Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

ΛΟΓΟΣ Β΄ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

                                           (Ληφθείς εκ του Μακαρίου Σκορδίλη)                                                                                            
«Ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα· και ελθόντες εις την οικίαν, είδον το Παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (Ματθ. β: 10-11).                         
Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε· άσατε τω Κυρίω πάσα η γη· εξέλθετε λοιπόν από τας θύρας του ουρανού, σεις οι λειτουργοί του πρώτου Φωτός, αι δεύτεραι λάμψεις και ακτίνες της υπερφώτου Ουσίας, τα νοερά και άϋλα πνεύματα των Αγγελικών ουσιών, δια την παράδοξον ταύτην θεωρίαν εξέλθετε, δια να τον προϋπαντήσετε ουχί ως φοβερόν Βασιλέα επάνω εις τα ύψη του ουρανού, αλλ΄ ως ταπεινότατον δούλον μέσα εις το σπήλαιον της Βηθλεέμ· ουχί δια να ψάλλετε τον εν τοις υψίστοις μέγαν Θεόν, αλλά το εν τοις ταπεινοίς μικρότατον Βρέφος· «και εξαίφνης εγένετο συν τω Αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου, αινούντων τον Θεόν και λεγόντων· δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β: 13-14). Αλλά και σεις οι απόγονοι του Βαλαάμ μάντεις, οι εκ της Περσίδος βασιλείς, σήμερον τέλος πάντων απορρίψατε τας αστρονομικάς βίβλους, δια να αναλάβετε έτερα τρία δώρα, σύμβολα θαυμασιωτάτου Βασιλέως· ιδού τον του ηλίου αυγερινόν, δεικνύοντα το φως το αληθινόν· ιδού τον λαμπρότατον αστέρα επί την Βηθλεέμ, ο οποίος αυγάζει την πάντερπνον ευφροσύνην εις τας καρδίας σας, την φαιδράν αγλλίασιν εις τας ψυχάς σας· «ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. β: 10).  Δεύτε λοιπόν και ημείς, ω φυλαί και λαοί των Χριστιανών, όσοι εβυθίσθημεν δια την παρακοήν μέσα εις τον μυχιαίτατον τόπον της κολάσεως, δεύτε και αναβιβασθώμεν από τον τάρταρον των αμαρτιών μας επάνω εις το ύψος της φρικωδεστάτης οικονομίας, επάνω εις το σημερινόν μυστήριον της ιδικής μας σωτηρίας. Δεύτε υψωθώμεν εν τη των Ποιμένων μυστικωτάτη θεωρία, εν τη των Αγγέλων μελωδική δοξολογία. Δεύτε και ίδωμεν παράδοξα σήμερον, νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων· δεύτε και λαοί λαμπρυνθώμεν οι πάντες, ουχί εν ιματίοις κεκοσμημένοι, αλλά εν πράγμασι θεαρέστοις, δια να προσκυνήσωμεν Θεόν, παιδίον γενόμενον, αόρατον Βασιλέα σπαργανούμενον. Δεύτε, ω αδελφοί, και θαυμάσωμεν μετά του Ιωσήφ το μυστήριον· δεύτε και φρίξωμεν μετά της Παρθένου το παράδοξον θαύμα. Δεύτε και ακολουθείτε μοι νοητώς, ω τρυφηταί των εορτών, με αγάπην, με κατάνυξιν, μέχρι της Βηθλεέμ, δια να ίδωμεν το μέγα τούτο μυστήριον, το οποίον μας εφανέρωσε σήμερον ο Δεσπότης. Δεύτε και ακολουθείτε, δια να μάθετε δύο μεγάλα μυστήρια εις την σεβάσμιον ταύτην πανήγυριν· α΄ ότι ο Θεός όπου τίκτεται σήμερον, πως τάχα τον πιστεύομεν; Β΄ ότι ο Θεός όπου δεν θεωρείται φυσικά, πως τάχα τον βλέπομεν; «διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός, ο ο Κύριος εγνώρισεν ημίν» (Λουκ. β: 15). Έπρεπε σήμερον, ακροαταί, δεν λέγω να θαυμάζη και να φρίττη κάθε γλώσσα ανθρώπου, αλλά και παντελώς να βυθίζηται εις το χάος της αφωνίας, δια το πέλαγος των τερατουργημάτων όπου βλέπει εις την Γέννησιν του Σωτήρος· και αληθώς βλέπων καγώ ο αμαρτωλός τόσα μεγάλα θαυμάσια, τόσα ακατανόητα μυστήρια, εγώ ο αμαθής και αγράμματος, ευθύς δειλιώ, τρομάζω και φρίττω· διότι ως αρχάριος της θεολογικής επιστήμης και πάσης φιλοσοφικής διδασκαλίας, φοβούμαι μη ήθελε πνιγώ εις την θάλασσαν των τοιούτων φρικτών μυστηρίων, αποφασίζων δια να αντλήσω την σήμερον από αυτά τα σωτήρια νάματα και να ποτίσω πλουσίως με αγαλλίασιν τας ψυχάς σας. Αλλοίμονον και πως δεν ήθελε φρίξω, ω Υιέ του Θεού, βλέπων σήμερον σε τον αόρατον, εντός φάτνης των αλόγων ανακλινόμενον; Πως δεν ήθελε κρυώσω και τρομάσω από τον τρόμον, θεωρών σε τον καθήμενον επί των Χερουβείμ και αναπαυόμενον επί των Σεραφείμ, να κείτεσαι τώρα ως νήπιον εντός ενός καταφρονεμένου Σπηλαίου; Να ενδύεσαι τώρα με ράκη ως βρέφος εσπαργανωμένον, συ όπου στολίζεις τον ουρανόν με φώτα διαυγή των αστέρων; Αν ο Ιωσήφ όλος θαυμάζη, η Μήτηρ εκπλήττεται και τα άλογα ζώα απορούσιν επί την θαυμασίαν σου Γέννησιν, πως ήθελον αποτολμήσει εγώ ο αμαρτωλός, δια να διηγούμαι τοιαύτα φοβερά μυστήρια; Αν οι Ποιμένες θαυμάζουν, οι Μάγοι προσπίπτουν, και οι Άγιοι Άγγελοι αοράτως δοξολογούν, πως ήθελον ανοίξω εγώ το αμαρτωλόν στόμα, δια να κηρύξω τεράστια, δια να υμνολογήσω θαυμάσια; Αχ, βέβαια, πίπτω εις θάμβος, ρίπτομαι εις δειλίαν, ευθύς άμα συλλογισθώ το άφραστον βάθος των μυστηρίων σου· «αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου»; Αλλ΄ όμως θαρρών εις την άβυσσον ταύτην των κριμάτων και της σοφίας σου ελπίζω να διώξης απ΄ εμού τον φόβον, να αφανίσης το σκότος εκ της καρδίας μου, και να λάμψης το φως της θεογνωσίας σου επί την αμαρτωλήν μου ψυχήν, δια να εννοήσω εγώ και οι ακροαταί μου, πως τάχα πρέπει να σε πιστεύωμεν. Μέγα μυστήριον, ακροαταί μου, αυτό όπου βλέπομεν σήμερον· ένας φοβερώτατος Θεός, να γίνεται ένας ταπεινός άνθρωπος; Ο Απερίγραπτος περιγραπτός; Ο Ασώματος υλικός; Ο Αόρατος ορατός; Εκείνος όπου έπλασε λόγω μόνω με την σοφίαν του όλην την φύσιν, ουράνιον και επίγειον, να πλάττεται σήμερον και να κτίζεται; Εκείνος όπου δεν χωρείται εις τον ουρανόν, εις την γην, εις την θάλασσαν, να χωρήται εις φάτνην των