Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου
Νεομάρτυρος ΑΓΓΕΛΗ του εν Χίω αθλήσαντος εν έτει αωιγ΄ (1813).
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016
Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Γαβριήλ
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΓΑΒΡΙΗΛ
Επισκόπου μεν Γάνου και Χώρας το πρότερον, ύστερον δε εν Προύση μαρτυρήσαντος
κατά το αχνθ΄ (1659) έτος.
Γαβριήλ ο μακάριος ήτο Αρχιερεύς Γάνου και Χώρας κατά τον
καιρόν, κατά τον οποίον ο Άγιος Ιερομάρτυς Παρθένιος απήλθεν εις τας ουρανίους
σκηνάς με μαρτυρικόν θάνατον, ευρισκόμενος δε τότε εις την βασιλεύουσαν επέβη
εις τον θρόνον τον Πατριαρχικόν· μετ΄ ολίγον όμως, επειδή ήτο άπειρος
γραμμάτων, λαβών προεδρικώς την Προύσαν, επήγεν εκεί και ησύχαζεν εις τα ίδια.
Μετά παρέλευσιν όμως δύο ετών, επειδή εβάπτισεν Εβραίον τινά, όστις επίστευσεν
εις τον Χριστόν, οι εκεί ευρισκόμενοι Εβραίοι, ως χριστιανομάχοι, επήγαν εις
τον βεζύρην, ευρισκόμενον τότε με τον βασιλέα εις την Προύσαν, και κατηγόρησαν
ψευδώς τον Αρχιερέα, ότι εβάπτισε Τούρκον. Ο δε βεζύρης, παραστήσας έμπροσθέν
του τον Άγιον, του λέγει με μεγάλον θυμόν· «Επειδή ετόλμησες να βαπτίσης
Τούρκον είσαι άξιος θανάτου και πρέπει να κρεμασθής, εκτός εάν θέλης να
τουρκεύσης και ούτω να σου χαρίσωμεν την ζωήν και να σε αξιώσωμεν μεγάλης τιμής
και δόξης και να γίνης μέγας και πολύς εις όλον το βασίλειον». Ταύτα ακούσας
ανελπίστως ο αοίδιμος, χωρίς να δειλιάση παντελώς, απεκρίθη λέγων· «Εγώ μεν δεν
εβάπτισα Τούρκον και ψευδώς με κατηγορούν οι Εβραίοι από την κακίαν των, είναι
δε φανερόν τοις πάσι και σεις οι ίδιοι το γνωρίζετε πολύ καλά, ότι αυτό το
γένος των Εβραίων, από των παλαιοτάτων χρόνων μάς κατατρέχουν και καθώς
εθανάτωσαν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τοιουτοτρόπως, αν ήτο εις την
εξουσίαν των, θα εθανάτωναν και όλους ημάς τους Χριστιανούς, όθεν αδίκως πάσχω·
το δε να αφήσω την πίστιν μου και να γίνω Τούρκος δια να λυτρώσω την ζωήν, κατ΄
ουδένα τρόπον δεν θέλω κάμει ποτέ εις τον αιώνα, να αρνηθώ τον γλυκύτατόν μου
Ιησούν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, αλλ΄ είμαι έτοιμος να αποθάνω, όχι μίαν
φοράν, αλλ΄ εκατόν, αν είναι δυνατόν, δια το Όνομά Του το άγιον». Τότε ο βεζύρης
προσέταξε να τον φυλακίσωσι και να τον βασανίσωσι με διάφορα κολαστήρια, έως
ότου τον κάμουν και βιαίως να δεχθή την θρησκείαν των· αλλ΄ ο γενναίος του
Χριστού στρατιώτης έμεινεν ακατάπειστος και στερεός εις την πίστιν του Χριστού,
καίτοι οι ανηλεείς εκείνοι και ωμοί τύραννοι τον επαίδευον με πολλά και
πάνδεινα μαρτύρια, τα οποία υπέφερεν ο ευλογημένος με χαράν μεγάλην της ψυχής
του, δοξάζων τον Θεόν και παρακαλών να τον ενδυναμώση να υπομείνη και άλλα
περισσότερα δι΄ αγάπην του. Βλέποντες λοιπόν εκείνοι το αμετάθετον της γνώμης
του, το ανήγγειλαν εις τον βεζύρην και ούτω διέταξεν εκείνος να τον κρεμάσωσιν.
Όθεν παραλαβών τον Άγιον ο δήμιος, τον επήγεν εις τον τόπον της καταδίκης
χαίροντα και εκεί τον εκρέμασε, ούτω δε έλαβεν ο τρισμακάριος τον στέφανον του
Μαρτυρίου εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016
Ο Όσιος ΙΩΑΝΝΗΣ Επίσκοπος Κολωνίας, ο Ησυχαστής
Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΙΩΑΝΝΗΣ Επίσκοπος
Κολωνίας, ο Ησυχαστής, εν ειρήνη τελειούται.
