Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Ο Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και αειμνήστου Πατρός ημών ΣΤΕΦΑΝΟΥ του Ομολογητού, του πρότερον καλουμένου ΔΟΥΝΑΛΕ.                                                    

Στέφανος ο Όσιος Πατήρ ημών ο προ της χειροτονίας του καλούμενος Δουναλέ ή Δουνάλε ήτο πρότερον άρχων της ιδίας αυτού χώρας, η οποία είναι νήσος παρ΄ άλλων μεν ονομαζομένη Νιβερτία, παρ΄ άλλων δε Βερρόη και βρεχομένη μεν από τον Ατλαντικόν Ωκεανόν, ευρισκομένη δε πλησίον εις τα Γάδειρα, τα εν τη Ισπανία. Ούτος λοιπόν είχε πλούτον πολύν και ανετράφη με ευσεβή πίστιν και χριστιανικώτατα δόγματα, ζων περισσότερον εις τον Θεόν, παρά εις τους ανθρώπους. Όθεν όλα του κόσμου τα πράγματα σκύβαλα λογισάμενος ο αοίδιμος, αφήκε την εξουσίαν εις τους υιούς του και μεταβ΄ς εις την Ρώμην, ενδύεται το Μοναχικόν σχήμα, το του σταυροφόρου δηλαδή, υπό του Πάπα Αγαπητού. Μετά ταύτα αναχωρήσας εκείθεν ο Όσιος, πορεύεται εις την περίφημον Κωνσταντινούπολιν, εις την οποίαν συνωμίλησε με τον Πορφυρογέννητον βασιλέα Κωνσταντίνον Ζ΄ εν έτει 919, υπό του οποίου στέλλεται εις τα Ιεροσόλυμα (ζητήσας αυτό ο ίδιος παρ΄ εκείνου, το να σταλή δηλαδή). Αφιχθείς δε εκεί λαμβάνει το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα από τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων, Χριστόδουλον καλούμενον, και από Δουναλέ μετονομάζεται Στέφανος. Πολλάς δε ύβρεις και δαρμούς λαμβάνει από τους Σαρακηνούς ο μακάριος, διότι είχε τριγύρω περικεκομμένον το γένειόν του. Εκ των Ιεροσολύμων μετέβη ο Όσιος εις την Αίγυπτον, ένθα κρατηθείς ερρίφθη εις την φυλακήν μετά των ακολουθούντων αυτόν δύο Ιερέων. Αφού δε έμεινεν εκεί έξ μήνας, ταλαιπωρούμενος υπό πείνης και δίψης και των άλλων κακοπαθειών της φυλακής, στέλλεται εις τον Αμηράν της Αιγύπτου, υπό του οποίου δεθείς με βαρύτατα δεσμά ηναγκάζετο ο αοίδιμος να αρνηθή τον Χριστόν. Επειδή δε εις τούτο αντέλεγε στερρώς και δεν ενικάτο, αλλ΄ ωμολόγει παρρησία τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ετιμωρήθη με περισσοτέρας ή πρότερον πληγάς και βασανιστήρια, από τα οποία κακοπαθήσας, έπεσεν εις ασθένειαν ο τρισόλβιος· ως εκ της ασθενείας δε αφήκε την παρούσαν πρόσκαιρον ζωήν και επήγεν εις την άνω και την αιώνιον, αφού πρώτον ανηγγέλθη εις αυτόν παρά Θεού η κοίμησίς του. 

Oi Αγιοι Πατερμούθιος, Κόπρις και Αλέξανδρος

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Οσιομαρτύρων ΠΑΤΕΡΜΟΥΘΙΟΥ, ΚΟΠΡΙΟΥ και ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ.                                                                                                                   

