάννης Καρπαθίου, Κεφάλαια 92, Φιλοκαλία Α΄ σ. 295). Ο αναχωρών του κόσμου δια την αγάπην του Ιησού «ευθέως πυρ εν προοιμίοις κέκτηται», το οποίον «κατά πρόσω την πυράν σφοδροτέραν εξάψειε» (Κλίμαξ Λόγ. 1, 24, σ. 17). Το πυρ αυξάνει όσω προσεγγίζομεν τον Θεόν και είναι μαρτυρία της μεθ΄ ημών συμπορεύσεως του Ιησού (Λουκ. 24, 32). Όσω ο έρως αυξάνει εις την ψυχήν, τοσούτον αύτη εξάπτεται. «Όσω γαρ τας εαυτής αναβάσεις αμείβει δια του Πνεύματος και επί τα βάθη χωρεί του Θεού, τοσούτω πυρπολείται τω πυρί της εφέσεως» (Νικήτας Στηθ. Γνωστικά κεφάλαια Γ΄ 37. PG 120,  969 B). Aλλά και ο νους «πολλής τινος κάτοχος ακολούθως ερωτοληψίας γίνεται και εφαμίλλως μανικώς εκβακχεύεται και πόθους αναρριπίζει διακαείς τη ψυχή, υπέκκαυμα θείας αγάπης το καταληπτόν του ακαταλήπτου ποιούμενος και την απορίαν πορισμόν ερώτων τιθέμενος» (Κάλλιστος Καταφ. Περί θείας ενώσεως…  91. Φιλοκαλία τόμ. Ε΄ σ. 57). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ομιλεί περί «φλογός αγνείας διακοψάσης φλόγα (πορνείας)», και περί πυρός ουρανίου το οποίον τρέφει τας ψυχάς (Λόγος 30, 11 σ. 168). Το πυρ προσιδιάζει εις τον καρδιακόν έρωτα, έχει ενέργειαν καθαρτικήν, ενώ το φως προσιδιάζον εις τον νοερόν και εκστατικόν έρωτα έχει φωτιστικήν την ενέργειαν. Δύο όψεις μιάς και της αυτής θείας ενεργείας: «Το αυτό γαρ και πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως ονομάζεται» (Κλίμαξ Λόγ. 28, 52 σ. 163).
Η  τ ρ ώ σ ι ς.  Τρώσις είναι ο τραυματισμός της ψυχής υπό των βελών της θείας αγάπης. Είναι η μόνη πληγή που προξενεί αντί άλγους ευγνωμοσύνην και ευχαριστίαν άπειρον προς τον τρώσαντα. Η χαίνουσα πληγή ποιεί την ψυχήν ταπεινήν και συγχρόνως ευπαρρησίαστον. Γράφει εις μίαν ευχήν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Τετρωμένος την καρδίαν ειμί εγώ· εξέτηξέ με ο ζήλός σου, ηλλοίωσέ με η αγάπη Σου, Δέσποτα· δέσμιός ειμι τω έρωτί Σου…» (PG  96, 817  B). H τρωθείσα ψυχή παραβάλλεται προς έλαφον, η οποία με σκοπόν «του σβέσαι ιόν προς υδάτων τρέχει πηγάς», ενώ εκείνη, «βέλεσι θείοις τρωθείσα, άπαυστον έλκει τον προς τον τρώσαντα έρωτα» (Ηλία πρεσβ. , Ανθολόγιον γνωμικόν 23. Φιλοκαλία Β΄ 301). Η τρώσις ποτέ δεν αφήνει την ψυχήν να δημιουργήση μίαν συμβατικήν προς την αμαρτίαν σχέσιν. «Ου δύναται εις βάθος τρωθείσα ψυχή τω έρωτι του Θεού, μετά την γεύσιν των νοητών της γλυκύτητος αυτού δωρεών, όλως εφ΄ εαυτήν ίστασθαι…» (Νικήτας Στηθ. Γνωστικά κεφάλαια Γ΄ 37. PG 120,  969 B). Εις την τρώσιν, εν τέλει, οφείλεται και η εξερχομένη κραυγή εκ των χειλέων της ψυχής, όπως· «Την ψυχήν μου κεκαρδίωκας, και ου δύναμαι κατέχειν σου την φλόγα…», «… ου φέρω του πόθου την ενέργειαν» (Κλίμαξ, 29, 15, σ. 166 και 30,  18, σ. 169) κ. ά. τ.
Εκτός δε των προαναφερθέντων όρων εις την β΄ συνέχειαν, αναφέρομεν και τούτους τους πληθωρικώς παρατιθεμένους εις το έργον του Πατρός: ζήλος, μανία, κραυγή, γλυκασμός, έκλυσις μελών, αρραβών, σύλληψις, κυοφορία, γέννησις.
Ας μας συγχωρηθή όθεν η παράθεσις μακροσκελών αναφορών εκ του έργου του μεγάλου Πατρός δια μίαν όσον το δυνατόν ωλοκληρωμένην γνώσιν. Ο άγιος Συμεών έγραψε: Κεφάλαια (πρακτικά, θεολογικά, γνωστικά), Κατηχήσεις, Λόγους, Επιστολάς, Ύμνους. Οι «των θείων ερώτων ύμνοι» υπερβαίνουν τους 8200 στίχους. Εις τους στίχους τούτους υμνείται ο θείος έρως και η ένωσις μετά του Ηγαπημένου. Των ύμνων του Συμεών προηγείται μία ευχή πλήρης περιπαθούς αναζητήσεως του προσώπου του Ιησού. Εις αυτήν κραυγάζει ο ποιητής μας δια της ρηματικής προστακτικής, «Ελθέ»: «Ελθέ το φως το αληθινόν, ελθέ η αιώνιος ζωή, ελθέ το αποκεκρυμμένον μυστήριον… ελθέ Ον επόθησε και ποθεί η ταλαίπωρός μου ψυχή· ελθέ ο μόνος προς μόνον, ότι μόνος ειμί, καθάπερ οράς! Ελθέ ο χωρίσας εκ πάντων και ποιήσας με μόνον επί της γης· ελθέ ο γενόμενος πόθος αυτός εν εμοί και ποθείν Σε ποιήσας με, τον απρόσιτον παντελώς! Ελθέ η πνοή μου και η ζωή, ελθέ η παραμυθία της ταπεινής μου ψυχής, ελθέ η χαρά και η δόξα και η διηνεκής μου τρυφή» (Sources Chretiennes, 156,  150- 152). H ευχή αύτη είναι ενδεικτική της πεποιθήσεως του ωραίου Ιησού. Πράγματι η διψαλέα αναζήτησις του Θεού προς μυστικήν ένωσιν, κατέχει ιδιάζουσαν θέσιν εις το έργον του αγίου. Η αναζήτησις όμως αυτή δεν έχει τίποτε το απελπιστικόν, ούτε είναι σκοτεινή και απογνωστική· υπάρχει όχι μόνον η βεβαιότης της επισκέψεως του Ηγαπημένου αλλά και η πίστις της εκ των προτέρων ενώσεως μετ΄ Αυτού. Εις τους παρακάτω στίχους περιγράφεται εναργώς η ήρεμος αγωνία κατά την αναζήτησιν:
…εκτήκομαι τας φρένας, -- τον νουν και την καρδίαν μου φλεγόμενος και στένων. –Περιπατώ και καίομαι ζητών ώδε κακείσε – και ουδαμού τον εραστήν ευρίσκω της ψυχής μου. – (Ύμνος 16, 10- 13. SC 174, 10). H αγωνία, φλεγομένη, ευρίσκεται εις το αποκορύφωμά της. Είναι όμως όλα τόσο συγκρατημένα και απαθή. Η απώλεια – ή κατ΄ ακρίβειαν η απόκρυψις – του Ηγαπημένου αναγκάζει τον Συμεών να συμβουλευθή άλλους ενθέους άνδρας περί του τι δέον γενέσθαι. Και τους πάντας επηρώτων – τους ποτε Αυτόν ιδόντας. – (Ύμνους 29, 92-93.  SC 174, 320).
