Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Πρεσβυτέρου του Δαμασκηνού.

Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών ο επιλεγόμενος Δαμασκηνός ήτο κατά τον καιρόν του βασιλέως Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ψιζ΄ (717) – ψμα΄ (741), έφθασε δε και έως του υιού αυτού Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, του εν έτει ψμα΄ (741) βασιλεύσαντος. Απεκλήθη δε ο Άγιος Δαμασκηνός εκ του ονόματος της ιδιαιτέρας αυτού πατρίδος Δαμασκού πόλεως της Συρίας εις την οποίαν εγεννήθη και ανετράφη. Ήτο δε τότε η μεγαλόπολις Δαμασκός υπεξούσιος εις τους Αγαρηνούς, όλοι δε οι κάτοικοι αυτής ήσαν αλλόπιστοι, οπαδοί της πλάνης του αντιχρίστου Μωάμεθ, μόνον εν ανδρόγυνον ενάρετον και χαριτωμένον ελάτρευε τον αληθή Θεόν και εφύλαττεν ακριβώς την ευσέβειαν, οι γεννήτορες του θαυμασίου Ιωάννου, οίτινες μόνοι ίσταντο ως εν μέσω των ακανθών ως ρόδα ευώδη και ευθαλέστατα, τηρήσαντες έως τέλους, εν μέσω τοσούτων ασεβών την χριστεπώνυμον κλήσιν, ως κλήρον λαμπρόν και πλούτον αναφαίρετον. Όθεν τόσον τους ύψωσεν η αρετή και τοιουτοτρόπως τους εθαυμάστωσεν, ώστε ούτοι οι αιχμάλωτοι έγιναν, ω του θαύματος! κριταί και ηγεμόνες των κυρίων αυτών. Καθώς ποτε τούτο ηκολούθησε και εις τον Δανιήλ και τους Αγίους τρεις Παίδας, οίτινες ήσαν αιχμάλωτοι των Ασσυρίων και εις τον Ιωσήφ, όστις ήτο αιχμάλωτος των Αιγυπτίων, τους οποίους δια την αρετήν των εθαυμάστωσεν ο Κύριος· ούτω, λέγω, και τώρα πάλιν εις την Δαμασκόν, με το να είναι ο πατήρ του Ιωάννου ενάρετος, τον εδόξασεν ο Κύριος και ήτο πρωτοσύμβουλος του Αμηρά. Τούτον επροτίμησεν ο ασεβής εκείνος να έχη μύστην και κοινωνόν εις τας βουλάς, αν και αλλότριον της θρησκείας του, δια τον πλούτον αυτού και την του γένους του περιφάνειαν και τον έκαμε διοικητήν των δημοσίων πραγμάτων, όστις εκυβέρνα την χώραν με δικαιοσύνην και σοφίαν θαυμάσιον. Ήτο δε ο ευλογημένος εκείνος πατήρ του Ιωάννου και κατά πολλά εύσπλαγχνος και έδιδεν από τον πλούτον του καθ΄ εκάστην δια να εξαγοράζη και να απελευθερώνη τους αιχμαλώτους από τους Αγαρηνούς, διότι πολλοί εξ αυτών εκινδύνευον και κατά την ψυχήν και κατά το σώμα. Έπειτα τους έδιδε και τόπον να σπέρνουν, και να παράγουν τας ζωοτροφίας των όσοι ήθελον να απομείνουν εις την Ιουδαίαν ή την Παλαιστίνην, εις τας οποίας χώρας είχε πολλά χωράφια. Όσοι δε πάλιν δεν ήθελον να μείνωσιν εκεί, τους έδιδεν εγγράφως την απελευθέρωσίν των και έξοδα δια τον δρόμον, να υπάγουν όπου έκαστος επεθύμει. Χρήματα δε ουδόλως εξώδευεν εις συμπόσια ή εις πολύτιμα ενδύματα και άλλα μάταια πράγματα, καθώς συνηθίζουν οι πλούσιοι, αλλά τα έδιδεν εις υπηρεσίαν θεάρεστον. Δια την αρετήν του δε αυτήν, της προς τους πένητας συμπαθείας και φιλαδελφείας, του εχάρισεν ο Θεός παιδίον αξιοθαύμαστον, τον Ιωάννην τούτον, τον χαριτώνυμον, τον παγκόσμιον φωστήρα της Εκκλησίας μας, την οποίαν εστόλισε με τόσα τροπάρια παναρμόνια. Εχάρη λοιπόν ότι του εχάρισεν ο Κύριος κληρονόμον και όταν το παιδίον ήλθεν εις ηλικίαν δεκτικήν μαθήσεως ανεζήτει να εύρη μαθηματικόν και σοφώτατον τινα διδάσκαλον, να διδάξη το παιδίον, το οποίον επεθύμει ολοψύχως να αναδείξη μέγαν φιλόσοφον. Επειδή δε ο πόθος του ήτο αγαθός και θεάρεστος, απέστειλεν ο παντοδύναμος Θεός τον ποθούμενον κατά την δίψαν, την οποίαν είχεν ο αείμνηστος, και ακούσατε. Oι βάρβαροι της πόλεως εκείνης ηχμαλώτισαν πολλούς Χριστιανούς από διαφόρους τόπους και τους έφερον εκεί εις την χώραν των· και άλλους μεν επώλησαν, άλλους δε, όσους δεν ήθελε κανείς να τους αγοράση, ήθελον να τους φονεύσουν. Μεταξύ τούτων έτυχε κάποτε Μοναχός τις από την Ιταλίαν, ωραιότατος κατά την όψιν, Κοσμάς ονομαζόμενος, σεμνός εις το σχήμα, κόσμιος, εις δε την ψυχήν κοσμιώτερος. Καθώς λοιπόν οι βάρβαροι επήραν τους αιχμαλώτους και επήγαινον να τους θανατώσουν, έτυχεν εκεί πλησίον ο πατήρ του Ιωάννου, όστις ιδών τον τίμιον Κοσμάν σκυθρωπόν εις την όψιν και δάκρυα ρέοντα, τον επλησίασε δια να τον παρηγορήση και του λέγει· «Διατί κλαίεις, άνθρωπε του Θεού, την στέρησιν του κόσμου τούτου, τον οποίον, καθώς βλέπω εκ του σχήματός σου, απηρνήθης και απενεκρώθης κατά το σώμα»; Εις τους λόγους τούτους του πατρός του Ιωάννου απεκρίνατο ο Κοσμάς λέγων· «Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν λυπούμαι δια την στέρησιν της παρούσης ζωής, διότι εγώ ενεκρώθην κατά την σάρκα, καθώς είπας, και τον κόσμον ηρνήθην· αλλά λυπούμαι και θλίβομαι, διότι έμαθα όλας τας επιστήμας της Φιλοσοφίας, Ρητορικήν, Διαλεκτικήν, Αριθμητικήν, Γεωμετρίαν και πάσαν άλλην εγκύκλιον σοφίαν και εκπαίδευσιν και μάλιστα την χαρμόσυνον Μουσικήν, την ωφέλιμον και ψυχοσωτήριον, έτι δε και την Αστρολογίαν και δεν αφήκα τίποτε το οποίον να μη μάθω, δια να εννοήσω από την αρμονίαν και καλλονήν των κτισμάτων τον Κτίστην και Δημιουργόν απάσης της κτίσεως. Έπειτα, αφού έμαθα όλην την έξω σοφίαν, εξεπαιδεύθην και εις την ιδικήν μας Θεολογίαν· επειδή όμως δεν μου έτυχεν ακόμη μαθητής, τον οποίον να αφήσω διάδοχον της σοφίας μου, λυπούμαι δι΄ αυτό πολύ και θλίβομαι. Διότι καθώς ποθούν όσοι έχουν πλούτον να γεννήσουν τέκνα, δια να κληρονομήσουν αυτόν, τοιουτοτρόπως επιποθούν και οι φιλόσοφοι να αφήσουν διαδόχους της σοφίας και μαθήσεως αυτών, δια να έχουν μνήμην και φήμην αθάνατον. Διότι τούτο είναι της αγαθότητος ίδιον, να μεταδίδη κανείς και εις άλλους τον πλούτον αυτής, όστις δε δεν έχει τοιαύτην γνώμην μεταδοτικήν και φιλότεκνον, δεν είναι καλός άνθρωπος, αλλά φθονερός και δυσάρεστος. Όθεν ούτε εις την αιώνιον ζωήν απέρχεται, ως ο διπλασιάσας το τάλαντον, αλλά θέλει κατακριθή εις πυρ ατελεύτητον, ως αχρείος και ανωφελής δούλος. Δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν σκυθρωπάζω και θλίβομαι, φοβούμενος μήπως και με συναριθμήση ο Δεσπότης μου με τον πονηρόν εκείνον δούλον, όστις έκρυψε το τάλαντον». Ταύτα ακούσας ο ευγενής εκείνος ανήρ, όστις είχε τόσον πόθον να εύρη τοιούτον σοφώτατον άνθρωπον, έλαβε μεγάλην αγαλλίασιν και λέγει προς τον Κοσμάν· «Μη λυπείσαι δια την αιτίαν ταύτην, διδάσκαλε, και ίσως σου δώση ο Κύριος τα αιτήματα της καρδίας σου». Ταύτα ειπών έδραμε προς τον άρχοντα των Σαρακηνών και του εζήτησεν ευθύς να του χαρίση αυτόν τον αιχμάλωτον· εκείνος δε του τον έδωκε και παραλαβών αυτόν εις την οικίαν του, τον εφίλευσε πλουσίως και του λέγει· «Γνώριζε, σοφώτατε πάντων ανθρώπων και λογιώτατε, ότι όχι μόνον από την δεινήν αιχμαλωσίαν σε ελύτρωσα, αλλά και κοινωνόν της οικίας μου και συνδεσπότην σε ορίζω από σήμερον, να είσαι εις όλας μου τας χαράς και τας θλίψεις συμμέτοχος· άλλην δε χάριν δεν ζητώ από την αγιωσύνην σου, ειμή μόνον να καταβάλης πάσαν προσπάθειαν να μαθητεύσης τα δύο ταύτα παιδία εις όλην την σοφίαν και μάθησιν, την οποίαν γνωρίζεις. Είναι δε τα παιδία ταύτα ο μεν Ιωάννης κατά σάρκα τέκνον μου γνήσιον, ο δε Κοσμάς, ο συνώνυμός σου, είναι από τα Ιεροσόλυμα· και επειδή από μικρός έμεινεν ορφανός, τον επήρα δια την ψυχήν μου και τον αγαπώ όχι ολιγώτερον από τον Ιωάννην». Ο δε φιλόσοφος και κόσμιος Κοσμάς ακούσας ταύτα έλαβε μεγάλην αγαλλίασιν και έκτοτε ως διψώσα έλαφος, η οποία τρέχει εις πηγήν ύδατος, ούτω και αυτός με μεγάλον πόθον εδίδασκε προς τους μαθητάς του την φιλοσοφίαν του. Έτυχον δε και οι δύο νέοι τοιαύτης δεξιάς φύσεως, ώστε και ο Ιωάννης και ο Κοσμάς εντός ολίγων ετών, με την οξύτητα του νοός που τους διέκρινε και με τους πολλούς κόπους τους οποίους κατέβαλε, τόσον εσπούδασαν και έμαθον, ώστε έγιναν τέλειοι εις όλας εν γένει τας επιστήμας, δια να μη τας ονομάσω μίαν προς μίαν χωριστά, καθώς τούτο από τα ποιήματα και τα συγγράμματά των φαίνεται. Εξόχως δε ο χαριτώνυμος Ιωάννης, ο εις έπαινον προκείμενος (διότι δια τον μακάριον Κοσμάν είπομεν εις άλλην ημέρα νότε ήτο η μνήμη του), έγραψε τόσους λόγους περί της Ορθοδόξου και αληθούς ημών Πίστεως και κατά των αιρετικών, έτι δε και πανηγυρικούς τοιούτους, ως και άλλα ψυχωφελή διδάγματα πάνσοφα, ώστε θαυμάζει πας τις δια την σοφίαν του. Παρ΄ όλην δε την σοφίαν του ποσώς δεν επήρετο, αλλά καθώς τα ευγενέστερα και ευκαρπότερα δένδρα, όσον είναι φορτωμένα από καρπούς, επί τοσούτον κλίνουσι προς την γην και ουδόλως επαίρονται, ούτω και ο πάνσοφος ούτος Ιωάννης, όσον είχε σοφίαν περισσότερον, τοσούτον μάλλον εταπεινούτο και ύψωνε τον νουν του προς μυστικωτέραν ανάβασιν. Αφ΄ ου λοιπόν ο διδάσκαλος εγνώρισε τους μαθητάς ότι έφθασαν εις το άκρον της σοφίας, προσήλθε προς τον πατέρα των λέγων· «Ιδού, κύριε, καθώς είχες πόθον, έγιναν οι υιοί σου εις την σοφίαν θαυμάσιοι. Και δεν ηρκέσθησαν να γίνουν μόνον ως ο διδάσκαλος αυτών, αλλά δια το της φύσεως αυτών οξύ και δια τον πολύν των πόθον και τους κόπους, τους οποίους κατέβαλον (ίσως δε να ήτο και Θεού φώτισις, αυτή η οποία ηύξησε το χάρισμα της σοφίας των), κατέστησαν υψιπετέστεροι από εμέ εις το ύψος της φιλοσοφίας. Λοιπόν επειδή ουδέν πλέον χρειάζονται από εμέ, ζητώ από την ευγένειάν σου την χάριν, προς αντιμισθίαν του κόπου μου, να μου δώσης συγχώρησιν να υπάγω εις κανένα Ασκητήριον προς μελέτην της άνω σοφίας, προς την οποίαν η φιλοσοφία με καθωδήγησεν». Ο δε πατήρ, ακούσας ταύτα, επόνεσεν η ψυχή του, διότι δεν ήθελε να αποχωρισθή τοιούτον άνθρωπον χρήσιμον· αλλά πάλιν, δια να μη φανή προς τον ευεργέτην αχάριστος, έδωκεν εις αυτόν την άδειαν και αργύρια ικανά δι΄ έξοδον της οδοιπορίας του. Λαβόντες δε αμοιβαίως συγχώρησιν, ανεχώρησεν ο Κοσμάς και απελθών εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, διήλθε το υπόλοιπον της ζωής του με πολιτείαν θαυμάσιον. Όθεν μετά το τέλος αυτού απήλθε προς την εκείθεν μακαριότητα. Ομοίως και ο πατήρ του Ιωάννου εις ολίγον καιρόν εκοιμήθη χαίρων και αγαλλόμενος δια την εκπλήρωσιν των πόθων του. Βλέπων την σοφίαν του Ιωάννου ο αρχηγός των Σαρακηνών έδωκεν εις αυτόν το αξίωμα, το οποίον είχεν ο πατήρ αυτού και τον κατέστησε πρωτοσύμβουλόν του, οφφίκιον το οποίον έλαβεν ο Ιωάννης παρά την θέλησίν του, δια να μη φανή προς τον άρχοντα τοσούτον φιλόνικος· η επιθυμία του όμως ήτο ν΄ αναχωρήση από τον κόσμον, δια να εύρη την σωτηρίαν του. Κατά την εποχήν εκείνην ήτο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717-741), ως ανωτέρω είπομεν, όστις ως άλλος λέων αρπάζων και ωρυόμενος εσπάραττε την Εκκλησίαν του Χριστού ο μισόχριστος, παιδεύων όσους προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας, τας οποίας έκαιε καθ΄ εκάστην ο αλιτήριος. Τούτο μαθών ο θερμός της Πίστεως ζηλωτής Ιωάννης έγραψε πολλάκις επιστολάς και τας έστελλεν από την Δαμασκόν εις την βασιλεύουσαν, με τας οποίας κατεπολέμει το δόγμα του θηριωνύμου Λέοντος, ως με μαχαίρας του Πνεύματος, αποδεικνύων με συλλογισμούς φιλοσοφίας και με ιστορίας και παραδείγματα παλαιών Αγίων αναγκαίαν την των σεπτών Εικόνων προσκύνησιν και ότι όστις υβρίζει και ατιμάζει αυτάς είναι φανερά αιρετικός και αντίθεος. Τοιαύτας επιστολάς έστειλεν εις πολλούς ανθρώπους δια να τας αναγινώσκουν όλοι και να τας επιδεικνύουν και εις άλλους, ούτως ώστε να στερεώνωνται εις την ευσέβειαν και να γνωρίζουν να δίδουν κατά των εικονομάχων απόκρισιν. Ταύτα μαθών ο δυσσεβής βασιλεύς συνεσκέφθη μετά τινων κακοτρόπων, ομοίων του εις την δυσσέβειαν, και ετεχνεύθησαν μέθοδον πονηράν, αξίαν της κακίας των, να διαβάλουν δηλαδή εις τον άρχοντα των Σαρακηνών τον Ιωάννην ως προδότην αυτού, ώστε να τον θανατώση εκείνος. Εύρον λοιπόν μίαν από τας επιστολάς του Ιωάννου, την οποίαν ο θηριώδης Λέων έδειξεν εις διδασκάλους τινάς και τους ηρώτησεν, αν εγνώριζε κανείς εξ εκείνων να μιμηθή τον γραφικόν αυτού χαρακτήρα. Ευρέθη λοιπόν εις καλλιγράφος κατά πολλά έμπειρος, όστις υπεσχέθη εις τον βασιλέα ότι θα μιμηθή επακριβώς τον χαρακτήρα τού Ιωάννου. Τούτον λοιπόν προσέταξεν ο πεπονηρευμένος βασιλεύς και έγραψε προς τον εαυτόν του, ως εκ προσώπου του Ιωάννου, επιστολήν, εις την οποίαν έλεγε τοιαύτα· «Βασιλεύ πολυχρονημένε, την πρέπουσαν ευγνωμοσύνην και το προσήκον σέβας απονέμω εις την βασιλείαν σου, δια την ομοιότητα της πίστεώς μας. Γνώριζε δε ότι κατά την εποχήν ταύτην η πόλις της Δαμασκού είναι κατά πολλά ημελημένη υπό των Αγαρηνών, διότι το στρατιωτικόν αυτών εξησθένησε πολύ και ωλιγόστευσε. Λοιπόν στείλε στόλον και στρατόν πολύν, όσον δύνασαι, να την καταλάβης χωρίς κανένα πόλεμον, θα σε βοηθήσω δε εις τούτο και εγώ, επειδή όλη η πόλις είναι σχεδόν εις την εξουσίαν μου». Αφού έγινεν η επιστολή αυτή, έγραψε και άλλην