Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμην επιτελούμεν του εξαισίου θαύματος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, γεγονότος εν τω πανσέπτω αυτής Ναώ των Μυρτιδίων εν τη νήσω των Κυθήρων, ότε τον παράλυτον ήγειρεν.

Τέρας νεουργόν ευλογώ της Παρθένου,
Έσφιγξε και γαρ νυν μέλη παρειμένα.

Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικών της Θεοτόκου ευρεθείσα εν Κυθήροις υπό τας εξής περιστάσεις: Εις ταύτην την νήσον, την κοινώς Τσιρίγον ονομαζομένην, υπήρχεν εις παλαιοτέραν εποχήν εις τόπος έρημος, Μυρτίδια καλούμενος, διότι ήτο πλήρης από μυρσίνας, τας κοινάς λεγομένας μυρτιάς, και μόνον προς βοσκήν των ζώων χρήσιμος. Εις αυτόν λοιπόν τον τόπον οδηγηθείς από μίαν θείαν οπτασίαν, την οποίαν είδε καθ΄ ύπνον, εις ευλαβής Χριστιανός, έχων πολλήν την ευλάβειαν προς την Κυρίαν Θεοτόκον, μετέβη εκεί και ιστάμενος παρετήρει του τόπου την αγριότητα· και ούτω παρατηρών, ήκουσε φωνήν αοράτως, η οποία του έλεγεν· «Εάν ερευνήσης εδώ πλησίον, θα εύρης την Εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ΄ ότου ήλθον και ευρίσκομαι εδώ, δια να δώσω εις τούτον τον τόπον την χάριν και βοήθειάν μου». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο ευλαβής εκείνος Χριστιανός, και στρεφόμενος ένθεν κακείθεν δια να ίδη ποίος του ωμίλησεν, ουδένα έβλεπεν· όθεν φοβηθείς εποίησε το σημείον του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, λέγων συγχρόνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι· και συ Κυρία μου και Δέσποινα, ήτις έχεις πολλήν την παρρησίαν προς τον Μονογενή Σου Υιόν, μη βραδύνης να φανερώσης εις εμέ, εάν είναι θέλημά σου, την σημασίαν της φωνής, την οποίαν ήκουσα». Και ταύτα ειπών προσευχόμενος, ήρχισεν είτα ερευνών εντός του δάσους δια να εύρη το ποθούμενον· και ούτως ερευνών μετά πόθου, βλέπει αίφνης εντός των κλάδων μιας μυρσίνης (μυρτιάς) μίαν εικόνα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας· ιδών δε ταύτην έλαβε μεγάλην ψυχικήν χαράν, και εγνώρισεν ότι η φωνή, την οποίαν ήκουσεν, ήτο της Υπεραγίας Θεοτόκου, και τον ωδήγησεν εκεί δια να εύρη την αγίαν Εικόνα Της. Πεσών λοιπόν ο ευλαβής και καλός εκείνος Χριστιανός προσεκύνησε μετά δακρύων και ευχαριστιών την θεομητορικήν αγίαν Εικόνα και μετ΄ ευλαβείας ησπάσθη αυτήν· ησθάνετο δε και πολλήν ευωδίαν θυμιαμάτων εις τον τόπον εκείνον. Επεδόθη όθεν μετά προθυμίας βοηθούμενος και από την θεομητορικήν δύναμιν εις το να κόπτη τα δένδρα και να καθαρίζη το μέρος εκείνο, κτίσας δε εκεί κατά το δυνατόν εις αυτόν μικρόν Ναόν της Θεοτόκου, έθεσεν εντός αυτού την ρηθείσαν αγίαν Εικόνα, την οποίαν επωνόμασε «ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΝ», επειδή εύρεν αυτήν εντός των μυρτιών· όθεν και ο τόπος εκείνος ονομάζεται Μυρτίδια δια την αφορμήν του παλαιού εκείνου δάσους των μυρτιών. Έκτισε δε ο καλός εκείνος Χριστιανός και μικρόν κελλίον πλησίον της Εκκλησίας, και γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εκεί, υπηρετών εις τον θείον της Θεοτόκου Ναόν και προσκυνών μετά πάσης ευλαβείας την αγίαν και θαυμασίαν Εικόνα Της· αποθανόντος δε αυτού, έμεινεν εκεί ύστερον εις ευλαβής Μοναχός, ονομαζόμενος Λεόντιος, όστις εμεγάλωσε τον Ναόν, κτίσας και κελλία πέριξ αυτού, και ούτω κατέστησεν εκεί τέλειον Μοναστήριον.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Εάν εις την πνευματικήν αυτήν ευωχίαν πρέπει να προσφέρω κι΄ εγώ κάτι ευφραντικόν, θα είπω εις τους καλούς δαιτρυμόνας δι΄ ολίγων, πόση ηδονή και χάρις υπάρχει εις τα συγγράμματα αυτά, δια να ερεθίσω την επιθυμίαν σας εις την ανάγνωσίν των. Όταν διαβάσω τα ηθικά του μεγάλου Γρηγορίου, αποτάσσομαι την σάρκα και τον κόσμον, μισώ τα πάθη και ασπάζομαι την κεκρυμμένην εν Χριστώ ζωήν των Μοναχών. Με τας εντολάς καθαρίζομαι, ποθώ να συμβιώσω με τας αρετάς και, ανυψούμενος προς τα τελειότερα, γίνομαι ναός του Θεού και κατοικητήριον του Πνεύματος. Όταν διαβάζω τα Νηπτικά, μυούμαι εις αυτά τα μυστικά όργια της ιεράς νήψεως και της ευκτικής αρετής και μαθαίνω την ολικήν επιστροφήν του νοός, προς τον εντός άνθρωπον, ως και την απλανή του νου κυκλικήν κίνησιν και ανάτασίν του προς το θείον. Και τότε εισέρχομαι εις τους όρους της αληθούς ησυχίας, κατά την οποίαν νοώ αυτός εμαυτόν, μάλλον δε δι΄ εμαυτού νοών τον Θεόν και πλησιάζων προς αυτόν, δια καρδιακής ευχής και συνεπτυγμένης και δι΄ εμπύρου κατανύξεως από την ευχήν γεννωμένης. Και μυσταγωγούμαι, ποία είναι η μονιμωτάτη καθαρότης του νου, ποία της καρδίας. Και όχι μόνον αυτά, αλλά διδάσομαι και τους λόγους της νοεράς αυτής επιστροφής εν τη καρδία, ως και τας θεωρητικάς αποδείξεις από την Γραφήν, από την φύσιν και από αυτήν την πείραν, δια την ορθότητα της εργασίας αυτής. Και εις τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πειθόμενος, καταγελώ ως ασόφους και αμυήτους τους αντιλέγοντας, είτε παλαιούς είτε συγχρόνους. Όταν πάλι εντύχω εις τα συγγράμματα, που πραγματεύονται περί της φυσικής θεολογίας και της ερμηνείας των Γραφών, ευρίσκω κάποιας νέας πρωτοτύπους ερμηνείας, συγκριτικώς με όσα έχουν ειπή παλαιότεροι Άγιοι, δια των οποίων, με την ερμηνευτικήν επεξεργασίαν, το γράμμα αποκτά απροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ο άγιος Πατήρ έσπασε τον φλοιόν των εξωτερικών εκφράσεων και απεκάλυψεν το μυστικόν κάλλος των λόγων της ενσωμάτου ή ασωμάτου  φύσεως, είτε των νοημάτων του Πνεύματος, το οποίον βλέπων εγώ, που ήτο κρυμμένον ωσάν το μαργαριτάρι μέσα εις το όστρακον, πληρούμαι από χαράν και γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, από βάθους σε βάθος βυθιζόμενος και από αβύσσου εις άβυσσον κατερχόμενος. Και δια να είπω όλην την αλήθειαν, ευρίσκω εις τα φυσικά και εις τας ερμηνείας του λόγους ασφαλείς και σπουδαίους και τετραγώνους· αυτόν τον μυελόν και το βάθος παντός εξεταζομένου θέματος εξακριβούμενον. Αλλά προκειμένου δια τα θαυμαστά θεολογικά και αντιρρητικά συγγράμματα του μεγάλου Γρηγορίου, ο λόγος μου αγαπά να πλησιάση, αλλά να προσπελάση εις αυτά ιλιγγιά ενώπιον του ύψους και του βάθους, του μήκους και του πλάτους των, που είναι αληθινά ανέκφραστα. Διότι όχι μόνον συνέλεξεν εις μίαν ενότητα όσα εγράφησαν σποράδην από τους άλλους θεολόγους Πατέρας, και απάνθισεν ό,τι θεολογικώτερον υπήρχεν, ο θεολογικώτατος εκείνος και όχι απλώς δυνάμει, αλλ΄ ενεργεία γενόμενος νους, λόγω της καθαρότητός του, αλλά και ό,τι εφαίνετο ως αμφιβόλου ορθοδοξίας ή ως επιλήψιμον εις τους κακοδόξους, «προς την ευσεβεστέραν διάνοιαν μεθηρμήνευσε θεοσόφως» και διέσωσεν ούτω το κύρος των θεολόγων Πατέρων. Πλην αυτών, ο θείος Γρηγόριος, προσέθεσεν όσα του απεκαλύφθησαν υπερφυώς «δια μακαρίου πάθους εν τω της υπεραγνώστου εκείνης αρπαγής καιρώ, κατά τον υπέρφωτον γνόφον». Όλα αυτά λοιπόν επεξειργάσθη και ενσωμάτωσεν εις μίαν ενότητα, ώστε να αποτελούν ένα πραγματικόν καλλίστευμα θεολογίας, ένα τέλειον οικοδόμημα, το οποίον προκαλεί όντως τον θαυμασμόν σε κάθε ακοήν και διάνοιαν.                                      
Ευγνωμονώ τον γλυκύτατον άγιον Πατέρα μας Νικόδημον τον Αγιορείτην, -- τον άλλοτε υπ΄ εμού κατά δύναμιν υμνηθέντα – που με την θεοσοφίαν του και το κύρος του μας ηρμήνευσε τον μεγάλον Γρηγόριον τον Παλαμάν και μας ανέπτυξε την σημασίαν της προβληθείσης δυναμικώς υπ΄ αυτού Πατερικής Θεολογίας, ως «των θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος».         
Ευγνωμονούμεν τον θεοειδή βυζαντινόν θεολόγον, «των μοναστών την καλλονήν», «της Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλον», τον «θαυματουργόν Γρηγόριον», το πανεύοσμον άνθος του «παραδείσου» της Θεοτόκου Μαρίας, του ιερού Άθωνος, αλλά πρώτα απ΄ όλους ευγνωμονούμεν τον Κύριον, που εχάρισεν εις την Εκκλησίαν Του την μυστικήν θεολογίαν, την οποίαν «δι΄ εαυτού εν πλαξί καρδίας (του θείου Γρηγορίου) απεγράψατο». Πράγματι, χάρις εις τον θεοφώτιστον Παλαμικόν νουν, εγνωρίσαμεν τους θησαυρούς του αγίου Πνεύματος, οίτινες υπάρχουν ως θείαι δωρεαί εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ως άκτιστος χάρις, ως θείον φως, ως ουσιώδεις ενέργειαι του Θεού και ως άμεσος κοινωνία με τον υπερούσιον ήλιον της δικαιοσύνης δια των μεθεκτών ακτίνων του. Πρέπει να κατανοώμεν κατά βάθος και εις τας εσχάτας συνεπείας του το ψυχρόν, αντιπαλαμικόν, αντορθόδοξον, και απάνθρωπον Actus Purus, δια να εκτιμήσωμεν κατ΄ αξίαν τον επανευαγγελισμόν προς την Εκκλησίαν των ακτίστων ενεργειών, της θεοποιού χάριτος, που μας εκόμισεν εκ Θεού υποφητικώς ο μέγας Πατήρ Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η Ορθοδοξία εάν αισθάνεται εαυτήν ως πλέουσαν μέσα εις το άκτιστον φως, δηλαδή μέσα εις την πραγματικήν αδιάλειπτον σχέσιν της μετά του Θεού, αυτό οφείλεται εις τας μετεχομένας ακτίστους ενεργείας Του, τας οποίας απεκάλυψεν ο θεοφόρος Γρηγόριος με τόσην ενάργειαν, δια της θεμελιώδους διακρίσεως της ουσίας του Θεού από τας ουσιώδεις ενεργείας του. Εκ τούτου δε συνάγεται οποίον «χάσμα εστήρικται» μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, αρνουμένου την «θεοπρεπή διάκρισιν» εν τω Θεώ και ούτω μη αποδεχομένου την πραγματικήν σχέσιν του Κτίστου με την λογικήν και άλογον κτίσιν. Το πόσον πτωχεύει το Actus Purus την ζωήν, το πόσον απομακρύνει τον Θεόν από τον άνθρωπον και πόσον βυθίζει εις απελπισίαν τα λογικά όντα, που δεν αισθάνονται επάνω των την ενεργούσαν Πατρικήν αγάπην, καταφαίνεται και μόνον από την ακοινωνησίαν του Θεού προς παν το κτιστόν, εις την οποίαν τον καταδικάζει. Ο Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων είναι τόσον απρόσιτος και αμέθεκτος, ώστε να θεωρήται ως τελείως αδιανόητος κάθε πραγματική επαφή του με τα πλάσματά του. Η εξώθησις του Θεού πέραν από πάσαν δυνατότητα ουσιώδους ενεργείας εις τον κόσμον, αναγκάζει τον Θεόν να χρησιμοποιή τας μη θείας, αλλά κτιστάς χάριτας «μακρόθεν».                                                         
Ενώ ο Ορθόδοξος αρκεί να θέλη να καταλαμφθή από τας θεοποιούς ακτίνας, που μονίμως εκπέμπει ο Θεός επί των καθαρών ψυχών, δια να ευρεθή μέσα στο άκτιστον φάος, τεθεωμένος ολόκληρος, ψυχή και σώματι· αντιθέτως ο αρνούμενος την θεοποιόν δωρεάν μένει ψυχρός, ως «υπό νόμον», ανέραστος και κατηφής, αισθανόμενος τον Θεόν του ως απόντα από την ζωήν του, καταδικασμένος να ζη μέσα σε φυσικούς όρους, εκτάκτως διασπωμένους, προκειμένου να του μεταφερθή η χάρις. Δύναται κανείς να αποτολμήση μίαν εικονικήν σύγκρισιν. Ο Θεός των Ορθοδόξων, ομοιάζει με πάμφωτον ήλιον, εις του οποίου το φως και τας ακτίνας αναπαύονται εν μακαριότητι οι ποικίλης δεκτικότητος πιστοί. Ο δε Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων, ομοιάζει με τον διαφαινόμενον δίσκον του μέσα από τα νέφη, όστις επειδή είναι, κατ΄ αυτούς, ουσία, ευρίσκεται έξω της κτίσεως και επομένως αφήνεται αφώτιστος η κτίσις. Και ακριβώς αυτό είναι μία αληθής τραγωδία, η οποία εφόβιζε τον θείον Παλαμάν· «Αν δε συ, λέγει, άρης το μεταξύ της αμεθέκτου ουσίας του Θεού και των μετεχόντων πιστών, (δηλαδή τας ακτίστους ενεργείας) ω πόση συμφορά, μας εχώρισες από τον Θεόν· εξετόπισες τας συνδεούσας τον Θεόν με τους πιστούς ακτίστους ενεργείας και ούτω εδημιούργησες «χάσμα μέγα και αδιάβατον», μεταξύ του Θεού, της δημιουργίας και προνοίας υπέρ των ανθρώπων». Ιδού η συνέπεια της απουσίας του Θεού από την ζωήν των πιστών. Δι΄ αυτό, μέσα στο πένθιμον κλίμα της ορφανίας, μέσα εις τον παγετόν εκ της απουσίας της θείας αγάπης, μέσα εις την αίσθησιν, ότι ο Θεός ευρίσκεται έξω από την ζωήν, η Δύσις εχρειάσθη κάποιον «παράκλητον», δια να καλύψη το κενόν. Μήπως η καθιέρωσις του πάπα, -- εκ του οποίου απορρέει πάσα χάρις – δύναται να ερμηνευθή εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων; Και μήπως η Ορθόδοξος Ανατολή ουδέποτε εχρειάσθη ένα ανθρώπινον ον ως μεσάζοντα, επειδή ευρίσκεται εις αδιάλειπτον και άμεσον σχέσιν μετά του Θεού, δια των ακτίστων ακτίνων του, και «ως τέκνα φωτόμορφα της Εκκλησίας», ευρισκόμεθα εν αυταρκεία από την «θεόρρυτον χάριν», «λάμποντες, αστράπτοντες, ηλλοιωμένοι»; Και εντεύθεν καθιστάμεθα θεοί κατά χάριν και μέθεξιν, κατά τον ιεροψάλτην Δαβίδ· «εγώ είπα θεοί εστε και υιοί υψίστου πάντες…»; (Ψαλμ. πα΄ , β).

