Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Παρασκευή 15 Απριλίου 2016
Πέμπτη 14 Απριλίου 2016
Ο Όσιος Αρσένιος
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός
ημών ΑΡΣΕΝΙΟΥ του εν τω Λάτρω.
Αρσένιος ο Όσιος και θαυματουργός Πατήρ ημών ήτο από την
Κωνσταντινούπολιν, υιός γονέων ευσεβών, πλουσίων και πρώτων κατά το γένος. Παρεκτός
όμως του ότι ο Όσιος ούτος ήτο τοσούτον περιφανής κατά το γένος, εδόθη εις
αυτόν υπό του τότε βασιλέως και άλλο αξίωμα, ο τίτλος δηλαδή στρατηγού και
πατρικίου του θέματος του καλουμένου των Κιβυρραιωτών. Αλλά και όταν ποτέ
στόλος βασιλικός εστάλη εις υπερπόντιον ταξίδιον, την διοίκησιν τούτου ανέλαβεν
ο Όσιος· επειδή όμως γενομένης τρικυμίας μεγάλης ανέβρασεν η θάλασσα εξ αυτού
του πυθμένος, και τα μεν πλοία κατεποντίσθησαν αύτανδρα, αυτός δε μόνος διεσώθη
και εξήλθεν εις την στερεάν, τούτου ένεκα ευρών ευκαιρίαν, έλαβεν εκείνο το
οποίον προ πολλού επόθει, ήτοι ενεδύθη το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών.
Όθεν
εταλαιπώρει ο Όσιος το σώμα και υπέτασσεν αυτό εις την ψυχήν με νηστείας, με
αγρυπνίας, με χαμευνίας και άλλας κακοπαθείας· προς τοις άλλοις δε εστενοχώρει
και την σάρκα του με βαρέα σίδηρα ο της αληθεία σιδήρου και αδάμαντος
δυνατώτερος και στερρότερος. Τα δε ρείθρα των δακρύων εκείνου και τας
ολονυκτίους στάσεις και τους πολέμους των πονηρών πνευμάτων και την υπομονήν
την οποίαν εδείκνυεν εις τα ψύχη του χειμώνος και εις τα καύματα του θέρους,
ταύτα, λέγω, πάντα ποίος δύναται να αριθμήση; Με τοιούτους αγώνας αγωνιζόμενος
ο μακάριος, πέμπεται υπό του Παναγίου Πνεύματος εις τινα τόπον, κείμενον
αντικρύ του καλουμένου Ιερού· εκεί δε απελθών με την παντοτεινήν ροήν των
δακρύων του απέδειξεν ο αοίδιμος τον τόπον εκείνον κοιλάδα του κλαυθμώνος. Τα
δε ενδύματά του ήσαν τρίχινα· όθεν όσα μέρη του σώματος δεν εταλαιπώρουν τα
σίδηρα, ταύτα εταλαιπώρουν τα τρίχινα ιμάτια. Η τροφή του δε, ή μάλλον ειπείν η
ατροφία του, ήτο βοτάναι άγριαι και ταύτας έτρωγεν όχι με χορτασμόν, αλλά τόσον
μόνον όσον να φαίνεται ότι κάτι εγεύετο· την δε δίψαν αυτού ανεκούφιζε με
ολίγιστον μόνον ύδωρ και αυτό ανά δύο ή τρεις ημέρας λαμβανόμενον.
Έπειτα αναχωρήσας εκείθεν,
επήγεν εις το θαυμάσιον όρος του Λάτρου, το εν τη Ασία ευρισκόμενον· ένθα
διατρίβων θαυμαστώς ο πανθαύμαστος, εθανάτωσε με την προσευχήν του και με τον
τύπον του Τιμίου Σταυρού μίαν ασπίδα (είδος φαρμακερού όφεως), η οποία εφώλευεν
εκεί και εδηλητηρίαζε τα ύδατα. Απελθών δε και εκείθεν μετέβη κατά θείαν
προσταγήν εις το Μοναστήριον το ονομαζόμενον των Κελλιβάρων, γενόμενος δε
Ηγούμενος αυτού δι΄ ολίγον καιρόν πολλούς παρεκίνησεν εις εργασίαν της αρετής.