αλόγων; Ω των παραδόξων παραδοξότερον θέαμα! Ω των απορρήτων ακατανόητον πλήρωμα! Και ποίος τάχα να είναι ικανός, δια να μας εξηγήση το μυστήριον; Εδώ βλέπομεν ένα διδάσκαλον της οικουμένης, όπου έχει όλην την σοφίαν του Παναγίου Πνεύματος εντός της καρδίας του, όπου αναβαίνει μέχρι τρίτου ουρανού ως Άγγελος, όπου εμβαίνει εις τον Παράδεισον ως καθαρός, όπου ακούει άρρητα ρήματα των αϋλων Αγγέλων, και πάλιν θαυμάζων δια το μυστήριον τούτο βοά εξεστηκώς· «ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού» (Ρωμ. ια: 33). Και λοιπόν ποίος άλλος δύναται τάχα, δια να μας είπη πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο; Τάχα αυτό έχει ουσίαν και φύσιν Θεού, ή μόνον φύσιν ανθρώπου; Είναι μέγας Θεός, ή είναι μικρός άνθρωπος; Βασιλεύς των Αγγέλων, ή δούλος των ανθρώπων; Δημιουργός όλου του κόσμου, ή δημιουργημένος από την Παρθένον; Αόρατος Θεός, ή ορατός άνθρωπος; Άϋλος και ασώματος, ή υλικός και σωματικός; Απαθής και αθάνατος, ή παθητός τε και θνητός; Προαιώνιος Λόγος του Πατρός, ή χρονικόν παιδίον της Μητρός; Ελθέ λοιπόν εν μέσω ημών, ω θεολογικώτατε διδάσκαλε, δια να μας λύσης την απορίαν, δια να λάμψης το φως της θεογνωσίας επί τας ψυχάς μας, δια να μας διδάξης πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο. Θεόν τέλειον (ερμηνεύει ο Δαμασκηνός Ιωάννης εν τω γ΄ κεφ. του γ΄ βιβλ.) «Θεόν τέλειον, και άνθρωπον τέλειον, τον αυτόν, και είναι, και λέγεσθαι, εκ δύο τε, και εν δυσίν ομολογούμεν φύσεσιν»· καλά, ω θείε Δαμασκηνέ, το Παιδίον αυτό είναι τέλειος Θεός, και τέλειος άνθρωπος, ως λέγεις, μα πως ημπορεί να ευρίσκωνται δύο ουσίαι εις εν Παιδίον; Πως είναι δυνατόν δύο εναντία πράγματα να είναι εις μίαν υπόστασιν; Πυρ και ύδωρ, άϋλον και υλικόν, φως και σκότος, άφθαρτον και φθαρτόν, αιώνιον και πρόσκαιρον, συμφωνούσι ποτέ; «των εναντίων ουδεμία αναλογία»· τάχα χωριστά είναι η μία από την άλλην ουσίαν, ή και αι δύο ομού; Δύο υποστάσεις αποτελούσιν αι δύο αύται φύσεις, ή μόνον μίαν; Παράδοξον πράγμα· άφραστον το μυστήριον· αν είναι δύο ουσίαι και φύσεις εις το Παιδίον τούτο, πως βλέπομεν μόνον ένα Παιδίον γεγεννημένον; Και αν είναι εν Παιδίον, πως έχει δύο ουσίας; Φανέρωσόν μας λοιπόν, ω μεγάλης θεολογίας φωνή, το παράδοξον τούτο μυστήριον· ερμήνευσόν μας πως πρέπει να πιστεύωμεν και να ομολογούμεν τον Υιόν του Θεού, και Υιόν της Παρθένου· ο νους μας είναι τεθολωμένος από το σκότος της αμαθείας, η ψυχή φορτωμένη από αμαρτίας, η καρδία στενή δια να εννοήση τοιούτον βάθος της Γεννήσεως του Ιησού μας· δια τούτο δείξον μας τον τρόπον, δια να εννοήσωμεν πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον! «Ώσπερ αι τρεις υποστάσεις (θεολογεί ο Θεολόγος εν τω ε΄ κεφ. του γ΄ βιβλ.) της Αγίας Τριάδος, ασυγχύτως τε ήνωνται και αδιαιρέτως διήρηνται και αριθμούνται, και ο αριθμός διαίρεσιν ή διάστασιν ή αλλοτρίωσιν και διανομήν εν αυταίς ουκ εργάζεται, τον αυτόν τρόπον και αι του Χριστού φύσεις, ει και ήνωνται, αλλ΄ ασυγχύτως ήνωνται· και ει εν αλλήλαις περιχωρούσιν, αλλά την εις αλλήλας τροπήν τε και μεταβολήν ου προσίενται». Καθώς λέγει ο θείος ούτος Πατήρ, Χριστιανοί μου, αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, χωρίς σύγχυσιν ενώνονται, και χωρίς διαίρεσιν διαιρούνται εις μίαν μόνην Ουσίαν και Φύσιν. Αλλ΄ όπως ο αριθμός των υποστάσεων δεν κατεργάζεται ούτε διαίρεσιν ούτε διάστασιν ούτε αλλοτρίωσιν εις αυτάς, κατά τον όμοιον τρόπον γνωρίζεται, ότι και αι δύο φύσεις του Χριστού, Θεότης τε και Ανθρωπότης, ανίσως και ενώνονται εις μίαν μόνην υπόστασιν, αλλά χωρίς σύγχυσιν και ανακάτωσιν ενούνται· και πάλιν, ανίσως και αι δύο φύσεις χωρούσιν εις τον Χριστόν, αλλά ούτε η ανθρωπότης μεταβάλλεται εις την Θεότητα, ούτε πάλιν η Θεότης εις την ανθρωπότητα, αλλά σώζεται ο όρος εν εκατέρα των φύσεων αμετάβλητος. Καθώς λοιπόν είναι αδύνατον εις την Αγίαν Τριάδα να είπωμεν ποτέ, ή να νοήσωμεν, τρεις φύσεις, επειδή είναι τρεις υποστάσεις, ούτε μίαν υπόστασιν, επειδή είναι μία ουσία και φύσις, αλλά μίαν μόνην ουσίαν και φύσιν εις τρεις υποστάσεις, ούτω και εις το Παιδίον τούτο όπου γεννάται την σήμερον, δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποτέ δύο υποστάσεις, διότι έχει δύο ουσίας, ούτε πάλιν μίαν ουσίαν, διότι έχει μίαν υπόστασιν, αλλά μίαν μόνην υπόστασιν εν δυσί τελείαις ταις φύσεσι και ενεργείαις. Προσκυνούμεν λοιπόν και λατρεύομεν εκεί μίαν μόνον ουσίαν και φύσιν της Θεότητος εν τρισίν υποστάσεσι, προσκυνούμεν και εδώ μίαν μόνην υπόστασιν, εν δυσί φύσεσιν. Ομολογούμεν εκεί αδιαίρετον την ουσίαν της Θεότητος, διηρημένας δε τας υποστάσεις και ασυγχύτους. Ομολογούμεν και εδώ αδιαίρετον την υπόστασιν, διηρημένας δε τας φύσεις και ασυγχύτους. Όλον εκεί αχώριστον τον Υιόν και συναϊδιον τω Πατρί και τω Πνεύματι, όλον αχώριστον και εδώ τον Υιόν εν τη Μητρί και τοις ανθρώποις. Εκεί άναρχον γέννησιν εκ του Πατρός, εδώ χρονικήν γέννησιν εκ της Μητρός· εκεί αμήτορα Υιόν εν Πατρί, εδώ απάτορα Υιόν εν Μητρί. Ώστε όπου εκεί ομολογούμεν και πιστεύομεν άσαρκον Λόγον εν ουρανώ εκ του Πατρός, εδώ πιστεύομεν σεσαρλωμένον τον Λόγον εν τη γη εκ της Μητρός. Πιστεύομεν λοιπόν το Παιδίον τούτο τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, δύο τας φύσεις και ενεργείας δοξάζοντες, εν μια μόνη τη υποστάσει. Πιστεύομεν και ομολογούμεν ακόμη και την Μαρίαν Παρθένον και Θεοτόκον, Παρθένον εν τόκω, προ τόκου και μετά τόκον, διότι απάτωρ εν τη γεννήσει ο