Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ο Όσιος Παύλος Αρχιεπίσκοπος Νεοκαισαρείας

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Νεοκαισαρείας, ενός των εν Νικαία τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων.                                                                                                                                       
Παύλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έγινε τόσον περιβόητος κατά τας αρετάς, ώστε το όνομά του έφθασε και εις τας ακοάς του τότε βασιλεύοντος εν Νικομηδεία Λικινίου τη΄-τκγ΄ (308-323), όθεν αποστείλας ανθρώπους παρέστησε τον Άγιον ενώπιόν του. Και πρώτον εδοκίμαζεν ο τύραννος να τον εκφοβίση με απειλάς, κατόπιν δε ήρχισε και να τον δέρη, αλλ΄ εξεπλάγη αυτός τε και όλοι οι παρεστώτες δια την ασύγκριτον τούτου ανδρείαν και υπομονήν. Έπειτα, κατά προσταγήν του, πυρώσας ο χαλκεύς τεμάχιον σιδήρου, έβαλεν αυτό εντός της μιάς παλάμης του Αγίου, επί δε του σιδήρου έθηκε και την άλλην παλάμην του, και έσφιγξεν αυτάς επί τοσούτον διάστημα χρόνου, έως ου εψυχράνθη ο πεπυρωμένος σίδηρος· εκ δε της βασάνου ταύτης έμειναν νεκρά και ανενέργητα τα νεύρα και των δύο χειρών του. Μετά ταύτα εξώρισεν αυτόν εις φρούριον όπερ ευρίσκετο εις τας άκρας του Ευφράτου ποταμού.  Όταν δε ο μέγας Κωνσταντίνος ήλθεν εκ της Ρώμης εις το Βυζάντιον, τότε ηλευθερώνοντο όλοι οι Χριστιανοί οι ευρισκόμενοι εν φυλακαίς και εξορίαις, και έκαστος απήρχετο εις την πατρίδα του, ως και αλλαχού ανεφέρθη· όθεν και ο Άγιος ούτος, ελευθερωθείς από την εξορίαν, επανήλθεν εις τον θρόνον του, την Νεοκαισάρειαν, διαλάμπων με τας αρετάς, ως πρότερον. Ότε δε συνηθροίσθη η εν Νικαία Αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, εν έτει τκε΄ (325), ήτο και ούτος εις των εκεί συναθροισθέντων τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων, οίτινες όλοι έφερον εις το σώμα των τα στίγματα και τας πληγάς του Χριστού, ως λέγει ο θείος Παύλος, και αυτά εθεώρουν καλλωπισμόν των, δεικνύοντες αυτά προς αλλήλους. Και εδείκνυον άλλος μεν την αποκοπείσαν υπό των ειδωλολατρών χείρα του, άλλος τα ώτα του, άλλος την ρίνα του, έτερος τους οφθαλμούς του, και άλλος άλλο μέλος του σώματός του παρουσίαζε βεβλαμμένον και ηκρωτηριασμένον από τους προλαβόντας τυράννους υπέρ της Αγίας του Χριστού Πίστεως. Άλλοι πάλιν επρόβαλλον τα πρήσματα, τα εκ των πεπυρωμένων σιδήρων, τα οποία όλα μετά πάσης χαράς και προθυμίας υπέμειναν οι τρισμακάριοι βασανιζόμενοι δια τον Χριστόν· όθεν και τα εδείκνυον εις όλους, ως λαμπρά σημεία της εις τον Χριστόν αγάπης των. Τότε λοιπόν και ο μακάριος ούτος Παύλος εδείκνυε τα εκ των ροπάλων θλάσματα, τα οποία είχεν εις το σώμα του, ομοίως και τας αγίας χείρας του τας σιδηροκαύστους και ανενεργήτους ούσας.                                                                               
Αφού δε όλοι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Πατέρες συνήχθησαν εις την Νίκαιαν, και συνεδριάσαντες ανεθεμάτισαν τον δυσσεβή Άρειον, απήλθον όλοι μετά του βασιλέως εις το Βυζάντιον. Ο δε αοίδιμος βασιλεύς Κωνσταντίνος, λαμβάνων δια των ιδίων χειρών του τας χείρας του μακαρίου τούτου Παύλου, κατεφίλει αυτάς, και επιθέτων επί των του μακαρίου τούτου Παύλου, κατεφίλει αυτάς, και επιθέτων επί των οφθαλμών του και επί των άλλων αυτού μελών, επεφώνει τα αξιομνημόνευτα ταύτα λόγια· «Δεν χορταίνω να καταφιλώ τας χείρας ταύτας, αίτινες δια τον Χριστόν μου έγιναν νεκραί και ανενέργητοι». Απελθών δε ύστερον εις τον θρόνον του ο αοίδιμος ούτος Παύλος και ζήσας έτη τινά, προς Κύριον εξεδήμησε λαβών παρ΄ Αυτού τον στέφανον της ομολογίας.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Οι Άγιοι Δέκα Μάρτυρες οι εν Κρήτη μαρτυρήσαντες

Τη ΚΓ΄ (23η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων ΔΕΚΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ των εν τη Κρήτη μαρτυρησάντων.   
                                                                                                      
Θαυμαστή και αξιέπαινος είναι η περιβόητος Κρήτη, δια τε το κάλλος και το μέγεθος αυτής, δια τα τείχη και τους λιμένας της, δια την κράσιν και υγείαν του κλίματός της, ως και την αφθονίαν και πλουσιότητα των καρπών της, αλλ΄ ημείς θέλομεν διηγηθή την αληθινήν της αξίαν και ωραιότητα, τον χορόν, λέγω, των θείων Μαρτύρων, τους Δέκα του Χριστού στεφανίτας, οι οποίοι από αυτήν εγεννήθησαν και εις αυτήν υπέρ Χριστού γενναίως εμαρτύρησαν, καθώς θέλει το φανερώσει ο λόγος. Όταν εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο ασεβέστατος Δέκιος, εν έτει σν΄ (250) κατέστησεν ανθύπατον εις την Κρήτην άλλον τινά Δέκιον ομώνυμόν του και ομότροπον, όστις ευθύς ως έφθασεν εις την Κρήτην ήρχισε να βασανίζη ανηλεώς και πολυτρόπως τους Χριστιανούς, είτα δε και πικρώς να τους θανατώνη. Ανεζητούντο λοιπόν και ανευρίσκοντο πάντες οι Χριστιανοί και εφέροντο προς αυτόν, ομού δε με τούτους ήτο και ο ιερός ούτος χορός, οίτινες ήσαν από διαφόρους πόλεις της Κρήτης, από μεν την Μητρόπολιν Γορτύνης ήσαν πέντε, ο Θεόδουλος, ο Σατορνίνος, ο Εύπορος, ο Γελάσιος και ο Ευνικιανός· από δε την Κνωσόν ήτο ο Ζωτικός, από τον λιμένα του Πανόρμου ήτο ο Αγαθόπους, από την Κυδωνίαν ο Βασιλείδης και από το Ηράκλειον ο Ευάρεστος και ο Πόμπιος, άπαντες όμως έσπευδον να φθάσουν εις μίαν πόλιν, την ουράνιον· όθεν ευθύς ως παρεστάθησαν ούτοι εις τον ηγεμόνα, έδειξαν προθύμως πάσαν γενναιότητα και ανδρείαν, και εις λόγους και εις έργα ανδρείως και αφόβως, πάσαν βάσανον και τιμωρίαν υπομείναντες, επί τριάκοντα ημέρας μαστιγούμενοι, στρεβλούμενοι, κατά γης συρόμενοι, λιθοβολούμενοι, εμπτυόμενοι και καταφρονούμενοι. Αλλά ταύτα ήσαν δι΄ εκείνους ως προγυμνάσματα των μετέπειτα μεγαλυτέρων βασάνων, τα οποία ακούσατε. Κατά την εικοστήν του παρόντος μηνός, καθίσας ο δικαστής εις το κριτήριον έφερε τους Αγίους τούτους Δέκα Μάρτυρας ενώπιόν του και βλέπων αυτούς αγρίως και φονικώς είπε· «Διατί η τοσαύτη σας αγνωσία, και ούτε με την πολυκαιρίαν, ούτε με τας νουθεσίας εμάθετε το συμφέρον σας; Όμως χωρίς να πολυλογώμεν και χωρίς βίαν, προσφέρατε την διατεταγμένην θυσίαν εις τους θεούς, ειδεμή εντός ολίγου θέλετε εννοήσει τι θέλει σας προξενήσει η απείθειά σας αυτή». Προς ταύτα οι Μάρτυρες απεκρίναντο· «Ημείς, ω άρχων, και με πολλά λόγια και με έργα, αλλά και με την πολυκαιρίαν εδείξαμεν την γνώμην μας, ότι ουδέποτε θέλομεν θυσιάσει εις τους θεούς σου και ότι κανέν πράγμα δεν θέλει δυνηθή ποτέ να μας καταπείση εις αυτό, ούτε θέλομεν δειλιάσει εις τας βασάνους σου, αλλά τόσον περισσότερον θέλομεν σε ευχαριστεί όσον πικρότερα μας βασανίσης». Ο άρχων είπεν· «Έως ότου θα είμαι εγώ και θα βλέπω καταφρονουμένην την δύναμιν των μεγάλων θεών από σας τους αναισχύντους, οίτινες ούτε τους θεούς φοβείσθε ούτε τους παρεστώτας εντρέπεσθε, πολλούς όντας τε και σοφούς, οι οποίοι προσκυνούσι και λατρεύουσι πρώτον μεν τον Δία, έπειτα την Ήραν και την Ρέαν και τους λοιπούς άπαντας, δεν θέλω σταματήσει από του να σας βασανίζω, έως ότου να σβέσω την αυθάδειάν σας, δια να φοβηθούν και άλλοι, αν τύχουν, ως και σεις απειθείς· διότι όσα επάθετε έως τώρα, ήσαν μόνον