Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Οι Άγιοι Τρεις Παίδες Ανανίας, Αζαρίας, Μισαήλ και ο Προφήτης Δανιήλ

Τη ΙΖ΄ (17η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Τριών Παίδων ΑΝΑΝΙΟΥ, ΑΖΑΡΙΟΥ, ΜΙΣΑΗΛ και ΔΑΝΙΗΛ του Προφήτου.                                                                   

Δανιήλ ο μακάριος Προφήτης ήτο από την βασιλικήν φυλήν του Ιούδα, καταγόμενος από γένος ευρισκόμενον εις την βασιλικήν υπηρεσίαν και εγεννήθη εις Βηθαράν την ανωτέραν. Ενώ δε ακόμη ήτο νήπιον, απήχθη αιχμάλωτος εκ της Ιουδαίας εις την Βαβυλώνα και εκεί προεφήτευσεν έτη εβδομήκοντα· προέλαβε δε την Γέννησιν του Χριστού τετρακόσια εξήκοντα έτη. Ήτο δε ανήρ τοσούτον σώφρων, ώστε οι Ιουδαίοι ενόμιζον, ότι είναι ευνούχος. Επένθησε πολύ δια την αιχμαλωσίαν των ομοφύλων του Εβραίων, ενήστευε δε από πάσαν επιθυμητήν τροφήν· και ήτο μεν ξηρός κατά το σώμα, εφαίνετο όμως πολύ ωραίος με την Χάριν του Υψίστου Θεού.                                                        
Οι δε Άγιοι ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ ήσαν Ιεροσολυμίται, υιοί πατρός μεν Εζεκίου του βασιλέως, μητρός δε Καλλινίκης. Ο δε πατήρ αυτών Εζεκίας ασθενήσας και ειπών προς τον Θεόν μετά δακρύων, ότι εφύλαξε τα αρεστά ενώπιον αυτού, έλαβε προσθήκην της ζωής του δεκαπέντε έτη. Όταν δε η αγία πόλις των Ιεροσολύμων εκυριεύθη υπό του Ναβουχοδονόσορος βασιλέως των Βαβυλωνίων και Ασσυρίων, απήχθησαν και ούτοι οι Τρεις Παίδες αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα μετά του Προφήτου Δανιήλ· εκεί δε κατεστάθησαν επιστάται των πραγμάτων του βασιλέως δια την αρετήν και φρόνησίν των και μάλιστα δια την μεσιτείαν του Δανιήλ. Επειδή δε κατεφρόνησαν την χρυσήν εικόνα του βασιλέως, την οποίαν προσέταξε να προσκυνώσιν όλοι οι λαοί εις την πεδιάδα Δεηρά, ερρίφθησαν εις κάμινον, επταπλασίως καιομένην, εντός της οποίας δροσιζόμενοι από καταβάντα θείον Άγγελον έψαλλον τον παγκόσμιον ύμνον, συγκαλούντες όλα τα κτίσματα εις δοξολογίαν Θεού. Τότε βλέπων ο βασιλεύς το παράδοξον τούτο θαύμα ωμολόγησεν, ότι είναι μέγας ο Θεός ο υπ΄ αυτών προσκυνούμενος.                                                                                                                          
