Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος

Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΙΓΝΑΤΙΟΥ του Θεοφόρου, και Προεόρτια της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.                                                                                                                                        
Ιγνάτιος ο θείος και θεοφόρος Πατήρ ημών ήτο Επίσκοπος εις την Αντιόχειαν κατά τον καιρόν του βασιλέως Τραϊανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 98-117. Τούτον λέγουσί τινες, ότι έλαβεν ο Δεσπότης Χριστός εις τας αγίας του χείρας, όταν ήτο ακόμη βρέφος μικρόν, και διδάσκων τον λαόν εις Ιεροσόλυμα, είπε προς αυτούς· «όστις ουν ταπεινώσει εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτος εστίν ο μείζων εν τη Βασιλεία των ουρανών· και ος εάν δέξηται παιδίον τοιούτον εν επί τω ονόματί μου εμέ δέχεται» (Ματθ. ιη: 4-5). Ταύτα λέγων ο Δεσπότης Χριστός εφανέρωσε σαφέστατα την μέλλουσαν προκοπήν του παιδός, εις την Αποστολικήν διδασκαλίαν. Ούτος λοιπόν ο μακάριος Ιγνάτιος έγινε μαθητής του θείου Ευαγγελιστού Ιωάννου ομού με τον ιερόν Πολύκαρπον, όστις έγινεν Επίσκοπος Σμύρνης. Χειροτονηθείς δε ο θείος Ιγνάτιος Ιερεύς από τους ιερούς Αποστόλους, εψηφίσθη υπό τούτων και Αντιοχείας Επίσκοπος και εξεπαιδεύθη παρά των ιδίων εις πάσαν αρετήν εμπρέπουσαν εις τους Ιερείς· συνεκοπίασε δε και ούτος πολύ και εβασανίσθη να κηρύττη τον λόγον της Πίστεως και συνεκακοπάθησεν ως ζηλωτής των Αποστόλων, διδάσκων τα έθνη και τέλειος διάκονος των του Χριστού μυστηρίων αναφανείς. Τον καιρόν εκείνον, νικήσας ο Τραϊανός τους Τατάρους, εκενοδόξησε και εκίνησε και κατά των Χριστιανών πόλεμον αγριώτατον, δια να τους εξαναγκάση να προσκυνήσουν τους θεούς του, περί των οποίων ενόμιζεν ότι τον εβοήθησαν και ενίκησεν. Έστειλε λοιπόν εις όλας τας πόλεις γράμματα, ότι όσοι Χριστιανοί δεν θέλουσι να θυσιάσωσι, να τους παιδεύουν πρώτον δριμύτατα και κατόπιν να τους θανατώνουν ανηλεώς. Ήτο δε τότε ο Τραϊανός εις την Αντιόχειαν και ητοιμάζετο εις πόλεμον και κατά των Περσών· ανήγγειλαν δε τινες εις αυτόν δια τον Ιγνάτιον, ότι εδίδασκε τους ανθρώπους να προσκυνώσι Θεόν νεώτερον εσταυρωμένον και κακοθάνατον, να φυλάττωσι παρθενίαν και να μισώσι πάσαν τρυφήν και ευμάρειαν του βίου τούτου, το δε χειρότερον, να καταφρονούν τους θεούς και τα δόγματα των βασιλέων. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν τον Άγιον εις το θέατρον, τούτου δε γενομένου λέγει προς αυτόν· «Συ είσαι ο Ιγνάτιος εκείνος, όστις καταφρονείς τα προστάγματά μας και διαστρέφεις με την διδαχήν σου την Αντιόχειαν, παρακινών τους ανθρώπους να σέβωνται τον Χριστόν και να καταφρονώσι τους θεούς, αναιδέστατε»; Του λέγει ο Άγιος· «Φευ, πως ονομάζεις θεούς τα άψυχα είδωλ; Εις είναι ο αληθής Θεός, ο Ιησούς Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού και Πατρός, όστις όλον τον κόσμον εδημιούργησε και ο οποίος, εάν τον εγνώριζες, βασιλεύς, ήθελε στερεώσει τον θρόνον της βασιλείας σου και ήθελε λαμπρύνει το διάδημα της κεφαλής σου». Ακούσας ταύτα ο Τραϊανός λέγει προς τον Άγιον· «Ας αφήσωμεν την πολυλογίαν και προσκύνησον τους αθανάτους θεούς, να σε κάμω αρχιερέα του μεγάλου Διός, να σε ονομάσω πατέρα της βουλής και να σε τιμούν άπαντες». Λέγει ο Άγιος· «Θαυμαστή σου η επαγγελία και μεγαλόδωρος. Αλλά ποίαν ανάγκην έχω εγώ τοιαύτης τιμής, εφ΄ όσον είμαι Ιερεύς του Θεού του υψίστου και προσφέρω εις Αυτόν καθ΄ εκάστην θυσίαν αινέσεως; Είμαι δε έτοιμος να θυσιάσω δι΄ Αυτόν και τον εαυτόν μου ακόμη, λαμβάνων δια την αγάπην του θάνατον, καθώς αυτός ο αθάνατος εκουσίως έπαθε δι΄ εμέ. Λοιπόν καν εις θηρία με παραδώσης καν εις ξίφος, ή εις τον σταυρόν με προσηλώσης, ή εις άλλον πικρότερον θάνατον, ποτέ δεν θέλω προσκυνήσει τους δαίμονας, ουδέ θάνατον φοβούμαι ποσώς, ούτε ποθώ πράγματα πρόσκαιρα· αλλά μόνον τα μέλλοντα ως μένοντα επιποθώ, και αυτά μόνον ορέγομαι· όλη μου δε η σπουδή είναι να υπάγω προς τον ποθούμενον Χριστόν με πικρόν και επώδυνον θάνατον, επειδή και αυτός απέθανε δι΄ αγάπην μου». Τότε η σύγκλητος όλη είπε προς αυτόν δι΄ εμπαιγμόν· «Τι λέγεις; Ομολογείς και συ μεθ΄ ημών ότι ο Θεός σου απέθανε; Αφού λοιπόν αυτός έλαβεν επονείδιστον και κατησχυμμένον θάνατον, πως ημπορεί να ωφελήση τους δούλους του»; Πλήρης τότε πίστεως θερμοτάτης και Πνεύματος Αγίου ο θείος Ιγνάτιος απεκρίνατο· «Ο Ιησούς Χριστός ο Θεός μου και Κύριος, πρώτον μεν έγινεν άνθρωπος, και δια την σωτηρίαν ημών υπέμεινεν εκουσίως σταυρόν και θάνατον· αλλά την τρίτην ημέραν ανέστη, καταλύσας του διαβόλου την δύναμιν, και συναναστήσας ημάς από το πτώμα της αμαρτίας και αναβάς θεοπρεπώς εις τους ουρανούς (από τους οποίους κατέβη το πρότερον) συνανύψωσε και ημάς και μας εχάρισεν αγαθά περισσότερα. Οι ιδικοί σας όμως θεοί, ως κακούργοι και πονηροί, δεν δύνανται να σας δώσουν κανέν καλόν· μάλιστα δε σας έδωσαν πολλά βλαβερά και επιζήμια πράγματα· επειδή αυτοί δεν είναι θεοί, αλλά φθορείς και αμαρτωλοί άνθρωποι, οίτινες διήλθον την ζωήν των αισχρώς και ατίμως, και ως αίτιοι πολλών θανάτων παρεδόθησαν εις αθάνατον θάνατον. Καθώς εις τας βίβλους σας φαίνεται, ο μεν πρώτος από τους θεούς σας, κατά την πλάνην σας, ο και μεγαλύτερος νομιζόμενος, απέθανε εις την Κρήτην, και τον ενεταφίασαν εις εν όρος πλησίον του μεγάλου Κάστρου, το οποίον όρος έως την σήμερον δια τον τάφον αυτού ονομάζεται του Διός. Ο δε Ασκληπιός από αστραπήν κατακαυθείς εξέψυξε. Της Αφροδίτης ο τάφος εις την Πάφον έως την σήμερον φαίνεται και ο Ηρακλής υπό πυρός κατεκάη, ούτω δε και οι λοιποί διαφόρως ως φθορείς κκοί καώς απωλέσθησαν».  