σκιαί κολάσεων». Προς ταύτα πάλιν οι Μάρτυρες είπον· «Ω άρχων, περί μεν του Διός και της Ήρας και της μητρός των της Ρέας μη μας λέγης τίποτε. Διότι ημείς από τους πρωτυτέρους μας γνωρίζομεν και το γένος του Διός και την τύχην και την πατρίδα· τον δε τάφον του, αν θέλης, να σου τον δείξωμεν, διότι και αυτός ο Ζεύς κρητικός ήτο και έγινε τύραννος εις τα χωρία· τόσον δε ήτο ασελγής, ώστε όχι μόνον με γυναίκας, αλλά και με άρρενας έκαμνε συχνά και ακαταπαύστως τας ασχημίας του, γόης και πανούργος ων· δια τούτο και τινές ομοιοπαθείς του, μιμούμενοι τας κακίας του (διότι το κακόν πολύ ευκόλως το μιμούνται), τον εκήρυξαν θεόν και του έκτισαν ναούς και θυσιάζουσι, δια να φαίνωνται ότι μιμούνται θεϊκά έργα και να μη εντρέπωνται». Ταύτα λέγοντος του θείου χορού εκείνου, εθυμώθη πολύ και ο ηγεμών και όλος ο λαός, και ώρμησαν να τους ξεσχίσουν με τας χείρας των· ο Δέκιος όμως τους ημπόδισε δια να τους δώση πικρότερον θάνατον. Ευθύς δε ήρχισε να βασανίζη τους Αγίους με διαφόρους και πολυτρόπους βασάνους, και άλλου μεν κρεμασθέντος εξέσχιζαν με σιδηρούς όνυχας τας σάρκας και έπιπτον εις την γην. Άλλου δε με ξύλα και λίθους οξείς συνέτριβον τα πλευρά ομού με τα οστά. Άλλων δε με βάρος μολύβδου, και άλλων άλλως τυπτομένων και μαστιγουμένων οδυνηρώς, υπέφερον ταύτα πάντα γενναίως οι μακάριοι και έχαιρον δια τας πληγάς, τας οποίας ελάμβανον. Βλέποντες οι παριστάμενοι την μεγάλην υπομονήν και ανδρείαν των Αγίων, οι μεν Χριστιανοί εστερεούντο εις την πίστιν και την ευσέβειαν περισσότερον, οι δε ασεβείς ειδωλολάτραι χαιρέκακοι και άσπλαγχνοι όντες εχαίροντο, διότι ετιμωρούντο οι Άγιοι, και παρεκίνουν τον κριτήν και τους δημίους εις περισσότερον θυμόν· εβόα δε και ο κήρυξ· «Λυπηθήτε την ζωήν σας, καταπεισθήτε εις τους εξουσιαστάς, θυσιάσατε εις τους θεούς». Οι Μάρτυρες όμως και εις τοσαύτα δεινά ευρισκόμενοι παρέμενον ακλόνητοι, και όλοι με μίαν φωνήν εβόησαν· «Χριστιανοί είμεθα, και Χριστού σφάγια, αν δε το εκάλει η ανάγκη και ήτο τούτο δυνατόν και μυρίας φοράς προθύμως αποθνήσκομεν δια την αγάπην του Χριστού μας». Ο δε πρόθυμος υπηρέτης του σατανά Δέκιος, βλέπων το ανίκητον και αμετάθετον της γνώμης των Μαρτύρων, προσέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Έφεραν λοιπόν τους Μάρτυρας εις τόπον Αλώνιον λεγόμενον, πλησίον της πόλεως, φθάσαντες δε οι Άγιοι εφιλονίκουν ποίος να θανατωθή πρώτος, δια να λάβη και πρώτος τον στέφανον. Έπαυσε δε την φιλονικίαν ταύτην ο μακάριος Θεόδουλος, ειπών, ότι ο έσχατος είναι πρώτος και τιμιώτερος, εάν και δεν φοβηθή βλέπων τον θάνατον των προτέρων. Ο λόγος ούτος του Θεοδούλου ήρεσεν εις όλους τους Αγίους· όθεν εδόθησαν από κοινού εις προσευχήν, λέγοντες· «Ευλογητός Κύριος, ος ουκ έδωκας ημάς εις θήραν τοις οδούσιν αυτών» (Ψαλμ. ρκγ΄: 6), και τα επίλοιπα του Ψαλμού. Πηγαίνοντες δε οι μακάριοι εις τον τόπον της εκτελέσεως προσηύχοντο λέγοντες· «Σπλαγχνίσου, Κύριε, τους δούλους Σου και δέξαι το αίμα ημών, εις τιμήν και δόξαν του Αγίου Σου Ονόματος. Στερέωσον, Κύριε, τους ευσεβείς αδελφούς μας Χριστιανούς και εξάγαγε από του σκότους της αγνωσίας την επίγειον ταύτην πατρίδα ημών και οδήγησον πάντας τους εν ταύτη οικούντας και πάντας τους δούλους Σου εις Σε το αϊδιον φως, αιώνιε Βασιλεύ». Ούτως εκάστου προσευξαμένου έκοψαν οι δήμιοι τας ιεράς και καλλινίκους κεφαλάς αυτών. Αναχωρησάντων δε των δημίων, τινές από τους ευσεβείς, λαβόντες τα ιερά αυτών Λείψανα, τα ενεταφίασαν τιμίως. Μετά ταύτα, όταν η ευσέβεια επλήθυνε σχεδόν εις όλην την οικουμένην, ήλθεν από τα βασίλεια ο αγιώτατος Πατριάρχης Παύλος έχων εις την συνοδείαν του και άλλους εγκρίτους άνδρας και ήνοιξε τον τάφον των γίων, εύρε δε τα ιερά και άγια αυτών Λείψανα, ω της δυνάμεώς σου, Χριστέ Βασιλεύ! ως ζώντα ένδροσα και ανθηρά, και λαβών αυτά τα έφερεν εις την Βασιλίδα των πόλεων και τα ενεταφίασαν εκεί, ένθα ήσαν τεθαμμένα και τα ιερά και μαρτυρικά Λείψανα των Αγίων Νηπίων, ίνα ως κοινοί σωτήρες και άγρυπνοι φύλακες διαφυλάττωσιν ημάς από όλα τα λυπηρά. Αυτών ταις αγίαις πρεσβείαις τύχοιμεν και των αιωνίων αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

H Αγία Μεγαλομάρτυς Αναστασία

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ της Φαρμακολυτρίας. 
                                                                                                            
Αναστασία η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου Διοκλητιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄- τε΄ (284- 305), κατήγετο δε από την περίδοξον και μεγαλόπολιν Ρώμην, από γένος περιφανέστατον, ωραία την όψιν και ευπρεπέστατα εις τα ήθη και τάξεις κεκοσμημένη και με την ευγένειαν της ψυχής εστολισμένη υπέρ το κάλος του σώματος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Πραιξτετάτος, είχε δε διδάσκαλον ενάρετόν τινα άνθρωπον ονόματι Χρυσόγονον, εκ του οποίου εδιδάχθη την ευσέβειαν και εγνώρισε τον αληθή Θεόν, τα δε αναίσθητα είδωλα απέβαλε και κατεφρόνησεν. Και ούτω μεν η Αγία επορεύετο· ο δε πατήρ αυτής την υπάνδρευσε χωρίς την θέλησίν της μετά τινος ειδωλολάτρου, Ποπλίωνος ή Πουπλίου καλουμένου, τον οποίον εμίσει η κόρη και προφασιζομένη ασθένειαν δεν εδέχθη την μετ΄ εκείνου κοινωνίαν διά τε την απιστίαν του, και την προς την παρθενίαν αγάπην της· καθ΄ εκάστην δε προσηύχετο εις τον Χριστόν φυλάττουσα πάσας τας εντολάς του. Εξαιρέτως δε ηγάπα πολύ την ταπείνωσιν. Όθεν πολλάκις εξεδύετο τα πολύτιμα και λαμπρά της ιμάτια και ενεδύετο πενιχρά δια να μη την γνωρίζωσιν, επήγαινε δε με την δούλην της εις τας φυλακάς και επεμελείτο τους Χριστιανούς, σπογγίζουσα τας πληγάς και τα αίματα αυτών. Ειργάζετο δε και πάσαν άλλην υπηρεσίαν η μακαρία ως να ήτο δούλη και καταφιλούσα εξ ευλαβείας τας πληγάς τών Μαρτύρων, τους ενουθέτει να μη δειλιάσωσι κολαστήρια πρόσκαιρα, αλλά να φυλάττουν στερεά την ευσέβειαν, τους έδιδε δε και τροφάς, ενδύματα και παν άλλο αναγκαίον του σώματος, ταύτα δε ετέλει κατά πάσας τας νύκτας κρυφίως, δίδουσα εις τους φύλακας χρήματα, δια να την αφήνουν να εισέρχεται. Ταύτα μαθών ο Ποπλίων την εφυλάκισε και ούτε αυτήν άφηνε να εξέρχεται ουδόλως, ούτε εις άλλην τινά να της ομιλήση τελείως επέτρεπεν. Όθεν ελυπείτο διότι δεν είχεν άδειαν να επιμελήται τους φυλακισμένους ως πρότερον, εξαιρέτως δε είχε θλίψιν απαραμύθητον δια τον διδάσκαλόν της Χρυσόγονον, όστις επήγαινε πρωτύτερα και την έβλεπε πολλάκις και συνεχαίροντο, τότε δε τον είχε και αυτόν φυλακισμένον ο βασιλεύς δια την ευσέβειαν. Όθεν δεν ηδύνατο να ίδη ή να παρηγορήση ο εις τον άλλον δια στόματος, αλλά μόνον γυναίκα τινά γραίαν έστειλε προς αυτόν η Αγία, και του διεμήνυσε να κάμη προς τον Θεόν δι΄ αυτήν δέησιν, να την λυτρώση από τα δεσμά, δια να θεραπεύη τους Μάρτυρας. Ο δε Χρυσόγονος τής απήντησε να έχη υπομονήν, διότι εις ολίγας ημέρας θέλει αποθάνει ο άνδρας της και θα μείνη εντελώς ελευθέρα, όπερ και εγένετο. Διότι ο βασιλεύς απέστειλεν αυτόν πρέσβυν εις τους Πέρσας και εφονεύθη καθ΄ οδόν. Όθεν λαμβάνουσα η Αγία ελευθερίν τελείαν, ετέλει ανεμποδίστως όσα εβούλετο, χαρίζουσα εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά της και παρακινούσα τους Αγίους Μάρτυρας να υπομένουν ανδρείως τα κολαστήρια.                                            
