Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Λόγος πεζή φράσει εις την κατά Σάρκα --- ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

ΛΟΓΟΣ  Α΄                                                                                                                            Δαμασκηνού Μοναχού, του Υποδιακόνου και Στουδίτου                                                                                                                                    
Αι εορταί της Εκκλησίας μας, ευλογημένοι Χριστιανοί, ομοιάζουν ωσάν μεγάλον και υπέρλαμπρον κήπον, εις τον οποίον υπάρχουν όλα τα άνθη· εντός δε του κήπου αυτού κάθηται Βασιλεύς λαμπροφόρος, όστις προσκαλεί πάντας τους ανθρώπους και συνομιλεί μετ΄ αυτών· όσοι δε εισέλθουν εις αυτόν, έχουν μεν χαράν, διότι ωσφράνθησαν τα ωραία εκείνα άνθη, αλλά περισσότερον χαίρονται, διότι επλησίασαν τον Βασιλέα και συνωμίλησαν μετ΄ αυτού· ούτως είναι και αι εορταί και αι μνήμαι των Αγίων. Κήπος είναι η Εκκλησία μας η Αγία και θεοτίμητος· άνθη είναι αι πανηγύρεις των Αγίων όλων, είτε Μαρτύρων είπης, είτε Ιεραρχών, είτε Αποστόλων, είτε Προφητών, είτε άλλου τινός. Βασιλεύς δε μέγας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι, ο λαμπρός, ο καθαρός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο ιατρός των ανθρώπων, ο ζωοδότης των κτισμάτων όλων. Εις όλας λοιπόν τας εορτάς των Αγίων χαίρομεν και ευφραινόμεθα οι ευσεβείς Χριστιανοί, καθώς το λέγει και ο σοφός Σολομών· «Εγκωμιαζομένων δικαίων, ευφρανθήσονται λαοί» (Παρ. κθ: 2). Αλλά εις τας Δεσποτικάς εορτάς περισσότερον χαίρομεν, διότι βασιλική πανήγυρις είναι και η τιμή Βασιλέως γίνεται· διότι των δούλων αι τιμαί ολιγώτερον έχουν τον έπαινον και τα εγκώμια και τας πανηγύρεις· του βασιλέως δε η τιμή και η δόξα πρέπει να υπερβαίνη, διότι τότε πας άνθρωπος χρεωστεί να πανηγυρίζη, να χαίρη, να ευφραίνεται και να κάμνη όσα αρέσουν εις τον βασιλέα. Τοιαύτην εορτήν έχομεν και τοιαύτην ημέραν εορτάζομεν του Βασιλέως της ειρήνης και του κόσμου όλου, του ουρανίου, του αφθάρτου, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ποία δε είναι και πως ονομάζεται; Χριστούγεννα· ως να είπωμεν, Θεού φανέρωσις· διότι σήμερον ο αόρατος φαίνεται, ο Θεός άνθρωπος γίνεται· ο Θεός, όστις αρχήν δεν έχει, σήμερον γεννάται εις χρόνον· τι άλλο περισσότερον; Τι άλλο παραδοξότερον; Ποίος να ακούση και να μη θαυμάση; Τις να το συλλογισθή και να μη καταπλαγή; Ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος; Πόθεν και διατί; Δια την ιδικήν μας σωτηρίαν· δια το ιδικόν μας καλόν· δια να μας ελευθερώση από του μιαρού διαβόλου τας χείρας.

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

η κατά Σάρκα ΓΕΝΝΗΣΙΣ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Τη ΚΕ΄ (25) του αυτού μηνός η κατά Σάρκα ΓΕΝΝΗΣΙΣ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.                                                                                                 
Η Γέννησις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού ούτως εγένετο.  Βλέπων ο φιλάνθρωπος Θεός ότι το γένος των ανθρώπων ετυραννείτο υπό του διαβόλου, ευσπλαγχνίσθη, και αποστείλας τον Άγγελον αυτού Γαβριήλ διεμήνυσε δι΄ αυτού εις την Θεοτόκον το «Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου»· ειπούσης δε Αυτής το «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», ευθύς συνελήφθη εν τη αχράντω και παρθενική μήτρα αυτής ο Υιός και Λόγος του Θεού και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Όταν δε ήγγιζον προς το συμπληρούσθαι οι εννέα μήνες από της Συλλήψεως, τότε εξεδόθη διάταγμα υπό του Καίσαρος Αυγούστου, ίνα απογραφή όλη η οικουμένη, ήτις ήτο υπό την εξουσίαν του· ταύτην δε την απογραφήν ίνα ενεργήση, απεστάλη ο ηγεμών Κυρήνιος εις τα Ιεροσόλυμα. Τότε λοιπόν ανέβη και Ιωσήφ ο Μνήστωρ και φύλαξ της Θεοτόκου μετ΄ Αυτής εις την Βηθλεέμ, ίνα απογραφώσιν εκεί. Μέλλουσα δε να γεννήση η Παρθένος, δεν εύρε τόπον προς κατοικίαν, δια τον πολύν λαόν, όστις συνήχθη εκεί, και ο οποίος προλαβών κατώκησεν εις όλας τας οικίας της Βηθλεέμ. Δια τούτο εμβήκεν εντός πτωχικού σπηλαίου, ένθα εγέννησεν αφθόρως τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και σπαργανώσασα ως βρέφος τον Κτίστην των απάντων, έθηκεν αυτόν εις την φάτνην (Λουκ. β: 7) των αλόγων ζώων, διότι έμελλε να ελευθερώση ημάς από την αλογίαν.                           