Ο δε θείος Δανιήλ, καίτοι συζήσας και συναναστραφείς μετά των ανωτέρω Αγίων Τριών Παίδων και γενόμενος αίτιος να τιμηθώσι δια της μεσιτείας του, ως είπομεν, εν τούτοις δεν ερρίφθη μετ΄ αυτών εις την κάμινον καθώς και η θεία Γραφή δεν αναφέρει τούτο. Η αιτία δε δια την οποίαν δεν ερρίφθη εις την κάμινον ο Δανιήλ είναι η εξής, όπερ συνάδει και με την αλήθειαν. Επειδή ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ωνόμασε τον Δανιήλ Βαλτάσαρ, ως είναι γεγραμμένον· ¨Και ο βασιλεύς επέθηκεν όνομα αυτώ Βαλτάσαρ» (Δαν. ε: 12), το δε όνομα αυτό ήτο γνώρισμα εξόχου τιμής και όνομα του θεού αυτών, κατά το ρητόν «Έως ήλθε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ, κατά το όνομα του θεού μου» (Δαν. δ: 5), τούτου ένεκα, ίνα μη φανή εις τους Πέρσας τους θεόν νομίζοντας το πυρ, ότι έσβεσε την φλόγα της καμίνου ο των Βαβυλωνίων θεός, ο καλούμενος Βαλτάσαρ, δια τούτο ωκονομήθη παρά της θείας Προνοίας να μη ριφθή εις την κάμινον μετά των Αγίων Τριών Παίδων ο Προφήτης Δανιήλ, ο έχων το όνομα τούτο· αλλ΄ ουδέ εις την ιστορίαν την περί της καμίνου λεγομένην αναφέρεται διόλου ο Δανιήλ. Οι δε Άγιοι Τρεις Παίδες, αφού ελυτρώθησαν παραδόξως και υπερφυσικώς από την κάμινον του πυρός, πάλιν αποκατεστάθησαν εις την προτέραν των δόξαν· και διανύσαντες την ζωήν των εντίμως, ετελεύτησαν εν ειρήνη καθώς και ο Προφήτης Δανιήλ.                 
Λέγουσι δε τινες, ότι μετά τον θάνατον του Ναβουχοδονόσορος και των λοιπών βασιλέων, οι οποίοι ετίμων τους Αγίους Τρεις Παίδας, έγινεν άλλος βασιλεύς, Αττικός ονομαζόμενος. Ούτος εξετάσας τους τρεις Αγίους τούτους και ελεγχθείς υπ΄ αυτών δια την ασέβειάν του, προσέταξε να κοπή η κεφαλή του Αγίου Μισαήλ, την οποίαν εδέχθη ο Άγιος Αζαρίας απλώσας το φιβλατόριόν του, ήτοι τον επενδύτην του (διότι φίβλα λατινιστί λέγεται η πόρπη και το επανωφόριον)· ομοίως επρόσταξε να κοπή και η κεφαλή του Αγίου Αζαρίου, την οποίαν εδέχθη ο θείος Ανανίας, ύστερον δε και αυτός ο Ανανίας απεκεφαλίσθη. Λέγουσι δε και τούτο, ότι αφ΄ ου εκόπησαν αι τίμιαι κεφαλαί των Αγίων Τριών Παίδων τούτων, πάλιν προσεκολλήθησαν εις τα σώματά των και Άγγελος Κυρίου παρέλαβε τα αυτών λείψανα και τα μετέφερεν εις το όρος Γεβάλ, ένθα τα έθηκεν υποκάτω εις πέτραν. Αφ΄ ου δε παρήλθον τετρακόσια έτη, ανέστησαν και αυτοί, κατά την εκ του τάφου έγερσιν του Κυρίου, μετά των άλλων Προπατόρων, και ύστερον πάλιν απέθανον.                                                              
Τούτων των τεσσάρων την μνήμην παρελάβομεν από τους θεοφόρους Πατέρας να εορτάζωμεν επτά ημέρας προ της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, επειδή και αυτοί, ως νομίζω, κατήγοντο εκ της βασιλικής φυλής του Ιούδα, αφ΄ ης κατήγετο και ο Κύριος ημών κατά το ανθρώπινον. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία. 