Ταύτα του Θεοφόρου Ιγνατίου διηγουμένου, ο βασιλεύς και η σύγκλητος εφοβήθησαν μήπως εξελεγχθή η πλάνη αυτών περισσότερον, βεβαιωθή δε το σέβας του Χριστού. Όθεν προστάσσουν να τον φυλακίσουν έως της επομένης εξετάσεως. Καθ΄ όλην δε την νύκτα ο βασιλεύς διελογίζετο κατά ποίον τρόπον να λυτρωθή από τον Ιγνάτιον, δια να μη προσελκύση και άλλους Έλληνας εις την ιδικήν του Πίστιν ως λόγιος. Αποφασίζει όθεν να τον δώση εις τα θηρία να τον φ΄γωσι, δια να λάβουν από τούτον και άλλοι παράδειγμα. Την πρωϊαν ανεκοίνωσε την απόφασίν του ταύτην εις την σύγκλητον και όλοι επήνεσαν την βουλήν του βασιλέως, εζήτησαν όμως όπως αποσταλή εις την Ρώμην δεδεμένος και να τον ρίψουν βοράν εις τα εκεί θηρία, δια δύο αιτίας. Πρώτον μεν δια μα μη τον θανατώσουν εκεί εις την Αντιόχειαν και τον δοξάζουν οι φίλοι του, έχοντες τα οστά του εις αγιασμόν κατά την τάξιν και συνήθειαν αυτών. Δεύτερον δε δια να λάβη από την τοσαύτην οδοιπορίαν ταλαιπωρίαν και κακοπάθειαν, έτι δε να θνατωθή εις ξένην γην ως κακούργος και να μη αξιωθή επιμελείας τινός, ούτε και μετά την τελείωσιν μικράς ενθυμήσεως. Εξέβαλον λοιπόν αυτόν από την φυλακήν και πρώτον μεν εδοκίμασε πάλιν ο βασιλεύς με επαγγελίας αγαθών, με δωρεάς και χαρίσματα και με απειλάς τιμωριών και κολάσεων να μεταστρέψη την γνώμην του. Μη δυνάμενος όμως να σαλεύση ποσώς τον πύργον της ομολογίας του, έγραψεν ως άνωθεν την τελευταίαν απόφασιν. Δέσαντες λοιπόν αυτόν και με άλλας ακόμη αλύσεις, τον παρέδωκεν ο Τραϊανός εις εν στρατιωτικόν τάγμα, με την εντολήν να τον υπάγουν εις το θέατρον της Ρώμης, και όταν θα είχον μεγάλην πανήγυριν και θα ήτο λαός πολύς συνηγμένος εις αυτό, να τον ρίψουν εις τα άγρια θηρία, ούτως ώστε ενώπιον πάντων να τον σπαράξωσι. Ταύτα προστάξας δια τον Άγιον Ιγνάτιον ο βασιλεύς, ανεχώρησεν εκείθεν εκστρατεύσας κατά της Περσίδος.                                 
Λαβών ο θείος Ιγνάτιος την τελευταίαν εκείνην απόφασιν, ηυχαρίστει μεγαλοφώνως τον Κύριον και κάμνων προσευχήν παρεκάλεσε δια την Εκκλησίαν και παρέδωκεν εις τον Θεόν την ποίμνην του μετά δακρύων δεόμενος να τους περισκέπη και να τους διαφυλάττη έως τέλους εις την ευσέβειαν· έπειτα ηκολούθει τους στρατιώτας αγαλλιώμενος. Φθάσαντες δε εις την Σελεύκειαν εισήλθον εις πλοίον και διερχόμενοι από την Σμύρνην εχαιρέτησε τον ιερόν Πολύκαρπον και τους λοιπούς Επισκόπους και Ιερείς, οίτινες συνήχθησαν από πάσαν Εκκλησίαν της Ασίας, με τον σκοπόν να τον ίδουν και να απολαύσουν της γλυκυτάτης διδασκαλίας του, ασπαζόμενος δε άπαντας, τους παρήγγειλε να εύχωνται δι΄ αυτόν, όπως μη εμποδισθή ο δρόμος της αθλήσεώς του, αλλά να αξιωθή να τον φάγουν τα θηρία, δια να υπάγη ταχέως προς τον ποθούμενον. Ταύτα είπεν ο πάνσοφος, δια να γνωρίσουν τον πόθον τον οποίον είχε να λάβη τον θάνατον, να μη πικραίνωνται, διότι τους έβλεπεν ότι ήσαν περίλυποι και εφοβείτο μη στασιάσουν και τον αρπάσουν από τους στρατιώτας, εμποδίσουν δε ούτω την ποθουμένην οδοιπορίαν του· το αυτό εφοβείτο να μη κάμουν και εις την Ρώμην οι ευσεβείς. Όθεν προέλαβε και έστειλε και εις εκείνους επιστολήν. Αφού δε έστειλε την επιστολήν τον επήραν οι στρατιώται και επήγαιναν δια ξηράς, διαβαίνοντες πεζή από την Τρωάδα, Νεάπολιν, Φιλίππους, Μακεδονίαν και άλλας χώρας, εις τας οποίας εδίδασκε τον λόγον του Θεού, στηρίζων τους Επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους, νουθετών τους νεωτέρους και πάντας διασφαλίζων εις την ευσέβειαν. Διαπλεύσας λοιπόν ο Άγιος το Ανδριατικόν και Τυρρηνικόν πέλαγος έφθασεν εις την Ρώμην και παρεδόθη υπό των στρατιωτών εις τον έπαρχον της πόλεως, όστις ιδών τα γράμματα του βασιλέως, εφυλάκισεν επιμελώς τον Άγιον. Όταν δε είχον μεγάλην πανήγυριν, κατά την οποίαν ήσαν συνηγμένοι όλοι της πόλεως, όχι μόνον δια την εορτήν, αλλά και δια να ίδωσι τον Άγιον, διότι πανταχού περιέτρεχε η φήμη, ότι έφεραν τον Αρχιεπίσκοπον Αντιοχείας να τον φάγωσι τα θηρία και δι΄ αυτό είχον συναχθή λαός αναρίθμητος να τον ίδουν, τότε φέροντες αυτόν οι στρατιώται, παρέστησαν εις το θέατρον. Στραφείς δε ο Άγιος προς το πλήθος του λαού είπε προς αυτούς με γενναίον και άτρεπτον φρόνημα· «Ω άνδρες Ρωμαίοι και θεαταί του αγώνος μου, να γνωρίζετε, ότι δεν έπραξα καμμίαν κακουργίαν, αλλ΄ ούτε και εις τίποτα έπταισα, δια να είμαι άξιος θανάτου· λαμβάνω όμως τούτον σήμερον εκουσίως χαίρων και αγαλλόμενος, δια να επιτύχω τον αληθή Θεόν, τον οποίον διψώ και επιποθώ να απολαύσω. Επειδή δε είμαι σίτος αυτού, αλέθομαι από τους οδόντας των θηρίων, δια να γίνω άρτος καθαρός και άμωμος». Ταύτα ειπόντος του Αγίου, αφήκαν τους λέοντας και τον κατέφαγον όλον, καθώς αυτός επόθει και παρεκάλεσεν. Αφήκαν μόνον τα μεγαλύτερα οστά, τα οποία, αφού διελύθη το θέατρον και ανεχώρησαν οι άνθρωποι, λαβόντες οι Χριστιανοί ενεταφίασαν εντίμως και ευλαβώς εις τόπον επίσημον τη εικοστή του Δεκεμβρίου μηνός, περί το έτος 113, ύστερον δε πάλιν μετά καιρόν, τα επήγαν εις Αντιόχειαν. Λέγεται δε ότι μετά την αγίαν αυτού τελείωσιν έκλαιον οι πιστοί εις την στέρησιν αυτού και εθρήνουν απαρηγόρητα, σχολάζοντες εις τον τάφον του, αγρυπνούντες και υμνούντες αυτόν ακατάπαυστα. Ο δε Άγιος εφάνη εις αυτούς εν οράματι και ασπασάμενος αυτούς τους παρηγόρησε, λέγων να μη θρηνώσιν, αλλά μάλλον να χαίρωνται· ούτω δε κατεπράϋνε την οδύνην των. Άλλοι πάλιν τον είδον ιδρωμένον καθώς ήτο κατά τον αγώνα της αθλήσεως, να προσεύχεται δια την σωτηρίαν της πόλεως και δια τους Χριστιανούς άπαντας.                                                                          