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

O Αγιος Νικόλαος στρατιώτης κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του από στρατιωτών, και διήγησις ωφέλιμος.     
                                                                                     
Νικόλαος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγένετο στρατιώτης κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου του Πατρικίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωβ΄-ωια΄ (802-811). Ότε δε ο Νικηφόρος συνήθροισε στρατόν ίνα πολεμήση τους Βουλγάρους, τότε και ο Νικόλαος εξήλθε μετά των στρατευμάτων. Διερχόμενος δε εκ τινος τόπου, επειδή ήτο εσπέρα, έμεινεν εις πανδοχείον· και αφού εδείπνησε μετά του πανδοχέως, προσηυχήθη και επλάγιασεν ίνα κοιμηθή. Κατά δε τας εξ ή και επτά ώρας της νυκτός, η θυγάτηρ του πανδοχέως, τρωθείσα υπό σατανικού έρωτος, επήγεν εκεί όπου εκοιμάτο ο Όσιος και τον εκέντησε, παρακινούσα αυτόν εις αισχράν πράξιν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Παύσαι, ω γύναι, τον σατανικόν και αθέμιτον έρωτα, μη θελήσης δε και συ να μολύνης την παρθενίαν σου και εμέ τον ταλαίπωρον να καταβιβάσης εις του Άδου το πέταυρον». Αυτή δε ανεχώρησε μεν, αλλά μετ΄ ολίγην ώραν προσελθούσα και πάλιν ηνώχλει τον δίκαιον. Ο δε Όσιος την εδίωξε και δια δευτέραν φοράν, ήλεγξε δε και επετίμησεν αυτήν σφοδρώς· αλλ΄ εκείνη πάλιν ανεχώρησε, και πάλιν επέστρεψε, μεθυσμένη ούσα από τον έρωτα. Τότε ο Άγιος λέγει προς αυτήν· «Ταλαίπωρη και πάσης αναισχυντίας πεπληρωμένη, δεν βλέπεις ότι οι δαίμονες σε ταράττουσιν, ίνα και την παρθενίαν σου φθείρωσι και την ψυχήν σου κολάσωσι και ακολούθως σε καταστήσωσι γελοίαν και επονείδιστον εις όλους τους ανθρώπους; Δεν βλέπεις, ότι και εγώ ο ελάχιστος πορεύομαι με την βοήθειαν του Θεού εις έθνη βάρβαρα, και εις πόλεμον και αιματοχυσίαν; Πως λοιπόν να μολύνω την σάρκα μου, καθ΄ ον καιρόν υπάγω εις πόλεμον»; Ταύτα και άλλα όμοια επιπληκτικά λόγια ειπών ο δίκαιος προς την γυναίκα και αποβαλών αυτήν, ηγέρθη και αφού ετέλεσε την προσευχήν του, επήγεν εις την προκειμένην υπηρεσίαν του. Την δε ερχομένην νύκτα, καθώς εκοιμήθη, βλέπει ότι ίστατο εις υψηλόν και περίοπτον τόπον και ότι πλησίον του εκάθητο Κριτής, όστις είχε τον δεξιόν του πόδα τεθειμένον επί του αριστερού, και έλεγε προς αυτόν· «Βλέπεις τα στρατεύματα του ενός μέρους των Ρωμαίων και του άλλου μέρους των Βουλγάρων»; Ο δε Νικόλαος απεκρίνατο· «Ναι, Κύριε, βλέπω ότι οι Ρωμαίοι συγκόπτουσι και νικώσι τους Βουλγάρους». Τότε ο φαινόμενος λέγει προς τον δίκαιον· «Βλέπε εις εμέ». Ο δε στρέψας τους οφθαλμούς του προς αυτόν, είδεν, ότι τον μεν δεξιόν του πόδα είχεν επί της γης, τον δε αριστερόν επί του δεξιού· έπειτα ατενίσας προς τα στρατεύματα, βλέπει ότι οι εχθροί Βούλγαροι κατέκοπτον τους Ρωμαίους. Αφού δε έπαυσεν η συγκοπή και ο πόλεμος, λέγει ο φαινόμενος Κριτής προς τον δίκαιον· «Παρατήρησον καλώς τους τόπους των φονευθέντων σωμάτων και λέγε μοι τι βλέπεις». Ο δε Νικόλαος παρατηρήσας καλώς, είδεν όλην την γην εκείνην πλήρη νεκρών σωμάτων των φονευθέντων Ρωμαίων· μεταξύ δε αυτών βλέπει και τόπον πράσινον και ωραίον, διάστημα έχοντα έως μιας κλίνης ενός ανθρώπου. Τότε ο φαινόμενος φοβερός είπεν εις τον στρατιώτην Νικόλαον· «Και τίνος νομίζεις ότι είναι η κλίνη εκείνη»; Ο δε Νικόλαος απεκρίθη· «Ιδιώτης και αμαθής είμαι, αυθέντα μου, και δεν γνωρίζω». Λέγει προς αυτόν πάλιν εκείνος ο φοβερός· «Η κλίνη, την οποίαν βλέπεις, είναι ιδική σου, και εις αυτήν έμελλες να πέσης και συ, μετά των άλλων φονευθέντων συστρατιωτών σου· αλλ΄ επειδή κατά την παρελθούσαν νύκτα απετίναξας επιτηδείως και ενίκησας τον τρίπλοκον όφιν, ήτοι την γυναίκα, η οποία τρις σε επολέμησε παρακινούσα σε εις αισχράν πράξιν, δια τούτο συ ο ίδιος ελύτρωσας τον εαυτόν σου από της συγκοπής ταύτης και του θανάτου, και έσωσας την ψυχήν σου ομού και το σώμα σου. Λοιπόν ουδέ ψυχικός θάνατος θέλει σε κυριεύσει, εάν με υπηρετήσης γνησίως». Ταύτα ιδών ο δίκαιος και γενόμενος έμφοβος, εξύπνησε και εγερθείς εκ της κλίνης, προσευχήθη· οπισθοχωρήσας δε μιας ημέρας τόπον, ανέβη εις εν όρος, και εκεί προσηύχετο ησύχως προς τον Θεόν δια το Ρωμαϊκόν στράτευμα. Επειδή δε ο βασιλεύς επήγεν εις τας Κλεισωρείας της Βουλγαρίας, ανέβησαν και οι Βούλγαροι εις το όρος, αφήσαντες εις φύλαξιν του τόπου δεκαπέντε ως έγγιστα χιλιάδας στρατόν, τον οποίον οι Ρωμαίοι κατέσφαξαν. Όθεν υπερηφανευθέντες δια την νίκην ταύτην εγένοντο αμελείς· ενώ λοιπόν όλοι οι Ρωμαίοι αμερίμνως και απροφυλάκτως εκάθευδον, ήλθον κατ΄ αυτών νυκτός οι Βούλγαροι, και όλους σχεδόν, μετά του βασιλέως Νικηφόρου, τους διεπέρασαν εν στόματι μαχαίρας. Τότε ο δίκαιος Νικόλαος ενθυμηθείς την οπτασίαν την οποίαν είδεν, ηυχαρίστησε τον Θεόν, και επέστρεψεν οπίσω κλαίων και οδυρόμενος· έπειτα ελθών εις Μοναστήριον, έλαβε το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, και δουλεύσας γνησίως εις τον Θεόν αρκετά έτη, έγινε διακριτικώτατος και μέγας Πατήρ.


