Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Οι Άγιοι Σωσθένης, Απολλώς, Επαφρόδιτος, Καίσαρ

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων εξ Αποστόλων εκ των Εβδομήκοντα ΣΩΣΘΕΝΟΥΣ, ΑΠΟΛΛΩ, ΚΗΦΑ, ΤΥΧΙΚΟΥ, ΚΑΙΣΑΡΟΣ και ΕΠΑΦΡΟΔΙΤΟΥ.                 
Σωσθένης, ο πρώτος εκ των ιερών τούτων Αποστόλων, είναι εκείνος τον οποίον αναφέρει ο Παύλος εις την προς Κορινθίους πρώτην Επιστολήν αυτού, λέγων· «Παύλος Απόστολος Ιησού Χριστού δια θελήματος Θεού και Σωσθένης ο αδελφός» (Κεφ. α΄: 1). Ούτος έγινεν Επίσκοπος Κολοφώνος η οποία είναι πόλις παράλιος της Μικράς Ασίας, τετιμημένη ποτέ με θρόνον Επισκόπου υπό τον Μητροπολίτην Εφέσου, ονομαζομένη νυν τουρκιστί Σιγατζίκ.                                 
Απολλώς δε, τον οποίον και αυτόν αναφέρει ο Παύλος εν τη προς Κορινθίους πρώτη Επιστολή αυτού, λέγων· «Τις ουν εστι Παύλος; Τις δε Απολλώς, αλλ΄ ή διάκονοι»; (Κεφ. γ΄:5), έγινεν Επίσκοπος Καισαρείας.                                                       
Επαφρόδιτος δε τον οποίον και αυτόν αναφέρει ο Παύλος λέγων· «Αναγκαίον δε ηγησάμην Επαφρόδιτον τον αδελφόν και συνεργόν και συστρατιώτην μου, υμών δε Απόστολον και λειτουργόν της χρείας μου, πέμψαι προς υμάς» (Φιλιπ. β: 25) έγινεν Επίσκοπος Κολοφώνος μετά τον Σωσθένη.                                      
Καίσαρ δε, τον οποίον αναφέρει ο Παύλος, λέγων· «Ασπάζονται υμάς πάντες οι Άγιοι, μάλιστα δε οι εκ της Καίσαρος οικίας» (Φιλιπ. δ: 22) έγινεν Επίσκοπος Κορώνης της εν Πελοποννήσω.                                                                                              
Όλοι λοιπόν οι θείοι ούτοι Απόστολοι, καλώς πολιτευσάμενοι, οσίως εποίμανον το του Χριστού ποίμνιον και εκυβέρνησαν τας εμπιστευθείσας εις αυτούς Εκκλησίας, αλλά και πειρασμούς πολλούς υπέμειναν οι μακάριοι υπό των ειδωλολατρών δια την του Χριστού Πίστιν· και ούτως ετελειώθησαν, παραδόντες τας ψυχάς των εις χείρας του αληθινού Θεού.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Ο Όσιος Πατάπιος

Τη Η΄ (8Η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΤΑΠΙΟΥ


Πατάπιος ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις τας Θήβας της Αιγύπτου, από γονείς ευσεβείς, και βαπτισθείς ανετράφη και επαιδεύθη επιμελώς τα ιερά γράμματα· και όσον ηύξανεν εις την σωματικήν ηλικίαν και εμάνθανε την φιλοσοφίαν, τοσούτω μάλλον προέκοπτεν εις την αρετήν και εγίνετο εις την ψυχήν φιλοσοφώτερος, γνωρίζων των προσκαίρων πραγμάτων το άστατον. Όθεν πανσόφως απαρνησάμενος πατρίδα, πλούτον και συγγενείς και πάσαν σαρκός ηδυπάθειαν και κοσμικήν ματαιότητα, κατώκησεν εις την έρημον· και τόσον προέκοψεν εις την ησυχίαν, ώστε έλαμψεν εις τας αρετάς ως φωστήρ διαυγέστατος. Και επειδή δεν ήτο πρέπον ο λύχνος να κρύπτεται υπό τον μόδιον, αλλά να τεθή επί την λυχνίαν, καθώς είπεν ο Κύριος, δια τούτο όσον ο Όσιος έφευγε τον ανθρώπινον έπαινον, τόσον ο Θεός τον εδόξαζε και τον έκαμνε πανταχού περιβόητον και συνηθροίζοντο από τας χώρας και πόλεις πολλοί εις αυτόν χάριν ωφελείας και βλέποντες την άσκησιν αυτού, τα άνθεα κατορθώματα και τα εξαίσια θαυμάσια, εθαύμαζον.                                                       
