Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Τρία μαθήματα του Σταυρού -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Βαθύς και καίριος είναι ο δεσμός του κάθε Χριστιανού με το σταυρού του Χριστού. Ήμασταν στη νηπιακή μας ηλικία οι περισσότεροι, όταν δεχθήκαμε ως δώρο από τον ανάδοχό μας ένα σταυρό, που κρεμάσθηκε φυλακτό στο λαιμό μας. Κι΄ έπειτα, μικρά παιδιά, είχαμε την ευλογία με την καθοδήγηση της ευσεβούς μάνας ή γιαγιάς να ενώσουμε τα τρία δάκτυλα του δεξιού μας χεριού και να μάθουμε να σημειώνουμε πάνω μας το σημείο του σταυρού, πιστεύοντας ότι «όποιος κάνει τον σταυρό του έχει όπλο στο πλευρό του». Αλλά ο σταυρός δεν είναι ένα σχήμα, που περικλείει μαγική δύναμη, δεν είναι φετίχ· είναι ένα σύμβολο γεμάτο από τα μηνύματα του Θεού. Έχουμε χρέος να μελετούμε αυτά τα μηνύματα και να εμβαθύνουμε στο νόημά τους, που μας χειραγωγεί και μας προάγει στην πνευματική ζωή. Έτσι ο σταυρός γίνεται πηγή έμπνευσης, οδηγός στην πορεία, όπλο στη μάχη, παρηγοριά στον πόνο, γλυκασμός στην πικρία της ζωής. Τρία στοιχεία της θεολογίας του σταυρού θα προσεγγίσουμε με οδηγό μας τον εμνευσμένο κήρυκα του σταυρού, τον απόστολο Παύλο, που ανοίγει μπροστά μας σαν ένα πρωτότυπο βιβλίο το σύμβολο του σταυρού και μας βοηθά να διαβάσουμε στις αιματοβαμμένες σελίδες του τα τρία κοσμοσωτήρια μαθήματα: την αγάπη, τη σοφία, και τη δύναμη του Θεού.                                                                        

α. Αγάπη: Ασφαλώς με πολλούς τρόπους εκφράζεται και εκδηλώνεται στη πλάση η αγάπη του Θεού για μας. Όλη η φυσική δημιουργία, από το ασήμαντο αγριολούλουδο, που το έντυσε ο Πλάστης με αρχοντική μεγαλοπρέπεια, μέχρι τον φωτεινό άρχοντα της ημέρας, τον ήλιο, κι όλα τα ουράνια σώματα, που στροβιλίζονται στο στερέωμα με τόση τάξη και σκοπιμότητα, όλα μιλούν για την αγάπη του Θεού. Αλλά τη λαμπρότερη αποκάλυψη της θεϊκής αγάπης παρουσιάζει η ακατανόητη και ασύλληπτη προσφορά του Υιού του Θεού: Έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε, για να μας συμφιλιώσει με τον Θεό, να μας αποκαταστήσει στην αγάπη του· «ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας» (Εφ. 5: 2). Από την θλιβερή εκείνη ημέρα της ανταρσίας των πρωτοπλάστων, το σαράκι της αμαρτίας είχε διαβρώσει ανεπανόρθωτα την οικειότητα του ανθρώπου προς τον Θεό. Κι ήρθε ο ίδιος ο μονάκριβος Υιός του Θεού και σήκωσε πάνω του την αμαρτία όλου του κόσμου. Εκούσια προσφέρθηκε και πέθανε για μας τους εχθρούς κι αντάρτες. Αυτή ακριβώς η θυσία του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, που λύτρωσε εμάς τους αμαρτωλούς, μας χάρισε την υιοθεσία, μας αποκατέστησε στην οικογένεια του Θεού, είναι το αποκορύφωμα της αγάπης του.         
β. Σοφία: Με δόλο ο σατανάς απέσπασε τους πρωτόπλαστους από την υπακοή τους στο Θεό και τους κατέστησε δικούς του υποτελείς. Κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης του θείου νόμου, ήταν επικατάρατος. Για να σώσει την καταραμένη ανθρωπότητα ο Θεός έπρεπε να γίνει άνθρωπος, να προσλάβει την ανθρώπινη φύση, διότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον», όπως θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος. Έγινε, λοιπόν, άνθρωπος ο Ιησούς Χριστός. Ήταν, όμως, αναμάρτητος και πως θα μπορούσε να πλησιάσει και να λυτρώσει τους καταραμένους; Η πανσοφία του Θεού συνέλαβε το σωτήριο σχέδιο: Δια του σταυρού! Το βεβαίωνε ο νόμος «κεκατηραμένος υπό του Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου» (Δε. 21, 23 πρβλ. Γαλ. 3, 13). Υψωμένος πάνω στο σταυρό ο αναμάρτητος Ιησούς Χριστός έγινε επικατάρατος. Και την ώρα, που φάνηκε πως θριαμβεύει ο κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου, αφού θανάτωσε τον Ιησού με τον καταραμένο σταυρικό θάνατο, τότε ακριβώς η θεότητα, που κρυβόταν στην ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, συνέτριψε την κεφαλή του αρχέκακου και κατέλυσε το κράτος του θανάτου. Έτσι, θαυμάζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: «πεπλάνηται ο πλάνος (σατανάς), ο πλανηθείς (άνθρωπος) λυτρούται» από την κυριαρχία του διαβόλου και απελευθερώνεται από το κράτος του θανάτου. Συγκλονισμένος από το σοφό αυτό σχέδιο ο απόστολος Παύλος αναγνωρίζει το σταυρό ως την αληθινή σοφία και δεν θέλει να γνωρίζει και να κηρύττει τίποτε άλλο παρά μόνο «Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 2: 2).                                                                                       
γ. Δύναμη: Ως παντοδύναμος Θεός ο Κύριος θα μπορούσε, βέβαια, να συντρίψει τον σατανά με μία εντολή. Σεβόμενος, όμως, την ελευθερία του ανθρώπου, δεν έκανε χρήση της παντοδυναμίας του. Έγινε άνθρωπος, δούλος, κατάδικος και πέθανε με τη χειρότερη των ποινών, με τον σταυρικό θάνατο. Μ΄ αυτή την έσχατη ασθένειά του συνέτριψε την αμαρτία και πιστοποίησε την ανυπέρβλητη δύναμή του. Ασφαλώς, δεν είναι παράξενο να περνά η αμαξοστοιχία πάνω από μια σιδερένια γέφυρα. Αν, όμως, η γέφυρα, που συγκρατεί την αναξοστοιχία αποτελείται από καλάμια, αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Δείχνει πως το καλάμι κλείνει μέσα του μία ακατανόητη μυστική δύναμη. Παρόμοια, στον εσταυρωμένο Ιησού αντικρύζει ο Παύλος την «Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (Α΄ Κορ. 1: 24). Ο σταυρός του Χριστού είναι η φύτρα της νέας δημιουργίας, η ρίζα της νέας κτίσεως, το θεμέλιο της Εκκλησίας του Χριστού. Γι΄ αυτό και αποτελεί όχι μόνο το καύχημα και το κόσμημα της οικουμένης, αλλά και το γνώρισμα της ζωής του πιστού· κυρίως αυτό. Καθώς τον υψώνει σε παγκόσμια προσκύνηση η Εκκλησία μας προτείνει στην ανθρωπότητα να ενστερνισθεί τη σοφία του Θεού, που κρύβεται στον σταυρό του Ιησού Χριστού. Με τρόπο ακατανόητο – κι εν πολλοίς ανόητο – για τη σοφία του άθεου κόσμου, η σοφία του Θεού μάς διδάσκει ότι η δύναμη δεν ταυτίζεται με τη βία, αλλά εκδηλώνεται με τη συγκατάβαση και ελέγχεται από την αγάπη. Η αγάπη, που όχι μόνο συγχωρεί και ανέχεται, αλλά θυσιάζεται για τους εχθρούς, είναι ακατάλυτη δύναμη. Αυτό δεν το καταλαβαίνει και φυσικά, δεν μπορεί να το ζήσει όποιος δεν μαθήτευσε στο σταυρό του Χριστού, δεν γνώρισε και δεν φωτίστηκε από τη σοφία του σταυρού.