Ο δε δυσσεβής Διοκλητιανός ήτο τότε εις την Νίκαιαν, και τας μεν άλλας δημοσίας υποθέσεις δεν επεμελείτο τόσον, όσον εφρόντιζε να μη διαφύγη κανείς ευσεβής από τας χείρας του. Ανέφερον λοιπόν εις αυτόν, ότι εις την Ρώμην είχον πολλούς Χριστιανούς φυλακισμένους και τους εβασάνιζον διαφόρως, αλλ΄ ουδείς εξ αυτών κατεδέχετο να προσκυνήση τα είδωλα, έχοντες διδάσκαλον τινα την κλήσιν Χρυσόγονον, όστις τους παρεκίνει εις το Μαρτύριον. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε τους μεν άλλους να βασανίσουν πολλά, έπειτα εάν δεν θυσιάσωσι να τους δώσουν πικρόν θάνατον, τον δε θείον Χρυσόγονον να φέρωσιν ενώπιόν του ως κατάδικον. Λαβόντες λοιπόν τούτον οι στρατιώται επήγαινον εις τον βασιλέα, ηκολούθει δε και η θαυμαστή Αναστασία, δεικνύουσα νικημένην την του γένους ασθένειαν από την ευγένειαν του φρονήματος. Όταν δε έφθασαν εκεί, είπε ταύτα ο βασιλεύς προς τον Χρυσόγονον· «Υπάκουσον εις το πρόσταγμά μου, θυσίασον εις τους θεούς να λυτρωθής από διάφορα κολαστήρια και να σε κάμω έπαρχον της Ρώμης». Ο δε Άγιος με παρρησίαν πολλήν απεκρίνατο· «Ένα και μόνον Θεόν γνωρίζω, τον οποίον ομολογώ αληθέστατον και με το στόμα και με όλην την ψυχήν και καρδίαν μου· αυτόν λατρεύω και προσκυνώ και προκρίνω, ως πάντων των ηδέων ηδύτερον και πάσης ζωής ποθεινότερον, θεών δε πλήθος και μύθους και δαίμονας αποστρέφομαι και συμβουλεύω ομοίως την βασιλείαν σου να τους μισήσης ως αιτίους βλάβης και απωλείας ψυχών, τας δε τιμάς και τας δωρεάς, τας οποίας μού υπόσχεσαι, νομίζω σκιάν και όνειρα». Την παρρησίαν ταύτην του Αγίου θαυμάσας ο βασιλεύς, προσέταξε να τον αποκεφαλίσουν εις τόπον έρημον, τούτου δε γενομένου έρριψαν το Λείψανον αυτού εις παρακειμένην λίμνην.                                                                                                              
Εις εκείνα τα μέρη, εις τα οποία έρριψαν το Λείψανον του Χρυσογόνου, κατώκουν τρεις αδελφαί, Αγάπη, Χιονία και Ειρήνη καλούμεναι, διέμενε δε εκεί και Ιερομόναχος τις ενάρετος, ονόματι Ζωϊλος, ο οποίος δια θείας αποκαλύψεως είδε που ευρίσκετο το Λείψανον του Αγίου Χρυσογόνου. Όθεν λαβών αυτό ως και την τιμίαν αυτού κεφαλήν με πολλήν ευλάβειαν, το απέκρυψεν εις το κελλίον του, και μετά ημέρας τριάκοντα φαίνεται εις αυτόν ο Άγιος Χρυσόγονος και του λέγει· «Γνώριζε, Ζωϊλε, ότι ο δυσσεβής βασιλεύς έμαθε περί των τριών αδελφών Ειρήνης, Αγάπης και Χιονίας και θέλει θανατώσει αυτάς εντός εννέα ημερών. Ιδού λοιπόν έρχεται η του Χριστού δούλη Αναστασία, να τας ενθαρρύνη προς το Μαρτύριον. Ετοιμάσου δε και συ δια την μέλλουσαν ζωήν, διότι εις ολίγας ημέρας έρχεσαι προς ημάς, να απολαύσης τους γλυκυτάτους καρπούς των πόνων σου». Την αυτήν οπτασίαν είδε και η παρθένος Αναστασία. Όθεν απήλθεν ευθύς εις το οικητήριον του Ζωϊλου χαίρουσα, ιδούσα δε εκεί τας τρεις Αγίας Παρθένους, ηρώτησε δια το ιερόν Λείψανον του Αγίου Χρυσογόνου. Αφού λοιπόν είδε και προσεκύνησε τούτο ευλαβώς, έλαβε τας Αγίας Παρθένους και απήλθεν εις άλλον τόπον, εδίδασκε δε καθ΄ οδόν αυτάς να μη δειλιάσουν τα των ασεβών κολαστήρια. Και ταύτα μεν έπραξαν αι Παρθένοι, ο δε θείος Ζωϊλος κατά την θείαν αποκάλυψιν απήλθεν εν ειρήνη προς Κύριον. Μαθών ο παράνομος βασιλεύς, εις ποίον τόπον ευρίσκοντο αι τρεις εκείναι Παρθένοι, προσέταξε να τας συλλάβουν και να τας φέρουν εις το θέατρον. Τούτου δε γενομένου πρώτον μεν ήρχισε να κολακεύη τας Αγίας με ημερότητα, εγκωμιάζων με λόγους την ωραιότητα τούτων και υποσχόμενος να τας υπανδρεύση πλουσίως και να χαρίση εις αυτάς μεγάλα δωρήματα, εάν προσκυνήσουν τα είδωλα. Η δε πρώτη κατά την ηλικίαν, ήτις εκαλείτο Αγάπη, δια να δείξη την προς τον αληθή Θεόν αγάπην αυτών, με παρρησίαν πολλήν απεκρίνατο· «Μη βάλης ποσώς εις τον νουν σου, ω βασιλεύς, ότι θέλομεν φοβηθή δεινά κολαστήρια ή σκληρότατον θάνατον, ή ότι θα μας νικήση η λαμπρότης του γένους, ή θα λυπηθώμεν το κάλλος των σώματος ή ότι με κολακείας θέλεις αδυνατίσει την στερεότητά μας, να προδώσωμεν την ευσέβειαν. Μάλιστα όσον μάς βασανίσης χειρότερα, τόσον θέλεις μάς ωφελήσει περισσότερον». Ιδών ο Βασιλεύς την τοσαύτην παρρησίαν των Παρθένων εθαύμασεν, επειδή όμως είχεν υπηρεσίαν να υπάγη εις την Μακεδονίαν, τας εφυλάκισε και προσέταξε τον έπαρχον Δουλκίτιον να τας εξετάση με επιμέλειαν και να δώση εις αυτάς δεινά κολαστήρια. Η δε Αναστασία ηκολούθει τας Αγίας και επεμελείτο αυτάς, ως και τους άλλους Χριστιανούς εις όλα τα χρειαζόμενα, ως και ανωτέρω είπομεν.                                  
Ο δε πονηρός Δουλκίτιος ήτο ασελγής πολύ και ακόλαστος εις την πορνείαν ο μιαρώτατος, και επεθύμησε να μιάνη μίαν από τας τρεις παρθένους, βλέπων την πολλήν αυτών ωραιότητα. Όθεν μεμεθυσμένος καθώς ήτο από τον έρωτα και τον οίνον, απήλθε νύκτα τινά μόνος του εις την φυλακήν δια να πράξη το μελετώμενον. Αλλά Θεού θέλοντος έκαμε λάθος εις τον τόπον, και εισήλθεν εις εν μαγειτείον, εις το οποίον ήσαν χύτραι μουτζουρωμέναι, τας οποίας νομίζων ότι ήσαν τα κοράσια, τας ενηγκαλίζετο και εγένετο μαύρος από την μουτζούραν εις όλον το πρόσωπον. Έπειτα εξελθών έξω δια να υπάγη εις το παλάτιον, δεν τον εγνώριζε κανείς ότι είναι ο έπαρχος, μάλιστα ενόμιζον ότι ήτο παράφρων τις και δαιμονιζόμενος, και άλλοι μεν εγέλων, άλλοι δε τον έδερον· όταν δε έφθασεν εις το παλάτιον δεν τον άφησαν οι δορυφόροι να εισέλθη εντός αυτού, αλλά τον απεδίωκον και έσπρωχναν έξω αυτού και μάλιστα τον εγρονθοκόπησαν· διότι ουδείς ηδύνατο να φαντασθή ότι αυτός ήτο ο έπαρχος· μόνον δε συγγενείς του τινές ιδόντες αυτόν τον εγνώρισαν μετά βίας και τον επήγαν εις την οικίαν του. Συνελθών δε ούτος από της μέθης, έλεγε ότι του έκαμαν οι Χριστιανοί μαγείαν και θυμωθείς κατ΄ αυτών έτι περισσότερον προσέταξε να φέρουν τας τρεις Παρθένους και να τας γυμνώσουν τελείως δια να τας διαπομπεύση εις εκδίκησιν της αισχύνης του. Αλλ΄ ω των παραδόξων πραγμάτων, δημιουργέ Κύριε! Ως έφεραν τας τιμίας Παρθένους και εδοκίμασαν να αφαιρέσουν τα υποκάμισά των, έγιναν ταύτα ως δέρματα και εκόλλησαν τόσον εις τας σάρκας αυτών, ώστε δεν ηδυνήθησαν τελείως να τον ξεσχίσουν οι δήμιοι, και πάντες εξέστησαν εις τοιούτον εξαίσιον θαύμα. Αλλά και έτερον θαύμα ηκολούθει τω θαύματι, διότι έμεινε τυφλός ο έπαρχος από ουράνιον δύναμιν, και ηναγκάσθησαν να τον σηκώσουν από τον θρόνον του ως άψυχον χόρτον και τον υπάγουν εις τον κράββατόν του· την δε επαρχίαν έλαβεν από τον βασιλέα άλλος, το όνομα Σισίνιος, όστις εδοκίμασε και αυτός να διαστρέψη τας Παρθένους με απειλάς και κολακείας. Βλέπων όμως ότι εις μάτην κοπιάζει δέρων τον αέρα, προσέταξε να καύσουν τας δύο αδελφάς, Αγάπην και Χιονίαν, την δε Ειρήνην αφήκεν, ως νεωτέραν, έχων εις αυτήν ολίγην ελπίδα ο δείλαιος. Ανάψαντες λοιπόν οι υπηρέται την κάμινον, έκαμαν αι Άγιαι προσευχήν κι ποιήσασαι το σημείον του Τιμίου Σταυρού επήδησαν εντός της παφλαζούσης φλογός αγαλλιώμεναι. Ο δε παντοδύναμος Θεός έλαβε τας ψυχάς αυτών χωρίς να πονέσωσι· διότι το πυρ ουδόλως έβλαψεν αυτάς, ούτε ετόλμησε να καύση καν τρίχα τινά της κεφαλής αυτών ή ιμάτιον. Όθεν η φιλομάρτυς Αναστασία επήρε τα ιερά αυτών Λείψανα και τα ενεταφίασε με πολλήν ευλάβειαν, δεομένη του Θεού καθ΄ εκάστην, να την αξιώση και αυτήν του Μαρτυρικού στεφάνου. Ο δε Σισίνιος εκολάκευε πάλιν την Ειρήνην να θυσιάση. Έπειτα, όταν είδεν ότι δεν επείθετο, την ηπείλησε και της λέγει· «Γνώριζε, ότι, εάν παρακούσης εις το πρόσταγμά μου, θέλω προστάξει να σε βάλουν εις τόπον τινά ατιμίας δημόσιον, εις τον οποίον θα έρχεται πας τις να σε πορνεύη, δια να φθαρή και να μολυνθή, κατά την Γραφήν σας, η ψυχή και το σώμα σου».  