Εις τον θείον έρωτα του ημετέρου ορθοδόξου μύστου παρατηρείται αφ΄ ενός η αγωνία, η αδημονία, η αναζήτησις του Ερωμένου και αφ΄ ετέρου η θεωρία, η εύρεσις και η περίπτυξις Αυτού. Ταύτα πάντα δύνανται να παρομοιασθούν με κύκλον, ο οποίος πριν ενώση τα δύο άκρα του, δια να σχηματισθή κλειστός κύκλος, ανοίγει εκ του άκρου του ενός κύκλου άλλος και άλλος, ώστε να σχηματισθή δια των ημικλείστων τούτων κύκλων μία συστροφή δυνατών βιωμάτων, έχουσα προορισμόν την παραγωγήν του θείου ανδρός εις εναργεστέραν, ασφαλεστέραν και βεβαιοτέραν εποπτείαν και θεωρίαν. Το εν βίωμα αποτελεί την αιτιώδη σχέσιν του ετέρου: την ερωτικήν κατατρύφησιν ακολουθεί η εγκατάλειψις· αυτήν ακολουθεί η αναζήτησις· την αναζήτησιν διαδέχεται η επίσκεψις του Κυρίου και η μετάδοσις θείων δώρων. παραθέτομεν στίχους οι οποίοι ομιλούν δια την διαλεκτικήν πορείαν του συμεωνικού μυστικού βιώματος.
Και νεφέλης ώσπερ είδος – φωτεινής επιπεσούσα – όλη προς τη κεφαλή μου – εωράτο καθημένη – και κραυγάζειν ενεποίει – εν εκπλήξει γενομένω. – Όμως πάλιν αποπτάσα – εγκατέλιπέ με μόνον – και ζητούντί μοι εμπόνως – ταύτην, αίφνης όλην πάλιν – εν εμοί γνωστώς ευρέθη (Ύμνος 17, 374-384. SC 174  40).
Ο Ηγαπημένος «γνωστώς ευρέθη», πλην δεν έμεινεν ες αεί μετά του εραστού. Μετά την νέαν επίσκεψιν του Δεσπότου προς τον δούλον και την ακολουθούσαν απόκρυψιν απ΄ αυτού ο Δεσπότης πάλιν αποκρύπτεται, ενώ ο Συμεών αρχίζει εκ νέου την αγωνιώδη αναζήτησιν.
Έφευγεν Εκείνος τάχος – έτρεχον εγώ ευτόνως, εδρασσόμην ουν πολλάκις – του κρασπέδου τούτου φθάνων. –Ίστατο μικρόν Εκείνος – έχαιρον εγώ μεγάλως, -- και αφίπτατο και πάλιν – κατεδίωκον και ούτως – απιόντος, ερχομένου, -- κρυπτομένου, φαινομένου – ουκ εστράφην εις τουπίσω (Ύμνος 29, 71-81 SC 174,  320).


Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ --- του αειμνήστου Ανδρέου Θεοδώρου Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών

Το μεγαλείον της Παρθένου είναι αρρήκτως συνδεδεμένον προς το άρρητον μεγαλείον του θείου Χριστολογικού μυστηρίου. Το θαύμα της συνέχεται στενώτατα προς το άπειρον θαύμα της επί γης αρρήτου επιδημίας του Λόγου του Θεού. Εκτός του μυστηρίου του Υιού της, το μυστήριον της Παρθένου μένει μετέωρον, ουδέν απολύτως ουσιαστικόν νόημα ενέχον. Εν τω Υιώ καταξιούται η Μήτηρ. Η θεία αυτής Μητρότης συνέχεται αδιαστάτως μετά του μυστηρίου του απειράνδρου Τόκου της. Το αξίωμα της Θεοτόκου αποκενούται, αν και προς ώραν έστω αποχωρισθή του μυστηρίου της εν Χριστώ οικονομίας. Το δόγμα της Θεοτόκου εισάγει την Χριστολογίαν, συμπλέκεται και συνυφαίνεται μετά της Χριστολογίας. Τας δύο ταύτας αλληλενδέτους του δόγματος στιγμάς ουδείς δύναται ν΄ αποχωρίση, άνευ ουσιαστικής ρήξεως συνόλου του χριστολογικού θαύματος. Η ορθόδοξος θεολογία το αξίωμα της Παρθένου βλέπει πάντοτε εκ της οπτικής γωνίας του Χριστολογικού δόγματος. Βλέπει την Θεοτόκον ως την εισιτήριον θύραν την εισάγουσαν εις το πεδίον της εν μυστηρίω αφράστου οικονομίας του Λόγου. Ασφαλώς δεν γνωρίζομεν τι θα συνέβαινεν, αν δεν ανεδεικνύετο εν τω κόσμω ο άνθρωπος, δια του οποίου θα καθίστατο δυνατή η εν τη σκηνή του κόσμου τούτου είσοδος του απείρου Λόγου της ζωής. Γνωρίζομεν όμως βεβαίως ότι η παρουσία της Πανάγνου ήτο συνθήκη απαραίτητος, όρος sine qua non, της επί γης ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Εκ της επόψεως ταύτης μελετωμένης της υψίστης περιωπής της Παρθένου, κατανοούμεν και την κεντρικωτάτην  θέσιν αυτής εν τε τη ορθοδόξω σωτηριολογία και τη εκκλησιολογία. Ιδία εν τη ευσεβεία και τη λατρεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας – όλως δ΄ ιδιαιτέρως εν τω Ακαθίστω  Ύμνω – η Θεοτόκος Μαρία προσαγορεύεται ως ιλασμός και σωτηρία των ανθρώπων. Οι επιπολαίως κρίνοντες τα πράγματα θα εύρουν ασφαλώς εις τας εν λόγω εκφράσεις παρακεκινδυνευμένας εξάρσεις ή και κακοδοξίαν σωτηριολογικήν. Το πράγμα όμως δεν έχει ούτως. Εις μόνον σώζει τον κόσμον εκ της αμαρτίας και λυτρούται τον άνθρωπον εκ του κράτους του αιωνίου πνευματικού θανάτου: Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Η Μήτηρ αυτού ουδεμίαν ουσιαστικήν και πραγματικήν θέσιν κατέχει εν τω μυστηρίω της σωτηρίας των ανθρώπων. Η συνεργία αυτής περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνον εις την υπ΄ αυτής παροχήν της δυνατότητος ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Είναι η Μήτηρ του Λυτρωτού. Δι΄ αυτής εισήλθεν εις τον κόσμον ο Σωτήρ του κόσμου. Το αξίωμα τούτο ασφαλώς είναι μέγα, δεν είναι όμως αξίωμα ουσία λυτρωτικόν. Άλλωστε και αυτή αύτη η Θεοτόκος