Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμὸ νόθευση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας

Ὁ Οἰκουμενισμός, ἐκκινώντας ἀπὸ προσπάθειες προσεγγίσεως τῶν «χριστιανῶν» σὲ πρακτικὰ θέματα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἐξελίχθηκε σὲ προσπάθεια ἐξωτερικῆς συγκολλήσεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς λοιπὲς «ὁμολογίες», χωρὶς τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνες τῆς μόνης ἀναλλοίωτης καὶ παραδοσιακῆς, τῆς ὀρθόδοξης, διδασκαλίας, ἀλλὰ μέσῳ ἐλαχιστοποιήσεως τῆς σημασίας («μινιμαλισμοῦ»), τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ παρερμηνείας τῶν ἱ. δογμάτων ἀπὸ ὅλες τὶς διαλεγόμενες πλευρές. Ἐκκινώντας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ οἱ αἱρετικοὶ (ἑτερόδοξοι ) ὀνομάστηκαν σὲ ἐπίσημα ὀρθόδοξα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα «Ἐκκλησίες» (τὸ 1903 καὶ κυρίως τὸ 1920), ἡ δογματικὴ παρέκκλιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μεταξὺ ἄλλων φοβερῶν πτώσεων ὁδήγησε σταδιακῶς στὴν ἀπὸ μέρους ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ θεολόγων (α) ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας μὲ τοὺς παπικούς («ἄρση τῶν ἀναθεμάτων») τὸ 1965, (β) μερικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἑτεροδόξων τελετῶν βαπτίσματος, εὐχαριστίας καὶ ἱερωσύνης («Κείμενον Β.Ε.Μ.», Λίμα τοῦ Περοῦ 1982, (γ) διαπίστωση δῆθεν χριστολογικῆς συμφωνίας μὲ τοὺς μονοφυσίτες-μονοθελῆτες (Β΄Κοινή Δήλωση, Chambésy 1990) - ἡ ὁποία σημαίνει τὴν ἀπόρριψη τῆς συμπαγοῦς ὀρθοδόξου χριστολογίας 15 αἰώνων, Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ πληθύος Ἁγίων Πατέρων, (ε) διαπίστωση ὅτι ὁ παπισμὸς εἶναι ὄχι αἵρεση, ἀλλὰ «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» μὲ ἔγκυρα μυστήρια (Κείμενον Balamand 1993) κ.ἄ. Χειρότερο ὅλων εἶναι (στ) τὸ ἐκκλησιολογικὸ κείμενο τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (Βραζιλία, 2006) · ἐκεῖ ἡ πλειονότης τῶν ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἀρνήθηκε ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὶς ὁποῖες ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἐκεῖνες τῆς «Μιᾶς» (δηλ. σὲ ἑνότητα πίστεως) καὶ τῆς «Καθολικῆς», ἐπειδὴ συμφώνησαν ὅτι κανένα μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία (§6) καὶ ὅτι εἶναι θεμιτὴ ἡ ὕπαρξη ποικιλίας δογμάτων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (§5). Αὐτὸ εἶναι ποὺ λίγο ἀργότερα οἱ οἰκουμενιστὲς ὀνόμασαν «ἑνότητα μέσα στὴ (δογματικὴ) διαφορετικότητα» , “unity in diversity”, ἔνα σύνθημα παρμένο ἀπὸ τὰ βουδιστικὰ κινήματα τῆς New Age, δηλαδὴ μιὰ «περιεκτικότητα» (“comprehensiveness”) ἀντίθετη μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ «ἀποκλειστικότητα» (“exclusiveness”). 

Στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστὲς ἔχουν ἐγγράφως δεσμευθεῖ νὰ μὴ καλοῦν τοὺς ἑτεροδόξους στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔτσι διαψεύδεται ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ συμμετοχή μας ἐκεῖ ἀποσκοπεῖ στὴν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας· ἀντιθέτως δέ, μὲ τὴν ἐπίσημη ἀποδοχὴ ἑτεροδόξων θέσεων, ἀποπροσανατολίζονται οἱ ἑτερόδοξοι ὡς πρὸς τὸ ἀληθινὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν.

Εις τα ζητήματα της πίστεως δεν χωρούν ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Αείποτε η Εκκλησία του Χριστού «δια τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς». Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν. Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός περιέπεσεν εις αιρέσεις, οπότε πρέπει να τας αποβάλη και κατόπιν να έλθη προς ένωσιν Δογματικήν και Εκκλησιαστικήν ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας πλανάται επί δέκα αιώνας. Και όχι μόνον δέκα αιώνας, αλλά πλανάται μεθ' όλων των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, και τα πάντα γίνονται άνω κάτω. Και κατά συνέπειαν πρέπει να διορθώσωμεν Ιερούς Κανόνας, να συμπληρώσωμεν το Σύμβολον της Πίστεως, να διασκευάσωμεν τα λειτουργικά μας βιβλία, να χρίσωμεν με ασβέστη τους τοιχογραφημένους αγίους Πατέρας μας και να καύσωμεν τας φορητάς εικόνας των, αφού επλανήθησαν και πλανούν και ημάς τόσους αιώνας. Πρέπει να παύσωμεν του λοιπού να λέγωμεν εις τας προσευχάς  μας «δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών». Πρέπει να κλαύσωμεν δια τα πλήθη των Ομολογητών, που εμαρτύρησαν ματαίως και προ του σχίσματος και μετά το σχίσμα. Και πρέπει να σβήσωμεν πλέον και την ιεράν κανδήλαν, που καίει ακοίμητα εις την είσοδον του Ναού του Πρωτάτου, επάνω εις τα άγια λείψανα των Αγιορειτών Πατέρων, που εμαρτύρησαν από τους Ενωτικούς του 13ουαιώνος, διότι δεν εδέχθησαν το μνημόσυνον του Πάπα. Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται. Εάν δεν είναι οι Λατίνοι αιρετικοί, πρέπει να καύσωμεν όλους τους αντιλατινικούς λόγους του Μ. Φωτίου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Καβάσιλα, Ιωσήφ Βρυεννίου, Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Γενναδίου του Σχολαρίου και τόσων ιερωτάτων θεολόγων μέχρι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ως και τας Συνοδικάς αποφάσεις. Τότε τι χρειάζονται το «Πηδάλιον», το «Ωρολόγιον», το «Τριώδιον»; Να τα ρίψωμεν εις το πυρ και να ομολογήσωμεν ότι επλανήθημεν! 