Έπειτα αναχωρήσας από το Μοναστήριον επανέρχεται εις την ποθεινήν ησυχίαν του,
υστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος και έγκλειστος μένων εντός οπής, εις
την οποίαν ήσαν φωλεαί και κατοικίαι πολλών θηρίων. Εκεί λοιπόν έμενεν
ησυχάζων, άλλος Προφήτης Δανιήλ αναφανείς· διότι όπως εκείνος έμεινεν εις τον
λάκκον των λεόντων αβλαβής, ούτω και ο μεγαλόψυχος ούτος Αρσένιος έμενεν εις
την οπήν εκείνην, την κατοικίαν των θηρίων, αβλαβής και απείρακτος. Μάλιστα δε
ο Όσιος ούτος δια της προσευχής του απεδίωξε μεν τα εκείσε εμφωλεύοντα θηρία,
σχολείον δε των ψυχών την φωλεάν εκείνην εποίησεν. Επειδή δε οι αδελφοί τού
Μοναστηρίου ελθόντες τον παρεκάλουν να απέλθη μετ΄ αυτών, επιστρέφει πάλιν ο
Όσιος εις το Μοναστήριον, πλην και εκεί ευρισκόμενος δεν συνέζη πλέον μετά των
αδελφών, αλλά κλεισθείς εις κελλίον στενώτατον, μόνος μόνω ελάτρευε τω Θεώ και
κατά τας εξ ημέρας της εβδομάδος ούτε συνδιελέγετο, ούτε φαγητόν έτρωγε, μόνον
δε κατά την Κυριακήν συνείθιζεν ο Άγιος και να ομιλή και να τρώγη. Διατί όμως
να περιττολογώμεν; Εις τοσαύτην απάθειαν έφθασεν ο Όσιος, ώστε ουδέ σωματικήν
τροφήν έτρωγε πλέον ο αείμνηστος τρεφόμενος υπό θείου Αγγέλου· αλλά και των
θαυμάτων την χάριν έλαβε παρά Κυρίου, διότι ύδατα πικρά ταράξας με την ράβδον
του, μετέβαλε ταύτα εις γλυκύτατα, δια της Χάριτος του Χριστού.
Ούτω
πολιτευόμενος ο Όσιος, με φρόνησιν και ανδρείαν και με σωφροσύνην και
δικαιοσύνην, έφθασεν εις το τέλος της ζωής του και εκαλείτο εις τας άνω Μονάς.
Δια τούτο εκάλεσεν όλους τους πέριξ κατοικούντας Μοναχούς και εδίδαξεν αυτούς
περί αποταγής κόσμου και των εν κόσμω, προς τούτοις δε και περί υπομονής και
φιλαδελφίας και περί ταπεινώσεως και προσευχής· έπειτα γονατίσας και με τους
οφθαλμούς πλήρεις δακρύων παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, πολλά
και μετά θάνατον θαύματα εργασάμενος. Ιάτρευσε δε ο Άγιος κατά παράκλησιν των
αδελφών δαιμονιζόμενόν τινα, όστις επιχειρήσας να τρυπήση τον τάφον του Αγίου
έγινε παράλυτος δια την τόλμην του, ελθών δε ύστερον εις συναίσθησιν μετενόησε
και έλαβε την παρά του Αγίου συγχώρησιν. Αλλά και Μοναχός υδρωπικός, προσελθών
εις τον τάφον του Αγίου, παρεκάλεσεν αυτόν να τον ιατρεύση· και ευθύς, ω του
θαύματος! έλαβε την υγείαν του, ευχαριστών άμα και δοξάζων τον τους Αγίους
Αυτού δοξάζοντα Χριστόν, τον μόνον αληθινόν Θεόν και Σωτήρα των ψυχών ημών.
Τετάρτη 13 Απριλίου 2016
Η Αγία Λουκία
Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος
ΛΟΥΚΙΑΣ της παρθένου.