δια της ιδίας του χειρός ο θηριώνυμος Λέων προς τον άρχοντα της Δαμασκού, εις την οποίαν έλεγε ταύτα· «Δεν γνωρίζω μακαριώτερον της αγάπης, ότι το να φυλάττη έκαστος τας συνθήκας ειρηνικάς είναι επαινετόν και φιλόθεον. Δια τούτο δεν θέλω να χαλάσω την φιλίαν, την οποίαν έχω με την ευγένειάν σου, αν και κάποιος έμπιστος φίλος σου με παρακινεί και με προσκαλεί εις τούτο. Πολλάκις μάλιστα μου έστειλεν επιστολάς, να έλθω να κυριεύσω την χώραν σου. Δια να βεβαιωθής δε ότι λέγω την αλήθειαν, σου στέλλω μίαν από τας επιστολάς του, ώστε να γνωρίσης αφ΄ ενός μεν την ιδικήν μου αληθή φιλίαν, αφ΄ ετέρου δε το δολερόν και κακότροπον εκείνου, όστις μου έγραψεν». Αυτάς τας δύο δολίας επιστολάς έστειλεν ο λεοντώνυμος και οφιογνώμων βασιλεύς με δούλον του προς τον βάρβαρον, ο οποίος ιδών αυτάς επλήσθη θυμού και προσκαλέσας τον Άγιον τού τας έδειξεν. Ο Άγιος ηννόησεν αμέσως τον δόλον τού Λέοντος και εξήγησεν εις τον άρχοντα, ότι ούτε καν έβαλε ποτέ εις τον νουν του τοιαύτην προδοτικήν πράξιν· εζήτησε δε προθεσμίαν να αποδείξη την άδικον κατ΄ αυτού μανίαν του δυσσεβούς και δολερού Λέοντος. Ο βάρβαρος όμως δεν τον επίστευσεν, ούτε του έδωκε προθεσμίαν, υπό του θυμού νικώμενος. Όθεν προστάσσει να κόψουν την ανεύθυνον χείρα ως υπεύθυνον. Εκόπη λοιπόν η δεξιά εκείνη, η τους μισούντας τον Κύριον ελέγχουσα και εβάφη με το ίδιον αυτής αίμα αντί δια μελάνης, με την οποίαν εβάφετο πρότερον, εκρέμασαν δε την ιεράν αυτήν χείρα εις την αγοράν, δια να την βλέπωσιν άπαντες. Αφού δε παρήλθεν η ημέρα, το εσπέρας έστειλε μεσίτας ο Ιωάννης προς τον βάρβαρον, παρακαλών αυτόν να του χαρίση την κομμένην χείρα του δια να την ενταφιάση, να ελαφρύνουν οι πόνοι του· ο δε συγκατένευσε και του εδόθη η χείρ. Λαβών λοιπόν αυτήν ο Άγιος και εισελθών εις τον Ναόν, τον οποίον είχεν εις την οικίαν του, έπεσε πρηνής επί της γης, έμπροσθεν της αγίας Εικόνος της Θεομήτορος, και αποθέσας την κεκομμένην δεξιάν εις τον τόπον της, προσηύχετο μετά δακρύων και πίστεως, εκ βάθους καρδίας στενάζων και λέγων προς την Θεοτόκον: «Δέσποινα Πάναγνε Μήτερ η τον Θεόν μου τεκούσα, Δια τας θείας Εικόνας η δεξιά μου εκόπη. Ουκ αγνοείς την αιτίαν δι΄ ην εμάνη ο Λέον· Πρόφθασον τοίνυν ως τάχος και ίασαί μου την χείρα. Η δεξιά του Υψίστου η από Σου σαρκωθείσα, Πολλάς ποιεί τας δυνάμεις δια της Σης μεσιτείας. Την δεξιάν μου ταύτην και νυν ιασάτω λιταίς σου, Ως αν, Σους ύμνους, ους δοίης και του εκ Σου σαρκωθέντος, Εν ρυθμικαίς αρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε, Και συνεργός χρηματίση της Ορθοδόξου λατρείας. Δύνασαι γαρ όσα αν θέλης, ως του Θεού Μήτηρ ούσα».                              Ταύτα λέγων μετά δακρύων ο Ιωάννης απεκοιμήθη και βλέπει την αγίαν Εικόνα της Αειπαρθένου να του λέγη με ιλαρότητα και ευσπλαγχνίαν· «Ιδού ιατρεύθη η χειρ σου και μη έχης πλέον θλίψιν περί τούτου· ποίησον όθεν αυτήν από του νυν κάλαμον γραμματέως οξυγράφου, καθώς προ ολίγου μού υπεσχέθης». Τότε εξύπνησεν ο Άγιος και βλέπων (ω της αφάτου δυνάμεώς σου, Πανάχραντε!) θεραπευμένην και συγκεκολλημένην την δεξιάν αυτού, έλαβε μεγάλην χαράν και αγαλλίασιν, το δε πνεύμα του εδοξολόγει τον Σωτήρα Θεόν και την Πανάχραντον τούτου Μητέρα, δια το μέγα θαυμάσιον, το οποίον εποίησεν εις αυτόν ο Δυνατός. Όλην λοιπόν την επίλοιπον νύκτα έψαλλεν ευφραινόμενος ωδήν εις τον Θεόν, άσμα καινόν και ευχαριστήριον λέγων· «Η δεξιά σου χειρ, Κύριε, εν ισχύϊ δεδόξασται· η δεξιά σου την θραυσθείσαν μου δεξιάν εθεράπευσεν· δια της δεξιάς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει τους εχθρούς, τους μη τιμώντας την σεβασμίαν Σου Εικόνα και την Εικόνα της τεκούσης σε Μητρός, δια δε του πλήθους της δόξης Σου, χρησιμοποιών ως όργανον την χείρα μου ταύτην , θέλεις συντρίψει τους υπεναντίους εικονοθραύστας». Διήλθε λοιπόν όλην την νύκτα εκείνην αγαλλιώμενος και ψάλλων εγκώμια εις την πανύμνητον Θεομήτορα. Όταν εξημέρωσε και είδον οι γείτονες το θαυμάσιον, επήγαν μερικοί εκ των Σαρακηνών μισόχριστοι και λέγουν προς τον άρχοντα, ότι οι προσταχθέντες δεν έκοψαν την χείρα του Ιωάννου, αλλά άλλου τινός δούλου ή φίλου του, ο οποίος δια να κάμη καλωσύνην εις τον αυθέντην του, εδέχθη, αφού έλαβεν ικανά αργύρια και έκοψαν αντί εκείνου την χείρα του· και ότι το αυτό έπραξαν και οι δήμιοι, έλαβον χρήματα και δεν εξετέλεσαν το πρόσταγμα. Τότε προστάσσει ο άρχων να έλθη ο Ιωάννης να ίδωσι τας χείρας του. Προσήλθεν λοιπόν ο Άγιος και έδειξε την εκκοπείσαν χείρα του, η οποία είχε γύρωθεν γραμμήν και εφαίνετο το σημείον της εκκοπής, ωκομόμησε δε και τούτο η Θεοτόκος προς αψευδή μαρτυρίαν της υποθέσεως. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο βάρβαρος· «Ποίος ιατρός σε ιάτρευσε; Και τι βότανα έβαλε»; Ο δε Άγιος δια λαμπράς φωνής εγένετο κήρυξ του θαύματος και είπεν· «Ο Κύριός μου ο παντοδύναμος ιατρός, όστις έχει ίσην την δύναμιν και την θέλησιν». Ο δε άρχων απεκρίνατο· «Ανεύθυνος είσαι, ως φαίνεται, και αδίκως σε κατέκρινα, διότι δεν εσκέφθην επιμελώς την υπόθεσιν· αλλά παρακαλώ σε συγχώρησόν μοι και έχε την προτέραν τιμήν, να είσαι πρωτοσύμβουλός μου, και σου υπόσχομαι να μη κάμω τίποτε χωρίς την βουλήν σου». Τότε ο Άγιος προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και τον παρεκάλει να τον αφήση να υπάγη εις άλλην υπηρεσίαν, την οποίαν επόθει περισσότερον ως πλέον ωφέλιμον. Αφού λοιπόν εφιλονείκησαν ώραν πολλήν, συγκατέβη ο άρχων και του έδωσεν άδειαν να υπάγη όπου επιθυμεί. Λοιπόν ελευθερώσας τους δούλους του και οικονομήσας όλον τον πλούτον του, άλλον μεν έδωκεν εις Εκκλησίας και άλλον εις πένητας. Έπειτα εξήλθε γυμνός της πόλεως, καθώς εγεννήθη, με μόνα τα ενδύματα τα οποία εφόρει και απελθών εις την Μονήν του Αγίου Σάββα παρεκάλει τον Ηγούμενον, λέγων ταύτα μετά πολλής ταπεινώσεως· «Εγώ, Δέσποτα, είμαι το απολωλός πρόβατον και έρχομαι προς τον Χριστόν από την ερημίαν του κόσμου. Δέξου με λοιπόν τον ανάξιον και συναρίθμησον και εμέ με τα πρόβατα της ποίμνης σου». Ο δε Προεστώς εχάρη, διότι ήλθε τοιούτος χρησιμώτατος και σοφώτατος άνθρωπος εις την συνοδίαν του και προσκαλέσας επίσημόν τινα Γέροντα, πρακτικόν εις την μοναδικήν πολιτείαν, του έδωκεν υποτακτικόν τον Άγιον, δια να τον διδάσκη και να τον καθοδηγή εις την μοναδικήν πολιτείαν. Ο δε Γέρων εκείνος πρώτον μεν δεν εδέχετο, λέγων ότι δεν ήτο άξιος να προστάσση τοιούτον άνθρωπον· ύστερον όμως, δια να μη παρακούση εις τον Ηγούμενον, τον επήρε και ελθόντες εις το κελλίον του, τον ενουθέτησεν ως αρχάριον, λέγων· «Πρόσεχε ακριβώς, να μη κάμης τίποτε χωρίς το θέλημά μου· ότι αυτό είναι το θεμέλιον της μοναδικής πολιτείας, να κόψης εις όλα το θέλημά σου και πρόσφερε εις τον Θεόν τους ιδρώτας σου, με προσευχάς και δάκρυα, τα οποία λέγονται θυσία καθαρά, και καθαίρουσι τα αμαρτήματα του προτέρου βίου. Τούτο λοιπόν ας είναι η πρώτη σου εργασία εις τα σωματικά, δηλαδή το ψυχοσωτήριον πένθος, εις το οποίον ο Κύριος χαίρεται περισσότερον από όλας τας θυσίας και τα θυμιάματα. Εις δε τα της ψυχής, πρόσεχε να μη αφήσης τον νουν σου να ενθυμήται ανωφελή πράγματα, κοσμικάς φαντασίας και άλλα απρεπή διανοήματα, εξόχως δε να μη υπεραίρησαι εις την μάθησιν και την σοφίαν σου, διότι αυτή δεν σε ωφελεί ποσώς, εάν δεν αποκτήσης ταπείνωσιν, διότι η ταπείνωσις ταπεινοί τους δαίμονας, τους δε ανθρώπους υψώνει τόσον, ώστε τους κάμνει ουρανίους κατ΄ αλήθειαν». Αυτά και άλλα πολλά λέγων προς τον υιόν και μαθητήν ο πατήρ και διδάσκαλος, τον προσέταξε μεταξύ των άλλων να μη στείλη επιστολήν εις κανένα ούτε να ψάλη τροπάριον ή να λέγη λόγους φιλοσοφίας, αλλά να σιωπά και να μη ομιλήση λόγον τελείως, χωρίς να είναι ανάγκη μεγάλη, καθώς οι νόμοι της μοναδικής πολιτείας ορίζουσιν. Αυτά όλα και έτερα περισσότερα εφύλαττεν ο τέλειος την πράξιν, εις δε την τάξιν αρχάριος. Επειδή ως γη αγαθή εδέχθη τον σπόρον εις την καρδίαν του και υπετάσσετο αγογγύστως εις όλα τα προστάγματα του Γέροντος, χωρίς ουδόλως να αμφιβάλλη ή να κατακρίνη ή να διακρίνη το προστασσόμενον, διότι ολίγον μισθόν έχει όστις κάμνει υπακοήν γογγύζων ή αμφιβάλλων κατά διάνοιαν. Θέλων δε ο Γέρων μετά καιρόν να τον δοκιμάση, εάν είχε τελείαν ταπείνωσιν, του έδωσε σπυρίδας (δηλαδή ζεμπίλια), αι οποίαι ήσαν πλεγμέναι με φοινικόφυλλα, ειπών προς αυτόν· «Λάβε, τέκνον, αυτό το εργόχειρον και ύπαγε εις την Δαμασκόν. Εκεί πώλησον τόσον εκάστην το ολιγώτερον, (ορίσας διπλασίαν της αξίας των τιμήν), διότι εκεί, ως ήκουσα, τας πωλούν ακριβώτερα, παρά εις τα μέρη της Παλαιστίνης, διότι, όπως γνωρίζεις, το Μοναστήριον έχει μεγάλην ανάγκην χρημάτων. Πρόσεχε δε να μη τας δώσης ποσώς ολιγώτερον». Ο δε μέχρι θανάτου υπήκοος δεν ηναντιώθη ουδόλως εις τον Γέροντα, όστις του είπε να τας δώση εις το διπλάσιον της αξίας των, αλλά σηκώσας εις τον ώμον του τόσον φορτίον, έδραμεν εις την Δαμασκόν ως υπόπτερος και ανέρχεται εις την αγοράν άλουστος, ρακενδύτης και ανεπιμέλητος, ο πρώην ευγενής και περίδοξος. Οι δε αγορασταί ακούοντες την τιμήν των σπυρίδων και βλέποντες ότι εζήτει διπλά από όσα πράγματι ήξιζον, εθύμωνον και έφευγον υβρίζοντες τον πωλητήν. Μετά πολύ έτυχεν εις από τους δούλους του και περιεργαζόμενος επιμελώς αυτόν εις το πρόσωπον, τον εγνώρισε· και κατανυγείς την καρδίαν προσεποιήθη ότι δεν τον εγνώρισε, μόνον επήρε τας σπυρίδας και του έδωσε τα χρήματα, όσα του εζήτησε, τα οποία λαβών ο Άγιος επέστρεψε χαίρων, νικήσας τον δαίμονα της υπερηφανείας. Μετά καιρόν απέθανε γείτων τις του Ιωάννου, ο δε αδελφός του νεκρού επικραίνετο και παρεκάλει τον Άγιον να συνθέση κανένα τροπάριον κατανυκτικόν δια να παρηγορηθή εις την λύπην του. Ο δε Άγιος ηυλαβείτο τον Γέροντά του και δεν ήθελε να παραβή την εντολήν του. Επειδή όμως πολύ τον εστενοχώρησεν εκείνος και εις τον Θεόν τον ώρκισε, συγκατέβη και συνέθεσε τροπάριον νεκρώσιμον, πολύ ωραίον και εναρμόνιον, το οποίον έως την σήμερον ψάλλεται, ήτοι το, «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα». Ήτο δε τότε μόνος ο Ιωάννης εις το κελλίον του και έψαλλε το τροπάριον με μελωδίαν θαυμάσιον. Έτυχεν όμως τότε να έρχεται ο Γέρων, όστις ακούσας την μελωδικήν εκείνην φωνήν, εθυμώθη και του λέγει· «Αντί να κλαίεις, χάσκεις και χαίρεσαι, παρήκοε»; Ο δε Άγιος εδικαιολογείτο, λέγων την αιτίαν. Ο Γέρων όμως ουδόλως ειρήνευσεν, αλλά τον εδίωξεν από το κελλίον του ως παρήκοον. Ο δε θαυμάσιος Ιωάννης, ενθυμούμενος την παράβασιν των Προπατόρων, δια την οποίαν δικαίως εξώσθησαν του Παραδείσου, έκλαιε πικρώς, οδυρόμενος περισσότερον απ΄ εκείνον, του οποίου ο αδελφός απέθανε και έβαλε μεσίτας τους Γέροντας όλους και αυτόν τον Ηγούμενον να παρακαλέσουν τον Γέροντά του να του δώση συγχώρησιν. Αλλ΄ ο Γέρων, ως αυστηρός, δεν έκλινε ποσώς προς συμπάθειαν. Οι μεν λοιπόν παρεκάλουν αυτόν να του δώση άλλον κανόνα και να μη τον διώξη τελείως. Ο δε απεκρίνατο· «Εάν δεχθή να καθαρίση όλους τους ρύπους και τας ακαθαρσίας της Λαύρας από τας αναπαύσεις με τας χείρας του, θα τον συγχωρήσω, άλλως δεν τον δέχομαι ουδόλως». Ταύτα εκείνοι ακούσαντες έφριξαν, και εντρέποντο να του τα είπουν, πλην μετά βίας και αισχύνης το ωμολόγησαν. Ο δε ως ήκουσε ταύτα έλαβε μεγάλην αγαλλίασιν και είπεν· «Αυτό είναι εύκολον να το κάμω· ευλογείτε, Πατέρες Άγιοι». Και ευθύς λαβών τα εργαλεία, εισήλθεν εις την ανάπαυσιν του γείτονος αυτού και αρχίζει να μολύνη τας χείρας εκείνας, αίτινες εμοσχοβόλουν από τα αρώματα πρότερον και την χριστοθεράπευτον δεξιάν (ω της πολλής του ανδρός ταπεινώσεως!) έβαλεν εις την κόπρον και δεν εσικχαίνετο ο αοίδιμος. Ιδών δε ο Γέρων την πολλήν προθυμίαν του Ιωάννου εις την υπακοήν και την εις βάθος ταπείνωσιν αυτού, έδραμε και τον ενηγκαλίσθη χαίρων και κατεφίλει τούτον και κατησπάζετο λέγων· «Καλότυχος εγώ, όστις ηκιώθην να έχω τοιούτον μαθητήν υπήκοον και αθλητήν γενναιότατον». Ο δε Άγιος, όσον έβλεπεν, ότι τον επήνει ο Γέρων, τόσον μάλλον εταπεινούτο και ευλαβούμενος τους λόγους του έκλαιε, καθώς κάμνουν όλοι οι φρόνιμοι, όταν άλλοι τους εγκωμιάζωσιν. Εισελθόντες λοιπόν εις το κελλίον, εχαίρετο ο Άγιος, ότι του έδωσε την συγχώρησιν, ο δε Γέρων τον προσέταξε πάλιν να φυλάττη σιωπήν ως ψυχοσωτήριον. Ολίγας όμως μετά ταύτα ημέρας φαίνεται εις τον Γέροντα κοιμώμενον η Πανύμνητος και Πανάμωμος Δέσποινα και του λέγει· «Διατί έφραξες τοιαύτην βρύσιν θαυμάσιον, η οποία προχέει δαψιλές νάμα και ύδωρ αναπαύσεως των ψυχών νεκταρώδες και γλυκύτερον απ΄ εκείνο, το οποίον ανέβλυσεν εις την έρημον; Άφες την πηγήν να ποτίση την οικουμένην άπασαν, να σκεπάση θαλάσσας αιρέσεων και να τας μετατρέψη εις θαυμασίαν γλυκύτητα. Αυτός έχει να υπερβή του Δαβίδ την προφητικήν κιθάραν και το ψαλτήριον. Αυτός θα μελωδήση άσματα καινά, μεγαλουργήματα γλυκύτερα και ωραιότερα προς τον Κύριον από την ωδήν του Μωϋσέως και την χοραυλίαν της Μαρίας. Προς σύγκρισιν της ηδυτάτης και θαυμαστής αυτού κιθάρας θέλουσι λογισθή μύθος άχρηστος τα του Ορφέως ανόητα μελωδήματα. Ούτος θέλει μελωδήσει την πνευματικήν και ουράνιον μελουργίαν. Ούτος θέλει ορθοτομήσει τα της Πίστεως δόγματα και θέλει στηλιτεύσει πάσης αιρέσεως διαστροφήν και δολερότητα». Το πρωϊ, όταν εξύπνησεν ο Γέρων, όστις είδε την οπτασίαν ταύτην  και απεκαλύφθησαν εις αυτόν τοιαύτα μυστήρια, έβαλε μετάνοιαν προς τον Άγιον λέγων· «Ω τέκνον της υπακοής του Χριστού, άνοιξον το στόμα σου και λάλησον τους λόγους, τους οποίους έγραψεν εις την καρδίαν σου το Πνεύμα το Άγιον, ότι ανέβης εις το Σίναιον όρος των οπτασιών και των θαυμασίων αποκαλύψεων του Θεού, δια την πολλήν σου ταπείνωσιν. Τώρα λοιπόν ανάβα προθύμως εις το όρος της Εκκλησίας και κήρυξον εις την Ιερουσαλήμ ευαγγελιζόμενος, όσα δεδοξασμένα ελάλησε προς την εμήν ευτέλειαν η Αειπάρθενος Μήτηρ του Θεού δια Σε και συγχώρησόν μοι δι΄ όσα σου έπταισα, διότι από την αγνωσίαν μου σε ημπόδισα». Τότε ήρχισεν ο Ιωάννης ψάλλων τα μελίρρυτα εκείνα άσματα και θεία μελωδήματα, δι΄ ων τοσούτον την Εκκλησίαν εφαίδρυνεν και καθ΄ εκάστην εις αυτήν ακούεται ο καθαρός ήχος των εορταζόντων. Όχι δε μόνον Κανόνας και Τροπάρια και μουσικά Ιδιόμελα και Προσόμοια συνέθεσεν, αλλά και πανηγυρικούς λόγους πολλούς εις τας Δεσποτικάς εορτάς και εγκώμια εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον και εις άλλους Αγίους πολλούς συνέταξε, καθώς εις τα βιβλία της Εκκλησίας μας φαίνονται ως και εις αρχαία χειρόγραφα, τα οποία σώζονται εις τα βασιλικά Μοναστήρια του Αγίου Όρους, γραμμένα δια χειρός παλαιών διδασκάλων, εις πάσαν εορτήν αναγινωσκόμενα έως την σήμερον. Έτι δε και την ιεράν εκείνην Βίβλον της Θεολογίας (Πηγή Γνώσεως) συνέθεσε, την οποίαν εάν ονομάσω θεοχάρακτον πλάκα δεν ψεύδομαι. Περιγράφει δε εις ταύτην τα μυστήρια και τα δόγματα της αληθούς ημών Πίστεως με συντομίαν θαυμάσιον και άλλα πολλά χρήσιμα περί της των όντων, νοητών και αισθητών, θεωρίας, την οποίαν βίβλον ουράνιον εκάλεσα, διότι έκαστον αυτής δίδαγμα λάμπει και φωτίζει με τας ορθάς αποδείξεις, τας φυσικάς και τας Γραφικάς, αλλά και πολύ επιστημονικάς, τόσον ώστε, όστις δεν κατατρυφήση εις αυτήν και δεν απολαύση τοιούτον ουρανόν πολύφωτον, είναι όντως εσκοτισμένος και δυστυχής. Έγραψε δε και λόγους μακρούς ο αοίδιμος Ιωάννης δια την των θείων Εικόνων προσκύνησιν και άλλα ψυχοφελή ποιήματα συνέθεσεν ομού μετά του Αγίου Κοσμά του πνευματικού αυτού αδελφού, τον οποίον είχε συγκοινωνόν εις όλους τους κόπους και τους αγώνας της ασκήσεως και τους πνευματικούς και σωματικούς πόνους και εις όλα αυτού τα συγγράμματα τον εβοήθησε κατά πολύ και ούτος ο τρισμακάριος, αφήσας και αυτός Κανόνας και Τροπάρια εναρμόνια εις την Εκκλησίαν ψαλλόμενα. Τοσούτον δε ενάρετα επολιτεύθη και ο μακάριος ούτος Κοσμάς, ώστε κατέστησε το σώμα του, με την των παθών απονέκρωσιν, άλλο τύμπανον και ψαλτήριον δεκάχορδον, φυλάττων ακριβώς τας αισθήσεις του σώματος και τας ψυχικάς αυτού δυνάμεις με τόσην σοφίαν και σύνεσιν, ώστε έλαμψεν ως φωστήρ διαυγέστατος. Δια τας αρετάς του ταύτας ο μακάριος Κοσμάς εχειροτονήθη από τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων και χωρίς να το θέλη Επίσκοπος της πόλεως Μαϊουμά. Ποιμάνας δε καλώς και θεαρέστως τα λογικά αυτού πρόβατα, απήλθε προς Κύριον. Εχειροτόνησε δε ο Πατριάρχης και τον χαριτώνυμον Ιωάννην Πρεσβύτερον, όστις μετά την χειροτονίαν παρέμεινεν εις την Μονήν και είχε περισσοτέραν από πρότερον ταπείνωσιν. Ούτω λοιπόν κοπιάσας ο μακάριος Ιωάννης έως τέλους της παροικίας αυτού και εργαζόμενος εις τον μυστικόν αμπελώνα του Κυρίου, με την δύναμιν των λόγων του και με τας από των θείων Γραφών αποδείξεις του εστηλίτευσε την δυσσεβή αίρεσιν των εικονομάχων, και ετελείωσε την αγίαν ζωήν του εις γήρας βαθύ, ζήσας έτη εκατόν τέσσαρα, απήλθεν δε εις την αιώνιον ανάπαυσιν, όπου απολανβάνει την αμοιβήν των πόνων  αυτού πολλαπλάσιον παρά Χριστού του Θεού και Σωτήρος ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω Ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


 

H Αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα

Τη Δ΄ (4η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΒΑΡΒΑΡΑΣ


Βαρβάρα η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς έζη κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανού του εν έτει σπδ – τε (284-305) βασιλεύσαντος· κατήγετο δε από την Ανατολήν, εκ πόλεώς τινος, ήτις ωνομάζετο Ηλιούπολις. Κατά την εποχήν εκείνην τοπάρχης της Ηλιουπόλεως ήτο ο πατήρ της Αγίας, όστις ωνομάζετο Διόσκορος, άνθρωπος αρκετά πλούσιος· κατώκει δε εις τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, το οποίον ήτο μακράν από την Ηλιούπολιν δώδεκα στάδια (2.220 μέτρα περίπου). Ήτο δε η Βαρβάρα μονογενής θυγάτηρ του Διοσκόρου, ωραιοτάτη και πάγκαλος, όχι μόνον κατά την ωραιότητα του προσώπου, αλλά και κατά την ανατροφήν, και ήτο τοσούτον εύτακτος και ευγενής κατά τα ήθη, ώστε οι γονείς αυτής ησθάνοντο δια τούτο εν τη καρδία αυτών υπερβολικήν χαράν και ηθικήν ομού ευχαρίστησιν. Επειδή όμως ήτο μικρά ακόμη και ωραία, οι γονείς της, έκριναν συμφέρον να την προφυλάξουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Έκτισαν λοιπόν επίτηδες πύργον υψηλόν και την έκλεισαν εις αυτόν δια να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Της έδωσαν δε με αφθονίαν από όλα τα πράγματα, όσα της εχρειάζοντο, δηλαδή υπηρετρίας, τροφάς, ενδύματα και άλλα διάφορα ανάλογα του πλούτου και της καταστάσεως αυτών. Όταν μετά καιρόν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον, πολλοί από τους πρώτους των αρχόντων και των μεγιστάνων της πόλεως, ακούοντες την καλήν της φήμην και το περιβόητον όνομα, την εζήτησαν ως σύζυγον από τον πατέρα της. Αυτός όμως δεν ηθέλησε να δώση τον λόγον του εις κανένα, αν δεν απεφάσιζε πριν εις τούτο η Βαρβάρα. Αναβάς λοιπόν εις τον πύργον, ηρώτησεν αυτήν αν ήθελε να την υπανδρεύση. Αλλ΄ εκείνη, πριν ακόμη περιμείνη να τελειώση τον λόγον του ο πατήρ της, του απεκρίθη με αγανάκτησιν και οργήν· «Δεν θέλω να μου κάμης πλέον τοιούτον λόγον, διότι θα με αναγκάσης να θανατωθώ μόνη μου και θα χάσης τότε το τέκνον σου». Ο πατήρ της, ακούσας τους λόγους τούτους, δεν την εστενοχώρησε περισσότερον, διότι ηννόησεν ότι η θυγάτηρ του δεν ηναντιούτο εις αυτόν από δυστροπίαν ή απείθειαν, αλλά διότι επόθει να μείνη παρθένος. Κατέβη λοιπόν από τον πύργον χωρίς να της είπη τότε λόγον σκληρόν, ελπίζων ότι με τον καιρόν θα την καταπείση με λόγους καταλλήλους και κολακείας να δεχθή την υπανδρείαν. Κατ΄ εκείνας τας ημέρας ο Διόσκορος απεφάσισε να οικοδομήση έξωθεν του πύργου λουτρόν ωραιότατον. Αφού λοιπόν έκαμε το σχέδιον και έδωκεν εις τους τεχνίτας τας αναγκαίας οδηγίας και τους είπε συγχρόνως, ότι θα τους ικανοποιήση αν επιμεληθούν και προσέξουν να γίνη ωραίον το κτίριον, ανεχώρησε προσωρινώς από το χωρίον του και επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν είχεν αναγκαίαν υπόθεσιν. Επειδή όμως ο Διόσκορος εβράδυνε να επιστρέψη, κατήλθε του πύργου η Βαρβάρα και επήγε να επισκεφθή το κτιζόμενον λουτρόν. Είδε λοιπόν ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνον παράθυρα· όθεν ηρώτησε τους κτίστας διατί δεν έκαμαν και άλλο εν παράθυρον προς το νότιον μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρόν περισσότερον. Οι κτίσται της απεκρίθησαν, ότι ούτως είχε προστάξει ο πατήρ της. Τότε αυτή τους είπε πάλιν· «Κάμετε χωρίς άλλο και το τρίτον παράθυρον και εγώ αποκρίνομαι προς τον πατέρα μου, αν σας ερωτήση δια τούτο». Έκαμαν λοιπόν οι κτίσται καθώς τους είπεν. Αυτή δε κατέβαινε συχνά και παρηκολούθει την  οικοδομήν και βλέπουσα τα τρία παράθυρα έχαιρεν. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων Θεός, όστις γνωρίζει όλα τα πράγματα πριν ακόμη πραγματοποιηθώσιν, ευχαριστηθείς από την αγαθήν και φρόνιμον γνώμην αυτής, εφώτισε την ψυχήν της θαυμάσια και ενέπλησε την καρδίαν της από Πνεύμα Άγιον και παρρησίαν προς τον μόνον αληθή Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Σταθείσα λοιπόν εις την κολυμβήθραν του λουτρού και βλέπουσα προς ανατολάς εχάραξε με τον δάκτυλόν της τον τύπον του θείου Σταυρού επάνω εις τα μάρμαρα· και, ω του θαύματος! ως να ήτο ο δάκτυλός της εργαλείον σιδηρούν ήνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εις το μάρμαρον, ώστε το σημείον του Σταυρού εκείνου φαίνεται μέχρι της σήμερον, δια να κηρύττεται η θαυματουργία και η δύναμις του Κυρίου και Θεού ημών πάντοτε. Και όχι μόνον ο Σταυρός αυτός, αλλά και αυτό το λουτρόν σώζεται μέχρι της σήμερον και κάμνει διάφορα θαύματα, και θεραπεύει όσους έχουν ασθένειάν τινα, όταν προσέλθουν εις αυτό μετά πίστεως. Τοιούτον δε λουτρόν και αν το ονομάση κανείς Ιορδάνιον ρείθρον ή πηγήν Σιλωάμ, ή και Προβατικήν κολυμβήθραν, δεν αμαρτάνει· διότι η δύναμις του Θεού ετέλεσε και εις τούτο πολλά και παράδοξα θαύματα. Ημέραν τινά, επιστρέφουσα από το λουτρόν η Βαρβάρα, παρετήρησε τα είδωλα, τα οποία προσεκύνει ο πατήρ της· στενάξασα δε εκ βάθους ψυχής δια την αναισθησίαν και τυφλότητα αυτού, έπτυσε τα είδωλα κατά πρόσωπον και είπεν· «Όμοιοι με σας να γίνουν, όσοι σας προσκυνούν και σας καλούν εις βοήθειάν των». Ταύτα ειπούσα εισήλθεν εις τον πύργον και έμεινεν εντός αυτού νηστεύουσα και προσευχομένη και περιμένουσα βοήθειαν από τους ουρανούς. Μετ΄ ολίγας ημέρας έφθασεν ο πατήρ της Διόσκορος, όστις ιδών το τρίτον παράθυρον ηπόρησε, πως το έκαμαν χωρίς αυτός να παραγγείλη. Οι δε παρευρισκόμενοι τεχνίται είπον προς αυτόν την αλήθειαν. Τότε ηρώτησε περί τούτου την θυγατέρα του, η οποία είπε προς αυτόν. «Εγώ, πάτερ, προσέταξα και το έκαμαν, διότι φαίνεται ωραιότερον το λουτρόν με τα τρία παράθυρα παρά με τα δύο». Ο πατήρ της, οργισθείς, είπε προς αυτήν· «Ειπέ μου, δια ποίον λόγον και αιτίαν σου φαίνεται ωραιότερον;» Λέγει προς αυτόν τότε η Βαρβάρα· «Αι τρεις θυρίδες φωτίζουσι πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Τούτο δε ειπούσα, ηννόει την της Αγίας Τριάδος υπόστασιν και μεγαλειότητα. Εις τους λόγους τούτους της Βαρβάρας εθυμώθη ακόμη περισσότερον ο πατήρ της και αρπάσας αυτήν την έφερεν εις το λουτρόν και της είπε· «Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων φωτιστικόν εις πάντα άνθρωπον;» Η Βαρβάρα απεκρίθη· «Πρόσεχε, πάτερ, να εννοήσης το αίτιον». Ταύτα ειπούσα, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και δεικνύει εις αυτόν τα τρία της δάκτυλα, λέγουσα· «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίσις νοερώς καταλάμπεται». Ο αληθής ούτος λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ηυχαρίστησε τον πατέρα της, όστις ήτο συνηθισμένος να προσκυνή τα ψευδή και απατηλά είδωλα, αλλ΄ απ΄ εναντίας τον έκαμε να γίνη θηριώδης. Ο ασεβέστατος και σκληροκάρδιος ούτος άνθρωπος ελησμόνησε δια μιας τους νόμους του Θεού, δεν συνελογίσθη ότι ήτο πατήρ και ότι η κόρη εκείνη ήτο αίμα του, αλλά σύρας το ξίφος του ώρμησε να την θανατώση. Αυτή όμως, σωθείσα δια της φυγής από τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις ένα όρος εκεί πλησίον, εις το οποίον φθάσασα ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας, τους οφθαλμούς και την διάνοιάν της και επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν. Πράγματι, ο πανάγαθος Θεός δεν εβράδυνε ποσώς, αλλά καθώς έσωσε την Πρωτομάρτυρα Θέκλαν, την οποίαν εδέχθη μία πέτρα σχισθείσα εις δύο, ούτω και την αοίδιμον ταύτην Βαρβάραν, τρέχουσαν εις τα ορεινότερα μέρη, με όμοιο θαυματούργημα ελύτρωσε· διότι ενώ έτρεχε κατεπάνω της ο δήμιος εκείνος και όχι πατήρ της, εσχίσθη μία πέτρα δια θείας θελήσεως και προσταγής και την εδέχθη εντός αυτής κρύπτουσα ταύτην από τον αιμοβόρον πατέρα της. Ο λίθινος όμως εκείνος άνθρωπος ή μάλλον ειπείν και των λίθων αυτών αναισθητότερος, δεν μετενόησεν ούτε ωπισθοδρόμησε καν ιδών εξαφανισθείσαν από του προσώπου αυτού την Βαρβάραν, αλλ΄ ως τέκνον του ανθρωποκτόνου δαίμονος έτρεχεν εδώ και