εσώθη δια του λυτρωτικού έργου του Υιού της. Πως ήτο λοιπόν, δυνατόν η σωθείσα να παράσχη και πόρρωθεν έστω σωτηρίαν; Αι φράσεις έχουσαι προφανώς ανάχρωσιν ηθικήν, δέον όπως μελετηθώσιν επί του πεδίου της σωτηρίου οικονομίας της χάριτος και δη και εν τω μυστηριακώ χώρω της Εκκλησίας. Η Μήτηρ του Θεού έχει χάριν και μητρικήν παρρησίαν προς τον άχραντον Τόκον της. Δούσα την ζωήν εις την πηγήν της Ζωής είναι αρρήκτως συνδεδεμένη μετά της γεννητρίας της ζωής. Ζήσασα εν τω αδύτω της καρδίας αυτής όλας τας περιπετείας του παναχράντου Τόκου της μέχρι και αυτής της εις ουρανούς αναλήψεως αυτού, δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη απαθής προς την χριστοειδή σάρκα του, προς το μυστικόν και άχραντον Σώμα του. Μήτηρ φυσική του Υιού, είναι και μήτηρ πνευματική της Εκκλησίας. Η Μήτηρ αγαπώσα τον Υιόν, αγαπά εν ίσω μέτρω και την Εκκλησίαν του. Εις την σωτηρίαν των πιστών παρεμβαίνει εμμέσως και δη και μόνον δια της πρεσβείας και των δεήσεων αυτής. Ισχύει δε πολύ δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου. Ομοίως η Παρθένος, λόγω του υψίστου αξιώματος αυτής ως Μητρός του Θεού, δύναται να χορηγήση την σωτήριον χάριν του Υιού της. Ασφαλώς η διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι πάσα χάρις διαβιβάζεται υπό του Κυρίου εις την Εκκλησίαν δια μέσου  της Θεοτόκου, είναι υπερβολική. Ουχ ήττον όμως η Παρθένος Μαρία, η κεχαριτωμένη Νύμφη της Βασιλείας, είναι πράγματι χορηγός της σωτηρίου Χάριτος του Υιού της. Η σωτήριος χάρις δεν προέρχεται ουσία εκ της Παρθένου· είναι απόρροια της ηδίστης βουλής του Θεού της συνιστώσης την σωτήριον οικονομίαν του Λόγου. Η Χάρις προέρχεται εκ της καρδίας του χριστολογικού μυστηρίου, ιδία εκ της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού. Η Θεοτόκος, ως συνεχομένη αρρήκτως μετά του αυτού χριστολογικού μυστηρίου, είναι ευδοκία Υιού οικονόμος της σωτηρίου χάριτος αυτού. Είναι διάκονος του λυτρωτικού μυστηρίου εν τε τη συστάσει αυτού και τη σωτηρίω οικονομία της χάριτός του. Ο Υιός ευδοκεί εν τοις αγίοις αυτού, όλως δ΄ ιδιατέρως εν τη παναγία αυτού Μητρί. Επομένως η Θεοτόκος κατέχει κεντρικήν θέσιν εν τη σωτηρίω οικονομία της χάριτος. Δεν είναι πρώτη και κυρία πηγή της σωτηρίας· τούτο ανήκει αποκλειστικώς εις τον Κύριον ημών. Είναι απλή διάκονος της χάριτος, απλή οικονόμος του μυστηρίου της σωτηρίας εν ονόματι πάντοτε του Υιού της, διότι επαναλαμβάνομεν, η χάρις ανίσχει μόνον από της τριαδικής βουλής και ενεργείας και δραστηριοποιείται εν τη σωτηριώδει οικονομία του ενσάρκου Λόγου του Θεού. Επομένως όταν λέγωμεν: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», η δέησις ουδέν το αντορθόδοξον ή απηχές εμπερικλείει, εξαίρουσα την ενάργειαν τούτο μεν της δραστικωτάτης πρεσβείας και των δεήσεων της Θεομήτορος, τούτο δε την εν ονόματι του Υιού της σωτήριον διακονίαν αυτής εν τη οικονομία της χάριτος. Ούτω δε δεν κατανοούμεν και τον φόβον τινών, οίτινες δια να περισώσουν δήθεν το δόγμα της πίστεως αντικαθιστούν το «σώσον» δια του «πρέσβευε» υπέρ ημών. Αμφότεραι αι προστακτικαί εκφέρουν την αυτήν της πίστεως αλήθειαν. Η περί αιρέσεως καχυποψία δεν ευρίσκεται εν τη δεήσει της Εκκλησίας, αλλ΄ εν τω νω των αστηρίκτων την πίστιν πνευμάτων των αδαώς εχόντων ως προς την βαθυτέραν ουσίαν της πίστεως και της ευσεβείας της Εκκλησίας. Υπό την έννοιαν ταύτην, τέλος, πρέπει να νοηθή και η προς Θεόν μεσιτεία της Παρθένου. Η Θεοτόκος είναι όντως προς Θεόν μεσίτρια των ανθρώπων. Η μεσιτεία αύτη, πλην του εξαιρέτου βαθμού αυτής, δεν διαφέρει της λοιπής προς Θεόν μεσιτείας των Αγίων. Δεν είναι μεσιτεία Δευτέρα και δη και παράλληλος προς την μοναδικήν και εξαίρετον μεσιτείαν του Κυρίου, διότι «εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός»1. Η μεσιτεία της είναι μεσιτεία δεήσεως και πρεσβείας, απότοκος της μητρικής χάριτος και παρρησίας της Υπερευλογημένης. Η Μήτηρ μεσιτεύει παρά τω Υιώ δια την σωτηρίαν του σώματος της Εκκλησίας του, της σωτηρίας των πιστών των εν ταπεινώσει καταφευγόντων εις την κραταιάν σκέπην και προστασίαν της. Η Δέσποινα της Εκκλησίας, η πνευματική Μήτηρ του σώματος των πιστευόντων, είναι εν ταυτώ και πρέσβειρα αυτών παρά τω αρχηγώ της Εκκλησίας. Η εν πρεσβείαις μεσιτεία αυτής είναι απότοκος της υψηλής της περιωπής εν τω χριστολογικώ καθόλου θαύματι. Δεν είναι μεσιτεία θυτήριος και λυτρωτική, αλλά μεσιτεία δεήσεως και ικεσίας υπέρ της επί γης στρατευομένης Εκκλησίας του υπερφυούς Τόκου της. Ούτω δε μελετωμένη η μεσιτεία της Παρθένου εντάσσεται άριστα εν τη περί μεσιτείας