Iωάννης
ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη κατά το τέταρτον έτος της βασιλείας Μαρκιανού
του ευσεβεστάτου βασιλέως, εν έτει υνδ΄ (454), εν Νικοπόλει της Αρμενίας εκ
γονέων Εγκρατίου και Ευφημίας καλουμένων. Μαθών δε τα ιερά γράμματα και αφού οι
γονείς του απέθανον, διένειμε την περιουσίαν του εις τους πτωχούς και έκτισε
Ναόν εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον, εις τον οποίον και ησύχαζεν ομού μετ΄ άλλων
δέκα Μοναχών. Επειδή λοιπόν έγινε περιβόητος κατά την αρετήν εχειροτονήθη
Επίσκοπος Κολωνίας. Αφ΄ ου δε εις διάστημα εννέα ετών συνέστησε τα πράγματα της
επαρχίας του και ετελείωσεν όσα ήσαν κατά τον σκοπόν του, διέπλευσε το προς τα
Ιεροσόλυμα μακρόν πέλαγος και φθάσας εις τους Αγίους Τόπους και προσκυνήσας
αυτούς, επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα. Εκεί εδέχθη αυτόν ο Άγιος
Σάββας, χωρίς να γνωρίση ποίος ήτο (διότι δεν τον απεκάλυψεν εις αυτόν ο Θεός)·
θέλων δε να δοκιμάση την υπακοήν και υπομονήν του, ετοποθέτησεν αυτόν εις το
ξενοδοχείον, ήτοι εις το νυν λεγόμενον Αρχονταρίκιον και έπειτα κατέταξεν αυτόν
εις το μαγειρείον. Επειδή δε και εις τα δύο ταύτα διακονήματα εφάνη ευδόκιμος,
δια τούτο προσέταξεν αυτόν να ησυχάζη εις αναχωρητικόν κελλίον κατά τας πέντε
ημέρας της εβδομάδος, χωρίς να είναι ορατός εις ουδένα και χωρίς να τρώγη κανέν
φαγητόν, ούτε να πίνη τίποτε· την δε Κυριακήν και το Σάββατον διώρισεν αυτόν να
παρευρίσκηται εις τας κοινάς Ακολουθίας, δια να συμψάλλη και να συντρώγη μετά
των άλλων αδελφών. Τούτον λοιπόν βλέπων ο μέγας Σάββας προκόπτοντα κατά Θεόν,
επήγε μετ΄ αυτού εις τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων, αγιώτατον Ηλίαν,
παρακαλών αυτόν να τιμήση τον Ιωάννην με το της Ιερωσύνης αξίωμα. Ο δε Ιωάννης
είπε προς τον Πατριάρχην· «Άφες ολίγον, ω Δέσποτα, διότι πρέπει πρώτον να
γνωρίσης τας πράξεις μου και τότε, αν είμαι άξιος της Ιερωσύνης, ποίησον κατά το
δοκούν». Όταν λοιπόν επήγαν κατ΄ ιδίαν, ερρίφθη ο Όσιος εις τους πόδας του
Πατριάρχου, ορκίζων αυτόν να μη φανερώση εκείνο το οποίον μέλλει να του είπη. Ο
δε Πατριάρχης συγκατένευσεν εις τούτο, νομίζων ότι θα ακούση άτοπόν τι έργον·
ακούσας δε ότι αυτός ήτο Επίσκοπος Κολωνίας, εξεπλάγη και είπε προς τον
μακάριον Σάββαν· «Μη ενοχλήσης πλέον τον άνθρωπον αυτόν περί Ιερωσύνης, διότι ο
Ιωάννης Πρεσβύτερος δεν γίνεται». Κατά το ογδοηκοστόν ένατον έτος της ηλικίας
του Ιωάννου, ετελεύτησεν ο Όσιος Σάββας. Ο Ιωάννης ελυπήθη σφόδρα, διότι δεν
ήτο παρών κατά τας τελευταίας στιγμάς του Αγίου, τον οποίον εθεώρει ως πατέρα
του και δεν ηδύνατο να παρηγορηθή, διότι απεχωρίσθη απ΄ αυτού. Ο δε Άγιος
Σάββας φανερωθείς εις αυτόν ενώ εκοιμάτο του είπε· «Μη λυπήσαι, Πάτερ Ιωάννη,
περί της εμής τελευτής· διότι, αν και εχωρίσθην από σου κατά την σάρκα, αλλά