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΣ ΠΡΟΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ -- του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη Καθηγητού Παν. Αθηνών

Στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση» και στο 54ο τεύχος του των μηνών Μαρτίου-Απριλίου 2005, δημοσιεύεται άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, με θέμα «Ο Επίσκοπος ως προεστώς της Ευχαριστίας».                                                                                                

Πρόκειται, στο κείμενο αυτό, για ανάπτυξη σκέψεων του Σεβασμιωτάτου, που αφορούν στο νόημα του επισκοπικού αξιώματος στον χώρο της λειτουργικής και, γενικώτερα, της εκκλησιαστικής μας ζωής. Κατά τον Σεβασμιώτατο κ. Ιωάννη, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «επισκοποκεντρική». Την βασική αυτή θέση του, σχετικώς με το νόημα και τον ρόλο του επισκοπικού αξιώματος, προσπαθεί να στηρίξει με την παράθεση λειτουργικών και εκκλησιολογικών στοιχείων. Συνοπτικώς, και μάλλον επιγραμματικώς, τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:                                   
1. Η επισκοπική προεδρία της Θείας Ευχαριστίας είναι το κύριο και κατ΄ εξοχήν έργο του Επισκόπου. Από την ιδιότητά του αυτή «πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνο η αγιαστική, αλλά και η λεγομένη διοικητική». Έτσι, ο Επίσκοπος «έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα» (σ. 5).                                                              
2. Ο Επίσκοπος, συνεπώς, «όταν διοικεί, δεν ασκεί διοίκησιν, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας της οποίας προϊσταται» (σ. 6). «Όλα στην Εκκλησία γίνονται με την ευλογία του Επισκόπου» (σ. 6), εφ’  όσον ο Επίσκοπος «είναι ο προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (σ.6).                                                                                                                               
3. Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας, «τον Βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στην Βασιλεία του», με λαμπρότητα και ακτινοβολία!                                                    
4. Η Θεία Λειτουργία «είναι εντελώς αδιανόητος χωρίς την έννοια του εικονισμού. Αλλά όταν λέμε ότι ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό, διότι χάσαμε πλέον την γλώσσα της εικόνος της εκκλησιαστικής ζωής» (σ. 7).                                                                                                       
5. Πάντως, εφ΄ όσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο» (σ. 7). «Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στο Χριστό (σημ. σ. απευθείας) αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου» (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο το Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 8).                                              
6. «Εάν η επικοινωνία μας με το Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).                                                                         
7. «Το μνημόσυνο του Επισκόπου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει την Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας» (σ. 10).                                                                                                
8. «Το γεγονός ότι ο ιερεύς, όταν πρόκειται να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία λαμβάνει καιρόν…. Και από τον θρόνον του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 10).

Μία μόνο δυνατότητα έχουμε  να ελέγξουμε την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου ότι, ως κύριο έργο και πρωταρχικό του Επισκόπου είναι το να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας και ότι προϊσταται και προεδρεύει αυτής. Να ανατρέξουμε στο κείμενο της Θείας Λειτουργίας, στο Ιερατικόν, για να ιδούμε αν, πράγματι, ο Επίσκοπος είναι «ο προεστώς και το κατεξοχήν κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»!