Η δε απεκρίνατο· «Ελπίζω εις τον Δεσπότην μου να λυτρώση από τας παγίδας τούς πόδας μου και να φυλάξη την ψυχήν μου αμόλυντον· εάν δε πάλιν και μολυνθώ βιαίως και χωρίς την θέλησίν μου, δεν θα έχω εγώ αμαρτίαν, διότι ακουσίως μου έγινε». Τότε ο άρχων παρέδωκεν αυτήν εις τους στρατιώτας, να την υπάγουν εις πορνείον, δια να πηγαίνη εις αυτήν όστις θέλει. Ο Πανάγαθος όμως Θεός δεν ημέλησεν, αλλά έστειλεν ευθύς Αγίους Αγγέλους εις σχήμα στρατιωτών, οίτινες λαβόντες την Αγίαν την επήγαν επάνω εις εν όρος εις πείσμα του άρχοντος, όστις βλέπων τοιούτον θαυμάσιον δεν έπαυσε να πολεμά με τον Παντοδύναμον ο αδύνατος, αλλά έτρεχε προς το όρος έφιππος, δια να την πάρη βιαίως ο αφρονέστατος. Αλλά πάλιν θαύμα εις το θαύμα ηκολούθησε και έβλεπε μεν την κόρην από μακράν, αλλά να την πλησιάση δεν ηδύνατο· διότι θεία τις δύναμις αόρατος τον ημπόδιζεν, ως να ήτο έμπροσθεν αυτού τείχος απροσπέλαστον· και βλέπων δεν έβλεπεν, αλλά έκαμε τον γύρον του όρους ψηλαφών ανωφελώς και εβασανίζετο ματαίως έως εις το εσπέρας περιπλανώμενος. Τότε έρριψε στρατιώτης τις εν βέλος κατά της Μάρτυρος, το οποίον Θεού συγχωρήσαντος διεπέρασε την Αγίαν. Η δε Μάρτυς, ευχαριστήσασα τον Χριστόν, όστις την εφύλαξεν άμωμον, εναπέθεσεν εις χείρας Αυτού την μακαρίαν ψυχήν της, όταν δε ο άρχων ανεχώρησεν, λαβούσα η Αναστασία το Λείψανον ενεταφίασεν αυτό εντίμως και ευσεβώς ομού με τα Λείψανα των άλλων Αγίων Παρθένων αλείψασα τούτο με μυριστικά θυμιάματα. Ταύτα μαθών ο άρχων εφυλάκισε την Αναστασίαν, σκοπεύων να την βασανίση με κολαστήρια. Ακούσας όμως ότι ήτο από τας ευγενεστέρας της Ρώμης δεν ετόλμησε να την εγγίση, αλλά την έστειλεν εις τον βασιλέα, όστις εξήτασεν αυτήν τι έκαμε τον πατρικόν της πλούτον. Η δε απεκρίνατο· «Πρώτον διεμοίρασα όλα τα υπάρχοντά μου εις τους πτωχούς Χριστιανούς, έπειτα ήλθα να προσφέρω ολοψύχως εις τον Χριστόν το σώμα μου, ίνα θυσιασθή δια την αγάπην του, επειδή άλλο τι δεν εξουσιάζω να αφιερώσω εις τον Ποιητήν και Σωτήρα μου». Ο δε βασιλεύς, γνωρίσας το στερρόν της γνώμης της, δεν ηθέλησε να την βασανίση αυτός, δια να μη τον νικήση και τον καταισχύνη. Όθεν την παρέδωκεν εις τον έπαρχον, όστις λέγει προς αυτήν με ήπιον τρόπον· «Διατί δεν προσκυνείς τους θεούς, τους οποίους ο πατήρ σου εσέβετο»; Η δε απεκρίνατο· «Αυτούς μεν ελύτρωσα από τας αράχνας, τας μυίας και τα όρνεα, τα οποία τους ερρύπαιναν, παραδώσασα τούτους εις το πυρ· τας δε γαστέρας των πτωχών ενέπλησα δια βρωμάτων χρησιμοποιήσασα τα άχρηστα». Ο δε έπαρχος είπε μετά θυμού· «Μα τους θεούς, εγώ να παιδεύσω μεγάλως ταύτην την ιερόσυλον». Λέγει η Μάρτυς· «Θαυμάζω την γνώσιν σου, ω δικαστά, ότι την καλήν πράξιν καλείς ιεροσυλίαν. Εάν εκείνα τα άψυχα είχον αίσθησιν ή δύναμίν τινα, διατί δεν εβοηθούσαν τον εαυτόν τους, να μη τους συντρίψω ή να παιδεύσουν εμέ όταν τους έκαυσα»; Αφού λοιπόν ο έπαρχος εδοκίμασε με πολλάς κολακείας και απειλάς και δεν ενίκησε την Αγίαν, ανέφερεν εις τον βασιλέα τα γενόμενα, όστις παρέδωκεν αυτήν εις τον Αρχιερέα του Καπιτωλίου, Ουλπιανόν καλούμενον, όπως την καταπείση και προσκυνήση τα είδωλα, ως πολυμήχανος όπου ήτο εις το κακόν και σκληρότατος, ή άλλως να την θανατώση ανηλεώς. Λαβών εκείνος την Αγίαν εις την εξουσίαν του, προσεπάθησε να εξαπατήση αυτήν με διάφορα τεχνάσματα, μεταξύ των οποίων ήτο και το εξής. Ετοποθέτησεν εις το εν μέρος στολάς γυναικείας πολυτίμους, λίθους τιμίους, άνθη ευώδη, κλίνας αργυράς, στρώματα λαμπρά και άλλα ωραιότατα πράγματα· εις δε το άλλο στρεβλωτήρια και άλλα διάφορα κολαστήρια όργανα, δια να την εκφοβίση με ταύτα ή να την δελεάση με τα χαρμόσυνα. Αλλά διεψεύσθη εις τας ελπίδας του ο δείλαιος. Διότι η Αγία ουδόλως ενικήθη υπ΄ αυτών, αλλά έμεινε στερεά και ακλόνητος. Όθεν την εφυλάκισεν, δώσας εις αυτήν προθεσμίαν τριών ημερών να συλλογισθή το συμφέρον της. Η δε Αγία έλεγε προς αυτόν· «Μη χάνης τον καιρόν σου ματαίως, διότι καν τρία έτη διορίαν μου δώσης, καν περισσότερον, εγώ ένα Θεόν προσκυνώ, τον αιώνιον, δια τον Οποίον παραδίδω και την ψυχήν μου προθύμως εις θάνατον, τους δε θεούς σου καταφρονώ ομού με τα των βασιλέων προστάγματα». Έμεινε λοιπόν η Αγία εις την φυλακήν και επί τρεις ημέρας δεν εδοκίμασε βρώσιμόν τι. Κατά το διάστημα δε τούτο τρεις γυναίκες, εις το κακόν εξησκημέναι, αποσταλείσαι προς τούτο υπό του βασιλέως, προσεπάθουν να διαστρέψουν αυτήν, αλλ΄ εις μάτην εκοπίασαν μη δυνηθείσαι να σαλεύσουν ποσώς την πίστιν της Αγίας. Ο δε μιαρός δικαστής εκίνησε να υπάγη εις την φυλακήν, να μολύνη την αμόλυντον ο παμβέβηλος. Αλλά παρευθύς επληγώθη αοράτως από τον Κύριον, και έμεινεν όχι μόνον τυφλός, αλλά και από τους πόνους σφοδρώς οδυνώμενος, φωνάζων δε επεκαλείτο τους ανισχύρους θεούς του εις βοήθειαν. Όθεν συναθροισθέντες εις τας φωνάς του οι γείτονες τον έφεραν βαστακτόν εις τον οίκον του, αλλά δεν είχεν από τους πόνους ανάπαυσιν. Νομίζων δε, ότι θέλει εύρει θεραπείαν τινά, εάν κατέφευγεν εις τους μιαρούς ναούς των ειδώλων, προσέταξε και τον επήγαν εις ένα εξ αυτών, εκεί δε από τους πόνους βασανιζόμενος ο άδικος δικαστής κακώς εξέψυξεν. Μετά τον θάνατον εκείνου λυτρωθείσα εκ της φυλακής η Αγία, επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένη δια την πίστιν γυνή τις καλουμένη Θεοδότη, ήτις είχεν υποστή πολλά μαρτύρια από τον Λευκάδιον τον κόμητα της πόλεως· διηγουμένη δε η Αναστασία εις αυτήν όσα της έκαμαν, εστερέωσεν αυτήν περισσότερον. Ο δε Λευκάδιος, ταύτα μαθών, την μεν Αναστασίαν εφυλάκισε, την δε Θεοδότην έστειλε δεδεμένην εις τον ύπατον της Βιθυνίας με γράμματα, όστις την εβασάνισε διαφόρως και μη δυνάμενος να την νικήση, προσέταξε να φέρουν τους δύο παίδας της και ηπείλει και αυτούς να τους θανατώση, εάν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα. Ο δε πρωτότοκος ονόματι Εύοδος απεκρίνατο· «Ημείς, ω ηγεμών, δεν φοβούμεθα κολαστήρια σώματος, επειδή αυτά μάς προξενούν ζωήν αιώνιον· μόνον δε τον αληθή Θεόν φοβούμεθα και τρέμομεν, όστις δύναται να κολάση δεινώς την ψυχήν και το σώμα εις την ατελεύτητον γέενναν». Βλέπων τον νέον ο άρχων είπε προς αυτόν· «Θαυμάζω πως έχεις τόσην μάθησιν, ενώ είσαι ολίγων ετών και συ ομιλείς τοσούτον ευκόλως και καλλίτερα από γέροντα». Ο δε απεκρίνατο· «Η μεν γλώσσα είναι ιδική μου, τα δε λόγια είναι του Κυρίου, όστις μας υπεσχέθη ότι, όταν μας φέρουν εις τα κριτήρια, θα ομιλή Εκείνος δι΄ ημάς». Τότε ο δυσσεβής προστ΄σσει να ραβδίσουν τον παίδα νηλεώς, έμπροσθεν της μητρός του, δια να πονέση τα σπλαγχνα βλέπουσα το τέκνον βασανιζόμενον. Η δε γενναία μήτηρ εχαίρετο και το παρεκίνει τοιαύτα λέγουσα· «Έχε υπομονήν, τέκνον μου· στέκου ανδρείος και υπόμεινον δια τον