Λουκία η Αγία
Μάρτυς και Παρθένος κατήγετο εκ των Συρακουσών, πόλεως της νήσου Σικελίας,
αρραβωνισμένη ούσα· δια δε την ασθένειαν της αιμορροίας, η οποία εταλαιπώρει
την μητέρα της, επορεύθη μετ΄ αυτής εις την Κατάνην, όπως προσκυνήση το εκεί
ευρισκόμενον Λείψανον της Αγίας Μάρτυρος Αγάθης και παρακαλέση αυτήν ίνα θεραπεύση
το πάθος της μητρός της. Εκεί δε αφιχθείσα, βλέπει εις το όραμά της την Αγίαν
Αγάθην, η οποία εις μεν την μητέρα της έδωσε την ιατρείαν, εις αυτήν δε
προείπεν, ότι μέλλει να μαρτυρήση δια τον Χριστόν. Όθεν όταν η μήτηρ της έγινεν
υγιής, διένειμεν η Αγία όλην αυτής την περιουσίαν εις τους πτωχούς και ήτο
ετοίμη και πρόθυμος, όπως υπάγη και ομολογήση τον Χριστόν. Διαβληθείσα λοιπόν εις τον άρχοντα Πασχάσιον
υπό του ιδίου μνηστήρος της, παρεστάθη εις αυτόν με ανδρείαν και ωμολόγησε τον
Χριστόν· ο δε άρχων προσέταξε να δώσωσιν αυτήν εις χαμαιτυπείον προς ατίμωσιν.
Αλλ΄ όμως αυτή με την θείαν Δύναμιν εφυλάχθη καθαρά και δεν εμολύνθη, διότι
πολλοί στρατιώται ελθόντες δεν ηδυνήθησαν να μετασαλεύσουν αυτήν εκ της θέσεώς
της, αλλ΄ ουδέ ηδυνήθησαν να την καύσωσι δια πυράς, την οποίαν ήναψαν εκεί όπου
ίστατο η Αγία· όθεν αποκαμόντες και απελπισθέντες, ότι δεν δύνανται να την
μετακινήσωσι, διότι εφυλάττετο υπό Θεού, τέλος απέκοψαν με το ξίφος την τιμίαν
αυτής κεφαλήν και ούτως έλαβεν η μακαρία τον αμάραντον στέφανον του Μαρτυρίου.
Τρίτη 12 Απριλίου 2016
Ο Βίος των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ, ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, ΕΥΓΕΝΙΟΥ, ΜΑΡΔΑΡΙΟΥ και ΟΡΕΣΤΟΥ.
Τη ΙΓ΄ (13η) του αυτού μηνός
μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ, ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, ΕΥΓΕΝΙΟΥ, ΜΑΡΔΑΡΙΟΥ και
ΟΡΕΣΤΟΥ.
Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης οι Άγιοι Μάρτυρες
ήσαν κατά τους χρόνους των αντιχρίστων βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των
βασιλευσάντων κατά τα έτη σπδ΄- τε΄ (284- 305). Κατά την εποχήν εκείνην
ολόκληρος η αυτοκρατορία των Ρωμαίων ήτο σχεδόν ένας ναός ειδωλολατρίας και πάντες
είχον ζήλον άμετρον, ή μάλλον ειπείν μανίαν και λύσσαν μεγάλην, συναγωνιζόμενοι
ποίος να προκόψη περισσότερον εις την λατρείαν των ειδώλων, και τούτο διότι
έβλεπον ότι καθ΄ εκάστην εστέλλοντο βασιλικά προστάγματα προς τους ηγεμόνας και
τους άρχοντας, εις πάσαν πόλιν και χώραν, παρακινούντα και προστάσσοντα πάντας,
να προσφέρουσιν κατά τας διατεταγμένας εορτάς θυσίας εις τους θεούς αυτών· και
εκείνους μεν, οίτινες ήθελον δείξει σπουδήν πολλήν εις τούτο το σέβας, να
τιμώσι με δόξαν πολλήν και βασιλικά χαρίσματα· τους δε μη πειθομένους να
υστερώσι πάσης περιουσίας και να τους παιδεύουν με διάφορα κολαστήρια και
επονείδιστον θάνατον. Ήτο όθεν εις όλην την οικουμένην διωγμός μέγας κατά των
Χριστιανών, και είχον μεγάλην φροντίδα οι άρχοντες να εξαλείψουν αυτούς τελείως
από προσώπου της γης.
