Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος

Ἡ ψυχρότητα στὴν προσευχὴ ὀφείλεται εἴτε σὲ ψυχικὴ κόπωση εἴτε σὲ πνευματικὸ κορεσμὸ εἴτε σὲ σωματικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἀναπαύσεις εἴτε σὲ πάθη, ποὺ κυριεύουν τὴν ψυχή, προπαντὸς στὴν ἔπαρση. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐνάντια στὴν πνευματικὴ ζωή, μέσα στὴν ὁποία κεντρικὴ θέση κατέχει ἡ προσευχή. Ἔτσι, πρῶτα καὶ κύρια προκαλοῦν τὸ στέρεμα τῆς πηγῆς τῆς προσευχῆς μέσα μας. Αὐτό, ὅμως, μπορεῖ νὰ oφείλεται καὶ σὲ ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος, ποὺ συμβαίνει μὲ θεία παραχώρηση. Και να γιατί:Καὶ νὰ γιατί:Καὶ νὰ γιατί:

Ὅταν ἡ ψυχὴ μας φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν καρδιὰ μας ξεχύνεται ὁλόθερμη προσευχή, δὲν ἔχουμε παρὰ ἐλεητικὴ ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἐμεῖς ὅμως, ὅταν ἡ εὐλογημένη αὐτὴ κατάσταση παρατείνεται γιὰ πολύ, νομίζουμε ὅτι κατορθώσαμε κάτι σπουδαῖο μὲ τὸ δικό μας ἀγώνα καὶ κυριευόμαστε ἀπὸ τὴν κενοδοξία.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ -- ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Πως εις εις την σωτήριον ταπεινοφροσύνην καταβησόμεθα, τον ολέθριον όγκον της υπερηφανείας καταλιπόντες; Εάν δια πάντων ασκώμεν το τοιούτο και μηδέν παρορώμεν ως ου παρά τούτο βλαβησόμενοι. Τοις γαρ επιτηδεύμασιν ομοιούται η ψυχή και, προς α πράττει, τυπούται και προς ταύτα σχηματίζεται. Έστω σοι και σχήμα, και ιμάτιον, και βάδισμα, και καθέδρα, και τροφής κατάστασις, και στρωμνής Παρασκευή, και οίκος, και τα εν οίκω σκεύη πάντα προς ευτέλειαν ησκημένα· και λόγος, και ωδή, και η του πλησίον έντευξις, και ταύτα προς μετριότητα μάλλον, ή προς όγκον οράτω. Μη μοι κόμπους εν λόγω σοφιστικούς, μηδέ εν ωδαίς ηδυφωνίας υπερβαλλούσας, μηδέ διαλέξεις υπερηφάνους και βαρείας· αλλ΄ εν άπασιν υφαίρει του μεγέθους· χρηστός προς τον φίλον, ήπιος προς τον οικέτην, ανεξίκακος προς τους θρασείς, φιλάνθρωπος προς τους ταπεινούς, παρηγορών κακουμένους, επισκεπτόμενος τους εν οδύναις, μηδένα καθ΄ άπαξ υπερορών, γλυκύς εν προσηγορία, φαιδρός εν αποκρίσει, δεξιός, ευπρόσιτος άπασι, μήτε σεαυτού διεξιών εγκώμια, μηδέ ετέρους λέγειν παρασκευάζων, μηδέ λόγον άσεμνον αποδεχόμενος, επικαλύπτων όσα δυνατόν των σεαυτού πλεονεκτημάτων· επί δε τοις αμαρτήμασι κατηγορών σεαυτού και μη τους ετέρων ελέγχους αναμένων, ίνα γένη κατά τον δίκαιον τον εαυτού κατήγορον εν πρωτολογία, ίνα ης, κατά τον Ιώβ, ος ου διετράπη πολυοχλίαν πόλεως, επ΄ αυτών εξαγορεύσαι το ίδιον πταίσμα. Μη βαρύς εν επιτημήσεσι γίνου, μηδέ ταχέως, μηδέ εμπαθώς εξελέγχων (αύθαδες γαρ το τοιούτον), μηδέ επί μικροίς καταδικάζων, ως ακριβοδίκαιος αυτός υπάρχων.


Συ δε ου πλεονέκτης; Συ δε ουκ αποστερητής, α προς οικονομίαν εδέξω ταύτα ίδια σεαυτού ποιούμενος; Ή ο μεν ενδεδυμένον απογυμνών λωποδύτης ονομασθήσεται, ο δε τον γυμνόν μη ενδύων, δυνάμενος τούτο ποιείν, άλλης τινός έστι προσηγορίας άξιος; Του πεινώντός εστιν ο άρτος, ον συ κατέχεις· του γυμνητεύοντος το ιμάτιον, ο συ φυλάσσεις εν αποθήκαις· του ανυποδέτου το υπόδημα, ο παρά σοι κατασήπεται· του χρήζοντος το αργύριον, ο κατορύξας έχεις. Ώστε τοσούτους αδικείς, όσοις παρέχειν εδύνασο. «Είτε γαρ εσθίετε, φησίν, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε. Καθεζόμενος επί τραπάζης, προσεύχου· προσφερόμενος τον άρτον, τω δεδωκότι την χάριν αποπλήρου· οίνω το ασθενές του σώματος υπερείδων, μέμνησο του παρεχομένου σοι το δώρον εις ευφροσύνην καρδίας και παραμυθίαν αρρωστημάτων. Παρήλθεν η χρεία των βρωμάτων; Η μέντοι μνήμη του ευεργέτου μη παρερχέσθω. Τον χιτώνα ενδυόμενος, ευχαρίστει τω δεδωκότι· το ιμάτιον περιβαλλόμενος, αύξησον την εις Θεόν αγάπην, ος και χειμώνι και θέρει επιτήδεια ημίν σκεπάσματα εχαρίσατο, την τε ζωήν ημών συντηρούντα και το άσχημον περιστέλλοντα. Επληρώθη η ημέρα; Ευχαρίστει τω τον ήλιον μεν εις υπηρεσίαν των ημερινών έργων χαρισαμένω ημίν, πυρ δε παρασχομένω του φωτίζειν την νύκτα και ταις λοιπαίς χρείαις ταις κατά τον βίον υπηρετείν. Η νυξ άλλας υποθέσεις προσευχής προξενείτω. Όταν αναβλέψης εις τον ουρανόν, και προς τα των άστρων ενατενίσης κάλλη προσεύχου τω Δεσπότη των ορωμένων, και προσκύνει τον αριστοτέχνην των όλων Θεόν, ος εν σοφία τα πάντα εποίησεν. Όταν ίδης πάσαν φύσιν ζώων ύπνω κατεχομένην, πάλιν προσκύνει τον και ακουσίως ημάς δια του ύπνου της συνεχείας των πόνων λύοντα, και εκ μικράς αναπαύσεως πάλιν προς την ακμήν της δυνάμεως επανάγοντα.