Η Αγία Θεοφανώ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της αοιδίμου Βασιλίσσης και θαυματουργού ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, συζύγου γενομένης Λέοντος του σοφωτάτου βασιλέως.                                  

Θεοφανώ η ευσεβεστάτη και Αγία βασίλισσα ήτο γέννημα και θρέμμα της Κωνσταντινουπόλεως, έχουσα βασιλικήν την καταγωγήν, καθότι ήτο απόγονος των περιφανών Μαρτινακίων, θυγάτηρ δε Κωνσταντίνου ιλλουστρίου και Άννης, οι οποίοι κατήγοντο εκ της Ανατολής. Ούτοι, μη έχοντες παιδίον, καθ΄ εκάστην ελυπούντο και παρεκάλουν υπέρ τούτου την Κυρίαν Θεοτόκον, πάντοτε μεν διατρίβοντες εις τον πανσεβάσμιον αυτής Ναόν, τον ευρισκόμενον εις τον λεγόμενον Βάσσου, θερμοτάτας δε τας αυτών δεήσεις και ικεσίας προσφέροντες και λέγοντες· «Λυθήτω, Δέσποινα, η του κόσμου Κυρία, λυθήτω η ατεκνία, ήτις λυπεί και καταξηραίνει ημάς τους δούλους σου». Όθεν, επειδή με πίστιν εζήτουν, απέκτησαν παιδίον θηλυκόν, την Θεοφανώ ταύτην, την μετέπειτα βασίλισσαν. Αύτη λοιπόν, αφού απεγαλακτίσθη και εγένετο εξ ετών, εξεπαιδεύθη τα ιερά γράμματα και εστολίσθη με παν είδος αγαθότητος και αρετής· όθεν βλέποντες οι γονείς της, ότι ήτο τοσούτον ενάρετος, έχαιρον και εσκίρτων ελπίζοντες, ότι θέλουν απολαύσει εντός ολίγου τον καρπόν της τοιαύτης εξαιρέτου καλλιτεκνίας των. Προέκοπτε δε η πολυχαρίτωτος αύτη κόρη ομού με την ηλικίαν και εις μεγαλυτέρας αρετάς και ηύξανεν εις ανώτερα αγαθά. Κατά δε τον καιρόν εκείνον ο βασιλεύς Βασίλειος ο Μακεδών εζήτει κόρην ωραίαν και ενάρετον δια να την δώση σύζυγον εις τον υιόν του Λέοντα· όθεν εις την Θεοφανώ ταύτην ευρών ο ρηθείς βασιλεύς συσσωρευμάνα όλα ομού τα καλά, συνήψεν αυτήν εις νόμιμον γάμον μετά του Λέοντος του Σοφού του κατόπιν βασιλέως, άπασα δε η Κωνσταντινούπολις επληρώθη χαράς και ευφροσύνης δια το τοιούτον βασιλικόν και τίμιον συνοικέσιον. Δεν εμεσολάβησεν όμως πολύ διάστημα χρόνου, ότε ο διάβολος έσπειρε δια της γλώσσης του Σανταβαρηνού Αββά εν ζιζάνιον και πονηρόν λόγον· όθεν τούτον ακούσας ο πατήρ του Βασίλειος, κλείει εις την φυλακήν επί τρία έτη τον υιόν του Λέοντα και την γυναίκα αυτού Θεοφανώ. Αλλ΄ όμως κατά την εορτήν των εγκαινίων του Προφήτου Ηλιού συνεφιλιώθη πάλιν ο πατήρ μετά του υιού του· όθεν εξελθών της φυλακής παρευρέθη εις την συνήθη προπομπήν· επειδή δε ο βασιλεύς ησθένησεν, ανεκήρυξεν αυτοκράτορα και βασιλέα τον υιόν του τούτον Λέοντα.                              
Διατρίβουσα δε η τιμία αύτη Βασίλισσα εις τα βασιλικά παλάτια, δεν έπαυσεν επιμελουμένη την σωτηρίαν της ψυχής της, την δε δόξαν της βασιλείας ως ουδέν ελογίζετο και όλας τας ηδονάς της ζωής της ταύτης ενόμιζεν ως ιστόν αράχνης. Όθεν δεν έπαυεν η αείμνηστος υπηρετούσα τον Θεόν με ψαλμούς και ύμνους, με ελεημοσύνας και με πάσαν εγκράτειαν. Και εξωτερικώς μεν κατά το φαινόμενον εφόρει βασιλικήν αλουργίδα, εσωτερικώς δε και εν κρυπτώ ήτο ενδεδυμένη ράκη και ενδύματα τρίχινα και με αυτά εταλαιπώρει το σώμα της· και τας μεν πολυτελείς τραπέζας κατεφρόνει, τροφήν δε είχεν η μακαρία ευτελή και αυτοσχέδιον, τον άρτον δηλαδή και τα λάχανα και