των Αγίων γενική διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεως. Μεθ΄ όσα μέχρι τούδε είπομεν, κατανοούνται πλήρως και οι ποικίλοι χαρακτηρισμοί, τους οποίους η ευσεβούσα καρδία της Ορθοδοξίας αποδίδει εις την υπέραγνον Μητέρα του Θεού, ως σκέπη, προστασία, καταφυγή, τείχος, οχύρωμα, λιμήν, βοήθεια κλπ. Δια τούτων απάντων εκφράζεται η βαθυτάτη πίστις της Ορθοδοξίας εις το άμεσον ενδιαφέρον της Παρθένου υπέρ της επί γης στρατευομένης Εκκλησίας του Υιού της, και η σωτήριος παρέμβασις αυτής υπέρ των πολυειδώς δεινοπαθούντων εν τω αγώνι αυτών κατά του διαβόλου και της αμαρτίας μελών της Εκκλησίας του Υιού της. Η πεποίθησις αύτη είναι βαθύτατα ερριζωμένη εν τη συνειδήσει της Ορθοδοξίας, καλύπτουσα ασφυκτικώς ολόκληρον την ευσέβειαν και την λατρεία αυτής 2. Η Θεοτόκος είναι η στοργική Μήτηρ της Εκκλησίας, η αγωνιζομένη παρά τω Υιώ της υπέρ της σωτηρίας και αποκαταστάσεως αυτής. Είναι η κραταιά και απροσμάχητος πρόσβασις της Ορθοδοξίας εις το κράτος του θείου ελέους και των οικτιρμών του ουρανίου Δομήτορος αυτής. Η αγάπη της Παρθένου αναλυομένη εν τη αγάπη του Υιού της διαφλέγει τα θεμέλια της Εκκλησίας, πυρπολεί την θεοχώρητον σάρκα της, αναχωνεύει αυτήν εν τω κρατήρι της χάριτος του θείου χριστολογικού μυστηρίου. Η Θεοτόκος Μαρία είναι τοσούτον συνδεδεμένη μετά της Ορθοδοξίας, ώστε δεν θα ήτο υπερβολή να ελέγομεν, ότι οιαδήποτε παραχάραξις του δόγματος Εκείνης θα επέφερε αυτόχρημα κατάρρευσιν συνόλου του πνευματικού οικοδομήματος της τελευταίας ταύτης. Tέλος το υπερφυές αξίωμα της Παρθένου ενέχει και μεγίστην εσχατολογικήν σημασίαν. Ως φυσική θυγάτηρ του Αδάμ η Παναγία υπέκυψεν εις τον θάνατον, καθολικόν της φύσεως νόμον, ρυέντα από της αμαρτίας του Αδάμ. Ενώ δε τους φυσικούς νόμους υπερέβη εν τω αχράντω τόκω αυτής, ως προς τον θάνατον τας πατρικάς ευθύνας υπέρχεται. Κι΄ η μεν αγία αυτής ψυχή αποχωρίζεται δια του θανάτου του ακηράτου σώματος αυτής, όπερ και νομίμω ταφή παραδίδεται. Το πανακήρατον σώμα της Πανάγνου, το εκ γης συντεθέν, παλινοστεί και αύθις προς γην, ίνα, εν τάφω αποκείμενον, αποτινάξη την θνητότητα και ενδυθή την αφθαρσίαν. Ως γνωστόν όμως, η φυσική νέκρωσις και ο θάνατος, ως το κατ΄ εξοχήν κέντρον και το οψώνιον της αμαρτίας, κατεπόθησαν οριστικώς δια της ζωηφόρου εκ νεκρών Αναστάσεως του ανάρχου Λόγου της ζωής. Δια της Αναστάσεως του Κυρίου κατεπόθη εις τέλος ο Άδης, εσυλήθη το Κράτος της φθοράς, απεγυμνώθη το ειδεχθές βασίλειον του θανάτου. Αν όμως ο θάνατος κατεπόθη γενικώς δι΄ όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, τούτο ισχύει κατ΄ εξοχήν δια το λελυτρωμένον σώμα των Αγίων του, των οποίων ο θάνατος αποτελεί καλλίστην εκδημίαν, ήτις την προς Θεόν ενδημίαν χαρίζεται. Υπέρ πάντα όμως άλλον, ο θάνατος της ζωαρχικωτάτης Μητρός του Θεού υπερβαίνει πάσαν έννοιαν θανάτου, είναι θάνατος ζωηφόρος, αρχή δευτέρας αιωνίας υπάρξεως, ενδημία προς Θεόν, κοίμησις, θεία μετάστασις. Η Υπεραγία Θεοτόκος, η πλατυτέρα των ουρανών και ο απαστράπτων χερουβικός θρόνος, η αξιόθεος Μήτηρ του Βασιλέως και η κεχαριτωμένη Κόρη της Βασιλείας, έχει τι το περισσόν εν αναφορά προς όλους τους άλλους Αγίους. Ενώ δηλαδή δια του θανάτου αι ψυχαί των Αγίων, αποχωριζόμεναι των οικείων σωμάτων, ίπτανται εις τα φωτεινά σκηνώματα του ουρανού (εν τη μέση καταστάσει των ψυχών) προγευόμεναι της θείας μακαριότητος των ουρανών και μεσιτεύουσαι παρά τω Κυρίω υπέρ των επί γης στρατευομένων αδελφών αυτών, τα δε σώματά των φθείρονται εν τω τάφω άχρι της κοινής αναστάσεως, ότε ένδοξα και αφθαρτοποιημένα θα ενωθούν και πάλιν μετά των οικείων ψυχών, ο θάνατος της Υπερευλογημένης Μητρός του Θεού, σημαίνει καθολικήν μετάστασιν αυτής εις τους ουρανούς. Η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου αποτελεί παράδοσιν βαθύτατα ερριζωμένην εν τη συνειδήσει της Ορθοδοξίας. Σημαίνει δ΄ η Μετάστασις δύο τινα· ένθεν μεν την ανάστασιν του σώματος της Παρθένου και την συνέσωσιν αυτού μετά της οικείας ψυχής, μεθ΄ ο η πανάχραντος Μήτηρ ανελήφθη τελειωτικώς εις τους ουρανούς, εισδύσασα εις την άφθιτον δόξαν της Βασιλείας· ένθεν δε την αφαρπαγήν του σώματος της Απειρογάμου εκ του μνημείου της φθοράς εις τους ουρανούς. Πιθανωτέρα φαίνεται η πρώτη εκδοχή. Η ανάστασις της Παρθένου, ακολουθούσα εις την ζωοφόρον Ανάστασιν του Χριστού, πρόκειται ως φωτοειδής και λαμπροτάτη απαρχή της δια της Αναστάσεως του Κυρίου εγκαθιδρυθείσης αφθαρσίας και θεώσεως της φύσεως. Προ της καθολικής αναστάσεως, η ανάστασις της Παρθένου, προοιμιάζουσα την επί τω τέλει των αιώνων γενικήν εκείνην