κατά το πνεύμα θα είμαι πάντοτε μαζί σου». Του δε Ιωάννου ειπόντος όπως
παρακαλέση τον Κύριον, όπως προσλάβη και αυτόν, ο Όσιος Σάββας είπε· «Τούτο επί
του παρόντος δεν είναι δυνατόν, διότι μέλλει να έλθη σφοδρός πειρασμός εις την
Λαύραν και ο Θεός θέλει να είσαι σωματικώς μετά των αδελφών δια να τους
παρηγορής και να τους στηρίζης εις την πίστιν». Ταύτα ακούσας ο Ιωάννης εχάρη
τα μέγιστα, αλλ΄ ήρχισε να ανησυχή περί του πειρασμού, περί του οποίου ωμίλησεν
ο Άγιος Σάββας και ο οποίος εξεπληρώθη βραδύτερον, ότε επέδραμον οι βάρβαροι. Ούτος
ο Όσιος κατελήφθη ποτέ υπό της επιθυμίας να μάθη πως αποχωρίζεται η ψυχή εκ του
σώματος. Ενώ δε εδέετο του Θεού περί τούτου, εφέρθη δια της διανοίας εις την
Βηθλεέμ, και βλέπει εις τον νάρθηκα της εκεί Εκκλησίας έναν άνδρα ξένον, αγίαν
έχοντα μορφήν, κατακείμενον και ψυχορραγούντα, του οποίου την ψυχήν
παραλαβόντες Άγιοι Άγγελοι ωδήγησαν μετά θείας υμνωδίας και ευωδίας εις τους
ουρανούς. Θέλων δε να πεισθή περί της αληθείας της οράσεως ταύτης, μετέβη
αμέσως εις την Βηθλεέμ, εις την οποίαν και πράγματι εύρε το σώμα του ανθρώπου
τούτου, εις τον τόπον τον οποίον έδειξεν εις αυτόν ο Κύριος, έμαθε δε ότι
ετελεύτησε κατά την ώραν κατά την οποίαν είδε την όρασιν. Δύο μαθηταί του
Οσίου, Θεόδωρος και Ιωάννης καλούμενοι, διηγήθησαν ότι μετά την κοίμησιν του
Οσίου Σάββα απέστειλεν αυτούς ο Όσιος Ιωάννης εις την πέραν του Ιορδάνου πόλιν
Λιβιάδα. Διαβάται δε τινες είπον εις αυτούς, ότι εις την οδόν, δια της οποίας
επρόκειτο να διέλθωσιν, υπήρχε λέων. Αλλ΄ ούτοι, έχοντες πίστιν εις τας ευχάς
του Αββά αυτών Οσίου Ιωάννου, εβάδιζον ατάραχοι, όταν αίφνης επετέθη εναντίον
αυτών ο λέων, όστις επροξένησεν εις αυτούς μέγαν φόβον. Αλλ΄ ευθύς είδον τον
Όσιον Ιωάννην εν τω μέσω αυτών, αφαιρούντα απ΄ αυτών την δειλίαν και
ενθαρρύνοντα αυτούς. Τότε ο λέων, ως υπό μάστιγος πληγείς, έφυγεν, ούτοι δε
οδεύοντες αβλαβείς έφθασαν εις τον προορισμόν των. Όταν δε επέστρεψαν, προλαβών
ο Άγιος λέγει προς αυτούς· «Ίδετε πως ευρέθην μαζί σας εις την ανάγκην; Αλλά
και εδώ πολλά εδεήθην του Θεού υπέρ υμών και ιδού εποίησεν έλεος». Εις εκ των
μαθητών αυτού, ο Θεόδωρος, διηγήθη εις τον συγγραφέα του Βίου του Κύριλλον, ότι
πολλά έτη έτρωγε τροφήν αναμεμιγμένην με την στάκτην του θυμιατηρίου. Όταν δε
ημέραν τινά είδεν αυτόν ο Θεόδωρος να αναμιγνύη την στάκτην μρτά της τροφής,
ελυπήθη πάρα πολύ ο Όσιος, διότι ήθελε τον Θεόν μόνον μάρτυρα τούτου. Θέλων δε
ο Θεόδωρος να καταστείλη την λύπην αυτού, είπεν, ότι δεν είναι μόνος αυτός,
όστις πράττει τούτο και ότι πλείστοι Πατέρες της Λαύρας ποιούσι τούτο,
ακολουθούντες εις τον Προφητάνακτα λέγοντα· «ότι σποδόν (στάκτην) ωσεί άρτον
έφαγον» (Ψαλμ. ρα: 10). Γυνή τις εκ
Καππαδοκίας, καλουμένη Βασιλείνα, Διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας της
Κωνσταντινουπόλεως και ευλαβής σφόδρα, επεσκέφθη τους Αγίους Τόπους,