Λόγος, Θεοτόκον, διότι ο γεννηθείς, και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος εγεννήθη εξ Αυτής. Εμάθαμεν το ένα μυστήριον της σημερινής εορτής· πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο. Αλλά πώς να μάθωμεν δια το άλλο, το οποίον φαίνεται πολύ δύσκολον; Είπομεν, ότι ο Θεός φύσει δεν θεωρείται από τινα, λοιπόν πως θα τον ίδωμεν ημείς; Θεός τέλειος και άνθρωπος τέλειος, μας είπεν ο Δαμασκηνός, ότι είναι το Παιδίον τούτο, και τοιουτοτρόπως να το πιστεύωμεν· ως Άνθρωπον το θεωρούμεν εν τη φάτνη, διότι είναι νήπιον, διότι είναι σεσαρκωμένον, διότι τρέφεται με γάλα, διότι ενδύεται με σπάργανα, ίδια της ανθρωπίνης φύσεως. Δια να το ίδωμεν όμως ως Θεόν, εδώ μεγάλη η δυσκολία· ακούω τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην όπου λέγει· «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωαν. α: 18)· και αφού κανένας δεν είδε ποτέ τον Θεόν (κατά την μαρτυρίαν του Ιωάννου), πως ημπορούμεν τώρα ημείς να Τον ίδωμεν την σήμερον εις την Βηθλεέμ; Αλλ΄ αυτού βλέπω μέγαν Προφήτην όπου αναβαίνει δρομαίως εις το όρος του Σινά δια να ίδη τον Θεόν, και να ομιλήση με Αυτόν· και εγώ θέλω να φωνάξω δια να μου δείξη τον τρόπον να ίδω και εγώ τον Θεόν· Μωϋσή, Μωϋσή, μένε ολίγον παρακαλώ, δια να σε ερωτήσω δι΄ εν μυστήριον, αυτού όπου αναβαίνεις δια να ίδης τον Θεόν· δεν με παίρνεις και εμέ, δια να ίδω το σεβάσμιον Αυτού πρόσωπον; Δεν μοι ερμηνεύεις τον τρόπον δια να ίδω και εγώ τοιούτον παράδοξον θαύμα; Αχ, με κωλύουν αι αμαρτίαι, και δια τούτο μου λέγει ο Μωϋσής· «Μη, μη εγγίσης ώδε· είναι τρόμος και φόβος, εδώ σείονται τα βουνά, καπνίζονται αι κορυφαί και τρέμει το όρος από τον φόβον· εδώ αστραπαί, εδώ θύελλα και γνόφος· εδώ φλόγες αναβαίνουν έως τον ουρανόν· εδώ αι βρονταί των σαλπίγγων· εδώ καίεται η κορυφή του Σινά από το πυρ της Θεότητος, ώστε μη υποφέρων να ενατενίσω εις τας ακτίνας εκείνας της θείας δόξης, σκεπάζω το πρόσωπον, και τρέμων από τον φόβον μου κρύπτομαι εντός λίθου· μη με εγγίσης λοιπόν, διότι και εγώ, μόλις είδον τα οπίσθια του Θεού αμυδρώς».                                                    
Φευ της δυστυχίας! Και αν ο Μωϋσής, όπου είναι Προφήτης και Άγιος, δεν ημπορεί να ίδη τον Θεόν, ημείς οι αμαρτωλοί πως θέλομεν τον ίδει; «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωάν. α: 18)· και πώς να τον θεωρήσωμεν; Ακολουθείτε λοιπόν έως εις την Βηθλεέμ, και ίσως να τον ίδωμεν· αυτού δεν είναι φόβος, αστραπαί, γνόφος και φλόγες, ως εις το Σινά· είναι μάλιστα μεγάλη χαρά· «Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (Λουκ. β: 10)· είναι Ιωσήφ ολίγον λυπημένος, είναι Μαρία Μητέρα, είναι Ποιμένες θαυμάζοντες, είναι βασιλείς δωροφορούντες, είναι πλήθος στρατιάς ουρανίου δοξολογούντες· είναι σπήλαιον, φάτνη και κτήνη, όλα εις χαράν και αγαλλίασιν· είναι μικρόν Παιδίον εσπαργανωμένον εν τη φάτνη· ακολουθείτε λοιπόν, και ιδού το παιδίον ο Ιησούς αυτό είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Βλέπετε τώρα Χριστιανοί με τους οφθαλμούς τον αόρατον Θεόν; Τον πιάνετε με τας χείρας; Αλλ΄ ουχί· πάλιν σεις δεν εννοείτε το Παιδίον τούτο, ότι είναι καθαρός Θεός, πάλιν σεις δεν θεωρείτς τόσον λαμπρά τον αόρατον Θεόν, διότι έχετε σκεπασμένον το πρόσωπον της διανοίας, ουχί ως ο Μωϋσής από τον φόβον, αλλά ως απαίδευτοι από τον λόγον· και λοιπόν προσέχετε μόνον, και θα τον ίδητε με τους οφθαλμούς, και θα τον πιάσετε με τας χείρας.   Δεν είναι αληθές, Χριστιανοί, ότι ούτος ο λόγος όπου ομιλώ εγώ και τον ακούετε τώρα σεις, γεννάται μέσα από τον νουν μου; Ναι, βέβαια· λοιπόν υτός ο προφορικός λόγος είναι άϋλος, είναι ασώματος· και δια τούτο, ούτε θεωρείται ούτε πιάνεται· διατί, ειπέτε μοι; Όταν εγώ τώρα ομιλώ τον πανηγυρικόν τούτον λόγον, και τον ακούετε, ημπορεί κανείς από σας ή να τον ίδη με τους οφθαλμούς, ή να τον πιάση με τας χείρας; Ουχί ποτέ· τόσον μόνον όπου ακούετε τον ήχον της φωνής μου, ο οποίος εξέρχεται εκ του στόματός μου, σχίζει τον επιπροσθούντα αέρα, και εκείνος ο κτύπος είναι όπου εμβαίνει εντός των ωτίων σας, και ακούετε τον λόγον· τοιουτοτρόπως είναι φύσει ο λόγος ούτος και αόρατος και αψηλάφητος· αλλ΄ αν πιάσω τον κάλαμον με την χείρα, έπειτα να ζωγραφήσω ή και να κοσμήσω τον λόγον τούτον με φορέματα, ήτοι με τα γράμματα, με τα στοιχεία, επάνω εις χάρτην, τότε παρευθύς δεν γίνεται ορατός και ψηλαφητός ο αόρατος λόγος; Τότε παρευθύς δεν τον βλέπετε με τους οφθαλμούς, και τον πιάνετε με τας χείρας; Ναι βέβαια, διότι ούτω θέλει και η αλήθεια· τούτο βεβαιώνει και ο εξ Αγκύρας Θεόδοτος εις τον λόγον των Γενεθλίων· «επειδάν ο λόγος ενδύσηται γράμματα και στοιχεία, φαινόμενος γίνεται, όψει καταλαμβάνεται, αφή ψηλαφάται».                                         