Α. Προ της ενάρξεως της Θείας Λειτουργίας.                                                                                                    
Στην τελευταία ευχή της προετοιμασίας του ιερέως, στον σολέα, προ του τέμπλου, θα ζητήσει την «χείρα» του Δεσπότου Χριστού, για να επιτελέσει την αναίμακτο θυσία, ο λειτουργός ιερεύς:                                                                                                                         
Κύριε, εξαπόστειλόν μοι την χείρα σου εξ αγίου κατοικητηρίου σου και ενίσχυσόν με, εις την προκειμένην διακονίαν σου, ίνα ακατακρίτως παρασταθώ τω φοβερώ σου βήματι, και την αναίμακτον ιερουργίαν επιτελέσω. Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.                                                                                                 
Στην ευχή αυτή ο λειτουργός ιερεύς δεν ζητεί την χείρα του οικείου επισκόπου για να επιτελέσει την «αναίμακτον ιερουργίαν», αλλά του προσφέροντος εαυτόν, για την θυσία αυτή, Κυρίου Ιησού Χριστού!                                                                                    
Β. Κατά την ακολουθίαν της Αναφοράς, της καθαγιάσεως των τιμίων δώρων.                                 
α)  Η πρόσκληση του λαού του Θεού να προσέλθει, προετοιμαζόμενος, στην τράπεζα της αναιμάκτου θυσίας γίνεται δια των λόγων του Κυρίου Ιησού και όχι δια του Επισκόπου!                                                                                                                                   
Λάβετε, φάγετε· τούτό μου εστί το σώμα, το υπέρ κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών.                                    
Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτό εστι το αίμα μου, το της καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον, εις άφεσιν αμερτιών.                                                                              
β) Για την καθαγίαση των τιμίων δώρων ο ιερεύς λειτουργός απευθύνεται προς τον Κύριο, που είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Και στο σημείο τούτο η παρουσία ή μετοχή του Επισκόπου είναι ανύπαρκτη:                                                                          
Έτι προσφέρομεν την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν και παρακαλούμέν σε και δεόμεθα, και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ΄ ημάς και επί τα προκείμανα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν Άρτον τούτον, τίμιον Σώμα του Χριστού σου. Το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού σου. Μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω.                                                                                                 
γ) Προ της Θείας Μεταλήψεως  και πάλι η σχετική ευχή του ιερέως θα απευθυνθεί στον θυσιασθέντα Κύριο και όχι στον Επίσκοπο:                                                                             
Πρόσχες Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, εξ αγίου κατοικητηρίου σου, και από θρόνου δόξης της Βασιλείας σου, και ελθέ εις το αγιάσαι ημάς, ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών. Και καταξίωσον τη κραταιά σου χειρί μεταδούναι ημίν του αχράντου σώματός σου και του τιμίου αίματός, και δι΄ ημών παντί τω λαώ.                                                                                                                             
Της αναιμάκτου, λοιπόν, θυσίας του Χριστού προεστώς και ηγέτης και πρόεδρος και κέντρο είναι ο ίδιος ο Χριστός και ουδείς άλλος. Στο γίγνεσθαι του φρικτού μυστηρίου της θυσίας αυτής ο Επίσκοπος είναι τελετουργικώς ανύπαρκτος!!! Συνομολογεί και βεβαιώνει το τελευταίο γεγονός και ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, στο έργο του «Εις την Θείαν Λειτουργίαν» : «Διότι δεν μεταλαμβάνουν πραγματικά όλοι αυτοί στους οποίους δίδει ο ιερεύς, αλλά οπωσδήποτε μόνον εκείνοι στους οποίους δίδει μόνον ο Χριστός. Ο ιερεύς δίδει γενικά σε όλους τους προσερχομένους, ο δε Χριστός (μόνον) στους αξίους να μετάσχουν. Από αυτά είναι φανερό ότι μόνον ένας είναι αυτός, που τελεί το μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζωντανούς και αποθανόντας, ο Σωτήρ» (Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Νικόλαος Καβάσιλας, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979, σ. 208). Από το κείμενο, λοιπόν, της Θείας Λειτουργίας δεν προκύπτει ότι ο Επίσκοπος είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας, με το νόημα που θέλει ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο ότι ηγείται στα εξελικτικά στάδια της μυστηριακής ιερουργίας. Ούτε, επίσης, μαρτυρείται στο κείμενο αυτό ότι «ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού»! Έτσι η Θεία Λειτουργία είναι ακραιφνώς χριστοκεντρική και καθόλου επισκοποκεντρική! Στα δρώμενα της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και όλης της Θείας Λειτουργίας, όπως είναι φυσικό και αυτονόητο, δεσπόζει η εικόνα του Χριστού ως θύτου και θύματος. Κάθε αναφορά, επομένως, στο γεγονός αυτό της Θείας Ευχαριστίας ή γενικώτερα, της Θείας Λειτουργίας έχει αποκλειστικώς χριστοκεντρική λειτουργική νοηματική. Αντιθέτως, η εικόνα του Επισκόπου παρουσιάζεται εξαιρετικώς περιθωριακή στο όλο γίγνεσθαι της Θείας Ευχαριστίας-Θείας Λειτουργίας. Απλώς, ο Επίσκοπος μνημονεύεται ως ο εκκλησιαστικός-διοικητικός προϊστάμενος τέσσερις φορές, χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση χαρισματικής ή λειτουργικής υπεροχής. Δίδει ευλογία ως ιερατικός προϊστάμενος και από αυτόν εξαρτώνται όλα τα διοικητικά θέματα της Επισκοπής του. Με το νόημα αυτό, άλλωστε, γίνεται και η μνημόνευσή του. Δεν μπορεί, λοιπόν, να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι: «το πλέον κύριον στοιχείο, που αναδεικνύει τη Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας, είναι η μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου».  Η διοικητική εξουσία μπορεί να στηρίζει ευθύνες επισκοπικής μέριμνας για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της όλης επισκοπής, αλλά η έννοια αυτή της εξουσίας δεν σχετίζεται με το γεγονός της Ευχαριστίας. Στο σημείο αυτό λησμονεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης ότι ο Κύριος απέτρεψε τους μαθητές του από αξιώσεις εξουσίας, οποιασδήποτε μορφής. Ο λόγος Του, εν προκειμένω, είναι σαφής και έχει απόλυτο χαρακτήρα: «… οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ΄ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος,έσται υμών δούλος· ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20: 25-28). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, του Κυρίου ο Απόστολος Παύλος καλεί τον Τιμόθεο «διάκονον του Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ. 4:6). Και ο Επίσκοπος είναι διάκονος και δούλος του Δεσπότου Χριστού και δεν μπορεί να θέλει να είναι ηγέτης και προεστώς του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, εφ΄ όσον «ουκ έστι δούλος μείζων του κυρίου αυτού» (Ιω. 15: 20)!