Της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος ΕΥΓΕΝΙΑΣ

Τη ΚΔ΄ (24η) του αυτού μηνός ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ και μνήμη της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος ΕΥΓΕΝΙΑΣ.
                                                         
Ευγενία η ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Κομμόδου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 180- 192. Ο πατήρ της ωνομάζετο Φίλιππος και ήτο έπαρχος Αλεξανδρείας, επιφανής και πλουσιώτατος, η δε μήτηρ της εκαλείτο Κλαυδία, είχε δε και αδελφούς δύο Αβίταν και Σέργιον καλουμένους. Ήτο δε η μακαρία Ευγενία κατά το όνομα και την ψυχήν ευγενεστάτη, εις το κάλλος ωραία και πάγκαλος και εις την πολιτείαν θαυμάσιος. Ο δε Φίλιππος έχων την εξουσίαν πάσης της Αιγύπτου, αν και ήτο ειδωλολάτρης, όμως είχε γνώμην καλήν και εκυβέρνα τον λαόν δικαίως· ηγάπα τους καλούς ανθρώπους, τους δε κακούς επαίδευεν αυστηρώς και μάλιστα τους μάντεις και τους Ιουδαίους, τους οποίους ουδόλως ήθελε να ακούση, αλλά τους εδίωκεν από όλην την επαρχίαν του και πολλούς δικαίως εφόνευσε, τους δε Χριστιανούς δεν εμίσει τόσον, διότι εγνώριζεν ότι ήσαν σώφρονες και ενάρετοι, και δι΄ αυτό τους ηυλαβείτο· όμως δια το πρόσταγμα του βασιλέως δεν τους άφηνε να κατοικώσιν εντός της πόλεως, μόνον δε έξω του τείχους τούς είχεν αφήσει τόπον τινά, εις τον οποίον διέμενον και επορεύοντο ως ήθελαν. Έβαλε λοιπόν ο πατήρ της την Ευγενίαν εις τα γράμματα ως φιλάρετος και εμάνθανε Ρωμαϊκά και Ελληνικά, ήτο δε αύτη τόσον ευφυής εις τον νουν, ώστε όταν έφθασεν εις το δέκατον πέμπτον έτος έγινε σοφωτάτη και όλοι την εθαύμαζον. Ακούων δε την αγαθήν αυτής φήμην εις ευγενέστατος και ένδοξος άρχων, όστις ήτο ύπατος την αξίαν εις την Ρώμην, ονομαζόμενος Ακυλίνος, εζήτησεν από τον πατέρα της να του την δώση δια γυναίκα, εκείνος δε ηρώτησεν αυτήν να είπη την γνώμην της, εάν έστεργε να κάμουν τους γάμους. Η δε απεκρίθη, ότι δεν ήθελε να φθείρη την παρθενίαν της, αλλ΄ επόθει να μείνη έως τέλους σώφρων και άμωμος· επειδή δε ήτο φιλομαθής, ανεγίνωσκε πολλάκις και τα των Χριστιανών βιβλία και της εφαίνοντο αληθέστερα από των ειδωλολατρών. Ημέραν δε τινα έτυχον εις τας χείρας της αι επιστολαί του Αποστόλου Παύλου, τας οποίας ανέγνωσεν επιμελώς και κατενύχθη πολύ, διότι εγνώρισεν ότι εις είναι ο αληθής Θεός, όστις εδημιούργησε τον κόσμον όλον εκ του μη όντος· όθεν επίστευσεν εις αυτόν πεφωτισμένη εκ θείου Πνεύματος. Εις το φανερόν όμως δεν επεδείκνυε την γνώμην της δια τον φόβον των γονέων της. Ημέραν δε τινα παρεκάλεσε τούτους να την αφήσουν να υπάγη έξωθεν της πόλεως να ίδη τους τόπους των, δια να λάβη ολίγην άνεσιν. Μη έχοντες δε εις αυτήν υποψίαν τινά οι γονείς της, της έδωσαν άδειαν να υπάγη όπου επεθύμει. Ανέβη λοιπόν εις άμαξαν ομού με τους ευνούχους αυτής Πρωτάν και Υάκινθον, οίτινες ήσαν εις τα Ελληνικά γράμματα πεπαιδευμένοι, διότι ακολουθούντες και φυλάττοντες την Αγίαν ήσαν μετ΄ αυτής ανά πάσαν ώραν και ήκουον τα μαθήματα. Αφού δε εξήλθον της πόλεως επήγαν εις τόπον τινά, εις τον οποίον είχον οι Χριστιανοί Εκκλησίαν και έψαλλον, κατ΄ ευδοκίαν δε Θεού έτυχον εκεί όταν έλεγον το εξής ρητόν του Προφήτου· «Πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια. Ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησεν». Ακούσασα ταύτα η Ευγενία εστέναξεν εκ βάθους καρδίας δια την πατρώαν πλάνην, έπειτα λέγει προς τους ευνούχους· «Αδελφοί μου ηγαπημένοι, γνωρίζω ότι και σεις είσθε πεπαιδευμένοι ικανώς εις τα δόγματα του Αριστοτέλους, του Πλάτωνος και των λοιπών φιλοσόφων και ποιητών, πλην αυτά όλα είναι μυθολογίαι, επειδή άλλοι εξ αυτών λέγουν ότι δεν υπάρχει Θεός, άλλοι δε πάλιν, ότι είναι πολλοί θεοί άλλοι μεγαλύτεροι και άλλοι μικρότεροι, φλυαρήματα δηλαδή, από τα οποία δύναται να γνωρίζη έκαστος φρόνιμος άνθρωπος, ότι όλοι όσοι πιστεύουσιν εις αυτά πλανώνται, και μόνον ούτοι οι Χριστιανοί γνωρίζουν την αλήθειαν καθώς φαίνεται και εις τα βιβλία των με μαρτυρίας αξιοπίστους, το βεβαιώνουν δε και με την πολιτείαν αυτών την ουράνιον, διάγοντες με σωφροσύνην, πτωχείαν και ταπείνωσιν. Δια τους λόγους λοιπόν τούτους θέλω και εγώ να γίνω Χριστιανή και αν σας φαίνεται εύλογον, συγκοινωνήσατε και σεις εις την γνώμην μου, εάν ποθείτε την σωτηρίαν σας, εγώ δε θέλω σας έχω όχι ως δούλους, αλλά ως ηγαπημένους μου αδελφούς, να έχωμεν ένα ποιμένα τον κοινόν Δεσπότην και Πατέρα Θεόν, τον δημιουργόν πάσης της κτίσεως». Αυτά και έτερα πλείονα λέγουσα, εύρεν ετοίμους και αυτούς εις την σωτήριον αυτήν συμβουλήν και εδέχθησαν, υποσχόμενοι να μη αποχωρισθούν ποτέ απ΄ αυτής. Αφού λοιπόν ενύκτωσε, κατέβησαν ησύχως εκ της αμάξης και ανεχώρησαν. Οι δε δούλοι, οίτινες προεπορεύοντο της αμάξης, δεν τους ηννόησαν ένεκεν του σκότους της νυκτός ή και κατ΄ οικονομίαν Θεού, αλλ΄ επήγαιναν έμπροσθεν ανύποπτοι, τα δε ζώα ηκολούθουν αυτούς. Αφού δε η Ευγενία μετά των ευνούχων της περιεπάτησεν ικανώς και έφθασαν εις τόπον τινά ήσυχον, είπε προς αυτούς· «Ήκουσα ότι εδώ πλησίον υπάρχει Μοναστήριον και είναι συνηγμένοι πολλοί Χριστιανοί, έχοντες Επίσκοπόν τινα ονόματι Έλενον πολύ ενάρετον, όστις έχει ορίσει προεστώτα τινα, Θεόδωρον το όνομα, να κυβερνά την Μονήν και να οδηγή τους αδελφούς εις την οδόν της σωτηρίας, έκαμαν δε αμφότεροι απείρους θαυματουργίας εις ασθενείς και τελούσι πολλάκις αγρυπνίας ολονυκτίους εις ψαλμωδίαν και δόξαν Θεού, αλλά γυναίκα ουδόλως συγχωρούσι να εισέλθη εις την Μονήν. Λοιπόν κουρεύσατέ μου την κόμην, να ενδυθώ δε και ανδρικά ενδύματα και να υπάγωμεν ομού να μας συναριθμήσουν με την αγίαν ταύτην αδελφότητα». Ο λόγος ούτος της Αγίας ήρεσεν εις αυτούς και ευθύς εξετέλεσαν το πρόσταγμα. Πηγαίνοντες δε προς την Μονήν αυτήν του Θεοδώρου, βλέπουν τον Επίσκοπον Έλενον, όστις ήρχετο από την Ηλιούπολιν της Αιγύπτου με πλήθος πολύ Χριστιανών ψάλλοντες ταύτα· «Η οδός των δικαίων κατηυθύνθη· η οδός των Αγίων ητοιμάσθη». Τούτο ηύθησε τον πόθον της κόρης και εθερμάνθη εις θείον έρωτα περισσότερον· όθεν ενωθείσα με τους Χριστιανούς, επορεύετο προς την προαναφερθείσαν Μονήν. Ηρώτησε δε και τινα, Ευτρόπιον ονόματι, ποίος ήτο ο γηραιός, όστις εβάδιζεν έμπροσθεν από τους άλλους.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Ο Άγιος Ναούμ ο Θαυματουργός

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΝΑΟΥΜ του Θαυματουργού, του φωτιστού και Ιεροκήρυκος της Βουλγαρίας. 
                                    