Πατερμούθιος, Κόπρις και Αλέξανδρος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους Ιουλιανού του Παραβάτου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄- τξγ΄ (361 – 363). Διήνυσαν δε πρότερον την ζωήν των εν ησυχία εις έρημόν τινα τόπον της Αιγύπτου. Εκστρατεύσας δε ο Παραβάτης κατά των Περσών και μαθών περί των Οσίων τούτων έστειλε και τους έφερεν έμπροσθέν του. Ηρώτησε δε πρώτον τον Πατερμούθιον πόσων ετών είναι· αφού δε εκείνος απεκρίθη, ότι είναι τεσσαράκοντα πέντε, εξέβαλεν αυτόν έξω. Είτα προσκαλεί τον Όσιον Κόπριν και διαφόρους μηχανορραφίας και κολακείας μεταχειρισθείς ο πανουργότατος, έπεισεν αυτόν να αρνηθή, φευ! τον Χριστόν. Ύστερον δε ο Πατερμούθιος, υπενθυμίσας εις αυτόν τας νηστείας, τας προσευχάς και τους άλλους αγώνας, τους οποίους εδοκίμασεν εις την άσκησιν, τον επέστρεψε πάλιν εις την πίστιν του Χριστού. Τούτο μαθών ο Παραβάτης, προσέταξε να κόψωσι την γλώσσαν του Αγίου Κόπριου και να εξαπλώσωσιν αυτόν επί εσχάρας πεπυρωμένης. Φερόμενος δε εις την εσχάραν και βλέπων αυτήν σπινθηροβολούσαν, εδειλίασεν. Όθεν ενδυναμωθείς πάλιν από τον Άγιον Πατερμούθιον, ετέθη μετ΄ αυτού επί της εσχάρας, αλλ΄ υπό της θείας Χάριτος έμειναν  και οι δύο αβλαβείς. Έπειτα ερρίφθησαν αμφότεροι εις κάμινον ανημμένην και μετά των δύο αυτών εισήλθεν εν τω καμίνω και ο Μοναχός Αλέξανδρος και ωμολόγησε παρρησία τον Χριστόν· επειδή δε και οι τρεις έμειναν αβλαβείς, απεκεφαλίσθησαν κατά προσταγήν του τυράννου, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Οι Άγιοι Τρεις Παίδες Ανανίας, Αζαρίας, Μισαήλ και ο Προφήτης Δανιήλ

Τη ΙΖ΄ (17η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Τριών Παίδων ΑΝΑΝΙΟΥ, ΑΖΑΡΙΟΥ, ΜΙΣΑΗΛ και ΔΑΝΙΗΛ του Προφήτου.                                                                   