Επιπλέον δύο σημεία, από τα πολλά και απαράδεκτα του κειμένου του Μητροπολίτου Περγάμου, βρίσκονται, όχι μόνον έξω από το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, αλλά και πέραν της κοινής λογικής!                                      
Ι. Είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος, απουσιάζοντος του Επισκόπου, κατά την Θεία Λειτουργία, «έστω κι αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»; Και μόνον αυτή η σκέψη του (η εκκλησιολογική) δείχνει την διάθεση της αξιώσεώς του υπεροχικής δεσποτικής θέσεως έναντι του Αρχιερέως Χριστού!!!  Λησμονεί, δυστυχώς, ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος στον οποίο κάθεται κατά την Θεία Λειτουργία είναι θρόνος του Αρχιερέως Χριστού, γεγονός που επισημαίνει η Αρχιερατική Του εικόνα; Και ότι, επίσης, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, και κενός να είναι, είναι πλήρης της Αρχιερατικής παρουσίας του Χριστού; Εξ άλλου, όταν ο λειτουργός ιερέας θυμιά τον κενό δεσποτικό θρόνο, θυμιά την Αρχιερατική εικόνα του Χριστού, βλέπει το πρόσωπο του Χριστού, και είναι φυσικό να μη έχει προ οφθαλμών του την εικόνα του οικείου μητροπολίτου. Πάντως, ούτως ή άλλως, και όταν ακόμη κάθεται ο Επίσκοπος επί του θρόνου αυτού, ο Χριστός είναι πάντοτε ο Μέγας Αρχιερεύς! Δεν χωράει δεύτερος!                                                                                                                                          ΙΙ. Επίσης, είναι δυνατόν να λέγεται και να γράφεται ότι ο πιστός, προσευχόμενος, μόνον μέσω της εικόνας του Επισκόπου μπορεί να φθάσει στο πρωτότυπο, δηλαδή στον Χριστό; Και ότι αν δεν περάσει μέσα από την εικόνα του Επισκόπου, δεν συναντά τον Χριστό, αλλά προσεύχεται με την φαντασία του; Λησμονεί ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας την αξιωματική αρχή του Αποστόλου Παύλου: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπου, άνθρωπος Χριστός Ιησούς»! (Α΄ Τιμ. 2: 5). Υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερος παραλογισμός για την στήριξη μιας αντιεκκλησιολογικής Δεσποτοκρατίας;

Τέλος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης έχει ήδη κάνει χρήση της εξουσίας του επί της Θείας Ευχαριστίας, ως ηγέτης αυτής και προεστώς και πρόεδρος, και έχει ενεργήσει ανεπίτρεπτη τομή στον μυστηριακό πυρήνα της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την σωτηρία μας δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού!!!  Γράφει, για να δομήσει μια σημαντική αιρετική θέση στην «καρδιά» της Ορθόδοξης χριστολογίας, ότι: «Ο Χριστός είναι Σωτήρ του κόσμου όχι γιατί θυσιάσθηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί «ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Η Δύση (συνεχίζει)-Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική- που είδε το πρόβλημα του κόσμου ως πρόβλημα ηθικό (παράβαση εντολής και τιμωρία) έκαμε το Σταυρό του Χριστού επίκεντρο της πίστεως και της λατρείας. Αλλά η Ορθοδοξία εξακολουθεί να τονίζει την Ανάσταση ως το κέντρο της όλης ζωής της…» («Χριστολογία και ύπαρξη»,  περιοδ. Σύναξη, τ. 2, 1982, σ. 18). Προκειμένου, όμως να στηρίξει την αιρετική αυτή θέση επί καινοδιαθηκικού εδάφους, επικαλείται τον παύλειο λόγο. Αναφέρεται στο χωρίο της Α΄ προς Κορινθίους Επιστολής του, 15, 14: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις υμών». Αλλά το χωρίο αυτό το παραποιεί (το πλαστογραφεί;) αντικαθιστώντας την προσωπική αντωνυμία «υμών» με την αντωνυμία «ημών» !!! Έτσι το χωρίο αυτό φαίνεται ότι έχει καθολική-υποχρεωτική ισχύ, ενώ, όπως φαίνεται από το ίδιο το κείμενο, αφορά ειδική περίπτωση Κορινθίων συνομιλητών στους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος, για να τους δείξει ότι η πίστη τους στον Χριστό χωρίς την πίστη τους στην Ανάστασή Του, είναι ματαία και περιττή! Ο Σεβασμιώτατος, με την κακοδοξία του αυτή, ακυρώνει και μάλλον ακρωτηριάζει την ορθόδοξη σωτηριολογία και χριστολογία και ενεργεί διχοτόμηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού! Οπωσδήποτε, ο πυρήνας της Ορθοδοξίας είναι σταυροαναστάσιμος! Σταυρός και Ανάστασις δεν ξεχωρίζουν, αφού η Ανάσταση ανατέλλει από τον Σταυρό του Κυρίου!

Φαίνεται ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης  Περγάμου ρέπει στην …αιρεσιολογία! Ως «αφεντικό» της Θείας Ευχαριστίας, μπορεί να λέει και να γράφει ό,τι θέλει!  «Έτσι, ακούσαμε από τον Μητροπολίτη Περγάμου, σε ένα θεολογικό συμπόσιο που έγινε στο Boze της Ιταλίας, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει, βέβαια, όλην την αλήθεια, αλλά όχι μόνον αυτή, αλλά και άλλες εκκλησίες μη ορθόδοξες. Είναι η γνωστή εκκλησιολογία των αδελφών εκκλησιών. Σε ένα του άρθρο, που δημοσιεύθηκε στο καθολικό περιοδικό “Regno”, μας αναλύει την γνωστή του εκκλησιολογία και δηλώνει ξεκάθαρα πως η Εκκλησία έχει ανάγκη από το Πρωτείο του Πάπα» (απόσπασμα άρθρου του Γεωργ. Καραλή, Διευθυντού του Ορθοδόξου περιοδ. Italia Ortodossa, ανταποκριτού του «Ο.Τ.» από την Ιταλία, «Ο.Τ.» 16.7.1999).