Βλέπων ο Όσιος το άμετρον πλήθος, όπερ συνήγετο εκεί και την τιμήν την οποίαν του έδιδον, ανεχώρησεν από την έρημον ησύχως και επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν· κατώκησε δε εις τας Βλαχέρνας και ούτως έμεινε ξένος και έρημος, δια να φύγη τον ανθρώπινον έπαινον· και λησμονήσας τους προτέρους αγώνας εδίδετο εις περισσοτέραν σκληραγωγίαν και άσκησιν, μη φροντίζων ουδέ ποσώς δια τροφάς και ενδύματα, αλλά εμιμείτο τους ασωμάτους Αγγέλους εν σώματι, προσευχόμενος εις τον Θεόν νοερώς και το άρρητον κάλλος εκείνο διηνεκώς φανταζόμενος. Όθεν έχων την θεωρίαν με την πράξιν συνεζευγμένην έγινεν όλος μετέωρος και ανέβαινεν εις τους ουρανούς με το πνεύμα και έβλεπε νοερώς τας ουρανίους Δυνάμεις, αίτινες υμνούσιν ακαταπαύστως τον Κύριον. Δια τούτο και ο Θεός τον εδόξασε και του έδωκε δύναμιν να κάμνη θαυμάσια, από τα οποία να γράψωμεν ολίγα εις πίστωσιν των άλλων, δια να εννοήσητε πόσα δύναται να κατορθώση όστις φυλάττει τα θεία προστάγματα.                                                                                                                      
Νέος τις πιστός και ευλαβής άνθρωπος ήτο τυφλός εκ γενετής και δεν έβλεπεν ουδόλως· ακούσας δε τας αρετάς του Οσίου και την πολιτείαν αυτού την θαυμάσιον, απήλθεν εις εκείνον χειραγωγούμενος· μιμούμενος δε τον τυφλόν του Ευαγγελίου, εβόησε με πολλήν θερμότητα προς τον Όσιον λέγων· «Ελέησόν με δια τον Κύριον, υιέ του Φωτός και της Χάριτος, και φώτισον τους οφθαλμούς μου, να ίδω και εγώ ο ανάξιος τα ορατά ταύτα πράγματα, όπως υμνήσω δια των κτισμάτων τον Κτίσαντα». Ταύτα λέγοντος του τυφλού, τον ελυπήθη ο Όσιος ως ελεήμων και ευσπλαγχνικώτατος, αλλά δεν ετόλμα, ως ταπεινόφρων, να επιχειρισθή τοιαύτην πράξιν, νομίζων εαυτόν ανάξιον και λέγει προς αυτόν δια να ίδη και την γνώμην του· «Τι θαυμάσιον εγνώρισες εις εμέ και ζητείς παρ΄ εμού πράγμα, το οποίον δεν δύναται άλλος να τελέση ειμή μόνον ο Δημιουργός του κόσμου και παντοδύναμος»; Τότε ο νέος εφώναζεν ελεεινότερα μετά δακρύων δεόμενος και με λόγους ταπεινούς εβεβαίωνε την αναμφίβολον πίστιν αυτού, ότι ηδύνατο ο Όσιος να του δώση την ποθουμένην θεραπείαν, ως του Χριστού δούλος γνήσιος. Τότε ο Όσιος είπε προς αυτόν μετά πίστεως· «Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού, όστις φωτίζει τυφλούς και νεκρούς ανιστά, ανάβλεψον». Ταύτα ειπών (ω του μεγίστου θαυματουργήματος!) εφωτίσθη ο πρώην τυφλός και εδόξασε τον Θεόν αγαλλόμενος. Ταύτα βλέποντες οι παρόντες εθαύμαζον και δεικνύοντες τούτον έλεγον· «Αυτός είναι ο εκ γενετής τυφλός, τον οποίον εφώτισεν ο Πατάπιος».              
Άλλος δε τις άνθρωπος ήτο εις το Βυζάντιον υδρωπικός· όθεν ήτο πολύ εξωγκωμένη η κοιλία του και εξώδευσεν όλην του την περιουσίαν εις ιατρούς· αλλ΄ εκείνους μεν ωφέλησεν ολίγον, εις τον εαυτόν του όμως δεν εγνώρισε ουδεμίαν ωφέλειαν. Όταν λοιπόν είδεν ότι η ανθρωπίνη βοήθεια δεν ηδύνατο να τον θεραπεύση, έδραμε προς τον Όσιον και δεικνύων εις αυτόν το χαλεπόν πάθος, εδέετο να κάμη έλεος εις αυτόν και να παρακαλέση τον Κύριον δι΄ αυτόν. Ο δε Άγιος βλέπων τοιούτον σχήμα ελεεινόν ελυπήθη· διότι δεν ήτο μόνον εις την κοιλίαν το πάθος, αλλά εις όλον το σώμα του, το δε δέρμα του ήτο πρησμένον ως ασκός και του έδιδεν οδύνην απερίγραπτον. Πρώτον λοιπόν εποίησεν ο Άγιος προσευχήν μετά δακρύων προς τον Κύριον, έπειτα εσημείωσε σταυρόν εις την κοιλίαν του πάσχοντος και τον έχρισε με το έλαιον της κανδήλας, λέγων· «Ο Δεσπότης Χριστός, όστις και τον υδρωπικόν ιάτρευσεν, αυτός και σε θέλει σήμερον θεραπεύσει ως εύσπλαγχνος». Ταύτα του Οσίου λέγοντος, οι μεν δεσμοί των υγρών της κοιλίας ελύθησαν, οι δε φυσικοί πόροι εξέβαλον όλα τα ακάθαρτα υγρά και έμεινεν ο ασθενής όλος υγιής εις μίαν στιγμήν, εις υαύμα και έκπληξιν των ορώντων.                                            