Δανιήλ ο μακάριος Προφήτης ήτο από την βασιλικήν φυλήν του Ιούδα, καταγόμενος από γένος ευρισκόμενον εις την βασιλικήν υπηρεσίαν και εγεννήθη εις Βηθαράν την ανωτέραν. Ενώ δε ακόμη ήτο νήπιον, απήχθη αιχμάλωτος εκ της Ιουδαίας εις την Βαβυλώνα και εκεί προεφήτευσεν έτη εβδομήκοντα· προέλαβε δε την Γέννησιν του Χριστού τετρακόσια εξήκοντα έτη. Ήτο δε ανήρ τοσούτον σώφρων, ώστε οι Ιουδαίοι ενόμιζον, ότι είναι ευνούχος. Επένθησε πολύ δια την αιχμαλωσίαν των ομοφύλων του Εβραίων, ενήστευε δε από πάσαν επιθυμητήν τροφήν· και ήτο μεν ξηρός κατά το σώμα, εφαίνετο όμως πολύ ωραίος με την Χάριν του Υψίστου Θεού.                                                        
Οι δε Άγιοι ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ ήσαν Ιεροσολυμίται, υιοί πατρός μεν Εζεκίου του βασιλέως, μητρός δε Καλλινίκης. Ο δε πατήρ αυτών Εζεκίας ασθενήσας και ειπών προς τον Θεόν μετά δακρύων, ότι εφύλαξε τα αρεστά ενώπιον αυτού, έλαβε προσθήκην της ζωής του δεκαπέντε έτη. Όταν δε η αγία πόλις των Ιεροσολύμων εκυριεύθη υπό του Ναβουχοδονόσορος βασιλέως των Βαβυλωνίων και Ασσυρίων, απήχθησαν και ούτοι οι Τρεις Παίδες αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα μετά του Προφήτου Δανιήλ· εκεί δε κατεστάθησαν επιστάται των πραγμάτων του βασιλέως δια την αρετήν και φρόνησίν των και μάλιστα δια την μεσιτείαν του Δανιήλ. Επειδή δε κατεφρόνησαν την χρυσήν εικόνα του βασιλέως, την οποίαν προσέταξε να προσκυνώσιν όλοι οι λαοί εις την πεδιάδα Δεηρά, ερρίφθησαν εις κάμινον, επταπλασίως καιομένην, εντός της οποίας δροσιζόμενοι από καταβάντα θείον Άγγελον έψαλλον τον παγκόσμιον ύμνον, συγκαλούντες όλα τα κτίσματα εις δοξολογίαν Θεού. Τότε βλέπων ο βασιλεύς το παράδοξον τούτο θαύμα ωμολόγησεν, ότι είναι μέγας ο Θεός ο υπ΄ αυτών προσκυνούμενος.                                                                                                                          
Ο δε θείος Δανιήλ, καίτοι συζήσας και συναναστραφείς μετά των ανωτέρω Αγίων Τριών Παίδων και γενόμενος αίτιος να τιμηθώσι δια της μεσιτείας του, ως είπομεν, εν τούτοις δεν ερρίφθη μετ΄ αυτών εις την κάμινον καθώς και η θεία Γραφή δεν αναφέρει τούτο. Η αιτία δε δια την οποίαν δεν ερρίφθη εις την κάμινον ο Δανιήλ είναι η εξής, όπερ συνάδει και με την αλήθειαν. Επειδή ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ωνόμασε τον