Γράφει ο Μακρυγιάννης τα ξηµερώµατα της 2 πρὸς 3 Σεπτέµβρη του 1843, τῆς ἱστορικὴς ἐπανάστασης ἐναντίον τῆς ὀθωνικῆς ἀπολυταρχίας :

«Πιάνω καὶ φκιάνω µίαν σηµαίαν καὶ γράφω: «Ἐθνικὴ Συνέλεψη, Σύνταγµα…  τελειώνοντας αὐτό, ἔφκιασα τὴ διαθήκη µου…  σηκώνεται ἀπόψε ἡ σηµαία τῆς λευτεριᾶς ἀναντίον τῆς τυραγνίας. Πατριῶτες! Πεθαίνω διὰ τὴν πατρίδα…  ∆ὲν µπορῶ, πατρίδα, νὰ σὲ βλέπω τοιούτως καὶ τῶν σκοτωµένων τὰ παιδιὰ καὶ οἱ γριγὲς νὰ διακονεύουν καὶ τὶς νιὲς νὰ τὶς βιάζουν διὰ κοµµάτι ψωµὶ εἰς τὴν τιµὴν τους οἱ ἀπατεῶνες τῆς πατρίδος».


Συνεχίζει στὴ διαθήκη του: «Πατρίδα σ’ ἀφήνω ἀνήλικα παιδιά… τ’ ἀφήνω εἰς τὴν προστασίαν σου. Βιαστικὸς γράφω καὶ µὲ τὴν σηµαία µου εἰς τὸ χέρι…».

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

O Διάβολος, ημών ρεγχόντων τον ύπνον της αδιαφορίας, κοντεύει να εξαφανίση και την Αγιότητα και την Καθολικότητα και την Αποστολικότητα της Εκκλησίας!