Τοιούτος ήτο ο δια Χριστόν θείος έρως του Θεοφόρου Πατρός ημών Ιγνατίου, ως και οι δια τον Χριστόν αγώνες και το τέλος αυτού. Μαρτυρεί δε και ο Ειρηναίος ο Επίσκοπος Λουγδούνων, άνθρωπος πιστός και αξιόλογος, όστις τον ευφημίζει πολλά εις τα συγγράμματά του. Έτι δε και ο Ιερομάρτυς Επίσκοπος Σμύρνης Άγιος Πολύκαρπος εις μίαν Επιστολήν του γράφει ταύτα· «Παρακαλώ σας, αδελφοί, να έχετε υπακοήν και υπομονήν, καθώς είδετε εις τον μακάριον Ιγνάτιον και εις άλλους πολλούς, ως και εις αυτόν τον διδάσκαλον Παύλον και τους λοιπούς, οίτινες επίστευσαν· και δεν ηγωνίσθησαν μάταια, αλλά εις την πίστιν και δικαιοσύνην του Θεού εκοπίασαν, δεν ηγάπησαν δε τούτον τον απατεώνα κόσμον, αλλά τον Δεσπότην Χριστόν, με τον οποίον συνέπαθον. Όθεν και παρ΄ αυτού εδοξάσθησαν». Ούτω λοιπόν ο θείος Ιγνάτιος επιθυμήσας να γίνουν τα θηρία τάφος του, κατώκησε μάλιστα εις τας ψυχάς των φιλοθέων ανδρών και όλοι τον είχον εις μεγάλην ευλάβειαν. Έτι δε και ο βασιλεύς Τραϊανός ακούων μετά ταύτα τας αρετάς του Θεοφόρου Ιγνατίου και ότι γενναίως υπέμεινε το Μαρτύριον, με ιλαρόν και πασίχαρον πρόσωπον, ευχαριστών αυτόν διότι του έδωκε τοιαύτην ψήφον, να γίνη βορά των θηρίων, ηυλαβήθη πολύ όχι μόνον τον Ιγνάτιον, αλλά και πάντας τους Χριστιανούς, διότι εγκρατεύοντο από πάσαν πράξιν αισχράν, ενήστευον, προσηύχοντο όλην την νύκτα και άλλας αρετάς ετελούσαν οι αξιέπαινοι· ένεκα των οποίων μετενόησε δι΄ όλας τας προλαβούσας πράξεις του και έγραψε νόμον, να μη φονεύση πλέον Χριστιανόν κανείς από τους ηγεμόνας και άρχοντας αυτού. Όθεν όχι μόνον ζων ήτο ωφέλιμος εις τους Χριστιανούς ο θείος Ιγνάτιος, αλλά και μετά την τελευτήν αυτού έγινε καύχημα της εν Χριστώ ημών Πίστεως, ως ευσεβείας επίδοσις, τεθλιμμένων παράκλησις και προσκαίρου ζωής καταφρόνησις, εγκράτεια των βλαβερών, βίου καθαρότης και σφαλμάτων διόρθωσις, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ΄ ου δόξα τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Γρηγέντιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΓΡΗΓΕΝΤΙΟΥ Επισκόπου Αιθιοπίας.   
                                                                                                                              
Γρηγέντιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο από την μεγαλόπολιν των Μεδιολάνων, ήκμαζε δε εν έτει φιη΄(518). Οι γονείς του ωνομάζοντο Αγάπιος και Θεοδότη, ευσεβείς αμφότεροι· το δε παιδίον αυτών, ο θείος δηλαδή ούτος Γρηγέντιος, από μικρός εδεικνύετο, ότι έμελλε να γίνη δούλος Χριστού γνήσιος από σημεία και πράξεις εναρέτους, τας οποίας είχεν εκ νεότητος. Όθεν όταν έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, τον εχειροτόνησαν Διάκονον με θείον νεύμα και βούλησιν και τότε εδόθη εις περισσοτέραν νηστείαν, σκληραγωγίαν και άσκησιν και άλλας αρετάς ο θαυμάσιος· όθεν δεξάμενος την Χάριν του Πνεύματος, ετέλει σημεία μεγάλα και τέρατα. Υπήρχε δε εκεί εις τα Μεδιόλανα γέρων τις σημειοφόρος Ερημίτης, όστις προεφήτευσεν εις τον Άγιον όσα έμελλε να συμβώσιν εις αυτόν. Αλλά και ο Μέγας Απόστολος Πέτρος εις οπτασίαν τού εφανέρωσεν ύστερον, ότι θέλει γίνει Επίσκοπος Αιθιοπίας και θα επιστρέψη μυριάδας Εβραίων εις την ευσέβειαν, καθώς και εγένετο. Τον καιρόν εκείνον ήτο αυτοκράτωρ εις το Βυζάντιον ο ευσεβής και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας Ιουστίνος ο Α΄, όστις εβασίλευσεν από του 518 μέχρι του 527 μ.Χ. οπότε αφήκε τον θρόνον του εις τον ανεψιόν του Ιουστινιανόν τον Α΄ 527- 565 μ. Χ. Εις την Αιθιοπίαν εβασίλευσε τότε ο χριστιανικώτατος και γνωστός δια την δικαιοσύνην και ευσέβειαν βασιλεύς Ελεσβαάν. Ότε δε ετελεύτησεν ο Αρχιεπίσκοπος Αιθιοπίας, ο βασιλεύς έγραψεν εις τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας να του στείλη Αρχιερέα τινά ενάρετον και σοφώτατον άνθρωπον, ίνα ποιμάνη την επαρχίαν του. Τότε ευρέθη από θείαν Πρόνοιαν εις την Αλεξάνδρειαν ο θαυμάσιος Γρηγέντιος, τον οποίον χειροτονήσας ο Πατριάρχης, πεφωτισμένος ων εκ θείου Πνεύματος, τον έστειλεν εις την Αιθιοπίαν με τιμήν, ως έπρεπεν· ο δε βασιλεύς τον υπεδέχθη ασμένως με όλην την σύγκλητον και κατά πολλά τον ετίμησαν ως σημειοφόρον και ισαπόστολον, ιδόντες αυτόν αιδεσιμώτατον και πανευλαβέστατον, ευχαριστούντες τον Κύριον, όστις τους έστειλε τοιούτον Ποιμένα αξιοθαύμαστον. Όθεν και ο χριστιανικώτατος εκείνος βασιλεύς, δια να τον ενισχύση εις το έργον του, τον περιέβαλε με πάσαν εμπιστοσύνη και του έδωκεν όλην την εξουσίαν εις όλην την επαρχίαν. Την αποστολήν του ταύτην επετέλεσεν ο Άγιος μετά μεγάλου ζήλου και θερμής πίστεως στηρίζων, νουθετών και διδάσκων καθημερινώς το ποίμνιόν του. Εκείνο όμως το οποίον τον ανέδειξε μέγαν Αρχιποιμένα και υπέρμαχον της αληθούς και Ορθοδόξου Πίστεως είναι η μεγάλη αυτού προσπάθεια και ο ένθερμος ζήλος, όπως μεταδώση την χριστιανικήν διδασκαλίαν πανταχού και κατοχυρώση αυτήν δια νόμων, οδηγιών, κανονιστικών εγκυκλίων κλπ. Υπήρχον δε τότε εις την Αιθιοπίαν πολλαί χιλιάδες Εβραίων, οίτινες ενέμενον μετά φανατισμού εις την ιδίαν αυτών πλάνην. Τούτους ηγωνίσθη δι΄ όλων αυτού των δυνάμεων να φέρη εις την ευσέβειαν, όπερ και επέτυχε πλήρως, ως θέλομεν ίδει κατωτέρω. Δεν περιωρίσθη δε μόνον εις την Αιθιοπίαν η δράσις του Αγίου, αλλ΄ επεξετάθη αύτη και εις την Ευδαίμονα Αραβίαν και δη εις την χώραν των Ομηριτών, την οποίαν κατέλαβεν ο βασιλεύς Ελεσβαάν δια την ακόλουθον αιτίαν.                                 