Δευτέρα 11 Απριλίου 2016
Κυριακή 10 Απριλίου 2016
Η σημασία του Δόγματος στους διαλόγους με τους ετεροδόξους για την εν Χριστώ ενότητα -- Του Καθηγητού κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη
«Πρὶν προχωρήσουμε
στὴν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας κρίνουμε σκόπιμο νὰ δώσουμε κάποιες ἐννοιολογικὲς
διευκρινίσεις. Λέγοντας δόγματα τῆς πίστεως ἐννοοῦμε ἐκεῖνες τὶς ἀποκεκαλυμμένες
ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, ποὺ ἀμφισβητήθηκαν καίρια στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ
τοὺς αἱρετικούς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ διατυπώθηκαν μὲ κάθε σαφήνεια κατεξοχὴν ἀπὸ Οἰκουμενικὲς
Συνόδους ἢ ἀπὸ Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀποδεκτὲς καὶ βιοῦνται στὸ ἑξῆς ἀναμφισβητήτως
ἀπὸ τὴ δογματικὴ συνείδηση(1) τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τέτοιες Σύνοδοι εἶναι
λ.χ. ἡ λεγόμενη Η΄ Οἰκουμενική, ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸν Θ΄ αἰώνα, ποὺ καταδίκασε τὸ Filioque, ἀλλὰ καὶ οἱ Σύνοδοι ποὺ δικαίωσαν
τὴ δογματικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιὰ τὸ χαρακτήρα τοῦ
θείου Φωτὸς καὶ τῆς θεοποιοῦ Χάριτος. Τὰ δόγματα τῆς πίστεως θεμελιώνονται στὴν
Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη, καὶ
χαρακτηρίζονται τόσο γιὰ τὴν αἰωνίως ἀδιαμφισβήτητη ὀρθότητά τους ὅσο καὶ γιὰ τὴ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητά
τους. Ἐξαιτίας τοῦ ἀλάθητου χαρακτήρα τους, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐμπνεόμενα
ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, δὲ μποροῦν νὰ τροποποιηθοῦν ἀπὸ κανένα θεσμικὸ
φορέα, οὔτε πολὺ περισσότερο ἀπὸ κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν
εἶναι αὐτό. Ἂν κάποιος «δόγμα ἔχει διεστραμμένον, κἂν ἄγγελος ἦ, μὴ πείθου»(2),
συνιστᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Οὔτε σὲ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ θὰ πρέπει
νὰ ὑπακούει κανείς, ὅταν αὐτὸς διδάσκει διεστραμμένη πίστη.
Σάββατο 9 Απριλίου 2016
Tου Οσίου ΙΩΑΝΝΟΥ Μητροπολίτου Ζιχνών
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και
Θεοφόρου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ
Μητροπολίτου Ζιχνών και Κτίτορος της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής του
Τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, της κατά το Μενοίκιον
όρος κειμένης.
Ιωάννης ο Θεοφόρος Πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους Ανδρονίκου Β΄ του
Παλαιολόγου, του ευσεβούς βασιλέως και αυτοκράτορος των Χριστιανών του
βασιλεύσαντος κατά τα έτη 1282- 1328, έφθασε δε και εις τους χρόνους του
Ανδρονίκου Γ΄, (1328- 1341) εγγόνου του
προηγουμένου. Οι γονείς του υπήρξαν πιστοί και ευσεβείς Χριστιανοί, πριν όμως ο
παις φθάση τα δύο έτη της ηλικίας του απέμεινεν ορφανός, στερηθείς των γονέων
του. Τότε ο από τον πατέρα αυτού θείος, Μοναχός ων, ονόματι Ιωαννίκιος, έλαβεν
αυτόν εις το κελλίον του και αναθρέψας επιμελώς και διδάξας τα ιερά γράμματα
και παιδεύσας τας πνευματικάς νουθεσίας, τον εκούρευσε Μοναχόν και τον είχε
μαζί του, εκπαιδεύων αυτόν και εις τον μονήρη βίον. Ο δε Πατήρ ημών Ιωάννης, ως
άλλος Σαμουήλ αγιασθείς τον νουν εξ αυτής της βρεφικής ηλικίας, εξεπαιδεύετο
εις τα θεία μαθήματα και εις την ευκοσμίαν των ηθών και την όλην κατάστασιν των
Μοναχών, όσον δε ηύξανε κατά την ηλικίαν, τόσον και επεδίδετο εις την αρετήν
και προέκοπτεν· ικανώς δε την δια πράξεως ασκήσεως γιλοσοφίαν, εδέχθη και το
της Ιερωσύνης αξίωμα.