Ενώ η Εκκλησία τιμά τους Αγίους Αποστόλους (γιατί αυτό επιβάλλει το πνευματικόν χρέος), ωστόσο η επί Γης στρατευομένη Εκκλησία δεν ζη την ζωήν των Αγίων Αποστόλων! Ορθότατα παρατηρεί ο Άγιος Ιουστίνος(Πόποβιτς) ότι «η ζωή των πιστών εις την Εκκλησίαν δεν είναι άλλο παρά η κατά την χάριν του Αγίου Πνεύματος Θεανθρωποποίησις αυτών ήτοι εν-χρίστωσις και χριστοποίησις αυτών». Ας είμεθα ειλικρινείς, παρατηρούνται τα γνωρίσματα αυτά εις την ζωήν των λαϊκών, των Κληρικών, των Επισκόπων; Και το ακόμη τραγικώτερον, που εξάγεται από τα άγια γραπτά του Αγίου Ιουστίνου: «… και η αποστολικότης διαφυλάττεται δια της προσευχής και όλης ευσεβείας, όπως ακριβώς την ωμολογούσαν, εκήρυττον, επροστάτευον και διεφύλαττον οι Πατέρες και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι». Δυνάμεθα να ομιλώμεν σήμερον περί ευσεβείας, όπως «την ωμολογούσαν, εκήρυττον, επροστάτευον και διεφύλαττον οι Πατέρες και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι»; Κινδυνεύει να εξαφανισθή η ευσέβεια των Αποστόλων και των Πατέρων μέσα εις τα θολά ρεύματα του Οικουμενισμού, των Αιρεσιολογιών, των Μωαμεθανισμών με την «ευλογίαν» (φρίξον Ήλιε!) Επισκόπων, Αρχιεπισκόπων, Πατριαρχών! Αλλά μήπως η ευσέβεια διατηρείται εις την ζωήν των Μεγαλοσχήμων Αξιωματούχων της Εκκλησίας; «… Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου»! Ειλικρινά θα πρέπει να εντρεπώμεθα, και λαϊκοί και Κληρικοί (προ παντός οι εν υπεροχή όντες), όταν, απαγγέλλοντες το Ιερόν Σύμβολον της Πίστεώς μας, λέγωμεν: «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», διότι ο Διάβολος, ημών ρεγχόντων τον ύπνον της αδιαφορίας, κοντεύει να εξαφανίση και την Αγιότητα και την Καθολικότητα και την Αποστολικότητα της Εκκλησίας!

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΝΔΟΣΤΡΕΦΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Διονύσιος Αρεοπαγίτης.