Υπέρ αμαρτίας κλαίε. Αύτη αρρωστία ψυχής· αύτη θάνατός εστι της αθανάτου· αύτη πένθους αξία και οδυρμών ασιγήτων. Επί ταύτη παν δάκρυον ρέοι, και μη διαλείποι στεναγμός εκ βάθους καρδίας αναπεμπόμενος.

Τι αν γένοιτο της νόσου ταύτης (του φθόνου) ολεθριώτερον; Φθορά της ζωής, λύμη της φύσεως, έχθρα των παρά Θεού δεδομένων ημίν, εναντίωσις προς Θεόν. Τι τον αρχέκακον δαίμονα εις τον κατά ανθρώπων εξέμηνε πόλεμον; Ουχ ο φθόνος; Δι΄ ου και θεομάχος φανερώς απηλέγχθη, αχθόμενος μεν Θεώ επί τη μεγαλοδωρεά τη εις τον άνθρωπον, τον άνθρωπον δε αμυνόμενος, επειδή Θεόν ουκ ηδύνατο. Τα αυτά δε ταύτα ποιών και ο Κάϊν δείκνυται, ο πρώτος μαθητής του διαβόλου, και φθόνον και φόνον παρ΄ αυτού διδαχθείς, τας αδελφάς ανομίας, ας και Παύλος συνέζευξεν, ειπών· Μεστούς φθόνου, φόνου. Τι ουν ην ο εποίησεν; Είδε την παρά του Θεού τιμήν, και εξεκαύθη προς ζήλον, και ανείλε τον τιμηθέντα, ίνα καθάψηται του τιμήσαντος. Προς γαρ την θεομαχίαν αδυνατών, εις αδελφοκτονίαν μετέπεσε. Φύγωμεν, αδελφοί, νόσον θεομαχίας διδάσκαλον, ανδροφονίας μητέρα, σύγχυσιν φύσεως, οικειότητος άγνοιαν, συμφοράν αλογωτάτην.


Μέθη, ο αυθαίρετος δαίμων, εξ ηδονής ταις ψυχαίς εμβαλλόμενος, μέθη, κακίας μήτηρ, αρετής εναντίωσις, τον ανδρείον δειλόν αποδείκνυσι, τον σώφρονα ασελγή· δικαιοσύνην ουκ οίδε, φρόνησιν αναιρεί. Ώσπερ γαρ ύδωρ πολέμιόν εστι πυρί, ούτως αμετρία οίνου λογισμόν κατασβέννυσι. Διόπερ ώκνουν τι λέγειν κατά μέθης, ουχ ως περί μικρού τινος κακού ή παροφθήναι αξίου, αλλ΄ ως ουδέν όφελος παρεχομένου του λόγου. Ει γαρ ο μεθύων παραφρονεί και εσκότωται, εική ραψωδεί ο επιπλήττων τω μη ακούοντι.

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Το Νηπτικό Έλεος του Καλού Σαμαρείτη: του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