Η χώρα των Ομηριτών εκυριαρχείτο τότε από τους Εβραίους, των οποίων αρχηγός ήτο τις Δουνουάν καλούμενος, λίαν δυσσεβής και φοβερός πολέμιος των Χριστιανών. Τούτον κατεπολέμησε πολλάκις ο Ελεσβαάν και τον κατενίκησεν επί τοσούτον, ώστε τον ηνάγκασε να πληρώνη και κεφαλικόν φόρον, δια να έχη την εξουσίαν. Επειδή όμως οι Χριστιανοί επιέζοντο πολύ υπό του τυράννου τούτου Δουνουάν, μάλιστα δε και δια τον απροκάλυπτον αυτού διωγμόν και δια την αναίσχυντον αυτού διαγωγήν και αθέτησιν των υποσχέσεών του, ιδία επί της πόλεως Νεγράς, εις την οποίαν εμαρτύρησεν ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρέθας και οι συν αυτώ, ο Ελεσβαάν παρακινηθείς και υπό του αυτοκράτορος Ιουστίνου και του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, εξεστράτευσε κατά του Δουνουάν, κατετρόπωσεν αυτόν, ηλευθέρωσε και πάλιν την Νεγράν και τας λοιπάς πόλεις και κατέστησε βασιλέα των Ομηριτών τον ευσεβέστατον και χριστιανικώτατον Αβραάμ ή Αβράμιον. Τότε άφησεν εκεί τον Άγιον Γρηγένιον να τακτοποιήση και αυτός εκκλησιαστικώς το κράτος των Ομηριτών. Λαβών λοιπόν ο Άγιος την εξουσίαν εχειροτόνησεν ευθύς Πρεσβυτέρους και Διακόνους, καθιέρωσε πολλάς νεοκτίστους Εκκλησίας, κατέστησε κατά πόλεις Επισκόπους και συνέθεσε τους περιφήμους Νόμους των Ομηριτών, δια των οποίων εκυβερνάτο η Εκκλησία των Ομηριτών. Εκεί ευρισκόμενος ο Άγιος ειργάσθη έτι περισσότερον δια την προσέλκυσιν της εις Χριστόν αληθούς πίστεως των πεπλανημένων Ιουδαίων, το οποίον και επέτυχε δια των πολλών θαυμασίων τα οποία έκαμε και δια της σοφίας των λόγων του· διότι ήτο εις τας Γραφάς πολύ έμπειρος και λόγιος και ενίκα τους γραμματείς των Ιουδαίων τόσον, ώστε δεν ηδύνατο άλλος τις να αντεπεξέλθη εις την σοφίαν των λόγων του και εις τα υψηλά του νοήματα ει μη μόνον ο νομοδιδάσκαλος αυτών, όστις ήτο ο πλέον εγγράμματος και ο πλέον πολυμήχανος, Ερβάν ονομαζόμενος, όστις εφιλονίκει καθ΄ ημέραν με τον Όσιον και του έδιδε πολλήν ενόχλησιν με τους ψευδοσυλλογισμούς του ο μάταιος· αλλ΄ ο θεόπνευστος Γρηγέντιος διέλυεν ως ιστόν αράχνης όλα του τα μηχανήματα και σοφίσματα. Αφού λοιπόν έκαμε πολλάς ημέρας διάλεξιν με τον Ερβάν ο σοφώτατος Γρηγέντιος και είπεν έκαστος εις βοήθειάν του διαφόρους ερωτήσεις και αποκρίσεις από τας βίβλους των Προφητών, βλέπων ο Εβραίος ότι τον ενίκα ο Γρηγέντιος (επειδή ήτο σοφώτερος και έλεγε την αλήθειαν), είπε ταύτα προς τον Άγιον· «Διατί να δαπανώμεν εις τόσας διαλέξεις τον καιρόν ματαίως και ανωφελώς; Ας παύσωμεν την φιλονικίαν και ας έλθωμεν εις τα έργα· δείξε μου αυτόν τον Ιησούν Χριστόν ζώντα, να τον ίδω αισθητώς και να ομιλήσω μετ΄ αυτού, και τότε να γίνω Χριστιανός αψευδέστατα». Ακούσαντες δε οι κάκιστοι Ιουδαίοι τούτον τον λόγον εσκανδαλίσθησαν και εφώναζεν όλον το πλήθος προς τον Ερβάν λέγοντες· «Διδάσκαλε, παρακαλούμεν σε, μη πλανηθής και γίνης Χριστιανός, αλλά μάλλον ανδρίζου και ίσχυε, στέκε ασάλευτος και στερεός εις την πίστιν μας, επειδή ηξεύρεις βέβαια, ότι άλλος Θεός δεν είναι ειμή ο Θεός των πατέρων μας». Λέγει προς αυτούς ο Ερβάν· «Τι φλυαρείτε, ασύνετοι; Εάν ο Γρηγέντιος με πληροφορήση ότι ο Χριστός είναι κατά αλήθειαν εκείνος περί του οποίου οι Προφήται ωμίλησαν, και δεν πιστεύσω εις αυτόν αδιστάκτως, τότε θα είμαι μωρός και ανόητος και του Θεού των πατέρων ημών αλλότριος». Βλέπων λοιπόν ο Άγιος, ότι ο Ερβάν ελάλει ταύτα κατ΄ αλήθειαν και όχι με χλεύην τινά ή υπόκρισιν, απεκρίνατο και λέγει προς αυτόν με ιλαρότητα· «Με ποίον τρόπον θέλεις να λάβης ταύτην την πληροφορίαν την οποίαν εζήτησες»; Λέγει ο Εβραίος· «Παρακάλεσον τον Δεσπότην σου (εάν είναι εις τον ουρανόν, καθώς είπες), παρευθύς να πιστεύσω εις αυτόν και να λάβω το Βάπτισμα». Τότε και το πλήθος των Φραμματέων και Φαρισαίων εφώναξε λέγον· «Ναι, δέσποτα Αρχιεπίσκοπε, κάμε του διδασκάλου μας το θέλημα, δείξον μας τον Χριστόν σου, και τότε μετά φόβου και τρόμου να πιστεύσωμεν εις αυτόν, μη έχοντες πλέον τινά απολογίαν ή πρόφασιν». Ταύτα μεν έλεγον εκφώνως, απόκρυφα δε έλεγον μεταξύ των, ότι και εάν τους τον δείξη να μη γίνουν Χριστιανοί, αλλά να προτιμήσουν να κολασθούν οι τρισάθλιοι· έτεροι δε πάλιν έλεγον· «Είναι τόσα έτη σήμερον, όπου τον εσταύρωσαν οι πατέρες μας και ετάφη εις τον λάκκον, δύναται τώρα αυτός να τον αναστήση, όπου καν οστούν εξ αυτού δεν έμεινεν»; Τότε ο Άγιος, γνωρίζων ότι εάν δεν κάμη τούτο το θαυμάσιον, δεν πιστεύουν οι σκληροτράχηλοι, είπε προς αυτούς· «Μάθετε ότι δια τον πολύν πόθον, τον οποίον έχω, να σας οδηγήσω εις την αλήθειαν, να μη κολασθήτε, ταλαίπωροι, θέλω παρακαλέσει τον Δεσπότην μου Χριστόν να συγκαταβή και πάλιν να έλθη εις την γην ουσιωδώς σήμερον, ως ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος· και τότε, όταν φανή προς ημάς, καθώς εις τον ουρανόν καθέζεται δοξαζόμενος, όσοι δεν πιστεύσετε, ευθύς να σας κόψουν δικαίως με την μάχαιραν».                                          