Χριστόν, να λάβης ένδοξον στέφανον». Όθεν ο άνομος δικαστής, θυμωθείς περισσότερον, παρέδωκεν αυτήν εις άνθρωπον ασελγή και ακόλαστον, ο οποίος ωνομάζετο Υρτακός και του έδωκεν εντολήν να την μιάνη υβριστικώς, ευθύς όμως ως ήγγισεν εις αυτήν ο παμμίαρος ηλλοιώθη όλον το πρόσωπον αυτού και έτρεχεν ως ποταμός το αίμα από την ρίνα του, εφώναζε δε προς τον ύπατον λέγων· «Ως έβαλα την χείρα μου εις την Θεοδότην έπαθα μεγάλο κακόν· διότι είδον νέον τινά ευπρεπή και λαμπρότατον, όστις μου έδωσε ράπισμα τοσούτον δυνατόν, ώστε συνέτριψε τους μυκτήρας μου». Αλλά και ταύτα ακούων εκείνος ο ασυνείδητος και τοιούτον θαυμάσιον βλέπων, δεν επίστευσεν, αλλ΄ εδοκίμαζε με απειλάς την Μάρτυρα λέγων· «Εάν δεν προσκυνήσης τους αθανάτους θεούς, θέλεις ίδει εσφαγμένα έμπροσθέν σου τα ηγαπημένα σου τέκνα». Λέγει προς αυτόν η Αγία· «Αυτό επιθυμώ και εγώ, να προπέμψω ζώσα προς τον Δεσπότην Χριστόν τα τέκνα μου, εις τον ασφαλή εκείνον και σωτήριον λιμένα και τότε να ακολουθήσω κατόπιν αυτών, να συνευφραινώμεθα πάντοτε». Ούτοι οι λόγοι διετάραξαν τον τύραννον και προστάσσει να τους καύσουν εις κάμινον, εις την οποίαν εισήλθον η μήτηρ με τα τέκνα αγαλλιώμενοι και ευχαριστούντες τον Κύριον, ούτω δε τας αγίας αυτών ψυχάς εις χείρας Θεού εναπέθεντο. Τοιουτοτρόπως η μεν Θεοδότη συν τοις τέκνοις το μκάριον τέλος εδέχθησαν· η δε μακαρία Αναστασία ήτο φυλακισμένη από τον έπαρχον του Ιλλυρικού, όστις ακούσας ότι ήτο από πλουσίους γονείς και περίδοξος, εδοκίμασεν, ως φιλάργυρος, εάν δυνηθή, να κερδήση χρήματα τινα και της λέγει· «Εάν είσαι αληθής Χριστιανή, κάμε τον λόγον του Νυμφίου σου· καταφρόνησον όλα τα χρήματα και τα πράγματα, τα οποία έχεις και δος τα εις εμέ, να λυτρωθής από τας φροντίδας· όταν κάμης αυτό, μη φοβείσαι από εμέ κολαστήρια, προσκύνα δε τον Θεόν σου ως βούλεσαι». Η δε Αγία απεκρίνατο· «Ο Κύριός μου προσέταξε να δίδωμεν εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά μας, συ δε είσαι πλούσιος και όστις σου δώση ελεημοσύνην είναι ανόητος. Όμως εάν σου τύχη πενία και απορία των αναγκαίων και σε ίδω χρειαζόμενον, τότε μετά χαράς να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ενδύσω γυμνητεύοντα». Αυτά και πλείονα τούτων λεγούσης της Αγίας, τα οποία χάριν συντομίας παραλείπομεν, εθυμώθη ο τύραννος και φυλακίζει αυτήν, προστάσσων να μη της δώσουν να φάγη τίποτε, ειμή μόνον ολίγον τι μετά την δύσιν του ηλίου. Η Αγία όμως ούτε εκείνην την ολίγην τροφήν κατεδέχθη, έχουσα τον πόθον της όλον και τον έρωτα εις τον Χριστόν, τον οποίον είχε βρώσιν και πόσιν και του σκότους παράκλησιν. Έβλεπε δε και καθ΄ εκάστην νύκτα την μακαρίαν Θεοδότην την σύναθλον, ήτις επλήρωνε την καρδίαν της ευφροσύνης και αγαλλιάσεως και της έδιδε προς τους αγώνας προθυμίαν και δύναμιν· ερωτήσασα δε η Αναστασία την Θεοδότην, διατί ήρχετο προς αυτήν μετά θάνατον, απεκρίνατο· «Ο Θεός δίδει την χάριν ταύτην εις τους Μάρτυρας, να φανερώνωνται εις όσους φίλους των βούλονται, να συνομιλούν και να ευφραίνωνται». Μετά ημέρας τριάκοντα, νομίζων ο τύραννος, ότι από την πολλήν πείναν και κακοπάθειαν θα ησθένησεν η Αγία, έστειλεν ανθρώπους και την έφεραν ενώπιόν του, βλέπων δε αυτήν φαιδράν και πεπαρρησιασμένην περισσότερον παρά πρότερον, επλήσθη θυμού κατά των φυλάκων, νομίζων ότι αυτοί την επεμελήθησαν· όθεν εκδιώξας εκείνους έβαλεν άλλους να την φυλάττουν άλλας τόσας ημέρας, σφραγίσας και τας θύρας επιμελώς. Η δε Αγία πάλιν έμεινε προσευχομένη ημέραν και νύκτα προς τον Κύριον. Μετά τριάκοντα ημέρας εξέβαλε και πάλιν εκ της φυλακής την Αγίαν και προστάσσει να την καταβυθίσουν εις το μέσον της θαλάσσης ομού με άλλους πολλούς καταδίκους ειδωλολάτρας, μεταξύ δε αυτών ήτο και Χριστιανός τις Ευτυχιανός ονομαζόμενος, τον οποίον εβασάνισε πρότερον δια τον Χριστόν διαφόρως και του επήρεν όλα τα υπάρχοντά του. Έβαλον λοιπόν αυτούς οι στρατιώται εις λέμβον, εισήλθον δε και αυτοί εις άλλην λέμβον και αφού τους ωδήγησαν εις τα ανοικτά της θαλάσσης κατετρύπησαν εις πολλά σημεία την λέμβον των καταδίκων δια να βυθισθή. Αλλά ο Θεός έστειλε την μακαρίαν Θεοδότην, ήτις δεν αφήκε την λέμβον να βυθισθή, αλλ΄ εκράτει το τιμόνιον και την εκυβέρνα έως ου έφερεν αυτούς εις την ακτήν. Οι δε Έλληνες, οίτινες ήσαν εντός της λέμβου, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον εξέστησαν και πίπτοντες εις τους πόδας του Ευτυχιανού και της Αγίας εδέοντο να τους διδάξουν την ευσέβειαν. Τούτου γενομένου, επίστευσαν εις τον Χριστόν άπαντες, τον αριθμόν εκατόν είκοσι. Ταύτα μαθών μετά την τρίτην ημέραν ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτας και έφεραν αυτούς εις το κριτήριον, τους παρεκάλεσε δε πολύ να επιστρέψουν εις την προτέραν πλάνην, υποσχόμενος να τους αφήση εκευθέρους και να τους δώση και πολλά χαρίσματα· αλλά δεν εδέχθησαν οι αείμνηστοι, ούτε ζωήν προέκριναν πρόσκαιρον, μόνον την αιώνιον επεπόθησαν. Δοκιμάσας λοιπόν αυτούς ο έπαρχος με διάφορα κολαστήρια και μη δυνηθείς να τους νικήση, απεκεφάλισεν άπαντας. Την δε μακαρίαν Αναστασίαν προσέταξε να δέσουν εις τους πασσάλους και να θέσουν πέριξ αυτής πυρ να την κατακαύσουν, τούτου δε γενομένου παρέδωκε και αύτη την μακαρίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού, τη κβ΄ (22) του μηνός Δεκεμβρίου. Γυνή δε τις την κλήσιν Απολλωνία, το γένος επίσημος, παρεκάλεσε την γυναίκα του επάρχου και της εχάρισε το ιερόν Λείψανον της Αναστασίας, το οποίον ενεταφίασεν ευλαβώς εις τον κήπον της. Μετά δε ταύτα έκτισε και Ναόν πολυτελή και περίβλεπτον εις το όνομα της Αγίας και την εώρταξε κατ΄ έτος πλουσιοπάροχα. Ύστερον μετά πολλά έτη έκτισαν εις Κωνσταντινούπολιν μεγαλοπρεπή Ναόν της Αγίας και έφεραν εκεί το σεβάσμιον αυτής και πολυτίμητον Λείψανον, το οποίον ήτο θησαυρός αγαθών, θαυμάτων πηγή και ρώσις ψυχής τε και σώματος εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητός τε και Βασιλείας, Η πρέπει πάσα τιμή, μεγαλωσύνη τε και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

O Αγιος Μάρτυς Θεμιστοκλής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος  ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ.                                                

Θεμιστοκλής ο άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ (250), καταγόμενος από τα Μύρα της Λυκίας, βοσκός τυγχάνων προβάτων. Επειδή δε ο εκεί άρχων, Ασκληπιός ονόματι, εκίνησε διωγμόν κατά των Χριστιανών και εζητείτο παρ΄ αυτού ο Άγιος Μάρτυς Διοσκορίδης, τούτου ένεκα ο μεν θείος Διοσκορίδης έφυγεν εις το βουνόν και εκρύβη, οι δε ζητούντες εκείνον, ευρόντες τον μακάριον τούτον Θεμιστοκλέα βόσκοντα τα πρόβατά του, ηρώτησαν αυτόν· ούτος δε ο αοίδιμος, τον μεν Διοσκορίδην έκρυψε, λέγων ότι δεν γνωρίζει που ευρίσκεται, τον δε εαυτόν του παρέδωκεν εις αυτούς, ομολογήσας ότι είναι Χριστιανός. Παρασταθείς λοιπόν ενώπιον του άρχοντος και τον Χριστόν παρρησία κηρύξας, εδάρη εις την κοιλίαν τοσούτον, ώστε αύτη εσχίσθη· είτα εκρεμάσθη επί ξύλου, και εσύρθη επάνω εις σιδηρούς τριβόλους, εκ των οποίων κατακαρφωθείς εις όλα τα μέλη του σώματος, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού και έλαβεν ο αοίδιμος του Μαρτυρίου τον στέφανον. 