Άλλος τις νέος είχε δεινόν δαιμόνιον ο ταλαίπωρος και άλλοτε μεν έσχιζε τα ιμάτιά του και έμενεν ολόγυμνος, άλλοτε δε έπιπτεν εις κρημνούς και λάκκους, άλλοτε δε πάλιν έπιπτεν εις τα ύδατα και εκινδύνευε πολλάκις ο άθλιος. Περιπατούντος δε τούτου ποτέ εις την οδόν, τον έσυρεν ο δαίμον και επήγαινε να τον βυθίση εις την θάλασσαν· εκεί δε συνέπεσε να τον ίδη, κατ΄ οικονομίαν Θεού, ο μέγας Πατάπιος, βλέπον δε τούτον το δαιμόνιον ετάραξε τον νέον δυνατά. Έστρεφε τους οφθαλμούς και εξήρχοντο αφροί εκ του στόματος, έτριζε τους οδόντας και εκύτταζε με αγριότητα τον Όσιον· αφού δε εκείνος επλησίασεν, είπε ταύτα ο δαίμων ως οδυρόμενος· «Ω συμφοράν όπου έπαθα! Τι ήθελε πάλιν εδώ ο Πατάπιος; Τι να γίνω; Που να υπάγω, να εύρω τόπον να κατοικήσω; Καν εις πόλιν υπάγω, καν εις έρημον, φθάνεις, ω Ναζωραίε, και με τον τύπον του Σταυρού σου με διώκεις, νικώμενος δε εγώ αφανίζομαι». Ταύτα λέγον το πονηρόν δαιμόνιον εσήκωσεν εις τον αέρα τον νέον και τον ετίνασσεν. Ο δε μέγας του Χριστού αριστεύς ετύπωσεν εις τον αέρα με την χείρα του τον ζωοποιόν Σταυρόν λέγων· «Έξελθε, πνεύμα ακάθαρτον, και ύπαγε μακράν εις την έρημον· ο Χριστός σε προστάσσει, του οποίου και χωρίς να θέλης ωμολόγησες την δύναμιν». Ταύτα λέγοντος του Οσίου, εσπάραξεν ο δαίμων τον άνθρωπον και ρίψας αυτόν κατά γης, εξήλθεν ως καπνός και έφυγεν. Ο δε νέος από την χαράν του εδάκρυσε και δοξάζων τον Θεόν, ηυχαρίστει τον Όσιον. Έφθαναν μόνον αυτά τα θαυμάσια να φανερώσουν του Οσίου την παρρησίαν προς Κύριον· αλλ΄ ας είπωμεν άλλο εν και τότε να τελειώσωμεν την διήγησιν.                                                                                               
Γυνή τις είχε την πανώδυνον και φρικτήν ασθένειαν του καρκίνου του στήθους και έκαμνε σκώληκας εις τους μαστούς της· είχε δε όχι μόνον εις το στήθος, αλλά και εις όλον το σώμα μεγάλην βάσανον και έφθαναν οι πόνοι έως την καρδίαν, τόσον ώστε εκινδύνευεν εις θάνατον. Βλέπουσα λοιπόν η ταλαίπωρος, ότι οι μεν ιατροί κατεσπατάλουν την περιουσίαν της ματαίως και ανωφελώς, οι δε σκώληκες εβόσκοντο εις τας σάρκας της, απήλθεν εις τον μέγαν Πατάπιον και πίπτουσα κατά γης εις τους πόδας του εθρήνει ελεεινότατα λέγουσα· «Ιάτρευσόν με, δούλε του Θεού, την ταλαίπωρον· σπλαγχνίσου με την αθλίαν, διότι και προ του τάφου με τρώγουσι σκώληκες και τόσον φρικτούς πόνους μού δίδουσιν, ώστε επιθυμώ τον μισητόν από όλους και αποτρόπαιον θάνατον». Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Εάν έχης πίστιν καθαράν προς τον Κύριον και δεν αμφιβάλλης δια την ίασιν, κατά την πίστιν σου ας σου γίνη και η έκβασις». Η δε εκ βαθέων στενάξασα έλεγε· «Πιστεύω, Κύριε, ότι καθώς γινώσκεις φανερά όλα τα κρύφια και άγνωστα, ούτως είσαι με την θείαν Χάριν και παντοδύναμος. Λοιπόν ως ελεήμων θεράπευσον τας οδύνας μου». Τότε της είπεν ο Όσιος να του δείξη το πάθος της και ιδών αυτό εθαύμασε λέγων· «Χαλεπόν είναι το πάθος σου και δυσίατον, αλλ΄ η πίστις υπερνικά και η ελπίς καρπούται την ίασιν. Ύπαγε λοιπόν εις ειρήνην και πλέον δεν θέλεις πονέσει». Ταύτα ειπών, έμεινεν η γυνή τεθεραπευμένη και απήλθε χαίρουσα και δοξάζουσα τον Θεόν, εκήρυττε δε πανταχού το θαυμάσιον, φημίζουσα εις όλους τον Όσιον.                                                                                                     
Από ταύτα τα οποία εγράψαμεν, ας εννοήση έκαστος πόσην χάριν επλούτησεν ο Πατάπιος παρά Κυρίου και δεν είναι ανάγκη να περιεργαζώμεθα περισσότερον, διότι εκ των ονύχων ο λέων γνωρίζεται.                                                             