Ας αρχίσουμε από την γνωστή σε όλους παραβολή του καλού Σαμαρείτου (Λουκ. 10, 33-37).
Σε κάποιο σημείο του δρόμου από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, κάποιος άνθρωπος έγινε στόχος σκληρόκαρδων ληστών, οι οποίοι αφού τον λήστευσαν, τον άφησαν ημιθανή τυγχάνοντα, μισοπεθαμένο! Καταπληγωμένο και εμφανώς θανάσιμα κακοποιημένο.
Ο πρώτος περαστικός που έτυχε να ιδεί το τραγικό για τον συνάνθρωπό του αυτό γεγονός, ήταν ένας ιερέας. Τον είδε, ποιος ξέρει τι σκέφθηκε και συναισθάνθηκε. Πάντως τον είδε και αντιπαρήλθεν! Έφυγε. Τακτοποιημένος ίσως με τον εαυτό του, αφού η συνείδησή του δεν λειτούργησε ιερατικά, για να αντιμετωπίσει φιλάνθρωπα τον τραγικό αυτόν άνθρωπο!
Το ίδιο έκανε κι ένας ακόμα άνθρωπος, λευΐτης, υπηρέτης και λειτουργός του ναού του Θεού. Ελθών και ιδών αντιπαρήλθεν. Δηλαδή ο δεύτερος αυτός περαστικός άνθρωπος, μπροστά από τον μισοπεθαμένο συνάνθρωπό του, δεν πέρασε βιαστικός όπως ο ιερέας, αλλά πλησίασε, είδε την τραγική του κατάσταση και συνέχισε ήσυχος και αδιάφορος τον δρόμο του προς τον προορισμό του.
Αλλά αμέσως έφθασε κοντά στο τραγικό θύμα των ληστών ένας Σαμαρείτης. Ένας ξένος, από άλλη περιοχή, στην οποία οι Ιουδαίοι δεν ήταν συμπαθείς και αποδεκτοί, αφού τους χώριζαν θρησκευτικές διαφορές με τους Σαμαρείτες. Κι όμως αυτός ο ξένος και αλλόθρησκος, ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη! Τον λυπήθηκε, τον περιέθαλψε πρόχειρα και τον μετέφερε στο πιο κοντινό πανδοχείο. Φρόντισε να μη του λείψει τίποτε και πλήρωσε χρήματα για τη φιλοξενία του στο πανδοχείο.
Εάν ο Σαμαρείτης, ο ευεργέτης του Ιουδαίου ο οποίος κακοποιήθηκε θανάσιμα από ληστές συμπατριώτες του, έδειχνε την ίδια συμπεριφορά ασπλαγχνίας και ψυχρότητος που έδειξαν οι συμπατριώτες τού θύματος ιερείς, θα ήταν πλήρως δικαιολογημένος. Γιατί άραγε;
Όταν ο Ιησούς σε κάποια οδοιπορία του προχώρησε, πέρα από τα όρια της Ιουδαίας και μπήκε στην περιοχή της Σαμάρειας, κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας αυτής, κάθισε να ξεκουραστεί κοντά στο φρέαρ του Ιακώβ και να πιει νερό από την πηγή αυτή. Αλλά εκείνη την στιγμή είχε πλησιάσει την πηγή και μία γυναίκα Σαμαρείτιδα, για να αντλήσει νερό από το πηγάδι της πηγής αυτής. Έτσι ο Ιησούς, διψασμένος, ζητάει από τη γυναίκα αυτή να του δώσει νερό να πιει.
Αντί όμως ύδατος πηγαίου και δροσερού, η Σαμαρείτιδα εκείνη συμπεριφέρθηκε επιθετικά στον Ιουδαίο οδοιπόρο! Με περιφρονητικό ύφος του είπε:
- Πώς εσύ Ιουδαίος ζητάς από μια γυναίκα Σαμαρείτιδα νερό; Δεν ξέρεις ότι οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους;
Πράγματι μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών δεν υπήρχε καμία σχέση. Αντίθετα, ο ένας λαός περιφρονούσε και εχθρεύετο τον άλλο.
Η Σαμάρεια, η οποία παλαιότερα αποτελούσε το βόρειο Ισραηλιτικό κράτος, ήδη πολύ προ της εποχής του Χριστού είχε προσχωρήσει στην ειδωλολατρεία και είχε “εθνικώς” αλλοιωθεί από μεγάλες επιμιξίες με ξένους λαούς. Στην εποχή δε του Ιησού το όνομα Σαμαρείτης ισοδυναμούσε με ύβρη.
Ο Σαμαρείτης επομένως ο οποίος περνούσε μέσα από την Ιουδαία, ήταν δικαιολογημένα φορτισμένος με εμπάθεια και εχθρικά αισθήματα εναντίον των κατοίκων της. Αλλά ο Σαμαρείτης της παραβολής του Ιησού δεν είχε ούτε την ψυχολογία ούτε τα εχθρικά αισθήματα των συμπατριωτών του εναντίον των Ιουδαίων. Διαφορετικά θα αισθανόταν χαρά μπροστά στο τραγικό θέαμα του εμπεσόντος στους ληστές Ιουδαίου.
Ο Σαμαρείτης της παραβολής του Κυρίου εντυπωσιάζει για την καθαρότητα του νου του και της καρδίας του από παθογόνες – εχθρικές αντιστάσεις στο έλεος και την έκφραση της αγάπης. Ό,τι δεν έκαναν οι ιερείς της πατρίδος του τραγικού θύματος των ληστών το έκανε ένας εξ ορισμού εχθρός των Ιουδαίων.
Ήταν εξ ορισμού εχθρός όχι όμως από την φύση του και την καρδία του. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι ως ιερέας της αγάπης, τελετούργησε το μυστήριο του ελέους και της ευσπλαγχνίας στη θέση των εξ ορισμού ιερέων του Θεού!
Ο νους του καλού Σαμαρείτη, στην πράξη της αγάπης του, εκπέμπει πράγματι ανταύγειες φωτιστικές μιας εντελώς ευαγγελικής νήψεως. Επειδή χρειάζεται, αλήθεια, πολλή νήψη, φωτιστική διάκριση, για να υπερβεί κάποιος και να δαμάσει τραυματικά αισθήματα εχθρικών συμπεριφορών από φίλους και εχθρούς και να τα μεταποιήσει σε φίλτρο αγάπης και θυσίας για τους πρωταγωνιστές των τραυμάτων αυτών.
Ο Κύριος με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη εικονογράφησε και προσδιόρισε την οδό της νήψεως ως μέσο έκφρασης της αγάπης προς τους εχθρούς μας. Ο κορυφαίος λόγος του “αγαπάτε τους εχθρούς υμών”, στην πραγμάτωσή του προϋποθέτει νήψη πολλή. Νήψη φωτιστική και αναιρετική της κακίας.


Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμην επιτελούμεν του εξαισίου θαύματος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, γεγονότος εν τω πανσέπτω αυτής Ναώ των Μυρτιδίων εν τη νήσω των Κυθήρων, ότε τον παράλυτον ήγειρεν.

Τέρας νεουργόν ευλογώ της Παρθένου,
Έσφιγξε και γαρ νυν μέλη παρειμένα.

Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικών της Θεοτόκου ευρεθείσα εν Κυθήροις υπό τας εξής περιστάσεις: Εις ταύτην την νήσον, την κοινώς Τσιρίγον ονομαζομένην, υπήρχεν εις παλαιοτέραν εποχήν εις τόπος έρημος, Μυρτίδια καλούμενος, διότι ήτο πλήρης από μυρσίνας, τας κοινάς λεγομένας μυρτιάς, και μόνον προς βοσκήν των ζώων χρήσιμος. Εις αυτόν λοιπόν τον τόπον οδηγηθείς από μίαν θείαν οπτασίαν, την οποίαν είδε καθ΄ ύπνον, εις ευλαβής Χριστιανός, έχων πολλήν την ευλάβειαν προς την Κυρίαν Θεοτόκον, μετέβη εκεί και ιστάμενος παρετήρει του τόπου την αγριότητα· και ούτω παρατηρών, ήκουσε φωνήν αοράτως, η οποία του έλεγεν· «Εάν ερευνήσης εδώ πλησίον, θα εύρης την Εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ΄ ότου ήλθον και ευρίσκομαι εδώ, δια να δώσω εις τούτον τον τόπον την χάριν και βοήθειάν μου». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο ευλαβής εκείνος Χριστιανός, και στρεφόμενος ένθεν κακείθεν δια να ίδη ποίος του ωμίλησεν, ουδένα έβλεπεν· όθεν φοβηθείς εποίησε το σημείον του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, λέγων συγχρόνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι· και συ Κυρία μου και Δέσποινα, ήτις έχεις πολλήν την παρρησίαν προς τον Μονογενή Σου Υιόν, μη βραδύνης να φανερώσης εις εμέ, εάν είναι θέλημά σου, την σημασίαν της φωνής, την οποίαν ήκουσα». Και ταύτα ειπών προσευχόμενος, ήρχισεν είτα ερευνών εντός του δάσους δια να εύρη το ποθούμενον· και ούτως ερευνών μετά πόθου, βλέπει αίφνης εντός των κλάδων μιας μυρσίνης (μυρτιάς) μίαν εικόνα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας· ιδών δε ταύτην έλαβε μεγάλην ψυχικήν χαράν, και εγνώρισεν ότι η φωνή, την οποίαν ήκουσεν, ήτο της Υπεραγίας Θεοτόκου, και τον ωδήγησεν εκεί δια να εύρη την αγίαν Εικόνα Της. Πεσών λοιπόν ο ευλαβής και καλός εκείνος Χριστιανός προσεκύνησε μετά δακρύων και ευχαριστιών την θεομητορικήν αγίαν Εικόνα και μετ΄ ευλαβείας ησπάσθη αυτήν· ησθάνετο δε και πολλήν ευωδίαν θυμιαμάτων εις τον τόπον εκείνον. Επεδόθη όθεν μετά προθυμίας βοηθούμενος και από την θεομητορικήν δύναμιν εις το να κόπτη τα δένδρα και να καθαρίζη το μέρος εκείνο, κτίσας δε εκεί κατά το δυνατόν εις αυτόν μικρόν Ναόν της Θεοτόκου, έθεσεν εντός αυτού την ρηθείσαν αγίαν Εικόνα, την οποίαν επωνόμασε «ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΝ», επειδή εύρεν αυτήν εντός των μυρτιών· όθεν και ο τόπος εκείνος ονομάζεται Μυρτίδια δια την αφορμήν του παλαιού εκείνου δάσους των μυρτιών. Έκτισε δε ο καλός εκείνος Χριστιανός και μικρόν κελλίον πλησίον της Εκκλησίας, και γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εκεί, υπηρετών εις τον θείον της Θεοτόκου Ναόν και προσκυνών μετά πάσης ευλαβείας την αγίαν και θαυμασίαν Εικόνα Της· αποθανόντος δε αυτού, έμεινεν εκεί ύστερον εις ευλαβής Μοναχός, ονομαζόμενος Λεόντιος, όστις εμεγάλωσε τον Ναόν, κτίσας και κελλία πέριξ αυτού, και ούτω κατέστησεν εκεί τέλειον Μοναστήριον.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Εάν εις την πνευματικήν αυτήν ευωχίαν πρέπει να προσφέρω κι΄ εγώ κάτι ευφραντικόν, θα είπω εις τους καλούς δαιτρυμόνας δι΄ ολίγων, πόση ηδονή και χάρις υπάρχει εις τα συγγράμματα αυτά, δια να ερεθίσω την επιθυμίαν σας εις την ανάγνωσίν των. Όταν διαβάσω τα ηθικά του μεγάλου Γρηγορίου, αποτάσσομαι την σάρκα και τον κόσμον, μισώ τα πάθη και ασπάζομαι την κεκρυμμένην εν Χριστώ ζωήν των Μοναχών. Με τας εντολάς καθαρίζομαι, ποθώ να συμβιώσω με τας αρετάς και, ανυψούμενος προς τα τελειότερα, γίνομαι ναός του Θεού και κατοικητήριον του Πνεύματος. Όταν διαβάζω τα Νηπτικά, μυούμαι εις αυτά τα μυστικά όργια της ιεράς νήψεως και της ευκτικής αρετής και μαθαίνω την ολικήν επιστροφήν του νοός, προς τον εντός άνθρωπον, ως και την απλανή του νου κυκλικήν κίνησιν και ανάτασίν του προς το θείον. Και τότε εισέρχομαι εις τους όρους της αληθούς ησυχίας, κατά την οποίαν νοώ αυτός εμαυτόν, μάλλον