Δανιήλ Βαλτάσαρ, ως είναι γεγραμμένον· ¨Και ο βασιλεύς επέθηκεν όνομα αυτώ Βαλτάσαρ» (Δαν. ε: 12), το δε όνομα αυτό ήτο γνώρισμα εξόχου τιμής και όνομα του θεού αυτών, κατά το ρητόν «Έως ήλθε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ, κατά το όνομα του θεού μου» (Δαν. δ: 5), τούτου ένεκα, ίνα μη φανή εις τους Πέρσας τους θεόν νομίζοντας το πυρ, ότι έσβεσε την φλόγα της καμίνου ο των Βαβυλωνίων θεός, ο καλούμενος Βαλτάσαρ, δια τούτο ωκονομήθη παρά της θείας Προνοίας να μη ριφθή εις την κάμινον μετά των Αγίων Τριών Παίδων ο Προφήτης Δανιήλ, ο έχων το όνομα τούτο· αλλ΄ ουδέ εις την ιστορίαν την περί της καμίνου λεγομένην αναφέρεται διόλου ο Δανιήλ. Οι δε Άγιοι Τρεις Παίδες, αφού ελυτρώθησαν παραδόξως και υπερφυσικώς από την κάμινον του πυρός, πάλιν αποκατεστάθησαν εις την προτέραν των δόξαν· και διανύσαντες την ζωήν των εντίμως, ετελεύτησαν εν ειρήνη καθώς και ο Προφήτης Δανιήλ.                 
Λέγουσι δε τινες, ότι μετά τον θάνατον του Ναβουχοδονόσορος και των λοιπών βασιλέων, οι οποίοι ετίμων τους Αγίους Τρεις Παίδας, έγινεν άλλος βασιλεύς, Αττικός ονομαζόμενος. Ούτος εξετάσας τους τρεις Αγίους τούτους και ελεγχθείς υπ΄ αυτών δια την ασέβειάν του, προσέταξε να κοπή η κεφαλή του Αγίου Μισαήλ, την οποίαν εδέχθη ο Άγιος Αζαρίας απλώσας το φιβλατόριόν του, ήτοι τον επενδύτην του (διότι φίβλα λατινιστί λέγεται η πόρπη και το επανωφόριον)· ομοίως επρόσταξε να κοπή και η κεφαλή του Αγίου Αζαρίου, την οποίαν εδέχθη ο θείος Ανανίας, ύστερον δε και αυτός ο Ανανίας απεκεφαλίσθη. Λέγουσι δε και τούτο, ότι αφ΄ ου εκόπησαν αι τίμιαι κεφαλαί των Αγίων Τριών Παίδων τούτων, πάλιν προσεκολλήθησαν εις τα σώματά των και Άγγελος Κυρίου παρέλαβε τα αυτών λείψανα και τα μετέφερεν εις το όρος Γεβάλ, ένθα τα έθηκεν υποκάτω εις πέτραν. Αφ΄ ου δε παρήλθον τετρακόσια έτη, ανέστησαν και αυτοί, κατά την εκ του τάφου έγερσιν του Κυρίου, μετά των άλλων Προπατόρων, και ύστερον πάλιν απέθανον.                                                              
Τούτων των τεσσάρων την μνήμην παρελάβομεν από τους θεοφόρους Πατέρας να εορτάζωμεν επτά ημέρας προ της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, επειδή και αυτοί, ως νομίζω, κατήγοντο εκ της βασιλικής φυλής του Ιούδα, αφ΄ ης κατήγετο και ο Κύριος ημών κατά το ανθρώπινον. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία. 