Την 23.12.2005 ο «Ο.Τ.» δημοσίευσε πληροφορία, σύμφωνα με την οποία, εις το Θ΄ Διαχριστιανικό (διάβαζε: μεταξύ παπικών και ορθοδόξων εξ Αθηνών) Συμπόσιον, μεταξύ άλλων πορισμάτων, «διαπιστώθηκε ότι η «Ευχαριστηριακή εκκλησιολογία» είναι δυνατό να αποτελέσει σημαντική βάση προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών, στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου, για την κατανόηση της λειτουργίας του Επισκοπικού πρωτείου στην τοπική Εκκλησία, στα πλαίσια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας»!  Ιδού η χρήση της περιλάλητης ευχαριστηριακής εκκλησιολογίας στην…. συνάντησή της με το Επισκοπικό πρωτείο! Να περιμένουμε, άραγε, να χρησιμοποιηθεί η «βάση» αυτή και για την από μέρους της Εκκλησίας των Αθηνών αποδοχή του πρωτείου του Πάπα; Ο εισηγητής, πάντως, της εν λόγω εκκλησιολογίας έχει γραπτώς ξεκαθαρίσει την θέση του: η Εκκλησία μας έχει ανάγκη το πρωτείο του Πάπα!  Ιδού ο Πάπας, ιδού και το ορθόδοξο…πήδημα, ενδεχομένως, από το Επισκοπικό πρωτείο στο Παπικό πρωτείο!!!

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

O MΥΘΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕ ΑΛΛΟΔΟΞΟΥΣ -- του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

Kάθε προσπάθεια εκφοράς ορθοδόξου μαρτυρίας, σ΄ ένα διαχριστιανικό διάλογο, αποβαίνει αδύνατη, λόγω των σχετικών καταστατικών αρχών του Π.Σ.Ε.          


Έτσι:                                                                                                                                             
α) Η Οικουμενική Χάρτα (2000) προτρέπει να παραιτηθούμε από την ιεραποστολή στους ετεροδόξους, επειδή αυτό θεωρείται προσηλυτισμός. Έτσι «υποσχόμεθα να μη προτρέπωμεν ανθρώπους να αλλάσσουν την Εκκλησίαν αυτών».                        
β) Μας έχει επιβληθεί η αρχή (Βανκούβερ 1983), σύμφωνα με την οποία οι θεολογικές διαφορές είναι σε κάθε περίπτωση νόμιμες και δεν θεωρούνται ως εμπόδιο για την ενότητα των διαφόρων ομολογιών. Την αρχή αυτή ανανέωσε και ισχυροποίησε η αρχή της Θ΄ Γεν. Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας (2006), σύμφωνα με την οποία· «Η αποστολική πίστη της Εκκλησίας είναι μία, αλλά μπορούν νόμιμα να υπάρχουν διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας». Ο Θεός θα εναρμονίσει τις διαφορές και θα εξαφανίσει «τις ανθρώπινες αδυναμίες!». Η οικουμενιστική αυτή νομιμοποίηση των αιρέσεων εξουδετερώνει τον ορθόδοξο χαρακτήρα κάθε μαρτυρίας εκπροσώπου της Εκκλησίας  μας!                                                                                                                         
Το επιχείρημα επομένως, το οποίο συγκινεί ιδιαίτερα τους αγνοούντες ορθοδόξους πιστούς τα συμβαίνοντα στους οικουμενιστικούς χώρους των διαχριστιανικών και διαθρησκειακών διαλόγων, και τους πείθει να έχουν την άποψη ότι πρέπει να πηγαίνουμε στους διαλόγους αυτούς, λόγω του χρέους μας να δίνουμε την ορθόδοξη μαρτυρία, αποτελεί μύθο, ο οποίος εξυπηρετεί τους σκοπούς των οικουμενιστών «ορθοδόξων», κληρικών και λαϊκών!    