ανάστασιν, πληροί τα φωτοειδή σκηνώματα της Βασιλείας. Η γη ενυπάρχει εις τον ουρανόν, ο χρόνος μεταπτίπτει εις την αιωνιότητα, η αφθαρσία πληροί το κτιστόν και πεπερασμένον. Η εσχατολογία βιούται εν προλήψει εν τη θεοχωρήτω υποστάσει της Ευλογημένης. Η Μετάστασις της Παρθένου αποτελεί ειδικόν προνόμιον αυτής, οφειλόμενον εις το άφθιτον χριστολογικόν μεγαλείον της. Ωραιότατα περιγράφει τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Ταύτην δε την αληθώς παμμακάριστον, τω του Θεού λόγω την ακοήν υποκλίνασαν και της ενεργείας πλησθείσαν του Πνεύματος και δι΄ αρχαγγέλου την πατρικήν ευδοκίαν εγκυμονήσασαν και ηδονής πάρεξ και συναφείας (ανδρός) συνειληφυίαν του Θεού Λόγου την πάντα πληρούσαν υπόστασιν, και προσφυώς ωδίνων άνευ γεννήσασαν, και όλην Θεώ ενωθείσαν, πως καταπίη ο θάνατος; Πως ο άδης εισδέξεται; Πως διαφθορά του ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Αλλότρια ταύτα, και πάντη ξένα της θεοφόρου ψυχής τε και σώματος» 3. Ως ήδη ετονίσθη, η Μετάστασις της Θεοτόκου αποτελεί πίστιν βαθύτατα ερριζωμένην εν τη ορθοδόξω παραδόσει, βιουμένην δε εν τη λατρεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Η Μετάστασις της Παρθένου εορτάζεται εν συναφεία και εν συνεχεία προς την Κοίμησιν αυτής. Η Κοίμησις οδηγεί εις την μετάστασιν της Μητρός της Ζωής. Ο τάφος δεν δύναται να κρατήση εις την σκοτεινότητα αυτού το πανακήρατον σώμα της Πανάγνου. Κοίμησις και μετάστασις συνθέτουν την αλήθειαν του Χριστολογικού θαύματος της Παρθένου. Η κοίμησις μεν ως όφλημα του καθολικού νόμου της φύσεως, ως ανάδειξις της ιστορικής συνεχείας και πραγματικότητος της Απειρογάμου. Η μετάστασις δε ως σημείον του αφθάρτου θαύματος, ως κατακλείς των χαρίτων της Απειρογάμου. Φύσις και υπέρφυσις, αθανασία και θάνατος, φθορά (ουχί διαφθορά) και αφθαρσία, φως φυσικόν και φως επουράνιον, το διάδημα της δόξης επί της τετελειωμένης φύσεως, σφραγίζουν την θεοχώρητον υπόστασιν της Παρθένου, επί της οποίας ο Υιός εγκολάπτει ανεξιτήλως την σωτήριον σφραγίδα του. Ενώ όμως, η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου γίνεται αποδεκτή εις το μέγιστον μέρος της Ορθοδοξίας (Σλαβικήν Ορθοδοξίαν) εν τη ορθοδόξω ελλαδική θεολογία παρατηρούνται σχετικώς διχογνωμίαι. Ελλείψει μαρτυριών περί της Μεταστάσεως της Παρθένου εν τη αρχαία αποστολική και εκκλησιαστική παραδόσει, αύτη καθίσταται ύποπτος ή και απορρίπτεται υπό πλειάδος ελλήνων ορθοδόξων θεολόγων. Δεν είναι του παρόντος βεβαίως να υπεισέλθωμεν εις λεπτομερή εξέτασιν των αμφιλογιών και αντιρρήσεων. Εκείνο το οποίον εκπλήσσει ημάς εν προκειμένω είναι η διάστασις της θεολογίας (θεολόγων μάλλον) προς την λατρείαν και την ευσέβειαν της Εκκλησίας. Δηλαδή ο Χριστιανός ως πιστός μεν θα εορτάζη την Κοίμησιν – Μετάστασιν της Θεοτόκου, ως θεολόγος δε ο αυτός θα έχη ενδεχομένως αντιρρήσεις και επιφυλάξεις! Είναι δε ενδεχόμενον η διάστασις αύτη να οδηγήση και εις κρίσιν συνειδήσεως, εις την ιδέαν ότι η Εκκλησία πανηγυρίζουσα την μεγίστην θεομητορικήν εορτήν αυτής κατά βάθος δογματικώς πλανάται! Βεβαίως δεν δυνάμεθα να παραθεωρήσωμεν την εκ της πολιάς αρχαιότητος έλλειψιν επαρκών μαρτυριών ως προς το υπό συζήτησιν θέμα· αλλ΄ ούτε και δυνάμεθα να παραβλέψωμεν πλήθος άλλων, μεταγενεστέρων έστω, μαρτυριών εκ της Πατερικής γραμματείας, σχετικών προς το περιμάχητον θέμα. Ούτε είναι κατά πάντα ορθόν να χωρίζωμεν τους Πατέρας εις αρχαίους και μη, πρωτεύοντας και επουσιώδεις, αντιστοίχως δε να διακρίνωμεν και την ορθόδοξον παράδοσιν! Η μαρτυρία τουλάχιστον Ιωάννου του Δαμασκηνού δέον οπωσδήποτε να καθιστά ημάς προσεκτικωτέρους. Ομοίως και το επιχείρημα ότι πολλά εν τοις ύμνοις, «ποιητική αδεία» λεγόμενα, δεν δύνανται να στηρίξουν το ορθόδοξον δόγμα, συνεπώς δε ούτε και την Μετάστασιν της Θεοτόκου, δεν νομίζομεν ότι είναι πάντοτε ισχυρόν, ιδία εις περιπτώσεις ένθα οι ύμνοι εκφράζουν βαθυτάτην λατρευτικήν και δογματικήν παράδοσιν της Εκκλησίας, ως τούτο συμβαἰνει εν προκειμένω. Το να χαρακτηρίζωμεν δε τους ύμνους άλλοτε μεν ως στηρίζοντας το ορθόδοξον δόγμα, άλλοτε δε ως μη στηρίζοντας αυτό, ασφαλώς δεν είναι πράγμα σοβαρόν. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι εις τους ύμνους δεν έχομεν δογματικάς ασαφείας και κενά. Το να μεταποιώμεν όμως αυτούς εις Προκρούστειον κλίνην, δια να καλύπτωμεν δι΄ αυτών τας ιδικάς μας εκάστοτε προτιμήσεις, τούτο ασφαλώς δεν είναι επιτρεπτόν. Το θεολογικόν αισθητήριον εν προκειμένω πρέπει να είναι νηφάλιον, να εξετάζη δε τα πράγματα εν τω γενικωτέρω πλαισίω της ορθοδόξου ευσεβείας και παραδόσεως. Προσωπικώς δεν νομίζομεν, ότι η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου απάδει προς το ορθόδοξον δόγμα. Ούτως αν λάβωμεν την μετάστασιν εν τη εννοία της μεταθέσεως του σεπτού σκήνους της Θεομήτορος, ουδέν το άπορον, τοσούτω μάλλον όσω ολικαί μεταθέσεις δικαίων (σώματος και ψυχής άνευ μεσολαβήσεως του θανάτου) μνημονεύονται ήδη εν τη Π. Διαθήκη (Ενώχ, Ηλία), ως τις αμοιβή δια την δικαιοσύνην και θεάρεστον βιοτήν αυτών. Αν δε νοήσωμεν ταύτην ως ζωηφόρον εκ νεκρών εξανάστασιν της Παρθένου (κατά το πρότυπον του Υιού της), πάλιν ουδέν το άπορον, πρώτον διότι η εκ νεκρών εξανάστασις θα είναι ο, δυνάμει του σωτηρίου έργου του Χριστού, καθολικός κλήρος πάντων ανεξαιρέτως των τεθνεώτων άμα τη Δευτέρα επί γης επιφανεία του Κυρίου4, δεύτερον δε οι ζώντες κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν ουδόλως καν θα αποθάνουν, αλλά μεταλλαγέντες δια της δυνάμεως του Παναγίου Πνεύματος θα απαντήσουν εις τον αέρα τον Κύριον5 και μετά την κρίσιν θα εισέλθουν εις την χαράν και την λαμπρότητα του ουρανού.Το γεγονός επομένως της μεταστάσεως καθ΄ εαυτό ουδεμίαν δυσχέρειαν δογματικήν παρουσιάζει. Μόνον εξ επόψεως χρονικής η ιδέα της μεταστάσεως δημιουργεί πως δυσκολίας. Ούτω δια της Μεταστάσεως η Παρθένος, υπερβαίνουσα την μέσην κατάστασιν των ψυχών, εις ην αύται εισέρχονται μετά θάνατον, φαίνεται οιονεί αποκοπτομένη του κοινού σώματος των πιστευόντων και αποχωριζομένη της Εκκλησίας. Αλλά και η δυσκολία αύτη δεν νομίζομεν, ότι είναι ανυπέρβλητος. Δια της Μεταστάσεως όχι μόνον δεν χωρίζεται της Εκκλησίας η Θεοτόκος, αλλά τουναντίον εν αυτή, ως τη κυριωτάτη εκπροσώπω αυτής, η Εκκλησία εκτείνεται πλήρως εν τη Βασιλεία των ουρανών, φαιδρύνεται και αναλάμπει εν τη πληρεστάτη δόξη της μυστικής και αοράτου αυτής κεφαλής, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Μετάστασις ου μόνον δεν καταπατεί το περί μέσης καταστάσεως των ψυχών δόγμα της Εκκλησίας, αλλά τουναντίον ενδυναμοί και εξαίρει αυτό, προβάλλουσα ανάγλυφον την πλήρη μακαριότητα και δόξαν και την οριστικήν τελείωσιν εις ην αποβλέπουν αι εν τη μέση καταστάσει ευρισκόμεναι ψυχαί των δικαίων και αγίων. Ασφαλώς δε το γεγονός τούτο – εκ του οποίου δέον να απαλειφθή παντελώς πάσα έννοια τοπικού και πνευματικού αποχωρισμού – θα πληροί τας ψυχάς των δικαίων αφάτου αγαλλιάσεως και χαράς και θα επιτείνη επί μάλλον τον αίνον και την δοξολογίαν του Θεανθρώπου Λυτρωτού, όστις δια του σωτηρίου έργου αυτού και της απείρου χάριτός του τοιαύτης τιμής ηξίωσε την παναγίαν Μητέρα αυτού και συν αυτή ολόκληρον το σώμα των δεδικαιωμένων! Και πάλιν επαναλαμβάνομεν, το προνόμιον τούτο της Παρθένου οφείλεται εις την περίοπτον θέσιν αυτής εν τω όλω σωτηρίω έργω του Υιού της. Εφ΄ όσον εν τη ανθρωπίνη φύσει του Χριστού ρέει το άγιον αίμα της Παρθένου, εφ΄ όσον εξ αυτής ελήφθη το άφθορον σώμα του Χριστού, το αείποτε συνηνωμένον μετά της απείρου Θεότητος του Λόγου, το σώμα το τεθεωμένον και ένδοξον, το αδιστάκτως εισελθόν εις το κράτος της μακαρίας δόξης της Τριάδος, τι το παράδοξον, αν και η Μήτηρ, η δούσα το σώμα τούτο, η Μήτηρ η ευκλεής και πάνσεπτος, υψώθη κατά χάριν ήδη από του παρόντος αιώνος εις την άπειρον λαμπρότητα και δόξαν του Υιού της; Τι το παράδοξον, αν ο Υιός εκάλεσε παρ΄ εαυτώ μετά θάνατον την υπόστασιν της κυησάσης αυτόν Μητρός; Μήπως η κλήσις αύτη, ως έγχρονος πρόληψις του εσχατολογικού κλήρου πάντων των δεδικαιωμένων, δεν είναι έργον της σωστικής και αγιαστικής δυνάμεως του Δεσπότου; Η εξαίρεσις αύτη της Παρθένου, οφειλομένη ασφαλώς εις την εξαίρετον θέσιν αυτής εν τη σωτηρίω οικονομία του Λόγου, ου μόνον δεν καταργεί τον κανόνα (μερικής κρίσεως και ανταποδόσεως), αλλ΄ επί μάλλον στερεοί και εξαίρει αυτόν. Διότι πρόκειται περί εξαιρέσεως αφορώσης αποκλειστικώς και μόνον εις την Μητέρα του παναγίου Λόγου του Θεού! Και ταύτα μεν εν γενικαίς γραμμαίς τα πορίσματα του μετά χείρας μελετήματος ημών. Το δόγμα της Θεοτόκου συνέχει και πληροί σύνολον την ζωήν και την υπόστασιν της Ορθοδοξίας. Προς την μορφήν της σεπτής Θεομήτορος ανέρχεται αύτη δια του δόγματος και της πίστεως αυτής, δια της μυστηριακής της διαισθήσεως, της λατρείας και της πνευματικότητος αυτής. Προ των φωτοειδών πυλώνων της Παρθένου κρούει αύτη την Πύλην της Βασιλείας. Εν τη χάριτι αυτής πληρούται χαρίτων και θείων δωρεών και ευλογιών. Εν τω θαύματι της Παρθένου βλέπει το θαύμα της ενσάρκου οικονομίας του Θεού, βλέπει το ιδικόν της θαύμα, την θείαν μεταμόρφωσιν και θέωσιν αυτής. Εν τη Μητρί του Θεού βλέπει την ιδικήν της Μητέρα, την