  Αθωνικά άνθη




Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Άγιοι Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται

Οι Άγιοι Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τους λατινόφρονας, τον τε βασιλέα Μιχαήλ και τον Πατριάρχην Βέκκον, επάνωθεν του Πύργου πυρί τελειούνται.

Ως πυρίκαυστοι θυσίαι τω Κυρίω,
Οι εικοσιέξ ωράθησαν εικότως.


Επειδή το Άγιον Όρος πάντοτε και ήτο και είναι ο πρόβολος και το στήριγμα της πασχούσης εν τη Ανατολή Εκκλησίας, δια τούτο οι Λατίνοι, ίνα καταστρέψωσι το θεμελιώδες τούτο στήριγμα της Ορθοδοξίας, εισεπήδησάν ποτε και εις αυτό, πείθοντες δια λόγων, εξαπατώντες δια χρημάτων και υποσχέσεων, και καταναγκάζοντες δια των απειλών και της τυραννικής μέχρι μαρτυρίου βίας, όπως αναγνωρισθή και εν τω Αγίω Όρει η εξουσία του Πάπα της Ρώμης. Πλην όμως ολίγοι τινές δειλοκάρδιοι επείθοντο εις τούτο· οι δε πλείονες αυτών επεσφράγισαν δια του ιδίου αίματος την εαυτών ομολογίαν, και δια της σταθερότητος αυτών εξήλεγξαν την ιερόσυλον του Πάπα οικειοποίησιν της εξουσίας και του πεπλασμένου ονόματος ως τοποτηρητού του Χριστού, όστις εις και μόνος και ήτο και είναι και θα είναι εις τους αιώνας, η κεφαλή της Αγίας αυτού Εκκλησίας. Ίνα δε παρεκκλίνωσι οι Μοναχοί του Αγίου Όρους εις τα της Ρώμης και του Πάπα σαθρά δόγματα, συνήργει δυστυχώς και ο τότε αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, και ο Πατριάρχης αυτής Ιωάννης Βέκκος. Ούτοι λοιπόν ήλθον εις το Άγιον Όρος μετά στρατιωτικής δυνάμεως, και αφού έπραξαν εκείνα τα οποία έπραξαν εις τας άλλας Μονάς, ήλθον τελευταίον και εις την Ιεράν Μονήν του Ζωγράφου, πυρ και μανίαν πνέοντες κατά των οικούντων αυτήν Μοναχών. Κατ΄ εκείνον δε τον φρικτόν και φοβερόν δια το Άγιον Όρος καιρόν, πλησίον της Μονής Ζωγράφου ηγωνίζετο κατά μόνας εις Μοναχός, έχων συνήθειαν ιεράν να αναγινώσκη πολλάκις καθ΄ εκάστην τον Ακάθιστον Ύμνον της Θεοτόκου ενώπιον της θείας Εικόνος αυτής. Εν μια λοιπόν των ημερών, ότε εις τα χείλη του Γέροντος αντηχούσεν ο Αρχαγγελικός ασπασμός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το «Χαίρε», ακούει αίφνης ο Γέρων εκ της αγίας αυτής Εικόνος τους εξής λόγους· «Χαίρε και συ, Γέρον του Θεού!»· ο δε Γέρων εγένετο έντρομος. «Μη φοβού», εξηκολούθησεν ησύχως η εκ της Εικόνος θεομητορική φωνή, «αλλ΄ απελθών ταχέως εις την Μονήν, ανάγγειλον εις τους αδελφούς και εις τον Καθηγούμενον ότι οι εχθροί εμού τε και του Υιού μου επλησίασαν. Όστις λοιπόν υπάρχει ασθενής τω πνεύματι, εν υπομονή ας κρυφθή, έως ότου παρέλθη ο πειρασμός· οι δε επιθυμούντες μαρτυρικούς στεφάνους ας παραμείνωσιν εν τη Μονή· άπελθε λοιπόν ταχέως». Υπακούσας ο Γέρων εις τε την φωνήν και την θέλησιν της Πανάγνου Δεσποίνης ημών, και καταλιπών την κέλλαν αυτού, έδραμεν όσον ηδύνατο ταχύτερον εις την Μονήν, ίνα παράσχη εις τους αδελφούς τρόπον και καιρόν να εμψυχωθώσι και να σκεφθώσιν ωρίμως έκαστος αυτών περί του προκειμένου κινδύνου· αλλά μόλις ο Γέρων έφθασεν εις την πύλην της Μονής, και ιδού βλέπει την εις το κελλίον αυτού αγίαν Εικόνα της Θεομήτορος, ενώπιον της οποίας ανεγίνωσκε προ ολίγου τον Ακάθιστον Ύμνον, και παρ΄ αυτής ήκουσε την ανωτέρω φωνήν, ισταμένην επί των πυλών της Μονής. Όθεν μετά κατανύξεως και ευλαβείας πεσών ενώπιον αυτής και προσκυνήσας έλαβεν αυτήν· και ούτω ομού με την αγίαν Εικόνα παρουσιάσθη προς τον Καθηγούμενον. Ακούσαντες δε οι αδελφοί τον επικείμενον κίνδυνον εταράχθησαν μεγάλως· και οι μεν ασθενέστεροι αυτών ταχέως εκρύβησαν εις τα όρη και σπήλαια· είκοσι δε και εξ Μοναχοί, μετά των οποίων και ο Καθηγούμενος, έμειναν εις την Μονήν και εισήλθον εντός του Πύργου, αναμένοντες τους εχθρούς αυτών και προσδοκώντες τους μαρτυρικούς στεφάνους. Μετ΄ ολίγον έφθασαν και οι Λατίνοι μετά των λατινοφρόνων, οίτινες κατ΄ αρχάς δι΄ όλης της δυνάμεως και της ρητορικής τέχνης των Δυτικών παρεκίνουν τους Μοναχούς, ίνα ανοίξωσιν εις αυτούς τας πύλας της Μονής και αναγνωρίσωσι τον Πάπαν κεφαλήν της οικουμενικής Εκκλησίας, υποσχόμενοι το έλεος αυτού του Πάπα και πλήθος χρυσίου· οι δε Μοναχοί ηρώτησαν από τον Πύργον τους Λατίνους, λέγοντες: «Και τις είπεν εις υμάς ότι ο ιδικός σας Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας; πόθεν η τοιαύτη παρ΄ υμίν διδασκαλία; 

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΝΔΟΣΤΡΕΦΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Διονύσιος Αρεοπαγίτης.