Λοιπόν ας έλθωμεν εις την κοίμησιν αυτού, να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Ούτος ο μέγας του Θεού άνθρωπος και της αρετής αληθώς τύπος έμψυχος, εστόλισε την πολιτείαν αυτού με έργα και θαύματα και όταν έμελλε να μετασταθή από την πρόσκαιρον ζωήν ταύτην εις την αιώνιον, συνήχθησαν όλοι οι Ασκηταί και έκλαιον την αναχώρησιν αυτού, νομίζοντες κοινήν ορφανίαν την τούτου υστέρησιν και οδυρόμενοι τον χωρισμόν αυτού έλεγον· «Ω Πάτερ γλυκύτατε και παμπόθητε, διατί εγκαταλείπεις ορφανά τα τέκνα σου και υπάγεις εις άλλην πατρίδα τόσον γρήγορα; Ω! ποίος να καταπαύση την λύπην μας; Ποίος θα θεραπεύη τώρα τα τραύματα των ψυχών μας; Ω της συμφοράς! Και πώς να υπομείνωμεν την υστέρησίν σου οι τάλανες»;                         
Αυτά και έτερα λέγοντες, αυτοί μεν έκλαιον, διεκτραγωδούντες το πάθος και την θλίψιν των. Ο δε Όσιος δεν έδειξε ουδεμίαν δειλίαν ή φιλοζωϊαν έναντι του θανάτου. Αλλ΄ είπε ταύτα προς αυτούς με όμμα ιλαρόν και πασίχαρον· «Μη με αποχαιρετάτε, ηγαπημένα μου τέκνα, με δάκρυα, διότι πολλήν βλάβην δίδετε με αυτά και εις εμέ και εις τον εαυτόν σας. Αλλ΄ είπατε ευχάς προς τον Θεόν και ποιήσατε κοινώς δια την ψυχήν μου παράκλησιν, πράγμα το οποίον σας δίδει πολλήν ωφέλειαν». Ταύτα λέγων κατέπαυσε τους οδυρμούς αυτών και τα δάκρυα· τους έκαμε δε διδαχήν σοφωτάτην περί της αιωνίου μακαριότητος. Έπειτα εποίησε προσευχήν δι΄ αυτούς και ούτως αφήκεν εις χείρας Θεού την μακαρίαν ψυχήν του χαίρουσαν. Το δε ιερόν και πάνσεπτον Λείψανον αυτού ενεταφίασαν εις τον σεβάσμιον Ναόν του Τιμίου Προδρόμου, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, της μιάς Θεότητος· Ή πρέπει τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Του Οσίου ΠΑΥΛΟΥ Μοναχού του Υποτακτικού.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ Μοναχού του Υποτακτικού.


Παύλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών δεν ήτο ούτε ένδοξος και πλούσιος εις τα του κόσμου, αλλ΄ ούτε και πτωχός· οι δε γονείς αυτού έζων με αυτάρκειαν των της παρούσης ζωής αγαθών, όθεν και εξεπαίδευσαν αυτόν εις τα ιερά γράμματα. Όταν δε ούτος έφθασεν εις ηλικίαν, έκρινεν ότι είναι συμφέρον εις αυτόν να αφήση τον κόσμον και να υπάγη εις τι Μοναστήριον της πατρίδος του. Ενδυθείς λοιπόν το θείον και Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, ηγωνίζετο να πράξη όλας τας αρετάς και εξαιρέτως την μακαρίαν υπακοήν· τοσούτον δε υπερέβαλεν όλους τους εκεί Μοναχούς, δοχείον γενόμενος του Αγίου Πνεύματος, ώστε ετέλεσεν εν παράδοξον και δι΄ αυτού εφάνη εις τους αδελφούς, ότι έχει κεκρυμμένην εις την ψυχήν του μεγάλην τινά και υψηλήν εργασίαν, είναι δε τούτο το παράδοξον το εξής.                                                              
Ημέραν τινά αυτός ομού με άλλους τινάς αδελφούς έτυχε να διαλύση πίσσαν εντός χαλκίνου αγγείου και επειδή είδεν αυτήν να φουσκώση, όταν έβραζε και να χύνεται έξω, δεν είχον δε εκεί ούτε ξύλον, ούτε άλλο τι κατάλληλον μέσον, δια να αναμοχλεύση την πίσσαν και να καταπαύση τον βρασμόν αυτής, και μη υποφέρων ο μέγας ούτος την απώλειαν της πίσσης και την ζημίαν του Μοναστηρίου, εξεγύμνωσε την χείρα του και έβαλεν αυτήν εντός του αγγείου. Διαταράξας δε την πίσσαν βράζουσαν, κατέπαυσεν αυτήν· είτα πάλιν εξήγαγε την χείρα του σώαν και αβλαβή, χωρίς να αλλοιωθή ή καν να μαυρίση από την πίσσαν, ούτε αυτή η έξωθεν της χειρός επιφάνεια. Τούτο το θαύμα βλέποντες οι μετ΄ αυτού ευρισκόμενοι αδελφοί εξέστησαν· και άλλοι μεν εξ αυτών τον ενόμιζον Πατέρα Άγιον και Θεοφόρον, άλλοι δε παντελώς δεν επίστευον ότι αυτός έχει τοιαύτην χάριν· εκείνος όμως ο τρισμακάριος ωνόμαζεν εαυτόν γην και σποδόν και σαλόν.                                                                                                       