Όλοι λοιπόν εδέχθησαν, νομίζοντες το πράγμα αδύνατον, να φανή ζων εκείνος όστις εθανατώθη και ετάφη τόσα έτη πρωτύτερα. Τότε ο Άγιος γνωρίζων ακριβώς, ότι ο Κύριος είπεν εις το ιερόν Ευαγγέλιον, ότι όστις έχει πίστιν εις Αυτόν θα κάμη μεγαλύτερα θαύματα από όσα Εκείνος ετέλεσεν, εγερθείς από τον θρόνον του, εξήλθε μόνος από της αιθούσης του συνεδρίου, παρακαλέσας τον βασιλέα να μη αναχωρήση, έως να επιστρέψη, δια να μη λυθή το συνέδριον. Εξελθών δε εστάθη εις τι μέρος απέναντι του λαού ο μακάριος και έκαμε προς την ανατολήν τρεις μετανοίας έως την γην, κλίνων την κεφαλήν και τα γόνατα. Έβλεπον δε αυτόν όλοι από μακράν ευχόμενον, εξ όλης καρδίας και πίστεως και λέγοντα μετά δακρύων προς τον Κύριον· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Υιός και Λόγος του φοβερού και αοράτου Πατρός, ο προ αιώνων απαθώς και αρρεύστως εξ αυτού γεννηθείς, ου ποιηθείς, ο δι΄ αυτού κατ΄ αρχάς στερεώσας τον ουρανόν και την γην και θεμελιώσας αυτήν επί της θαλάσσης με το Πνεύμα σου το Άγιον, έπειτα κλίνας ουρανούς κατέβης εις την Αγίαν Παρθένων Μαρίαν και γενόμενος άνθρωπος ο φιλάνθρωπος συνανεστράφης με τους παρανόμους Ιουδαίους, εργαζόμενος σημεία και τέρατα· αυτός, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ελέησον, ελεήμον, και το εσκοτισμένον τούτο πλήθος των Εβραίων και επισκίασον αυτό τη δυνάμει σου, άνοιξον τους εσκοτισμένους οφθαλμούς αυτών, τους οποίους ετύφλωσεν ο διάβολος, και εμφανίσου εις αυτούς κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, ίνα σε ίδωσιν οφθαλμοφανώς την σήμερον και πιστεύσουν εις Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον αποστείλαντά Σε Πατέρα και εις το Πνεύμα Σου το Άγιον». Καθώς είπε ταύτα ο Άγιος και τον εκύτταζον άπαντες, αίφνης έγινε σεισμός μέγας και βροντή προς την ανατολήν με κτύπον μεγάλον, τόσον ώστε έπεσον κατά γης από τον φόβον των όλοι οι παρευρισκόμενοι. Εγερθέντες δε μετ΄ ολίγον και βλέποντες προς την ανατολήν, είδον σχιζομένους τους ουρανούς και νεφέλην φωτεινήν ηπλωμένην ως πεδιάδα αρχομένην από τον ουρανόν και φθάνουσαν έως αυτούς· βλέποντες δε καλλίτερα, είδον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ερχόμενον από τους ουρανούς προς αυτούς, επάνω της νεφέλης καθήμενος, ήτο δε εις το κάλλος πολύ ωραίος και εύμορφος. Ερχόμενος δε εστάθη εις το άκρον της νεφέλης πλησίον του συνεδρίου και άνωθεν του Αρχιεπισκόπου ωσεί πήχεις διακοσίας, τον έβλεπον δε όλοι ενδεδυμενον με νεφέλην κοκκίνην ωραιοτάτην και ένδοξον, από την οποίαν εξήρχετο ακτίνες θεότητος· εις δε την κεφαλήν αυτού ήτο διάδημα εις το κάλλος αμήχανον και εξαστράπτον, το οποίον ακτινοβολούσε τοσούτον, ώστε εφαίνετο ως ακάνθινος στέφανος, εκράτει δε εις την αριστεράν χείρα βιβλίον και εις την δεξιάν ξίφος. Ιδόντες λοιπόν ο βασιλεύς, οι άρχοντες και οι άλλοι ευσεβείς τον Δεσπότην εις τοιαύτην μορφήν θαυμάσιον, εφοβήθησαν ομού και εχάρησαν και εν τρόμω ηγαλλιάσαντο, μη δυνάμενοι να ομιλήσουν τελείως απ΄ εκείνο το φοβερώτατον θέαμα, μόνον τον έβλεπον με πολλήν ευφροσύνην και γλυκύτητα ως εκστατικοί και θαυμάζοντες· οι δε Ιουδαίοι με τον Ερβάν, βλέποντες το φοβερόν εκείνο μυστήριον, εφοβήθησαν περισσότερον και δέροντες τα στήθη από τον φόβον των έστρεφον τα βλέμματά των δεξιά και αριστερά προσπαθούντες αν ήτο δυνατόν να εύρωσι τρόπον να φύγωσιν. Τότε ο Άγιος εβόησε μεγαλοφώνως προς τον Ερβάν λέγων· «Βλέπεις, Ερβάν, το φοβερόν τούτο μυστήριον, το οποίον εζήτησες; Πληροφορήσου λοιπόν αναμφιβόλως και πίστευσον, ότι εις Θεός είναι μόνον, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ο δε εσιώπα πάλιν με τους άλλους Ιουδαίους και δεν επίστευσαν ευθύς οι αχάριστοι, μόνον ίσταντο όλοι σιωπώντες και θαυμάζοντες. Τότε ήλθε προς αυτούς φωνή από τον Δεσπότην λέγουσα· «Δια την μεγάλην του Αρχιεπισκόπου παράκλησιν εφάνην προς σας, των οποίων οι πατέρες με εσταύρωσαν». Ταύτην την φωνήν ακούσαντες έπεσαν εις την γην οι Ιουδαίοι πρηνείς, έντρομοι και τετυφλωμένοι, καθώς έπαθε και ο μέγας Παύλος πρότερον, μετ΄ ολίγην δε ώραν ηγέρθησαν· και ήσαν μεν ανοικτοί οι οφθαλμοί των, αλλά δεν έβλεπον ουδόλως. Οι δε πιστοί και ευσεβείς όχι μόνον έβλεπον, αλλά μάλιστα εφωτίσθησαν περισσότερον βλέποντες τον Κύριον εις τους ουρανούς ανερχόμενον, έως ου τον εσκέπασεν η νεφέλη από προσώπου αυτών και πλέον δεν εφαίνετο. Ούτω λοιπόν ο ουράνιος Βασιλεύς ανελήφθη όπου ην το πρότερον· ο δε επίγειος και όλα τα πλήθη των Χριστιανών μετά του Αγίου ευχαριστούσαν μεγαλοφώνως την άκραν του Θεού συγκατάβασιν, κείμενοι πρηνείς ώραν πολλήν εις την γην και βοώντες μετά δακρύων αγαλλιάσεως όλοι το «Κύριε, ελέησον». Μετά ταύτα, εγερθέντες προσεκύνησαν τον Αρχιεπίσκοπον ο βασιλεύς και όλοι οι άρχοντες τιμώντες πολύ, ως έπρεπε, γεραίροντες άμα και θαυμάζοντες αυτόν ως άγιον άνθρωπον.                                            
Οι δε δυστυχείς Ιουδαίοι, παραμένοντες εισέτι τότε εις το σκότος, ηρώτων αλλήλους, εάν έβλεπον, αλλά πάντες απήντων ουδαμώς. Όθεν είπον ταύτα προς τον Ερβάν ολολύζοντες· «Αλλοίμονον εις ημας! Τι θα γίνωμεν τώρα, διδάσκαλε; Πως θα πορευθώμεν ουδαμώς βλέποντες»; Ο δε Ερβάν ηρώτα τους άλλους λέγων· «Άραγε ημείς μόνον δεν βλέπομεν ιδόντες τον Θεόν ή και οι Χριστιανοί, όσοι αυτόν είδον το αυτό έπαθον»; Τότε τινές από τους ευσεβείς, οίτινες ήκουσαν τους Ιουδαίους, απεκρίθησαν λέγοντες· «Μη γένοιτο τούτο, αλλά μάλιστα ημείς οι Χριστιανοί βλέποντες τον Χριστόν εφωτίσθημεν υπό της Χάριτος αυτού της αφάτου· νυν δε βλέπομεν καλύτερον». Τότε ο Ερβάν χειραγωγηθείς υφ΄ ενός των Χριστιανών επήγεν εις τον Αρχιερέα και λέγει προς αυτόν· «Πας άνθρωπος, όταν ίδη τον Θεόν, λαμβάνει ευεργεσίαν τινά παρ΄ Αυτού, ημείς δε ιδόντες Αυτόν σήμερον ετυφλώθημεν. Τοιαύτην ευεργεσίαν παρέχει εις τους προσερχομένους προς αυτόν ο Χριστός; Λοιπόν δεν έχει του Πατρός αυτού την αγαθότητα»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Θεός εκδικήσεων Κύριος» (Ψαλμ. 93: 1)· κατά τας βλασφημίας υμών ανταπέδωκεν υμίν. Λέγει προς αυτόν ο Εβραίος· «εάν όμως αποδίδη κακόν αντί κακού, ουδείς έρχεται εις μετάνοιαν». Λέγει ο Άγιος· «Ο ιατρός, όταν κόψη το σεσηπός μέλος, δεν έχει κατάκρισιν. Επειδή λοιπόν είδετε τον Κύριον δι΄ αναξίων οφθαλμών ετυφλώθητε». Λέγει προς αυτόν ο Ερβάν· «Εξ όσων ηκούσαμεν και είδομεν εις σε, εν έτι λείπεται να τελειώσης, ήτοι να φωτίσης ημών τους οφθαλμούς και τότε να ποιήσης όλους ημάς Χριστιανούς· ειδεμή, θέλεις δώσει λόγον εις τον Θεόν κατά την ώραν της Κρίσεως». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Βαπτίσθητε πρότερον και τότε θέλετε αναβλέψει». Απεκρίθη ο Ερβάν· «Αλλ΄ εάν βαπτίσης ημάς και ύστερον δεν αναβλέψωμεν, τι θέλει γίνει»; Λέγει ο Άγιος· «Εις μόνον εξ ημών ας βαπτισθή και αν δεν φωτισθή ψυχή τε και σώματι, ας μη βαπτισθή έτερος». Ο λόγος ούτος ήρεσεν εις όλους τους Ιουδαίους και ως εβάπτισεν ο Άγιος ένα εξ αυτών, ευθέως ήνοιξαν αυτού οι οφθαλμοί και εβόησε λέγων· «Ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός αληθέστατος, εις τον οποίον πιστεύω και εγώ ο ανάξιος». Ταύτα και οι ΄λλοι Εβραίοι ακούσαντες προσήλθον άπαντες μετά πολλής προθυμίας και εβαπτίσθησαν· λαβόντες δε την εν Χριστώ σφραγίδα κατετάχθησαν μετά των Ορθοδόξων Χριστιανών και χαρά μεγάλη και αγαλλίασις εγένετο εν τη Εκκλησία του Χριστού· ο δε δαίμων και οι οπαδοί αυτού εζημιώθησαν ζημίαν πολλήν και θλίψιν απαραμύθητον. Βαπτισθέντος λοιπόν και του Ερβάν και των λοιπών πάντων εφωτίσθησαν αυτών οι οφθαλμοί και εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Κύριον, μετανοούντες καθ΄ υπερβολήν δια τα πρότερα αυτών ανομήματα. Κατ΄ εξοχήν δε ο Ερβάν ο σοφώτατος έκλαιε δια τον Δεσπότην Χριστόν μετά πολλής της κατανύξεως και τύπτων το στήθος του έλεγεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άφρονα! Εις τους ουρανούς είναι ο Δεσπότης ημών Ιησούς Χριστός, τον οποίον οι αχάριστοι πατέρες ημών εσταύρωσαν, και ημείς ενομίζομεν ότι ευρίσκεται εις τον Άδην! Ω Δέσποτα πολυέλεε Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, συγχώρησόν μοι δα το μέγα σου έλεος, όσα εν αγνοία μου ήμαρτον εις Σε».             
Αυτά και έτερα πλείονα λέγοντες καθ΄ εκάστην εσέβοντο πολύ τον μακάριον Γρηγέντιον, τον οποίον ετίμων ως Θεού Άγγελον. Ο δε Ερβάν δεν ηδύνατο εκ της πολλής αγάπης, την οποίαν είχε προς τον Άγιον, να απομακρυνθή απ΄ αυτού παντελώς. Όθεν και ο βασιλεύς ηγάπα καθ΄ υπερβολήν αυτόν, ως ευπρεπέστατον και λογιώτατον και ως υιόν αυτού πνευματικόν, διότι αυτός τον ανεδέχθη εκ της ιεράς κολυμβήθρας του Αγίου Πνεύματος, ονομάσας αυτόν Λέοντα, και εποίησεν αυτόν ένα της συγκλήτου, τιμήσας αυτόν με το αξίωμα του πατρικίου. Όχι δε μόνον εις την πόλιν Κεφρών εβαπτίσθησαν οι Ιουδαίοι, αλλά και εις όλας τας πόλεις της επαρχίας του προσέταξεν ο ευσεβέστατος βασιλεύς και εβαπτίσθησαν όλαι αι συναγωγαί των Εβραίων, έφθασε δε ο αριθμός των πρώτων νεοφωτίστων Ιουδαίων τας πέντε χιλιάδας. Κατά προσταγήν δε του βασιλέως και του γίου εμίγησαν όλοι οι βαπτισθέντες μετά των άλλων Χριστιανών. Έγραψε δε και νόμον. Όταν νυμφευθή τις εκ τούτων των νεοφωτίστων, να μη λαμβάνη γυναίκα εκ της πτριάς αυτού, αλλ΄ εκ των άλλων Χριστιανών των εξ εθνών. Ομοίως και όστις υπανδρεύση την θυγατέρα του, να μη τολμήση να δώση αυτήν εις τους ομοφύλους του, αλλ΄ εις ξένους Χριστιανούς· όστις δε παραβή τον νόμον τούτον, να αποκεφαλίζεται άνευ συγχωρήσεώς τινος. Εις ολίγους δε χρόνους δια της πανσόφου ταύτης διατάξεως του ευσεβεστάτου βασιλέως και του θεοπροβλήτου Αρχιερέως η γενεά όλη των Ιουδαίων συνηνώθη μετά των Χριστιανών επί τοσούτον, ώστε συνεχωνεύθη ολοτελώς και άπασα η βασιλεία των Ομηριτών εφωτίσθη βοηθεία του Θεού και χαρά μεγάλη και αγαλλίασις ήτο εις τας Εκκλησίας του Θεού πανταχού και ομόνοια. Ο δε βασιλεύς και ο ρχιεπίσκοπος διήγον εν αρετή δοξολογούντες καθ΄ εκάστην τον Κύριον με αγρυπνίας και άλλα έργα θεάρεστα· εξαιρέτως δε επεμελούντο την ελεημοσύνην υπέρ πάσας τας αρετάς, ως θεομίμητον, βοηθούντες τα ορφανά και τας χήρας και τους άλλους πένητας αφθονώτατα. Εξετάσας δε ο χριστιανικώτατος βασιλεύς όλας τας ψήφους και αποφάσεις, τας οποίας έγραψε, τας μεν δικαίας επεκύρωσε, τας δε αδίκους ηκύρωσε, όσας δηλαδή τυχόν εποίησεν αδίκως ένεκεν απροσεξίας ή διαβολής κακών ανθρώπων· κατά προσταγήν δε αυτού οι μεγιστάνες και οι άρχοντες τού έδωσαν εγγράφως ιδιοχείρους δηλώσεις, ότι δεν θέλουσιν αδικήσει πτωχόν τινα ουδέποτε, ούτε και να κρίνωσιν αδίκως ή να καταδικάσωσιν αδίκως ανεύθυνον ή δικαιώσωσιν υπεύθυνον. Επί πάσι δε τούτοις έγραψε διαφόρους νόμους και δόγματα και οι ταύτα παραβαίνοντες (τα του βασιλέως προστάγματα) ξίφει εφονεύοντο ή εβυθίζοντο εις την θάλασσαν. Εις ουδένα δε εχαρίζετο ούτε εις πτωχόν ούτε εις άρχοντα ίνα φυλάξη τον Νόμον του Κυρίου απαρασάλευτα· ουδέποτε δε εποίησέ τι εις ουδεμίαν υπόθεσιν χωρίς να επικαλεσθή την μεσιτείαν του Αγίου, να ερωτήση τον Κύριον· το δε παρά του Κυρίου προσταττόμενον εποίει κατά γράμμα. Όθεν όλα τα της βασιλείας έβαινον κατ΄ ευχήν και ουδέν απέβαινεν εναντίον, επειδή ούτος εποίει τα εις τον Θεόν αρέσκοντα.                                                                             
Βασιλεύσας λοιπόν ο αξιομακάριστος εκείνος βασιλεύς έτη τριάκοντα απεδήμησεν εις ουρανούς εν καλή μετανοία. Διότι ο Άγιος προεφήτευσε την ημέραν της μεταστάσεώς του και ητοιμάσθη ως έπρεπε, τελευτήσας οσιώτατα και ενταφιασθείς εν τιμή και ευλαβεία. Μετά ταύτα παρέλαβε το βασίλειον ο υιός αυτού ονόματι Έρδιδος, όστις υπετάσσετο και αυτός ομοίως, ως ο πατήρ του, εις τον Άγιον Γρηγέντιον, όστις εποίμανε το ποίμνιον του Χριστού καλώς και θεαρέστως πολλά ποιήσας θαυμάσιά τε και τεράστια όχι μόνον όταν ευρίσκετο εις την ζωήν ταύτην, αλλά και μετά την οσίαν αυτού κοίμησιν γενομένην τη ιθ΄ (19) του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 552 μ.Χ. όχι πολύ ύστερον από την του βασιλέως κοίμησιν, ενταφιασθείς εις το κοιμητήριον της μεγάλης Εκκλησίας. Τοσούτοι δε Αρχιερείς, Ιερείς, Διάκονοι και Μοναχοί συνήχθησαν κατά τον ενταφιασμόν αυτού, ώστε δεν εχώρεσεν αυτούς η Μητρόπολις, εθρήνουν δε άπαντες πικρώς και ωδύροντο τοιούτου φιλανθρώπου Ποιμένος την στέρησιν, διότι εις όλους ήτο πατήρ φιλόστοργος και φιλότεκνος μεσιτεύων εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, παρακαλών και δεόμενος συμπαθέστατα δια το ποίμνιον και δια της θεαρέστου ικεσίας αυτού συνεχώρει τα πταίσματα αυτών, ως ελεήμων και φιλάνθρωπος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα και το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Οι Άγιο Τιμόθεος και Πολύευκτος