δε δι΄ εμαυτού νοών τον Θεόν και πλησιάζων προς αυτόν, δια καρδιακής ευχής και συνεπτυγμένης και δι΄ εμπύρου κατανύξεως από την ευχήν γεννωμένης. Και μυσταγωγούμαι, ποία είναι η μονιμωτάτη καθαρότης του νου, ποία της καρδίας. Και όχι μόνον αυτά, αλλά διδάσομαι και τους λόγους της νοεράς αυτής επιστροφής εν τη καρδία, ως και τας θεωρητικάς αποδείξεις από την Γραφήν, από την φύσιν και από αυτήν την πείραν, δια την ορθότητα της εργασίας αυτής. Και εις τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πειθόμενος, καταγελώ ως ασόφους και αμυήτους τους αντιλέγοντας, είτε παλαιούς είτε συγχρόνους. Όταν πάλι εντύχω εις τα συγγράμματα, που πραγματεύονται περί της φυσικής θεολογίας και της ερμηνείας των Γραφών, ευρίσκω κάποιας νέας πρωτοτύπους ερμηνείας, συγκριτικώς με όσα έχουν ειπή παλαιότεροι Άγιοι, δια των οποίων, με την ερμηνευτικήν επεξεργασίαν, το γράμμα αποκτά απροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ο άγιος Πατήρ έσπασε τον φλοιόν των εξωτερικών εκφράσεων και απεκάλυψεν το μυστικόν κάλλος των λόγων της ενσωμάτου ή ασωμάτου  φύσεως, είτε των νοημάτων του Πνεύματος, το οποίον βλέπων εγώ, που ήτο κρυμμένον ωσάν το μαργαριτάρι μέσα εις το όστρακον, πληρούμαι από χαράν και γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, από βάθους σε βάθος βυθιζόμενος και από αβύσσου εις άβυσσον κατερχόμενος. Και δια να είπω όλην την αλήθειαν, ευρίσκω εις τα φυσικά και εις τας ερμηνείας του λόγους ασφαλείς και σπουδαίους και τετραγώνους· αυτόν τον μυελόν και το βάθος παντός εξεταζομένου θέματος εξακριβούμενον. Αλλά προκειμένου δια τα θαυμαστά θεολογικά και αντιρρητικά συγγράμματα του μεγάλου Γρηγορίου, ο λόγος μου αγαπά να πλησιάση, αλλά να προσπελάση εις αυτά ιλιγγιά ενώπιον του ύψους και του βάθους, του μήκους και του πλάτους των, που είναι αληθινά ανέκφραστα. Διότι όχι μόνον συνέλεξεν εις μίαν ενότητα όσα εγράφησαν σποράδην από τους άλλους θεολόγους Πατέρας, και απάνθισεν ό,τι θεολογικώτερον υπήρχεν, ο θεολογικώτατος εκείνος και όχι απλώς δυνάμει, αλλ΄ ενεργεία γενόμενος νους, λόγω της καθαρότητός του, αλλά και ό,τι εφαίνετο ως αμφιβόλου ορθοδοξίας ή ως επιλήψιμον εις τους κακοδόξους, «προς την ευσεβεστέραν διάνοιαν μεθηρμήνευσε θεοσόφως» και διέσωσεν ούτω το κύρος των θεολόγων Πατέρων. Πλην αυτών, ο θείος Γρηγόριος, προσέθεσεν όσα του απεκαλύφθησαν υπερφυώς «δια μακαρίου πάθους εν τω της υπεραγνώστου εκείνης αρπαγής καιρώ, κατά τον υπέρφωτον γνόφον». Όλα αυτά λοιπόν επεξειργάσθη και ενσωμάτωσεν εις μίαν ενότητα, ώστε να αποτελούν ένα πραγματικόν καλλίστευμα θεολογίας, ένα τέλειον οικοδόμημα, το οποίον προκαλεί όντως τον θαυμασμόν σε κάθε ακοήν και διάνοιαν.                                      
Ευγνωμονώ τον γλυκύτατον άγιον Πατέρα μας Νικόδημον τον Αγιορείτην, -- τον άλλοτε υπ΄ εμού κατά δύναμιν υμνηθέντα – που με την θεοσοφίαν του και το κύρος του μας ηρμήνευσε τον μεγάλον Γρηγόριον τον Παλαμάν και μας ανέπτυξε την σημασίαν της προβληθείσης δυναμικώς υπ΄ αυτού Πατερικής Θεολογίας, ως «των θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος».         
Ευγνωμονούμεν τον θεοειδή βυζαντινόν θεολόγον, «των μοναστών την καλλονήν», «της Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλον», τον «θαυματουργόν Γρηγόριον», το πανεύοσμον άνθος του «παραδείσου» της Θεοτόκου Μαρίας, του ιερού Άθωνος, αλλά πρώτα απ΄ όλους ευγνωμονούμεν τον Κύριον, που εχάρισεν εις την Εκκλησίαν Του την μυστικήν θεολογίαν, την οποίαν «δι΄ εαυτού εν πλαξί καρδίας (του θείου Γρηγορίου) απεγράψατο». Πράγματι, χάρις εις τον θεοφώτιστον Παλαμικόν νουν, εγνωρίσαμεν τους θησαυρούς του αγίου Πνεύματος, οίτινες υπάρχουν ως θείαι δωρεαί εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ως άκτιστος χάρις, ως θείον φως, ως ουσιώδεις ενέργειαι του Θεού και ως άμεσος κοινωνία με τον υπερούσιον ήλιον της δικαιοσύνης δια των μεθεκτών ακτίνων του. Πρέπει να κατανοώμεν κατά βάθος και εις