Ναούμ ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήκμαζε κατά τους χρόνους Μιχαήλ Γ΄ βασιλέως του Βυζαντίου, του υιού Θεοφίλου του Εικονομάχου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωμβ΄ -  ωξζ΄ (842-867), ότε και οι Άγιοι Κύριλλος, Μεθόδιος και Κλήμης διέτριβον εις Βουλγαρίαν αγωνιζόμενοι εις το να φωτίσωσι, δια της Πίστεως του Χριστού και της Ορθοδοξίας, το πεπλανημένον έθνος των Βουλγάρων. Εις τούτους τους πρώτους φωτιστάς της Βουλγαρίας γενόμενος κατά πάντα ακόλουθος ο θείος ούτος Ναούμ περιήρχετο μετ΄ αυτών όλας τας πόλεις της Βουλγαρίας, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, τυπτόμενος, λοιδορούμενος, θλιβόμενος και διωγμούς και μάστιγας υπομένων υπό των απίστων και εχθρών του Χριστού. Επειδή δε οι ανωτέρω Πατέρες, ο θείος δηλαδή Κύριλλος και οι Μεθόδιος και Κλήμης οι Ισαπόστολοι, ηθέλησαν να μεταγλωττίσωσι την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην εκ της Ελληνικής εις την Βουλγαρικήν, με τα στοιχεία εκείνα τα οποία εφεύρον εις κατάληψιν των Βουλγάρων, έκριναν εύλογον να αναφέρωσι περί του έργου αυτού και εις τον τότε Πάπαν της Ρώμης Ανδριανόν, ίνα λάβη το έργον αυτών και εξ εκείνου το κύρος και την βεβαίωσιν. Όθεν μετέβησαν εις Ρώμην έχοντες μεθ΄ εαυτών και τον θεσπέσιον τούτον Ναούμ, και έγιναν δεκτοί με μεγάλην τιμήν και φιλοφροσύνην από τον ρηθέντα Πάπαν. Έδειξε δε εκεί ο Θεός δια των ανωτέρω δούλων του πολλά θαύματα, εκ των οποίων και εξ άλλων αποκαλύψεων εγνώρισεν ο Πάπας, ότι το έργον το οποίον εποίησαν της μεταγλωττίσεως ήτο εκ Θεού· μάλιστα δε παραβάλλων το Ελληνικόν κείμενον των Γραφών με το Βουλγαρικόν, εύρεν αυτά σύμφωνα κατά πάντα. Όθεν εβεβαίωσε και εκύρωσε την μεταγλώττισιν ταύτην και εψήφισεν, ίνα αύτη δοθή εις μάθησιν των Βουλγάρων, προς περισσοτέραν κατάληψιν της ευσεβείας. Ο δε Άγιος ούτος Ναούμ, καθό νεώτερος των ανωτέρω Αγίων και θερμότερος κατά τον ζήλον, ηγωνίζετο περισσότερον, υπηρετών προθύμως εις όλα τα παρ΄ αυτών προστασσόμενα. Όταν δε έμελλον να αναχωρήσωσιν από την Ρώμην, εποίησε δι΄ αυτών ο Θεός πολλά θαύματα, διότι όσοι ασθενείς προσέτρεξαν εις αυτούς εθεραπεύθησαν με τρόπον θαυμάσιον· ήτοι όταν ενητένιζον τους Αγίους εις τους οφθαλμούς, ηλευθερώνοντο, τόσον δηλαδή ήσαν χαριτωμένοι οι Άγιοι, ώστε και δύναμις ιαματική επήγαζεν εκ των οφθαλμών των. Όταν λοιπόν οι Άγιοι ούτοι Πατέρες επεράτωσαν το έργον των, ο μεν θείος Κύριλλος, ο αρχηγός της μεταγλωττίσεως των Γραφών, έμεινεν εις την Ρώμην και φθάσας εις έσχατον γήρας, απήλθε προς Κύριον· ο δε ιερός Μεθόδιος, παραλαβών τους μαθητάς του, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος ούτος Ναούμ, απεφάσισε να επιστρέψη πάλιν εις Βουλγαρίαν. Επανερχόμενος δε ούτος επορεύθη εις την γην των Γερμανών, οίτινες είχον πολλάς αιρέσεις ως και αυτήν ακόμη την του Απολλιναρίου, εβλασφήμουν δε και κατά του Αγίου Πνεύματος. Επειδή λοιπόν ο θείος Μεθόδιος μετά του Οσίου τούτου Ναούμ ηγωνίζοντο να προσελκύσωσι αυτούς εις την Ορθοδοξίαν, οι βάρβαροι εκείνοι ετιμώρησαν τους Αγίους με δαρμούς και ξεσχισμούς και με άλλα βάσανα και ύστερον τους έρριψαν εις την φυλακήν. Ενώ δε προσηύχοντο εις αυτήν οι Άγιοι, ω του θαύματος! έγινε σεισμός μέγας, εκ του οποίου εσαλεύθη μεν όλος ο τόπος και εκρημνίσθησαν πολλαί οικίαι των δυσσεβών εκείνων, ελύθησαν δε τα δεσμά και αι θύραι της φυλακής ηνεώχθησαν· όθεν εξελθόντες οι Άγιοι επορεύοντο χαίροντες καθ΄ οδόν, ως ποτε οι θείοι Απόστολοι, διότι ηξιώθησαν να ατιμασθώσι δια το Πνεύμα το Άγιον. Αφιχθέντες λοιπόν εις την Βουλγαρίαν, εγένοντο δεκτοί από τον αρχηγόν των Βουλγάρων Μιχαήλ, ο οποίος διεμοίρασεν αυτούς εις τας πέριξ χώρας, όπως κηρύττωσι το όνομα του Χριστού και την Βουλγαρικήν εξήγησιν των θείων Γραφών. Τότε ο θείος Κλήμης, συμπαραλαβών τον Άγιον τούτον Ναούμ, περιήρχετο διαφόρους τόπους της Βουλγαρίας, μάλιστα δε την Διάβυαν, την Μοισίαν και την Παννονίαν, ήτοι την σημερινήν Ουγγαρίαν, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, και απ΄ αυτού δεν εχωρίσθη ο θείος Ναούμ έως εσχάτης του αναπνοής, συμβοηθών αυτόν, ως ο Ααρών εβοήθει τον Μωϋσήν. Διατρίβων λοιπόν ο Άγιος Ναούμ εις την ρηθείσαν Διάβυαν και εκεί ζήσας επί τινα χρόνον οσίως και θεαρέστως, απήλθε προς Κύριον, αφήνων το ιερόν αυτού Λείψανον θησαυρόν θαυμάτων ακένωτον εις τους μετά πίστεως προς αυτό προστρέχοντας. 