εις αυτά ηυχαριστείτο και ανεπαύετο. Διένεμε δε εις τους πτωχούς και όσα χρήματα ήθελον περιέλθει εις χείρας της, αλλά και δεν ηρκείτο εις ταύτα μόνον, αλλά και τα κοσμήματα και τα πολύτιμα ενδύματά της πωλούσα η μακαρία, τα εσκόρπιζεν εις τους πένητας· έδιδεν εις τας χήρας και τα ορφανά τα αναγκαία προς συντήρησιν αυτών· επλούτιζε τα Μοναστήρια και τα Ασκητήρια των Ασκητών με χρήματα και αγρούς και επεμελείτο τους δούλους της, ως να ήσαν αδελφοί της.                                  
Συμπεριεφέρετο δε η μακαρία προς πάντας με τοσαύτην ευγένειαν και ταπείνωσιν, ώστε δεν ωνόμαζε ποτέ τινα με το απλούν όνομά του, παραδείγματος χάριν: Γεώργιε! ή Δημήτριε! Αλλά προσέθετε πάντοτε και το «κύριε», ήτοι κύριε Γεώργιε! κύριε Δημήτριε! Και ούτω καθ΄ εξής. Αλλά και από όλας τας άλλας αρετάς ήτο πεπροικισμένη η μακαρία, διότι ουδέποτε εις την ζωήν της ωρκίσθη, ουδέ ελάλησε ποτέ ψεύδος, ή κατηγορίαν κατά τινος· δεν έπαυσε ποτέ από του να πενθή ενδομύχως και να βρέχη την στρωμνήν της με δάκρυα· δεν εκοιμάτο εις την βασιλικήν κλίνιν, αν και αύτη ήτο εστρωμένη με χρυσοϋφάντους τάπητας και βασιλικά στρώματα, αλλ΄ όταν επήρχετο η νυξ, άφηνε ταύτην και ανεπαύετο επί του εδάφους, εις το οποίον έστρωνε μίαν μόνον ψάθαν ή τρίχινα τινα υφάσματα, δια να δύναται να εγείρεται συνεχώς και να αναπέμπη εις τον Θεόν τας προσευχάς της. Όθεν από την πολλήν σκληραγωγίαν και την κακοπάθειαν περιέπεσεν εις σωματικήν ασθένειαν· αλλ΄ όμως αύτη η μακαρία μετεχειρίζετο την ασθένειαν ως αφορμήν εγκρατείας· όσα δε φαγητά ητοίμαζον κατάλληλα εις την ασθένειάν της, αυτή τα διένεμε κρυφίως εις τους πάσχοντας και τους πεινώντας.                                                                  
Επειδή δε το στόμα της τρισολβίας ταύτης βασιλίσσης ήτο συνειθισμένον εις την μελέτην των θείων λόγων, δεν έπαυε ποτέ από του να προφέρη τους Ψαλμούς του Δαβίδ. Δεν παρεβλέπετο παρ΄ αυτής ουδέποτε η επτάκις της ημέρας αίνεσις του Κυρίου· ουδέ εκοιμήθη χωρίς δάκρυα η αοίδιμος, αφ΄ ενός μεν διότι συνελυπείτο και αυτή εις τας συμφοράς των άλλων, αφ΄ ετέρου δε διότι με τα δάκρυα εδυσώπει τον Κύριον και έκαμνεν αυτόν ίλεων, τόσον εις εαυτήν όσον και εις τους άλλους. Όθεν επειδή ήτο τοσούτον συμπαθητική και εύσπλαγχνος, διέλυε τας συμφοράς των καταπονουμένων, εβοήθει τους αβοηθήτους και παρηγόρει τους πάσχοντας υπό θλίψεως και αθυμιών· και εν βραχυλογία όλον τον κόσμον και τα εν κόσμω χαροποιά απηρνήθη η μακαρία αύτη βασιλίς δια τν Κύριον, και άρασα εις τους ώμους της τον Σταυρόν του Χριστού και τον ελαφρόν ζυγόν του, ηκολούθει εις τούτον προθύμως· όθεν δεν απέτυχε των ελπιζομένων αιωνίων αγαθών.                                                                        
Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευομένη η μακαρία βασίλισσα Θεοφανώ και ελθούσα εις το τέλος τής επί της γης παροικίας της προεγνώρισε την ώραν του θανάτου της και εκάλεσεν όλους να την ασπασθούν, ασπασθείσα δε και αυτή αμοιβαίως πάντας και δίδουσα ούτω τον τελευταίον ασπασμόν, παρέδωκεν εν ειρήνη το μακάριον πνεύμα της εις χείρας Θεού. 