εκεί, ίνα θύση και απολέση. Ευρών δε δύο ποιμένας, οι οποίοι έβοσκον τα πρόβατά των εκεί πλησίον, τους ηρώτησεν αν ήξευραν, που ήτο κρυμμένη η θυγάτηρ του. Ο εις εξ αυτών ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος και κρίνων άδικον να προδώση την διωκομένην Μάρτυρα, ηρνήθη και είπεν, ότι δεν την είδε ποσώς· επροτίμησεν ως γνωστικός να είπη ψεύδος σωτήριον, παρά αλήθειαν βλάπτουσαν. Ο δε άλλος ποιμήν, πονηρός και απάνθρωπος, δεν ωμίλησε μεν δια να μη τον ακούσωσι, με τον δάκτυλόν του όμως έδειξε την οδόν εις τον Διόσκορον, δια να εύρη την Μάρτυρα. Όμως η θεία δίκη επαίδευσεν αμέσως το κακούργημα τούτο, διότι όλα τα πρόβατα του κακοτρόπου εκείνου και άφρονος βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν τοιούτοι μέχρι τέλους και περιεκύκλουν τον τάφον της Αγίας. Ευρών επί τέλους την Αγίαν ο Διόσκορος εις το όρος την έδειρεν ανηλεώς· έπειτα αρπάσας αυτήν εκ των πλοκάμων της κεφαλής την έσυρε βιαίως εις τον οίκον του. Εκεί δε φθάσαντες την έκλεισεν εις μικρόν οικίσκον και σφραγίσας την θύραν, έβαλε φύλακας να την φυλάττουν. Έπειτα επήγεν εις τον ηγεμόνα Μαρκιανόν, όστις εξουσίαζε τότε την πόλιν εκείνην, και είπε προς αυτόν· «Η θυγάτηρ μου καταφρονεί και αποστρέφεται τους θεούς ημών και μόνον τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν σέβεται και τιμά εξ όλης ψυχής». Αφού είπε ταύτα, έφερε και την θυγατέρα του και την παρέδωκεν εις τας χείρας του Μαρκιανού, εξώρκισε δε αυτόν εις τους θεούς των να μη την λυπηθή παντελώς, αλλά να την βασανίση με παντός είδους βίαια και σκληρά κολαστήρια. Καθίσας ο Μαρκιανός εις την έδραν του δικαστηρίου προσέταξε να φέρωσι την Μάρτυρα, η οποία, άμα παρουσιάσθη και την είδεν εκείνος, έκθαμβος γενόμενος από το εξαίσιον κάλλος και το σεμνόν ήθος της, ελησμόνησε προς στιγμήν τους όρκους του Διοσκόρου, και είπε προς αυτήν με γλυκείαν φωνήν και με πραότητα· «Δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, Βαρβάρα; Διατί δεν προσφέρεις θυσίαν εις τους θεούς, τους οποίους λατρεύουν και οι γονείς σου; Εγώ λυπούμαι να θανατώσω μίαν νέαν, η οποία έχει εξαίσιον κάλλος! Σε συμβουλεύω λοιπόν να υπακούσης εις ό,τι σου λάγω και να προσκυνήσης τους θεούς, άλλως θα με αναγκάσης να σε θανατώσω με τον πλέον σκληρόν τρόπον». Η δε Μάρτυς απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εις τον Θεόν μου, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην και όλα τα λοιπά κτίσματα. Οι θεοί όμως, τους οποίους συ λατρεύεις, είναι κατεσκευασμένοι από αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων και των εθνών δαιμόνια». Ταύτα ακούσας ο δικαστής ωργίσθη και προσέταξεν ευθύς να την γυμνώσουν και να την δείρουν ανηλεώς με σκληρά βούνευρα, να τρίψωσι δε τας πληγάς της με ύφασμα τρίχινον, δια να αισθάνεται δριμυτέρους τους πόνους. Τοσούτον λοιπόν απανθρώπως την εμαστίγωσαν, ώστε κατεπλήγωσαν και κατετρύπησαν το σώμα της, από δε το ρέον εκ των πληγών της άσπιλον αυτής αίμα κατεκοκκίνισε το μέρος της γης, εις την οποίαν την είχον ερριμμένην. Αφού τέλος πάντων την εβασάνισαν ούτως επί πολλήν ώραν, την έρριψαν εις την φυλακήν προσωρινώς, μέχρις ότου την εξετάσωσι και δεύτερον. Περί το μεσονύκτιον όμως εφάνη αίφνης έμπροσθεν αυτής φως φαεινόν, από το οποίον έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον. Υπεράνω δε του φωτός τούτου εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, όστις ενθαρρύνας αυτήν, της είπε· «Μη φοβηθής ουδόλως, Βαρβάρα, ούτε να αποκάμης από τας βασάνους και τας τιμωρίας των σκληροκαρδίων αυτών ανθρώπων, αλλά να εμμείνης σταθερά εις το φρόνημά σου, εγώ δε θέλω μένει πάντοτε μετά σου και θέλω σε διαφυλάττει δια παντός υπό την σκέπην μου». Ταύτα του Δεσπότου Χριστού προς την Αγίαν λέγοντος, αι πληγαί αυτής ηφανίσθησαν και όλον το σώμα της εθεραπεύθη εντελώς. Δι΄ ο αύτη ησθάνθη εγκάρδιον αγαλλίασιν και ευχαρίστησιν ανέκφραστον. Γυνή δε τις θεοσεβής και ενάρετος, Ιουλιανή ονομαζομένη, έτυχε να ευρεθή τότε μετά της Αγίας, η οποία ιδούσα το παράδοξον τούτο θαύμα, εδόξασεν από καρδίας τον Θεόν. Επειδή δε είχε την αυτήν γνώμην και το αυτό φρόνημα με την Μάρτυρα, απεφάσισεν εν τη καρδία αυτής να υπομείνη και αύτη εις την πρώτην ευκαιρίαν παντός είδους τιμωρίας και βασάνους δια την αγάπην και το όνομα του Ιησού Χριστού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων ήλθε και εκ δευτέρου ο ηγεμών εις το δικαστήριον και προσέταξε να φέρωσι πάλιν ενώπιόν του την Βαρβάραν, την οποίαν ιδόντες οι περιεστώτες εντελώς υγιαίνουσαν και χωρίς να έχη καμμίαν πληγήν εις το σώμα της, εξεπλάγησαν άπαντες. Ο ασεβής ηγεμών όμως, τετυφλωμένος από την πλάνην του, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση την μεγάλην τού αληθινού Θεού δύναμιν, αλλ΄ είπεν ο άφρων προς την Μάρτυρα· «Βλέπεις, Βαρβάρα, πόσην δύναμιν έχουσιν οι θεοί μου, οι οποίοι σε ηυσπλαγχνίσθησαν και θεράπευσαν τας πληγάς σου»; Αυτή δε απεκρίθη προς αυτόν· «Οι θεοί σου, οίτινες είναι τυφλοί και ανίσχυροι καθώς συ, πως είναι δυνατόν να κάμουν τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν; Αυτοί μάλλον έχουν ανάγκην από τους ανθρώπους. Όχι λοιπόν, δεν με εθεράπευσαν οι θεοί σου, με ιάτρευσεν ο Χριστός, ο αληθής Υιός του ζώντος Θεού, αυτός τον οποίον δεν δύνασαι συ να ίδης, διότι οι οφθαλμοί σου είναι βεβαρημένοι από το σκότος της ασεβείας». Ακούσας ο ηγεμών τους λόγους τούτους της Αγίας ωργίσθη σφόδρα και προσέταξε να καταξεσχίσωσι τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας, να καίωσι τα ξεσχισμένα μέλη της με λαμπάδας ανημμένας και να κτυπώσι με σφύραν την αγίαν αυτής κεφαλήν. Έτυχε δε πάλιν και τότε να ευρεθή εκεί παρούσα και η αγαθή και θεοσεβής Ιουλιανή, η οποία βλέπουσα τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας έκαμνον εις την Μάρτυρα και το αίμα, το οποίον έρρεε ποταμηδόν εκ της κεφαλής και του λοιπού σώματος αυτής, μη δυναμένη δε άλλως να την βοηθήση, τόσον συνεκινήθη από τον πόνον, τον οποίον ησθάνετο εις την καρδίαν της, ώστε ήρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. Ο ηγεμών, ιδών αυτήν κλαίουσαν, ηρώτησε ποία ήτο. Μαθών δε ότι ήτο Χριστιανή και αυτή και ότι δια την προς την Βαρβάραν συμπάθειάν της έκλαιε, προσέταξε να κρεμάσωσιν αμέσως και αυτήν πλησίον της Αγίας, να ξεσχίσωσι τας σάρκας της και με λαμπάδας ανημμένας να την κατακαίωσιν. Ούτω λοιπόν βασανιζομένη και αυτή σκληρώς, κατά την προσταγήν του άρχοντος, και πάσχουσα αλγεινώς, ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον ουρανόν και είπε· «Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, καρδιογνώστα και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι δια την αγάπην σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά· λοιπόν μη με εγκαταλείπης μηδέ αφήσης να με νικήση ο αλιτήριος ούτος και να καυχηθή δι΄ εμέ, αλλ΄ αξίωσόν με να εγκαρτερήσω μέχρι τέλους, δια να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ενώ δε η Ιουλιανή εδέετο ούτω προς τον Θεόν, ο σκληροκάρδιος άρχων προσέταξε να κόψωσι τους μαστούς και των δύο. Πλην και η απάνθρωπος αύτη πράξις δεν μετέβαλε ποσώς την απόφασιν αυτών, απεναντίας μάλιστα η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έψαλλε τότε λέγουσα· «Κύριε, μη απορρίψης ημάς από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης αφ΄ ημών» (Ψαλμ. ν: 13-14). Αφού λοιπόν υπέμειναν και αυτήν την τρομεράν βάσανον, προσέταξεν ο άρχων την μεν Ιουλιανήν να φυλακίσωσι, την δε Βαρβάραν να την περιφέρωσι γυμνήν εις όλην την πόλιν και συγχρόνως να την δέρωσιν ασπλάγχνως. Η δε σεμνή Μάρτυς, θεατριζομένη δια τοιούτου απρεπεστάτου τρόπου και συγχρόνως δερομένη, δεν εθλίβετο ποσώς δια τας βασάνους ταύτας, αλλ΄ ατενίσασα τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν είπε· «Δέσποτα Κύριε, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις και περιτυλίσσων την γην με ομίχλην, αυτός και την εμήν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεύ των ουρανών, και μη αφήσης να βλέπωσιν οι ασεβείς τα μέλη μου, δια να μη γίνω μυκτηρισμός αυτών και χλευασμός και περιγέλασμα». Ήκουσεν εκ Ναού αγίου αυτού ο ταχύς Θεός και έσπευσεν ευθύς εις αντίληψιν της πασχούσης Μάρτυρος. Εφάνη δε έμπροσθεν αυτής καθήμενος επί χερουβικού άρματος και την μεν καρδίαν αυτής επλήρωσεν ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, δια της θείας και πανευφροσύνου παρουσίας Αυτού, το δε άγιον αυτής σώμα, κατά προσταγήν Αυτού, ενέδυσαν οι Άγιοι Άγγελοι με στολήν λαμπροτάτην και ένδοξον. Όχι δε μόνον τούτο εγένετο, αλλά και τας πληγάς αυτής εθεράπευσε πάλιν ως και πρότερον. Οι δε υπηρέται την παρουσίασαν εις τον άρχοντα, όστις ιδών αυτήν ούτως ενδεδυμένην ησχύνθη· όθεν μη δυνάμενος να την νικήση με απειλάς και βασάνους, ούτε με υποσχέσεις αγαθών και πλούτου, απεφάσισε να θανατώση αυτήν και την ομόφρονα αυτής Ιουλιανήν. Προσέταξε λοιπόν να αποκεφαλίσωσι και τας δύο. Εις όλας τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας ανεφέραμεν ότι εδοκίμασεν η Μάρτυς Βαρβάρα, ήτο παρών ο αιμοβόρος πατήρ αυτής και τας έβλεπεν ο άσπλαγχνος. Δεν επόνεσε δε ο ασεβής και παμμίαρος, ούτε ποσώς ελυπήθη την θυγατέρα του, ούτε εχόρτασεν εις τόσας παιδεύσεις και ξεσχισμούς όσους αυτή έπαθεν, αλλ΄ ενόμιζεν ακόμη ο άφρων, ότι ήθελον κατηγορήσει αυτόν ως άνανδρον και ασθενή κατά την ψυχήν, αν άφηνε να την φονεύση άλλος. Όθεν άμα ο δικαστής εξέδωκε την κατ΄ αυτής καταδικαστικήν απόφασιν, ευθύς ήρπασεν αυτήν ως τίγρις λυσσώσα, δια να την θανατώση με τας ιδίας του χείρας ο κακούργος! Λοιπόν ο μεν Διόσκορος έλαβε την κόρην του, άλλος δε δήμιος έλαβε την Ιουλιανήν και επορεύθησαν εις το όρος, εις το οποίον απεκεφαλίσθη η Βαρβάρα υπό του πατρός της. Αλλ΄ ενώ επορεύοντο εις τον τόπον του θανάτου αυτών αι δύο Μάρτυρες, αντί να λυπώνται και να θρηνούν, απ΄ εναντίας μάλιστα έχαιρον και ηυχαριστούντο, ως να ήσαν προσκεκλημέναι εις γάμον ή άλλην τινά διασκέδασιν φιλικήν και χαρμόσυνον. Η δε Αγία Μάρτυς του Χριστού Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα· «Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων· ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν· ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους και αμαρτωλούς και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος· αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναι Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν ιδικήν σου». Ενώ δε η Αγία προσηύχετο τοιουτοτρόπως, αίφνης ηκούσθη ουρανόθεν φωνή, η οποία προσεκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα εζήτησε δια της προσευχής της. Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα η Μάρτυς Βαρβάρα ενεθαρρύνθη περισσότερον και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα έκλινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το Μαρτύριον. Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος. Αλλ΄ ενώ οι άδικοι φόνοι εξετελούντο, η θεία δίκη, άγρυπνος πάντοτε, ετιμώρησεν αμέσως τον ασεβή εκείνον και αιμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα· διότι μόλις ούτος ήρχισε να καταβαίνη εκ του όρους, εις το οποίον είχε πράξει τον απάνθρωπον εκείνον φόνον, αίφνης κεραυνός καταπεσών εκ του ουρανού κατέκαυσεν αυτόν και εκ του σώματός του ουδέ ίχνος καν εφάνη. Ούτως ο άθλιος εκείνος και βδελυρός άνθρωπος εστερήθη και της παρούσης και της μελλούσης ζωής, διότι ήτο ανάξιος και εις την μίαν να ζη και την άλλην να απολαύση. Η θεία δε αύτη οργή δεν περιωρίσθη εις μόνην την τιμωρίαν  του παιδοκτόνου Διοσκόρου, αλλά και μέχρις αυτού του ηγεμόνος Μαρκιανού έφθασεν η λάμψις του κεραυνού εκείνου ως προειδοποίησις αψευδής και συμβολική του ασβέστου εκείνου πυρός, εκ του οποίου έμελλε να κολάζεται αιωνίως. Άνθρωπος δε τις ευσεβής Χριστιανός, Ουαλεντίνος ονομαζόμενος, έλαβε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων και τιμήσας αυτά με ψαλμωδίας και πνευματικούς ύμνους, τα μετέφερεν εις το χωρίον Γελασσόν· εκεί δε όταν έφθασε, τα ενεταφίασεν ιεροπρεπώς. Το Μαρτύριον αυτών ας είναι ίασις νόσων, ψυχών αγαλλίασις και φιλοθέων ανδρών εντρύφημα πολυέραστον. Ας είναι εις δόξαν Χριστού του μόνου αληθινού Θεού ημών, εις τον οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο Άγιος Νεομάρτυς Αγγελής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΓΓΕΛΗ του εν Χίω αθλήσαντος εν έτει αωιγ΄ (1813).