Ίσως να μη είναι ανωφελές να λεχθή, ότι κακώς απεδόθη εις τον άγιον Γρηγόριον η ενδοστρεφής προσευχή, και ότι κάκιστα συνεδέθησαν μετά του ονόματός του, ως «παλαμισμός», τα ειρωνικά παρωνύμια «ομφαλοσκοπία –ομφαλοψυχία». Ηγνόησαν οι τοιαύτα φρονήσαντες ορθολογισταί, ότι εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν υφίσταται συνεχής εσωτερική ενότης. Τοιαύτη δ’ ενότης, οίαν οφείλομεν να ανακαλύπτωμεν πανταχού των επί μέρους ιερών κειμένων της Καινής Διαθήκης. Διότι το Πνεύμα το Άγιον, όπερ εσόφισε τους αμέσους μαθητάς του Κυρίου, αυτό το ίδιον Πνεύμα εφώτισε και τους Πατέρας. Η υφισταμένη ποικιλία εν τη διδασκαλία των Πατέρων ουδόλως αίρει την εσωτερικήν ταυτότητα αυτής. Διότι το Πνεύμα όχι μόνον «όπου θέλει πνει» αλλά και «όπως θέλει πνει», «λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα». Μόνον εφ’ όσον αναγνωρίζομεν το αλληλένδετον και το ομόφωνον της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, ως έκφανσιν του Αγίου Πνεύματος εν τη ανελίξει της ιστορίας, ευρισκόμεθα εντός των όρων της Ορθοδόξου πίστεως.
Υπό το πνεύμα αυτό, αίρονται πάσαι αι φαινομενικαί αντιφάσεις, αίτινες παρατηρούνται μεταξύ των Πατέρων. Θεός φυλάξοι από την πλάνην να υποθέσωμεν, ότι, πέραν του ιδιάζοντος τονισμού εν τη διδασκαλία των Θεοφόρων Πατέρων, υφίσταται οιαδήποτε διαφωνία, ή ότι ο εις Πατήρ, ανατρέπει τον έτερον. Ο Θεός ημών «δεν είναι Θεός ακαταστασίας, αλλά Θεός τάξεως». OΠαλαμάς, ως και οι προ αυτού άγιοι Πατέρες, τιμά ιδιαζόντως τον άγιον Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην. Πάντες σχεδόν οι Μυστικοί της Ανατολικής Εκκλησίας εστηρίχθησαν επί των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, τα οποία πραγματεύονται θέματα Μυστικά. Εν των θεμάτων είναι και το περί των «τριών τρόπων προσευχής». Δηλαδή της «ευθείας», «ελικοειδούς» και «κυκλικής». Εις μίαν επιστολήν του ο Παλαμάς προς Βαρλαάμ, αναπτύσσει περί των τριών τρόπων της προσευχής, συνιστών ως «απλανή» μόνον την «κυκλικήν». Ευθεία κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους από των έξωθεν αισθητών, ως από εικόνων τινών (πεποικιλμένων και πεπληθυσμένων) αναβιβάζηται εις την απλήν νοητήν αυτών θεωρίαν. Ελικοειδής δε κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους ελλάμπηται τας θείας γνώσεις όχι όλως διόλου νοερώς και αμεταβάτως, αλλά συλλογιστικώς και μεταβατικώς και κατά τρόπον τινά, κινούμενος μεταξύ της κυκλικής και ευθείας. Περί δε της κυκλικής του νοός κινήσεως γράφει τα εξής, «ο των θεολόγων εξοχώτατος Διονύσιος»: «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Ο θείος Παλαμάς, ποριζόμενος την μυστικήν γνώσιν εκ της ησυχαστικής του εμπειρίας και των εν τη ψυχή του θείων ελλάμψεων, χαρακτηρίζει την προς εαυτόν στροφήν του νου, ως «εαυτού τήρησιν». Είναι διάχυτος εις τα συγγράμματα των Πατέρων η διδασκαλία, ότι η μακαριότης των Πρωτοπλάστων συνίστατο εις την αδιάλειπτον θέαν ( μυστική άκτιστος ενέργεια) του Θεού. Η συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος συν τοις άλλοις, ήτο και η πλάνησις του νου επί την κτίσιν, και η αγάπη αυτής παρά τον κτίσαντα. Είναι πολύ ωραία τα εξής του αγίου Αυγουστίνου: «Η ανθρωπίνη καρδία εις τούτο έκτισται· όπως βλέπη τον εαυτής κτίστην. Αμαρτία εστίν αποστροφή του κτίστου και επιστροφή προς το κτίσμα. Μετάνοιά εστιν αποστροφή του κτίσματος και επιστροφή προς τον κτίστην». Ο άγιος Γρηγόριος παραδέχεται ότι, η προς τον Θεόν άνοδος του νοός ενεργείται δι’ «ευχής συνεπτυγμένης» -- δηλαδή δια του «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον ημάς» -- έστι δ’ ότε και διεξοδικωτέρας, το οποίον είναι και εργωδέστερον. Η αντίληψις αυτή απαντά εις όλους τους Πατέρας σχεδόν, «Κοινωνικούς» και «Μυστικούς», αλλά παρά τω Παλαμά, προκληθέντι υπό των αντιπάλων του, επανέρχεται μοναδικώς ανεπτυγμένη. Εκκινών, ως ανεφέραμεν, από της αρχής, καθ’ ην άπασαι αι δυνάμεις της ψυχής είναι εσκορπισμέναι δια των αισθητηρίων, ως κατάλοιπον του προπατορικού αμαρτήματος, διδάσκει ότι μόνον δια της προς εαυτόν στροφής του νου είναι δυνατή η προς Θεόν αναβίβασίς του. «Αν διακαρτερή τις, λέγει, εν τη του νου ταύτη συνελίξει και τη προς το θείον ανατάσει, βία ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας άγχον της οικείας, νοερώς πλησιάζει τω Θεώ και τυγχάνει των αρρήτων, και γεύεται του μέλλοντος αιώνος, και αισθήσει νοερά γινώσκει, ότι χρηστός ο Κύριος…». Η εργασία αυτή της ενδοστρεφούς κινήσεως, κατά την οποίαν ο νους γίνεται «τρισσός», ανευρίσκων τας εαυτού εσκορπισμένας εις τον κόσμον δυνάνεις, ίσως να μη είναι και τόσον δυσχερής. Διότι ο νους απαλλασσόμενος εκ των έξωθι περισπασμών και τηρών και τηρούμενος και ευχόμενος εν τη εαυτού τηρήσει, «ου λίαν ίσως δυσχερές». «Το δε μακρόν χρόνον εν ταύτη τη καταστάσει καρτερήσαι, τη γεννητική των απορρήτων, δυσχερέστατον ως μάλιστα». Τούτο οφείλεται, ως λέγει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, εις «το άγαν εστενωμένον της ευκτικής αρετής», του νοός αγαλλομένου εις μετεωρισμούς και ελευθέρας κινήσεις. Είναι τόσον επίπονος η δια μακρού χρόνου «συνέλιξις» του νου εις εαυτόν και η «μονολόγιστος» αυτή ευχή, ώστε είναι «πας πόνος άλλης αρετής, μικρός και φορητότατος συγκρινόμενος προς τούτον». Δια τούτο οι πλείστοι εργάται της νοεράς προσευχής, στενοχωρούμενοι από «το εστενωμένον της ευκτικής αρετής», αφήκαν την «ευχήν» και απέτυχον του πλατυσμού των χαρισμάτων. Ο άγιος Γρηγόριος διαβεβαιοί, ότι όσοι υπομένουν τον κάματον της καρδιακής ευχής τυγχάνουν θείων αντιλήψεων και αξιούνται υπερφυσικών αποκαλύψεων.

Η εποχή μας ίσως να μη είναι δεκτική διδασκαλίας μυστικής, περί καθάρσεως νοός και καρδίας και περί των επηγγελμένων υπό του Κυρίου υπέρ φύσιν δωρεών. Ως και αυτή η σύγχρονος Θεολογία πάσχει από κορεσμόν ορθολογιστικής επιστημοσύνης, μη δυναμένη, ως «ψυχική» να δεχθή τα «πνευματικά». Εν τούτοις υπάρχουν ψυχαί αδιάφθοροι από το πνεύμα της εποχής, το οποίον άγει εις την απώλειαν της «υπάρξεως», αι οποίαι επιποθούν τα «τελειώτερα» και την γνησίως ορθόδοξον πνευματικότητα, δια τας οποίας γράφομεν τα ανωτέρω. Ας ευχηθώμεν ότι θα εξαποστείλη εις τους καιρούς μας τους «περιπεζίους» άνδρας πνευματικούς, οι οποίοι θα καταγγείλουν την υποκρισίαν και κενότητα των συγχρόνων των και μας οδηγήσουν εις το μυστικόν ταμιείον της ψυχής, δια να εύρωμεν εαυτούς, την «ύπαρξίν» μας.