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Μόδεστος

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΟΔΕΣΤΟΥ Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.    

Μόδεστος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο θείος αστήρ της Εκκλησίας και πιστός θεράπων του Θεού, ήκμασε κατά τον Ζ΄ αιώνα από της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου. ενδυθείς το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, κατέστησε τον εαυτόν του τύπον και υπογραμμόν της ασκητικής φιλοσοφίας και έγινε σκεύος πάσης αρετής, διαλάμπων όχι μόνον δια των σοφών λόγων του, αλλά και δια των κατά Θεόν έργων του. Δια τούτο και εφωτίσθη δια του φωτισμού του Παναγίου Πνεύματος και έγινε δοχείον θείων ελλάμψεων. Δια τας αρετάς του ταύτας έγινεν Ηγούμενος και Αρχιμανδρίτης της Μονής, την οποίαν είχεν ιδρύσει ο μέγιστος μεταξύ των Οσίων Πατέρων Άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης και κατηύθυνε την Μονήν ταύτην ασφαλώς κατά Θεόν δια της μελιρρύτου διδασκαλίας του και δια του ιδικού του παραδείγματος. Κατά το έτος 614, κατά παραχώρησιν Θεού, ο δυσσεβής βασιλεύς των Περσών Χοσρόης ο Β΄, επιδραμών εναντίον της Αγίας Γης «ως μονιός άγριος» και αφού την ελεηλάτησεν, επυρπόλησε τα ιερά σεβάσματα της Αγίας Πόλεως και κατέστρεψε τελείως τα σεπτά αγιάσματα της θεοβαδίστου πόλεως Ιερουσαλήμ. Τότε έσυρεν εις την αιχμαλωσίαν και τον Πατριάρχην Ζαχαρίαν και επιστρέψας εις την χώραν του συναπεκόμισε και τον Ζωοποιόν Σταυρόν του Κυρίου ως μέγα τρόπαιον της νίκης του και πολυτιμότατον λάφυρον.                                                          
Κατά τας κρισίμους λοιπόν εκείνας περιστάσεις, ο ιερός άνθρωπος του Θεού, ο ενθεώτατος και μέγας Μόδεστος, κατά θείαν νεύσιν, ανέλαβε την διακυβέρνησιν της δεινώς χειμαζομένης Εκκλησίας της Αγίας Σιών, ως Τοποτηρητής του εις την αιχμαλωσίαν απαχθέντος Πατριάρχου Ζαχαρίου. Και πρόθυμος να θυσιάση την ζωήν του υπέρ της Εκκλησίας, ως άλλος Βεσελεήλ ή Ζοροβάβελ, δι΄ ατρύπων κόπων κατώρθωσε να ανεγείρη τον καταστραφέντα υπό των Περσών Ιερόν Ναόν της Αναστάσεως του Κυρίου και να ανοικοδομήση και όσα άλλα ιερα είχον καταστρέψει οι βάρβαροι. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και τους διασκορπισθέντας και καταδιωχθέντας Χριστιανούς κατώρθωσε να περιμαζεύση. Εις τους φοβισμένους ενέβαλε θάρρος, τους ταλαιπωρημένους και βασανισμένους και συντετριμμένους παρηγόρησε και ενεταφίασε και τους Οσίους Πατέρας της Ιεράς Μονής του Αγίου Σάββα, τους οποίους εθανάτωσαν οι βάρβαροι, αφού προηγουμένως τους εθρήνησεν οσίως και ευσχημόνως, ως έπρεπε. Και δια να μη μακρηγορώμεν, δια των προσπαθειών του ο θείος ούτος Πατήρ κατώρθωσε να καταστήση πάλιν την Εκκλησίαν της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ «ως μητέρα», κατά τον Προφητάνακτα Δαβίδ, «επί τέκνοις ευφραινομένην», επιτυχών ταύτα δια κόπων πολλών και μόσχων αμετρήτων και με καμάτους ατελειώτους και με την πρόθυμον βοήθειαν του Ποιμένος της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων, του θείου Ιωάννου του Ελεήμονος.                                                                                     
Καθ΄ ον χρόνον ο θείος Μόδεστος ήτο Τοποτηρητής του θείου Ζαχαρίου εις τον Πατριαρχικόν θρόνον της Ιερουσαλήμ, υιοθέτησεν εν Χριστώ δια του θείου Βαπτίσματος και τινα Πέρσην, ο οποίος προσήλθεν εις την εις Χριστόν πίστιν. Ούτος ήτο ο Οσιομάρτυς Άγιος Αναστάσιος, ο οποίος ήθλησε δια την ευσέβειαν εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης κατά την κβ΄ (22αν) Ιανουαρίου του έτους 628. Απελευθερωθείς ο Πατριάρχης Ζαχαρίας επανήλθεν εις τον θρόνον του κατά το έτος 628 και μέχρι του θανάτου του εποίμανε θεαρέστως την του Θεού Εκκλησίαν. Μετά δε την μακαρίαν κοίμησίν του, η οποία συνέβη εν έτει 632, ο μέγας Μόδεστος, ψήφω Θεού, εδέχθη την Αρχιερωσύνην και εγένετο Ποιμήν της Αγίας Ιερουσαλήμ, ανελθών εις τον θρόνον του ιερού Ιακώβου του Αδελφοθέου, διαδεχθείς τον ιερόν Ζαχαρίαν ως σκεύος εκλογής και άξιος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού. Αφού ο μέγας Μόδεστος εποίμανε τον περιούσιον λαόν του Κυρίου ευαγγελικώς, και διέλαμψε με το άφθονον φως των αρετών του και εστόλισε κατά πολλούς τρόπους τον θρόνον του Αδελφοθέου, λαβών παρά Κυρίου και την Χάριν των θαυμάτων, εκοιμήθη τον ύπνον, όστις αρμόζει εις τους δικαίους, την ιζ΄ (17ην) Δεκεμβρίου του έτους 634, απολαβών παρά Κυρίου τα βραβεία των κατά την παρούσαν ζωήν κόπων του. Δια τούτο ο Κύριος εδόξασεν αυτόν δια πολλών θαυμάτων, τα οποία ενήργησε, εξακολουθεί δε και μέχρι σήμερον να είναι πρόθυμος βοηθός των επικαλουμένων αυτόν, εξαιρέτως δε είναι ταχύτατος ιατρός και προστάτης των αλόγων ζώων, ήτοι όλων των κατοικιδίων ζώων, δια της Χάριτος του Κυρίου.