συνοδευομένη υπό του ανεψιού αυτής, όστις κατείχε διαπρεπή θέσιν εις το κράτος,
αλλ΄ ήτο βεβυθισμένος εις την αίρεσιν του μονοφυσίτου Σεβήρου. Η ευλαβής αυτή
γυνή ελυπείτο σφόδρα βλέπουσα αυτόν εις την πλάνην, ακούσασα δε περί της του
θεσπεσίου Ιωάννου χάριτος, επόθησεν όπως προσκυνήση αυτόν. Μαθούσα δε ότι δεν
επιτρέπεται εις γυναίκα να εισέλθη εις την Μεγίστην Λαύραν, παρεκάλεσε τον
μαθητήν αυτού Θεόδωρον, να οδηγήση τον ανεψιόν της εις τον άγιον Γέροντα,
πιστεύουσα, ότι δια των ευχών αυτού θα μεταβάλη ο Θεός την σκληροκαρδίαν του
και θα τον επαναφέρη εις την Ορθόδοξον Πίστιν. Ο Θεόδωρος, λαβών αυτόν, ήλθε
προς τον Γέροντα και κρούσας κατά την συνήθειαν την θυρίδα, ανέμενε να ανοίξη ο
Άγιος. Όταν δε ήνοιξε, έβαλον μετάνοιαν αμφότεροι και ο μαθητής είπεν·
«Ευλόγησον ημάς, Πάτερ». Ο Ιωάννης είπε τότε εις τον μαθητήν του· «Σε μεν
ευλογώ, ούτος όμως είναι ανευλόγητος». Ερωτήσαντος δε του Θεοδώρου την αιτίαν,
απήντησεν ο Όσιος, ότι δεν θα ευλογήση αυτόν, εάν δεν απαρνηθή την πλάνην
αυτού. Ο ανεψιός της Βασιλείνης, εκπλαγείς δια το διορατικόν χάρισμα του Αγίου,
απεκήρυξεν ευθύς την αίρεσιν. Η Βασιλείνα, μαθούσα τούτο, κατελήφθη από
ασυγκράτητον πόθον να ίδη τον Όσιον ενδεδυμένη ανδρικήν ενδυμασίαν. Επειδή όμως
απεκαλύφθη τούτο εις τον Άγιον, παρήγγειλεν εις αυτήν τα εξής· «Γνώριζε ότι και
αν έλθης, δεν θέλεις με ίδει· μη λοιπόν στενοχωρείσαι, αλλά μάλλον υπόμεινον
και θέλω έλθει εγώ προς σε καθ΄ ύπνον, όπου και αν ευρίσκεσαι και θέλω ακούσει
όσα μου είπης, όπως δε με φωτίση ο Θεός θέλω σου απαντήσει». Εμφανισθείς λοιπόν
ο Όσιος εις αυτήν κατά τον ύπνον είπε· «Ιδού λοιπόν ο Θεός με απέστειλε προς
σε, ειπέ μοι ό,τι σκέπτεσαι». Αύτη δε ειπούσα όσα επεθύμει, έλαβε την πρόσφορον
απάντησιν και ηυχαρίστησε τον Θεόν. Ότε δε ήλθεν ο μαθητής του Αγίου,
περιέγραψεν εις αυτόν το σχήμα και τον χαρακτήρα του Αγίου. Ταύτα λέγει ο
Κύριλλος έμαθε παρ΄ αυτής της Διακόνου Βασιλείνης.
Ούτος ο Όσιος οδοιπορών ποτε και κοπιάσας, ελιποθύμησε καθ΄ οδόν· προσευχηθείς δε, ηρπάγη εις τον αέρα μετέωρος και ευρέθη εις το κελλίον του, το οποίον απείχεν από τον τόπον εκείνον πέντε μίλια. Ελθόντες δε ποτε Πέρσαι εκρήμνισαν τα κελλία των Μοναχών, εις δε το κελλίον του Οσίου τούτου, αποπειραθέντες να πράξωσι το ίδιον, είδον αίφνης εκεί ένα λέοντα, ο οποίος εδίωξε τους βαρβάρους, το δε κελλίον του Οσίου αβλαβές διεφύλαξε. Το κελλίον, εις το οποίον ήτο εγκεκλεισμένος ο Άγιος Ιωάννης, ήτο επί βράχου λίαν υψηλού και λίαν αποκρήμνου, όστις ανεπλήρωνε τόπον τοίχου. Η δε πέτρα του κρημνού ήτο τόσον ξηρά και άνικμος, ώστε όχι μόνον δένδρον, αλλ΄ ούτε χόρτον ήτο δυνατόν να βλαστήση. Ημέραν δε τινα, λαβών ο Άγιος σπέρμα συκής, λέγει εις τους μαθητάς αυτού Θεόδωρον και Ιωάννην· «Ακούσατέ μου, τέκνα· εάν η του Θεού φιλανθρωπία χαρίση εις το