Η Αγία Θεοφανώ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της αοιδίμου Βασιλίσσης και θαυματουργού ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, συζύγου γενομένης Λέοντος του σοφωτάτου βασιλέως.                                  

Θεοφανώ η ευσεβεστάτη και Αγία βασίλισσα ήτο γέννημα και θρέμμα της Κωνσταντινουπόλεως, έχουσα βασιλικήν την καταγωγήν, καθότι ήτο απόγονος των περιφανών Μαρτινακίων, θυγάτηρ δε Κωνσταντίνου ιλλουστρίου και Άννης, οι οποίοι κατήγοντο εκ της Ανατολής. Ούτοι, μη έχοντες παιδίον, καθ΄ εκάστην ελυπούντο και παρεκάλουν υπέρ τούτου την Κυρίαν Θεοτόκον, πάντοτε μεν διατρίβοντες εις τον πανσεβάσμιον αυτής Ναόν, τον ευρισκόμενον εις τον λεγόμενον Βάσσου, θερμοτάτας δε τας αυτών δεήσεις και ικεσίας προσφέροντες και λέγοντες· «Λυθήτω, Δέσποινα, η του κόσμου Κυρία, λυθήτω η ατεκνία, ήτις λυπεί και καταξηραίνει ημάς τους δούλους σου». Όθεν, επειδή με πίστιν εζήτουν, απέκτησαν παιδίον θηλυκόν, την Θεοφανώ ταύτην, την μετέπειτα βασίλισσαν. Αύτη λοιπόν, αφού απεγαλακτίσθη και εγένετο εξ ετών, εξεπαιδεύθη τα ιερά γράμματα και εστολίσθη με παν είδος αγαθότητος και αρετής· όθεν βλέποντες οι γονείς της, ότι ήτο τοσούτον ενάρετος, έχαιρον και εσκίρτων ελπίζοντες, ότι θέλουν απολαύσει εντός ολίγου τον καρπόν της τοιαύτης εξαιρέτου καλλιτεκνίας των. Προέκοπτε δε η πολυχαρίτωτος αύτη κόρη ομού με την ηλικίαν και εις μεγαλυτέρας αρετάς και ηύξανεν εις ανώτερα αγαθά. Κατά δε τον καιρόν εκείνον ο βασιλεύς Βασίλειος ο Μακεδών εζήτει κόρην ωραίαν και ενάρετον δια να την δώση σύζυγον εις τον υιόν του Λέοντα· όθεν εις την Θεοφανώ ταύτην ευρών ο ρηθείς βασιλεύς συσσωρευμάνα όλα ομού τα καλά, συνήψεν αυτήν εις νόμιμον γάμον μετά του Λέοντος του Σοφού του κατόπιν βασιλέως, άπασα δε η Κωνσταντινούπολις επληρώθη χαράς και ευφροσύνης δια το τοιούτον βασιλικόν και τίμιον συνοικέσιον. Δεν εμεσολάβησεν όμως πολύ διάστημα χρόνου, ότε ο διάβολος έσπειρε δια της γλώσσης του Σανταβαρηνού Αββά εν ζιζάνιον και πονηρόν λόγον· όθεν τούτον ακούσας ο πατήρ του Βασίλειος, κλείει εις την φυλακήν επί τρία έτη τον υιόν του Λέοντα και την γυναίκα αυτού Θεοφανώ. Αλλ΄ όμως κατά την εορτήν των εγκαινίων του Προφήτου Ηλιού συνεφιλιώθη πάλιν ο πατήρ μετά του υιού του· όθεν εξελθών της φυλακής παρευρέθη εις την συνήθη προπομπήν· επειδή δε ο βασιλεύς ησθένησεν, ανεκήρυξεν αυτοκράτορα και βασιλέα τον υιόν του τούτον Λέοντα.                              
Διατρίβουσα δε η τιμία αύτη Βασίλισσα εις τα βασιλικά παλάτια, δεν έπαυσεν επιμελουμένη την σωτηρίαν της ψυχής της, την δε δόξαν της βασιλείας ως ουδέν ελογίζετο και όλας τας ηδονάς της ζωής της ταύτης ενόμιζεν ως ιστόν αράχνης. Όθεν δεν έπαυεν η αείμνηστος υπηρετούσα τον Θεόν με ψαλμούς και ύμνους, με ελεημοσύνας και με πάσαν εγκράτειαν. Και εξωτερικώς μεν κατά το φαινόμενον εφόρει βασιλικήν αλουργίδα, εσωτερικώς δε και εν κρυπτώ ήτο ενδεδυμένη ράκη και ενδύματα τρίχινα και με αυτά εταλαιπώρει το σώμα της· και τας μεν πολυτελείς τραπέζας κατεφρόνει, τροφήν δε είχεν η μακαρία ευτελή και αυτοσχέδιον, τον άρτον δηλαδή και τα λάχανα και