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Μαρίνος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΜΑΡΙΝΟΥ,                                                    

Μαρίνος ο Άγιος Μάρτυς ήτο επί Καρίνου βασιλέως του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπγ΄ - σπδ΄ (283-284), Ρωμαίος το γένος, εκ νεαράς ηλικίας μετέχων της βουλής και τιμής της βασιλικής Συγκλήτου. Διαβληθείς δε ως Χριστιανός, παρεστάθη εις εξέτασιν· και επειδή δεν ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα, κρεμάται και δέρεται με ξυλίνας σπάθας. Έπειτα απλούται επί πεπυρωμένης εσχάρας, βάλλεται εντός ανημμένου τηγανίου και εντός λέβητος πλήρους ζέοντος ύδατος· εφυλάχθη όμως εξ όλων τούτων αβλαβής, επειδή παραδόξως το πυρ μετεβλήθη εις δρόσον. Ύστερον ριφθείς εις τα θηρία ίνα τον καταφάγωσιν, έμεινεν απείρακτος δια της θείας Χάριτος. Μετά ταύτα απατήσας τον βασιλέα, ότι θα υπάγη εις τον ναόν των ειδώλων ίνα προσφέρη θυσίαν, πορευθείς εκεί, δια προσευχής του κρημνίζει τα είδωλα· όθεν δια την αιτίαν ταύτην αποκεφαλίζεται και λαμβάνει παρά Κυρίου του Μαρτυρίου τον στέφανον. Προέτρεπον δε και ηκολούθουν αυτόν μέχρι του τόπου της εκτελέσεως ο πατήρ του και η μήτηρ του μακαρίζοντες αυτόν, διότι ηξιώθη να λάβη τέλος μακάριον. 