Ίσως να μη είναι ανωφελές να λεχθή, ότι κακώς απεδόθη εις τον άγιον Γρηγόριον η ενδοστρεφής προσευχή, και ότι κάκιστα συνεδέθησαν μετά του ονόματός του, ως «παλαμισμός», τα ειρωνικά παρωνύμια «ομφαλοσκοπία –ομφαλοψυχία». Ηγνόησαν οι τοιαύτα φρονήσαντες ορθολογισταί, ότι εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν υφίσταται συνεχής εσωτερική ενότης. Τοιαύτη δ’ ενότης, οίαν οφείλομεν να ανακαλύπτωμεν πανταχού των επί μέρους ιερών κειμένων της Καινής Διαθήκης. Διότι το Πνεύμα το Άγιον, όπερ εσόφισε τους αμέσους μαθητάς του Κυρίου, αυτό το ίδιον Πνεύμα εφώτισε και τους Πατέρας. Η υφισταμένη ποικιλία εν τη διδασκαλία των Πατέρων ουδόλως αίρει την εσωτερικήν ταυτότητα αυτής. Διότι το Πνεύμα όχι μόνον «όπου θέλει πνει» αλλά και «όπως θέλει πνει», «λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Μόνον εφ’ όσον αναγνωρίζομεν το αλληλένδετον και το ομόφωνον της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, ως έκφανσιν του Αγίου Πνεύματος εν τη ανελίξει της ιστορίας, ευρισκόμεθα εντός των όρων της Ορθοδόξου πίστεως. Υπό το πνεύμα αυτό, αίρονται πάσαι αι φαινομενικαί αντιφάσεις, αίτινες παρατηρούνται μεταξύ των Πατέρων. Θεός φυλάξοι από την πλάνην να υποθέσωμεν, ότι, πέραν του ιδιάζοντος τονισμού εν τη διδασκαλία των Θεοφόρων Πατέρων, υφίσταται οιαδήποτε διαφωνία, ή ότι ο εις Πατήρ, ανατρέπει τον έτερον. Ο Θεός ημών «δεν είναι Θεός ακαταστασίας, αλλά Θεός τάξεως». O Παλαμάς, ως και οι προ αυτού άγιοι Πατέρες, τιμά ιδιαζόντως τον άγιον Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην. Πάντες σχεδόν οι Μυστικοί της Ανατολικής Εκκλησίας εστηρίχθησαν επί των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, τα οποία πραγματεύονται θέματα Μυστικά. Εν των θεμάτων είναι και το περί των «τριών τρόπων προσευχής». Δηλαδή της «ευθείας», «ελικοειδούς» και «κυκλικής». Εις μίαν επιστολήν του ο Παλαμάς προς Βαρλαάμ, αναπτύσσει περί των τριών τρόπων της προσευχής, συνιστών ως «απλανή» μόνον την «κυκλικήν». Ευθεία κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους από των έξωθεν αισθητών, ως από εικόνων τινών (πεποικιλμένων και πεπληθυσμένων) αναβιβάζηται εις την απλήν νοητήν αυτών θεωρίαν. Ελικοειδής δε κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους ελλάμπηται τας θείας γνώσεις όχι όλως διόλου νοερώς και αμεταβάτως, αλλά συλλογιστικώς και μεταβατικώς και κατά τρόπον τινά, κινούμενος μεταξύ της κυκλικής και ευθείας. Περί δε της κυκλικής του νοός κινήσεως γράφει τα εξής, «ο των θεολόγων εξοχώτατος Διονύσιος»: «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Ο θείος Παλαμάς, ποριζόμενος την μυστικήν γνώσιν εκ της ησυχαστικής του εμπειρίας και των εν τη ψυχή του θείων ελλάμψεων, χαρακτηρίζει την προς εαυτόν στροφήν του νου, ως «εαυτού τήρησιν». Είναι διάχυτος εις τα συγγράμματα των Πατέρων η διδασκαλία, ότι η μακαριότης των Πρωτοπλάστων συνίστατο εις την αδιάλειπτον θέαν ( μυστική άκτιστος ενέργεια) του Θεού. Η συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος συν τοις άλλοις, ήτο και η πλάνησις του νου επί την κτίσιν, και η αγάπη αυτής παρά τον κτίσαντα. Είναι πολύ ωραία τα εξής του αγίου Αυγουστίνου: «Η ανθρωπίνη καρδία εις τούτο έκτισται· όπως βλέπη τον εαυτής κτίστην. Αμαρτία εστίν αποστροφή του κτίστου και επιστροφή προς το κτίσμα. Μετάνοιά εστιν αποστροφή του κτίσματος και επιστροφή προς τον κτίστην». Ο άγιος Γρηγόριος παραδέχεται ότι, η προς τον Θεόν άνοδος του νοός ενεργείται δι’ «ευχής συνεπτυγμένης» -- δηλαδή δια του «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον ημάς» -- έστι δ’ ότε και διεξοδικωτέρας, το οποίον είναι και εργωδέστερον. Η αντίληψις αυτή απαντά εις όλους τους Πατέρας σχεδόν, «Κοινωνικούς» και «Μυστικούς», αλλά παρά τω Παλαμά, προκληθέντι υπό των αντιπάλων του, επανέρχεται μοναδικώς ανεπτυγμένη. Εκκινών, ως ανεφέραμεν, από της αρχής, καθ’ ην άπασαι αι δυνάμεις της ψυχής είναι εσκορπισμέναι δια των αισθητηρίων, ως κατάλοιπον του προπατορικού αμαρτήματος, διδάσκει ότι μόνον δια της προς εαυτόν στροφής του νου είναι δυνατή η προς Θεόν αναβίβασίς του. «Αν διακαρτερή τις, λέγει, εν τη του νου ταύτη συνελίξει και τη προς το θείον ανατάσει, βία ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας άγχον της οικείας, νοερώς πλησιάζει τω Θεώ και τυγχάνει των αρρήτων, και γεύεται του μέλλοντος αιώνος, και αισθήσει νοερά γινώσκει, ότι χρηστός ο Κύριος…». Η εργασία αυτή της ενδοστρεφούς κινήσεως, κατά την οποίαν ο νους γίνεται «τρισσός», ανευρίσκων τας εαυτού εσκορπισμένας εις τον κόσμον δυνάνεις, ίσως να μη είναι και τόσον δυσχερής. Διότι ο νους απαλλασσόμενος εκ των έξωθι περισπασμών και τηρών και τηρούμενος και ευχόμενος εν τη εαυτού τηρήσει, «ου λίαν ίσως δυσχερές». «Το δε μακρόν χρόνον εν ταύτη τη καταστάσει καρτερήσαι, τη γεννητική των απορρήτων, δυσχερέστατον ως μάλιστα». Τούτο οφείλεται, ως λέγει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, εις «το άγαν εστενωμένον της ευκτικής αρετής», του νοός αγαλλομένου εις μετεωρισμούς και ελευθέρας κινήσεις. Είναι τόσον επίπονος η δια μακρού χρόνου «συνέλιξις» του νου εις εαυτόν και η «μονολόγιστος» αυτή ευχή, ώστε είναι «πας πόνος άλλης αρετής, μικρός και φορητότατος συγκρινόμενος προς τούτον». Δια τούτο οι πλείστοι εργάται της νοεράς προσευχής, στενοχωρούμενοι από «το εστενωμένον της ευκτικής αρετής», αφήκαν την «ευχήν» και απέτυχον του πλατυσμού των χαρισμάτων. Ο άγιος Γρηγόριος διαβεβαιοί, ότι όσοι υπομένουν τον κάματον της καρδιακής ευχής τυγχάνουν θείων αντιλήψεων και αξιούνται υπερφυσικών αποκαλύψεων.

Η εποχή μας ίσως να μη είναι δεκτική διδασκαλίας μυστικής, περί καθάρσεως νοός και καρδίας και περί των επηγγελμένων υπό του Κυρίου υπέρ φύσιν δωρεών. Ως και αυτή η σύγχρονος Θεολογία πάσχει από κορεσμόν ορθολογιστικής επιστημοσύνης, μη δυναμένη, ως «ψυχική» να δεχθή τα «πνευματικά». Εν τούτοις υπάρχουν ψυχαί αδιάφθοροι από το πνεύμα της εποχής, το οποίον άγει εις την απώλειαν της «υπάρξεως», αι οποίαι επιποθούν τα «τελειώτερα» και την γνησίως ορθόδοξον πνευματικότητα, δια τας οποίας γράφομεν τα ανωτέρω. Ας ευχηθώμεν ότι θα εξαποστείλη εις τους καιρούς μας τους «περιπεζίους» άνδρας πνευματικούς, οι οποίοι θα καταγγείλουν την υποκρισίαν και κενότητα των συγχρόνων των και μας οδηγήσουν εις το μυστικόν ταμιείον της ψυχής, δια να εύρωμεν εαυτούς, την «ύπαρξίν» μας. 

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ --- του αειμνήστου Ανδρέου Θεοδώρου Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών

Το μεγαλείον της Παρθένου είναι αρρήκτως συνδεδεμένον προς το άρρητον μεγαλείον του θείου Χριστολογικού μυστηρίου. Το θαύμα της συνέχεται στενώτατα προς το άπειρον θαύμα της επί γης αρρήτου επιδημίας του Λόγου του Θεού. Εκτός του μυστηρίου του Υιού της, το μυστήριον της Παρθένου μένει μετέωρον, ουδέν απολύτως ουσιαστικόν νόημα ενέχον. Εν τω Υιώ καταξιούται η Μήτηρ. Η θεία αυτής Μητρότης συνέχεται αδιαστάτως μετά του μυστηρίου του απειράνδρου Τόκου της. Το αξίωμα της Θεοτόκου αποκενούται, αν και προς ώραν έστω αποχωρισθή του μυστηρίου της εν Χριστώ οικονομίας. Το δόγμα της Θεοτόκου εισάγει την Χριστολογίαν, συμπλέκεται και συνυφαίνεται μετά της Χριστολογίας. Τας δύο ταύτας αλληλενδέτους του δόγματος στιγμάς ουδείς δύναται ν΄ αποχωρίση, άνευ ουσιαστικής ρήξεως συνόλου του χριστολογικού θαύματος. Η ορθόδοξος θεολογία το αξίωμα της Παρθένου βλέπει πάντοτε εκ της οπτικής γωνίας του Χριστολογικού δόγματος. Βλέπει την Θεοτόκον ως την εισιτήριον θύραν την εισάγουσαν εις το πεδίον της εν μυστηρίω αφράστου οικονομίας του Λόγου. Ασφαλώς δεν γνωρίζομεν τι θα συνέβαινεν, αν δεν ανεδεικνύετο εν τω κόσμω ο άνθρωπος, δια του οποίου θα καθίστατο δυνατή η εν τη σκηνή του κόσμου τούτου είσοδος του απείρου Λόγου της ζωής. Γνωρίζομεν όμως βεβαίως ότι η παρουσία της Πανάγνου ήτο συνθήκη απαραίτητος, όρος sine qua non, της επί γης ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Εκ της επόψεως ταύτης μελετωμένης της υψίστης περιωπής της Παρθένου, κατανοούμεν και την κεντρικωτάτην  θέσιν αυτής εν τε τη ορθοδόξω σωτηριολογία και τη εκκλησιολογία. Ιδία εν τη ευσεβεία και τη λατρεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας – όλως δ΄ ιδιαιτέρως εν τω Ακαθίστω  Ύμνω – η Θεοτόκος Μαρία προσαγορεύεται ως ιλασμός και σωτηρία των ανθρώπων. Οι επιπολαίως κρίνοντες τα πράγματα θα εύρουν ασφαλώς εις τας εν λόγω εκφράσεις παρακεκινδυνευμένας εξάρσεις ή και κακοδοξίαν σωτηριολογικήν. Το πράγμα όμως δεν έχει ούτως. Εις μόνον σώζει τον κόσμον εκ της αμαρτίας και λυτρούται τον άνθρωπον εκ του κράτους του αιωνίου πνευματικού θανάτου: Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Η Μήτηρ αυτού ουδεμίαν ουσιαστικήν και πραγματικήν θέσιν κατέχει εν τω μυστηρίω της σωτηρίας των ανθρώπων. Η συνεργία αυτής περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνον εις την υπ΄ αυτής παροχήν της δυνατότητος ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Είναι η Μήτηρ του Λυτρωτού. Δι΄ αυτής εισήλθεν εις τον κόσμον ο Σωτήρ του κόσμου. Το αξίωμα τούτο ασφαλώς είναι μέγα, δεν είναι όμως αξίωμα ουσία λυτρωτικόν. Άλλωστε και αυτή αύτη η Θεοτόκος εσώθη δια του λυτρωτικού έργου του Υιού της. Πως ήτο λοιπόν, δυνατόν η σωθείσα να παράσχη και πόρρωθεν έστω σωτηρίαν; Αι φράσεις έχουσαι προφανώς ανάχρωσιν ηθικήν, δέον όπως μελετηθώσιν επί του πεδίου της σωτηρίου οικονομίας της χάριτος και δη και εν τω μυστηριακώ χώρω της Εκκλησίας. Η Μήτηρ του Θεού έχει χάριν και μητρικήν παρρησίαν προς τον άχραντον Τόκον της. Δούσα την ζωήν εις την πηγήν της Ζωής είναι αρρήκτως συνδεδεμένη μετά της γεννητρίας της ζωής. Ζήσασα εν τω αδύτω της καρδίας αυτής όλας τας περιπετείας του παναχράντου Τόκου της μέχρι και αυτής της εις ουρανούς αναλήψεως αυτού, δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη απαθής προς την χριστοειδή σάρκα του, προς το μυστικόν και άχραντον Σώμα του. Μήτηρ φυσική του Υιού, είναι και μήτηρ πνευματική της Εκκλησίας. Η Μήτηρ αγαπώσα τον Υιόν, αγαπά εν ίσω μέτρω και την Εκκλησίαν του. Εις την σωτηρίαν των πιστών παρεμβαίνει εμμέσως και δη και μόνον δια της πρεσβείας και των δεήσεων αυτής. Ισχύει δε πολύ δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου. Ομοίως η Παρθένος, λόγω του υψίστου αξιώματος αυτής ως Μητρός του Θεού, δύναται να χορηγήση την σωτήριον χάριν του Υιού της. Ασφαλώς η διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι πάσα χάρις διαβιβάζεται υπό του Κυρίου εις την Εκκλησίαν δια μέσου  της Θεοτόκου, είναι υπερβολική. Ουχ ήττον όμως η Παρθένος Μαρία, η κεχαριτωμένη Νύμφη της Βασιλείας, είναι πράγματι χορηγός της σωτηρίου Χάριτος του Υιού της. Η σωτήριος χάρις δεν προέρχεται ουσία εκ της Παρθένου· είναι απόρροια της ηδίστης βουλής του Θεού της συνιστώσης την σωτήριον οικονομίαν του Λόγου. Η Χάρις προέρχεται εκ της καρδίας του χριστολογικού μυστηρίου, ιδία εκ της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού. Η Θεοτόκος, ως συνεχομένη αρρήκτως μετά του αυτού χριστολογικού μυστηρίου, είναι ευδοκία Υιού οικονόμος της σωτηρίου χάριτος αυτού. Είναι διάκονος του λυτρωτικού μυστηρίου εν τε τη συστάσει αυτού και τη σωτηρίω οικονομία της χάριτός του. Ο Υιός ευδοκεί εν τοις αγίοις αυτού, όλως δ΄ ιδιατέρως εν τη παναγία αυτού Μητρί. Επομένως η Θεοτόκος κατέχει κεντρικήν θέσιν εν τη σωτηρίω οικονομία της χάριτος. Δεν είναι πρώτη και κυρία πηγή της σωτηρίας· τούτο ανήκει αποκλειστικώς εις τον Κύριον ημών. Είναι απλή διάκονος της χάριτος, απλή οικονόμος του μυστηρίου της σωτηρίας εν ονόματι πάντοτε του Υιού της, διότι επαναλαμβάνομεν, η χάρις ανίσχει μόνον από της τριαδικής βουλής και ενεργείας και δραστηριοποιείται εν τη σωτηριώδει οικονομία του ενσάρκου Λόγου του Θεού. Επομένως όταν λέγωμεν: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», η δέησις ουδέν το αντορθόδοξον ή απηχές εμπερικλείει, εξαίρουσα την ενάργειαν τούτο μεν της δραστικωτάτης πρεσβείας και των δεήσεων της Θεομήτορος, τούτο δε την εν ονόματι του Υιού της σωτήριον διακονίαν αυτής εν τη οικονομία της χάριτος. Ούτω δε δεν κατανοούμεν και τον φόβον τινών, οίτινες δια να περισώσουν δήθεν το δόγμα της πίστεως αντικαθιστούν το «σώσον» δια του «πρέσβευε» υπέρ ημών. Αμφότεραι αι προστακτικαί εκφέρουν την αυτήν της πίστεως αλήθειαν. Η περί αιρέσεως καχυποψία δεν ευρίσκεται εν τη δεήσει της Εκκλησίας, αλλ΄ εν τω νω των αστηρίκτων την πίστιν πνευμάτων των αδαώς εχόντων ως προς την βαθυτέραν ουσίαν της πίστεως και της ευσεβείας της Εκκλησίας. Υπό την έννοιαν ταύτην, τέλος, πρέπει να νοηθή και η προς Θεόν μεσιτεία της Παρθένου. Η Θεοτόκος είναι όντως προς Θεόν μεσίτρια των ανθρώπων. Η μεσιτεία αύτη, πλην του εξαιρέτου βαθμού αυτής, δεν διαφέρει της λοιπής προς Θεόν μεσιτείας των Αγίων. Δεν είναι μεσιτεία Δευτέρα και δη και παράλληλος προς την μοναδικήν και εξαίρετον μεσιτείαν του Κυρίου, διότι «εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός»1. Η μεσιτεία της είναι μεσιτεία δεήσεως και πρεσβείας, απότοκος της μητρικής χάριτος και παρρησίας της Υπερευλογημένης. Η Μήτηρ μεσιτεύει παρά τω Υιώ δια την σωτηρίαν του σώματος της Εκκλησίας του, της σωτηρίας των πιστών των εν ταπεινώσει καταφευγόντων εις την κραταιάν σκέπην και προστασίαν της. Η Δέσποινα της Εκκλησίας, η πνευματική Μήτηρ του σώματος των πιστευόντων, είναι εν ταυτώ και πρέσβειρα αυτών παρά τω αρχηγώ της Εκκλησίας. Η εν πρεσβείαις μεσιτεία αυτής είναι απότοκος της υψηλής της περιωπής εν τω χριστολογικώ καθόλου θαύματι. Δεν είναι μεσιτεία θυτήριος και λυτρωτική, αλλά μεσιτεία δεήσεως και ικεσίας υπέρ της επί γης στρατευομένης Εκκλησίας του υπερφυούς Τόκου της. Ούτω δε μελετωμένη η μεσιτεία της Παρθένου εντάσσεται άριστα εν τη περί μεσιτείας των Αγίων γενική διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεως. Μεθ΄ όσα μέχρι τούδε είπομεν, κατανοούνται πλήρως