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ο Όσιος Παύλος Αρχιεπίσκοπος Νεοκαισαρείας

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Νεοκαισαρείας, ενός των εν Νικαία τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων.                                                                                                                                       
Παύλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έγινε τόσον περιβόητος κατά τας αρετάς, ώστε το όνομά του έφθασε και εις τας ακοάς του τότε βασιλεύοντος εν Νικομηδεία Λικινίου τη΄-τκγ΄ (308-323), όθεν αποστείλας ανθρώπους παρέστησε τον Άγιον ενώπιόν του. Και πρώτον εδοκίμαζεν ο τύραννος να τον εκφοβίση με απειλάς, κατόπιν δε ήρχισε και να τον δέρη, αλλ΄ εξεπλάγη αυτός τε και όλοι οι παρεστώτες δια την ασύγκριτον τούτου ανδρείαν και υπομονήν. Έπειτα, κατά προσταγήν του, πυρώσας ο χαλκεύς τεμάχιον σιδήρου, έβαλεν αυτό εντός της μιάς παλάμης του Αγίου, επί δε του σιδήρου έθηκε και την άλλην παλάμην του, και έσφιγξεν αυτάς επί τοσούτον διάστημα χρόνου, έως ου εψυχράνθη ο πεπυρωμένος σίδηρος· εκ δε της βασάνου ταύτης έμειναν νεκρά και ανενέργητα τα νεύρα και των δύο χειρών του. Μετά ταύτα εξώρισεν αυτόν εις φρούριον όπερ ευρίσκετο εις τας άκρας του Ευφράτου ποταμού.  Όταν δε ο μέγας Κωνσταντίνος ήλθεν εκ της Ρώμης εις το Βυζάντιον, τότε ηλευθερώνοντο όλοι οι Χριστιανοί οι ευρισκόμενοι εν φυλακαίς και εξορίαις, και έκαστος απήρχετο εις την πατρίδα του, ως και αλλαχού ανεφέρθη· όθεν και ο Άγιος ούτος, ελευθερωθείς από την εξορίαν, επανήλθεν εις τον θρόνον του, την Νεοκαισάρειαν, διαλάμπων με τας αρετάς, ως πρότερον. Ότε δε συνηθροίσθη η εν Νικαία Αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, εν έτει τκε΄ (325), ήτο και ούτος εις των εκεί συναθροισθέντων τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων, οίτινες όλοι έφερον εις το σώμα των τα στίγματα και τας πληγάς του Χριστού, ως λέγει ο θείος Παύλος, και αυτά εθεώρουν καλλωπισμόν των, δεικνύοντες αυτά προς αλλήλους. Και εδείκνυον άλλος μεν την αποκοπείσαν υπό των ειδωλολατρών χείρα του, άλλος τα ώτα του, άλλος την ρίνα του, έτερος τους οφθαλμούς του, και άλλος άλλο μέλος του σώματός του παρουσίαζε βεβλαμμένον και ηκρωτηριασμένον από τους προλαβόντας τυράννους υπέρ της Αγίας του Χριστού Πίστεως. Άλλοι πάλιν επρόβαλλον τα πρήσματα, τα εκ των πεπυρωμένων σιδήρων, τα οποία όλα μετά πάσης χαράς και προθυμίας υπέμειναν οι τρισμακάριοι βασανιζόμενοι δια τον Χριστόν· όθεν και τα εδείκνυον εις όλους, ως λαμπρά σημεία της εις τον Χριστόν αγάπης των. Τότε λοιπόν και ο μακάριος ούτος Παύλος εδείκνυε τα εκ των ροπάλων θλάσματα, τα οποία είχεν εις το σώμα του, ομοίως και τας αγίας χείρας του τας σιδηροκαύστους και ανενεργήτους ούσας.                                                                               
Αφού δε όλοι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Πατέρες συνήχθησαν εις την Νίκαιαν, και συνεδριάσαντες ανεθεμάτισαν τον δυσσεβή Άρειον, απήλθον όλοι μετά του βασιλέως εις το Βυζάντιον. Ο δε αοίδιμος βασιλεύς Κωνσταντίνος, λαμβάνων δια των ιδίων χειρών του τας χείρας του μακαρίου τούτου Παύλου, κατεφίλει αυτάς, και επιθέτων επί των του μακαρίου τούτου Παύλου, κατεφίλει αυτάς, και επιθέτων επί των οφθαλμών του και επί των άλλων αυτού μελών, επεφώνει τα αξιομνημόνευτα ταύτα λόγια· «Δεν χορταίνω να καταφιλώ τας χείρας ταύτας, αίτινες δια τον Χριστόν μου έγιναν νεκραί και ανενέργητοι». Απελθών δε ύστερον εις τον θρόνον του ο αοίδιμος ούτος Παύλος και ζήσας έτη τινά, προς Κύριον εξεδήμησε λαβών παρ΄ Αυτού τον στέφανον της ομολογίας.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Οι Άγιοι Δέκα Μάρτυρες οι εν Κρήτη μαρτυρήσαντες