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Ο Βίος του Προφήτου Αγγαίου

Τη ΙΓ΄ (16η) του αυτού μηνός Δεκεμβρίου μνήμη  του Αγίου Προφήτου ΑΓΓΑΙΟΥ.                                    

Αγγαίος ο Άγιος Προφήτης κατήγετο από την ιερατικήν φυλήν του Λευϊ, εγεννήθη δε εις την Βαβυλώνα, μετά την αιχμαλωσίαν των Ισραηλιτών. Νέος δε έτι ων, μετέβη εκ της Βαβυλώνος εις την Ιερουσαλήμ μετά των άλλων Ιουδαίων και προεφήτευσε μετά του Προφήτου Ζαχαρίου έτη τριάκοντα εξ, προλαβών την έλευσιν του Χριστού έτη τετρακόσια εβδομήκοντα. Φανερώς δε προεφήτευσε δια την από Βαβυλώνος επιστροφήν των Ιουδαίων και είδεν εκ μέρους την δευτέραν οικοδομήν του Ναού· αποθανων δε ετάφη ενδόξως πλησίων εις τους τάφους των ιερέων, καθότι και αυτός, ως είπομεν, ήτο από γένος ιερατικόν. Ούτος κατά τα χαρακτηριστικά του σώματος ήτο δασύς την κόμην, γέρων πολύ, στρογγύλον έχων το γένειον· κατά τον ηθικόν χαρακτήρα έντιμος, κατά την αρετήν περιφανής, αγαπώμενος παρά πάντων, τιμώμενος ως ένδοξος και μέγας Προφήτης. Αγγαίος δε ερμηνεύεται εορτή ή εορταζόμενος.   

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Ο Βίος του Οσίου ΠΑΥΛΟΥ του Νέου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ του Νέου, ασκήσαντος εν τω όρει του Λάτρου.                                                                                                              

Παύλος ο θεσπέσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη (913 – 959), γεννηθείς εις τινα πόλιν ονομαζομένην Ελαία και ευρισκομένην πλησίον της Περγάμου, ήτις ευρίσκεται εις την Ασίαν· είχε δε και άλλον αδελφόν κατά σάρκα μεγαλύτερον και κατά την αρετήν ασκητικώτατον, ονόματι Βασίλειον. Ο πατήρ αυτού εκαλείτο Αντίοχος, ο οποίος ήτο κόμης εις τον στόλον της Κωνσταντινουπόλεως· και πολεμών πλησίον εις την Χίον με τους Αγαρηνούς της Κρήτης εφονεύθη εις τον πόλεμον. Η δε γυνή αυτού, Ευδοκία ονόματι, έλαβε τα τέκνα της και επήγεν εις την Φρυγίαν κατοικήσασα εις τι χωρίον, Μαρικάτον καλούμενον, από το οποίον ήτο και ο θείος Ιωαννίκιος, μετά του οποίου εσυγγένευον· έβαλε δε τα τέκνα της Παύλον και Βασίλειον εις το Μοναστήριον του Αγίου Στεφάνου, δια να μάθωσι τα ιερά γράμματα.                                    
Εις ολίγον καιρόν υπάνδρευσεν η χήρα τον Βασίλειον δια της βίας· όθεν αφού ετέλεσαν τους γάμους, έφυγεν από τον νυμφικόν θάλαμον ο Βασίλειος και απαρνηθείς όλα τα σαρκικά θελήματα, επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Ηλιού, ήτις ήτο εις τον Όλυμπον και κόπτων ομού με τας τρίχας όλας τας κοσμικάς φροντίδας, έγινε καλός Μοναχός· έπειτα επειδή επήγαινον εκεί συχνάκις οι συγγενείς του και γνώριμοι και του έδιδον ενόχλησιν, ανεχώρησεν εις τα ησυχαστικώτερα μέρη του όρους και μετά καιρόν ενεθυμήθη τον αδελφόν του· όθεν έβαλε κατά νουν να τον φέρει εκεί, δια να αγωνίζωνται ομού, έχοντες ο εις τον άλλον βοηθόν· μάλιστα καθόσον και ο πανάγαθος Θεός τον προσέταξε τρεις φοράς να προσκαλέση και αυτόν να συναγωνίζωνται, διότι ως γνώστης των μελλόντων εγνώριζεν οποίος έμελλε να κατασταθή ο Παύλος εις το ύστερον.