σπέρμα τούτο και εις ταύτην την πέτραν δύναμιν προς καρποφορίαν, μάθετε ότι δωρεάν θέλει χαρίσει εις εμέ ο Θεός την Βασιλείαν των ουρανών». Τούτο δε ειπών έβαλεν εντός της πέτρας το σπέρμα. Ο δε Θεός, όστις την ράβδον του Ααρών, ξηράν ούσαν, ένευσεν ίνα βλαστήση και εξανθήση, ο αυτός εκέλευσεν ίνα βλαστήση και το σπέρμα τούτο εις την πέτραν ταύτην, ήτις ήτο άνευ χώματος και υγρασίας. Μετ΄ ολίγον δε εφύτρωσεν η συκή, ήτις ηυξήθη και έφθασε μέχρι της στέγης, την οποίαν και απεστέγασε, παρήγαγε δε μετά τινα χρόνον τρία σύκα, τα οποία λαβών ο Άγιος μετά δακρύων και καταφιλήσας έφαγε και έδωκε και εις τους μαθητάς αυτού ευχαριστών τον Θεόν. Ο Κύριλλος διηγείται ότι εισελθών εις το κελλίον του Αγίου, το οποίον ήνοιξαν οι μαθηταί του, ίνα υπηρετώσιν αυτόν κατά το βαθύ γήρας αυτού, είδε την συκήν ταύτην, ήτις υψούτο εκ της πέτρας, μη δυνάμενος δε να εννοήση πως αύτη ερριζώθη και ήνθησεν, εξήτασε μετά μεγάλης προσοχής αν υπήρχε ρήγμα εις την πέτραν, αλλ΄ ουδέν ανεκάλυψε. Ιδών ο Άγιος Ιωάννης το θαύμα αυτό, το οποίον ο Κύριος επετέλεσεν υπέρ αυτού, εννόησεν, ότι ήγγιζε το τέρμα του βίου του. Ευρίσκετο δε τότε εις το εκατοστόν τέταρτον έτος της ηλικίας αυτού. Κατά τας πληροφορίας τας οποίας έλαβεν ο Κύριλλος παρά του Αγίου Ιωάννου, εχειροτονήθη Επίσκοπος κατά το εικοστόν όγδοον έτος της ηλικίας του, εις την Επισκοπήν διετέλεσεν έτη δέκα, έμεινεν εις την Λαύραν το πρότερον έτη δώδεκα, εξ ων διηκόνησεν έτη εξ και ησύχασεν έτη εξ. Εν Ρουβά έμεινεν έτη εξ και μετά ταύτα τεσσαράκοντα οκτώ έτη έζησε άλλοτε μεν εις την Λαύραν και άλλοτε εγκεκλεισμένος εις το αναχωρητικόν κελλίον αυτού, ανήκον εις την αυτήν Λαύραν του Αγίου Σάββα. Προσθέτει δε ο Κύριλλος, ότι εις τοιαύτην ευρισκόμενος ηλικίαν ήτο φαιδρός το πρόσωπον, την ψυχήν προθυμότατος και θείας Χάριτος εμπεπλησμένος. Ούτω θεαρέστως έως τέλους πολιτευθείς απήλθε προς Κύριον ο τρισόλβιος.
Ούτος ο Όσιος οδοιπορών ποτε και κοπιάσας, ελιποθύμησε καθ΄ οδόν· προσευχηθείς δε, ηρπάγη εις τον αέρα μετέωρος και ευρέθη εις το κελλίον του, το οποίον απείχεν από τον τόπον εκείνον πέντε μίλια. Ελθόντες δε ποτε Πέρσαι εκρήμνισαν τα κελλία των Μοναχών, εις δε το κελλίον του Οσίου τούτου, αποπειραθέντες να πράξωσι το ίδιον, είδον αίφνης εκεί ένα λέοντα, ο οποίος εδίωξε τους βαρβάρους, το δε κελλίον του Οσίου αβλαβές διεφύλαξε. Το κελλίον, εις το οποίον ήτο εγκεκλεισμένος ο Άγιος Ιωάννης, ήτο επί βράχου λίαν υψηλού και λίαν αποκρήμνου, όστις ανεπλήρωνε τόπον τοίχου. Η δε πέτρα του κρημνού ήτο τόσον ξηρά και άνικμος, ώστε όχι μόνον δένδρον, αλλ΄ ούτε χόρτον ήτο δυνατόν να βλαστήση. Ημέραν δε τινα, λαβών ο Άγιος σπέρμα συκής, λέγει εις τους μαθητάς αυτού Θεόδωρον και Ιωάννην· «Ακούσατέ μου, τέκνα· εάν η του Θεού φιλανθρωπία χαρίση εις το σπέρμα τούτο και εις ταύτην την πέτραν δύναμιν προς