Τη ΚΓ΄ (23η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων ΔΕΚΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ των εν τη Κρήτη μαρτυρησάντων.   
                                                                                                      
Θαυμαστή και αξιέπαινος είναι η περιβόητος Κρήτη, δια τε το κάλλος και το μέγεθος αυτής, δια τα τείχη και τους λιμένας της, δια την κράσιν και υγείαν του κλίματός της, ως και την αφθονίαν και πλουσιότητα των καρπών της, αλλ΄ ημείς θέλομεν διηγηθή την αληθινήν της αξίαν και ωραιότητα, τον χορόν, λέγω, των θείων Μαρτύρων, τους Δέκα του Χριστού στεφανίτας, οι οποίοι από αυτήν εγεννήθησαν και εις αυτήν υπέρ Χριστού γενναίως εμαρτύρησαν, καθώς θέλει το φανερώσει ο λόγος. Όταν εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο ασεβέστατος Δέκιος, εν έτει σν΄ (250) κατέστησεν ανθύπατον εις την Κρήτην άλλον τινά Δέκιον ομώνυμόν του και ομότροπον, όστις ευθύς ως έφθασεν εις την Κρήτην ήρχισε να βασανίζη ανηλεώς και πολυτρόπως τους Χριστιανούς, είτα δε και πικρώς να τους θανατώνη. Ανεζητούντο λοιπόν και ανευρίσκοντο πάντες οι Χριστιανοί και εφέροντο προς αυτόν, ομού δε με τούτους ήτο και ο ιερός ούτος χορός, οίτινες ήσαν από διαφόρους πόλεις της Κρήτης, από μεν την Μητρόπολιν Γορτύνης ήσαν πέντε, ο Θεόδουλος, ο Σατορνίνος, ο Εύπορος, ο Γελάσιος και ο Ευνικιανός· από δε την Κνωσόν ήτο ο Ζωτικός, από τον λιμένα του Πανόρμου ήτο ο Αγαθόπους, από την Κυδωνίαν ο Βασιλείδης και από το Ηράκλειον ο Ευάρεστος και ο Πόμπιος, άπαντες όμως έσπευδον να φθάσουν εις μίαν πόλιν, την ουράνιον· όθεν ευθύς ως παρεστάθησαν ούτοι εις τον ηγεμόνα, έδειξαν προθύμως πάσαν γενναιότητα και ανδρείαν, και εις λόγους και εις έργα ανδρείως και αφόβως, πάσαν βάσανον και τιμωρίαν υπομείναντες, επί τριάκοντα ημέρας μαστιγούμενοι, στρεβλούμενοι, κατά γης συρόμενοι, λιθοβολούμενοι, εμπτυόμενοι και καταφρονούμενοι. Αλλά ταύτα ήσαν δι΄ εκείνους ως προγυμνάσματα των μετέπειτα μεγαλυτέρων βασάνων, τα οποία ακούσατε. Κατά την εικοστήν του παρόντος μηνός, καθίσας ο δικαστής εις το κριτήριον έφερε τους Αγίους τούτους Δέκα Μάρτυρας ενώπιόν του και βλέπων αυτούς αγρίως και φονικώς είπε· «Διατί η τοσαύτη σας αγνωσία, και ούτε με την πολυκαιρίαν, ούτε με τας νουθεσίας εμάθετε το συμφέρον σας; Όμως χωρίς να πολυλογώμεν και χωρίς βίαν, προσφέρατε την διατεταγμένην θυσίαν εις τους θεούς, ειδεμή εντός ολίγου θέλετε εννοήσει τι θέλει σας προξενήσει η απείθειά σας αυτή». Προς ταύτα οι Μάρτυρες απεκρίναντο· «Ημείς, ω άρχων, και με πολλά λόγια και με έργα, αλλά και με την πολυκαιρίαν εδείξαμεν την γνώμην μας, ότι ουδέποτε θέλομεν θυσιάσει εις τους θεούς σου και ότι κανέν πράγμα δεν θέλει δυνηθή ποτέ να μας καταπείση εις αυτό, ούτε θέλομεν δειλιάσει εις τας βασάνους σου, αλλά τόσον περισσότερον θέλομεν σε ευχαριστεί όσον πικρότερα μας βασανίσης». Ο άρχων είπεν· «Έως ότου θα είμαι εγώ και θα βλέπω καταφρονουμένην την δύναμιν των μεγάλων θεών από σας τους αναισχύντους, οίτινες ούτε τους θεούς φοβείσθε ούτε τους παρεστώτας εντρέπεσθε, πολλούς όντας τε και σοφούς, οι οποίοι προσκυνούσι και λατρεύουσι πρώτον μεν τον Δία, έπειτα την Ήραν και την Ρέαν και τους λοιπούς άπαντας, δεν θέλω σταματήσει από του να σας βασανίζω, έως ότου να σβέσω την αυθάδειάν σας, δια να φοβηθούν και άλλοι, αν τύχουν, ως και σεις απειθείς· διότι όσα επάθετε έως τώρα, ήσαν μόνον σκιαί κολάσεων». Προς ταύτα πάλιν οι Μάρτυρες είπον· «Ω άρχων, περί μεν του Διός και της Ήρας και της μητρός των της Ρέας μη μας λέγης τίποτε. Διότι ημείς από τους πρωτυτέρους μας γνωρίζομεν και το γένος του Διός και την τύχην και την πατρίδα· τον δε τάφον του, αν θέλης, να σου τον δείξωμεν, διότι και αυτός ο Ζεύς κρητικός ήτο και έγινε τύραννος εις τα