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Φύλαγε την καρδιά σου! --- Του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Όταν ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο στον Παράδεισο, του είπε να τον φυλάγει και να εργάζεται μέσα σ΄ αυτόν. Ήταν ένα δώρο θεϊκό ο παράδεισος, που έπρεπε να το προσέχει. Αλλά κι ο ίδιος ο εαυτός μας είναι ένα δώρο του Θεού, το πιο μεγάλο και θαυμαστό για μας, που έχει ανάγκη από την προσοχή μας. Προσέχουμε την υγεία μας, φροντίζουμε για την μόρφωσή μας, αλλά πάνω απ΄ όλα το Άγιο Πνεύμα μάς παραγγέλλει να φυλάγουμε την καρδιά μας· «Πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν», γράφουν οι Παροιμίες (4: 23). Καρδιά στη γλώσσα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης σημαίνει την έδρα της λογικής ζωής και γενικότερα τον όλο εσωτερικό άνθρωπο με τις νοητικές και ψυχικές του δυνάμεις. Σημαίνει το πιο καίριο, αλλά και το πιο ευαίσθητο σημείο της υπάρξεώς μας, απ΄ όπου ξεκινούν οι σκέψεις και οι ενέργειές μας και όπου καταλήγουν οι εντυπώσεις του έξω κόσμου. Γι΄ αυτό και ο Κύριός μας έλεγε ότι «τα εκπορευόμενα εκ του στόματος εκ της καρδίας εξέρχεται» (Ματθ. 15: 18) και δίδασκε ότι η ρίζα όλων των κακών κρύβεται μες την καρδιά μας. Αν, λοιπόν, αυτήν ασφαλίσουμε και κρατήσουμε ελεύθερη, εξασφαλίζουμε πράγματι την ειρήνη και την ελευθερία μας. Είναι γνωστό ποιος εχθρεύεται την καρδιά μας και ποιος απειλεί την ακεραιότητά της· ο διάβολος, που ξέρει ύπουλα να μπαίνει μέσα μας από τον δρόμο των πέντε αισθήσεων και από τον δρόμο της φαντασίας και των λογισμών. Ο Ησύχιος ο πρεσβύτερος εξηγεί ότι, επειδή ο πονηρός είναι νους ασώματος, δεν μπορεί αλλιώς να πλανήσει τις ψυχές παρά μόνο με τη φαντασία και τους λογισμούς. Γράφει: «Νους νοϊ αοράτως συμπλέκεται προς μάχην, δαιμόνιος νους τω ημετέρω». Γι΄ αυτό, πρέπει  να στήσουμε φύλακες και να φυλάγουμε άγρυπνα την πύλη της καρδιάς μας. «Εν πύλη καρδίας ημών στώμεν άγρυπνοι!». Μακριά κάθε ρυπαρή σκέψη, κάθε λογισμός αντίθετος με το νόμο του Θεού, κάθε πλάνη και ψευτοθεωρία, που ζητά να μας ξεγελάσει. Βέβαια η φύλαξη της καρδιάς δεν είναι εύκολο πράγμα. Ο εχθρός μάς επιτίθεται κατά πρόσωπο, αλλά και πλαγίως. Τη μια μάς δελεάζει με την ηδονή της αμαρτίας, την άλλη μας εξαπατά με την πρόφαση της ευσεβείας. Αλλά αξίζει ο κόπος για την φύλαξη των πολυτίμων. Και τι πιο πολύτιμο, πράγματι, από την καρδιά μας; Εξάλλου τα όπλα μας δεν είναι ανθρώπινα. Κι αυτός, που θα θελήσει να τηρήσει καθαρή την καρδιά του, θα έχει διδάσκαλο τον Χριστό, που μυστικά θα λαλεί μέσα του το άγιο θέλημά του και θα τον κατευθύνει. «Κάτεχε την καρδίαν σου», συμβουλεύει ο άγιος Ησαϊας ο αναχωρητής, «και μη ακηδιάσης λέγων ότι· πως αυτήν φυλάξω, αμαρτωλός ων άνθρωπος; Όταν γαρ καταλείψη άνθρωπος τας αμαρτίας αυτού και επιστρέψη προς τον Θεόν, η μετάνοια αυτού αναγεννά αυτόν και όλον καινόν ποιεί». Ως αποτελεσματικότερα όπλα για τη φρούρηση της καρδιάς οι νηπτικοί πατέρες, που ιδιαίτερα ασκήθηκαν σ΄ αυτόν τον αγώνα, προτείνουν την ταπείνωση και την προσευχή στο όνομα του Ιησού Χριστού. Κι όταν εμείς αντιταχθούμε, λέγει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος και με κάθε μέσο φυλάξουμε την καρδιά μας, τότε θα έχουμε σύμμαχο ακαταμάχητο πάνω απ΄ όλα τη χάρη και συνεργία του Αγίου Πνεύματος. Έτσι διατηρώντας την καρδιά μας ελεύθερη από την κυριαρχία των παθών, εξασφαλίζουμε μέσα μας τη βασιλεία των ουρανών και την παρουσία του Κυρίου. Όπως γράφει ο όσιος Φιλόθεος ο Σιναϊτης, οι λογισμοί αχλυούν (=θαμπώνουν) τον καθρέπτη της ψυχής, στον οποίο αρμόζει να τυπώνεται και να φωτεινογραφήται ο Ιησούς Χριστός. Αντίθετα, φυλάγοντας καθαρή την καρδιά μας, έχουμε μέσα μας την εικόνα του Χριστού. Και όπως το κάρβουνο, συμπληρώνει άλλος πατέρας, γεννά φλόγα, έτσι πολύ περισσότερο ο Θεός, που κατοικεί μέσα μας με το άγιο βάπτισμα, όταν βρίσκει τον αέρα της διανοίας μας καθαρό από κακίες και καλά φρουρημένο, ανάβει τη σκέψη μας σε θείες θεωρίες, όπως η φλόγα το κερί. Αδελφοί, το Πνεύμα το Άγιο μάς παραγγέλλει να φυλάξουμε το πιο πολύτιμο πράγμα, την καρδιά μας. Είναι η ακριβότερη περιουσία μας. Και στη ζωή αυτή, αλλά και στην αιωνιότητα. Η καρδιά μας σήμερα κινδυνεύει από την αμαρτία και τον ευδαιμονισμό, από τους κλέφτες και τους ληστές της καθαρότητός της, αλλά και από τους δολοφόνους της πίστεως, φανερούς, όπως οι άπιστοι, και ύπουλους, όπως οι αιρετικοί. Οι άγιοι πατέρες μαζί με τη διδασκαλία τους μάς  καταθέτουν και την εμπειρία τους για τη διαφύλαξη της καρδιάς μας. Και η εμπειρία τους αυτή συνοψίζεται σε ένα λόγο του Κυρίου· «όπου γάρ εστιν ο θησαυρός ημών, εκεί έσται και η καρδία υμών». (Ματθ. 6: 21). Όταν ο Ιησούς Χριστός είναι θησαυρός της καρδιάς μας, ο λατρευτός και αγαπητός της, τότε η καρδιά μας βρίσκεται στα χέρια του και βρίσκει την αιώνια ασφάλειά της.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

π. Σταύρος Βάϊος: Είναι αλήθεια, Σεβασμιώτατε, ότι από διετίας περίπου έπαυσα το μνημόσυνο του ονόματός σας ως επισκόπου στις ιερουργίες που τελώ…..