τας εσχάτας συνεπείας του το ψυχρόν, αντιπαλαμικόν, αντορθόδοξον, και απάνθρωπον Actus Purus, δια να εκτιμήσωμεν κατ΄ αξίαν τον επανευαγγελισμόν προς την Εκκλησίαν των ακτίστων ενεργειών, της θεοποιού χάριτος, που μας εκόμισεν εκ Θεού υποφητικώς ο μέγας Πατήρ Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η Ορθοδοξία εάν αισθάνεται εαυτήν ως πλέουσαν μέσα εις το άκτιστον φως, δηλαδή μέσα εις την πραγματικήν αδιάλειπτον σχέσιν της μετά του Θεού, αυτό οφείλεται εις τας μετεχομένας ακτίστους ενεργείας Του, τας οποίας απεκάλυψεν ο θεοφόρος Γρηγόριος με τόσην ενάργειαν, δια της θεμελιώδους διακρίσεως της ουσίας του Θεού από τας ουσιώδεις ενεργείας του. Εκ τούτου δε συνάγεται οποίον «χάσμα εστήρικται» μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, αρνουμένου την «θεοπρεπή διάκρισιν» εν τω Θεώ και ούτω μη αποδεχομένου την πραγματικήν σχέσιν του Κτίστου με την λογικήν και άλογον κτίσιν. Το πόσον πτωχεύει το Actus Purus την ζωήν, το πόσον απομακρύνει τον Θεόν από τον άνθρωπον και πόσον βυθίζει εις απελπισίαν τα λογικά όντα, που δεν αισθάνονται επάνω των την ενεργούσαν Πατρικήν αγάπην, καταφαίνεται και μόνον από την ακοινωνησίαν του Θεού προς παν το κτιστόν, εις την οποίαν τον καταδικάζει. Ο Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων είναι τόσον απρόσιτος και αμέθεκτος, ώστε να θεωρήται ως τελείως αδιανόητος κάθε πραγματική επαφή του με τα πλάσματά του. Η εξώθησις του Θεού πέραν από πάσαν δυνατότητα ουσιώδους ενεργείας εις τον κόσμον, αναγκάζει τον Θεόν να χρησιμοποιή τας μη θείας, αλλά κτιστάς χάριτας «μακρόθεν».                                                         
Ενώ ο Ορθόδοξος αρκεί να θέλη να καταλαμφθή από τας θεοποιούς ακτίνας, που μονίμως εκπέμπει ο Θεός επί των καθαρών ψυχών, δια να ευρεθή μέσα στο άκτιστον φάος, τεθεωμένος ολόκληρος, ψυχή και σώματι· αντιθέτως ο αρνούμενος την θεοποιόν δωρεάν μένει ψυχρός, ως «υπό νόμον», ανέραστος και κατηφής, αισθανόμενος τον Θεόν του ως απόντα από την ζωήν του, καταδικασμένος να ζη μέσα σε φυσικούς όρους, εκτάκτως διασπωμένους, προκειμένου να του μεταφερθή η χάρις. Δύναται κανείς να αποτολμήση μίαν εικονικήν σύγκρισιν. Ο Θεός των Ορθοδόξων, ομοιάζει με πάμφωτον ήλιον, εις του οποίου το φως και τας ακτίνας αναπαύονται εν μακαριότητι οι ποικίλης δεκτικότητος πιστοί. Ο δε Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων, ομοιάζει με τον διαφαινόμενον δίσκον του μέσα από τα νέφη, όστις επειδή είναι, κατ΄ αυτούς, ουσία, ευρίσκεται έξω της κτίσεως και επομένως αφήνεται αφώτιστος η κτίσις. Και ακριβώς αυτό είναι μία αληθής τραγωδία, η οποία εφόβιζε τον θείον Παλαμάν· «Αν δε συ, λέγει, άρης το μεταξύ της αμεθέκτου ουσίας του Θεού και των μετεχόντων πιστών, (δηλαδή τας ακτίστους ενεργείας) ω πόση συμφορά, μας εχώρισες από τον Θεόν· εξετόπισες τας συνδεούσας τον Θεόν με τους πιστούς ακτίστους ενεργείας και ούτω εδημιούργησες «χάσμα μέγα και αδιάβατον», μεταξύ του Θεού, της δημιουργίας και προνοίας υπέρ των ανθρώπων». Ιδού η συνέπεια της απουσίας του Θεού από την ζωήν των πιστών. Δι΄ αυτό, μέσα στο πένθιμον κλίμα της ορφανίας, μέσα εις τον παγετόν εκ της απουσίας της θείας αγάπης, μέσα εις την αίσθησιν, ότι ο Θεός ευρίσκεται έξω από την ζωήν, η Δύσις εχρειάσθη κάποιον «παράκλητον», δια να καλύψη το κενόν. Μήπως η καθιέρωσις του πάπα, -- εκ του οποίου απορρέει πάσα χάρις – δύναται να ερμηνευθή εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων; Και μήπως η Ορθόδοξος Ανατολή ουδέποτε εχρειάσθη ένα ανθρώπινον ον ως μεσάζοντα, επειδή ευρίσκεται εις αδιάλειπτον και άμεσον σχέσιν μετά του Θεού, δια των ακτίστων ακτίνων του, και «ως τέκνα φωτόμορφα της Εκκλησίας», ευρισκόμεθα εν αυταρκεία από την «θεόρρυτον χάριν», «λάμποντες, αστράπτοντες, ηλλοιωμένοι»; Και εντεύθεν καθιστάμεθα θεοί κατά χάριν και μέθεξιν, κατά τον ιεροψάλτην Δαβίδ· «εγώ είπα θεοί εστε και υιοί υψίστου πάντες…»; (Ψαλμ. πα΄ , β).