Τώρα αυτό το Παιδίον είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο ενυπόστατος Λόγος του Πατρός, ο ομοούσιος και συναϊδιος τω Πατρί και τω Πνεύματι· ο οποίος ήτο πρώτον ασώματος και άϋλος φύσει, και δεν ηδυνάμεθα ούτε να τον ίδωμεν ούτε να τον πιάσωμεν· και τούτο είναι όπου προείπομεν με τον Ευαγγελιστήν· «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωάν. α: 18)· αλλά τώρα, διότι εζωγραφήθη με τον κάλαμον του Παναγίου Πνεύματος από τον άναρχον Νουν, τον Πατέρα, εντός του χάρτου, εις την κοιλίαν της Παρθένου, και εστολίσθη με τα γράμματα, δηλαδή με την σάρκα, γίνεται παρευθύς ορατός και ψηλαφητός ο αψηλάφητος· παρευθύς τον θεωρούμεν με τους οφθαλμούς, τον πιάνομεν με τας χείρας· θεολογεί εις τούτο και πάλιν ο του Θεού ηγαπημένος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης· «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης Χάριτος και αληθείας» (Ιωάν. α: 14). Εννοήσατε λοιπόν, αδελφοί μου, ότι εδώ είναι νους, εκεί είναι Πατήρ· εδώ είναι λόγος προφορικός όπου γεννάται από τον νουν αϊδίως, εκεί ουχί προφορικός, αλλ΄ ενυπόστατος Λόγος και ουσιώδης όπου γεννάται από τον Πατέρα αϊδίως· εδώ εις τον νουν και εις τον χάρτην αχώριστος ο λόγος, εκεί επάνω εις τον Πατέρα και κάτω εις την Μητέρα αχώριστος ο ενυπόστατος Λόγος· εδώ μόνον η χειρ μου δια γραμμάτων γεννά τον λόγον επάνω εις τον χάρτην και ουχί ο νους, εκεί η Παρθένος δια του σώματος γεννά τον Θεόν επάνω εις την Βηθλεέμ, και ουχί ο Πατήρ· εδώ βλέπετε τον λόγον μου επάνω εις τον χάρτην, διότι τον εστόλισα με τα γράμματα και τον πιάνετε· εκεί βλέπετε τον Λόγον του Θεού επάνω εις την Βηθλεέμ, διότι τον εστόλισεν η Παρθένος με την σάρκα και τον πιάνετε· εδώ ο νους γεννά αϊδίως τον λόγον, και η χειρ μόνον άπαξ εις τον χάρτην, εκεί ο Πατήρ γεννά αϊδίως τον Λόγον, και η Παναγία μόνον άπαξ εις την φάτνην· ούτος είναι ο τρόπος, Χριστιανοί, με τον οποίον βλέπετε σήμερον τον αόρατον Θεόν με τα όμματα και τον πιάνετε με τας χείρας, ό,τι λογής θεωρείτε τον λόγον μου εις τον χάρτην και τον πιάνετε· δεν χρειάζεται τώρα άλλο, παρά να θεωρήσετε νοητώς και να πιάσετε τον αόρατον, δια να εννοήσητε σήμερον τοιούτον παράδοξον μυστήριον· διότι ό,τι λογής δεν ημπορείτε να θεωρήσετε και να πιάσετε τον λόγον όπου γράφει η χειρ μου δια γραμμάτων επάνω εις τον χάρτην, αν δεν αναβιβάσετε πρώτον τον νουν σας εις την θεωρίαν του λόγου, τοιουτοτρόπως δεν ημπορείτε να θεωρήσετε και να ψηλαφήσετε τον Θεόν όπου γεννά η Παρθένος Μαρία δια σαρκός επάνω εις την Βηθλεέμ, ανίσως και δεν υψώσετε πρώτον τον νουν εις την μυστηριωδεστάτην θεωρίαν του Υιού και Λόγου του Θεού. Υψώσατε λοιπόν τον νουν, την διάνοιαν, τον στοχασμόν, εις το γεννηθέν τούτο Παιδίον, και βλέποντες και πιάνοντες νοητώς τον Θεόν, προσκυνείτε και ψάλλετε ευφραινόμενοι· «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. οστ: 14-15, οα΄: 18). Ψάλατε αυτώ και προσκυνείτε την Βασιλείαν του, διότι εγώ ακούω ένα άλλον βασιλέα όπου ετοιμάζεται και αυτός δήθεν δια να τον προσκυνήση και δια τούτο θέλω να του ομιλήσω και να του είπω τοιούτους λόγους. Παράνομε και ασεβέστατε βασιλεύ, διότι ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού γεννάται την σήμερον εις την Βηθλεέμ από την Παναγίαν την Παρθένον, συ βλέπων και καταλαμβάνων τούτον τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, διατί σκοτίζεσαι και ταράττεσαι και αφρίζεις; Διότι εγεννήθη σήμερον ο Χριστός μου Ιησούς εις την γην, συ φθονείς και αγριώνεσαι και θυμώνεις; Συ προσποιείσαι προσκύνησιν, δια να τον φονεύσης; Συ πολεμείς τον ουράνιον Θεόν, ο οποίος σοι εχάρισεν, αχάριστε, την βασιλείαν και την ζωήν, συ φονεύεις τα νήπια και αρπάζεις ταύτα από τας αγκάλας των μητέρων των; συ ποτίζεις την γην περισσότερον από τα αίματα, παρά η βροχή από τα νάματα; Συ σφάζεις δεκατέσσαρας χιλιάδας παιδία, τόσον ώστε να κάνης ώσπερ βουνά τα σώματά των, ανακατωμένα με τας κεφαλάς τας κεκομμένας και επάνω αυτών μητέρες ολιγοψυχισμέναι; Ω ουρανέ και πως δεν κατακαίεις με τα αστροπελέκια τοιούτον παράνομον άνθρωπον; ω γη και πως δεν σχίζεσαι ταύτην την ώραν, δια να καταπίης τοιούτον βρεφοκτόνον Ηρώδην; Α, μάταιε και ασεβή, α, θεοκτόνε και φθονερέ βασιλεύ! Ο αναίσθητος λίθος συμπονεί και λυπείται δια τον φόνον όπου ποιείς εις τα βρέφη και σχιζόμενος εις δύο μέρη κρύπτει την Ελισάβετ με τον Ιωάννην, δια να μη τον φονεύσης, και δεν σχίζεται η λιθίνη καρδία σου, να γνωρίση την αμαρτίαν, να ακούση τας φωνάς των μητέρων και να λυπηθή εις τα δάκρυα όπου χύνουν; «Παύσατε, παύσατε, ω ευλογημέναι μητέρες, την λύπην, παύσατε τα δάκρυα και τους πόνους, διότι ταχέως επέρχεται η θεία δίκη επί την κεφαλήν του αντιδίκου σας, να θερίση την ζωήν του και να ρίψη την πονηράν του ψυχήν εις την αιώνιον κόλασιν· οι δε τρυφερώτατοι βλαστοί, τα ηγαπημένα σας τέκνα, όπου εσφάγησαν δια την Γέννησιν του Κυρίου και Σωτήρος μας, θέλουν ανθήσει εις τον ουράνιον λειμώνα, εις την Βασιλείαν των ουρανών, δια να πέμπωσιν εκείθεν την ευωδίαν εις τας ψυχάς σας». Ημάς δε, ω Υιέ του Θεού, όπου μας ηξίωσες σήμερον και επροφθάσαμεν εις την Αγίαν σου Γέννησιν, ως όπου εχρίσθημεν και εβαπτίσθημεν εις την Αγίαν Τριάδα, πιστεύομεν και ομολογούμεν σε το μικρόν Βρέφος, τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, ομολογούμεν αχώριστον του Πατρός και αχώριστον της Μητρός. Προσκυνούμεν μίαν ουσίαν και φύσιν εις την Αγίαν Τριάδα εν τρισίν υποστάσεσι· προσκυνούμεν και μίαν υπόστασιν εις σε τον θείον Λόγον εν δυσί φύσεσι και ενεργείαις. Ομολογούμεν ασυγχύτως και αδιαιρέτως τας υποστάσεις εκεί εις την ουσίαν, ομολογούμεν και εδώ, συγχύτως και αδιαιρέτως τας φύσεις εις την υπόστασιν· ορώμεν σε τον αόρατον Θεόν εν τη φάτνη ώσπερ τον ημέτερον λόγον εν τω χάρτη. Κηρύττομεν και την Μητέρα σου, Παρθένον και Θεοτόκον. Προσκυνούμεν τα σπάργανα, υμνούμεν την φάτνην, δοξολογούμεν την Αγίαν σου Γέννησιν, δι΄ ης και ελπίζομεν να απολαύσωμεν την Βασιλείαν σου. Αμήν.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Λόγος πεζή φράσει εις την κατά Σάρκα --- ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