χαράν και παρρησίαν αυτής, το καύχημα και το αγλάϊσμά της. Βλέπει την κραταιάν προστασίαν και την ακοίμητον βοήθειαν αυτής. Βλέπει την Δέσποιναν της Βασιλείας και την σεμνήν Οικονόμον της σωτηρίου Χάριτος του Χριστού. Δια τούτο η Ορθοδοξία μεγάλως τιμά την Μητέρα της, διότι μεγάλως τιμά τον Σωτήρα και πλαστουργόν της. Γεραίρει και ανυμνεί την Προστάτιν της, διότι γεραίρει και ανυμνεί τον ανερμήνευτον Τόκον της. Το δόγμα της Θεομήτορος διαφυλάττει και σκέπει ως κόρην οφθαλμού, διότι εν τω δόγματι τούτω συνοψίζεται η θεοϋπόστατος πνευματικότης και πίστις της. Οιαδήποτε παραχάραξις του δόγματος τούτου συνεπιφέρει παραχάραξιν συνόλου του δογματικού συστήματος αυτής, ιδία της χριστολογίας και σωτηρολογίας της. Η Ορθοδοξία βιοί εν μυστηρίω την Θεοτόκον της, ζη εν τω αδύτω της καρδίας της το άφραστον θαύμα και τα ανεξιχνίαστα μεγαλεία της. Η δόξα της την επισκιάζει, η χάρις της την συνέχει, το μεγαλείον της την συμπνίγει, το θαύμα της την αναφλέγει. Η Θεοτόκος ευλογεί και αγιάζει την Ορθοδοξίαν, διότι η Ορθοδοξία είναι η αμόλυντος και απαράφθορος σάρξ του ανεκφράστου Τόκου της!

Ανδρέας Θεοδώρου




1. Α΄ Τιμ. 2, 5.
2. Αυτήν την έννοιαν έχει και ο Παρακλητικός Κανών ο ψαλλόμενος υπό της Εκκλησίας προς την Θεοτόκον κατά την περίοδον του Δεκαπενταυγούστου.
3. Εγκώμιον δεύτερον εις την Κοίμησιν (MPG 96,  728).
4. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» (Ιερόν Σύμβολον της Πίστεως).

5.  1, Κορ. 15,  51.  1 Θεσ. 4,  13-17.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε τόση σύγχυσις περί Ορθοδοξίας εις τον Ελληνικόν χώρον, όση υπάρχει σήμερον. Ζώμεν εις μίαν χώραν φωτός απλέτου, φωτός υπερφυσικού, όπου ανέτειλεν με τον Χριστιανισμόν και το αγνοούμεν. Επειδή δεν απεκτήσαμεν αίσθησιν δια την γεύσιν των πνευματικών ουσιών, αρνούμεθα να δεχθώμεν και την ύπαρξίν των και την υπεροχήν των. Πολλοί, όταν αναφέρουν την Ελλάδα, εννοούν ένα προχριστιανικόν φως της Αριστοτελικής ή Πλατωνικής φιλοσοφίας ή τους Πυθαγορίους ή την Στοάν και ένα καθαρόν φυσικόν και ακτινοβόλον φως, με το οποίον είναι προικισμένη η μεσημβρινή Πατρίς μας, όπου φωτίζει τα μαρμάρινα μνημεία μας και τας απαραμίλλους φυσικάς καλλονάς της. Ούτε καν υποψία, ότι έχομεν τον κατά παράδοσιν πάμφωτον Ορθόδοξον Χριστιανισμόν, τον οποίον επεξειργάσθη εις όλας του τας μορφάς, ως αλήθειαν, ως κάλλος, ως δόγμα, ως πνευματικότητα, ως υπερούσιον λειτουργικήν ζωήν και ως ρυθμόν τέχνης, η χορεία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κατ’ ιδίαν και εν Ιεραίς Συνόδοις τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Και διατί αυτή η τραγική άγνοια των θείων θησαυρών μας; Διότι δεν εζήσαμεν πνευματικώς, δεν επιστεύσαμεν εις τον Χριστόν, όστις μας εφανέρωσε την Αλήθειαν, δεν εφηρμόσαμεν τας θείας Του εντολάς. Και έτσι, δεν άνοιξαν τα μάτια μας δια να ίδωμεν το Άγιον εκείνο και υπερφυσικόν φως, το οποίον περιέλαμψεν όσους επίστευσαν τον Χριστόν και ηγάπησαν την δόξαν και την αγάπην Του. Και εντεύθεν κατατριβόμεθα με μικροχαρή υποκατάστατα, ομιλώμεν με ενθουσιασμόν δια την κλασσικήν φιλοσοφίαν και την τέχνην, δια τον ψευδοπολιτισμόν μας, αλλά περί Ορθοδοξίας ούτε λόγος, επειδή δεν εζήσαμεν εν Χριστώ, δεν ησθάνθημεν την πνευματικήν λύτρωσιν και άπειρον ευδαιμονίαν της εν Χριστώ ζωής. Δια τούτο έχομεν περιέλθη εις αγωνίας και προβληματισμούς και άγχη και απελπιστικόν αδιέξοδον. Από το οποίον δεν θα εξέλθωμεν, εάν δεν προσέλθωμεν εν κλαυθμώ και ταπεινώσει και απλότητι ψυχής προς τον λυτρωτήν του κόσμου Χριστόν. Όχι τον Χριστόν των Λατίνων, που τον απεγύμνωσαν από την υπερβατικότητά του και τον κατέστησαν ένα ψυχρόν ηθικολόγον, ούτε τον Χριστόν των Προτεσταντών, οίτινες τον κατεκρεούργησαν εις τετρακόσια τεμάχια και κάθε αίρεσις τον παρουσιάζει εις τα μέτρα της. Αλλά τον Χριστόν, τον Ορθοδόξως ερμηνευθέντα και βιωθέντα επί δύο χιλιάδες έτη υπό της Εκκλησίας, εκ της οποίας απεκόπησαν και Λατίνοι και Προτεστάνται και ήδη πλανώνται εις το βαθύ σκότος της εγωπαθείας των. Τα ανωτέρω έγραψα ως μικράν εισαγωγήν εις την μικράν ιστορίαν, τόσον όμως περιεκτικήν και τόσον διδακτικήν δι’ ημάς, που ομιλώμεν περί ενώσεως των Εκκλησιών, την οποίαν εκθέτω αμέσως. Γνωστός μου φιλόλογος Γερμανός μοι εδιηγήθη τα εξής: Ευρισκόμην, λέγει, μεταξύ των στρατιωτών της Χιτλερικής εκστρατείας εις Ρωσίαν. Προ της καταρρεύσεως του γερμανικού μετώπου, ανεπαυόμην, μετά από μίαν μάχην, με άλλους συναδέλφους μου, εις ένα σπίτι ρωσικού χωριού. Ένα βράδυ οι συνάδελφοί μου ήρχισαν ένα θορυβώδες τραγούδι. Αίφνης, εμφανίζεται