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Η Αγία Ιουλιανή

Τη ΚΑ΄ (21η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΙΟΥΛΙΑΝΗΣ.                             

Ιουλιανή η ένδοξος Μάρτυς του Κυρίου ήτο από την Νικομήδειαν και έζη κατά τους χρόνους του δυσσεβούς βασιλέως Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 286- 305. Ήτο δε αύτη από γένος επιφανές και έκλαμπρον, ωραία την όψιν και τον τρόπον επαινετή και φιλάρετος, επάνω δε εις τας άλλας της αρετάς είχε και την ευσέβειαν, η οποία είναι το θαυμασιώτερον, διότι ο πατήρ αυτής και οι λοιποί συγγενείς της ήσαν Έλληνες ειδωλολάτραι, η δε μήτηρ της ούτε τα είδωλα εσέβετο, ούτε τον Χριστόν, αλλά ίστατο αμφίβολος. Επί πλέον ο πατήρ της Ιουλιανής εμίσει πολύ τους Χριστιανούς και τους εμάχετο σφόδρα. Αλλά η πάνσεμνος Ιουλιανή, ως γνωστική όπου ήτο εκ φύσεως, βλέπουσα την γην, τον ουρανόν, τον αέρα, την θάλασσαν και τα λοιπά του Κτίστου ποιήματα, εζήτει τον τούτων Δημιουργόν, έχουσα τον Παύλον διδάσκαλον και δια μέσου των κτισμάτων ηννόησε τον Ποιητήν η αοίδιμος· και έλεγε καθ΄ εαυτήν τοιαύτα ως πάνσοφος· «Εάν είναι εις μόνον Θεός αληθέστατος, αυτόν πρέπει να προσκυνώ και να σέβωμαι, τα δε είδωλα ως απολείας αίτια να βδελύσσωμαι». Ταύτα έλεγε, και τα έργα εις τους λόγους επηκολούθησαν· όθεν καταφρονούσα τας φροντίδας πάσας του σώματος, μόνον τα ψυχικά επόθει και καθ΄ εκάστην ανεγίνωσκε τας θείας Γραφάς, προσηύχετο και ει τι άλλο θεάρεστον εγνώριζε, το εποίει προθύμως. Ήτο δε τότε εις την Νικομήδειαν άρχων τις ονόματι Ελεύσιος, φίλος μέγας του βασιλέως και των δαιμόνων λάτρης επιμελέστατος, με τον οποίον είχον αρραβωνίσει οι γονείς της την Ιουλιανήν και εκείνος εβιάζετο να τελέσουν τους γάμους, μη γνωρίζων την γνώμην της· η δε Αγία του διεμήνυσε να μη έχη ελπίδα τινά εις αυτήν, ότι θα την λάβη γυναίκα του, εάν δεν γίνη πρότερον έπαρχος της πόλεως. Ταύτα μεν είπε, δια να εύρη πρόφασιν να εμποδίση τους γάμους, εάν δεν λάβη την αξίαν. Εάν δε πάλιν και γίνη έπαρχος, να του προβάλη και άλλην αξίωσιν, καθώς κατωτέρω φαίνεται σαφέστερον. Ο  δε Ελεύσιος, επειδή ήτο εις την αγάπην αυτής αιχμάλωτος, έκαμεν ό,τι ηδύνατο και ηγόρασε την επαρχίαν με χρυσίον πολύ. Έπειτα της έστειλε μήνυμα, ότι έγινεν ο νυμφίος αυτής εις την αξίαν λαμπρότερος. Η δε πάλιν αντέγραψεν εις αυτόν λέγουσα· «Εάν δεν προσκυνήσης τον Θεόν και Δεσπότην μου, ζήτησε να εύρης άλλην ομόζυγον· διότι τούτο μόνον θέλω δια προίκα και νυμφικά μου χαρίσματα» . Ταύτα ακούσας εθυμώθη πολύ ο Ελεύσιος, και το ανήγγειλεν εις τον πατέρα της, τον οποίον μάλιστα και ηπείλησεν ότι θα κακοποιήση, εάν δεν την εξαναγκάση να ικανοποιήση τον πόθον του. Μαθών ταύτα ο πατήρ της Ιουλιανής ελυπήθη και έδραμεν ευθύς εις τον οίκον του, δεν έδειξεν όμως αμέσως τον θυμόν του, αλλά εδοκίμασε πρότερον με κολακείας να διαστρέψη την Άγίαν και της λέγει· «Ειπέ μου, γλυκυτάτη μου θυγατέρα και φως των οφθαλμών μου, διατί δεν θέλεις να γίνη ο γάμος και καταφρονείς τον έπαρχον»; Η δε απεκρίνατο· «Εάν δεν γίνη πρότερον κοινωνός εις την δόξαν μου ο Ελεύσιος, δεν είναι πρέπον να τον λάβω σύζυγον· διότι πως είναι δυνατόν να ενωθώσι τα σώματά μας, αι δε ψυχαί μας να μάχωνται»; Ταύτα εθύμωσαν τον πατέρα της και της λέγει οργιζόμενος· «Εμωράνθης, ανόητη, και ποθείς να λάβης μύρια κολαστήρια; Σε διαβεβαιώ όμως ενώπιον των μεγάλων θεών Απόλλωνός τε και Αρτέμιδος, ότι θέλω δώσει το σώμα σου να το φάγουν οι κύνες και τα άγρια θηρία». Απάντησεν η Μάρτυς· «Μη αμελήσης, αλλά σύναξε όσα θηρία θέλεις και δος μου όσους θανάτους δυνηθής, διότι πολλήν ωφέλειαν θέλω λάβει, εάν πολλάκις αποθάνω δια τον Χριστόν μου και πολλάς αμοιβάς θέλω απολαύσει εις τον Παράδεισον». Τότε πάλιν ο δεινός εκείνος και άσπλαγχνος εδοκίμασε με κολακείας αλλά και άλλας απειλάς κολαστηρίων να την φέρη εις την γνώμην του, όμως δεν ηδυνήθη, διότι αυτή τον απέκοψεν από τον λόγον του λέγουσα· «Μήπως είσαι και συ ως τους θεούς σου αναίσθητος, και έχων ώτα δεν ακούεις τους λόγους μου; Εγώ σου είπα και σε εβεβαίωσα, ότι εάν δεν προσκυνήση τον Χριστόν, δεν συγκοινωνώ ποτέ με τον Ελεύσιον». Βλέπων ο πατήρ της Αγίας ότι με τους λόγους μόνον δεν κατορθώνει τίποτε, έκλεισεν αυτήν εις σκοτεινήν φυλακήν, κατά δε την νύκτα την ερωτούσαν και πάλιν εάν μετέβαλε γνώμην. Αλλ΄ αυτή απεκρίνατο στερεώτερα λέγουσα· «Δεν προσκυνώ γλυπτά και αναίσθητα ξόανα, αλλά μόνον τον Χριστόν μου, τον αληθή Θεόν προσκυνώ και σέβομαι». Τότε θυμωθείς ο πατήρ της αφήκε τους λόγους και ερχόμενος εις τα έργα έδειρε την Αγίαν όχι ως πατήρ, αλλά ως εχθρός και επίβουλος, ανηλεώς πολύ και ασπλάγχνως, έπειτα δε την παρέδωκεν εις τον μνηστήρα της, να την κάμη ως βούλεται. Λαβών εκείνος εις την εξουσίαν του την Αγίαν και βλέπων το τόσον κάλλος αυτής και την ωραιότητα την άφθαστον, κατεπραϋνθη εκ της επιθυμίας η οργή και η μανία αυτού και λησμονήσας τον θυμόν, τον οποίον είχε κατ΄ αυτής πρότερον, λέγει προς αυτήν με πολλήν ημερότητα· «Ποίησον το θέλημά μου, γλυκυτάτη μου νύμφη, και συμφώνησον να γίνης ομόζυγός μου ίνα λυτρωθής από τα κολαστήρια και εάν δεν θέλης να προσκυνήσης τους θεούς, ημείς εις τούτο δεν σε βιάζομεν· αρκεί μόνον να κάμωμεν τον γάμον». Η δε απεκρίνατο· «Ούτε κανένας λόγος, ούτε βάσανος, ούτε αυτός ο κίνδυνος του θανάτου θέλει με πείσει να συζευχθώ μετά σου, εάν δεν λάβης το θείον Βάπτισμα και δεν γίνης ως και εγώ Χριστιανός τέλειος». Ακούων τους λόγους τούτους της Μάρτυρος και φλεγόμενος εισέτι υπό της επιθυμίας, λέγει προς αυτήν ο έπαρχος με πραότητα· «Επ΄ αληθείας, φιλτάτη μου κόρη και πολυπόθητος, θα εδεχόμην να σου κάμω και τούτο το θέλημα δια την προς σε αγάπην μου, εάνδεν εκινδύνευεν η ζωή μου· διότι, εάν κάμω τοιούτον πράγμα, ευθύς ως το μάθη ο βασιλεύς όχι μόνον την επαρχίαν θέλει μού αφαιρέσει, αλλά θέλει μού δώσει και πικρότατον θάνατον». Απεκρίθη η Αγία· «Εάν συ φοβείσαι τον θνητόν και πρόσκαιρον βασιλέα, όστις δεν δύναται να σου εγγίση εις την ψυχήν, ειμή μόνον να παιδεύση το σώμα σου, πως εγώ να μη φοβηθώ τον αθάνατον και ουράνιον, τον Δεσπότην πάντων των βασιλέων, Όστις εξουσιάζει πάσαν πνοήν και ζωήν; Πως εγώ να καταφρονήσω τοιούτον Βασιλέα και να λάβω τον αντίδικον αυτού άνδρα; Εάν είχες συ δούλον τινά ηγαπημένον και έκαμνε γάμον με τους εχθρούς σου, δεν θα εσκανδαλίζεσο εναντίον του και δεν θα τον εμισούσες ως επίβουλον; Μη πλανάσαι λοιπόν και μη έχης καμμίαν ελπίδα εις εμέ. Μη χάνης τον καιρόν σου με το να με δοκιμάζης με κολακείας και απειλάς. Αλλά εάν θέλης, πρόσελθε συ εις τον Θεόν μου και πίστευσον, ή άλλως σφάξον με, καύσον με εις το πυρ, μάστιζε και κατάκοπτε τας σάρκας μου, βάλε θηρία να με σπαράξωσι και μηχανεύσου να μου δώσης τα δεινότερα κολαστήρια εξ όσων δύνασαι, διότι εγώ σε εμίσησα και νομίζω την μετά σου κοινωνίαν τάφον και θάνατον». Ταύτα ακούσας ο υπό του πυρός της επιθυμίας φλογιζόμενος