ΛΟΓΟΣ  Α΄                                                                                                                            Δαμασκηνού Μοναχού, του Υποδιακόνου και Στουδίτου                                                                                                                                    
Αι εορταί της Εκκλησίας μας, ευλογημένοι Χριστιανοί, ομοιάζουν ωσάν μεγάλον και υπέρλαμπρον κήπον, εις τον οποίον υπάρχουν όλα τα άνθη· εντός δε του κήπου αυτού κάθηται Βασιλεύς λαμπροφόρος, όστις προσκαλεί πάντας τους ανθρώπους και συνομιλεί μετ΄ αυτών· όσοι δε εισέλθουν εις αυτόν, έχουν μεν χαράν, διότι ωσφράνθησαν τα ωραία εκείνα άνθη, αλλά περισσότερον χαίρονται, διότι επλησίασαν τον Βασιλέα και συνωμίλησαν μετ΄ αυτού· ούτως είναι και αι εορταί και αι μνήμαι των Αγίων. Κήπος είναι η Εκκλησία μας η Αγία και θεοτίμητος· άνθη είναι αι πανηγύρεις των Αγίων όλων, είτε Μαρτύρων είπης, είτε Ιεραρχών, είτε Αποστόλων, είτε Προφητών, είτε άλλου τινός. Βασιλεύς δε μέγας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι, ο λαμπρός, ο καθαρός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο ιατρός των ανθρώπων, ο ζωοδότης των κτισμάτων όλων. Εις όλας λοιπόν τας εορτάς των Αγίων χαίρομεν και ευφραινόμεθα οι ευσεβείς Χριστιανοί, καθώς το λέγει και ο σοφός Σολομών· «Εγκωμιαζομένων δικαίων, ευφρανθήσονται λαοί» (Παρ. κθ: 2). Αλλά εις τας Δεσποτικάς εορτάς περισσότερον χαίρομεν, διότι βασιλική πανήγυρις είναι και η τιμή Βασιλέως γίνεται· διότι των δούλων αι τιμαί ολιγώτερον έχουν τον έπαινον και τα εγκώμια και τας πανηγύρεις· του βασιλέως δε η τιμή και η δόξα πρέπει να υπερβαίνη, διότι τότε πας άνθρωπος χρεωστεί να πανηγυρίζη, να χαίρη, να ευφραίνεται και να κάμνη όσα αρέσουν εις τον βασιλέα. Τοιαύτην εορτήν έχομεν και τοιαύτην ημέραν εορτάζομεν του Βασιλέως της ειρήνης και του κόσμου όλου, του ουρανίου, του αφθάρτου, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ποία δε είναι και πως ονομάζεται; Χριστούγεννα· ως να είπωμεν, Θεού φανέρωσις· διότι σήμερον ο αόρατος φαίνεται, ο Θεός άνθρωπος γίνεται· ο Θεός, όστις αρχήν δεν έχει, σήμερον γεννάται εις χρόνον· τι άλλο περισσότερον; Τι άλλο παραδοξότερον; Ποίος να ακούση και να μη θαυμάση; Τις να το συλλογισθή και να μη καταπλαγή; Ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος; Πόθεν και διατί; Δια την ιδικήν μας σωτηρίαν· δια το ιδικόν μας καλόν· δια να μας ελευθερώση από του μιαρού διαβόλου τας χείρας.