καρποφορίαν, μάθετε ότι δωρεάν θέλει χαρίσει εις εμέ ο Θεός την Βασιλείαν των ουρανών». Τούτο δε ειπών έβαλεν εντός της πέτρας το σπέρμα. Ο δε Θεός, όστις την ράβδον του Ααρών, ξηράν ούσαν, ένευσεν ίνα βλαστήση και εξανθήση, ο αυτός εκέλευσεν ίνα βλαστήση και το σπέρμα τούτο εις την πέτραν ταύτην, ήτις ήτο άνευ χώματος και υγρασίας. Μετ΄ ολίγον δε εφύτρωσεν η συκή, ήτις ηυξήθη και έφθασε μέχρι της στέγης, την οποίαν και απεστέγασε, παρήγαγε δε μετά τινα χρόνον τρία σύκα, τα οποία λαβών ο Άγιος μετά δακρύων και καταφιλήσας έφαγε και έδωκε και εις τους μαθητάς αυτού ευχαριστών τον Θεόν. Ο Κύριλλος διηγείται ότι εισελθών εις το κελλίον του Αγίου, το οποίον ήνοιξαν οι μαθηταί του, ίνα υπηρετώσιν αυτόν κατά το βαθύ γήρας αυτού, είδε την συκήν ταύτην, ήτις υψούτο εκ της πέτρας, μη δυνάμενος δε να εννοήση πως αύτη ερριζώθη και ήνθησεν, εξήτασε μετά μεγάλης προσοχής αν υπήρχε ρήγμα εις την πέτραν, αλλ΄ ουδέν ανεκάλυψε. Ιδών ο Άγιος Ιωάννης το θαύμα αυτό, το οποίον ο Κύριος επετέλεσεν υπέρ αυτού, εννόησεν, ότι ήγγιζε το τέρμα του βίου του. Ευρίσκετο δε τότε εις το εκατοστόν τέταρτον έτος της ηλικίας αυτού. Κατά τας πληροφορίας τας οποίας έλαβεν ο Κύριλλος παρά του Αγίου Ιωάννου, εχειροτονήθη Επίσκοπος κατά το εικοστόν όγδοον έτος της ηλικίας του, εις την Επισκοπήν διετέλεσεν έτη δέκα, έμεινεν εις την Λαύραν το πρότερον έτη δώδεκα, εξ ων διηκόνησεν έτη εξ και ησύχασεν έτη εξ. Εν Ρουβά έμεινεν έτη εξ και μετά ταύτα τεσσαράκοντα οκτώ έτη έζησε άλλοτε μεν εις την Λαύραν και άλλοτε εγκεκλεισμένος εις το αναχωρητικόν κελλίον αυτού, ανήκον εις την αυτήν Λαύραν του Αγίου Σάββα. Προσθέτει δε ο Κύριλλος, ότι εις τοιαύτην ευρισκόμενος ηλικίαν ήτο φαιδρός το πρόσωπον, την ψυχήν προθυμότατος και θείας Χάριτος εμπεπλησμένος. Ούτω θεαρέστως έως τέλους πολιτευθείς απήλθε προς Κύριον ο τρισόλβιος.
Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016
ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Οσίου του από Επάρχων
Τη αυτή ημέρα μνήμη ετέρου ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Οσίου του από
Επάρχων.
Θεόδουλος ο Όσιος ούτος ήκμασε κατά τους χρόνους
Θεοδοσίου του Μεγάλου του βασιλεύσαντος εν έτει τοθ΄- τστε΄ (379 – 395)
πατρίκιος ων και έπαρχος πραιτωρίων κατά το αξίωμα. Αυτός λοιπόν, καίτοι ήτο
συνεζευγμένος μετά γυναικός νομίμου, έζη όμως ζωήν ακατηγόρητον· όθεν βλέπων
τας αρπαγάς και πλεονεξίας, τας οποίας έπραττον οι περί τον βασιλέα, απεστράφη
το αξίωμα το οποίον είχε και επειδή η γυνή του απέθανε, διένειμεν εις τους
πτωχούς όλην του την περιουσίαν, ήτις ήτο αρκετά μεγάλη, έως πεντακοσίων
πεντήκοντα λιτρών χρυσίου. Αναχωρήσας δε από την Κωνσταντινούπολιν, μετέβη εις
την Έδεσαν, ήτις κοινώς τώρα ονομάζεται Ορφά ή Ορροά, πρότερον δε εκαλείτο
Αντιόχεια και Καλλιρρόη και Ιουστινούπολις, τετιμημένη με θρόνον Μητροπολίτου.