Απεστάλη ποτέ ο Όσιος ούτος εις διακονίαν. Εις αυτήν δε απασχολουμένου τούτου και καταγινομένου, ο Προεστώς, συνάξας τους ευλαβεστέρους αδελφούς, προσηύχετο μετ΄ αυτών με σκληραγωγίαν πολλήν εις ωρισμένας ημέρας. Ούτοι λοιπόν προσευχόμενοι προς τον Θεόν έλεγον· «Κύριε, αν και είμεθα ανάξιοι, πλην δείξον εις ημάς, καθ΄ όσον ημίν είναι δυνατόν, εις ποία μέτρα έφθασεν ο αδελφός ημών Παύλος και εις ποίον βαθμόν αρετής κατετάγη!» Ο δε το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν ποιών Κύριος ωκονόμησε κατά τινα νύκτα να κοιμηθώσιν αυτοί και αρπαγέντες να φερθώσιν εις περιβόλιον πολυειδές και πανευφρόσυνον· εκεί δε ευρισκόμενοι, εγέμισαν από τόσην ευωδίαν και ευφροσύνην, όσην αδυνατεί πας τις να διηγηθή. Θαυμάζοντες δε το παράδοξον αυτό θέαμα, ενόμισαν ότι είδον τον Μοναχόν Παύλον, όστις προσπίπτων, εχαιρέτισεν αυτούς.                                                        
Επειδή δε εκείνοι, θέλοντες να μάθωσιν, ηρώτων αυτόν τι είναι ο κήπος, τον οποίον έβλεπον, ήκουσαν αυτού λέγοντος μετά πολλής ταπεινώσεως· «Το μεν περιβόλιον τούτο είναι του Θεού, αδελφοί, και δι΄ ημάς αυτό έγινεν· επειδή δε δι΄ εμέ ηθελήσατε να έλθητε έως εδώ, δια της προς Θεόν προσευχής σας, ιδού ότι ήλθον και εγώ. Πλην, λάβετε εκ τούτου του περιβολίου ό,τι πράγμα φαίνεται εις έκαστον εξ υμών καλλίτερον και υπερέχον από τα άλλα και υπάγετε εν ειρήνη, να στείλητε δε άλλον αδελφόν εις την διακονίαν, δια την οποίαν εστείλατε εμέ, επειδή άλλοτε δεν θέλετε με ίδει».  Όθεν αποχαιρετήσαντες τον Παύλον, έλαβον άλλος μεν άνθος, άλλος δε κλάδον, άλλος φύλλα ευωδέστατα και άλλος βότανα χαριέστατα· και ούτως εξήλθον του κήπου. Εξυπνήσαντες δε όλοι ομού και συνελθόντες, διηγούντο εις αλλήλους όσα είδον εις το περιβόλιον. Και ο μεν εδείκνυε το άνθος, το οποίον εκείθεν έλαβεν, ο δε τον κλάδον, άλλος έλεγεν ότι έλαβε κάτι εκ του περιβολίου, δεν το είχεν όμως δια να το δείξη· έτερος δε εβεβαίωνεν, ότι εις αρκετόν διάστημα χρόνου είχεν εις την όσφρησίν του την ευωδίαν του άνθους εκείνου όπερ έδρεψεν από το περιβόλιον με τας ιδίας του χείρας.                                                                                                                  
Και οι μεν αδελφοί ηυφραίνοντο και εδόξαζον τον Θεόν δια την χάριν, την οποίαν εχάρισεν εις τον δούλον του Παύλον. Ο δε Παύλος, αναχωρήσας από την διακονίαν εκείνην, δια την οποίαν απεστάλη, επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα· περιελθών δε όλους τους Ιερούς Τόπους και προσκυνήσας αυτούς, μετέβη εις Κύπρον, ένθα διήνυσεν επί όρους υψηλού έτη τινά. Επειδή δε και εκεί πολλοί συνέδραμον προς αυτόν, διαδοθείσης πανταχού της φήμης αυτού, ανεχώρησε και επήγεν εις τα πλησιόχωρα μέρη της Κωνσταντινουπόλεως. Μείνας δε εκεί και ευαρεστήσας τον Θεόν ήκουσεν άνωθεν φωνήν, ως ο θεόπτης Μωϋσής, ήτις έλεγε προς αυτόν· «Ανάβηθι εις το όρος και τελεύτα». Όθεν αναβάς εις βουνόν υψηλόν, παρά των εγχωρίων ονομαζόμενον Παρηγορίαν, προσεκύνησε τον Θεόν· και ζήσας εις αυτό ολίγον χρόνον, εκοιμήθη εν Κυρίω.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Οι Άγιοι Τριακόσιοι Μάρτυρες οι εν Αφρικοί

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ, οι εν Αφρική, ξίφει τελειούνται.