έπαρχος εξεκαύθη υπό άλλου πυρός, του θυμού, έτι περισσότερον και έγινεν ως θηρίον ανήμερον, καθώς ο καταφρονηθείς έρως το έχει συνήθειαν. Προστάσσει όθεν να τανύσουν την Αγίαν με λωρία τέσσαρες άνδρες, άλλοι δε να την δέρουν ανηλεώς εις όλον το σώμα με ξηρά βούνευρα, έως να κουρασθώσιν οι μαστιγούντες. Τούτου γενομένου, αυτοί μεν απέκαμον δέροντες, η δε μακαρία εκείνη κόρη εστερεούτο έτι περισσότερον εις την γνώμην της και δεν εφοβήθη τας μάστιγας, ούτε ποσώς εδειλίασεν. Ο δε Ελεύσιος εκέλευσε να την αφήσουν, και της λέγει· «Αυτά, Ιουλιανή, είναι τα προοίμνια των βασάνων, τα οποία μέλλεις να λάβης, από ταύτα δε εννόησον και τα επίλοιπα, τα οποία σε αναμένουν, εάν έως τέλους απειθήσης, και τότε θέλεις μετανοήσει, αλλ΄ ανωφελώς». Η δε απεκρίνατο· «Ποίησον ει τι θέλεις, αναίσθητε και ανόητε, διότι καλλίτερον έχω να πάθω όλα του κόσμου τα βασανιστήρια, παρά να συγκοινωνήσω μετά σου». Τότε την εκρέμασαν από τας τρίχας της κεφαλής όλην την ημέραν, έως ου ανεσπάσθη το δέρμα της όλον και ανέβησαν αι οφρύες αυτής υπεράνω του μετώπου, τόσον ώστε έμεινεν ελεεινόν θέαμα· αλλά και πάλιν την παρεκάλει ο έπαρχος (καθώς ο έρως τον εξωθούσε) με διάφορα κολακεύματα. Βλέπων όμως ότι εκοπίαζε ματαίως και ανωφελώς, την εβασάνισε πάλιν χειρότερα, και πυρώσας σίδηρα, έβαλεν εν εις τας μασχάλας, άλλο εις τα πλευρά της και έτερον εις τους μηρούς της, δέσαντες δε εις τας σάρκας της τα πυρωμένα εκείνα σίδηρα, την έρριψαν εις την φυλακήν ανεπιμέλητον, ένθα οδυνωμένη σφοδρώς από την ανύποιστον εκείνην βάσανον, έκειτο εις την γην και προσηύχετο ταύτα λέγουσα· «Κύριέ μου Θεέ παντοκράτορ και παντοδύναμε, καθώς ελύτρωσες τον Προφήτην Δανιήλ, τους Αγίους Τρεις Παίδας και Θέκλαν την Πρωτομάρτυρα από το πυρ και τα θηρία και από πάσαν άλλην βάσανον, αυτός και τώρα παραστάσου και εις εμέ και λύτρωσόν με από τα πάνδεινα ταύτα κολαστήρια και από τον πολεμούντα με, Βασιλεύ αήττητε». Ταύτα προσευξαμένης της Αγίας εφάνη προς αυτήν με μορφήν Αγγέλου ο διάβολος, λέγων· «Πολλά δεινά κολαστήρια έχει κατασκευασμένα δια σε ο έπαρχος, τα οποία δεν δύνασαι να υποφέρης. Λοιπόν όταν σε εκβάλωσιν απ΄ εδώ, ύπαγε εις τους βωμούς και θυσίασον». Ερωτήσασα δε αυτόν η Μάρτυς τις ήτο, απεκρίνατο· «Άγγελος είμαι του Θεού και με απέστειλε να σου είπω να κάμης τον λόγον του τυράννου, δια να μη αφανισθή κακώς το σώμα σου, ο δε Θεός είναι φιλάνθρωπος και θέλει σε συγχωρήσει δια την της σαρκός ασθένειαν». Η δε Μάρτυς εθαύμασε, Αγγέλου μεν μορφήν βλέπουσα, συμβουλήν δε δαίμονος ακούουσα. Όθεν βαθέως στενάξασα εδάκρυσε λέγουσα· «Κύριε και ποιητά των απάντων, τον οποίον υμνούσιν οι Άγγελοι και φρίττουσιν οι σκοτεινοί δαίμονες, μη με καταφρονήσης και με απατήση ο πονηρός διάβολος, αλλά δείξον μοι τις είναι ούτος, όστις με συμβουλεύει τοιαύτα, και προσποιείται ότι είναι δούλος και υπηρέτης σου». Ταύτα ειπούσα, ευθύς επήκουσεν ο επικαλούμενος και φωνή ουρανόθεν ηκούσθη λέγουσα· «Έχε θάρρος, Ιουλιανή, ότι εγώ είμαι μετά σου, και σου δίδω δύναμιν να νικήσης τον πειράζοντα, όστις θέλει σου ομολογήσει και την αλήθειαν». Με την φωνήν και το θαύμα ηκολούθησε πάραυτα, και της μεν Αγίας τα δεσμά ελύθησαν, ο σίδηρος των μηρών εξέπεσεν, ο δε φαινόμενος δαίμων εδέθη με τρόπον θαυμάσιον, τον οποίον επιλαβομένη ανδρείως η Μάρτυς εξήταζεν αυτόν ως δούλον κάκιστον, να είπη τις ήτο, διατί ήλθε και τις τον έστειλεν, ο δε δαίμων, υπό αοράτου δυνάμεως μαστιγούμενος, εφανέρωσεν ευθύς ο φιλοψευδής την αλήθειαν, ειπών ότι ήτο εις εκ των πρώτων δαιμόνων και εστάλη υπό του πατρός αυτού σατανά να την πλανήση, διότι και αυτή τον κατεπλήγωσε με τους ανδρείους αγώνας της. Εις το τέλος δε είπε και ταύτα ο αλιτήριος· «Εγώ την Εύαν ηπάτησα· τον Κάϊν αδελφοκτόνον απέδειξα· τον Ηρώδην βρεφοκτόνον κατέστησα, τον Ιούδαν προδότην και φονευτήν εαυτού κατήντησα· τους Ισραηλίτας ειδωλολάτρας εποίησα και τον σοφόν Σολομώντα εμώρανα και παίγνιον έρωτος κατέστησα». Ταύτα η Μάρτυς ακούσασα, έπτυσεν αυτόν, τον δε Θεόν εδόξασεν, ευχαριστούσα ότι την ελύτρωσεν από τας κακουργίας εκείνου και όλας τας πληγάς αυτής εθεράπευσε. Τη επαύριον έστειλεν ανθρώπους ο έπαρχος να την φέρουν (εάν έζη ακόμη) εις το κριτήριον. Η δε Μάρτυς Ιουλιανή απήλθε χαίρουσα, ηκολούθει δε αυτήν και ο δαίμων αοράτως συρόμενος. Ο δε άρχων ιδών αυτήν όλως υγιά και τεθεραπευμένην, εξίστατο λέγων· «Ειπέ μας πότε και ποίος σου έμαθε τας μαντείας και τελείς τοιαύτα τερατουργήματα»; Απεκρίθη η Μάρτυς· «Αυτό δεν έγινεν από τέχνην ανθρωπίνην, αλλά από θείαν και άρρητον δύναμιν, ήτις κατήσχυνε και σε και τον σατανάν τον πατέρα σου, εμέ δε ανωτέραν της ιδικής σου και της εκείνου κακοτεχνίας απέδειξε· και ούτως εδώ μεν ο Χριστός την δύναμίν σας παντελώς εξενεύρισεν, εκεί δε σας έχει ητοιμασμένον πυρ φοβερόν και τάρταρον χαλεπόν, σκότος και σκώληκα και έτερα δεινά κολαστήρια». Ο δε έπαρχος ακούσας το πυρ, πυρ κατά της Αγίας ηυτρέπιζε πρόσκαιρον· και εκκαύσας κάμινον δυνατά με ξύλα και ετέραν εύκαυστον ύλην, έρριψαν εντός αυτής την αήττητον Μάρτυρα· ευθύς δε ως ερρίφθη εκείνη η μακαρία εις την κάμινον ύψωσε τα βλέμματα προς τον Θεόν και εδάκρυσεν, αι δε μικραί σταγόνες των δακρύων αυτής το πυρ εκείνο το φοβερόν και άμετρον έσβεσαν, ως να ήσαν αύται ποταμός μέγας και ακατάπαυστος. Βλέποντες ο λαός των Νικομηδέων, άνδρες τον αριθμόν πεντακόσιοι, τοιούτον φρικτόν θαυμάσιον, με μίαν φωνήν και γνώμην εβόησαν· «Εις είναι ο Θεός, ο Θεός της Μάρτυρος Ιουλιανής, τον οποίον και ημείς σεβόμεθα, καν με πυρ ή με ξίφος μάς θανατώσης». Τούτους προσέταξεν ο έπαρχος και απεκεφάλισαν άπαντας, έτι δε και γυναίκας εκατόν και τριάκοντα, αι οποίαι ομοίως τον Χριστόν Θεόν αληθή ωμολόγησαν· έπειτα βράζων από τον θυμόν του ο έπαρχος, έβαλε την Αγίαν εις λέβητα γεμάτον βρασμένον μόλυβδον. Η δε θεία Χάρις αυτήν μεν εφύλαξεν αβλαβή, τον δε μόλυβδον περιέχυσεν εις τα πρόσωπα των στρατιωτών με τρόπον θαυμάσιον, και όλους τους περιεστώτας εκύκλωσε παραδόξως ως η χαλδαϊκή κάμινος, και δικαίως τους αδίκους η θεία δίκη ενέπρησε και ως κακούς κακώς εθανάτωσεν. Ιδών δε τους δημίους αναλωθέντας δεινώς ο δεινός και δείλαιος εδαιμονίσθη από τον θυμόν, και ξεσχίζων τα ενδύματά του εβλασφήμει τους ανισχύρους και αναισθήτους θεούς ο τούτων αναισθητότερος, βλέπων ότι δεν ηδύνατο να νικήση μίαν τρυφεράν κορασίδα ασθενή και αδύνατον. Συλλογιζόμενος λοιπόν καθ΄ εαυτόν ο τύραννος, ότι και εάν της δώση και έτερα κολαστήρια, δεν την νικά, αλλά μάλιστα θέλουν πιστεύσει και άλλοι εις τον Χριστόν, και θέλει ζημιωθή και χλευασθή περισσότερον, έδωκε κατ΄ αυτής την τελευταίαν απόφασιν, να την αποκεφαλίσωσιν. Η δε καλλίνικος Ιουλιανή επορεύετο προς τον θάνατον χαίρουσα, με ηδονήν και αγαλλίασιν άμετρον, ότι ελυτρώνετο από τα λυπηρά του παρόντος ματαίου βίου και απήρχετο εις τα χαρμόσυνα και πανευφρόσυνα κάλλη του Παραδείσου. Εδίδασκε δε τους