εις αυτά ηυχαριστείτο και ανεπαύετο. Διένεμε δε εις τους πτωχούς και όσα χρήματα ήθελον περιέλθει εις χείρας της, αλλά και δεν ηρκείτο εις ταύτα μόνον, αλλά και τα κοσμήματα και τα πολύτιμα ενδύματά της πωλούσα η μακαρία, τα εσκόρπιζεν εις τους πένητας· έδιδεν εις τας χήρας και τα ορφανά τα αναγκαία προς συντήρησιν αυτών· επλούτιζε τα Μοναστήρια και τα Ασκητήρια των Ασκητών με χρήματα και αγρούς και επεμελείτο τους δούλους της, ως να ήσαν αδελφοί της.                                  
Συμπεριεφέρετο δε η μακαρία προς πάντας με τοσαύτην ευγένειαν και ταπείνωσιν, ώστε δεν ωνόμαζε ποτέ τινα με το απλούν όνομά του, παραδείγματος χάριν: Γεώργιε! ή Δημήτριε! Αλλά προσέθετε πάντοτε και το «κύριε», ήτοι κύριε Γεώργιε! κύριε Δημήτριε! Και ούτω καθ΄ εξής. Αλλά και από όλας τας άλλας αρετάς ήτο πεπροικισμένη η μακαρία, διότι ουδέποτε εις την ζωήν της ωρκίσθη, ουδέ ελάλησε ποτέ ψεύδος, ή κατηγορίαν κατά τινος· δεν έπαυσε ποτέ από του να πενθή ενδομύχως και να βρέχη την στρωμνήν της με δάκρυα· δεν εκοιμάτο εις την βασιλικήν κλίνιν, αν και αύτη ήτο εστρωμένη με χρυσοϋφάντους τάπητας και βασιλικά στρώματα, αλλ΄ όταν επήρχετο η νυξ, άφηνε ταύτην και ανεπαύετο επί του εδάφους, εις το οποίον έστρωνε μίαν μόνον ψάθαν ή τρίχινα τινα υφάσματα, δια να δύναται να εγείρεται συνεχώς και να αναπέμπη εις τον Θεόν τας προσευχάς της. Όθεν από την πολλήν σκληραγωγίαν και την κακοπάθειαν περιέπεσεν εις σωματικήν ασθένειαν· αλλ΄ όμως αύτη η μακαρία μετεχειρίζετο την ασθένειαν ως αφορμήν εγκρατείας· όσα δε φαγητά ητοίμαζον κατάλληλα εις την ασθένειάν της, αυτή τα διένεμε κρυφίως εις τους πάσχοντας και τους πεινώντας.                                                                  
Επειδή δε το στόμα της τρισολβίας ταύτης βασιλίσσης ήτο συνειθισμένον εις την μελέτην των θείων λόγων, δεν έπαυε ποτέ από του να προφέρη τους Ψαλμούς του Δαβίδ. Δεν παρεβλέπετο παρ΄ αυτής ουδέποτε η επτάκις της ημέρας αίνεσις του Κυρίου· ουδέ εκοιμήθη χωρίς δάκρυα η αοίδιμος, αφ΄ ενός μεν διότι συνελυπείτο και αυτή εις τας συμφοράς των άλλων, αφ΄ ετέρου δε διότι με τα δάκρυα εδυσώπει τον Κύριον και έκαμνεν αυτόν ίλεων, τόσον εις εαυτήν όσον και εις τους άλλους. Όθεν επειδή ήτο τοσούτον συμπαθητική και εύσπλαγχνος, διέλυε τας συμφοράς των καταπονουμένων, εβοήθει τους αβοηθήτους και παρηγόρει τους πάσχοντας υπό θλίψεως και αθυμιών· και εν βραχυλογία όλον τον κόσμον και τα εν κόσμω χαροποιά απηρνήθη η μακαρία αύτη βασιλίς δια τν Κύριον, και άρασα εις τους ώμους της τον Σταυρόν του Χριστού και τον ελαφρόν ζυγόν του, ηκολούθει εις τούτον προθύμως· όθεν δεν απέτυχε των ελπιζομένων αιωνίων αγαθών.                                                                        
Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευομένη η μακαρία βασίλισσα Θεοφανώ και ελθούσα εις το τέλος τής επί της γης παροικίας της προεγνώρισε την ώραν του θανάτου της και εκάλεσεν όλους να την ασπασθούν, ασπασθείσα δε και αυτή αμοιβαίως πάντας και δίδουσα ούτω τον τελευταίον ασπασμόν, παρέδωκεν εν ειρήνη το μακάριον πνεύμα της εις χείρας Θεού. 