Τριακόσιοι όντες τον αριθμόν οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Ζήνωνος εν έτει υοδ΄ (474). Άρχων δε και εξουσιαστής της Αφρικής (του πανισχύρου δηλαδή τότε κράτους των Βανδάλων ή Βανδήλων) ήτο ο αρειανός Ονώριχος, ο γενόμενος διάδοχος του πατρός αυτού Γιζερίχου. Τούτον λοιπόν τον Ονώριχον έπεισαν οι δύο Αρειανοί Επίσκοποι, Κύριλλος και Βαλλινάρδης (εν άλλοις Βυλιμάνδης), να εγείρη διωγμόν μέγαν κατά των Ορθοδόξων· ήτο δε ο διωγμός αυτός τόσον φοβερός, ώστε υπερέβη και αυτούς τους επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού γενομένους. Διότι προσέταξεν ο θηριώδης εκείνος τύραννος να διωχθώσιν όλοι οι Ιερείς των εν τη Αφρική δεκαπέντε πόλεων, αφού πρότερον αφηρέθησαν από τας Εκκλησίας των Ορθοδόξων όλα τα ιερά άμφια και κειμήλια. Τότε οι Ορθόδοξοι, καταφεύγοντες εις ερημικήν τινα Εκκλησίαν, ετέλουν εκεί την θείαν μυσταγωγίαν· μαθόντες δε τούτο οι βάρβαροι Αρειανοί, περιεκύκλωσαν αυτήν και φέροντες ξύλα και άλλην ύλην ξηράν, έκαυσαν την Εκκλησίαν ομού με όλους τους εν αυτή ευχομένους Χριστιανούς. Ο δε Ονώριχος, επαινέσας το τόλμημα των βαρβάρων, έδωκε προσταγήν, ότι όσοι Χριστιανοί δεν αναβαπτίζονται δια του κακοδόξου βαπτίσματος των Αρειανών παρευθύς να θανατούνται. Όθεν όσοι μεν Ορθόδοξοι δεν ηδύναντο να υποφέρωσι τα προβαλλόμενα βασανιστήρια, έφευγον και έσωζον την ζωήν των, εγκαταλείποντες την πατρίδα και τας εστίας των· όσοι δε ήσαν στερεοί εις την Ορθόδοξον Πίστιν, προθύμως παρεδίδοντο εις το Μαρτύριον. Τριακόσιοι δε Ορθόδοξοι, συλληφθέντες εις την Καρχηδόνα, ετιμωρήθησαν δια θανάτου, επειδή διεβλήθησαν, ότι δεν ηθέλησαν να συμφωνήσωσι μετά των Αρειανών. Εις δε τους Ιερείς περισσοτέρας τιμωρίας εποίουν οι δυσσεβείς. Όθεν δύο μεν εξ αυτών επριόνισαν· εξήκοντα δε Ιερέων, των λογιωτέρων, απέκοψαν τας γλώσσας εξ αυτής της ρίζης. Ούτοι, διαμοιρασθέντες εις όλην την γην των Ρωμαίων, εκήρυττον χωρίς γλώσσαν την μεγαλωτάτην θαυματουργίαν, την οποίαν ενήργει ο Θεός εις αυτούς, διότι ανοίγοντες το στόμα και φαινόμενοι χωρίς γλώσσαν, τόσον αλανθάστως και καθαρώς προέφερον τας λέξεις, ώστε εξέπληττον όλους εκείνους, όσοι τους έβλεπον και τους ήκουον. Εις δε εξ αυτών, επειδή έπεσεν εις σαρκικήν αμαρτίαν, έγινεν αίτιος να αναχωρήση η θεία Χάρις εξ αυτού και πλέον δεν ηδύνατο να λαλήση ενάρθρως καθώς πρότερον, ως τούτο αναφέρουσι πολλοί συγγραφείς. Και ταύτα μεν ετολμήθησαν εις την Αφρικήν υπό των Βανδήλων (ή Βανδάλων) κατά των Ορθοδόξων, των ομολογούντων ομοούσιον με τον Πατέρα τον Υιόν και Λόγον αυτού τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Εις δε την παλαιάν Ρώμην κατά τον αυτόν καιρόν πολλά κακά εγίνοντο εναντίον των Ορθοδόξων υπό των ιδίων Αρειανιστών. Διότι η γυνή του Ρηγός της Ρώμης Οδοάκρου, Σουνίλδη ονομαζομένη, επειδή εφρόνει την αίρεσιν του Αρείου, ηνάγκαζε Ρωμαίαν τινά γυναίκα Ορθόδοξον να βαπτισθή εκ δευτέρου εις το κακόδοξον βάπτισμα εκείνου· επειδή όμως δεν ηδυνήθη να καταπείση αυτήν, προσέταξε να βαπτισθή και ακουσίως υπό του Επισκόπου των Μεδιολάνων, Αρειανού και αυτού όντος. Η δε Ορθόδοξος γυνή εξερχομένη της κολυμβήθρας, εζήτησε δύο οβολούς από την δούλην της και έδωκεν αυτούς εις τον Επίσκοπον λέγουσα· «Λάβε την πληρωμήν δια το κοινόν λουτρόν δια του οποίου με έλουσας», εξευτελίζουσα δηλαδή με τον λόγον τούτον το αρειανικόν βάπτισμα. Τούτο δε μαθούσα η Σουνίλδη, ευθύς προσέταξε και κατέκαυσαν την μακαρίαν. Όθεν ο σύζυγος αυτής, φοβηθείς την βάσανον του πυρός, προσήλθεν αυτόκλητος και εβαπτίσθη δεύτερον εις το βάπτισμα του Αρείου· ύστερον δε πορευόμενος έφιππος εις τινα ευκτήριον οίκον, ευρισκόμενον προ της πόλεως, εκεί κατεκάη ο άθλιος υπό κεραυνού, όστις έπεσεν ουρανόθεν και δια της δοκιμής έμαθεν ότι η του Θεού οργή και καταδίκη επήλθε κατ΄ αυτού δυνατωτέρα του προσκαίρου πυρός, δια του οποίου η γυνή του εκάη. 