… Οι λόγοι, που στηρίζω την εκτίμησή μου ότι η Εκκλησία όσων έχουν «κοινωνία» με τον Βαρθολομαίο είναι αιρετική, δεν είναι μόνο οι ανωτέρω. Είναι και άλλοι. Σπουδαιότερος δε από όλους αυτούς είναι το ότι η Εκκλησία αυτή ενώθηκε με την παπική! 


α. Πράγματι, το 1965 ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συμφώνησε και υπόγραψε με τον πάπα Παύλο 6ο την ένωση των Εκκλησιών τους! Έκτοτε, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες της Εκκλησίας αυτής, προπαντός οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, όπως ο Βαρθολομαίος, αγωνίζονται να υλοποιήσουν την συμφωνημένη αυτή προδοσία της Ορθοδοξίας, ποντάροντας στην αδιαφορία τω πιστών της Εκκλησίας αυτής και την θεολογική αφασία των κληρικών της! Φαντάζομαι θα ενθυμείσθε, Σεβασμιώτατε, τι εγίνετο σε άλλες εποχές με το παραμικρό! Τώρα, δεν μιλάει κανένας! Ούτε επίσκοπος, ούτε άλλος κληρικός! Όλοι συναγωνίζονται να τα έχουν καλά με τους Λατινόφρονες του Φαναρίου και τον Καίσαρα της εξουσίας, για να μη χάσουν την εύνοια του Βαρθολομαίου, ή τον μισθό της Πολιτείας! Αν ζούσε σήμερα κάποιος από τους Πατέρες, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος , ο Γρηγόριος, ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Φώτιος, ο Παλαμάς, ο Μάρκος ο Ευγενικός, ο Κοσμάς ο Αιτωλός κτλ. Θα σιωπούσαν; Θα επεδείκνυαν την οσφυοκαμψία τους προ του Βαρθολομαίου; Ασφαλώς, όχι!
 
Αυτό σημαίνει, Σεβασμιώτατε, ότι τα μέλη της Εκκλησίας αυτής είναι παπικοί! Ω, τλήμων Ορθοδοξία, σε ποιά χέρια κατάντησες! Δεν υπάρχει επί τέλους ένας επίσκοπος, που να το λέει η ψυχή του, να σηκώσει το λάβαρο της Ορθοδοξίας ψηλά και να σαλπίσει συναγερμό, για την υπεράσπιση της Ορθής Πίστεως; Δεν υπάρχει στην Εκκλησία αυτή ένας ανδρείος επίσκοπος; Δεν υπάρχει, δυστυχώς! Γιατί αν υπήρχε, θα υπήρχε η ελάχιστη ελπίδα η κακόδοξη αυτή Εκκλησία να αποκαθαρθή από την αίρεση και να επανετροχιασθή στο κορμό της Μιάς Εκκλησίας του Χριστού! 
Να, η ευθύνη των μελών της! 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Τρία μαθήματα του Σταυρού -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Βαθύς και καίριος είναι ο δεσμός του κάθε Χριστιανού με το σταυρού του Χριστού. Ήμασταν στη νηπιακή μας ηλικία οι περισσότεροι, όταν δεχθήκαμε ως δώρο από τον ανάδοχό μας ένα σταυρό, που κρεμάσθηκε φυλακτό στο λαιμό μας. Κι΄ έπειτα, μικρά παιδιά, είχαμε την ευλογία με την καθοδήγηση της ευσεβούς μάνας ή γιαγιάς να ενώσουμε τα τρία δάκτυλα του δεξιού μας χεριού και να μάθουμε να σημειώνουμε πάνω μας το σημείο του σταυρού, πιστεύοντας ότι «όποιος κάνει τον σταυρό του έχει όπλο στο πλευρό του». Αλλά ο σταυρός δεν είναι ένα σχήμα, που περικλείει μαγική δύναμη, δεν είναι φετίχ· είναι ένα σύμβολο γεμάτο από τα μηνύματα του Θεού. Έχουμε χρέος να μελετούμε αυτά τα μηνύματα και να εμβαθύνουμε στο νόημά τους, που μας χειραγωγεί και μας προάγει στην πνευματική ζωή. Έτσι ο σταυρός γίνεται πηγή έμπνευσης, οδηγός στην πορεία, όπλο στη μάχη, παρηγοριά στον πόνο, γλυκασμός στην πικρία της ζωής. Τρία στοιχεία της θεολογίας του σταυρού θα προσεγγίσουμε με οδηγό μας τον εμνευσμένο κήρυκα του σταυρού, τον απόστολο Παύλο, που ανοίγει μπροστά μας σαν ένα πρωτότυπο βιβλίο το σύμβολο του σταυρού και μας βοηθά να διαβάσουμε στις αιματοβαμμένες σελίδες του τα τρία κοσμοσωτήρια μαθήματα: την αγάπη, τη σοφία, και τη δύναμη του Θεού.                                                                        