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Μόδεστος

Μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΟΔΕΣΤΟΥ Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.    

Μόδεστος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο θείος αστήρ της Εκκλησίας και πιστός θεράπων του Θεού, ήκμασε κατά τον Ζ΄ αιώνα από της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου. ενδυθείς το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, κατέστησε τον εαυτόν του τύπον και υπογραμμόν της ασκητικής φιλοσοφίας και έγινε σκεύος πάσης αρετής, διαλάμπων όχι μόνον δια των σοφών λόγων του, αλλά και δια των κατά Θεόν έργων του. Δια τούτο και εφωτίσθη δια του φωτισμού του Παναγίου Πνεύματος και έγινε δοχείον θείων ελλάμψεων. Δια τας αρετάς του ταύτας έγινεν Ηγούμενος και Αρχιμανδρίτης της Μονής, την οποίαν είχεν ιδρύσει ο μέγιστος μεταξύ των Οσίων Πατέρων Άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης και κατηύθυνε την Μονήν ταύτην ασφαλώς κατά Θεόν δια της μελιρρύτου διδασκαλίας του και δια του ιδικού του παραδείγματος. Κατά το έτος 614, κατά παραχώρησιν Θεού, ο δυσσεβής βασιλεύς των Περσών Χοσρόης ο Β΄, επιδραμών εναντίον της Αγίας Γης «ως μονιός άγριος» και αφού την ελεηλάτησεν, επυρπόλησε τα ιερά σεβάσματα της Αγίας Πόλεως και κατέστρεψε τελείως τα σεπτά αγιάσματα της θεοβαδίστου πόλεως Ιερουσαλήμ. Τότε έσυρεν εις την αιχμαλωσίαν και τον Πατριάρχην Ζαχαρίαν και επιστρέψας εις την χώραν του συναπεκόμισε και τον Ζωοποιόν Σταυρόν του Κυρίου ως μέγα τρόπαιον της νίκης του και πολυτιμότατον λάφυρον.                                                          
Κατά τας κρισίμους λοιπόν εκείνας περιστάσεις, ο ιερός άνθρωπος του Θεού, ο ενθεώτατος και μέγας Μόδεστος, κατά θείαν νεύσιν, ανέλαβε την διακυβέρνησιν της δεινώς χειμαζομένης Εκκλησίας της Αγίας Σιών, ως Τοποτηρητής του εις την αιχμαλωσίαν απαχθέντος Πατριάρχου Ζαχαρίου. Και πρόθυμος να θυσιάση την ζωήν του υπέρ της Εκκλησίας, ως άλλος Βεσελεήλ ή Ζοροβάβελ, δι΄ ατρύπων κόπων κατώρθωσε να ανεγείρη τον καταστραφέντα υπό των Περσών Ιερόν Ναόν της Αναστάσεως του Κυρίου και να ανοικοδομήση και όσα άλλα ιερα είχον καταστρέψει οι βάρβαροι. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και τους διασκορπισθέντας και καταδιωχθέντας Χριστιανούς κατώρθωσε να περιμαζεύση. Εις τους φοβισμένους ενέβαλε θάρρος, τους ταλαιπωρημένους και βασανισμένους και συντετριμμένους παρηγόρησε και ενεταφίασε και τους Οσίους Πατέρας της Ιεράς Μονής του Αγίου Σάββα, τους οποίους εθανάτωσαν οι βάρβαροι, αφού προηγουμένως τους εθρήνησεν οσίως και ευσχημόνως, ως έπρεπε. Και δια να μη μακρηγορώμεν, δια των προσπαθειών του ο θείος ούτος Πατήρ κατώρθωσε να καταστήση πάλιν την Εκκλησίαν της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ «ως μητέρα», κατά τον Προφητάνακτα Δαβίδ, «επί τέκνοις ευφραινομένην», επιτυχών ταύτα δια κόπων πολλών και μόσχων αμετρήτων και με καμάτους ατελειώτους και με την πρόθυμον βοήθειαν του Ποιμένος της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων, του θείου Ιωάννου του Ελεήμονος.                                                                                     
Καθ΄ ον χρόνον ο θείος Μόδεστος ήτο Τοποτηρητής του θείου Ζαχαρίου εις τον Πατριαρχικόν θρόνον της Ιερουσαλήμ, υιοθέτησεν εν Χριστώ δια του θείου Βαπτίσματος και τινα Πέρσην, ο οποίος προσήλθεν εις την εις Χριστόν πίστιν. Ούτος ήτο ο Οσιομάρτυς Άγιος Αναστάσιος, ο οποίος ήθλησε δια την ευσέβειαν εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης κατά την κβ΄ (22αν) Ιανουαρίου του έτους 628. Απελευθερωθείς ο Πατριάρχης Ζαχαρίας επανήλθεν εις τον θρόνον του κατά το έτος 628 και μέχρι του θανάτου του εποίμανε θεαρέστως την του Θεού Εκκλησίαν. Μετά δε την μακαρίαν κοίμησίν του, η οποία συνέβη εν έτει 632, ο μέγας Μόδεστος, ψήφω Θεού, εδέχθη την Αρχιερωσύνην και εγένετο Ποιμήν της Αγίας Ιερουσαλήμ, ανελθών εις τον θρόνον του ιερού Ιακώβου του Αδελφοθέου, διαδεχθείς τον ιερόν Ζαχαρίαν ως σκεύος εκλογής και άξιος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού. Αφού ο μέγας Μόδεστος εποίμανε τον περιούσιον λαόν του Κυρίου ευαγγελικώς, και διέλαμψε με το άφθονον φως των αρετών του και εστόλισε κατά πολλούς τρόπους τον θρόνον του Αδελφοθέου, λαβών παρά Κυρίου και την Χάριν των θαυμάτων, εκοιμήθη τον ύπνον, όστις αρμόζει εις τους δικαίους, την ιζ΄ (17ην) Δεκεμβρίου του έτους 634, απολαβών παρά Κυρίου τα βραβεία των κατά την παρούσαν ζωήν κόπων του. Δια τούτο ο Κύριος εδόξασεν αυτόν δια πολλών θαυμάτων, τα οποία ενήργησε, εξακολουθεί δε και μέχρι σήμερον να είναι πρόθυμος βοηθός των επικαλουμένων αυτόν, εξαιρέτως δε είναι ταχύτατος ιατρός και προστάτης των αλόγων ζώων, ήτοι όλων των κατοικιδίων ζώων, δια της Χάριτος του Κυρίου.