Αγγελή του Αγίου Νεομάρτυρος την μνήμην σήμερον εορτάζομεν. Χαρήτε όθεν όλοι οι ευλαβείς φιλομάρτυρες, όσοι αδιστάκτως και αναμφιβόλως καρδία μεν τον πιστεύετε, στόματι δε τον ομολογείτε της Αιωνίου Αληθείας, του Ιησού Χριστού, παναληθέστατον Μάρτυρα. Τον πρώην εξωμότην Αγγελήν υμνούμεν και ευφημούμεν και τους μαρτυρικούς του αγώνας επικροτούμεν και δοξάζομεν. Ας πληροφορηθώσιν όσοι διστάζουσι και περί της αγιότητος και της μαρτυρικής αυτού δόξης αμφιβάλλουσιν, ότι Μάρτυς είναι τη αληθεία και, κατά την ανέκαθεν της Εκκλησίας παράδοσιν, πάσης μαρτυρικής τιμής άξιος. Τον πρώην αρνησίχριστον, ως Χριστού αγαθόν και πιστόν δούλον, με επινικίους ωδάς και μαρτυρικά άσματα τιμώμεν, ίνα και ημείς Μάρτυρες τη προαιρέσει, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, γινώμεθα. Ας εμφραγούν τα απύλωτα στόματα των αντιλεγόντων και μη ομολογούντων αυτόν και τους ομοίους αυτού όντως θείους Μάρτυρας· ότι κατά τους θείους Πατέρας, το Μαρτύριον δεν είναι απλώς άφεσις αμαρτιών, αλλά και αγιότης και δόξα και τιμή αιώνιος και ουράνιος. Ημείς λοιπόν φιλαλήθως διηγούμεθα εις την υμετέραν αγάπην την του Αγγελή χριστιανικήν ζωήν και την ευαγγελικήν πολιτείαν και τον υπέρ της ευσεβείας ένθερμον ζήλον του, αλλά και την αξιοδάκρυτον πτώσιν του ομολογούμεν και την αντίχριστον άρνησίν του δεν σιωπώμεν· καθώς και το ιερόν Ευαγγέλιον και την εκ θείας αποκαλύψεως ομολογίαν του Αποστόλου Πέτρου εκθειάζει και την τριτήν αυτού άρνησιν ομολογεί· δεν σιωπώμεν την πτώσιν, επειδή έπεται κατόπιν η θαυμασία αυτού ανόρθωσις και τελειοτάτη μετάνοια· ομολογούμεν την άρνησιν, επειδή έχομεν ακόλουθον την πεπαρρησιασμένην αυτού ομολογίαν και των μαρτυρικών αγώνων την λαμπρότητα. Ακούσατε λοιπόν μετά προσοχής την σύντομον ταύτην διήγησιν, η οποία τους μεν καλώς εστώτας εις την πίστιν και εις την αρετήν θέλει διδάξει να προσέχουν δια να μη πέσουν ή από αμέλειαν ή από υπερηφάνειαν, τους δε πεσόντας θέλει διεγείρει και παρακινήσει εις μετάνοιαν και ανόρθωσιν εκ του πτώματος της αμαρτίας. Ούτος λοιπόν ο νέος του Χριστού στρατιώτης, ο νικητής σαρκός και κόσμου και κοσμοκράτορος, ο ουρανόφρων και αγγελόφρων Αγγελής εγεννήθη εις το Άργος της Πελοποννήσου· το γένος του και την ανατροφήν του και την πολιτείαν του και την κατάστασιν, την οποίαν είχεν εις το Άργος, δεν ηδυνήθημεν να τα μάθωμεν· τόσον μόνον εμάθομεν, ότι εις το Κουσάντασι ευρίσκετο και διέτριβε και εμπειρικός ιατρός εγνωρίζετο· άνθρωπος ευλαβής, ήσυχος, φιλακόλουθος, ελεήμων, ευσεβής και ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος (καθώς εβεβαιώθημεν από αξιοπίστους ανθρώπους, οίτινες είχον γνωριμίαν και συναναστροφήν μαζί του). Αλλά τι ηκολούθησεν εις τον καλόν Αγγελήν από αυτόν τον υπέρ της ευσεβείας υπέρμετρον ζήλον του; Τούτον είναι άξιον διηγήσεως και δεν πρέπει να σιωπηθή. Έτυχεν εις μίαν του συναναστροφήν εις Γάλλος άθεος, όστις ακούων τον ένθεον και θεοσεβή Αγγελήν να λέγη προς τους παρόντας λόγους υπέρ της ημετέρας ευσεβείας και της αγίας μας Πίστεως, τον εχλεύαζε και τον περιεγέλα ο μιαρός, ως ασεβής και άθεος όπου ήτο. Ο δε θείος Αγγελής δεν εσιώπησε, καθώς πολλοί δια ανθρωπαρέσκειαν ποιούσιν, αλλ΄ αντέλεγε και όπως ηδύνατο την μεν αγίαν μας Πίστιν υπεστήριζε, τον δε αλιτήριον Γάλλον απεδείκνυεν ασεβή και άθεον και εκ τούτου έγινεν ικανή φιλονικία και τέλος πάντων λέγει ο Αγγελής προς τον άθεον εκείνον· «Όχι μόνον με λόγια γυμνά δύναμαι να αποδείξω την αγιότητα της Πίστεώς μου, αλλά και με έργα εμπράκτως. Λοιπόν άφες τους λόγους και τας φλυαρίας και ας φιλονικήσωμεν με τα έργα· φόρεσον συ όλα τα άρματά σου και όπως θέλεις αρματώσου και εγώ χωρίς άρματα, χωρίς μάχαιραν, χωρίς πιστόλαν, χωρίς τυφέκιον, γυμνός από όλα αυτά, καθώς με βλέπεις, μόνον με εν ξύλον εις την χείρα να μονομαχήσωμεν αμφότεροι, και θα σε νικήσω με την δύναμιν της Πίστεώς μου». Αυτά ηρέθισαν τον Γάλλον και τον εκίνησαν εις θυμόν και μη υποφέρων να βλέπη ένα ευτελέστατον Έλληνα να έχη τόσην πεποίθησιν και θάρρος εις την δύναμιν της Πίστεώς του, εδέχθη τον αγώνα να μονομαχήσουν, θαρρών εις τα άρματά του, ότι θέλει τον φονεύσει, αφ΄ ενός μεν δια να κάμη εκδίκησιν εις τον εχθρόν του, αφ΄ ετέρου δε δια να δείξη ο άπιστος ψευδή την δύναμιν της αγίας ημών Πίστεως, εις την οποίαν κατεκαυχάτο ο Αγγελής και είχε προς αυτήν όλον το θάρρος του· και ο μεν Πέτρος, η πέτρα της Πίστεως, ο κορυφαίος των Αποστόλων, ολίγον περιπατήσας επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης, ωλιγοπίστησε και δια τούτο ήρχισε να βυθίζηται εις τα ύδατα, ο δε Αγγελής τόσον στερεάν Πίστιν και τόσον θάρρος είχεν, ότι θέλει θαυματουργήσει ο Θεός και θέλει δείξει την δύναμιν της Πίστεώς του, ώστε δεν ηθέλησε να γίνη η μονομαχία αυτή κρυφίως, αλλά παρρησία και φανερά. Παρρησιάζεται λοιπόν ο Αγγελής με τον ανταγωνιστήν του εις τον Γάλλον πρόξενον και αναφέρει προς αυτόν την περί της Πίστεως φιλονικίαν των, εις επήκοον δε των παρευρεθέντων είπε τας βλασφημίας, τας οποίας έλεγεν ο άθεος εκείνος κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της αγιωτάτης ημών Πίστεως και την απολογίαν, την οποίαν έκαμεν αυτός υπέρ της αληθείας της Πίστεώς μας. Κατόπιν τούτου, με άδειαν και έγκρισιν του προξένου, έκαμον γράμματα εις την καγκελλαρίαν, ότι οικεία βουλήσει και προαιρέσει ηθέλησαν να μονομαχήσουν οι δύο ούτοι, ο μεν Γάλλος με άρματα πολεμικά, ο δε Έλλην Αγγελής χωρίς άρματα, κρατών μόνον ένα ξύλον εις την χείραν του, όστις δε εκ των δύο ήθελε φονευθή, να είναι καλώς πεφονευμένος, ο δε νικήσας και φονεύσας τον άλλον να μη έχη ύστερον παρά τινος ουδεμίαν εξέτασιν ή κρίσιν ή τιμωρίαν δια τον φονευθέντα. Τοιούτον γράμμα και τοιαύτην συμφωνίαν και απόφασιν έκαμον και δεν είναι θαυμαστόν αν ο υπερήφανος Γάλλος εδέχθη τον αγώνα τούτον, ελπίζων εις την δύναμίν του και εις τα άρματά του, ως άλλος αλλόφυλος Γολιάθ, να φονεύση με το πρώτον κτύπημα τον άοπλον Αγγελήν· δεν είναι, λέγω, τούτο θαυμαστόν· το θαυμαστόν όντως και υπερθαύμαστον είναι ότι ο Αγγελής, ως άλλος Δαβίδ, είχε πίστιν αδίστακτον, ότι και χωρίς άρματα, με μόνην την θείαν Δύναμιν, θέλει φονεύσει τον αλλόφυλον. Αλλ΄ ίσως δεν ήθελέ τις ονομάσει πίστιν αδίστακτον ένα τοιούτον τόλμημα, αλλ΄ ελαφρότητα νοός ή άλλο τι παρόμοιον· το ακόλουθον όμως του διηγήματος δεν δεικνύει ελαφρότητα νοός και παραλογισμόν και παραφροσύνην, διότι δεν ηθέλησεν ευθύς την ώραν εκείνην να τελειώση τον αγώνα, αλλά με συμφωνίαν του αντιπάλου τον άφησε δια την επομένην, ίνα λάβη, ως έδειξαν τα πράγματα, καιρόν να φορέση και αυτός τα ουράνια άρματα, εναντίον των γηϊνων αρμάτων του αλλοφύλου. Τρέχει λοιπόν ο καλός Αγγελής εις τον Πνευματικόν του Πατέρα και εξομολογείται όσα ως άνθρωπος ήμαρτε, φανερώνει προς αυτόν τον προκείμενον αγώνα του και ζητεί τας ευχάς του και δι΄ αυτών την εξ ύψους βοήθειαν. Ο Πνευματικός κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν να τον εμποδίση, αλλά δεν ηδυνήθη, όθεν τον απέλυσεν, αυτός δε πηγαίνων εις την κατοικίαν του διήλθεν όλην την νύκτα εις θερμήν δέησιν προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, αιτών όπως θαυμαστώση την δύναμιν της θείας του Πίστεως εναντίον του βλασφήμου Γάλλου· έπειτα την πρωϊαν εκοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και ούτω καθωπλισμένος με την θείαν δύναμιν εξήλθεν εις παράταξιν κατά του αλλοφύλου και τον προσκαλεί να συμπλακούν και να πολεμήσουν. Τις να μη θαυμάση και να μη φωνάξη μετ΄ εκπλήξεως· «Ω θειότατε Αγγελή, μεγάλη σου η Πίστις!» Άλλο δεν είχεν εις το στόμα και άλλο δεν έλεγε παρά «Με τον πόλεμόν μου τούτον θα δείξω εις τους απίστους την δύναμιν της αληθούς Πίστεώς μου». Αλλ΄ ενταύθα του λόγου γενόμενος, ευσεβέστατοι ακροαταί, νομίζω ότι βλέπω με τους οφθαλμούς του νοός μου δύο ενάντια πάθη μέσα εις τας καρδίας σας, φόβον και πόθον· πόθον μεν, διότι ποθείτε και αγαπάτε να ακούσητε πεφονευμένον και τεθανατωμένον τον άθεον, δια να φανή η δύναμις της Πίστεώς μας, να δοξασθή ο υπό των απίστων αθετούμενος Χριστός, φόβον δε μήπως και δεν ευδοκήση ο Θεός, δια τας αιτίας, τας οποίας μόνος Αυτός γνωρίζει, να γίνη το ποθούμενον θαύμα· αλλά δίκαιος μεν είναι ο πόθος σας, της ολιγοπιστίας δε είναι ο φόβος σας· επειδή είναι αψευδής ο ειπών· «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Μη φοβήσθε λοιπόν, αλλά και μη ποθήτε να ίδητε τεθανατωμένον τον εχθρόν της Πίστεως· διότι «τα κρίματά σου (Κύριε) ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. λε: 7) και· «τις έγνω νουν Κυρίου; και τις αυτού σύμβουλος εγένετο;» (Ησαϊας μ: 13). Ο βάθει σοφίας πάντα οικονομών και το συμφέρον πάσιν απονέμων δια λόγους, τους οποίους αυτός μόνος γνωρίζει, δεν συνεχώρησε να γίνη αυτή η μονομαχία και να τελειωθή αυτός ο ποθούμενος αγών και ακούσατε. Ευθύς ως παρρησιάσθη, ώσπερ λέων απτόητος, ο της ευσεβείας αγγελώνυμος Αθλητής και εζήτει εις συμπλοκήν τον αντίπαλον, κατέλαβεν εκείνον φόβος και τρόμος ανείκαστος και δειλία θανάτου επέπεσεν επ΄ αυτόν και εκάλυψε την διάνοιάν του σκότος, η καρδία του εταράχθη και εγκατέλειπεν αυτόν η ισχύς αυτού. Όθεν και με πολλήν του καταισχύνην και εντροπήν παρητήθη και έφευγεν, αλλά και παραίτησις και η φυγή του δεν έγινε καθώς εκείνος ήθελε, κρυφίως δηλαδή χωρίς να τον αντιληφθούν πολλοί, επειδή ο μακάριος Αγγελής ως αριστεύς και νικητής εθριάμβευε την εκείνου φυγήν ως ήτταν και επέμενεν εις την εξ αρχής συμφωνίαν των γραμμάτων των, ζητών να μονομαχήσουν και αποφασιστικά του έλεγεν ότι θα τον φονεύση με την δύναμιν της Πίστεώς του. Όθεν παρρησιάσθη και δια δευτέραν φοράν εις τον πρόξενον καο εζήτει παρ΄ αυτού, όπως εξαναγκάση τον φυγάδα να πραγματοποιήσουν την συμπεφωνημένην μονομαχίαν· εκείνου δε παραιτουμένου εκηρύχθη παρά πάντων νικητής ο Αγγελής, ή μάλλον ειπείν η θεία Πίστις ημών και νενικημένος ο άθεος Γάλλος. Όθεν και με κρίσιν του προξένου επλήρωσε και τα έξοδα της καγκελλαρίας, δια το γράμμα, το οποίον έκαμον. Εάν όμως ήτο μέχρι λόγων η φιλονικία των και μόνοι οι δύο συνεκρούοντο, ήθελε δε υποχωρήσει ο Γάλλος, ηδύνατο κανείς να είπη, ότι δεν κατεδέχθη να πιασθή με ένα ταπεινόν άνθρωπον και να βάλη εις κίνδυνον την ζωήν του χωρίς ανάγκην· αλλ΄ εφόσον δεν ήτο απλή μόνον λογομαχία μεταξύ των, αλλά και παράστασις εις τον πρόξενον και κρίσις και απόφασις έγγραφος, έπειτα δε παραίτησις τόσον άτιμος και επονείδιστος, που έχει τόπον πλέον αυτή η πρόφασις, ότι καταφρονών δήθεν αυτόν παρήτησε; Θεόθεν λοιπόν ήτο ο φόβος και από τον φόβον εκείνον και ο άθεος κατησχύνθη και ο Αγγελής δεν έγινεν ανθρωποκτόνος. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών;» Κατά τον επιστήθιον μαθητήν, «αύτη εστίν η νίκη, η νικήσασα τον κόσμον, η Πίστις ημών» (Α΄ Ιω. ε: 4). «Πως διώξεται εις χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας, ει μη ο Θεός απέδοτο αυτούς και ο Κύριος παρέδωκεν αυτούς;» (Δευτ. λβ: 30). Πως ο καλά αρματωμένος, εάν ο Θεός δεν ήθελε ταράξει την καρδίαν και τας φρένας αυτού και εάν δεν επέπιπτεν εις αυτόν φόβος και τρόμος, από το μέγεθος του θείου βραχίονος (Έξ. ιε: 16) ήθελε φοβηθή τόσον υπέρμετρα τον όλως άοπλον; Τι τα μετά ταύτα; Έκτοτε και εις το εξής (λέγουσιν οι φίλοι και γνωστοί του) παρήτησεν ο Αγγελής την ιατρικήν και κάθε συναναστροφήν ανθρώπων και κάθε τι άλλο και εκάθητο εν απομονώσει και ησυχία εις την οικίαν του, μέσα εις το Πασά Χάνι, χωρίς να θέλη να εξέλθη πλέον έξω. Μόνον δύο φίλοι του τον έβλεπον, οι οποίοι και του έφερον τα προς ζωοτροφίαν, νομίζοντες δε μελαγχολίαν και υποχονδρίαν την απομεμονωμένην και ησυχαστικήν εκείνην ζωήν του, εδοκίμαζον με διαφόρους τρόπους να διασκεδάσουν τους λογισμούς του και να αποβάλουν την φαινομένην υποχονδρίαν του. Ο δε Αγγελής έλεγε προς αυτούς· «Μη κοπιάζετε ματαίως να αλλάξητε τον λογισμόν μου, επειδή έλαβον σταθεράν απόφασιν να μαρτυρήσω υπέρ του Χριστού μου και να χύσω το αίμα μου υπέρ της Αγίας μου Πίστεως, δια να δείξω την θείαν αυτής δύναμιν». Πολλά και διάφορα του είπον δια να του αποβάλουν τον λογισμόν του Μαρτυρίου, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Όθεν οι δύο φίλοι του εκείνοι και τότε πάλιν μελαγχολίαν ενόμιζον την ησυχίαν και σιωπήν εκείνην και παραίτησιν της ζωής του και την προς το Μαρτύριον ορμήν του και ύστερον, ότε μας έγραψαν τα ανωτέρω, μελαγχολίαν ονομάζουσι την κατάστασιν εκείνην του Μάρτυρος, εγώ όμως απέχω από τούτου και δεν αποφασίζω να ονομάσω μελαγχολίαν την προτέραν εκείνην κατάστασιν αυτού. Τι δε να είπω δια το απευκταίον και ανέλπιστον εκείνο, το οποίον έπραξεν ύστερον, απορώ και εις βάθος αμηχανίας εμπίπτω και ποίαν κρίσιν να κάμω δεν γνωρίζω. Επειδή εκείνος ο τόσον ζηλωτής της Πίστεως, ο κατά μόνας και καθ΄ ησυχίαν μελετών τον υπέρ Χριστού θάνατον και τα μαρτυρικά στίγματα φανταζόμενος νύκτα και ημέραν επάνω εις το σώμα του, ο τοιούτος, λέγω, ζηλωτής, στρέφων τους λογισμούς αυτούς του Μαρτυρίου μόνος του μέσα εις τον νουν του και έχων υπερηφάνους, ως νομίζω, λογισμούς, ότι τάχα ενίκησε τον άπιστον με την προς Χριστόν αδίστακτον πίστιν του, εγκατελείφθη από τον Θεόν, τον μισούντα τους υψηλόφρονας, και ούτως ευρών τόπον και επιτήδειον καιρόν ο απ΄ αρχής ανθρωποκτόνος διάβολος, τον επλάνησεν (εγελάσθην, έλεγεν εξομολογούμενος) τον επλάνησε, λέγω, να τουρκεύση, δια να λάβη τάχα αφορμήν να μαρτυρήση. Όθεν, φευ του ανελπίστου κακού! Κατά το έτος 1813 το Σάββατον του δικαίου Λαζάρου, εξυρίσθη, έπειτα έβγαλε το κάλυμμα της κεφαλής, το οποίον εφόρει, έβαλε φέσι και μανδήλιον εις την κεφαλήν του και χωρίς καμμίαν βίαν ή παρακίνησιν επήγε και εζήτει να τουρκεύση. Εκεί πάλιν, καίτοι δεν τον εδέχθησαν παντελώς να τον κάμουν προσήλυτον εις την πίστιν των, αλλά τον ύβριζον και τον εδίωκον, παρ΄ όλα ταύτα, ό,τι και αν του έκαμνον, αυτός δεν έφευγεν εκείθεν, έως ου τους έκαμε και τον εδέχθησαν και εξώμοσε, φευ! την Αγίαν Πίσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Όμως και μετά την άρνησιν δεν ήλλαξε τον απ΄ αρχής σκοπόν του, αλλ΄ έκαμνεν άτακτα κινήματα, δια να δώση αφορμήν να τον σύρουν εις κρίσιν, να ομολογήση ότι είναι Χριστιανός. Όθεν και μελαγχολικόν και υποχονδριακόν τον ενόμιζον· διότι μίαν ημέραν επήγεν εις το καπηλείον ενός από τους προρρηθέντας φίλους του και εζήτησε να του δώση κρασί. Αφ΄ ου έπιε, τον ερωτά ο φίλος του· «Διατί βαστάζης πιστόλα»; Αυτός απεκρίθη· «Την βαστάζω δια να σε σκοτώσω» · και ευθύς με τον λόγον ετράβηξε την πιστόλαν επάνω εις τον άνθρωπον και βλάβην μεν ουδεμίαν δεν του επέφερεν, έκαψεν όμως μέρος από το ένδυμά του. Τούτο εστάθη αιτία να τον διώξουν εκείθεν οι εξουσιασταί ως παράφρονα και τον έστειλαν εις την Χίον. Τι όμως τη αληθεία συνέβαινεν με τον Μάρτυρα δεν ηδυνήθη κανείς να εννοήση· επειδή, όπου εύρισκεν Εκκλησίαν ανοικτήν, εισήρχετο εντός αυτής και με την ροήν των δακρύων του κατέβρεχε το έδαφος της Εκκλησίας, εκτύπα άπονα και αλύπητα την κεφαλήν του εις τα μάρμαρα του εδάφους και μάλιστα τόσον ώστε και μακρόθεν ηκούετο ο κτύπος του μετώπου του εις τα μάρμαρα, ησπάζετο μετά πολλής ευλαβείας τας αγίας Εικόνας, πολλάκις δε, όταν δεν ήτο καιρός της Ακολουθίας, έλεγε τόσον κατανυκτικάς ευχάς προς τον Χριστόν, προς την Παναγίαν, προς τους Αγίους, εξαιρέτως δε εις τους Μάρτυρας, ώστε πολλοί εθαύμαζον πως τα προσήρμοζε και τα έλεγεν, ως να τα είχεν αποστηθισμένα και εκίνει τους ακούοντας εις οίκτον και δάκρυα. Άλλοτε πάλιν εισήλθεν εις Εκκλησίαν τινά και επειδή ο εφημέριος φοβηθείς τον εξέβαλεν έξω, εφοβέριζε να τον φονεύση· άλλοτε πάλιν έδιδε λειτουργίας εις τους Ιερείς και διεμοίραζεν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς να παρακαλούν τον Θεόν δι΄ αυτόν. Άλλοτε πάλιν, όταν εύρισκε συνηγμένους Χριστιανούς, επήγαινε και τους έλεγε να παρακαλούν τον Θεόν δια να τελειώση τον αγώνα του και έπειτα αν του έλεγον «Καλότυχος συ, όστις μελετάς τοιούτον έργον» ή άλλο τι παρόμοιον και τον επαινούσαν, αγρίευε και άλλοτε μεν τους ύβριζε, άλλοτε δε τους απειλούσεν. Άλλοτε πάλιν, εκεί όπου έλεγε φρόνιμα και συνετά λόγια, αν αντελαμβάνετο ότι τον περιεργάζονται, άφηνε την ομιλίαν και έλεγεν άλλα αντί άλλων. Μίαν φοράν, ιδών Χριστιανόν τινα μεθυσμένον να φλυαρή, του έδωκεν ένα βαρύ ράπισμα εις το στόμα, δια το οποίον μάλιστα και μερικοί, οι οποίοι τον είχον εις εκτίμησιν, εσκανδαλίσθησαν· αυτός δε, ευρίσκων την επομένην ημέραν εκείνον τον οποίον έδειρε, του λέγει· «Εγώ είμαι Χριστιανός και ως Χριστιανός δεν έδειρα σε τον ομόπιστόν μου, αλλά έδειρα τον δαίμονα, όστις εκάθητο εις τα χείλη σου και έλεγε τα λόγια εκείνα, τα οποία δεν πρέπει να λέγουν οι Χριστιανοί». Μίαν φοράν, κατά τας ημέρας του ραμαζανίου, εκάθισε κάτωθι μιας τουρκικής οικίας και εζήτησεν ύδωρ από μίαν Χριστιανήν, αφού δε το έπιεν, έλεγεν εκεί ενώπιον πολλών ανδρών, γυναικών και παιδίων ότι είναι Χριστιανός και ότι μέλλει να μαρτυρήση υπέρ Χριστού δια να καταισχύνη την τουρκικήν πίστιν και άλλα παρόμοια. Ο δε Τούρκος κύριος της οικίας, ιδών αυτόν άνωθεν να πίνη ύδωρ εις απηγορευμένην δι΄ αυτούς ώραν και να λέγη τα όσα έλεγεν, ων δε και δαιμονισμένος εκ του ραμαζανίου, ώρμησεν ως θηρίον άγριον και αρπάσας την πιστόλαν του Αγγελή από την ζώνην του τον έδερνε με την πιστόλαν όπου έφθανεν, έως ότου εχόρτασε την θηριώδη μανίαν του ο αλιτήριος· ο δε ευλογημένος Αγγελής ούτε ωμίλησε ποσώς, ούτε μετεκινήθη από το κάθισμά του, αλλ΄ ήτο «ως αμνός (άκακος) εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος» (Ησ. νγ: 7) και «ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού και … ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς» (Ψαλμ. λζ: 14-15). Μετά τον σκληρόν εκείνον δαρμόν και την αναχώρησιν του ασεβούς, επήγεν εις Ιερεύς γνώριμός του και του λέγει· «Ιδού καιρός αρμόδιος να παρρησιασθής, και να είπης: Επειδή οι Τούρκοι με δέρουν και με ατιμάζουν, δεν θέλω πλέον να είμαι εις την πίστιν σας, αλλ΄ είμαι Χριστιανός ως και πρότερον και ό,τι θέλετε κάμετέ με, έτοιμος είμαι και να αποθάνω δια τον Χριστόν». Αυτά του είπεν ο Ιερεύς, ο δε μακάριος Αγγελής δεν ωμίλησεν, αλλ΄ ήγειρε την χείρα του εις τον ουρανόν, εννοών με τούτο, ότι, όταν έλθη το θέλημα του Κυρίου, τότε ας γίνη αυτό το οποίον με συμβουλεύεις. Την αυτήν ώραν εκίνησε και έκαμε μίαν ευχάριστον δοκιμήν, αν έφθασεν η ώρα και το θέλημα του Θεού. Ήτο, καθώς είπομεν, το ραμαζάνι, αυτός δε λαβών άρτον, τυρόν και οίνον επήγεν εις την θύραν του μεχκεμέ (δικαστηρίου) και απλώσας το μανδήλιόν του ως τράπεζαν εκάθησεν εκεί αμέριμνος και αφόβως ήρχισε να τρώγη και να πίνη. Εισήρχοντο δε και εξήρχοντο πολλοί Αγαρηνοί, αλλ΄ ουδείς του είπε: «Τι κάμεις εκεί, άνθρωπε; Τρώγεις και πίνεις τώρα που είναι ραμαζάνι (νηστεία) και μάλιστα με τόσην αυθάδειαν έμπροσθεν της θύρας του μεχκεμέ, ενώ είσαι Τούρκος και όπως γνωρίζεις αυτό απαγορεύεται εις τους Τούρκους;». Ουδείς, λέγω, του είπε τίποτε· όθεν ηγέρθη και πηγαίνων παρέκει, λέγει εις τινας Χριστιανούς· «Δεν ήλθεν η ώρα ακόμη». Είπομεν ανωτέρω, ότι πάντας τους Αγίους επεκαλείτο εις βοήθειαν και μάλιστα τους Μάρτυρας· είχε δε και υπερβάλλουσαν αγάπην, με πόθον διάπυρον και ευλάβειαν υπερέξοχον, προς τον εν Ιεράρχαις θαυματουργόν Άγιον Μακάριον, τον Αρχιεπίσκοπον πρώην Κορίνθου, τον εν τη Χίω διαλάμψαντα και προ ολίγων ετών δοξασθέντα παρά Θεού. Όθεν συχνά επήγαινε και έπιπτε πρηνής επάνω εις τον ιερόν αυτού τάφον και με τα δάκρυά του τον έβρεχε και με πολλά κτυπήματα της κεφαλής του εις τον λίθον του μνήματος εδέετο του Αγίου και έλεγεν· «Άγιε του Θεού, καθώς ζων ωδήγησας εις το Μαρτύριον τους Νεομάρτυρας Πολύδωρον τον Κύπριον, Θεόδωρον τον Βυζάντιον, Δημήτριον τον Πελοποννήσιον και άλλους πολλούς εξωμότας και τους έφερες εις οδόν μετανοίας, ούτω και μετά θάνατον, μάλιστα τώρα όπου μετά παρρησίας Ιεραρχικής παρίστασαι ενώπιον του θρόνου της Θείας μεγαλειότητος, ενδυνάμωσον και εμέ τον ανάξιον εις το υπέρ Χριστού Μαρτύριον και αξίωσόν με να τελειώσω θεαρέστως τον καλόν αγώνα της αθλήσεως». Εκεί όμως όπου εφαίνετο ένδακρυς και οι αναστεναγμοί του ήσαν σχεδόν ακατάπαυστοι, συγχρόνως έκαμνε και κάποιαν παραφροσύνην και εσκέπαζε την εν γνώσει αρετήν του και δεν ήξευρε κανείς τι να τον είπη, παράφρονα ή φρόνιμον; Καθώς ημέραν τινά, αφ΄ ου έκλαυσε πικρώς και έκρουσε πολλάκις την κεφαλήν του επάνω εις το ιερόν μνήμα και έτυψε το στήθος του ως ο τελώνης, τότε εζήτησε να του φέρουν ένα ορνίθιον· όθεν του το έφεραν, νομίσαντες ότι θέλει να του το ετοιμάσουν δια φαγητόν. Αφού λοιπόν το έλαβεν, επλήρωσε και έπειτα λέγει· «Ποίος είναι επιτήδειος να του κόψη την κεφαλήν με ένα κτύπημα;» Τότε νέος τις την έκοψε παρευθύς, λαβών δε ο μακάριος από την μίαν χείρα το σώμα του πτηνού, από δε την άλλην την κεφαλήν αυτού και βλέπων προς τον ουρανόν, εφώναξε με κλαυθμηράν φωνήν· «Ούτω, Χριστέ μου, να χωρισθή και η ιδική μου κεφαλή από το σώμα μου με μίαν σπαθιάν»· έπειτα έρριψε μακράν το ορνίθιον και ούτε εκείνος το έφαγεν, ούτε άλλος τις. Τούτο βλέποντες οι παρόντες όσοι μεν ηννόησαν ότι αποφασιστικά ετοιμάζεται δια τον υπέρ Χριστού θάνατον, εδάκρυσαν· όσοι δε ενόμισαν το γενόμενον παιγνίδι και αστείον, εγέλασαν. Εσύχναζε δε πολλάκις ο μακάριος Αγγελής εις εν εξωκκλήσιον και έβλεπεν εκεί πνευματικόν τινα, όστις εθαύμαζε την κατάνυξίν του, τα δάκρυά του, τους εκ βάθους στεναγμούς του, την συντριβήν της καρδίας του, την εγκράτειάν του, τους ουρανόφρονας λογισμούς του και την εν γένει διαγωγήν του. Έλεγε δε ούτος ότι «Πολλάκις έτυχεν εις την συνομιλίαν μας και έμεινεν ο άνθρωπος ώραν ικανήν ως εκστατικός. Από τα φαινόμενα εκείνα συμπεραίνω ότι εγίνετο θεόληπτος και ηρπάζετο ο νους του εις την θείαν θεωρίαν. Έπειτα με ταπεινήν φωνήν έλεγεν· «Χριστέ μου, συ γνωρίζεις όλην μου την κατάστασιν, φθάνει πλέον, φθάνει· δεν δύναμαι να ανθέξω άλλο, έως πότε να γίνη το θέλημά Σου». Εδοκίμασα πολλάκις, μας έλεγεν ο πνευματικός εκείνος, να τον κάμω να μου φανερώση μυστικόν τινα λογισμόν του πνευματικόν τι πάθημα, ήτοι θεωρίαν ή αποκάλυψιν και ευθύς μετέβαινεν εις άλλην ομιλίαν· άλλοτε έλεγε· «Τι πειράζεις ένα αμαρτωλόν και παράφρονα άνθρωπον; Πεινώ, έχεις τι να μου δώσης να φάγω;» Με τοιαύτην πεπλασμένην μωρίαν διήλθεν εδώ εις την Χίον ο θεόσοφος και θεόπνευστος Αγγελής μήνας εξ, έως ότου ήλθε του Κυρίου το θέλημα δια να παρρησιασθή, καθώς εδέετο και παρεκάλει· προτού δε να παρρησιασθή τρεις ημέρας, απεχωρίσθη από την συναναστροφήν των πολλών και περιεπάτει μόνος του, σύννους και σιωπών, εγνωρίζετο δε ότι εις μεγάλην και υψηλήν θεωρίαν ευρίσκετο. Αφού δε ωμολόγησεν ότι εχλευάσθη και εγελάσθη υπό του δολίου δαίμονος και εγνώρισε την ανθρωπίνην ασθένειαν και μετενόησε καλώς και έκλαυσε πικρώς την άρνησίν του ως ο Πέτρος και κατασυνετρίβη από τα κτυπήματα και επεκρέμασεν όλην την ελπίδα του εις τον Θεόν, τότε και ο Θεός, ο θέλων πάντας σωθήναι, τον ηξίωσε του ποθουμένου. Ο δε τρόπος, με τον οποίον εισήλθεν εις το στάδιον του Μαρτυρίου, ηκολούθησεν ως εξής: Ημέραν τινά επήγε κρυφίως εις ένα Χριστιανόν και εξύρισε τα γένεια του, έπειτα ήλθεν εις το τελωνείον και εκεί βλέποντες αυτόν οι Αγαρηνοί χωρίς γένεια, τον ηρώτησαν· «Τι είναι αυτό το σημείον; Που είναι τα γένεια σου; Πως τα εξύρισες;» Αυτός δε ο μακάριος χαμογελών απεκρίθη· «Εν όσω ήμην Τούρκος, τα είχον, επειδή τα έχουν οι Τούρκοι εις τιμήν, τώρα δε όπου είμαι Χριστιανός, καθώς ήμην και πρότερον, τα έκοψα ως περιττά και άχρηστα, επειδή εις τον τόπον τούτον δεν συνηθίζουν οι Χριστιανοί να έχουν γένεια». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι εδοκίμασαν πρώτον εντός του τελωνείου με διαφόρους τρόπους να τον διορθώσουν τάχα, αλλ΄ όσον εκείνοι έπασχον να μεταβάλουν την γνώμην του, τόσον αυτός μετά παρρησίας και ελευθερίας και αφοβίας εκήρυττεν ότι είναι Χριστιανός και ηρνείτο την ιδικήν των θρησκείαν ως ψευδή και ανυπόστατον. Ανήγγειλαν τότε οι Τούρκοι τα γενόμενα εις τον διοικητήν, όστις έστειλε και τον συνέλαβον εντός της πόλεως. Έτυχε δε να είναι τότε η ώρα κατά την οποίαν τα πλήθη των Αγαρηνών συνήρχοντο δια να προσκυνήσουν εις το τζαμίον, το οποίον είναι πλησίον του τελωνείου. Ηθέλησαν λοιπόν αυτοί να τον αναβιβάσουν βιαίως επάνω εις το τζαμίον και τότε βλέποντες το πλήθος ότι δεν ήθελεν, ώρμησαν επάνω του πολλοί ως άγρια θηρία και άλλοι σύροντες έμπροσθεν, άλλοι ωθούντες όπισθεν, άλλοι δέροντες άσπλαγχνα, όπου έφθανεν έκαστος, τον εβίαζον να τον αναβιβάσουν, εκείνος δε ο αοίδιμος εφώναζε· «Θανατώσετέ με ταύτην την ώραν, δεν αναβαίνω εις το τζαμίον, επειδή είμαι Χριστιανός». Τον έφεραν λοιπόν εντός της πόλεως και τον έβαλον σιδηροδέσμιον εις σκοτεινήν φυλακήν. Τι του έκαμον και πως τον εβασάνισαν την νύκτα εκείνην, δεν είναι γνωστόν· πολλά λέγονται, πλην ουδέν εξ αυτών γράφομεν, διότι δεν γνωρίζομεν επακριβώς την αλήθειαν· όθεν λέγομεν μόνον τα ακόλουθα της διηγήσεως. Την επομένην ημέραν τον εξέβαλον από την σκοτεινήν φυλακήν της πόλεως και τον έφεραν εις το διοικητήριον· εκεί γενομένης συνελεύσεως των αγάδων, παρεστάθη ο Μάρτυς της αληθείας εις δευτέραν εξέτασιν, όσα όμως και αν του είπον, κολακευτικά και απειλητικά, δεν εστάθησαν ικανά να μεταβάλουν την γνώμην του· όθεν τον εφυλάκισαν πάλιν και έβαλον τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Την ακόλουθον ημέραν, βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του, τον έβγαλαν αντίκτυ του κονακίου εις τόπον λεγόμενον Βουνάκι και καθώς είχε ζητήσει και έκοψαν με ένα κτύπημα την κεφαλήν του ορνιθίου, και καθώς μετά δακρύων είχε παρακαλέσει ειπών· «Ούτω, Χριστέ μου, να κοπή με μίαν σπαθιάν και η ιδική μου κεφαλή», ούτω και εγένετο. Διότι ευθύς με την πρώτην σπαθιάν απετμήθη η πάντιμος αυτού κεφαλή και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον, εν έτει 1813, Δεκεμβρίου 3 και τότε «απεκαλύφθησαν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ. β: 35) και όλοι επληροφορήθησαν και εβεβαιώθησαν, ότι ούτε υποχονδριακός ήτο, ούτε παράφρων, αλλ΄ ήτο άνθρωπος φρόνιμος, συνετός, θεόφρων και όλα εκείνα τα έκαμνε θεληματικώς, καθώς το πάλαι ο μακάριος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός. Έμεινε δε το μαρτυρικόν σώμα εις τον τόπον της καταδίκης τρία ημερονύκτια και συνέτρεχον εις την αγίαν θεωρίαν του σεβασμιωτάτου προσώπου του (διότι κατά αλήθειαν πολλήν σεβασμιότητα είχε και Χάριν θείαν) τα πλήθη των Χριστιανών, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, Ιερείς και λαϊκοί και όσοι ηδυνήθησαν έλαβον εξ αυτού, με δόσιν χρημάτων, άλλος τρίχας, άλλος ένδυμα, άλλος τεμάχιον λειψάνου και άλλος αίμα εις αγιασμόν των. Μερικοί δε και χιλιάδες γρόσια επεσχέθησαν και μεσίτας έβαλον δια να αγοράσουν και το άγιον σώμα· και συγκατένευσαν μεν οι Τούρκοι να το δώσουν, αλλά κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος δεν ηξιώθησαν του ποθουμένου· επειδή την ώραν εκείνην ώρμησεν εις Ιερεύς και αρπάσας την αγίαν του κάραν, την ησπάζετο έμπροσθεν των Αγαρηνών. Εκ τούτου σκληρυνθέντες εκείνοι, ήγειραν παρευθύς το άγιον λείψανον ομού και το χώμα όπερ ήτο υποκάτω αυτού και το έρριψαν εις την θάλασσαν εις βάθος 25 οργυιών, εδοκίμασαν δε την νύκτα τινές φιλομάρτυρες να το εκβάλουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Τοιαύτη εστάθη η προ του Μαρτυρίου ζωή και πολιτεία του αοιδίμου Αγγελή, ως ηκούσατε· χριστιανική δηλονότι και ευαγγελική, αλλά με το να μη εφύλαξε την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, την λέγουσαν· «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση» (Α΄ Κορ. ι: 12)· με το να είχε το θάρρος του εις τον εαυτόν του· και με το να μη εδέχθη άλλου τινός την συμβουλήν, έπεσε πτώμα ελεεινόν. Ο δε προγνώστης Θεός, προγινώσκων τα μέλλοντα, παρεχώρησε προς ολίγον δια να τον ταπεινώση, (διότι κατά τους θείους Πατέρας καλλίτερα έχει ο Θεός αμαρτωλόν ταπεινόν, παρά δίκαιον υπερήφανον)· αφ΄ ου δε, ως είπομεν, εταπεινώθη και μετενόησε και όλην του την ελπίδα επεκρέμασεν εις την θείαν βοήθειαν, τότε όχι μόνον εκ του πτώματος της αρνήσεως τον ηνώρθωσεν, αλλά και εις το ύψος της μαρτυρικής δόξης τον ανύψωσε. Τώρα ένα τοιούτον Μάρτυρα, όπως είναι ο μακάριος Αγγελής, τις αμφιβάλλει και τις δεν τον ομολογεί όντως θείον Μάρτυρα και μαρτυρικής τιμής άξιον; Νομίζω ουδείς, εκτός μόνον εάν είναι κανείς κακοπροαίρετος ή αμαθής και δεν γνωρίζει την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν. Δεν εορτάζει και μαρτυρικώς δοξάζει η Εκκλησία τον Πέρσην Ιάκωβον; Δεν κηρύττει Μάρτυρας τον Παγχάριον, τον Μείρακα, το πλήθος εκείνο των Χριστιανών, οι οποίοι δια τον φόβον των βασάνων εξώμοσαν και έπειτα από νουθεσίαν του Μεγαλομάρτυρος Κοδράτου ωμολόγησαν πάλιν τον Χριστόν και απέθανον εν τη ομολογία της Πίστεως; Δεν υπάρχουν τοιαύτα παραδείγματα πάμπολλα εις την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν;  Όντως λοιπόν Μάρτυρες παναληθέστατοι είναι ούτοι άπαντες οι αρνηθέντες και έπειτα μαρτυρήσαντες, ομού δε με αυτούς και ο σήμερον εορταζόμενος Νέος Μάρτυς Αγγελής και μαρτυρικής τιμής είναι όλοι άξιοι. Πρέπει λοιπόν και ημείς να τους τιμώμεν, διότι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, η προς τους αγαθούς των ομοδούλων τιμή απόδειξιν έχει της προς τον κοινόν Δεσπότην ευνοίας· πρέπει, λέγω, να τους τιμώμεν και να τους εορτάζωμεν, εξαιρέτως δε τον θείον Αγγελήν, του οποίου την λαμπράν μαρτυρίαν με τους οφθαλμούς μας είδομεν και πολιούχον και προστάτην και έφορον και προς Θεόν μεσίτην ηξιώθημεν να τον έχωμεν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις προς Κύριον ρυσθείημεν των επικειμένων δεινών και των επερχομένων και αξιωθείημεν των μελλόντων αγαθών της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.                                                                                                            

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Γαβριήλ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΓΑΒΡΙΗΛ Επισκόπου μεν Γάνου και Χώρας το πρότερον, ύστερον δε εν Προύση μαρτυρήσαντος κατά το αχνθ΄ (1659) έτος.


Γαβριήλ ο μακάριος ήτο Αρχιερεύς Γάνου και Χώρας κατά τον καιρόν, κατά τον οποίον ο Άγιος Ιερομάρτυς Παρθένιος απήλθεν εις τας ουρανίους σκηνάς με μαρτυρικόν θάνατον, ευρισκόμενος δε τότε εις την βασιλεύουσαν επέβη εις τον θρόνον τον Πατριαρχικόν· μετ΄ ολίγον όμως, επειδή ήτο άπειρος γραμμάτων, λαβών προεδρικώς την Προύσαν, επήγεν εκεί και ησύχαζεν εις τα ίδια. Μετά παρέλευσιν όμως δύο ετών, επειδή εβάπτισεν Εβραίον τινά, όστις επίστευσεν εις τον Χριστόν, οι εκεί ευρισκόμενοι Εβραίοι, ως χριστιανομάχοι, επήγαν εις τον βεζύρην, ευρισκόμενον τότε με τον βασιλέα εις την Προύσαν, και κατηγόρησαν ψευδώς τον Αρχιερέα, ότι εβάπτισε Τούρκον. Ο δε βεζύρης, παραστήσας έμπροσθέν του τον Άγιον, του λέγει με μεγάλον θυμόν· «Επειδή ετόλμησες να βαπτίσης Τούρκον είσαι άξιος θανάτου και πρέπει να κρεμασθής, εκτός εάν θέλης να τουρκεύσης και ούτω να σου χαρίσωμεν την ζωήν και να σε αξιώσωμεν μεγάλης τιμής και δόξης και να γίνης μέγας και πολύς εις όλον το βασίλειον». Ταύτα ακούσας ανελπίστως ο αοίδιμος, χωρίς να δειλιάση παντελώς, απεκρίθη λέγων· «Εγώ μεν δεν εβάπτισα Τούρκον και ψευδώς με κατηγορούν οι Εβραίοι από την κακίαν των, είναι δε φανερόν τοις πάσι και σεις οι ίδιοι το γνωρίζετε πολύ καλά, ότι αυτό το γένος των Εβραίων, από των παλαιοτάτων χρόνων μάς κατατρέχουν και καθώς εθανάτωσαν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τοιουτοτρόπως, αν ήτο εις την εξουσίαν των, θα εθανάτωναν και όλους ημάς τους Χριστιανούς, όθεν αδίκως πάσχω· το δε να αφήσω την πίστιν μου και να γίνω Τούρκος δια να λυτρώσω την ζωήν, κατ΄ ουδένα τρόπον δεν θέλω κάμει ποτέ εις τον αιώνα, να αρνηθώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, αλλ΄ είμαι έτοιμος να αποθάνω, όχι μίαν φοράν, αλλ΄ εκατόν, αν είναι δυνατόν, δια το Όνομά Του το άγιον». Τότε ο βεζύρης προσέταξε να τον φυλακίσωσι και να τον βασανίσωσι με διάφορα κολαστήρια, έως ότου τον κάμουν και βιαίως να δεχθή την θρησκείαν των· αλλ΄ ο γενναίος του Χριστού στρατιώτης έμεινεν ακατάπειστος και στερεός εις την πίστιν του Χριστού, καίτοι οι ανηλεείς εκείνοι και ωμοί τύραννοι τον επαίδευον με πολλά και πάνδεινα μαρτύρια, τα οποία υπέφερεν ο ευλογημένος με χαράν μεγάλην της ψυχής του, δοξάζων τον Θεόν και παρακαλών να τον ενδυναμώση να υπομείνη και άλλα περισσότερα δι΄ αγάπην του. Βλέποντες λοιπόν εκείνοι το αμετάθετον της γνώμης του, το ανήγγειλαν εις τον βεζύρην και ούτω διέταξεν εκείνος να τον κρεμάσωσιν. Όθεν παραλαβών τον Άγιον ο δήμιος, τον επήγεν εις τον τόπον της καταδίκης χαίροντα και εκεί τον εκρέμασε, ούτω δε έλαβεν ο τρισμακάριος τον στέφανον του Μαρτυρίου εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Όσιος ΙΩΑΝΝΗΣ Επίσκοπος Κολωνίας, ο Ησυχαστής

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΙΩΑΝΝΗΣ Επίσκοπος Κολωνίας, ο Ησυχαστής, εν ειρήνη τελειούται.


Iωάννης ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη κατά το τέταρτον έτος της βασιλείας Μαρκιανού του ευσεβεστάτου βασιλέως, εν έτει υνδ΄ (454), εν Νικοπόλει της Αρμενίας εκ γονέων Εγκρατίου και Ευφημίας καλουμένων. Μαθών δε τα ιερά γράμματα και αφού οι γονείς του απέθανον, διένειμε την περιουσίαν του εις τους πτωχούς και έκτισε Ναόν εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον, εις τον οποίον και ησύχαζεν ομού μετ΄ άλλων δέκα Μοναχών. Επειδή λοιπόν έγινε περιβόητος κατά την αρετήν εχειροτονήθη Επίσκοπος Κολωνίας. Αφ΄ ου δε εις διάστημα εννέα ετών συνέστησε τα πράγματα της επαρχίας του και ετελείωσεν όσα ήσαν κατά τον σκοπόν του, διέπλευσε το προς τα Ιεροσόλυμα μακρόν πέλαγος και φθάσας εις τους Αγίους Τόπους και προσκυνήσας αυτούς, επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα. Εκεί εδέχθη αυτόν ο Άγιος Σάββας, χωρίς να γνωρίση ποίος ήτο (διότι δεν τον απεκάλυψεν εις αυτόν ο Θεός)· θέλων δε να δοκιμάση την υπακοήν και υπομονήν του, ετοποθέτησεν αυτόν εις το ξενοδοχείον, ήτοι εις το νυν λεγόμενον Αρχονταρίκιον και έπειτα κατέταξεν αυτόν εις το μαγειρείον. Επειδή δε και εις τα δύο ταύτα διακονήματα εφάνη ευδόκιμος, δια τούτο προσέταξεν αυτόν να ησυχάζη εις αναχωρητικόν κελλίον κατά τας πέντε ημέρας της εβδομάδος, χωρίς να είναι ορατός εις ουδένα και χωρίς να τρώγη κανέν φαγητόν, ούτε να πίνη τίποτε· την δε Κυριακήν και το Σάββατον διώρισεν αυτόν να παρευρίσκηται εις τας κοινάς Ακολουθίας, δια να συμψάλλη και να συντρώγη μετά των άλλων αδελφών. Τούτον λοιπόν βλέπων ο μέγας Σάββας προκόπτοντα κατά Θεόν, επήγε μετ΄ αυτού εις τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων, αγιώτατον Ηλίαν, παρακαλών αυτόν να τιμήση τον Ιωάννην με το της Ιερωσύνης αξίωμα. Ο δε Ιωάννης είπε προς τον Πατριάρχην· «Άφες ολίγον, ω Δέσποτα, διότι πρέπει πρώτον να γνωρίσης τας πράξεις μου και τότε, αν είμαι άξιος της Ιερωσύνης, ποίησον κατά το δοκούν». Όταν λοιπόν επήγαν κατ΄ ιδίαν, ερρίφθη ο Όσιος εις τους πόδας του Πατριάρχου, ορκίζων αυτόν να μη φανερώση εκείνο το οποίον μέλλει να του είπη. Ο δε Πατριάρχης συγκατένευσεν εις τούτο, νομίζων ότι θα ακούση άτοπόν τι έργον· ακούσας δε ότι αυτός ήτο Επίσκοπος Κολωνίας, εξεπλάγη και είπε προς τον μακάριον Σάββαν· «Μη ενοχλήσης πλέον τον άνθρωπον αυτόν περί Ιερωσύνης, διότι ο Ιωάννης Πρεσβύτερος δεν γίνεται». Κατά το ογδοηκοστόν ένατον έτος της ηλικίας του Ιωάννου, ετελεύτησεν ο Όσιος Σάββας. Ο Ιωάννης ελυπήθη σφόδρα, διότι δεν ήτο παρών κατά τας τελευταίας στιγμάς του Αγίου, τον οποίον εθεώρει ως πατέρα του και δεν ηδύνατο να παρηγορηθή, διότι απεχωρίσθη απ΄ αυτού. Ο δε Άγιος Σάββας φανερωθείς εις αυτόν ενώ εκοιμάτο του είπε· «Μη λυπήσαι, Πάτερ Ιωάννη, περί της εμής τελευτής· διότι, αν και εχωρίσθην από σου κατά την σάρκα, αλλά κατά το πνεύμα θα είμαι πάντοτε μαζί σου». Του δε Ιωάννου ειπόντος όπως παρακαλέση τον Κύριον, όπως προσλάβη και αυτόν, ο Όσιος Σάββας είπε· «Τούτο επί του παρόντος δεν είναι δυνατόν, διότι μέλλει να έλθη σφοδρός πειρασμός εις την Λαύραν και ο Θεός θέλει να είσαι σωματικώς μετά των αδελφών δια να τους παρηγορής και να τους στηρίζης εις την πίστιν». Ταύτα ακούσας ο Ιωάννης εχάρη τα μέγιστα, αλλ΄ ήρχισε να ανησυχή περί του πειρασμού, περί του οποίου ωμίλησεν ο Άγιος Σάββας και ο οποίος εξεπληρώθη βραδύτερον, ότε επέδραμον οι βάρβαροι. Ούτος ο Όσιος κατελήφθη ποτέ υπό της επιθυμίας να μάθη πως αποχωρίζεται η ψυχή εκ του σώματος. Ενώ δε εδέετο του Θεού περί τούτου, εφέρθη δια της διανοίας εις την Βηθλεέμ, και βλέπει εις τον νάρθηκα της εκεί Εκκλησίας έναν άνδρα ξένον, αγίαν έχοντα μορφήν, κατακείμενον και ψυχορραγούντα, του οποίου την ψυχήν παραλαβόντες Άγιοι Άγγελοι ωδήγησαν μετά θείας υμνωδίας και ευωδίας εις τους ουρανούς. Θέλων δε να πεισθή περί της αληθείας της οράσεως ταύτης, μετέβη αμέσως εις την Βηθλεέμ, εις την οποίαν και πράγματι εύρε το σώμα του ανθρώπου τούτου, εις τον τόπον τον οποίον έδειξεν εις αυτόν ο Κύριος, έμαθε δε ότι ετελεύτησε κατά την ώραν κατά την οποίαν είδε την όρασιν. Δύο μαθηταί του Οσίου, Θεόδωρος και Ιωάννης καλούμενοι, διηγήθησαν ότι μετά την κοίμησιν του Οσίου Σάββα απέστειλεν αυτούς ο Όσιος Ιωάννης εις την πέραν του Ιορδάνου πόλιν Λιβιάδα. Διαβάται δε τινες είπον εις αυτούς, ότι εις την οδόν, δια της οποίας επρόκειτο να διέλθωσιν, υπήρχε λέων. Αλλ΄ ούτοι, έχοντες πίστιν εις τας ευχάς του Αββά αυτών Οσίου Ιωάννου, εβάδιζον ατάραχοι, όταν αίφνης επετέθη εναντίον αυτών ο λέων, όστις επροξένησεν εις αυτούς μέγαν φόβον. Αλλ΄ ευθύς είδον τον Όσιον Ιωάννην εν τω μέσω αυτών, αφαιρούντα απ΄ αυτών την δειλίαν και ενθαρρύνοντα αυτούς. Τότε ο λέων, ως υπό μάστιγος πληγείς, έφυγεν, ούτοι δε οδεύοντες αβλαβείς έφθασαν εις τον προορισμόν των. Όταν δε επέστρεψαν, προλαβών ο Άγιος λέγει προς αυτούς· «Ίδετε πως ευρέθην μαζί σας εις την ανάγκην; Αλλά και εδώ πολλά εδεήθην του Θεού υπέρ υμών και ιδού εποίησεν έλεος». Εις εκ των μαθητών αυτού, ο Θεόδωρος, διηγήθη εις τον συγγραφέα του Βίου του Κύριλλον, ότι πολλά έτη έτρωγε τροφήν αναμεμιγμένην με την στάκτην του θυμιατηρίου. Όταν δε ημέραν τινά είδεν αυτόν ο Θεόδωρος να αναμιγνύη την στάκτην μρτά της τροφής, ελυπήθη πάρα πολύ ο Όσιος, διότι ήθελε τον Θεόν μόνον μάρτυρα τούτου. Θέλων δε ο Θεόδωρος να καταστείλη την λύπην αυτού, είπεν, ότι δεν είναι μόνος αυτός, όστις πράττει τούτο και ότι πλείστοι Πατέρες της Λαύρας ποιούσι τούτο, ακολουθούντες εις τον Προφητάνακτα λέγοντα· «ότι σποδόν (στάκτην) ωσεί άρτον έφαγον» (Ψαλμ. ρα: 10).     