  Αθωνικά άνθη




Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Άγιοι Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται

Οι Άγιοι Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τους λατινόφρονας, τον τε βασιλέα Μιχαήλ και τον Πατριάρχην Βέκκον, επάνωθεν του Πύργου πυρί τελειούνται.

Ως πυρίκαυστοι θυσίαι τω Κυρίω,
Οι εικοσιέξ ωράθησαν εικότως.


Επειδή το Άγιον Όρος πάντοτε και ήτο και είναι ο πρόβολος και το στήριγμα της πασχούσης εν τη Ανατολή Εκκλησίας, δια τούτο οι Λατίνοι, ίνα καταστρέψωσι το θεμελιώδες τούτο στήριγμα της Ορθοδοξίας, εισεπήδησάν ποτε και εις αυτό, πείθοντες δια λόγων, εξαπατώντες δια χρημάτων και υποσχέσεων, και καταναγκάζοντες δια των απειλών και της τυραννικής μέχρι μαρτυρίου βίας, όπως αναγνωρισθή και εν τω Αγίω Όρει η εξουσία του Πάπα της Ρώμης. Πλην όμως ολίγοι τινές δειλοκάρδιοι επείθοντο εις τούτο· οι δε πλείονες αυτών επεσφράγισαν δια του ιδίου αίματος την εαυτών ομολογίαν, και δια της σταθερότητος αυτών εξήλεγξαν την ιερόσυλον του Πάπα οικειοποίησιν της εξουσίας και του πεπλασμένου ονόματος ως τοποτηρητού του Χριστού, όστις εις και μόνος και ήτο και είναι και θα είναι εις τους αιώνας, η κεφαλή της Αγίας αυτού Εκκλησίας. Ίνα δε παρεκκλίνωσι οι Μοναχοί του Αγίου Όρους εις τα της Ρώμης και του Πάπα σαθρά δόγματα, συνήργει δυστυχώς και ο τότε αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, και ο Πατριάρχης αυτής Ιωάννης Βέκκος. Ούτοι λοιπόν ήλθον εις το Άγιον Όρος μετά στρατιωτικής δυνάμεως, και αφού έπραξαν εκείνα τα οποία έπραξαν εις τας άλλας Μονάς, ήλθον τελευταίον και εις την Ιεράν Μονήν του Ζωγράφου, πυρ και μανίαν πνέοντες κατά των οικούντων αυτήν Μοναχών. Κατ΄ εκείνον δε τον φρικτόν και φοβερόν δια το Άγιον Όρος καιρόν, πλησίον της Μονής Ζωγράφου ηγωνίζετο κατά μόνας εις Μοναχός, έχων συνήθειαν ιεράν να αναγινώσκη πολλάκις καθ΄ εκάστην τον Ακάθιστον Ύμνον της Θεοτόκου ενώπιον της θείας Εικόνος αυτής. Εν μια λοιπόν των ημερών, ότε εις τα χείλη του Γέροντος αντηχούσεν ο Αρχαγγελικός ασπασμός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το «Χαίρε», ακούει αίφνης ο Γέρων εκ της αγίας αυτής Εικόνος τους εξής λόγους· «Χαίρε και συ, Γέρον του Θεού!»· ο δε Γέρων εγένετο έντρομος. «Μη φοβού», εξηκολούθησεν ησύχως η εκ της Εικόνος θεομητορική φωνή, «αλλ΄ απελθών ταχέως εις την Μονήν, ανάγγειλον εις τους αδελφούς και εις τον Καθηγούμενον ότι οι εχθροί εμού τε και του Υιού μου επλησίασαν. Όστις λοιπόν υπάρχει ασθενής τω πνεύματι, εν υπομονή ας κρυφθή, έως ότου παρέλθη ο πειρασμός· οι δε επιθυμούντες μαρτυρικούς στεφάνους ας παραμείνωσιν εν τη Μονή· άπελθε λοιπόν ταχέως». Υπακούσας ο Γέρων εις τε την φωνήν και την θέλησιν της Πανάγνου Δεσποίνης ημών, και καταλιπών την κέλλαν αυτού, έδραμεν όσον ηδύνατο ταχύτερον εις την Μονήν, ίνα παράσχη εις τους αδελφούς τρόπον και καιρόν να εμψυχωθώσι και να σκεφθώσιν ωρίμως έκαστος αυτών περί του προκειμένου κινδύνου· αλλά μόλις ο Γέρων έφθασεν εις την πύλην της Μονής, και ιδού βλέπει την εις το κελλίον αυτού αγίαν Εικόνα της Θεομήτορος, ενώπιον της οποίας ανεγίνωσκε προ ολίγου τον Ακάθιστον Ύμνον, και παρ΄ αυτής ήκουσε την ανωτέρω φωνήν, ισταμένην επί των πυλών της Μονής. Όθεν μετά κατανύξεως και ευλαβείας πεσών ενώπιον αυτής και προσκυνήσας έλαβεν αυτήν· και ούτω ομού με την αγίαν Εικόνα παρουσιάσθη προς τον Καθηγούμενον. Ακούσαντες δε οι αδελφοί τον επικείμενον κίνδυνον εταράχθησαν μεγάλως· και οι μεν ασθενέστεροι αυτών ταχέως εκρύβησαν εις τα όρη και σπήλαια· είκοσι δε και εξ Μοναχοί, μετά των οποίων και ο Καθηγούμενος, έμειναν εις την Μονήν και εισήλθον εντός του Πύργου, αναμένοντες τους εχθρούς αυτών και προσδοκώντες τους μαρτυρικούς στεφάνους. Μετ΄ ολίγον έφθασαν και οι Λατίνοι μετά των λατινοφρόνων, οίτινες κατ΄ αρχάς δι΄ όλης της δυνάμεως και της ρητορικής τέχνης των Δυτικών παρεκίνουν τους Μοναχούς, ίνα ανοίξωσιν εις αυτούς τας πύλας της Μονής και αναγνωρίσωσι τον Πάπαν κεφαλήν της οικουμενικής Εκκλησίας, υποσχόμενοι το έλεος αυτού του Πάπα και πλήθος χρυσίου· οι δε Μοναχοί ηρώτησαν από τον Πύργον τους Λατίνους, λέγοντες: «Και τις είπεν εις υμάς ότι ο ιδικός σας Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας; πόθεν η τοιαύτη παρ΄ υμίν διδασκαλία; 

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΝΔΟΣΤΡΕΦΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Διονύσιος Αρεοπαγίτης.