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

η κατά Σάρκα ΓΕΝΝΗΣΙΣ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Τη ΚΕ΄ (25) του αυτού μηνός η κατά Σάρκα ΓΕΝΝΗΣΙΣ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.                                                                                                 
Η Γέννησις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού ούτως εγένετο.  Βλέπων ο φιλάνθρωπος Θεός ότι το γένος των ανθρώπων ετυραννείτο υπό του διαβόλου, ευσπλαγχνίσθη, και αποστείλας τον Άγγελον αυτού Γαβριήλ διεμήνυσε δι΄ αυτού εις την Θεοτόκον το «Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου»· ειπούσης δε Αυτής το «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», ευθύς συνελήφθη εν τη αχράντω και παρθενική μήτρα αυτής ο Υιός και Λόγος του Θεού και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Όταν δε ήγγιζον προς το συμπληρούσθαι οι εννέα μήνες από της Συλλήψεως, τότε εξεδόθη διάταγμα υπό του Καίσαρος Αυγούστου, ίνα απογραφή όλη η οικουμένη, ήτις ήτο υπό την εξουσίαν του· ταύτην δε την απογραφήν ίνα ενεργήση, απεστάλη ο ηγεμών Κυρήνιος εις τα Ιεροσόλυμα. Τότε λοιπόν ανέβη και Ιωσήφ ο Μνήστωρ και φύλαξ της Θεοτόκου μετ΄ Αυτής εις την Βηθλεέμ, ίνα απογραφώσιν εκεί. Μέλλουσα δε να γεννήση η Παρθένος, δεν εύρε τόπον προς κατοικίαν, δια τον πολύν λαόν, όστις συνήχθη εκεί, και ο οποίος προλαβών κατώκησεν εις όλας τας οικίας της Βηθλεέμ. Δια τούτο εμβήκεν εντός πτωχικού σπηλαίου, ένθα εγέννησεν αφθόρως τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και σπαργανώσασα ως βρέφος τον Κτίστην των απάντων, έθηκεν αυτόν εις την φάτνην (Λουκ. β: 7) των αλόγων ζώων, διότι έμελλε να ελευθερώση ημάς από την αλογίαν.                           

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

O Αγιος Νικόλαος στρατιώτης κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του από στρατιωτών, και διήγησις ωφέλιμος.     
                                                                                     
Νικόλαος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγένετο στρατιώτης κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου του Πατρικίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωβ΄-ωια΄ (802-811). Ότε δε ο Νικηφόρος συνήθροισε στρατόν ίνα πολεμήση τους Βουλγάρους, τότε και ο Νικόλαος εξήλθε μετά των στρατευμάτων. Διερχόμενος δε εκ τινος τόπου, επειδή ήτο εσπέρα, έμεινεν εις πανδοχείον· και αφού εδείπνησε μετά του πανδοχέως, προσηυχήθη και επλάγιασεν ίνα κοιμηθή. Κατά δε τας εξ ή και επτά ώρας της νυκτός, η θυγάτηρ του πανδοχέως, τρωθείσα υπό σατανικού έρωτος, επήγεν εκεί όπου εκοιμάτο ο Όσιος και τον εκέντησε, παρακινούσα αυτόν εις αισχράν πράξιν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Παύσαι, ω γύναι, τον σατανικόν και αθέμιτον έρωτα, μη θελήσης δε και συ να μολύνης την παρθενίαν σου και εμέ τον ταλαίπωρον να καταβιβάσης εις του Άδου το πέταυρον». Αυτή δε ανεχώρησε μεν, αλλά μετ΄ ολίγην ώραν προσελθούσα και πάλιν ηνώχλει τον δίκαιον. Ο δε Όσιος την εδίωξε και δια δευτέραν φοράν, ήλεγξε δε και επετίμησεν αυτήν σφοδρώς· αλλ΄ εκείνη πάλιν ανεχώρησε, και πάλιν επέστρεψε, μεθυσμένη ούσα από τον έρωτα. Τότε ο Άγιος λέγει προς αυτήν· «Ταλαίπωρη και πάσης αναισχυντίας πεπληρωμένη, δεν βλέπεις ότι οι δαίμονες σε ταράττουσιν, ίνα και την παρθενίαν σου φθείρωσι και την ψυχήν σου κολάσωσι και ακολούθως σε καταστήσωσι γελοίαν και επονείδιστον εις όλους τους ανθρώπους; Δεν βλέπεις, ότι και εγώ ο ελάχιστος πορεύομαι με την βοήθειαν του Θεού εις έθνη βάρβαρα, και εις πόλεμον και αιματοχυσίαν; Πως λοιπόν να μολύνω την σάρκα μου, καθ΄ ον καιρόν υπάγω εις πόλεμον»; Ταύτα και άλλα όμοια επιπληκτικά λόγια ειπών ο δίκαιος προς την γυναίκα και αποβαλών αυτήν, ηγέρθη και αφού ετέλεσε την προσευχήν του, επήγεν εις την προκειμένην υπηρεσίαν του. Την δε ερχομένην νύκτα, καθώς εκοιμήθη, βλέπει ότι ίστατο εις υψηλόν και περίοπτον τόπον και ότι πλησίον του εκάθητο Κριτής, όστις είχε τον δεξιόν του πόδα τεθειμένον επί του αριστερού, και έλεγε προς αυτόν· «Βλέπεις τα στρατεύματα του ενός μέρους των Ρωμαίων και του άλλου μέρους των Βουλγάρων»; Ο δε Νικόλαος απεκρίνατο· «Ναι, Κύριε, βλέπω ότι οι Ρωμαίοι συγκόπτουσι και νικώσι τους Βουλγάρους». Τότε ο φαινόμενος λέγει προς τον δίκαιον· «Βλέπε εις εμέ». Ο δε στρέψας τους οφθαλμούς του προς αυτόν, είδεν, ότι τον μεν δεξιόν του πόδα είχεν επί της γης, τον δε αριστερόν επί του δεξιού· έπειτα ατενίσας προς τα στρατεύματα, βλέπει ότι οι εχθροί Βούλγαροι κατέκοπτον τους Ρωμαίους. Αφού δε έπαυσεν η συγκοπή και ο πόλεμος, λέγει ο φαινόμενος Κριτής προς τον δίκαιον· «Παρατήρησον καλώς τους τόπους των φονευθέντων σωμάτων και λέγε μοι τι βλέπεις». Ο δε Νικόλαος παρατηρήσας καλώς, είδεν όλην την γην εκείνην πλήρη νεκρών σωμάτων των φονευθέντων Ρωμαίων· μεταξύ δε αυτών βλέπει και τόπον πράσινον και ωραίον, διάστημα έχοντα έως μιας κλίνης ενός ανθρώπου. Τότε ο φαινόμενος φοβερός είπεν εις τον στρατιώτην Νικόλαον· «Και τίνος νομίζεις ότι είναι η κλίνη εκείνη»; Ο δε Νικόλαος απεκρίθη· «Ιδιώτης και αμαθής είμαι, αυθέντα μου, και δεν γνωρίζω». Λέγει προς αυτόν πάλιν εκείνος ο φοβερός· «Η κλίνη, την οποίαν βλέπεις, είναι ιδική σου, και εις αυτήν έμελλες να πέσης και συ, μετά των άλλων φονευθέντων συστρατιωτών σου· αλλ΄ επειδή κατά την παρελθούσαν νύκτα απετίναξας επιτηδείως και ενίκησας τον τρίπλοκον όφιν, ήτοι την γυναίκα, η οποία τρις σε επολέμησε παρακινούσα σε εις αισχράν πράξιν, δια τούτο συ ο ίδιος ελύτρωσας τον εαυτόν σου από της συγκοπής ταύτης και του θανάτου, και έσωσας την ψυχήν σου ομού και το σώμα σου. Λοιπόν ουδέ ψυχικός θάνατος θέλει σε κυριεύσει, εάν με υπηρετήσης γνησίως». Ταύτα ιδών ο δίκαιος και γενόμενος έμφοβος, εξύπνησε και εγερθείς εκ της κλίνης, προσευχήθη· οπισθοχωρήσας δε μιας ημέρας τόπον, ανέβη εις εν όρος, και εκεί προσηύχετο ησύχως προς τον Θεόν δια το Ρωμαϊκόν στράτευμα. Επειδή δε ο βασιλεύς επήγεν εις τας Κλεισωρείας της Βουλγαρίας, ανέβησαν και οι Βούλγαροι εις το όρος, αφήσαντες εις φύλαξιν του τόπου δεκαπέντε ως έγγιστα χιλιάδας στρατόν, τον οποίον οι Ρωμαίοι κατέσφαξαν. Όθεν υπερηφανευθέντες δια την νίκην ταύτην εγένοντο αμελείς· ενώ λοιπόν όλοι οι Ρωμαίοι αμερίμνως και απροφυλάκτως εκάθευδον, ήλθον κατ΄ αυτών νυκτός οι Βούλγαροι, και όλους σχεδόν, μετά του βασιλέως Νικηφόρου, τους διεπέρασαν εν στόματι μαχαίρας. Τότε ο δίκαιος Νικόλαος ενθυμηθείς την οπτασίαν την οποίαν είδεν, ηυχαρίστησε τον Θεόν, και επέστρεψεν οπίσω κλαίων και οδυρόμενος· έπειτα ελθών εις Μοναστήριον, έλαβε το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, και δουλεύσας γνησίως εις τον Θεόν αρκετά έτη, έγινε διακριτικώτατος και μέγας Πατήρ.