Αθωνικά άνθη 

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015 – ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ -- «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον…»

Ανακαινισμένες υπάρξεις

Η σύνδεση της παρουσίας του Θεού στη ζωή του κόσμου με την πληρότητα της αγάπης, αναδεικνύει και την αυθεντικότητα της σχέσης που σφυρηλατείται στο χώρο της Εκκλησίας. Στους ορίζοντες αυτούς το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, αποκαλύπτει το απύθμενο βάθος της θεϊκής αγάπης: «εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν υμίν, ότι τον Υιόν αυτού τον Μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι’ Αυτού» (Α΄Ιω. δ΄9).
Η συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή συνιστά το απόσταγμα της συνομιλίας του Χριστού με το Νικόδημο. Ο Νικόδημος παρόλο που είχε εξέχουσα θέση στην κοινωνία, αφού ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου και ανήκε ακόμα στην τάξη των φαρισαίων, ωστόσο αποκαλύπτεται ως άνθρωπος με καλή και αγαθή ψυχή. Με τέτοιες λοιπόν αγαθές διαθέσεις όχι μόνο γνώρισε αλλά και συνομιλούσε με τον Χριστό για μεγάλες και αιώνιες αλήθειες. Έτσι ενώ οι φαρισαίοι συνέδεαν τη σωτηρία με την τυπολατρία, ενδεδυμένη με την υποκριτική τήρηση κάποιων διατάξεων του Νόμου, ο Χριστός έρχεται να αποκαλύψει ότι για να σωθεί ο άνθρωπος πρέπει να αναγεννηθεί πνευματικά, να καταστεί καινούργια ύπαρξη, όχι πλέον με νομικές διατάξεις, αλλά με τη χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (Ρωμ. ε΄ 5).


Η καινούργια ζωή
Η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου δεν έχει να κάνει με οποιεσδήποτε πιέσεις και συμπιέσεις, με φάσεις και αντιφάσεις του κόσμου τούτου, αλλά με μια νέα ζωή που κινείται πάντοτε στην τροχιά της αιωνιότητας. Τη ζωή εκείνη που υπερβαίνει τη φθορά του χώρου και του χρόνου. Στην υπέρβαση αυτή η όποια απόγνωση μεταβάλλεται σε αναστάσιμη ελπίδα και η όποια λύπη σε χαρά και αγαλλίαση. Η ζωή αυτή δεν συνδέεται σε καμιά περίπτωση με αφηρημένα σχήματα και θεωρίες, αλλά αποκαλύπτεται ως η πιο ισχυρή πραγματικότητα με τη μετοχή στη ζωή του Χριστού. Τότε ακριβώς ολόκληρος ο χρόνος γίνεται καιρός μετοχής στις θείες δωρεές. Μόνο σ’ αυτή τη διάσταση ο άνθρωπος απελευθερώνεται  από το φόβο της φθοράς και του θανάτου και μπορεί να ατενίζει πλέον δημιουργικά τη ζωή του μέσα στον χρόνο. Και όπως ο φυσικός θάνατος μέσα από την φωτοχυσία της ανάστασης μετατρέπεται σε γέφυρα προς τη ζωή, έτσι και ο χρόνος μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, μεταβάλλεται σε παράγοντα πνευματικής προκοπής και τελείωσης.
Μόνο μέσα στις αγκάλες της θεϊκής αγάπης μπορεί ο άνθρωπος να εισέλθει σε τροχιές πνευματικής αναγέννησης. Η αγάπη αυτή σαρκώνεται στις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, το συνάνθρωπο αλλά και με την κτίση ολόκληρη. Είναι εναρμονισμένη με τον τρόπο ύπαρξης του Τριαδικού Θεού, όπως αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός όχι μόνο στο Νικόδημο αλλά στον κάθε άνθρωπο που ανοίγει καλοδιάθετα την καρδιά του, φανερώνει το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Μέσα απ’ αυτό αποκρυπτογραφείται η κοινωνία της αγάπης που προσφέρεται αδιάκοπα στον άνθρωπο, ως «εικόνα του Θεού». Και η σκάλα βέβαια που ο Χριστός ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό είναι η φανέρωση της άπειρης αγάπης του μέσα από τον Σταυρό.
Αγαπητοί αδελφοί, μέσα από το μυστήριο του Σταυρού αναδύεται η θεϊκή αγάπη στην πιο αυθεντική της μορφή. Έτσι ο Σταυρός, την παγκόσμια ύψωση του οποίου γιορτάζει αύριο η Εκκλησία, γίνεται κρίση για τον κόσμο. Ο Κύριος έχει μόνιμα ανοικτές τις αγκάλες του και μας προσκαλεί να δεχθούμε την κοινωνία της αγάπης του. Αν ο άνθρωπος ελεύθερα ανταποκριθεί τότε μεταβαίνει «εκ του θανάτου εις την ζωή» (Ιω. ε΄24). Αν όμως αρνηθεί,  εγκλωβισμένος στον εγωισμό και την φιλαυτία του, αφήνει τον εαυτό του να εκπέσει σε αυτοκατάκριση και αυτοτιμωρία. Η αγάπη που ξεπηδάει από το ξύλο του Σταυρού είναι η πιο αυθεντική και η πιο αληθινή. Γιατί νικά ακόμα και το θάνατο. Αυτή την εμπειρία μας προσκαλεί η Εκκλησία να γευθούμε. Γένοιτο.


Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα επιχείρημα που προβάλλουν οι Αντ-οικουμενιστές είναι το πλήθος των ανθρώπων που ακολουθούν την δικήν τους γραμμή λέγοντας:

«Τόσοι Αρχιερείς, τόσοι Ιερείς, τόσοι Μοναχοί και λαϊκοί πεπαιδευμένοι και μη, δεν διακόπτουν πνευματική επικοινωνία με τους Οικουμενιστές, όλοι αυτοί επλανήθησαν και μόνο εσείς οι ολίγοι είσθε με την αλήθεια;» Παλαιό το σόφισμα, ανασκευασμένο και απογεγυμνωμένον υφ’ όλων σχεδόν των αγίων Πατέρων μας και της Αγίας Γραφής. Το δυστύχημα δι’ αυτούς που λέγουν όλα αυτά είναι ότι η αλήθεια δεν συμβαδίζει πάντοτε με τους πολλούς, αλλά πολλές φορές με τους ολίγους. Ο ίδιος ο Κύριος μας είπε: «ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. Ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ: 13). Και εις άλλο σημείο, «Πολλοί γαρ εισί κλητοί ολίγοι δε εκλεκτοί». Οι άγιοι πατέρες μας απαντούσαν ως εξής, όταν οι αιρετικοί προέβαλλον ως επιχείρημα το πλήθος που τους ακολουθούσε: «Πλήθει το ψεύδος κρατύνεις; Έδειξας του δεινού την επίτασιν (ένταση, δυνάμωμα) · όσω γαρ πλείους εν τω κακώ τοσούτω μείζων η συμφορά». «Εμοί πλήθος αιδέσιμον ου το χαίρον καινοτομία, αλλά το φυλάσσον πατρώαν κληρονομίαν» (άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, επιστολή 45). Σε άλλο σημείο λέγει: «Μη θώμεν σκάνδαλον τη Εκκλησία του Θεού, ήτις εστί και εν τρισίν Ορθοδόξοις οριζομένη κατά τους αγίους» (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, 1049B). O άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής έγραφε: «Ει και πάνυ ολίγοι εν τη Ορθοδοξία και ευσεβεία διανένουσιν, ούτοι εισίν Εκκλησία και το κύρος και η προστασία των εκκλησιαστικών θεσμών εν αυτοίς κείται». Ο καθ. Γ. Φλωρόφσκυ έγραφε: «Πολύ συχνά το μέτρο της αληθείας είναι η μαρτυρία της μειοψηφίας. Είναι δυνατό να είναι καθολική Εκκλησία το μικρόν ποίμνιο.  Είναι δυνατό να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού και να καταλήξη η Εκκλησία στο περιθώριο της ιστορίας, ή να αποσυρθεί εις την έρημο. Αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη εις την ιστορία και είναι πολύ πιθανόν να συμβή και πάλι». Δεν αποτελούν λοιπόν οι πολλοί την Εκκλησία του Χριστού, αλλά οι την ορθήν και σωτήριον της πίστεως ομολογἰα φυλάσσοντες, όσοι ολίγοι και αν είναι.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Εγκώμιον εις τους Αγίους Θεοπάτορας Ιωακείμ και Άνναν. --- Κοσμά του Βεστίτορος.

Η χθες της Θεοτόκου γενεθλιακή πανήγυρις, την της παγκοσμίου χαράς ημίν εορτήν ευφήμοις δεδοξολόγηκεν υμνωδίαις· η δε σήμερον ημέρα, την ευχαριστίαν τοις γεννήτορσι προσφέρει της Θεομήτορος, ων η αφορμή, απαρχή της απάντων γέγονε σωτηρίας. Τοίνυν της θυγατρός εστιν η των γονέων πανήγυρις· ώσπερ γαρ επί δόξη μητρός συνδοξάζεται τέκνον, ούτω και επί υμνωδία τέκνου, συμμεγαλύνεται μήτηρ· και η σήμερον ευφροσύνη, μνήμη εστί Δικαίων μετ΄ εγκωμίων. Εγένετο εν τοις παλαιοίς καιροίς ανήρ δίκαιος εκ φυλής Ιούδα, ω όνομα Ιωακείμ· ανήρ ένδοξος εν οσιότητι και ευλαβεία· ανήρ επίσημος εν ευγενεία και πλούτω· ανήρ φιλότιμος εν προσαγωγαίς θυσιών· ανήρ εν πάσιν ευάρεστος τω Θεώ· ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ότι περ άτεκνος ων και επιθυμία επί τέκνω συνεχόμενος, την του παναγίου Πνεύματος γεγένηκε Νύμφην· ανήρ ως αληθώς επιτυγχάνων, ότι εισήκουσεν ο Θεός των ευχών αυτού δωρησάμενος τούτω την υπέρ πάντα τα ποιήματα των ουρανίων και επιγείων υψηλοτέραν αξίως θυγατέρα. 