Ίσως να μη είναι ανωφελές να λεχθή, ότι κακώς απεδόθη εις τον άγιον Γρηγόριον η ενδοστρεφής προσευχή, και ότι κάκιστα συνεδέθησαν μετά του ονόματός του, ως «παλαμισμός», τα ειρωνικά παρωνύμια «ομφαλοσκοπία –ομφαλοψυχία». Ηγνόησαν οι τοιαύτα φρονήσαντες ορθολογισταί, ότι εις την Ορθόδοξον Θεολογίαν υφίσταται συνεχής εσωτερική ενότης. Τοιαύτη δ’ ενότης, οίαν οφείλομεν να ανακαλύπτωμεν πανταχού των επί μέρους ιερών κειμένων της Καινής Διαθήκης. Διότι το Πνεύμα το Άγιον, όπερ εσόφισε τους αμέσους μαθητάς του Κυρίου, αυτό το ίδιον Πνεύμα εφώτισε και τους Πατέρας. Η υφισταμένη ποικιλία εν τη διδασκαλία των Πατέρων ουδόλως αίρει την εσωτερικήν ταυτότητα αυτής. Διότι το Πνεύμα όχι μόνον «όπου θέλει πνει» αλλά και «όπως θέλει πνει», «λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Μόνον εφ’ όσον αναγνωρίζομεν το αλληλένδετον και το ομόφωνον της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, ως έκφανσιν του Αγίου Πνεύματος εν τη ανελίξει της ιστορίας, ευρισκόμεθα εντός των όρων της Ορθοδόξου πίστεως. Υπό το πνεύμα αυτό, αίρονται πάσαι αι φαινομενικαί αντιφάσεις, αίτινες παρατηρούνται μεταξύ των Πατέρων. Θεός φυλάξοι από την πλάνην να υποθέσωμεν, ότι, πέραν του ιδιάζοντος τονισμού εν τη διδασκαλία των Θεοφόρων Πατέρων, υφίσταται οιαδήποτε διαφωνία, ή ότι ο εις Πατήρ, ανατρέπει τον έτερον. Ο Θεός ημών «δεν είναι Θεός ακαταστασίας, αλλά Θεός τάξεως». O Παλαμάς, ως και οι προ αυτού άγιοι Πατέρες, τιμά ιδιαζόντως τον άγιον Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην. Πάντες σχεδόν οι Μυστικοί της Ανατολικής Εκκλησίας εστηρίχθησαν επί των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, τα οποία πραγματεύονται θέματα Μυστικά. Εν των θεμάτων είναι και το περί των «τριών τρόπων προσευχής». Δηλαδή της «ευθείας», «ελικοειδούς» και «κυκλικής». Εις μίαν επιστολήν του ο Παλαμάς προς Βαρλαάμ, αναπτύσσει περί των τριών τρόπων της προσευχής, συνιστών ως «απλανή» μόνον την «κυκλικήν». Ευθεία κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους από των έξωθεν αισθητών, ως από εικόνων τινών (πεποικιλμένων και πεπληθυσμένων) αναβιβάζηται εις την απλήν νοητήν αυτών θεωρίαν. Ελικοειδής δε κίνησις του νοός είναι, όταν ο νους ελλάμπηται τας θείας γνώσεις όχι όλως διόλου νοερώς και αμεταβάτως, αλλά συλλογιστικώς και μεταβατικώς και κατά τρόπον τινά, κινούμενος μεταξύ της κυκλικής και ευθείας. Περί δε της κυκλικής του νοός κινήσεως γράφει τα εξής, «ο των θεολόγων εξοχώτατος Διονύσιος»: «Ψυχής δε κίνησίς εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω, και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη». Ο θείος Παλαμάς, ποριζόμενος την μυστικήν γνώσιν εκ της ησυχαστικής του εμπειρίας και των εν τη ψυχή του θείων ελλάμψεων, χαρακτηρίζει την προς εαυτόν στροφήν του νου, ως «εαυτού τήρησιν». Είναι διάχυτος εις τα συγγράμματα των Πατέρων η διδασκαλία, ότι η μακαριότης των Πρωτοπλάστων συνίστατο εις την αδιάλειπτον θέαν ( μυστική άκτιστος ενέργεια) του Θεού. Η συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος συν τοις άλλοις, ήτο και η πλάνησις του νου επί την κτίσιν, και η αγάπη αυτής παρά τον κτίσαντα. Είναι πολύ ωραία τα εξής του αγίου Αυγουστίνου: «Η ανθρωπίνη καρδία εις τούτο έκτισται· όπως βλέπη τον εαυτής κτίστην. Αμαρτία εστίν αποστροφή του κτίστου και επιστροφή προς το κτίσμα. Μετάνοιά εστιν αποστροφή του κτίσματος και επιστροφή προς τον κτίστην». Ο άγιος Γρηγόριος παραδέχεται ότι, η προς τον Θεόν άνοδος του νοός ενεργείται δι’ «ευχής συνεπτυγμένης» -- δηλαδή δια του «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον ημάς» -- έστι δ’ ότε και διεξοδικωτέρας, το οποίον είναι και εργωδέστερον. Η αντίληψις αυτή απαντά εις όλους τους Πατέρας σχεδόν, «Κοινωνικούς» και «Μυστικούς», αλλά παρά τω Παλαμά, προκληθέντι υπό των αντιπάλων του, επανέρχεται μοναδικώς ανεπτυγμένη. Εκκινών, ως ανεφέραμεν, από της αρχής, καθ’ ην άπασαι αι δυνάμεις της ψυχής είναι εσκορπισμέναι δια των αισθητηρίων, ως κατάλοιπον του προπατορικού αμαρτήματος, διδάσκει ότι μόνον δια της προς εαυτόν στροφής του νου είναι δυνατή η προς Θεόν αναβίβασίς του. «Αν διακαρτερή τις, λέγει, εν τη του νου ταύτη συνελίξει και τη προς το θείον ανατάσει, βία ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας άγχον της οικείας, νοερώς πλησιάζει τω Θεώ και τυγχάνει των αρρήτων, και γεύεται του μέλλοντος αιώνος, και αισθήσει νοερά γινώσκει, ότι χρηστός ο Κύριος…». Η εργασία αυτή της ενδοστρεφούς κινήσεως, κατά την οποίαν ο νους γίνεται «τρισσός», ανευρίσκων τας εαυτού εσκορπισμένας εις τον κόσμον δυνάνεις, ίσως να μη είναι και τόσον δυσχερής. Διότι ο νους απαλλασσόμενος εκ των έξωθι περισπασμών και τηρών και τηρούμενος και ευχόμενος εν τη εαυτού τηρήσει, «ου λίαν ίσως δυσχερές». «Το δε μακρόν χρόνον εν ταύτη τη καταστάσει καρτερήσαι, τη γεννητική των απορρήτων, δυσχερέστατον ως μάλιστα». Τούτο οφείλεται, ως λέγει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, εις «το άγαν εστενωμένον της ευκτικής αρετής», του νοός αγαλλομένου εις μετεωρισμούς και ελευθέρας κινήσεις. Είναι τόσον επίπονος η δια μακρού χρόνου «συνέλιξις» του νου εις εαυτόν και η «μονολόγιστος» αυτή ευχή, ώστε είναι «πας πόνος άλλης αρετής, μικρός και φορητότατος συγκρινόμενος προς τούτον». Δια τούτο οι πλείστοι εργάται της νοεράς προσευχής, στενοχωρούμενοι από «το εστενωμένον της ευκτικής αρετής», αφήκαν την «ευχήν» και απέτυχον του πλατυσμού των χαρισμάτων. Ο άγιος Γρηγόριος διαβεβαιοί, ότι όσοι υπομένουν τον κάματον της καρδιακής ευχής τυγχάνουν θείων αντιλήψεων και αξιούνται υπερφυσικών αποκαλύψεων.

Η εποχή μας ίσως να μη είναι δεκτική διδασκαλίας μυστικής, περί καθάρσεως νοός και καρδίας και περί των επηγγελμένων υπό του Κυρίου υπέρ φύσιν δωρεών. Ως και αυτή η σύγχρονος Θεολογία πάσχει από κορεσμόν ορθολογιστικής επιστημοσύνης, μη δυναμένη, ως «ψυχική» να δεχθή τα «πνευματικά». Εν τούτοις υπάρχουν ψυχαί αδιάφθοροι από το πνεύμα της εποχής, το οποίον άγει εις την απώλειαν της «υπάρξεως», αι οποίαι επιποθούν τα «τελειώτερα» και την γνησίως ορθόδοξον πνευματικότητα, δια τας οποίας γράφομεν τα ανωτέρω. Ας ευχηθώμεν ότι θα εξαποστείλη εις τους καιρούς μας τους «περιπεζίους» άνδρας πνευματικούς, οι οποίοι θα καταγγείλουν την υποκρισίαν και κενότητα των συγχρόνων των και μας οδηγήσουν εις το μυστικόν ταμιείον της ψυχής, δια να εύρωμεν εαυτούς, την «ύπαρξίν» μας.