χωρία· τόσον δε ήτο ασελγής, ώστε όχι μόνον με γυναίκας, αλλά και με άρρενας έκαμνε συχνά και ακαταπαύστως τας ασχημίας του, γόης και πανούργος ων· δια τούτο και τινές ομοιοπαθείς του, μιμούμενοι τας κακίας του (διότι το κακόν πολύ ευκόλως το μιμούνται), τον εκήρυξαν θεόν και του έκτισαν ναούς και θυσιάζουσι, δια να φαίνωνται ότι μιμούνται θεϊκά έργα και να μη εντρέπωνται». Ταύτα λέγοντος του θείου χορού εκείνου, εθυμώθη πολύ και ο ηγεμών και όλος ο λαός, και ώρμησαν να τους ξεσχίσουν με τας χείρας των· ο Δέκιος όμως τους ημπόδισε δια να τους δώση πικρότερον θάνατον. Ευθύς δε ήρχισε να βασανίζη τους Αγίους με διαφόρους και πολυτρόπους βασάνους, και άλλου μεν κρεμασθέντος εξέσχιζαν με σιδηρούς όνυχας τας σάρκας και έπιπτον εις την γην. Άλλου δε με ξύλα και λίθους οξείς συνέτριβον τα πλευρά ομού με τα οστά. Άλλων δε με βάρος μολύβδου, και άλλων άλλως τυπτομένων και μαστιγουμένων οδυνηρώς, υπέφερον ταύτα πάντα γενναίως οι μακάριοι και έχαιρον δια τας πληγάς, τας οποίας ελάμβανον. Βλέποντες οι παριστάμενοι την μεγάλην υπομονήν και ανδρείαν των Αγίων, οι μεν Χριστιανοί εστερεούντο εις την πίστιν και την ευσέβειαν περισσότερον, οι δε ασεβείς ειδωλολάτραι χαιρέκακοι και άσπλαγχνοι όντες εχαίροντο, διότι ετιμωρούντο οι Άγιοι, και παρεκίνουν τον κριτήν και τους δημίους εις περισσότερον θυμόν· εβόα δε και ο κήρυξ· «Λυπηθήτε την ζωήν σας, καταπεισθήτε εις τους εξουσιαστάς, θυσιάσατε εις τους θεούς». Οι Μάρτυρες όμως και εις τοσαύτα δεινά ευρισκόμενοι παρέμενον ακλόνητοι, και όλοι με μίαν φωνήν εβόησαν· «Χριστιανοί είμεθα, και Χριστού σφάγια, αν δε το εκάλει η ανάγκη και ήτο τούτο δυνατόν και μυρίας φοράς προθύμως αποθνήσκομεν δια την αγάπην του Χριστού μας». Ο δε πρόθυμος υπηρέτης του σατανά Δέκιος, βλέπων το ανίκητον και αμετάθετον της γνώμης των Μαρτύρων, προσέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Έφεραν λοιπόν τους Μάρτυρας εις τόπον Αλώνιον λεγόμενον, πλησίον της πόλεως, φθάσαντες δε οι Άγιοι εφιλονίκουν ποίος να θανατωθή πρώτος, δια να λάβη και πρώτος τον στέφανον. Έπαυσε δε την φιλονικίαν ταύτην ο μακάριος Θεόδουλος, ειπών, ότι ο έσχατος είναι πρώτος και τιμιώτερος, εάν και δεν φοβηθή βλέπων τον θάνατον των προτέρων. Ο λόγος ούτος του Θεοδούλου ήρεσεν εις όλους τους Αγίους· όθεν εδόθησαν από κοινού εις προσευχήν, λέγοντες· «Ευλογητός Κύριος, ος ουκ έδωκας ημάς εις θήραν τοις οδούσιν αυτών» (Ψαλμ. ρκγ΄: 6), και τα επίλοιπα του Ψαλμού. Πηγαίνοντες δε οι μακάριοι εις τον τόπον της εκτελέσεως προσηύχοντο λέγοντες· «Σπλαγχνίσου, Κύριε, τους δούλους Σου και δέξαι το αίμα ημών, εις τιμήν και δόξαν του Αγίου Σου Ονόματος. Στερέωσον, Κύριε, τους ευσεβείς αδελφούς μας Χριστιανούς και εξάγαγε από του σκότους της αγνωσίας την επίγειον ταύτην πατρίδα ημών και οδήγησον πάντας τους εν ταύτη οικούντας και πάντας τους δούλους Σου εις Σε το αϊδιον φως, αιώνιε Βασιλεύ». Ούτως εκάστου προσευξαμένου έκοψαν οι δήμιοι τας ιεράς και καλλινίκους κεφαλάς αυτών. Αναχωρησάντων δε των δημίων, τινές από τους ευσεβείς, λαβόντες τα ιερά αυτών Λείψανα, τα ενεταφίασαν τιμίως. Μετά ταύτα, όταν η ευσέβεια επλήθυνε σχεδόν εις όλην την οικουμένην, ήλθεν από τα βασίλεια ο αγιώτατος Πατριάρχης Παύλος έχων εις την συνοδείαν του και άλλους εγκρίτους άνδρας και ήνοιξε τον τάφον των γίων, εύρε δε τα ιερά και άγια αυτών Λείψανα, ω της δυνάμεώς σου, Χριστέ Βασιλεύ! ως ζώντα ένδροσα και ανθηρά, και λαβών αυτά τα έφερεν εις την Βασιλίδα των πόλεων και τα ενεταφίασαν εκεί, ένθα ήσαν τεθαμμένα και τα ιερά και μαρτυρικά Λείψανα των Αγίων Νηπίων, ίνα ως κοινοί σωτήρες και άγρυπνοι φύλακες διαφυλάττωσιν ημάς από όλα τα λυπηρά. Αυτών ταις αγίαις πρεσβείαις τύχοιμεν και των αιωνίων αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.