και οι ποικίλοι χαρακτηρισμοί, τους οποίους η ευσεβούσα καρδία της Ορθοδοξίας αποδίδει εις την υπέραγνον Μητέρα του Θεού, ως σκέπη, προστασία, καταφυγή, τείχος, οχύρωμα, λιμήν, βοήθεια κλπ. Δια τούτων απάντων εκφράζεται η βαθυτάτη πίστις της Ορθοδοξίας εις το άμεσον ενδιαφέρον της Παρθένου υπέρ της επί γης στρατευομένης Εκκλησίας του Υιού της, και η σωτήριος παρέμβασις αυτής υπέρ των πολυειδώς δεινοπαθούντων εν τω αγώνι αυτών κατά του διαβόλου και της αμαρτίας μελών της Εκκλησίας του Υιού της. Η πεποίθησις αύτη είναι βαθύτατα ερριζωμένη εν τη συνειδήσει της Ορθοδοξίας, καλύπτουσα ασφυκτικώς ολόκληρον την ευσέβειαν και την λατρεία αυτής 2. Η Θεοτόκος είναι η στοργική Μήτηρ της Εκκλησίας, η αγωνιζομένη παρά τω Υιώ της υπέρ της σωτηρίας και αποκαταστάσεως αυτής. Είναι η κραταιά και απροσμάχητος πρόσβασις της Ορθοδοξίας εις το κράτος του θείου ελέους και των οικτιρμών του ουρανίου Δομήτορος αυτής. Η αγάπη της Παρθένου αναλυομένη εν τη αγάπη του Υιού της διαφλέγει τα θεμέλια της Εκκλησίας, πυρπολεί την θεοχώρητον σάρκα της, αναχωνεύει αυτήν εν τω κρατήρι της χάριτος του θείου χριστολογικού μυστηρίου. Η Θεοτόκος Μαρία είναι τοσούτον συνδεδεμένη μετά της Ορθοδοξίας, ώστε δεν θα ήτο υπερβολή να ελέγομεν, ότι οιαδήποτε παραχάραξις του δόγματος Εκείνης θα επέφερε αυτόχρημα κατάρρευσιν συνόλου του πνευματικού οικοδομήματος της τελευταίας ταύτης. Tέλος το υπερφυές αξίωμα της Παρθένου ενέχει και μεγίστην εσχατολογικήν σημασίαν. Ως φυσική θυγάτηρ του Αδάμ η Παναγία υπέκυψεν εις τον θάνατον, καθολικόν της φύσεως νόμον, ρυέντα από της αμαρτίας του Αδάμ. Ενώ δε τους φυσικούς νόμους υπερέβη εν τω αχράντω τόκω αυτής, ως προς τον θάνατον τας πατρικάς ευθύνας υπέρχεται. Κι΄ η μεν αγία αυτής ψυχή αποχωρίζεται δια του θανάτου του ακηράτου σώματος αυτής, όπερ και νομίμω ταφή παραδίδεται. Το πανακήρατον σώμα της Πανάγνου, το εκ γης συντεθέν, παλινοστεί και αύθις προς γην, ίνα, εν τάφω αποκείμενον, αποτινάξη την θνητότητα και ενδυθή την αφθαρσίαν. Ως γνωστόν όμως, η φυσική νέκρωσις και ο θάνατος, ως το κατ΄ εξοχήν κέντρον και το οψώνιον της αμαρτίας, κατεπόθησαν οριστικώς δια της ζωηφόρου εκ νεκρών Αναστάσεως του ανάρχου Λόγου της ζωής. Δια της Αναστάσεως του Κυρίου κατεπόθη εις τέλος ο Άδης, εσυλήθη το Κράτος της φθοράς, απεγυμνώθη το ειδεχθές βασίλειον του θανάτου. Αν όμως ο θάνατος κατεπόθη γενικώς δι΄ όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, τούτο ισχύει κατ΄ εξοχήν δια το λελυτρωμένον σώμα των Αγίων του, των οποίων ο θάνατος αποτελεί καλλίστην εκδημίαν, ήτις την προς Θεόν ενδημίαν χαρίζεται. Υπέρ πάντα όμως άλλον, ο θάνατος της ζωαρχικωτάτης Μητρός του Θεού υπερβαίνει πάσαν έννοιαν θανάτου, είναι θάνατος ζωηφόρος, αρχή δευτέρας αιωνίας υπάρξεως, ενδημία προς Θεόν, κοίμησις, θεία μετάστασις. Η Υπεραγία Θεοτόκος, η πλατυτέρα των ουρανών και ο απαστράπτων χερουβικός θρόνος, η αξιόθεος Μήτηρ του Βασιλέως και η κεχαριτωμένη Κόρη της Βασιλείας, έχει τι το περισσόν εν αναφορά προς όλους τους άλλους Αγίους. Ενώ δηλαδή δια του θανάτου αι ψυχαί των Αγίων, αποχωριζόμεναι των οικείων σωμάτων, ίπτανται εις τα φωτεινά σκηνώματα του ουρανού (εν τη μέση καταστάσει των ψυχών) προγευόμεναι της θείας μακαριότητος των ουρανών και μεσιτεύουσαι παρά τω Κυρίω υπέρ των επί γης στρατευομένων αδελφών αυτών, τα δε σώματά των φθείρονται εν τω τάφω άχρι της κοινής αναστάσεως, ότε ένδοξα και αφθαρτοποιημένα θα ενωθούν και πάλιν μετά των οικείων ψυχών, ο θάνατος της Υπερευλογημένης Μητρός του Θεού, σημαίνει καθολικήν μετάστασιν αυτής εις τους ουρανούς. Η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου αποτελεί παράδοσιν βαθύτατα ερριζωμένην εν τη συνειδήσει της Ορθοδοξίας. Σημαίνει δ΄ η Μετάστασις δύο τινα· ένθεν μεν την ανάστασιν του σώματος της Παρθένου και την συνέσωσιν αυτού μετά της οικείας ψυχής, μεθ΄ ο η πανάχραντος Μήτηρ ανελήφθη τελειωτικώς εις τους ουρανούς, εισδύσασα εις την άφθιτον δόξαν της Βασιλείας· ένθεν δε την αφαρπαγήν του σώματος της Απειρογάμου εκ του μνημείου της φθοράς εις τους ουρανούς. Πιθανωτέρα φαίνεται η πρώτη εκδοχή. Η ανάστασις της Παρθένου, ακολουθούσα εις την ζωοφόρον Ανάστασιν του Χριστού, πρόκειται ως φωτοειδής και λαμπροτάτη απαρχή της δια της Αναστάσεως του Κυρίου εγκαθιδρυθείσης αφθαρσίας και θεώσεως της φύσεως. Προ της καθολικής αναστάσεως, η ανάστασις της Παρθένου, προοιμιάζουσα την επί τω τέλει των αιώνων γενικήν εκείνην ανάστασιν, πληροί τα φωτοειδή σκηνώματα της Βασιλείας. Η γη ενυπάρχει εις τον ουρανόν, ο χρόνος μεταπτίπτει εις την αιωνιότητα, η αφθαρσία πληροί το κτιστόν και πεπερασμένον. Η εσχατολογία βιούται εν προλήψει εν τη θεοχωρήτω υποστάσει της Ευλογημένης. Η Μετάστασις της Παρθένου αποτελεί ειδικόν προνόμιον αυτής, οφειλόμενον εις το άφθιτον χριστολογικόν μεγαλείον της. Ωραιότατα περιγράφει τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Ταύτην δε την αληθώς παμμακάριστον, τω του Θεού λόγω την ακοήν υποκλίνασαν και της ενεργείας πλησθείσαν του Πνεύματος και δι΄ αρχαγγέλου την πατρικήν ευδοκίαν εγκυμονήσασαν και ηδονής πάρεξ και συναφείας (ανδρός) συνειληφυίαν του Θεού Λόγου την πάντα πληρούσαν υπόστασιν, και προσφυώς ωδίνων άνευ γεννήσασαν, και όλην Θεώ ενωθείσαν, πως καταπίη ο θάνατος; Πως ο άδης εισδέξεται; Πως διαφθορά του ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Αλλότρια ταύτα, και πάντη ξένα της θεοφόρου ψυχής τε και σώματος» 3. Ως ήδη ετονίσθη, η Μετάστασις της Θεοτόκου αποτελεί πίστιν βαθύτατα ερριζωμένην εν τη ορθοδόξω παραδόσει, βιουμένην δε εν τη λατρεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Η Μετάστασις της Παρθένου εορτάζεται εν συναφεία και εν συνεχεία προς την Κοίμησιν αυτής. Η Κοίμησις οδηγεί εις την μετάστασιν της Μητρός της Ζωής. Ο τάφος δεν δύναται να κρατήση εις την σκοτεινότητα αυτού το πανακήρατον σώμα της Πανάγνου. Κοίμησις και μετάστασις συνθέτουν την αλήθειαν του Χριστολογικού θαύματος της Παρθένου. Η κοίμησις μεν ως όφλημα του καθολικού νόμου της φύσεως, ως ανάδειξις της ιστορικής συνεχείας και πραγματικότητος της Απειρογάμου. Η μετάστασις δε ως σημείον του αφθάρτου θαύματος, ως κατακλείς των χαρίτων της Απειρογάμου. Φύσις και υπέρφυσις, αθανασία και θάνατος, φθορά (ουχί διαφθορά) και αφθαρσία, φως φυσικόν και φως επουράνιον, το διάδημα της δόξης επί της τετελειωμένης φύσεως, σφραγίζουν την θεοχώρητον υπόστασιν της Παρθένου, επί της οποίας ο Υιός εγκολάπτει ανεξιτήλως την σωτήριον σφραγίδα του. Ενώ όμως, η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου γίνεται αποδεκτή εις το μέγιστον μέρος της Ορθοδοξίας (Σλαβικήν Ορθοδοξίαν) εν τη ορθοδόξω ελλαδική θεολογία παρατηρούνται σχετικώς διχογνωμίαι. Ελλείψει μαρτυριών περί της Μεταστάσεως της Παρθένου εν τη αρχαία αποστολική και εκκλησιαστική παραδόσει, αύτη καθίσταται ύποπτος ή και απορρίπτεται υπό πλειάδος ελλήνων ορθοδόξων θεολόγων. Δεν είναι του παρόντος βεβαίως να υπεισέλθωμεν εις λεπτομερή εξέτασιν των αμφιλογιών και αντιρρήσεων. Εκείνο το οποίον εκπλήσσει ημάς εν προκειμένω είναι η διάστασις της θεολογίας (θεολόγων μάλλον) προς την λατρείαν και την ευσέβειαν της Εκκλησίας. Δηλαδή ο Χριστιανός ως πιστός μεν θα εορτάζη την Κοίμησιν – Μετάστασιν της Θεοτόκου, ως θεολόγος δε ο αυτός θα έχη ενδεχομένως αντιρρήσεις και επιφυλάξεις! Είναι δε ενδεχόμενον η διάστασις