ακολουθούντας να προτιμούν την αγάπην του Χριστού από όλα τα πράγματα, και να είναι έτοιμοι να υπομείνουν όλα τα κολαστήρια και αυτόν ακόμη τον πανώδυνον θάνατον, ίνα αυτόν κερδήσωσι. Ταύτα δε λέγουσα, εσφράγισε και με τα έργα βεβαιότερα τα λεγόμενα, και φθάνουσα εις τον τόπον της καταδίκης, πρώτον μεν προσηυχήθη, έπειτα δε έκλινε τον αυχένα της προς τον δήμιον, χωρίς να δείξη σημείον λύπης ή σκυθρωπότητά τινα, αλλά με χαράν και ευφροσύνην και ούτως έκοψαν την τιμίαν αυτής κεφαλήν, την νικηφόρον και πολύαθλον. Γυνή δε τις Ρωμαία, Σοφία ονόματι, πλουσία και ένδοξος, έτυχεν εκεί εις την Νικομήδειαν δια τινα αναγκαίαν υπόθεσιν, και ιδούσα τα γενόμενα, επήρε το άγιον Λείψανον της Μάρτυρος και της έκτισεν εις την πατρίδα της Ναόν περικαλλέστατον, αντάξιον των άθλων και των αγώνων αυτής. Μετ΄ ολίγας ημέρας και ο μιαρός Ελεύσιος έλαβεν από την θείαν δίκην την δικαίαν ο άδικος παίδευσιν· διότι ενώ εταξίδευε δια θαλάσσης ομού με άλλους πολλούς έγινε τρικυμία μεγάλη, όλοι δε οι ταξιδεύοντες με το πλοίον εκείνο επνίγησαν και μόνον αυτός ηδυνήθη να σωθή, δια να λάβη περισσοτέραν παίδευσιν, διότι βαστών εν σανίδιον εξήλθεν εις τόπον τινά έρημον, και εκεί έγινε τροφή των θηρίων ο δείλαιος. Τοιούτον εστάθη της ωραίας και σώφρονος Ιουλιανής το του Μαρτυρίου στάδιον και τοιούτον τέλος δια τον Κύριον έλαβε, καταφρονήσασα τον Ελεύσιον, τον οποίον όταν ήτο ετών εννέα ηρραβωνίσθη· κατά δε το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας της ενυμφεύθη τον Δεσπότην Χριστόν, με το ένδοξον και πολύαθλον όντως Μαρτύριον αυτής, με τον οποίον συμβασιλεύει τώρα και συνευφραίνεται πάντοτε εκεί ένθα υπάρχει η ανέκφραστος ηδονή και άρρητος αγαλλίασις· της οποίας είθε να αξιωθώμεν και ημείς τη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φιλανθρωπία και Χάριτι· Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο ράπτης

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο ράπτης, παιδίον νέον, ο καταγόμενος εκ της νήσου Θάσου και μαρτυρήσας εν Κωνσταντινουπόλει κατά το αχνβ΄ (1652) έτος, ξίφει τελειούται.    
                                                                                    
Ιωάννης ο μακάριος ούτος Νεομάρτυς ήτο από την νήσον Θάσον, από χωρίον ονομαζόμενον Μαρίαις· όταν δε έγινε ετών δεκατεσσάρων, τον έφεράν τινες εις την Κωνσταντινούπολιν και τον άδωσαν εις ένα Χριστιανόν εις τον Γαλατάν δια να μανθάνη ράπτης. Ημέραν τινά τον έστειλεν ο διδάσκαλός του να αγοράση ράμματα παρά τινος Εβραίου και δυσαρεστηθείς εφιλονίκει μετά του Εβραίου του πωλούντος αυτά, έτυχε δε κατά την ώραν εκείνην να φωνάζη ο χόντζας επάνω εις τον μιναρέν εν ώρα μεσημβρίας, κατά την συνήθειαν των Τούρκων, ο δε μιαρός Εβραίος, καιρού δραξάμενος, έλεγε τόσον προς τον κράζοντα, όσον και προς τους άλλους Αγαρηνούς· «Δεν ακούετε το παιδίον τούτο ότι υβρίζει την πίστιν σας και το προσκύνημά σας»; Εκείνοι, ως ήκουσαν, επίστευσαν εις τα λόγια τού Εβραίου, και λαβόντες τον παίδα τον έδειραν ανηλεώς, φέροντες δε αυτόν εις τον βεζύρην, εμαρτύρησαν, ότι ύβρισε την πίστιν των· το δε πιδίον ώμνυεν ότι τον εσυκοφάντησεν ο Εβραίος· ο δε Βεζύρης, ως είδε το παιδίον νέον, το ελυπήθη και του λέγει· «Έλα να γίνης Τούρκος, να σώσης την ζωήν σου, και να σε έχω πλησίον μου, να σε τιμήσω και να σε πλουτίσω», προσπαθών με τας κολακείας και τας υποσχέσεις ταύτας να χωρίση τον νέον από την πίστιν του Χριστού. Το ευλογημένον όμως τούτο τέκνον του Κυρίου, ως ανήρ πλήρης πίστεως και δυνάμεως, απεκρίθη και είπε· «Δεν θα αρνηθώ εγώ ποτέ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, και το βασίλειόν σας όλον αν μου χαρίσετε». Τότε ο βεζύρης ιδών το αμετάθετον της γνώμης του, προσέταξε να τον αποκεφαλίσουν· όθεν λβών αυτόν ο έπαρχος, τον επήγεν εις τόπον λεγόμενον αγορά των γουναράδων, έμπροσθεν εις το λουτρόν αντικρύ εις την βρύσιν, και εκεί το παρέδωκαν εις τον δήμιον, δια να το θανατώση· εκείνος δε γονατίσας τον Άγιον και θέλων να τον εκφοβίση κατεβίβαζε το ξίφος και τον εκτύπα συχνά εις τον τράχηλον, κόπτων αυτόν ολίγον κατ΄ ολίγον. Βλέπων δε τον Μάρτυρα, ότι εδέχετο τον θάνατον με μεγάλην χαράν, χωρίς ποσώς να δειλιάση, κατεβίβασε δυνατώτερα το ξίφος και απέτεμε την αγίαν αυτού κεφαλήν, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του Μαρτυρίου τον στέφανον· δια νυκτός δε τινες των ευσεβών επήραν το άγιον αυτού Λείψανον και το ενεταφίασαν εις τόπον καλούμενον Μπέγιογλου, η δε μακαρία του ψυχή ανήλθεν εις τους ουρανούς, ίνα συναγάλλεται εις τους απεράντους αιώνας μετά πάντων των Αγίων Μαρτύρων των οποίων και αυτός μιμητής εγένετο και ου ταις πρεσβείαις και ημείς αξιωθείημεν της των ουρανών Βασιλείας. Αμήν.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Ο Άγιος Φιλογόνιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΦΙΛΟΓΟΝΙΟΥ, γενομένου από δικολόγου Πατριάρχου  Αντιοχείας.                                                                                       
Φιλογόνιος ο μακάριος Πατήρ ημών επεδόθη νηπιόθεν  εις την μάθησιν των ιερών γραμμάτων, όθεν δια τούτο εγένετο απ΄ αρχής αφιέρωμα εις τον Θεόν· διότι διδαχθείς όλας τας επιστήμας και έχων επιμέλειαν σύμφωνον με την αγχίνοιαν και ευφυϊαν του, μετά τοσαύτης ακριβείας έμαθεν όλας τας επιστήμας, ως να είχε μάθει μίαν μόνην εξ αυτών. ΄Οθεν και λαμπράν ζωήν κατώρθωσε, μολονότι είχε γυναίκα και τέκνα και καθημερινώς ως εκ του επαγγέλματός του ευρίσκετο εις τα δικαστήρια. Επειδή δε υπερησπίζετο τους αδικουμένους και έδιδε χείρα βοηθείας εις τους καταδυναστευομένους, τούτου ένεκα έλαμψεν ο μακάριος υπέρ τον ήλιον κατά την καθαρότητα της πολιτείας, τόσον ώστε από της εξωτερικής αρχής και εξουσίας, την οποίαν είχεν, έγινεν άξιος της εσωτερικής και εκκλησιαστικής, διότι από του βήματος του εξωτερικού των κριτών και δικολόγων ανέβη εις το έσω ιερόν βήμα της Εκκλησίας και των Επισκόπων. Και πρώτον μεν, όταν ήτο δικολόγος και κριτής εξωτερικός, υπερησπίζετο, ως είπομεν, τους απροστατεύτους και τους καθίστα δυνατωτέρους από των αδικούντων δια της βοηθείας του. Ύστερον δε πάλιν, όταν του ενεχειρίσθη ποίμνιον Χριστού και έγινε κριτής εσωτερικός, πολλή μεν ήτο αφ΄ ενός η δυσκολία των πραγμάτων, επειδή τότε νεωστί είχε παύσει ο κατά των Χριστιανών διωγμός των τυράννων, και ακόμη έμενον τα λείψανα της δεινής εκείνης και παγκοσμίου τρικυμίας, μεγάλη δε αφ΄ ετέρου και η επανάστασις των αιρετικών, η οποία έλαβε την αρχήν της κατά την εποχήν του· αλλ΄ όμως ταύτα όλα ημποδίσυησαν και κατέπαυσαν δια της του Αγίου τούτου σοφίας και διοικήσεως, καθώς και ο θείος Χρυσόστομος εις το εγκώμιον, όπερ πλέκει προς τον μακάριον τούτον, ου η αρχή· «Εγώ μεν και σήμερον παρεσκευαζόμην» πλατύτερον ταύτα διηγείται. Ούτω λοιπόν θεαρέστως ποιμάνας το εμπιστευθέν εις αυτόν ποίμνιον και αγγελικώς επί της γης πολιτευσάμενος ο αοίδιμος, προς Κύριον εξεδήμησεν.