μία νεαρά ρωσίς, εις το σπίτι της οποίας εστεγαζόμεθα, και αφού μας έρριψεν αυστηρόν βλέμμα, έδειξε με τον δάκτυλόν της το εικονοστάσιον και την κανδήλαν που ήτο αναμμένη, ωσάν να μας έλεγε πόσον άτοπον είναι να τραγωδούμεν ενώπιον των ιερών εικόνων… Υπήρξε τόση η κατάπληξίς μου και ο σεβασμός μου δια την ορθόδοξον αυτήν νέαν, με το σταθερόν και ανδρείον φρόνημά της και δια την αδιαφορίαν της, ότι ωμίλει εις τους νικητάς της πατρίδος της, ώστε, μόλις ετελείωσεν ο φρικαλέος εκείνος πόλεμος, εζήτησα αμέσως να πληροφορηθώ τι πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και ποίας διαφοράς έχομεν ημείς οι Προτεστάνται με αυτούς. Κατέφυγα εις ένα Ορθόδοξον ιερέα μιάς Κοινότητος εν Γερμανία και τον ερώτησα να με διαφωτίση. Εκείνος, ύστερα από πολλήν σκέψιν, μου απήντησεν ότι … δεν έχομεν διαφοράς σοβαράς και ότι αμφότερα τα δόγματα αντλούν από μίας πηγής!... Παρά την απροσδόκητον αυτήν απάντησιν του ιερέως, ήρχισα να μελετώ βιβλία Ορθόδοξα. Εκεί ανεκάλυψα, όχι απλώς διαφοράς, αλλά χάσματα κυριολεκτικώς. Έβλεπα ότι η Ορθοδοξία ήτο εκθαμβωτικόν φως και ο Προτεσταντισμός βαθύτατον έρεβος. Ότι η Ορθοδοξία, απετέλει αδιάκοπον συνέχειαν της Αποστολικής Διδαχής και ότι ο Προτεσταντισμός ήτο ένα σύνολον ερμηνευτικών πλανών, η αρχή των οποίων υπήρξεν εις την Ρώμην ως Ορθολογισμός. Και ακόμη διεπίστωσα, ότι τόσον ο Παπισμός, όσον και ο Προτεσταντισμός, (περισσότερον ο δεύτερος) δεν λυτρώνουν, δεν ζωοποιούν, δεν ειρηνεύουν την ψυχήν, εν αντιθέσει με την Ορθοδοξίαν, η οποία πρώτον καθαίρει την ψυχήν από των παθών, κατόπιν την φωτίζει και τελευταίον την ενώνει με τον Χριστόν. Αργότερα εδιάβασα την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την «Φιλοκαλίαν» και τους Ασκητικούς Πατέρας και εκολύμβησα εις άπειρον αγαλλίασιν. Η ορθοδοξία είναι έργον Θεού. Ο Ρωμαιοκαθολισμός ήτο έργον Θεού και έγινεν και ανθρώπινον. Ο Προτεσταντισμός από Θεανθρώπινον κλάδον αποκοπείς, εφυλλορρόησεν από σατανικούς ανέμους και τώρα κείται εις φύλλα εξηραμένα, έκαστον των οποίων αντιπροσωπεύει και μίαν Ομολογίαν!...                                                                                                                                                                                                                                  
…Προ πολλών ετών εζήτησα να εισέλθω στους κόλπους της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Εκατηχήθην—διότι ουσιαστικώς εγνώριζα την αλήθειαν της Ορθοδοξίας—και εβαπτίσθην δι’ ύδατος και πνεύματος. Και έγινα ένα μέλος του μυστικού Σώματος του Χριστού. Και τώρα, σεσωσμένος τη Χάριτι του Θεού, πληροφορημένος εις την καρδίαν μου «εν Χάριτι», ζω αποξενωμένος από τους ονειδίζοντάς με συγγενείς, αλλά «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού», πτωχός καθηγητής εν Ελλάδι, αλλά πλουτίσας εν Χριστώ δύναμαι ευγνωμόνως να αναπέμπω τας προσευχάς μου και να λέγω, μαζύ με τον άγιον Πατέρα μας Συμεών τον Νέον Θεολόγον, προς τον Σωτήρα μου Ιησούν: «Απολαύω της αγάπης σου και της ωραιότητός σου και είμαι πλήρης ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μου λάμπει όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου. Όταν βυθίζομαι εις το φως σου, τότε γίνομαι ένα φως όμοιον με το ιδικόν σου. Και τότε αισθάνομαι τον εαυτόν μου πλουσιώτερον από όλους τους πλουσίους, ωραιότερον από όλους τους ωραίους και δυνατώτερον από όλους τους αυτοκράτορας». Και τελειώνω την προσευχήν μου με την αίτησιν, να με αξιώση ώστε να γίνω Μοναχός της Ορθοδόξου αγίας Εκκλησίας μας, δια να αρχίσω από εδώ να αισθάνομαι την μακαριότητα της αιωνίου βιοτής… «Κύριε, συ που μου έδωσες το αιτείν, δος μου και το αιτούμενον, Αμήν». Έτσι ετελείωσεν ο Ιωάννης Γιόρνταν την αφήγησίν του.

Αθωνικά άνθη







Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Κινδυνεύομε, ως Εκκλησία και ως Έθνος.

Οι κολυμβήθρες εστέγνωσαν δια το μη υπάρχειν βρέφη προς βάπτισι και η Ραχήλ, η αγία μας Εκκλησία, κλαίει απαρηγόρητα δια τα τέκνα Της τα αποβαλλόμενα και φονευόμενα υπό αναλγήτων μητέρων και κακούργων ιατρών. Τριάκοντα επτά περίπου χιλιάδες αθώων ψυχών φονεύονται κατά μήνα και ο εθνικός μας στρατός κατ΄ έτος ελαττώνεται, ενώ οι κύκλω ημών εχθροί υπερπληθύνονται. Οι δε Κληρικοί μας συζητούν περί ανέμων και υδάτων, περί ιερωσύνης γυναικών και στρατεύσεως αυτών… Ταλαίπωρε αιωνία Ελλάς, που πηγαίνεις; Με τρία εκατομμύρια μουσουλμάνων στα αγιοτόκα εδάφη σου, Ιέρειες ετοιμάζονται δια την Εκκλησία σου και γυναίκες δια την φύλαξι των συνόρων και της ακεραιότητός σου!!!