Της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος ΕΥΓΕΝΙΑΣ

Τη ΚΔ΄ (24η) του αυτού μηνός ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ και μνήμη της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος ΕΥΓΕΝΙΑΣ.
                                                         
Ευγενία η ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Κομμόδου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 180- 192. Ο πατήρ της ωνομάζετο Φίλιππος και ήτο έπαρχος Αλεξανδρείας, επιφανής και πλουσιώτατος, η δε μήτηρ της εκαλείτο Κλαυδία, είχε δε και αδελφούς δύο Αβίταν και Σέργιον καλουμένους. Ήτο δε η μακαρία Ευγενία κατά το όνομα και την ψυχήν ευγενεστάτη, εις το κάλλος ωραία και πάγκαλος και εις την πολιτείαν θαυμάσιος. Ο δε Φίλιππος έχων την εξουσίαν πάσης της Αιγύπτου, αν και ήτο ειδωλολάτρης, όμως είχε γνώμην καλήν και εκυβέρνα τον λαόν δικαίως· ηγάπα τους καλούς ανθρώπους, τους δε κακούς επαίδευεν αυστηρώς και μάλιστα τους μάντεις και τους Ιουδαίους, τους οποίους ουδόλως ήθελε να ακούση, αλλά τους εδίωκεν από όλην την επαρχίαν του και πολλούς δικαίως εφόνευσε, τους δε Χριστιανούς δεν εμίσει τόσον, διότι εγνώριζεν ότι ήσαν σώφρονες και ενάρετοι, και δι΄ αυτό τους ηυλαβείτο· όμως δια το πρόσταγμα του βασιλέως δεν τους άφηνε να κατοικώσιν εντός της πόλεως, μόνον δε έξω του τείχους τούς είχεν αφήσει τόπον τινά, εις τον οποίον διέμενον και επορεύοντο ως ήθελαν. Έβαλε λοιπόν ο πατήρ της την Ευγενίαν εις τα γράμματα ως φιλάρετος και εμάνθανε Ρωμαϊκά και Ελληνικά, ήτο δε αύτη τόσον ευφυής εις τον νουν, ώστε όταν έφθασεν εις το δέκατον πέμπτον έτος έγινε σοφωτάτη και όλοι την εθαύμαζον. Ακούων δε την αγαθήν αυτής φήμην εις ευγενέστατος και ένδοξος άρχων, όστις ήτο ύπατος την αξίαν εις την Ρώμην, ονομαζόμενος Ακυλίνος, εζήτησεν από τον πατέρα της να του την δώση δια γυναίκα, εκείνος δε ηρώτησεν αυτήν να είπη την γνώμην της, εάν έστεργε να κάμουν τους γάμους. Η δε απεκρίθη, ότι δεν ήθελε να φθείρη την παρθενίαν της, αλλ΄ επόθει να μείνη έως τέλους σώφρων και άμωμος· επειδή δε ήτο φιλομαθής, ανεγίνωσκε πολλάκις και τα των Χριστιανών βιβλία και της εφαίνοντο αληθέστερα από των ειδωλολατρών. Ημέραν δε τινα έτυχον εις τας χείρας της αι επιστολαί του Αποστόλου Παύλου, τας οποίας ανέγνωσεν επιμελώς και κατενύχθη πολύ, διότι εγνώρισεν ότι εις είναι ο αληθής Θεός, όστις εδημιούργησε τον κόσμον όλον εκ του μη όντος· όθεν επίστευσεν εις αυτόν πεφωτισμένη εκ θείου Πνεύματος. Εις το φανερόν όμως δεν επεδείκνυε την γνώμην της δια τον φόβον των γονέων της. Ημέραν δε τινα παρεκάλεσε τούτους να την αφήσουν να υπάγη έξωθεν της πόλεως να ίδη τους τόπους των, δια να λάβη ολίγην άνεσιν. Μη έχοντες δε εις αυτήν υποψίαν τινά οι γονείς της, της έδωσαν άδειαν να υπάγη όπου επεθύμει. Ανέβη λοιπόν εις άμαξαν ομού με τους ευνούχους αυτής Πρωτάν και Υάκινθον, οίτινες ήσαν εις τα Ελληνικά γράμματα πεπαιδευμένοι, διότι ακολουθούντες και φυλάττοντες την Αγίαν ήσαν μετ΄ αυτής ανά πάσαν ώραν και ήκουον τα μαθήματα. Αφού δε εξήλθον της πόλεως επήγαν εις τόπον τινά, εις τον οποίον είχον οι Χριστιανοί Εκκλησίαν και έψαλλον, κατ΄ ευδοκίαν δε Θεού έτυχον εκεί όταν έλεγον το εξής ρητόν του Προφήτου· «Πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια. Ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησεν». Ακούσασα ταύτα η Ευγενία εστέναξεν εκ βάθους καρδίας δια την πατρώαν πλάνην, έπειτα λέγει προς τους ευνούχους· «Αδελφοί μου ηγαπημένοι, γνωρίζω ότι και σεις είσθε πεπαιδευμένοι ικανώς εις τα δόγματα του Αριστοτέλους, του Πλάτωνος και των λοιπών φιλοσόφων και ποιητών, πλην αυτά όλα είναι μυθολογίαι, επειδή άλλοι εξ αυτών λέγουν ότι δεν υπάρχει Θεός, άλλοι δε πάλιν, ότι είναι πολλοί θεοί άλλοι μεγαλύτεροι και άλλοι μικρότεροι, φλυαρήματα δηλαδή, από τα οποία δύναται να γνωρίζη έκαστος φρόνιμος άνθρωπος, ότι όλοι όσοι πιστεύουσιν εις αυτά πλανώνται, και μόνον ούτοι οι Χριστιανοί γνωρίζουν την αλήθειαν καθώς φαίνεται και εις τα βιβλία των με μαρτυρίας αξιοπίστους, το βεβαιώνουν δε και με την πολιτείαν αυτών την ουράνιον, διάγοντες με σωφροσύνην, πτωχείαν και ταπείνωσιν. Δια τους λόγους λοιπόν τούτους θέλω και εγώ να γίνω Χριστιανή και αν σας φαίνεται εύλογον, συγκοινωνήσατε και σεις εις την γνώμην μου, εάν ποθείτε την σωτηρίαν σας, εγώ δε θέλω σας έχω όχι ως δούλους, αλλά ως ηγαπημένους μου αδελφούς, να έχωμεν ένα ποιμένα τον κοινόν Δεσπότην και Πατέρα Θεόν, τον δημιουργόν πάσης της κτίσεως». Αυτά και έτερα πλείονα λέγουσα, εύρεν ετοίμους και αυτούς εις την σωτήριον αυτήν συμβουλήν και εδέχθησαν, υποσχόμενοι να μη αποχωρισθούν ποτέ απ΄ αυτής. Αφού λοιπόν ενύκτωσε, κατέβησαν ησύχως εκ της αμάξης και ανεχώρησαν. Οι δε δούλοι, οίτινες προεπορεύοντο της αμάξης, δεν τους ηννόησαν ένεκεν του σκότους της νυκτός ή και κατ΄ οικονομίαν Θεού, αλλ΄ επήγαιναν έμπροσθεν ανύποπτοι, τα δε ζώα ηκολούθουν αυτούς. Αφού δε η Ευγενία μετά των ευνούχων της περιεπάτησεν ικανώς και έφθασαν εις τόπον τινά ήσυχον, είπε προς αυτούς· «Ήκουσα ότι εδώ πλησίον υπάρχει Μοναστήριον και είναι συνηγμένοι πολλοί Χριστιανοί, έχοντες Επίσκοπόν τινα ονόματι Έλενον πολύ ενάρετον, όστις έχει ορίσει προεστώτα τινα, Θεόδωρον το όνομα, να κυβερνά την Μονήν και να οδηγή τους αδελφούς εις την οδόν της σωτηρίας, έκαμαν δε αμφότεροι απείρους θαυματουργίας εις ασθενείς και τελούσι πολλάκις αγρυπνίας ολονυκτίους εις ψαλμωδίαν και δόξαν Θεού, αλλά γυναίκα ουδόλως συγχωρούσι να εισέλθη εις την Μονήν. Λοιπόν κουρεύσατέ μου την κόμην, να ενδυθώ δε και ανδρικά ενδύματα και να υπάγωμεν ομού να μας συναριθμήσουν με την αγίαν ταύτην αδελφότητα». Ο λόγος ούτος της Αγίας ήρεσεν εις αυτούς και ευθύς εξετέλεσαν το πρόσταγμα. Πηγαίνοντες δε προς την Μονήν αυτήν του Θεοδώρου, βλέπουν τον Επίσκοπον Έλενον, όστις ήρχετο από την Ηλιούπολιν της Αιγύπτου με πλήθος πολύ Χριστιανών ψάλλοντες ταύτα· «Η οδός των δικαίων κατηυθύνθη· η οδός των Αγίων ητοιμάσθη». Τούτο ηύθησε τον πόθον της κόρης και εθερμάνθη εις θείον έρωτα περισσότερον· όθεν ενωθείσα με τους Χριστιανούς, επορεύετο προς την προαναφερθείσαν Μονήν. Ηρώτησε δε και τινα, Ευτρόπιον ονόματι, ποίος ήτο ο γηραιός, όστις εβάδιζεν έμπροσθεν από τους άλλους.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Ο Άγιος Ναούμ ο Θαυματουργός

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΝΑΟΥΜ του Θαυματουργού, του φωτιστού και Ιεροκήρυκος της Βουλγαρίας. 
                                    