Τώδε ην γυνή θεοσεβής, όνομα αυτή Άννα, εκ της βασιλικής φυλής του Ιούδα, ήτοι του Δαβίδ, καταγομένη· γυνή, παντός απεχομένη κακού· γυνή, πιστώς τα προς τον Θεόν συνοικούσα τω ανδρί· γυνή, προσφοραίς και προσευχαίς μεγαλοδώροις συν τω ιδίω ανδρί τω Ναώ του Θεού προσκαρτερούσα· γυνή, εν ομονοία ψυχής και σωφροσύνη σώματος το μονότροπον αεί της γνώμης μετά του ανδρός κτησαμένη· κατά γαρ την πλάσιν του συζευχθέντος αυτή παρά Θεού, το οστούν διέσωσεν ασυντρίπτως του ανδρός, δια το φιλόθεον, το φίλανδρον αυτώ φυλάξασα της ξυνωρίδος. Ου γαρ βλαπτικώς ως η Εύα μετεποιήθη, αλλά βοηθός τω ανδρί συνηρμόσθη επί τε τοις των αρετών πολιτεύμασιν, επί τε ταις προς Θεόν ικεσίαις· ίσως γαρ άμφω περί την δέησιν της του τέκνου επιθυμίας συνέκαμνον. Καθάπερ γεωργός άμα τη αυτού γυναικί χώραν καλλιεργήσαντες χέρσον, τον σπόρον καταβαλλόμενοι, της ευφορίας των καρπών επιτυχείν δι΄ ευχής εκδέχονται. Ουχ ως η Εύα ζήσασα τω Αδάμ, αλλ΄ ως συνεργός ευχρηστίας· και συμπονούσα μετ΄ αυτού επί ταις ψυχικαίς εργασίαις, και ως αληθώς μερίς αγαθή τελεσφορήσασα την κοίτην τω ανδρί. Η μεν γαρ Εύα δια καρπόν φυτού, τω κόσμω λύπης εγένετο πρόξενος· η δε του Ιωακείμ Άννα δια καρπόν κοιλίας, τω κόσμω την χαράν εμνηστεύσατο. Πάσι μέντοι γνωστόν ως εν τη Γαλιλαία των Εθνών η Θεοτόκος ευηγγελίσθη Μαρία, εν τω οίκω του τέκτονος Ιωσήφ του και χρηματίσαντος μνήστορος αυτής· εύδηλον δε πάλιν ως εν Βηθλεέμ γεγέννηκε τον Χριστόν, ότι και πατρίς αύτη η πόλις ετύγχανεν ως από μητρός, καθά παρακατιών ο λόγος παραστήσει. Ο γαρ πατρικός αυτής οίκος, ο την προβατικήν περικλείων εν Ιερουσαλήμ υπήρχεν, ως ο λόγος, κολυμβήθραν, εν η τον εν οκτώ και τριάκοντα χρόνοις κατακείμενον παράλυτον ο Χριστός και Θεός ημών εθεράπευσεν εξεγείρας, ως εξ εκείνου μέλλων συμβολικώς του οίκου εκπορεύεσθαι ποιμήν των λογικών προβάτων· είτα και δια της εκείσε του ύδατος κολυμβήθρας, του θείου προτυπουμένου Βαπτίσματος και χρίσματος. Και γαρ της χρονίας πλάνης η νόσος, τας των ανθρώπων ως εν τάξει μελών παραλύσασα ψυχάς, τη καθάρσει του πνεύματος δι΄ ύδατος εφυγαδεύθη. Ώσπερ και εν προσώπω της Βηθλεέμ ο άρτος εφυράθη ο νοητός της ζωής, ένθα και ο Χριστός αγγελοφανώς υπεδείχθη τω Αβραάμ, ο και τω Ιακώβ συμπαλαίσας Αγγέλου μορφή. Αυτός γαρ εστιν ο ελθών ευαγγελίσασθαι τοις μακράν και τοις εγγύς· αυτός εστι το Ευαγγέλιον της δικαιοσύνης· αυτός εστιν ο διαγγέλων το πρόσταγμα του Θεού και Πατρός· αυτός ο της μεγάλης βουλής Άγγελος ώτινι ο Πατήρ σύμβουλος γεγονώς, ειρήκει «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ΄ εικόνα ημετέραν». Ούτός εστι και της αληθινής ζωής ο άρτος ο τω Βηθλεέμ ονόματι προκυρωθείς· Βηθλεέμ γαε οίκος άρτου ερμηνεύεται. Ο εν τη σκηνή του Αβραάμ εγκρυφίως πεμφθείς, ήγουν εν μυστηρίω Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας. Πρόσφορο νουν ειπείν δια ταύτα: Ηυλόγησε Κύριος τον οίκον Δαβίδ του Βασιλέως, δια την εκ σπέρματος αυτού φανείσαν Παρθένον. Ηυλόγησε τον οίκον Ιωακείμ και Άννης των δικαίων, δια την τούτων ηγιασμένην θυγατέρα. Ηυλόγησε τον οίκον Ιωσήφ, δια την μυστικώς αυτώ παραδοθείσαν Νύμφην, την όντως αγνήν και αεί Παρθένον του Χριστού Μητέρα, την Θεοτόκον Μαρίαν. Όθεν επί τούτοις μακάριοι αληθώς της Θεομήτορος οι γεννήτορες, οις