αύτη να οδηγήση και εις κρίσιν συνειδήσεως, εις την ιδέαν ότι η Εκκλησία πανηγυρίζουσα την μεγίστην θεομητορικήν εορτήν αυτής κατά βάθος δογματικώς πλανάται! Βεβαίως δεν δυνάμεθα να παραθεωρήσωμεν την εκ της πολιάς αρχαιότητος έλλειψιν επαρκών μαρτυριών ως προς το υπό συζήτησιν θέμα· αλλ΄ ούτε και δυνάμεθα να παραβλέψωμεν πλήθος άλλων, μεταγενεστέρων έστω, μαρτυριών εκ της Πατερικής γραμματείας, σχετικών προς το περιμάχητον θέμα. Ούτε είναι κατά πάντα ορθόν να χωρίζωμεν τους Πατέρας εις αρχαίους και μη, πρωτεύοντας και επουσιώδεις, αντιστοίχως δε να διακρίνωμεν και την ορθόδοξον παράδοσιν! Η μαρτυρία τουλάχιστον Ιωάννου του Δαμασκηνού δέον οπωσδήποτε να καθιστά ημάς προσεκτικωτέρους. Ομοίως και το επιχείρημα ότι πολλά εν τοις ύμνοις, «ποιητική αδεία» λεγόμενα, δεν δύνανται να στηρίξουν το ορθόδοξον δόγμα, συνεπώς δε ούτε και την Μετάστασιν της Θεοτόκου, δεν νομίζομεν ότι είναι πάντοτε ισχυρόν, ιδία εις περιπτώσεις ένθα οι ύμνοι εκφράζουν βαθυτάτην λατρευτικήν και δογματικήν παράδοσιν της Εκκλησίας, ως τούτο συμβαἰνει εν προκειμένω. Το να χαρακτηρίζωμεν δε τους ύμνους άλλοτε μεν ως στηρίζοντας το ορθόδοξον δόγμα, άλλοτε δε ως μη στηρίζοντας αυτό, ασφαλώς δεν είναι πράγμα σοβαρόν. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι εις τους ύμνους δεν έχομεν δογματικάς ασαφείας και κενά. Το να μεταποιώμεν όμως αυτούς εις Προκρούστειον κλίνην, δια να καλύπτωμεν δι΄ αυτών τας ιδικάς μας εκάστοτε προτιμήσεις, τούτο ασφαλώς δεν είναι επιτρεπτόν. Το θεολογικόν αισθητήριον εν προκειμένω πρέπει να είναι νηφάλιον, να εξετάζη δε τα πράγματα εν τω γενικωτέρω πλαισίω της ορθοδόξου ευσεβείας και παραδόσεως. Προσωπικώς δεν νομίζομεν, ότι η πίστις εις την Μετάστασιν της Θεοτόκου απάδει προς το ορθόδοξον δόγμα. Ούτως αν λάβωμεν την μετάστασιν εν τη εννοία της μεταθέσεως του σεπτού σκήνους της Θεομήτορος, ουδέν το άπορον, τοσούτω μάλλον όσω ολικαί μεταθέσεις δικαίων (σώματος και ψυχής άνευ μεσολαβήσεως του θανάτου) μνημονεύονται ήδη εν τη Π. Διαθήκη (Ενώχ, Ηλία), ως τις αμοιβή δια την δικαιοσύνην και θεάρεστον βιοτήν αυτών. Αν δε νοήσωμεν ταύτην ως ζωηφόρον εκ νεκρών εξανάστασιν της Παρθένου (κατά το πρότυπον του Υιού της), πάλιν ουδέν το άπορον, πρώτον διότι η εκ νεκρών εξανάστασις θα είναι ο, δυνάμει του σωτηρίου έργου του Χριστού, καθολικός κλήρος πάντων ανεξαιρέτως των τεθνεώτων άμα τη Δευτέρα επί γης επιφανεία του Κυρίου4, δεύτερον δε οι ζώντες κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν ουδόλως καν θα αποθάνουν, αλλά μεταλλαγέντες δια της δυνάμεως του Παναγίου Πνεύματος θα απαντήσουν εις τον αέρα τον Κύριον5 και μετά την κρίσιν θα εισέλθουν εις την χαράν και την λαμπρότητα του ουρανού.Το γεγονός επομένως της μεταστάσεως καθ΄ εαυτό ουδεμίαν δυσχέρειαν δογματικήν παρουσιάζει. Μόνον εξ επόψεως χρονικής η ιδέα της μεταστάσεως δημιουργεί πως δυσκολίας. Ούτω δια της Μεταστάσεως η Παρθένος, υπερβαίνουσα την μέσην κατάστασιν των ψυχών, εις ην αύται εισέρχονται μετά θάνατον, φαίνεται οιονεί αποκοπτομένη του κοινού σώματος των πιστευόντων και αποχωριζομένη της Εκκλησίας. Αλλά και η δυσκολία αύτη δεν νομίζομεν, ότι είναι ανυπέρβλητος. Δια της Μεταστάσεως όχι μόνον δεν χωρίζεται της Εκκλησίας η Θεοτόκος, αλλά τουναντίον εν αυτή, ως τη κυριωτάτη εκπροσώπω αυτής, η Εκκλησία εκτείνεται πλήρως εν τη Βασιλεία των ουρανών, φαιδρύνεται και αναλάμπει εν τη πληρεστάτη δόξη της μυστικής και αοράτου αυτής κεφαλής, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Μετάστασις ου μόνον δεν καταπατεί το περί μέσης καταστάσεως των ψυχών δόγμα της Εκκλησίας, αλλά τουναντίον ενδυναμοί και εξαίρει αυτό, προβάλλουσα ανάγλυφον την πλήρη μακαριότητα και δόξαν και την οριστικήν τελείωσιν εις ην αποβλέπουν αι εν τη μέση καταστάσει ευρισκόμεναι ψυχαί των δικαίων και αγίων. Ασφαλώς δε το γεγονός τούτο – εκ του οποίου δέον να απαλειφθή παντελώς πάσα έννοια τοπικού και πνευματικού αποχωρισμού – θα πληροί τας ψυχάς των δικαίων αφάτου αγαλλιάσεως και χαράς και θα επιτείνη επί μάλλον τον αίνον και την δοξολογίαν του Θεανθρώπου Λυτρωτού, όστις δια του σωτηρίου έργου αυτού και της απείρου χάριτός του τοιαύτης τιμής ηξίωσε την παναγίαν Μητέρα αυτού και συν αυτή ολόκληρον το σώμα των δεδικαιωμένων! Και πάλιν επαναλαμβάνομεν, το προνόμιον τούτο της Παρθένου οφείλεται εις την περίοπτον θέσιν αυτής εν τω όλω σωτηρίω έργω του Υιού της. Εφ΄ όσον εν τη ανθρωπίνη φύσει του Χριστού ρέει το άγιον αίμα της Παρθένου, εφ΄ όσον εξ αυτής ελήφθη το άφθορον σώμα του Χριστού, το αείποτε συνηνωμένον μετά της απείρου Θεότητος του Λόγου, το σώμα το τεθεωμένον και ένδοξον, το αδιστάκτως εισελθόν εις το κράτος της μακαρίας δόξης της Τριάδος, τι το παράδοξον, αν και η Μήτηρ, η δούσα το σώμα τούτο, η Μήτηρ η ευκλεής και πάνσεπτος, υψώθη κατά χάριν ήδη από του παρόντος αιώνος εις την άπειρον λαμπρότητα και δόξαν του Υιού της; Τι το παράδοξον, αν ο Υιός εκάλεσε παρ΄ εαυτώ μετά θάνατον την υπόστασιν της κυησάσης αυτόν Μητρός; Μήπως η κλήσις αύτη, ως έγχρονος πρόληψις του εσχατολογικού κλήρου πάντων των δεδικαιωμένων, δεν είναι έργον της σωστικής και αγιαστικής δυνάμεως του Δεσπότου; Η εξαίρεσις αύτη της Παρθένου, οφειλομένη ασφαλώς εις την εξαίρετον θέσιν αυτής εν τη σωτηρίω οικονομία του Λόγου, ου μόνον δεν καταργεί τον κανόνα (μερικής κρίσεως και ανταποδόσεως), αλλ΄ επί μάλλον στερεοί και εξαίρει αυτόν. Διότι πρόκειται περί εξαιρέσεως αφορώσης αποκλειστικώς και μόνον εις την Μητέρα του παναγίου Λόγου του Θεού! Και ταύτα μεν εν γενικαίς γραμμαίς τα πορίσματα του μετά χείρας μελετήματος ημών. Το δόγμα της Θεοτόκου συνέχει και πληροί σύνολον την ζωήν και την υπόστασιν της Ορθοδοξίας. Προς την μορφήν της σεπτής Θεομήτορος ανέρχεται αύτη δια του δόγματος και της πίστεως αυτής, δια της μυστηριακής της διαισθήσεως, της λατρείας και της πνευματικότητος αυτής. Προ των φωτοειδών πυλώνων της Παρθένου κρούει αύτη την Πύλην της Βασιλείας. Εν τη χάριτι αυτής πληρούται χαρίτων και θείων δωρεών και ευλογιών. Εν τω θαύματι της Παρθένου βλέπει το θαύμα της ενσάρκου οικονομίας του Θεού, βλέπει το ιδικόν της θαύμα, την θείαν μεταμόρφωσιν και θέωσιν αυτής. Εν τη Μητρί του Θεού βλέπει την ιδικήν της Μητέρα, την χαράν και παρρησίαν αυτής, το καύχημα και το αγλάϊσμά της. Βλέπει την κραταιάν προστασίαν και την ακοίμητον βοήθειαν αυτής. Βλέπει την Δέσποιναν της Βασιλείας και την σεμνήν Οικονόμον της σωτηρίου Χάριτος του Χριστού. Δια τούτο η Ορθοδοξία μεγάλως τιμά την Μητέρα της, διότι μεγάλως τιμά τον Σωτήρα και πλαστουργόν της. Γεραίρει και ανυμνεί την Προστάτιν της, διότι γεραίρει και ανυμνεί τον ανερμήνευτον Τόκον της. Το δόγμα της Θεομήτορος διαφυλάττει και σκέπει ως κόρην οφθαλμού, διότι εν τω δόγματι τούτω συνοψίζεται η θεοϋπόστατος πνευματικότης και πίστις της. Οιαδήποτε παραχάραξις του δόγματος τούτου συνεπιφέρει παραχάραξιν συνόλου του δογματικού συστήματος αυτής, ιδία της χριστολογίας και σωτηρολογίας της. Η Ορθοδοξία βιοί εν μυστηρίω την Θεοτόκον της, ζη εν τω αδύτω της καρδίας της το άφραστον θαύμα και τα ανεξιχνίαστα μεγαλεία της. Η δόξα της την επισκιάζει, η χάρις της την συνέχει, το μεγαλείον της την συμπνίγει, το θαύμα της την αναφλέγει. Η Θεοτόκος ευλογεί και αγιάζει την Ορθοδοξίαν, διότι η Ορθοδοξία είναι η αμόλυντος και απαράφθορος σάρξ του ανεκφράστου Τόκου της!