Ναούμ ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήκμαζε κατά τους χρόνους Μιχαήλ Γ΄ βασιλέως του Βυζαντίου, του υιού Θεοφίλου του Εικονομάχου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωμβ΄ -  ωξζ΄ (842-867), ότε και οι Άγιοι Κύριλλος, Μεθόδιος και Κλήμης διέτριβον εις Βουλγαρίαν αγωνιζόμενοι εις το να φωτίσωσι, δια της Πίστεως του Χριστού και της Ορθοδοξίας, το πεπλανημένον έθνος των Βουλγάρων. Εις τούτους τους πρώτους φωτιστάς της Βουλγαρίας γενόμενος κατά πάντα ακόλουθος ο θείος ούτος Ναούμ περιήρχετο μετ΄ αυτών όλας τας πόλεις της Βουλγαρίας, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, τυπτόμενος, λοιδορούμενος, θλιβόμενος και διωγμούς και μάστιγας υπομένων υπό των απίστων και εχθρών του Χριστού. Επειδή δε οι ανωτέρω Πατέρες, ο θείος δηλαδή Κύριλλος και οι Μεθόδιος και Κλήμης οι Ισαπόστολοι, ηθέλησαν να μεταγλωττίσωσι την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην εκ της Ελληνικής εις την Βουλγαρικήν, με τα στοιχεία εκείνα τα οποία εφεύρον εις κατάληψιν των Βουλγάρων, έκριναν εύλογον να αναφέρωσι περί του έργου αυτού και εις τον τότε Πάπαν της Ρώμης Ανδριανόν, ίνα λάβη το έργον αυτών και εξ εκείνου το κύρος και την βεβαίωσιν. Όθεν μετέβησαν εις Ρώμην έχοντες μεθ΄ εαυτών και τον θεσπέσιον τούτον Ναούμ, και έγιναν δεκτοί με μεγάλην τιμήν και φιλοφροσύνην από τον ρηθέντα Πάπαν. Έδειξε δε εκεί ο Θεός δια των ανωτέρω δούλων του πολλά θαύματα, εκ των οποίων και εξ άλλων αποκαλύψεων εγνώρισεν ο Πάπας, ότι το έργον το οποίον εποίησαν της μεταγλωττίσεως ήτο εκ Θεού· μάλιστα δε παραβάλλων το Ελληνικόν κείμενον των Γραφών με το Βουλγαρικόν, εύρεν αυτά σύμφωνα κατά πάντα. Όθεν εβεβαίωσε και εκύρωσε την μεταγλώττισιν ταύτην και εψήφισεν, ίνα αύτη δοθή εις μάθησιν των Βουλγάρων, προς περισσοτέραν κατάληψιν της ευσεβείας. Ο δε Άγιος ούτος Ναούμ, καθό νεώτερος των ανωτέρω Αγίων και θερμότερος κατά τον ζήλον, ηγωνίζετο περισσότερον, υπηρετών προθύμως εις όλα τα παρ΄ αυτών προστασσόμενα. Όταν δε έμελλον να αναχωρήσωσιν από την Ρώμην, εποίησε δι΄ αυτών ο Θεός πολλά θαύματα, διότι όσοι ασθενείς προσέτρεξαν εις αυτούς εθεραπεύθησαν με τρόπον θαυμάσιον· ήτοι όταν ενητένιζον τους Αγίους εις τους οφθαλμούς, ηλευθερώνοντο, τόσον δηλαδή ήσαν χαριτωμένοι οι Άγιοι, ώστε και δύναμις ιαματική επήγαζεν εκ των οφθαλμών των. Όταν λοιπόν οι Άγιοι ούτοι Πατέρες επεράτωσαν το έργον των, ο μεν θείος Κύριλλος, ο αρχηγός της μεταγλωττίσεως των Γραφών, έμεινεν εις την Ρώμην και φθάσας εις έσχατον γήρας, απήλθε προς Κύριον· ο δε ιερός Μεθόδιος, παραλαβών τους μαθητάς του, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος ούτος Ναούμ, απεφάσισε να επιστρέψη πάλιν εις Βουλγαρίαν. Επανερχόμενος δε ούτος επορεύθη εις την γην των Γερμανών, οίτινες είχον πολλάς αιρέσεις ως και αυτήν ακόμη την του Απολλιναρίου, εβλασφήμουν δε και κατά του Αγίου Πνεύματος. Επειδή λοιπόν ο θείος Μεθόδιος μετά του Οσίου τούτου Ναούμ ηγωνίζοντο να προσελκύσωσι αυτούς εις την Ορθοδοξίαν, οι βάρβαροι εκείνοι ετιμώρησαν τους Αγίους με δαρμούς και ξεσχισμούς και με άλλα βάσανα και ύστερον τους έρριψαν εις την φυλακήν. Ενώ δε προσηύχοντο εις αυτήν οι Άγιοι, ω του θαύματος! έγινε σεισμός μέγας, εκ του οποίου εσαλεύθη μεν όλος ο τόπος και εκρημνίσθησαν πολλαί οικίαι των δυσσεβών εκείνων, ελύθησαν δε τα δεσμά και αι θύραι της φυλακής ηνεώχθησαν· όθεν εξελθόντες οι Άγιοι επορεύοντο χαίροντες καθ΄ οδόν, ως ποτε οι θείοι Απόστολοι, διότι ηξιώθησαν να ατιμασθώσι δια το Πνεύμα το Άγιον. Αφιχθέντες λοιπόν εις την Βουλγαρίαν, εγένοντο δεκτοί από τον αρχηγόν των Βουλγάρων Μιχαήλ, ο οποίος διεμοίρασεν αυτούς εις τας πέριξ χώρας, όπως κηρύττωσι το όνομα του Χριστού και την Βουλγαρικήν εξήγησιν των θείων Γραφών. Τότε ο θείος Κλήμης, συμπαραλαβών τον Άγιον τούτον Ναούμ, περιήρχετο διαφόρους τόπους της Βουλγαρίας, μάλιστα δε την Διάβυαν, την Μοισίαν και την Παννονίαν, ήτοι την σημερινήν Ουγγαρίαν, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, και απ΄ αυτού δεν εχωρίσθη ο θείος Ναούμ έως εσχάτης του αναπνοής, συμβοηθών αυτόν, ως ο Ααρών εβοήθει τον Μωϋσήν. Διατρίβων λοιπόν ο Άγιος Ναούμ εις την ρηθείσαν Διάβυαν και εκεί ζήσας επί τινα χρόνον οσίως και θεαρέστως, απήλθε προς Κύριον, αφήνων το ιερόν αυτού Λείψανον θησαυρόν θαυμάτων ακένωτον εις τους μετά πίστεως προς αυτό προστρέχοντας. 

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ο Όσιος Παύλος Αρχιεπίσκοπος Νεοκαισαρείας

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Νεοκαισαρείας, ενός των εν Νικαία τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων.                                                                                                                                       
Παύλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έγινε τόσον περιβόητος κατά τας αρετάς, ώστε το όνομά του έφθασε και εις τας ακοάς του τότε βασιλεύοντος εν Νικομηδεία Λικινίου τη΄-τκγ΄ (308-323), όθεν αποστείλας ανθρώπους παρέστησε τον Άγιον ενώπιόν του. Και πρώτον εδοκίμαζεν ο τύραννος να τον εκφοβίση με απειλάς, κατόπιν δε ήρχισε και να τον δέρη, αλλ΄ εξεπλάγη αυτός τε και όλοι οι παρεστώτες δια την ασύγκριτον τούτου ανδρείαν και υπομονήν. Έπειτα, κατά προσταγήν του, πυρώσας ο χαλκεύς τεμάχιον σιδήρου, έβαλεν αυτό εντός της μιάς παλάμης του Αγίου, επί δε του σιδήρου έθηκε και την άλλην παλάμην του, και έσφιγξεν αυτάς επί τοσούτον διάστημα χρόνου, έως ου εψυχράνθη ο πεπυρωμένος σίδηρος· εκ δε της βασάνου ταύτης έμειναν νεκρά και ανενέργητα τα νεύρα και των δύο χειρών του. Μετά ταύτα εξώρισεν αυτόν εις φρούριον όπερ ευρίσκετο εις τας άκρας του Ευφράτου ποταμού.  Όταν δε ο μέγας Κωνσταντίνος ήλθεν εκ της Ρώμης εις το Βυζάντιον, τότε ηλευθερώνοντο όλοι οι Χριστιανοί οι ευρισκόμενοι εν φυλακαίς και εξορίαις, και έκαστος απήρχετο εις την πατρίδα του, ως και αλλαχού ανεφέρθη· όθεν και ο Άγιος ούτος, ελευθερωθείς από την εξορίαν, επανήλθεν εις τον θρόνον του, την Νεοκαισάρειαν, διαλάμπων με τας αρετάς, ως πρότερον. Ότε δε συνηθροίσθη η εν Νικαία Αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, εν έτει τκε΄ (325), ήτο και ούτος εις των εκεί συναθροισθέντων τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων, οίτινες όλοι έφερον εις το σώμα των τα στίγματα και τας πληγάς του Χριστού, ως λέγει ο θείος Παύλος, και αυτά εθεώρουν καλλωπισμόν των, δεικνύοντες αυτά προς αλλήλους. Και εδείκνυον άλλος μεν την αποκοπείσαν υπό των ειδωλολατρών χείρα του, άλλος τα ώτα του, άλλος την ρίνα του, έτερος τους οφθαλμούς του, και άλλος άλλο μέλος του σώματός του παρουσίαζε βεβλαμμένον και ηκρωτηριασμένον από τους προλαβόντας τυράννους υπέρ της Αγίας του Χριστού Πίστεως. Άλλοι πάλιν επρόβαλλον τα πρήσματα, τα εκ των πεπυρωμένων σιδήρων, τα οποία όλα μετά πάσης χαράς και προθυμίας υπέμειναν οι τρισμακάριοι βασανιζόμενοι δια τον Χριστόν· όθεν και τα εδείκνυον εις όλους, ως λαμπρά σημεία της εις τον Χριστόν αγάπης των. Τότε λοιπόν και ο μακάριος ούτος Παύλος εδείκνυε τα εκ των ροπάλων θλάσματα, τα οποία είχεν εις το σώμα του, ομοίως και τας αγίας χείρας του τας σιδηροκαύστους και ανενεργήτους ούσας.                                                                               
Αφού δε όλοι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Πατέρες συνήχθησαν εις την Νίκαιαν, και συνεδριάσαντες ανεθεμάτισαν τον δυσσεβή Άρειον, απήλθον όλοι μετά του βασιλέως εις το Βυζάντιον. Ο δε αοίδιμος βασιλεύς Κωνσταντίνος, λαμβάνων δια των ιδίων χειρών του τας χείρας του μακαρίου τούτου Παύλου, κατεφίλει αυτάς, και επιθέτων επί των του μακαρίου τούτου Παύλου, κατεφίλει αυτάς, και επιθέτων επί των οφθαλμών του και επί των άλλων αυτού μελών, επεφώνει τα αξιομνημόνευτα ταύτα λόγια· «Δεν χορταίνω να καταφιλώ τας χείρας ταύτας, αίτινες δια τον Χριστόν μου έγιναν νεκραί και ανενέργητοι». Απελθών δε ύστερον εις τον θρόνον του ο αοίδιμος ούτος Παύλος και ζήσας έτη τινά, προς Κύριον εξεδήμησε λαβών παρ΄ Αυτού τον στέφανον της ομολογίας.