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΤΙΜΟΘΕΟΣ και ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ πυρί τελειούνται.                                                                                                                                        
Τιμόθεος και Πολύευκτος οι Άγιοι Μάρτυρες, κρατηθέντες και ομολογήσαντες τον Χριστόν, ετελείωσαν δια πολλών βασάνων το Μαρτύριον. Και ο μεν Τιμόθεος ετελείωσε το Μαρτύριον εν τη Αφρική Μαυριτανία ή (Μαυρουσία), ο δε Πολύευκτος, με διαφόρους τιμωρίας πρότερον βασανισθείς εν Καισαρεία, τελευταίον εις πυρ βληθείς ετελείωσε και ούτος το Μαρτύριον, ούτω δε έλαβον και οι δύο τους μαρτυρικούς στεφάνους παρά Κυρίου. 

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Οι Άγιοι Ηλίας, Πρόβος και Άρης

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΗΛΙΑ, ΠΡΟΒΟΥ και ΑΡΕΩΣ                               
Ηλίας, Πρόβος και Άρης οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εξ Αιγύπτου, ήσαν δε Χριστιανοί και επορεύοντο εις την Κιλικίαν όπως επισκεφθώσι και υπηρετήσωσι τους εκεί μαρτυρούντας Χριστιανούς. Όταν δε έφθασαν εις την Ασκάλωνα, συλληφθέντες εφέρθησαν ενώπιον του εκεί κριτού, Φιρμικιανού ονόματι, ομολογήσαντες δε εαυτούς Χριστιανούς εδοκίμασαν διαφόρους βασάνους· και ο μεν Άγιος Άρης ετελείωσε το Μαρτύριον δια πυρός, οι δε Άγιοι Πρόβος και Ηλίας απεκεφαλίσθησαν. Τελείται δε η αυτών σύναξις εν τω Μαρτυρίω του Αγίου Φιλήμονος, εν τόπω καλουμένω Στρατηγίω. 

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

O Άγιος Βονιφάτιος

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΥ και της Αγίας ΑΓΛΑΪΔΟΣ της Ρωμαίας.                                                                                          

Βονιφάτιος ο Άγιος Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του αντιχρίστου βασιλέως Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284- 305), ήτο δε εις την Ρώμην δούλος της Αγλαϊδος, ήτις ήτο γυνή συγκλητική, θυγάτηρ Ακακίου ανθυπάτου Ρώμης. Αύτη δε η Αγλαϊς, ούσα από γένος λαμπρότατον, ήτο και ωραία εις το κάλλος του σώματος, αλλά και πλουσία πολύ από χρήματα, και από άλλα αγαθά πρόσκαιρα, εκ των οποίων ήτο παραδεδομένη εις τας σαρκικάς ηδονάς, καθώς δυστυχώς πράττουν οι περισσότεροι εκ των εχόντων ταύτα, διότι με το να έχουν πολλά, εκτελούν της σαρκός τα θελήματα.       
Ήτο δε ο Βονιφάτιος γνωστικός και ωραίος άνθρωπος, ελεήμων κατά πολλά και συμπαθής προς τους πένητας, η δε κυρία του Αγλαϊς είχε καταστήσει αυτόν οικονόμον της περιουσίας της και γραμματέα της. Ούτος λοιπόν, καθό άνθρωπος, ενικάτο από τον οίνον και από τον έρωτα της κυρίας του, επειδή εκείνη δεν είχεν άνδρα, και καθ΄ εκάστην ημάρτανον· πλην τόσον ήτο σπλαγχνικώτατος και φιλόξενος, ως άλλος ουδείς κατά αλήθειαν, και όταν έβλεπεν οδοιπόρους τινάς τους έπαιρνεν εις την οικίαν του και τους εφίλευε φιλοφρόνως ο φιλότιμος και φιλόχρηστος. Διψασμένους καθ΄ εκάστην επότιζε, γυμνούς ενέδυε, και πάντας τους ενδεείς επεμελείτο πλουσιοπαρόχως, καθώς το έχουν εκ φύσεως οι πορνεύοντες και δίδουν πολλάς ελεημοσύνας, μήπως και σβύσουν με το έλεος της συμπαθείας το πυρ της κολάσεως.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Προφήτης Δανιήλ και οι Άγιοι Τρεις Παίδες

ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ                                                               

Η Εκκλησία του Χριστού, ευλογημένοι Χριστιανοί, εορτάζει σήμερον, Κυριακήν προ της Χριστού Γεννήσεως, την μνήμην πάντων των από Αδάμ μέχρι του Ιωσήφ του Μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου ευαρεστησάντων τω Θεώ, καθώς αυτούς γενεαλογεί ο ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος και όσους ο θείος Ευαγγελιστής Λουκάς από Αδάμ μέχρις Αβραάμ αριθμεί ως επίσης και πάντων των Προφητών και Προφητίδων, επειδή αυτοί εγένοντο αρχηγοί του γένους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά σάρκα και διότι αυτοί προείπον περί της ελεύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, από των οποίων τας προφητείας και ημείς επιστεύσαμεν εις Αυτόν.                                                                                                
 Μετά πάντων λοιπόν των Δικαίων Προπατόρων και Πατέρων εξόχως αναφέρουσι τα σήμερον ψαλλόμενα Τροπάρια και η Ακολουθία της Εκκλησίας μας περί του Αγίου Προφήτου Δανιήλ και των Αγίων Τριών Παίδων. Διατί δε τούτο; Διότι ο Προφήτης αυτός, καθώς θέλετε ακούσει κατωτέρω, με την εξήγησιν του ονείρου, το οποίον είδεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, προεσήμανε φανερά την ένσαρκον οικονομίαν του Χριστού, ότι θέλει γεννηθή εκ της Παρθένου άνευ θελήματος ανδρός και ότι θέλει διαμένει η Βασιλεία του και η εξουσία του εις τους αιώνας. Ομοίως δε και οι Άγιοι Τρεις Παίδες, με το θαύμα το οποίον εγένετο εις αυτούς, μη καταφλεχθέντας εν τη καμίνω, προεικόνισαν την Αγίαν Παρθένον, ήτις έμεινεν άφλεκτος εκ του πυρός της Θεότητος. Την ιστορικήν ταύτην διήγησιν πρόκειται να φέρω και εγώ ο ευτελής προς την υμετέραν αγάπην, οσιώτατοι Πατέρες και αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, και παρακαλώ υμάς όπως ακούσητε ταύτην προθύμως, ίνα θησαυρίσητε θησαυρόν μέγαν εις την ψυχήν σας. Διότι όχι μόνον σήμερον είναι αναγκαίον και ωφέλιμον να μάθετε τα περί αυτών, αλλά και εις όλας τας ημέρας του έτους ανάγκη είναι να ενθυμείσθε την ιστορίαν των· διότι δεν υπάρχει Ακολουθία της Εκκλησίας μας, η οποία να μη αναφέρη δι΄ αυτούς και μάλιστα οι ειρμοί της ζ΄ και η΄ ωδής πάντοτε δι΄ αυτούς διηγούνται· αλλά δια να μη γίνη ελλιπής ο λόγος μου, είναι ανάγκη να αρχίσω απ΄ αρχής την περί τούτων ιστορίαν.                                                                                                                               