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμὸ νόθευση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας

Ὁ Οἰκουμενισμός, ἐκκινώντας ἀπὸ προσπάθειες προσεγγίσεως τῶν «χριστιανῶν» σὲ πρακτικὰ θέματα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἐξελίχθηκε σὲ προσπάθεια ἐξωτερικῆς συγκολλήσεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς λοιπὲς «ὁμολογίες», χωρὶς τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνες τῆς μόνης ἀναλλοίωτης καὶ παραδοσιακῆς, τῆς ὀρθόδοξης, διδασκαλίας, ἀλλὰ μέσῳ ἐλαχιστοποιήσεως τῆς σημασίας («μινιμαλισμοῦ»), τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ παρερμηνείας τῶν ἱ. δογμάτων ἀπὸ ὅλες τὶς διαλεγόμενες πλευρές. Ἐκκινώντας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ οἱ αἱρετικοὶ (ἑτερόδοξοι ) ὀνομάστηκαν σὲ ἐπίσημα ὀρθόδοξα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα «Ἐκκλησίες» (τὸ 1903 καὶ κυρίως τὸ 1920), ἡ δογματικὴ παρέκκλιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μεταξὺ ἄλλων φοβερῶν πτώσεων ὁδήγησε σταδιακῶς στὴν ἀπὸ μέρους ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ θεολόγων (α) ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας μὲ τοὺς παπικούς («ἄρση τῶν ἀναθεμάτων») τὸ 1965, (β) μερικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἑτεροδόξων τελετῶν βαπτίσματος, εὐχαριστίας καὶ ἱερωσύνης («Κείμενον Β.Ε.Μ.», Λίμα τοῦ Περοῦ 1982, (γ) διαπίστωση δῆθεν χριστολογικῆς συμφωνίας μὲ τοὺς μονοφυσίτες-μονοθελῆτες (Β΄Κοινή Δήλωση, Chambésy 1990) - ἡ ὁποία σημαίνει τὴν ἀπόρριψη τῆς συμπαγοῦς ὀρθοδόξου χριστολογίας 15 αἰώνων, Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ πληθύος Ἁγίων Πατέρων, (ε) διαπίστωση ὅτι ὁ παπισμὸς εἶναι ὄχι αἵρεση, ἀλλὰ «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» μὲ ἔγκυρα μυστήρια (Κείμενον Balamand 1993) κ.ἄ. Χειρότερο ὅλων εἶναι (στ) τὸ ἐκκλησιολογικὸ κείμενο τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (Βραζιλία, 2006) · ἐκεῖ ἡ πλειονότης τῶν ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἀρνήθηκε ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὶς ὁποῖες ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἐκεῖνες τῆς «Μιᾶς» (δηλ. σὲ ἑνότητα πίστεως) καὶ τῆς «Καθολικῆς», ἐπειδὴ συμφώνησαν ὅτι κανένα μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία (§6) καὶ ὅτι εἶναι θεμιτὴ ἡ ὕπαρξη ποικιλίας δογμάτων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (§5). Αὐτὸ εἶναι ποὺ λίγο ἀργότερα οἱ οἰκουμενιστὲς ὀνόμασαν «ἑνότητα μέσα στὴ (δογματικὴ) διαφορετικότητα» , “unity in diversity”, ἔνα σύνθημα παρμένο ἀπὸ τὰ βουδιστικὰ κινήματα τῆς New Age, δηλαδὴ μιὰ «περιεκτικότητα» (“comprehensiveness”) ἀντίθετη μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ «ἀποκλειστικότητα» (“exclusiveness”). 

Στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστὲς ἔχουν ἐγγράφως δεσμευθεῖ νὰ μὴ καλοῦν τοὺς ἑτεροδόξους στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔτσι διαψεύδεται ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ συμμετοχή μας ἐκεῖ ἀποσκοπεῖ στὴν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας· ἀντιθέτως δέ, μὲ τὴν ἐπίσημη ἀποδοχὴ ἑτεροδόξων θέσεων, ἀποπροσανατολίζονται οἱ ἑτερόδοξοι ὡς πρὸς τὸ ἀληθινὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν.

Εις τα ζητήματα της πίστεως δεν χωρούν ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Αείποτε η Εκκλησία του Χριστού «δια τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς». Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν. Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός περιέπεσεν εις αιρέσεις, οπότε πρέπει να τας αποβάλη και κατόπιν να έλθη προς ένωσιν Δογματικήν και Εκκλησιαστικήν ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας πλανάται επί δέκα αιώνας. Και όχι μόνον δέκα αιώνας, αλλά πλανάται μεθ' όλων των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, και τα πάντα γίνονται άνω κάτω. Και κατά συνέπειαν πρέπει να διορθώσωμεν Ιερούς Κανόνας, να συμπληρώσωμεν το Σύμβολον της Πίστεως, να διασκευάσωμεν τα λειτουργικά μας βιβλία, να χρίσωμεν με ασβέστη τους τοιχογραφημένους αγίους Πατέρας μας και να καύσωμεν τας φορητάς εικόνας των, αφού επλανήθησαν και πλανούν και ημάς τόσους αιώνας. Πρέπει να παύσωμεν του λοιπού να λέγωμεν εις τας προσευχάς  μας «δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών». Πρέπει να κλαύσωμεν δια τα πλήθη των Ομολογητών, που εμαρτύρησαν ματαίως και προ του σχίσματος και μετά το σχίσμα. Και πρέπει να σβήσωμεν πλέον και την ιεράν κανδήλαν, που καίει ακοίμητα εις την είσοδον του Ναού του Πρωτάτου, επάνω εις τα άγια λείψανα των Αγιορειτών Πατέρων, που εμαρτύρησαν από τους Ενωτικούς του 13ουαιώνος, διότι δεν εδέχθησαν το μνημόσυνον του Πάπα. Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται. Εάν δεν είναι οι Λατίνοι αιρετικοί, πρέπει να καύσωμεν όλους τους αντιλατινικούς λόγους του Μ. Φωτίου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Καβάσιλα, Ιωσήφ Βρυεννίου, Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Γενναδίου του Σχολαρίου και τόσων ιερωτάτων θεολόγων μέχρι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ως και τας Συνοδικάς αποφάσεις. Τότε τι χρειάζονται το «Πηδάλιον», το «Ωρολόγιον», το «Τριώδιον»; Να τα ρίψωμεν εις το πυρ και να ομολογήσωμεν ότι επλανήθημεν!