Επειδή
δε κατά θείαν οικονομίαν έμελλε να εμπιστευθή και προεδρίαν λαού, καθότι η θεία
βουλή και πρόγνωσις, η οποία κατά την γνώμην του Θεολόγου κατεργάζεται από
μακρόθεν τας υποθέσεις των μεγάλων πραγμάτων και δεν θέλει τας τοιαύτας πόλεις
των αρετών, αι οποίαι κείνται εις υψηλά όρη, να κρύπτωνται, ούτε τους τοιούτους
φαεινούς λύχνους να σκεπάζωνται υπό τον μόδιον, δια τούτο ωκονόμησε να
αναβιβασθή εις τον Αρχιερατικόν θρόνον. Εις ανταμοιβήν λοιπόν των κόπων της
αρετής του τού ανατίθεται η διοίκησις του Επισκοπικού θρόνου των Ζιχνών. Επειδή
όμως έφθασεν ενταύθα ο λόγος, ας διηγηθώμεν και πως ο προαναφερθείς θείος του
τού επέτρεψε να αρχιερατεύση· διότι δεν είναι και τούτο μικρός έπαινος, η
υπόμνησις της υπερβαλλούσης αυτού υπακοής και ευπειθείας, την οποίαν είχεν εις
τον θείον και προεστώτα του Ιωαννίκιον.
Οι από της πόλεως Ζίχνης Χριστιανοί, κρίνοντες υπέρ τινα άλλον δια
Ποιμένα των τον Θεοφόρον τούτον Πατέρα, ήλθον εις αυτόν και τον εζήτουν μετά
θερμής παρακλήσεως, να συγκατανεύση εις την αίτησίν των και δεχόμενος την
ποιμαντικήν των οικονομίαν να γίνη Αρχιερεύς των· ο δε, κατά πάντα και δια
πάντα πειθόμενος εις τον θείον του, έπεμψεν αυτούς εις αυτόν, να ζητήσουν την
παρ΄ αυτού ευλογίαν· ο δε θείος του ουδέ καν την ακοήν υπέφερε, ούτε εδέχετο το
τοιούτον, αλλ΄ ίστατο εναντιούμενος και ουδόλως συγκατένευεν, όχι δι΄ άλλο
αίτιον, ειμή μόνον διότι εφοβείτο μήπως, δίδων όλον τον εαυτόν του εις την
φροντίδα της Επισκοπής, αποκλείση άπρακτον την προαίρεσίν του, εις το να έχη
αυτός κάθε πρόνοιαν και επιμέλειαν της Μονής των· και ότι ούτως έχει η αλήθεια
και η προαίρεσις του Γέροντος τούτο είναι φανερόν εκ του ότι ο θείος εκείνος
Γέρων τότε συγκατένευσε, τότε εδέχθη την αίτησιν των Ζιχναίων, όταν έλαβεν
έγγραφον παρ΄ αυτού ομολογίαν, ότι ζώντος και μετά θάνατον του θείου του θα έχη
αυτός την φροντίδα και την επιμέλειαν της Ιεράς αυτών Μονής. Γενόμενος λοιπόν
Αρχιερεύς ο Άγιος, ποίος νους να εννοήση ή ποία γλώσσα να διηγηθή δύναται τους
κόπους, τους μόχθους, τας αγρυπνίας, τας οποίας έκαμνε δια την διοίκησιν, την
κυβέρνησιν του εμπιστευθέντος αυτώ ποιμνίου; Δεν έδιδεν ύπνον εις τους
οφθαλμούς του, ουδέ ανάπαυσιν εις τους κροτάφους του κατά το Δαβιτικόν (Ψαλμ.