Εις την Βαβυλώνα ήτο βασιλεύς τις, Ναβουχοδονόσορ ονόματι, όστις συνάξας τα στρατεύματά του εξεστράτευσε κατά της Ιερουσαλήμ, την οποίαν και κατέλαβεν. Ούτος όχι μόνον τον κοινόν λαόν μετώκησεν από την Ιερουσαλήμ εις την Βαβυλώνα, αλλά και τον βασιλέα της Ιερουσαλήμ, Σεδεκίαν ονόματι, αιχμάλωτον παραλαβών, αυτόν μεν ετύφλωσε, τους παίδας αυτού κατέσφαξε, πάντα δε τον θησαυρόν του βασιλέως και τα σκεύη του ναού τα χρυσά και τα αργυρά, με τα οποία είχε κατακοσμήσει αυτόν ο βασιλεύς Σολομών, τα απεκόμισεν όλα εις την Βαβυλώνα. Επιστρέψας δε εις το βασίλειόν του, εξέλεξε και από τα τέκνα των Εβραίων όσα ηθέλησε και τα παρέδωκεν εις τον αρχιευνούχον του, Αφανέξ λεγόμενον και Ασχάνην, να τα φυλάττη δια να τα έχη εις υπηρεσίαν της βασιλείας. Απ΄ εκείνα λοιπόν τα παιδία τέσσαρα ήσαν εκλελεγμένα και δια την φρόνησίν των, αλλά και διότι ήσαν από το γένος των βασιλέων Εζεκίου και Σεδεκίου· εξ αυτών το πρώτον έλεγονΔανιήλ, το δεύτερον Ανανίαν, το τρίτον Αζαρίαν και το τέταρτον Μισαήλ.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Ο Άγιος Μόδεστος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος ΜΟΔΕΣΤΟΥ  Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων του Θαυματουργού.                                                                   

Μόδεστος ο του Θεού θαυμάσιος άνθρωπος εγεννήθη εις την πόλιν της Σεβαστείας της εν Μικρά Ασία, από Ορθοδόξους γονείς, Ευσέβιον και Θεοδούλην ονομαζομένους. Επειδή δε η μήτηρ του ήτο στείρα, τούτου ένεκα δια προσευχής των γονέων του εδόθη εις αυτούς υιός, ο μέγας ούτος Πατήρ, ύστερον από τεσσαράκοντα έτη του γάμου των. Αφού δε εγεννήθη ούτος, διεβλήθη ο πατήρ του εις τον Μαξιμιανόν (286- 305) ως Χριστιανός. Όθεν δεθείς, εκλείσθη μέσα εις την φυλακήν. Τούτο μαθούσα η γυνή του Θεοδούλη επήγε και αυτή εις την φυλακήν ομού με τον υιόν της τούτον. Εκεί δε εις την φυλακήν ευρισκόμενοι, παρεκάλεσαν και οι δύο τον Θεόν και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας των Αγίων Αγγέλων, γενόμενοι Μάρτυρες κατά την γνώμην και την προαίρεσίν των. Οι δε δεσμοφύλακες ευρόντες τους μεν γονείς αποθανόντας, το δε παιδίον ζωντανόν εν τω μέσω αυτών, το επήραν και το έφεραν εις τον Μαξιμιανόν, ήτο δε τότε μηνών πέντε. Ο δε βασιλεύς, βλέπων το παιδίον νόστιμον και χαριέστατον, παρέδωκεν αυτό εις συγκλητικόν τινα δια να το αναθρέψη επιμελώς, ίν μετά καιρόν γίνη άξιον να υπηρετή τον ψευδώνυμον θεόν Δία. Τρεφόμενος λοιπόν πλησίον εις τον συγκλητικόν ο μακάριος Μόδεστος, έμαθεν ότι οι γονείς του μακαρίως απέθανον εις την φυλακήν δια τον Χριστόν. Όθεν όταν έφθασεν εις το δέκατον τρίτον έτος της ηλικίας του, ευρών Χριστιανόν τινα εδιδάχθη από αυτόν την ευσέβειαν και όλως οικείος αυτής και έκδοτος γίνεται. Ελυπείτο δε, διότι συνανεστρέφετο με τους ειδωλολάτρας. Όταν δε ποτε ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όλος ο λαός να προσφέρη θυσίας εις τους θεούς, τότε ο Άγιος ευρών άδειαν επήγεν ειςτον τάφον των γονέων του και παρεκάλει αυτούς να τον ελευθερώσουν από τας χείρας των ειδωλολατρών, ίνα αξιωθή του αγίου Βαπτίσματος. Όθεν ευρών αυτόν χρυσοχόος τις, καταγόμενος από τας Αθήνας, τον έφερεν εις αυτάς και τον παρέδωκεν εις τον τότε Αρχιερέα, όστις τον εβάπτισεν· ενώ δε εβάπτιζεν αυτόν, ο Αρχιερεύς έβλεπεν στύλον πυρός, όστις ήτο από τον ουρανόν μέχρι της κεφαλής του Μοδέστου. Βαπτισθείς δε ο Μόδεστος, ιάτρευσε τον αδελφόν του χρυσοχόου, όστις είχε μεγάλην ασθένειαν και εκινδύνευε. Προσέτι  δε ιάτρευσε και έν δαιμονιζόμενον. Εις ολίγον καιρόν απέθανε η γυνή του χρυσοχόου και μετ΄ ολίγον ησθένησε και ο χρυσοχόος, όστις βλέπων επερχόμενον τον θάνατον έκαμε διαθήκην και αφήκε κληρονόμους ομού με τους δύο υιούς του και τον ιερόν Μόδεστον· αφού δε εκοιμήθη εκείνος, διένειμεν ο Μόδεστος το ιδικόν του μερίδιον εις τους πτωχούς και τα ορφανά, αυτός δε ανεχώρησεν έξω από τας Αθήνας βόσκων πρόβατα και διερχόμενος ζωήν ασκητικήν. Οι δε του χρυσοχόου υιοί, μη υποφέροντες να βλέπωσι τον Άγιον τιμώμενον από όλους, τι πράττουσιν; Επειδή αυτοί έμελλον να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον δια να εμπορευθούν, κατέπεισαν και τον μακάριον τούτον Μόδεστον να υπάγη μαζί των. Εκεί δε πηγαίνοντες επώλησαν ως δούλον τον Άγιον εις άπιστον άνθρωπον, από τον οποίον έλαβε πολλά δεινά ο τρισόβλιος εις διάστημα επτά ολοκλήρων ετών. Αλλ΄ ο Άγιος δια θερμής και επιμόνου προσευχής του ηλευθέρωσε τον αυθέντην του εκείνον από την πλάνην της απιστίας και κατέπεισεν αυτόν να πιστεύση εις τον Χριστόν και να βαπτισθή. Αλλά και πάσχοντα από δεινήν ασθένειαν, υγιά τούτον εποίησεν. Αφού δε εκείνος απέθανεν, επήγεν ο Άγιος εις τα Ιεροσόλυμα χάριν προσκυνήσεως του Ζωοδόχου Τάφου· εκείθεν δε επήγεν εις το Σίναιον όρος και εκεί ησυχάζων και εις μόνον προσέχων τον Θεόν, πολλά θαύματα εποίησεν. Είτα δε πάλιν επέστρεψεν εις τον Πανάγιον Τάφον.