Γυνή τις εκ Καππαδοκίας, καλουμένη Βασιλείνα, Διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και ευλαβής σφόδρα, επεσκέφθη τους Αγίους Τόπους, συνοδευομένη υπό του ανεψιού αυτής, όστις κατείχε διαπρεπή θέσιν εις το κράτος, αλλ΄ ήτο βεβυθισμένος εις την αίρεσιν του μονοφυσίτου Σεβήρου. Η ευλαβής αυτή γυνή ελυπείτο σφόδρα βλέπουσα αυτόν εις την πλάνην, ακούσασα δε περί της του θεσπεσίου Ιωάννου χάριτος, επόθησεν όπως προσκυνήση αυτόν. Μαθούσα δε ότι δεν επιτρέπεται εις γυναίκα να εισέλθη εις την Μεγίστην Λαύραν, παρεκάλεσε τον μαθητήν αυτού Θεόδωρον, να οδηγήση τον ανεψιόν της εις τον άγιον Γέροντα, πιστεύουσα, ότι δια των ευχών αυτού θα μεταβάλη ο Θεός την σκληροκαρδίαν του και θα τον επαναφέρη εις την Ορθόδοξον Πίστιν. Ο Θεόδωρος, λαβών αυτόν, ήλθε προς τον Γέροντα και κρούσας κατά την συνήθειαν την θυρίδα, ανέμενε να ανοίξη ο Άγιος. Όταν δε ήνοιξε, έβαλον μετάνοιαν αμφότεροι και ο μαθητής είπεν· «Ευλόγησον ημάς, Πάτερ». Ο Ιωάννης είπε τότε εις τον μαθητήν του· «Σε μεν ευλογώ, ούτος όμως είναι ανευλόγητος». Ερωτήσαντος δε του Θεοδώρου την αιτίαν, απήντησεν ο Όσιος, ότι δεν θα ευλογήση αυτόν, εάν δεν απαρνηθή την πλάνην αυτού. Ο ανεψιός της Βασιλείνης, εκπλαγείς δια το διορατικόν χάρισμα του Αγίου, απεκήρυξεν ευθύς την αίρεσιν. Η Βασιλείνα, μαθούσα τούτο, κατελήφθη από ασυγκράτητον πόθον να ίδη τον Όσιον ενδεδυμένη ανδρικήν ενδυμασίαν. Επειδή όμως απεκαλύφθη τούτο εις τον Άγιον, παρήγγειλεν εις αυτήν τα εξής· «Γνώριζε ότι και αν έλθης, δεν θέλεις με ίδει· μη λοιπόν στενοχωρείσαι, αλλά μάλλον υπόμεινον και θέλω έλθει εγώ προς σε καθ΄ ύπνον, όπου και αν ευρίσκεσαι και θέλω ακούσει όσα μου είπης, όπως δε με φωτίση ο Θεός θέλω σου απαντήσει». Εμφανισθείς λοιπόν ο Όσιος εις αυτήν κατά τον ύπνον είπε· «Ιδού λοιπόν ο Θεός με απέστειλε προς σε, ειπέ μοι ό,τι σκέπτεσαι». Αύτη δε ειπούσα όσα επεθύμει, έλαβε την πρόσφορον απάντησιν και ηυχαρίστησε τον Θεόν. Ότε δε ήλθεν ο μαθητής του Αγίου, περιέγραψεν εις αυτόν το σχήμα και τον χαρακτήρα του Αγίου. Ταύτα λέγει ο Κύριλλος έμαθε παρ΄ αυτής της Διακόνου Βασιλείνης.                                                                                           
Ούτος ο Όσιος οδοιπορών ποτε και κοπιάσας, ελιποθύμησε καθ΄ οδόν· προσευχηθείς δε, ηρπάγη εις τον αέρα μετέωρος και ευρέθη εις το κελλίον του, το οποίον απείχεν από τον τόπον εκείνον πέντε μίλια. Ελθόντες δε ποτε Πέρσαι εκρήμνισαν τα κελλία των Μοναχών, εις δε το κελλίον του Οσίου τούτου, αποπειραθέντες να πράξωσι το ίδιον, είδον αίφνης εκεί ένα λέοντα, ο οποίος εδίωξε τους βαρβάρους, το δε κελλίον του Οσίου αβλαβές διεφύλαξε. Το κελλίον, εις το οποίον ήτο εγκεκλεισμένος ο Άγιος Ιωάννης, ήτο επί βράχου λίαν υψηλού και λίαν αποκρήμνου, όστις ανεπλήρωνε τόπον τοίχου. Η δε πέτρα του κρημνού ήτο τόσον ξηρά και άνικμος, ώστε όχι μόνον δένδρον, αλλ΄ ούτε χόρτον ήτο δυνατόν να βλαστήση. Ημέραν δε τινα, λαβών ο Άγιος σπέρμα συκής, λέγει εις τους μαθητάς αυτού Θεόδωρον και Ιωάννην· «Ακούσατέ μου, τέκνα· εάν η του Θεού φιλανθρωπία χαρίση εις το σπέρμα τούτο και εις ταύτην την πέτραν δύναμιν προς καρποφορίαν, μάθετε ότι δωρεάν θέλει χαρίσει εις εμέ ο Θεός την Βασιλείαν των ουρανών». Τούτο δε ειπών έβαλεν εντός της πέτρας το σπέρμα. Ο δε Θεός, όστις την ράβδον του Ααρών, ξηράν ούσαν, ένευσεν ίνα βλαστήση και εξανθήση, ο αυτός εκέλευσεν ίνα βλαστήση και το σπέρμα τούτο εις την πέτραν ταύτην, ήτις ήτο άνευ χώματος και υγρασίας. Μετ΄ ολίγον δε εφύτρωσεν η συκή, ήτις ηυξήθη και έφθασε μέχρι της στέγης, την οποίαν και απεστέγασε, παρήγαγε δε μετά τινα χρόνον τρία σύκα, τα οποία λαβών ο Άγιος μετά δακρύων και καταφιλήσας έφαγε και έδωκε και εις τους μαθητάς αυτού ευχαριστών τον Θεόν. Ο Κύριλλος διηγείται ότι εισελθών εις το κελλίον του Αγίου, το οποίον ήνοιξαν οι μαθηταί του, ίνα υπηρετώσιν αυτόν κατά το βαθύ γήρας αυτού, είδε την συκήν ταύτην, ήτις υψούτο εκ της πέτρας, μη δυνάμενος δε να εννοήση πως αύτη ερριζώθη και ήνθησεν, εξήτασε μετά μεγάλης προσοχής αν υπήρχε ρήγμα εις την πέτραν, αλλ΄ ουδέν ανεκάλυψε. Ιδών ο Άγιος Ιωάννης το θαύμα αυτό, το οποίον ο Κύριος επετέλεσεν υπέρ αυτού, εννόησεν, ότι ήγγιζε το τέρμα του βίου του. Ευρίσκετο δε τότε εις το εκατοστόν τέταρτον έτος της ηλικίας αυτού. Κατά τας πληροφορίας τας οποίας έλαβεν ο Κύριλλος παρά του Αγίου Ιωάννου, εχειροτονήθη Επίσκοπος κατά το εικοστόν όγδοον έτος της ηλικίας του, εις την Επισκοπήν διετέλεσεν έτη δέκα, έμεινεν εις την Λαύραν το πρότερον έτη δώδεκα, εξ ων διηκόνησεν έτη εξ και ησύχασεν έτη εξ. Εν Ρουβά έμεινεν έτη εξ και μετά ταύτα τεσσαράκοντα οκτώ έτη έζησε άλλοτε μεν εις την Λαύραν και άλλοτε εγκεκλεισμένος εις το αναχωρητικόν κελλίον αυτού, ανήκον εις την αυτήν Λαύραν του Αγίου Σάββα. Προσθέτει δε ο Κύριλλος, ότι εις τοιαύτην ευρισκόμενος ηλικίαν ήτο φαιδρός το πρόσωπον, την ψυχήν προθυμότατος και θείας Χάριτος εμπεπλησμένος. Ούτω θεαρέστως έως τέλους πολιτευθείς απήλθε προς Κύριον ο τρισόλβιος.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Οσίου του από Επάρχων

Τη αυτή ημέρα μνήμη ετέρου ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Οσίου του από Επάρχων.


Θεόδουλος ο Όσιος ούτος ήκμασε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μεγάλου του βασιλεύσαντος εν έτει τοθ΄- τστε΄ (379 – 395) πατρίκιος ων και έπαρχος πραιτωρίων κατά το αξίωμα. Αυτός λοιπόν, καίτοι ήτο συνεζευγμένος μετά γυναικός νομίμου, έζη όμως ζωήν ακατηγόρητον· όθεν βλέπων τας αρπαγάς και πλεονεξίας, τας οποίας έπραττον οι περί τον βασιλέα, απεστράφη το αξίωμα το οποίον είχε και επειδή η γυνή του απέθανε, διένειμεν εις τους πτωχούς όλην του την περιουσίαν, ήτις ήτο αρκετά μεγάλη, έως πεντακοσίων πεντήκοντα λιτρών χρυσίου. Αναχωρήσας δε από την Κωνσταντινούπολιν, μετέβη εις την Έδεσαν, ήτις κοινώς τώρα ονομάζεται Ορφά ή Ορροά, πρότερον δε εκαλείτο Αντιόχεια και Καλλιρρόη και Ιουστινούπολις, τετιμημένη με θρόνον Μητροπολίτου. Εκεί λοιπόν γενόμενος Μοναχός, ανέβη επάνω εις ένα στύλον και έμεινεν εις αυτόν τριάκοντα ολόκληρα έτη· όθεν εκ τούτου ηξιώθη ο αοίδιμος να λάβη χαρίσματα παρά Θεού, διότι δεν έτρωγε πλέον φαγητόν σωματικόν, αλλά μόνον καθ΄ εκάστην Κυριακήν μετελάμβανε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έτρωγε δε αντίδωρον και τίποτε άλλο πέραν αυτού. Μετά ταύτα ηνωχλήθη από λογισμούς και παρεκάλει τον Θεόν να του δείξη, με ποίον είναι ίσος και όμοιος εις την αρετήν· όθεν ήκουσε φωνήν θείαν λέγουσαν προς αυτόν, ότι είναι όμοιος με τον Κορνήλιον τον Μίμον, όστις κατώκει εις την Δαμασκόν, και ωνομάζετο Πανδούρος. Αύτη η παρομοίωσις έβαλε τον Όσιον εις όχι ολίγην ταραχήν, κατά προσβολήν βεβαίως του διαβόλου του εχθρού των ψυχών μας. Κινήσας λοιπόν επήγεν εις την Δαμασκόν, ένθα ευρών τον ρηθέντα Κορνήλιον, έπεσεν εις τους πόδας του, ζητών να μάθη την πολιτείαν του· ο δε Κορνήλιος έλεγεν, ότι είναι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν έχει ουδεμίαν αρετήν. Επειδή δε ο Γέρων επέμενε παρακαλών αυτόν, αναγκασθείς ο Κορνήλιος είπεν· «Εγώ, Πάτερ, εκ νεαράς μου ηλικίας συναναστρεφόμενος με τους μίμους και χορευτάς, εποριζόμην τα προς τον ζην αναγκαία από την εξευτελιστικήν τέχνην ταύτην. Μόλις δε μετά ταύτα ελθών εις γνώσιν των πολλών μου αμαρτιών και συλλογισθείς την ανταπόδοσιν της μελλούσης Κρίσεως, εγκατέλιπον τα συνειθισμένα μου κακά και επεμελούμην κατά το δυνατόν την καθαράν ζωήν και την προς τους πένητας ελεημοσύνην. Τούτο μόνον γνωρίζω δια τον εαυτόν μου». Επειδή δε ο Γέρων επέμενε πάλιν παρακαλών και ορκίζων αυτόν να του είπη και τας λοιπάς αρετάς του, δια τούτο επανέλαβεν εκείνος· «Προ ολίγου καιρού, Πάτερ άγιε, μία γυνή περιφανής, λάμπουσα από δόξαν και πλούτον και σωφροσύνην, συνεζεύχθη άνθρωπον τινά, ο οποίος, επειδή ήτο ακρατής και άσωτος, όχι μόνον εσπατάλησε την περιουσίαν της γυναικός και την ιδικήν του, αλλά και πολλά άλλα χρήματα εδανείσθη και κατεσπατάλησεν εις ασωτείας· διο και ριφθείς εις την φυλακήν, επροξένησε λύπην απαρηγόρητον εις την σύζυγόν του. Όθεν αύτη βλέπουσα τον ελεεινόν εκείνον άνδρα της κινδυνεύοντα να αποθάνη της πείνης εν τη φυλακή και απορούσα περί του πρακτέου, ήρχισε συνεσταλμένως να επαιτή· και όχι μόνον τούτο, αλλά και εκρέματο ως επί ζυγαρίας κινδυνεύουσα να υποπέση και εις μοιχείαν, επειδή ήτο ωραιοτάτη». «Ταύτην λοιπόν εγώ απαντήσας και μαθών την αιτίαν, δια την οποίαν περιεπλανάτο εδώ και εκεί, ελυπήθην εγκαρδίως και δακρύσας είπον προς αυτήν· Πόσον, ω γύναι, χρέος έχετε; Η δε απεκρίθη· Τετρακόσια νομίσματα, αυθέντα μου. Εγώ δε λογαριάσας τα πράγματά μου, ευρέθην ότι είχον νομίσματα διακόσια τριάκοντα· και επειδή αυτά δεν εξήρκουν όπως πληρωθή όλον το χρέος της, επώλησα και μερικά στολίδια, τα οποία είχον, επί πλέον δε και τα καλύτερα ενδύματά μου. Τοιουτοτρόπως συνάξας την ποσότητα των τετρακοσίων νομισμάτων, έδωκα αυτά εις τας χείρας της γυναικός, ειπών προς αυτήν· Λάβε ταύτα, ω γύναι, και ύπαγε εν ειρήνη δια να ελευθερώσης τον άνδρα σου από την φυλακήν. Παρακάλει δε τον φιλάνθρωπον Κύριον εξ όλης καρδίας, δια να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν κατά την ημέραν της Κρίσεως». Ταύτα ακούσας ο Θεόδουλος, ηυχαρίστησε τον Θεόν και επανελθών πάλιν ανέβη επί του στύλου· ζήσας δε ολίγον καιρόν ακόμη, με καλάς ελπίδας απήλθε προς Κύριον.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ο Όσιος Πατήρ ημών ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ο Κύπριος

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ ο Κύπριος εν ειρήνη τελειούται.


Θεόδουλος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο από την νήσον Κύπρον, εκ νεότητος δε αφήσας τον κόσμον και αγαπήσας από καρδίας τον Χριστόν, έγινε Μοναχός. Τόσον δε ηγάπησε την ακτημοσύνην ο τρισμακάριος, ώστε αντί να έχη εις την κλίνην του στρώματα απαλά, είχε πέτρας και επ΄ αυτών ανεπαύετο. Εκ δε της πολλής εγκρατείας και χαμευνίας, την οποίαν μετεχειρίζετο, εφωτίσθη η ψυχή του και έγινε δοχείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Όθεν προεγνώριζε τους λογισμούς των ανθρώπων· δια τούτο, εάν ήρχετο κανείς προς αυτόν και έλεγεν άλλα αντί άλλων, ήλεγχεν αυτόν ο Άγιος και εφανέρωνε τους κρυφούς λογισμούς της ψυχής του. Ύστερον δε προσεποιήθη ότι είναι σαλός. Και ούτω διανύσας την ζωήν του και πολλούς οδηγήσας εις σωτηρίαν με το παράδειγμά του και με την διδασκαλίαν του, εκοιμήθη εν ειρήνη πολλάς ιατρείας και μετά θάνατον χαριζόμενος εις τους προσερχομένους εις τον τάφον αυτού μετά πίστεως.