ρλα΄: 4), αλλά πάντα και εποίει και έλεγε δια την σωτηρίαν των ψυχών τού
ποιμνίου του, οδηγών εις τας σωτηρίους νομάς και διαφυλάττων αυτό από τους
οδόντας του νοητού λύκου αβλαβές και αλύμαντον, άλλοτε με διδασκαλίας και
άλλοτε με απειλάς, ενώνων το πικρόν με το γλυκύ κατά την ιατρικήν επιστήμην.
Τοιαύτην προστασίαν του ποιμνίου του μετεχειρίζετο και όμως παρ΄ όλα ταύτα και
της επιμελείας της Μονής αυτού δεν απελείπετο, καίτοι ζώντος εισέτι του θείου
του. Τούτου δε εκδημήσαντος προς τον ποθούμενον Κύριον, διανύσαντος δι΄
ισαγγέλου πολιτείας τον βίον αυτού, ο Όσιος ούτος Πατήρ ημών Ιωάννης, κάμνων
παραίτησιν από της Επισκοπής του, κατά την έγγραφον αυτού προς τον θείον του
υπόσχεσιν, έμεινεν εις την Ιεράν Μονήν του Τιμίου Προδρόμου, την οποίαν Μονήν
ανεδέχθη εις κλήρον θείον παρά του θείου του μετονομασθείς δια του θείου και
Αγγελικού Σχήματος από Ιωακείμ που εκαλείτο πρότερον Ιωάννης.
Ευρών δε ο Άγιος την Μονήν
ως μόνον Ναόν έχουσαν το νυν Παρεκκλήσιον, το οποίον την σήμερον παλαιός
Πρόδρομος ονομάζεται, και κέλλας τινάς εις μοναδικήν κατοικίαν των παρά του
θείου του συναχθέντων ιερών ανδρών, ανήγειρεν εκ θεμελίων Ναόν, τον ήδη
υπάρχοντα ως Καθολικόν της Μονής εις το όνομα και αυτόν του Τιμίου ενδόξου
Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Παγκάλως δε και πολυειδώς εκαλλώπισεν
αυτόν με λαμπράς κα ωραίας εικόνας και με πολλά ιερά σκεύη και με άλλα διάφορα
αναθήματα. Ωκοδόμησε δε και τράπεζαν, δια να τρώγωσιν εις δόξαν Θεού οι
ευρισκόμενοι Πατέρες, καθώς απαιτεί η κοινοβιακή τάξις, προστρέξας δε και εις
το έλεος των τότε ευσεβεστάτων αυθεντών και βασιλέων Ανδρονίκου, του πιστού
βασιλέως των Χριστιανών, του Παλαιολόγου και Στεφάνου του πιστού κράλλη της
Σερβίας, δια την ενίσχυσιν αυτών προς αύξησιν, στερέωσιν και καλλωπισμόν της
Μονής ταύτης, έλαβε παρ΄ αυτών αργύρια ικανά και ωκοδόμησεν αυτήν κατά το μήκος
και το πλάτος, το οποίον έχει και σήμερον.