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Αθηνόδωρος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ.


Αθηνόδωρος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει 290 καταγόμενος από την Συρίαν της Μεσοποταμίας, εγένετο δε εκ νεαράς ηλικίας Μοναχός. Ούτος διαβληθείς ως Χριστιανός εις τον άρχοντα Ελεύσιον και τον Χριστόν ομολογήσας, τεντώνεται ανά μέσον δύο στύλων και κατακαίεται με ανημμένας λαμπάδας εις όλα τα μέλη του σώματός του. Έπειτα με πεπυρωμένους σιδηρούς βώλους κατακαίεται εις τας μασχάλας και με άγκιστρα σιδηρά αγκιστρούται από την ρίνα και απλούται επί χαλκίνου πεπυρωμένου τάπητος, τον οποίον παραδόξως μετέβαλεν ο Άγιος από καυστικόν εις ψυχρόν. Είτα βάλλεται εντός χαλκίνου πεπυρωμένου ταύρου εκ του οποίου αβλαβής εφυλάχθη υπό θείου Αγγέλου· ομοίως εφυλάχθη ανώτερος και από άλλας βασάνους. Όθεν προσείλκυσεν εις την Πίστιν του Χριστού πεντήκοντα άνδρας ειδωλολάτρας, ύστερον δε πάλιν άλλους τριάκοντα. Τελευταίον απεφασίσθη να αποκεφαλισθή ο του Χριστού Αθλητής· επειδή όμως παρελύθη εκείνος, ο οποίος έμελλε να τον αποκεφαλίση και έπεσε κάτω οιονεί νεκρός μετά του ξίφους του, άλλος να πλησιάση δεν ετόλμα· δια τούτο ο Άγιος προσευχηθείς, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, λαβών παρ΄ αυτού του Μαρτυρίου τον στέφανον.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Αμβρόσιος Επίσκοπος Μεδιολάνων

Τη Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ Επισκόπου Μεδιολάνων.


Αμβρόσιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη κατά το έτος τμ΄ (340) εις Μεδιόλανα της Ιταλίας, όπου και δια τας πολλάς του αρετάς κατέστη Επίσκοπος και από των οποίων ως αστήρ φωτεινότατος κατηύγασεν άπασαν την οικουμένην με το φως της διδασκαλίας του εκπληρώσας εις εαυτόν την εντολήν του Κυρίου την λέγουσαν· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ε: 16). Τούτο δε δεν είπε μόνον προς τους Αποστόλους ο Κύριος, αλλά και προς πάντας τους διαδόχους αυτών Αρχιερείς, οι οποίοι πρέπει να λάμπωσιν ως το φως κατά τας αρετάς, ίνα βλέποντες οι άνθρωποι την χριστομίμητον αυτών πολιτείαν δοξάζωσι τον Θεόν. Όσοι δε Αρχιερείς δεν φυλάττουσι τας εντολάς του Κυρίου, καν εγγράμματοι και διδάσκαλοι είναι, αλλοίμονον εις αυτούς! Διότι δεν είναι Ποιμένες, αλλά λύκοι άρπαγες προβατόσχημοι και θέλουν καταπατηθή ως άλας άχρηστον και ανωφελές· «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ΄ οι ποιηταί» καθώς λέγει ο θείος Παύλος (Ρωμ. β΄ 13). Και ο Δεσπότης λέγει· «όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (Ματθ. ιβ: 50). Και αλλαχού λέγει· «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών αλλ΄ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ ζ :21). Και πάλιν λέγει· «ος δ΄ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται» (Ματθ. ε: 19).                                                                                                                       
Ναι κατ΄ αλήθειαν· όστις Αρχιερεύς διδάσκει τον λόγον του Θεού και φυλάττει τον νόμον απαρασάλευτα, φέρων ούτω τους αμαρτήσαντας εις μετάνοιαν και δεικνύων με τα έργα μάλλον την διδασκαλίαν ή με τους λόγους, ούτος θέλει λάβει παρά Κυρίου πλουσίας τας αμοιβάς των πόνων αυτού εν ημέρα ανταποδόσεως. Τούτο γνωρίζοντες οι παλαιοί Αρχιερείς εσπούδαζον να φυλάττουν πάσας τας σωτηρίους εντολάς. Ήσαν ταπεινοί και πραότατοι, ειρηνοποιοί, ελεήμονες και φιλόξενοι, ταπεινοί τη καρδία, εγκρατείς πολύ και σώφρονες. Δεν εφοβούντο βασιλείς και δυνάστας, ούτε ησχύνοντο άρχοντας, αλλ΄ ήλεγχον παρρησία τους παραβάτας και αυστηρώς αυτούς εκανόνιζον. Και εξόχως ο νυν εις ευφημίαν προκείμενος και κατά χρέος παρ΄ ημών πανηγυριζόμενος Αμβρόσιος ο της αμβροσίας επώνυμος, το της Ιταλίας αγλάϊσμα, ο εραστής της σοφίας και ζηλωτής του Προδρόμου και Ηλιού του παμμάκαρος. Τούτου τον Βίον έρχομαι σήμερον προς υμάς να διηγηθώ και προσέχετε επιμελώς να θαυμάσητε όχι μόνον τον ζήλον του Αρχιερέως, αλλά πολλώ μάλλον του αοιδίμου βασιλέως Θεοδοσίου την άκραν ταπείνωσιν και θερμοτάτην μετάνοιαν.  