Εκεί λοιπόν γενόμενος Μοναχός, ανέβη επάνω εις ένα στύλον και έμεινεν εις αυτόν
τριάκοντα ολόκληρα έτη· όθεν εκ τούτου ηξιώθη ο αοίδιμος να λάβη χαρίσματα παρά
Θεού, διότι δεν έτρωγε πλέον φαγητόν σωματικόν, αλλά μόνον καθ΄ εκάστην
Κυριακήν μετελάμβανε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έτρωγε
δε αντίδωρον και τίποτε άλλο πέραν αυτού. Μετά ταύτα ηνωχλήθη από λογισμούς και
παρεκάλει τον Θεόν να του δείξη, με ποίον είναι ίσος και όμοιος εις την αρετήν·
όθεν ήκουσε φωνήν θείαν λέγουσαν προς αυτόν, ότι είναι όμοιος με τον Κορνήλιον
τον Μίμον, όστις κατώκει εις την Δαμασκόν, και ωνομάζετο Πανδούρος. Αύτη η
παρομοίωσις έβαλε τον Όσιον εις όχι ολίγην ταραχήν, κατά προσβολήν βεβαίως του
διαβόλου του εχθρού των ψυχών μας. Κινήσας λοιπόν επήγεν εις την Δαμασκόν, ένθα
ευρών τον ρηθέντα Κορνήλιον, έπεσεν εις τους πόδας του, ζητών να μάθη την
πολιτείαν του· ο δε Κορνήλιος έλεγεν, ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν έχει
ουδεμίαν αρετήν. Επειδή δε ο Γέρων επέμενε παρακαλών αυτόν, αναγκασθείς ο
Κορνήλιος είπεν· «Εγώ, Πάτερ, εκ νεαράς μου ηλικίας συναναστρεφόμενος με τους
μίμους και χορευτάς, εποριζόμην τα προς τον ζην αναγκαία από την εξευτελιστικήν
τέχνην ταύτην. Μόλις δε μετά ταύτα ελθών εις γνώσιν των πολλών μου αμαρτιών και
συλλογισθείς την ανταπόδοσιν της μελλούσης Κρίσεως, εγκατέλιπον τα συνειθισμένα
μου κακά και επεμελούμην κατά το δυνατόν την καθαράν ζωήν και την προς τους
πένητας ελεημοσύνην. Τούτο μόνον γνωρίζω δια τον εαυτόν μου». Επειδή δε ο Γέρων
επέμενε πάλιν παρακαλών και ορκίζων αυτόν να του είπη και τας λοιπάς αρετάς
του, δια τούτο επανέλαβεν εκείνος· «Προ ολίγου καιρού, Πάτερ άγιε, μία γυνή
περιφανής, λάμπουσα από δόξαν και πλούτον και σωφροσύνην, συνεζεύχθη άνθρωπον
τινά, ο οποίος, επειδή ήτο ακρατής και άσωτος, όχι μόνον εσπατάλησε την
περιουσίαν της γυναικός και την ιδικήν του, αλλά και πολλά άλλα χρήματα
εδανείσθη και κατεσπατάλησεν εις ασωτείας· διο και ριφθείς εις την φυλακήν,
επροξένησε λύπην απαρηγόρητον εις την σύζυγόν του. Όθεν αύτη βλέπουσα τον
ελεεινόν εκείνον άνδρα της κινδυνεύοντα να αποθάνη της πείνης εν τη φυλακή και
απορούσα περί του πρακτέου, ήρχισε συνεσταλμένως να επαιτή· και όχι μόνον
τούτο, αλλά και εκρέματο ως επί ζυγαρίας κινδυνεύουσα να υποπέση και εις
μοιχείαν, επειδή ήτο ωραιοτάτη». «Ταύτην λοιπόν εγώ απαντήσας και μαθών την
αιτίαν, δια την οποίαν περιεπλανάτο εδώ και εκεί, ελυπήθην εγκαρδίως και
δακρύσας είπον προς αυτήν· Πόσον, ω γύναι, χρέος έχετε; Η δε απεκρίθη·
Τετρακόσια νομίσματα, αυθέντα μου. Εγώ δε λογαριάσας τα πράγματά μου, ευρέθην
ότι είχον νομίσματα διακόσια τριάκοντα· και επειδή αυτά δεν εξήρκουν όπως
πληρωθή όλον το χρέος της, επώλησα και μερικά στολίδια, τα οποία είχον, επί
πλέον δε και τα καλύτερα ενδύματά μου. Τοιουτοτρόπως συνάξας την ποσότητα των
τετρακοσίων νομισμάτων, έδωκα αυτά εις τας χείρας της γυναικός, ειπών προς
αυτήν· Λάβε ταύτα, ω γύναι, και ύπαγε εν ειρήνη δια να ελευθερώσης τον άνδρα
σου από την φυλακήν. Παρακάλει δε τον φιλάνθρωπον Κύριον εξ όλης καρδίας, δια
να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν κατά την ημέραν της Κρίσεως». Ταύτα ακούσας ο
Θεόδουλος, ηυχαρίστησε τον Θεόν και επανελθών πάλιν ανέβη επί του στύλου· ζήσας
δε ολίγον καιρόν ακόμη, με καλάς ελπίδας απήλθε προς Κύριον.
Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016
Ο Όσιος Πατήρ ημών ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ο Κύπριος
Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ο Κύπριος εν
ειρήνη τελειούται.
Θεόδουλος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο από την νήσον
Κύπρον, εκ νεότητος δε αφήσας τον κόσμον και αγαπήσας από καρδίας τον Χριστόν,
έγινε Μοναχός. Τόσον δε ηγάπησε την ακτημοσύνην ο τρισμακάριος, ώστε αντί να
έχη εις την κλίνην του στρώματα απαλά, είχε πέτρας και επ΄ αυτών ανεπαύετο. Εκ
δε της πολλής εγκρατείας και χαμευνίας, την οποίαν μετεχειρίζετο, εφωτίσθη η
ψυχή του και έγινε δοχείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Όθεν προεγνώριζε
τους λογισμούς των ανθρώπων· δια τούτο, εάν ήρχετο κανείς προς αυτόν και έλεγεν
άλλα αντί άλλων, ήλεγχεν αυτόν ο Άγιος και εφανέρωνε τους κρυφούς λογισμούς της
ψυχής του. Ύστερον δε προσεποιήθη ότι είναι σαλός. Και ούτω διανύσας την ζωήν
του και πολλούς οδηγήσας εις σωτηρίαν με το παράδειγμά του και με την
διδασκαλίαν του, εκοιμήθη εν ειρήνη πολλάς ιατρείας και μετά θάνατον
χαριζόμενος εις τους προσερχομένους εις τον τάφον αυτού μετά πίστεως.
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδωρος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.
Θεόδωρος ο Άγιος Ιερομάρτυς ήτο Αρχιεπίσκοπος
Αλεξανδρείας· επειδή δε οι κατοικούντες εις την πόλιν ταύτην της Αιγύπτου, και μάλιστα οι άπιστοι και
ειδωλολάτραι, υπήρξαν πάντοτε εναντίον των Χριστιανών πικροί και απάνθρωποι,
δια τούτο και πολλούς εποίησαν Μάρτυρας, εις εκ των οποίων είναι και ο μέγας
ούτος Θεόδωρος. Διότι μαθών ο λαός της Αλεξανδρείας ότι ούτος ομολογεί τον
Χριστόν και πιστεύει εις Αυτόν και προς τούτοις ότι διδάσκει τους ειδωλολάτρας
να σέβωνται αυτόν ως Θεόν, δια τούτο μετά πολλής οργής και κακίας επέπεσον κατ΄
αυτού. Και πρώτον μεν τον ετιμώρησαν δυνατά, έπειτα δε πλέξαντες στέφανον από
ακάνθας εστεφάνωσαν αυτόν, καθώς και τον Κύριον και εκτύπων εις τους οφθαλμούς,
περιγελώντας και περιπαίζοντες αυτόν. Έπειτα τον έρριψαν εις την θάλασσαν, εκ
της οποίας εξελθών αβλαβής, απεκεφαλίσθη κατά προσταγήν του άρχοντος· και η μεν
αγία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τους ουρανούς, το δε τίμιον αυτού λείψανον
ενεταφιάσθη εις την ιδίαν αυτού πόλιν της Αλεξανδρείας.
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016
Του Οσίου ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ του Εγκλείστου
Του Οσίου ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ του Εγκλείστου εν τω Σπηλαίω Ρώσου.
Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον
ημάς. Αμήν.
Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου
Προφήτου ΣΟΦΟΝΙΟΥ
Σοφονίας ο Άγιος Προφήτης ήτο υιός Χουσί, καταγόμενος από
την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών υιού Ιακώβ, εκ του αγρού Σαβάραθα, ακμάσας προ
Χριστού έτη χ΄ (600), εδέχθη δε χάρισμα προφητείας και προεφήτευσε δια την
άλωσιν της Ιερουσαλήμ και δια το τέλος και την καταστροφήν τών Ιουδαίων, προς
δε και ότι ο εξ εθνών λαός θέλει γίνει λαός περιούσιος του Θεού, τούθ΄ όπερ
μέλλει να είναι αισχύνη μεν των ασεβών, δόξα δε των δικαίων και ότι θέλει γίνει
Χριστός ο Κύριος Κριτής πάσης λογικής πνοής και θέλει ανταποδώσει εκάστω κατά
τα έργα του. Αποθανών λοιπόν ούτος ετάφη εις το ιδικόν του κτήμα, προσμένων την
υστερινήν και παγκόσμιον ανάστασιν. Σοφονίας δε ερμηνεύεται σκοπιά Κυρίου ή
συνιών κρυπτά. Ήτο δε ο αοίδιμος ούτος Προφήτης, όμοιος κατά τον χαρακτήρα του
προσώπου με τον Θεολόγον Ιωάννην, έχων το γένειον ολίγον τι στρογγυλώτερον από
το εκείνου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)