α. Αγάπη: Ασφαλώς με πολλούς τρόπους εκφράζεται και εκδηλώνεται στη πλάση η αγάπη του Θεού για μας. Όλη η φυσική δημιουργία, από το ασήμαντο αγριολούλουδο, που το έντυσε ο Πλάστης με αρχοντική μεγαλοπρέπεια, μέχρι τον φωτεινό άρχοντα της ημέρας, τον ήλιο, κι όλα τα ουράνια σώματα, που στροβιλίζονται στο στερέωμα με τόση τάξη και σκοπιμότητα, όλα μιλούν για την αγάπη του Θεού. Αλλά τη λαμπρότερη αποκάλυψη της θεϊκής αγάπης παρουσιάζει η ακατανόητη και ασύλληπτη προσφορά του Υιού του Θεού: Έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε, για να μας συμφιλιώσει με τον Θεό, να μας αποκαταστήσει στην αγάπη του· «ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας» (Εφ. 5: 2). Από την θλιβερή εκείνη ημέρα της ανταρσίας των πρωτοπλάστων, το σαράκι της αμαρτίας είχε διαβρώσει ανεπανόρθωτα την οικειότητα του ανθρώπου προς τον Θεό. Κι ήρθε ο ίδιος ο μονάκριβος Υιός του Θεού και σήκωσε πάνω του την αμαρτία όλου του κόσμου. Εκούσια προσφέρθηκε και πέθανε για μας τους εχθρούς κι αντάρτες. Αυτή ακριβώς η θυσία του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, που λύτρωσε εμάς τους αμαρτωλούς, μας χάρισε την υιοθεσία, μας αποκατέστησε στην οικογένεια του Θεού, είναι το αποκορύφωμα της αγάπης του.         
β. Σοφία: Με δόλο ο σατανάς απέσπασε τους πρωτόπλαστους από την υπακοή τους στο Θεό και τους κατέστησε δικούς του υποτελείς. Κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης του θείου νόμου, ήταν επικατάρατος. Για να σώσει την καταραμένη ανθρωπότητα ο Θεός έπρεπε να γίνει άνθρωπος, να προσλάβει την ανθρώπινη φύση, διότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον», όπως θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος. Έγινε, λοιπόν, άνθρωπος ο Ιησούς Χριστός. Ήταν, όμως, αναμάρτητος και πως θα μπορούσε να πλησιάσει και να λυτρώσει τους καταραμένους; Η πανσοφία του Θεού συνέλαβε το σωτήριο σχέδιο: Δια του σταυρού! Το βεβαίωνε ο νόμος «κεκατηραμένος υπό του Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου» (Δε. 21, 23 πρβλ. Γαλ. 3, 13). Υψωμένος πάνω στο σταυρό ο αναμάρτητος Ιησούς Χριστός έγινε επικατάρατος. Και την ώρα, που φάνηκε πως θριαμβεύει ο κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου, αφού θανάτωσε τον Ιησού με τον καταραμένο σταυρικό θάνατο, τότε ακριβώς η θεότητα, που κρυβόταν στην ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, συνέτριψε την κεφαλή του αρχέκακου και κατέλυσε το κράτος του θανάτου. Έτσι, θαυμάζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: «πεπλάνηται ο πλάνος (σατανάς), ο πλανηθείς (άνθρωπος) λυτρούται» από την κυριαρχία του διαβόλου και απελευθερώνεται από το κράτος του θανάτου. Συγκλονισμένος από το σοφό αυτό σχέδιο ο απόστολος Παύλος αναγνωρίζει το σταυρό ως την αληθινή σοφία και δεν θέλει να γνωρίζει και να κηρύττει τίποτε άλλο παρά μόνο «Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 2: 2).                                                                                       
γ. Δύναμη: Ως παντοδύναμος Θεός ο Κύριος θα μπορούσε, βέβαια, να συντρίψει τον σατανά με μία εντολή. Σεβόμενος, όμως, την ελευθερία του ανθρώπου, δεν έκανε χρήση της παντοδυναμίας του. Έγινε άνθρωπος, δούλος, κατάδικος και πέθανε με τη χειρότερη των ποινών, με τον σταυρικό θάνατο. Μ΄ αυτή την έσχατη ασθένειά του συνέτριψε την αμαρτία και πιστοποίησε την ανυπέρβλητη δύναμή του. Ασφαλώς, δεν είναι παράξενο να περνά η αμαξοστοιχία πάνω από μια σιδερένια γέφυρα. Αν, όμως, η γέφυρα, που συγκρατεί την αναξοστοιχία αποτελείται από καλάμια, αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Δείχνει πως το καλάμι κλείνει μέσα του μία ακατανόητη μυστική δύναμη. Παρόμοια, στον εσταυρωμένο Ιησού αντικρύζει ο Παύλος την «Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (Α΄ Κορ. 1: 24). Ο σταυρός του Χριστού είναι η φύτρα της νέας δημιουργίας, η ρίζα της νέας κτίσεως, το θεμέλιο της Εκκλησίας του Χριστού. Γι΄ αυτό και αποτελεί όχι μόνο το καύχημα και το κόσμημα της οικουμένης, αλλά και το γνώρισμα της ζωής του πιστού· κυρίως αυτό. Καθώς τον υψώνει σε παγκόσμια προσκύνηση η Εκκλησία μας προτείνει στην ανθρωπότητα να ενστερνισθεί τη σοφία του Θεού, που κρύβεται στον σταυρό του Ιησού Χριστού. Με τρόπο ακατανόητο – κι εν πολλοίς ανόητο – για τη σοφία του άθεου κόσμου, η σοφία του Θεού μάς διδάσκει ότι η δύναμη δεν ταυτίζεται με τη βία, αλλά εκδηλώνεται με τη συγκατάβαση και ελέγχεται από την αγάπη. Η αγάπη, που όχι μόνο συγχωρεί και ανέχεται, αλλά θυσιάζεται για τους εχθρούς, είναι ακατάλυτη δύναμη. Αυτό δεν το καταλαβαίνει και φυσικά, δεν μπορεί να το ζήσει όποιος δεν μαθήτευσε στο σταυρό του Χριστού, δεν γνώρισε και δεν φωτίστηκε από τη σοφία του σταυρού.