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς ΒΑΚΧΟΣ ο Νέος

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΒΑΚΧΟΣ ο Νέος ξίφει τελειούται.                                              
Βάκχος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο εκ της Παλαιστίνης, ακμάσας κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου (780 – 797) και Ειρήνης (780 – 802) των ευσεβών βασιλέων, οι δε γονείς του ήσαν Χριστιανοί εκ προγόνων. Ο πατήρ του Αγίου τούτου είχε συμβίαν χριστιανικωτάτην, αλλ΄ απατηθείς υπό της ματαίας δόξης του κόσμου ηρνήθη, φευ! την αληθή και πατροπαράδοτον πίστιν των Χριστιανών και αυθορμήτως ωλίσθησεν εις την μιαράν θρησκείαν των Αγαρηνών, εις ταύτην δε ευρισκόμενος απέκτησεν επτά τέκνα, τα οποία ανέτρεφε κατά την ασεβή πλάνην αυτών· τούτου δε αποθανόντος εις την ασέβειαν, έμειναν οι υιοί του με την μητέρα των. Ο τρίτος δε εξ αυτών, Δαχάκ ονομαζόμενος (το οποίον σημαίνει Γελάσιος), περιώρισεν εαυτόν και δεν ενυμφεύθη· αλλά και προ του θανάτου του αρνησιχρίστου πατρός του αυτός εμελέτα να γίνη Χριστιανός, όταν δε εκείνος απέθανε, τότε και το μελετώμενον ούτω πως επραγματοποίησε. Φανερώσας εις την μητέρα του τον σκοπόν του, εύρεν αυτήν σύμφωνον και παρακινούσαν μάλιστα εις τούτο, διότι ήτο πιστή Χριστιανή. Όθεν αναχωρήσας από την πατρίδα του, επορεύθη εις Ιεροσόλυμα και εκεί οδηγηθείς υπό τινος Μοναχού, επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, εις την οποίαν και έλαβε το άγιον Βάπτισμα, αντί δε Δαχάκ ονομάζεται Βάκχος. Είτα παρακαλέσας τους Μοναχούς, ενδύεται το μοναχικόν Σχήμα. Όθεν ζήσας εις το Σχήμα με νηστείας και εγκρατείας και γυμνάσας εαυτόν εις τας λοιπάς αρετάς, κατά προσταγήν του Ηγουμένου απομακρύνεται του Μοναστηρίου· διότι εφοβείτο ο Ηγούμενος, μήπως φανερωθή η υπόθεσις εις τους Αγαρηνούς, οι οποίοι εκυρίευον τότε τα Ιεροσόλυμα. Κατά τύχην δε, ή μάλλον να είπωμεν κατά θείαν οικονομίαν, πορευόμενος ο Βάκχος εις τα Ιεροσόλυμα συναντά την μητέρα του και φανερώνει εις αυτήν τα περί εαυτού άπαντα, προσθέσας και τούτο, ότι κατά πολλά λυπείται δια τους άλλους αδελφούς του, επειδή ευρίσκοντο εις την δυσσέβειαν.                                            
Τούτον τον λόγον ακούσαντες παρά της μητρός των οι άλλοι αυτού αδελφοί, προσήλθον και αυτοί εις την ευσέβειαν γενόμενοι Χριστιανοί. Εξ αυτών δε εις μόνον έμεινεν εις την απιστίαν, ο οποίος επήγεν εις τους Αγαρηνούς και κατέδωκε τούτον τον αδελφόν του Βάκχον, ότι έγινε Χριστιανός. Μαθόντες τούτο οι Αγαρηνοί, ηρεύνησαν και ευρόντες αυτόν, τον συνέλαβον και τον έφερον εις τον Αμηράν της Αγίας Πόλεως, ο οποίος στέλλει αυτόν εις τους κριτάς. Έμπροσθεν λοιπόν τούτων ο Άγιος Βάκχος ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, την δε πίστιν των Αγαρηνών κατηγόρησεν ως ψευδή και ματαίαν και ενέπαιξεν αυτήν· δια τούτο αποκεφαλίζεται και ούτω λαμβάνει τον αμάραντον του Μαρτυρίου στέφανον.