Επροίκησε δε ο Άγιος την Μονήν του και με προσόδους τινάς, τας οποίας
συνέλεξε παρά των αυτοκρατόρων και επεμελήθη αυτήν ως θυγατέρα του γνησίαν,
απαύγασμα των καμάτων και των κόπων του. Με τόσας δε και τοιαύτας προσόδους
επροίκισεν αυτήν, όσας ο θεοφόρος ούτος Πατήρ έκρινεν ότι ήσαν αρκεταί δι΄
εκείνους οι οποίοι εξέλεξαν να ζώσι βίον Μοναχικόν και απέριττον. Αλλά και
εντός της πόλεως Σερρών έκτισεν ετέραν Μονήν, επέχουσαν τόπον μετοχίου, με
τειχίον περικυκλουμένην εις το όνομα και αυτήν του Τιμίου Προδρόμου, την οποίαν
προικίσας με πάντα τα χρειώδη και αναγκαία, ανέδειξε κατοικητήριον αγίων
ανδρών, αφιερωμένων εις τον Θεόν και ζώντων κοινοβιακώς. Εις τοιούτον δε ασφαλές
και μόνιμον τέλος έφερε ταύτας τας Ιεράς Μονάς ο θεοφόρος Πατήρ ημών Ιωάννης,
ώστε εβεβαίωσε και εξησφάλισεν αυτάς με χρυσόβουλλα βασιλικά, σιγγίλια
πατριαρχικά, συγγράμματα των αφιερωμάτων και με διατάξεις και πατρικάς
νουθεσίας ιδικάς του αφορώσας εις την τελείαν κατά Χριστόν πολιτείαν των εις
αυτάς ασκουμένων Μοναχών.
Εκ τούτων λοιπόν απάντων ποίος δεν κατανοεί το κατά πάντα τέλειον της
εναρέτου ζωής του τελείου τούτου Πατρός ημών, με τίνα δε Προφήτην ή Ιεράρχην ή
Όσιον ομοιάζων αυτόν, δεν ήθελεν επιτύχει την ακριβή ομοίωσιν; Με τους Σαμουήλ
και Ηλίαν, τους περιαδομένους των Προφητών; Αλλά και αυτός κατά μεν τον Σαμουήλ
αγιασθείς εκ βρέφους τον νουν, κατεφρόνησε νουνεχώς τα επίκηρα και γεηρά και
προσωκειώθη τον Θεόν, κατά δε τον Ηλίαν αγαπήσας εγκάρδια την ησυχίαν, δια να
ομιλή ησύχως με τον ήσυχον Θεόν, καθώς εκείνος το Καρμήλιον, ούτω και αυτός το
Μενοίκιον όρος κατώκησε. Πως μετεχειρίσθη την θείαν και έννομον ποιμαντικήν,
δεν θέλει είπει άλλος τις ειμή μόνος αυτός, ή και άλλοι τινές, αλλά πολύ
ολίγοι. Ούτω λοιπόν σοφώς και χριστομιμήτως εποίμανε το εμπιστευθέν εις αυτόν
ποίμνιον, ώστε δύναται να είπη τις ότι κατ΄ ουδέν ήτο ελαχιστότερος και των
μεγάλων Ασκητών, διότι και αυτός ήτο εστολισμένος με παντοίας αρετάς, γενόμενος
οδηγός προς σωτηρίαν πολλών και προτείνων εαυτόν εις τους μαθητάς αυτού και
πάντας τους μοναστάς τύπον και υπογραμμόν της αρετής ακριβέστατον.
Τοιαύτην λοιπόν ζωήν ζήσας ο Άγιος και
παιδευθείς από τους προ αυτού θείους και ιερούς άνδρας, παιδεύσας δε και αυτός
τους μετ΄ αυτόν δια του καλού αυτού παραδείγματος και παιδεύων έτι και νυν τους
βουλομένους να πολιτευθούν κατά τας εγγράφους νουθεσίας και διατάξεις αυτού,
ετελείωσε την ζωήν του εις γήρας καλόν· και το μεν ιερόν εκείνο σώμα εκηδεύθη
εντίμως και σεβασμίως εις το καθολικόν, εις το οποίον ψάλλεται η μεσονύκτιος
ακολουθία, ως ο σεβάσμιος αυτού τάφος μαρτυρεί, η δε αγία αυτού ψυχή ανήλθεν εις
ουρανούς και ηυλίσθη εις τας αυλάς του Κυρίου μετά πάντων των ομοτρόπων Δικαίων
και ομοσκήνων Αγγέλων· μεθ΄ ων είθε να αξιωθώμεν και ημείς των ουρανίων αγαθών
δια πρεσβειών του θεοφόρου και σεβασμίου Πατρός ημών Ιωάννου, τέλειοι
προσκυνηταί της τελείας Τριάδος γενόμενοι εν Χριστώ Ιησού. Αμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