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Μαρίνος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΜΑΡΙΝΟΥ,                                                    

Μαρίνος ο Άγιος Μάρτυς ήτο επί Καρίνου βασιλέως του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπγ΄ - σπδ΄ (283-284), Ρωμαίος το γένος, εκ νεαράς ηλικίας μετέχων της βουλής και τιμής της βασιλικής Συγκλήτου. Διαβληθείς δε ως Χριστιανός, παρεστάθη εις εξέτασιν· και επειδή δεν ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα, κρεμάται και δέρεται με ξυλίνας σπάθας. Έπειτα απλούται επί πεπυρωμένης εσχάρας, βάλλεται εντός ανημμένου τηγανίου και εντός λέβητος πλήρους ζέοντος ύδατος· εφυλάχθη όμως εξ όλων τούτων αβλαβής, επειδή παραδόξως το πυρ μετεβλήθη εις δρόσον. Ύστερον ριφθείς εις τα θηρία ίνα τον καταφάγωσιν, έμεινεν απείρακτος δια της θείας Χάριτος. Μετά ταύτα απατήσας τον βασιλέα, ότι θα υπάγη εις τον ναόν των ειδώλων ίνα προσφέρη θυσίαν, πορευθείς εκεί, δια προσευχής του κρημνίζει τα είδωλα· όθεν δια την αιτίαν ταύτην αποκεφαλίζεται και λαμβάνει παρά Κυρίου του Μαρτυρίου τον στέφανον. Προέτρεπον δε και ηκολούθουν αυτόν μέχρι του τόπου της εκτελέσεως ο πατήρ του και η μήτηρ του μακαρίζοντες αυτόν, διότι ηξιώθη να λάβη τέλος μακάριον. 

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Ο Βίος του Προφήτου Αγγαίου

Τη ΙΓ΄ (16η) του αυτού μηνός Δεκεμβρίου μνήμη  του Αγίου Προφήτου ΑΓΓΑΙΟΥ.                                    

Αγγαίος ο Άγιος Προφήτης κατήγετο από την ιερατικήν φυλήν του Λευϊ, εγεννήθη δε εις την Βαβυλώνα, μετά την αιχμαλωσίαν των Ισραηλιτών. Νέος δε έτι ων, μετέβη εκ της Βαβυλώνος εις την Ιερουσαλήμ μετά των άλλων Ιουδαίων και προεφήτευσε μετά του Προφήτου Ζαχαρίου έτη τριάκοντα εξ, προλαβών την έλευσιν του Χριστού έτη τετρακόσια εβδομήκοντα. Φανερώς δε προεφήτευσε δια την από Βαβυλώνος επιστροφήν των Ιουδαίων και είδεν εκ μέρους την δευτέραν οικοδομήν του Ναού· αποθανων δε ετάφη ενδόξως πλησίων εις τους τάφους των ιερέων, καθότι και αυτός, ως είπομεν, ήτο από γένος ιερατικόν. Ούτος κατά τα χαρακτηριστικά του σώματος ήτο δασύς την κόμην, γέρων πολύ, στρογγύλον έχων το γένειον· κατά τον ηθικόν χαρακτήρα έντιμος, κατά την αρετήν περιφανής, αγαπώμενος παρά πάντων, τιμώμενος ως ένδοξος και μέγας Προφήτης. Αγγαίος δε ερμηνεύεται εορτή ή εορταζόμενος.