ο κόσμος αξίαν έχει την οφειλήν· οι μεν γαρ Προφήται, ότι περ δι΄ αυτών αψευδώς εχρηματίσθησαν περί της ενανθρωπήσεως του Χριστού· οι Απόστολοι, ότι δια της αυτών θυγατρός υιοί φωτός εγεννήθησαν· οι Άγιοι, ότι μαρτυρικώς εστεφανώθησαν· οι Όσιοι και Δίκαιοι, ως των μελλόντων αγαθών κληρονόμοι· οι αμαρτωλοί, ως ταις πρεσβείαις ελεούμενοι της αειπαρθένου και Θεοτόκου· οις και βοώμεν ευχαρίστως. Χαίρε πάνσεπτε Πάτερ, της μετά Θεόν ελπίδος ημών Ιωακείμ· χάρις τη οσφύϊ σου. Χαίρε Μήτερ πάντιμε, της Μητρός της Ζωής ημών Άννα· δόξα τη νηδύϊ σου. Χαίροις Πάτερ, του πολυσπόρου γεννήματος γεωργέ· Χαίροις Μήτερ της σωτηρίας ημών. Χαίρε Πάτερ, του ουρανίου βότρυος υπηρέτα· Χαίρε Μήτερ, της αγαθής γης εκατονταπλασίων άρουρα. Χαίρε Πάτερ, του εμψύχου παραδείσου γεωργέ· Χαίρε Μήτερ, του ακλινούς κλάδου δένδρον. Χαίρε Πάτερ, του ασπίλου μαργαρίτου φύλαξ· Χαίρε Μήτερ, του καθαρού σμαράγδου πέτρα. Χαίρε Πάτερ, της ζωηρρύτου πηγής φλέξ· Χαίρε Μήτερ, της τεκνογόνου δίψης υδρία. Πληρούται το στόμα ημών του υμνήσαι της αγιωσύνης υμών τα εξαίρετα. Αλλ΄ ουκ εσμεν ικανοί την θεόζευκτον υμών υμνήσαι δυάδα, ει μη γε κατά την φωνήν του εγγόνου υμών κατά σάρκα Χριστού αμφοτέρους μακαρίσαι και ειπείν· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς»· υμείς γαρ εστε οι δια την ατεκνίαν ονειδισθέντες άγιοι και ρημάτων ακούσαντες πονηρών, αλλ΄ ευφρανθέντες μετ΄ ολίγον επί τεκνογονία· και αρκεί υμίν προς έπαινον Μητέρα Θεού γεγενηκέναι. Αληθώς γαρ ως άξιοι προωρίσθησαν οι Δίκαιοι της Θεοτόκου γεννήτορες και συγγενείς γενέσθαι κατά σάρκα Χριστώ και ως εκ γένους επισήμου βασιλικού, λέγω, και ιερατικού τιμηθήναι· εξ αμφοίν γαρ η Θεοτόκος σεμνολογείται, επιμίκτων των δύο φυλών απ΄ αρχής κατά διαφόρους τρόπους γεγενημένων. Ένθεν λοιπόν και επί των της Θεοτόκου γονέων ούτω: Ζαχαρίας ο πατήρ Ιωάννου αδελφόν έσχε συνιερέα καλούμενον Αγγαίον προ αυτού τετελευτηκότα· τούτου του Αγγαίου θυγατέρα προς γάμον ηγάγετο Ιωσήφ ο τέκτων, εξ ης τέσσαρας έσχεν υιούς και θυγατέρας δύο, ων εις ην Ιάκωβος ο επικληθείς αδελφός του Κυρίου, ο και πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων· και το όνομα της γυναικός τούτου Σαλώμη, ουχ η μαία αλλ΄ ετέρα· μετά δε τον θάνατον ταύτης, μνηστεύεται ο Ιωσήφ την Θεοτόκον Μαρίαν, κατά το μητρικόν γένος καταγομένην από Ματθάν του Ιερέως, και αυτού από Σολομώντος του υιού Δαβίδ καταγομένου, ως φησι το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον γενεαλογούν. Ούτος γαρ ο Ματθάν τρεις έσχε θυγατέρας εκ Μαρίας της γυναικός αυτού, ων τα ονόματα Μαρία, Σωβή, Άννα. Η ουν Μαρία γεννά Σαλώμην την μαίαν· η δε Σωβή γεννά την Ελισάβετ την μητέρα του Ιωάννου του Βαπτιστού. Η δε Άννα, γεννά την Θεοτόκον Μαρίαν εν Βηθλεέμ, την κατά το όνομα της μάμμης και θείας επικληθείσαν Μαρίαν. Ως είναι την Ελισάβετ ανεψιάν μεν της Άννης, εξαδέλφην δε της Θεοτόκου, κυρούντος αμφότερα του Ευαγγελίου, δια μεν το πατρώον γένος και σαρκικόν του Χριστού «ην, φησιν, ο Ιησούς ωσεί ετών τριάκοντα αρχόμενος, ων, ως ενομίζετο, υιός του Ιωσήφ, του Ηλί, του Ματθάν»· δια δε το μητρώον «Ιδού, φησιν, Ελισάβετ η συγγενής σου». Ων ένεκα, δόξα τη συγκαταβάσει του Θεού ημών, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.