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

O Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Καραμάνου, του εν Σμύρνη μαρτυρήσαντος κατά το αχνζ΄(1657) έτος.


Νικόλαος ο ευλογημένος ούτος Νεομάρτυς ο Καραμάνος πεσών ποτε ηγέρθη και ενίκησε το πολυκέφαλον θηρίον του κακού. Η αιτία δε της πτώσεώς του έγινεν ούτως: εις την Σμύρνην συνέβη κάποτε να γίνη κάποιο σκάνδαλον, δια το οποίον αυτός, ευρισκόμενος εις τον θυμόν του, είπε να γίνη Τούρκος. Ήσαν δε εκεί Τούρκοι τινες και ως ήκουσαν τον λόγον του, τον ήρπασαν πάραυτα και τον ήγαγον εις τον κριτήν και εμαρτύρησαν, ότι είπε να γίνη Τούρκος· ηρώτησε τότε αυτόν ο κριτής αν ούτως έχη η αλήθεια και ο Νικόλαος λαμπρά τη φωνή εβόησε· «Μη γένοιτο ποτέ εγώ ν΄ αρνηθώ τον Ποιητήν και Σωτήρα μου, τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν, όστις μέλλει να κρίνη ζώντας και νεκρούς και να αποδώση εκάστω κατά τα έργα του». Ταύτα ακούσας ο κριτής προσέταξε και τον έδειραν κατά πολλά, λέγων προς αυτόν να αρνηθή τον Χριστόν· αλλ΄ ο Μάρτυς εδέχετο και υπέμενε τας μάστιγας με μεγάλην ανδρείαν, δεχόμενος την εξ ύψους βοήθειαν και επικαλούμενος το σωτήριον όνομα του γλυκυτάτου Ιησού Χριστού. Ταύτα βλέπων ο κριτής και στοχαζόμενος το αμετάθετον της γνώμης του, τον έβαλεν εις την φυλακήν και παρήγγειλεν εις τους φύλακας να μη του δώσουν ούτε άρτον, ούτε ύδωρ, αλλά να τον δέρουν δις της ημέρας και ούτω έπραξαν· βλέποντες δε το αμετάθετον της γνώμης του τον επήγαν και πάλιν εις τον κριτήν, ο οποίος ηγωνίζετο παντοιοτρόπως και πάλιν να τον εξαναγκάση να αρνηθή τον Χριστόν· και πολλά του είπε, άλλοτε με κολακείας, και άλλοτε με φοβερισμούς· αλλ΄ ο Μάρτυς έμενεν ακλόνητος και ουδέ ποσώς επρόσεχεν εις τους λόγους του· τούτο δε μόνον έλεγε· «Καν εις την θάλασσαν με ρίψετε, καν εις πυρ με καύσετε, καν εις λεπτά τεμάχια με κόψετε, εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν δεν αρνούμαι». Τότε προσέταξεν ο κριτής, θέλοντα και μη θέλοντα, να του κάμουν περιτομήν δυναστικώς· λαβόντες δε εκείνοι τον Μάρτυρα τον έδεσαν εις στύλον χείρας και πόδας και τον περιέταμον, ενώ εκείνος έλεγε μεγαλοφώνως· «Τι με κόπτετε; Εγώ Χριστιανός είμαι και τον Χριστόν μου πιστεύω δια Θεόν αληθινόν· Τούρκος δεν γίνομαι». Βλέπων λοιπόν ο κριτής, ότι και με την περιτομήν δεν κατώρθωσε τίποτε, ώρισε να τον βάλουν εις την φυλακήν και να τον βασανίσουν με διάφορα παιδευτήρια, αλλ΄ ο Μάρτυς τα υπέμεινεν όλα μετά χαράς, δοξάζων τον Θεόν, ότι τον ηξίωσε να βασανισθή δια το όνομά του το Άγιον και ίστατο στερεός και ασάλευτος εις την Πίστιν του Χριστού. Βλέποντες ταύτα οι δήμιοι επήγαν και τα ανήγγειλαν εις τον κριτήν, όστις ώρισε και τον εκρέμασαν, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος τον στέφανον του Μαρτυρίου και συνηριθμήθη εις τον χορόν των Μαρτύρων. Το δε μαρτυρικόν αυτού και σεβάσμιον λείψανον το άφησαν ημέρας τρεις κρεμάμενον εις το ξύλον, έπειτα καταβιβάσαντες αυτό το έδεσαν από τους πόδας και αγγαρεύσαντες Χριστιανούς τινας τους εβίασαν και το έσυραν ρίψαντες αυτό εις την θάλασσαν. Γάλλοι δε τινες εκεί παρευρεθέντες, δώσαντες χρήματα εις τους εξουσιαστάς, εξέβαλον αυτό με τον γρύπον από την θάλασσαν και το έστειλαν εις την Γαλλίαν, όπου και το ετίμησαν μεγάλως, εις δόξαν Χριστού του Αθλοθέτου Θεού ημών. Αμήν.