Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Ο Αγίοις ΘΕΟΔΩΡΟΣ Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Τη αυτή ημέρα ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εν ειρήνη  τελειούται.                                                                             
Θεόδωρος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ούτος ήτο γέννημα και θρέμμα της Κωνσταντινουπόλεως, ζήσας κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη χξη΄ - χπε΄(668- 685), δια δε την πολλήν αυτού ευλάβειαν και αρετήν εχειροτονήθη Πρεσβύτερος της αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας, γενόμενος έπειτα σύγκελλος και σκευοφύλαξ. Επειδή δε ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντίνος απέθανεν, αναγκασθείς ο αοίδιμος ούτος Θεόδωρος παρά του βασιλέως και όλης της συγκλήτου, προς τούτοις δε και από όλην την Σύνοδον των Αγίων Αρχιερέων, εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Θεαρέστως δε κυβερνήσας την Εκκλησίαν έτη δύο και μήνας τρεις, εξώσθη του θρόνου του εν έτει χοη΄ (678), είτα καλώς δινύσας το υπόλοιπον της ζωής του προς Κύριον εξεδήμησε. Την δε μνήμην αυτού εορτάζει η Μεγάλη Εκκλησία εν ημέρα Κυριακή. 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Γραπτού, αδελφού Θεοφάνους του Ποιητού και Γραπτού.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Γραπτού, αδελφού Θεοφάνους του Ποιητού και Γραπτού.                                                                 
Θεόδωρος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο Γραπτός, ομού με τον αδελφόν του Θεοφάνη (τον εορταζόμενον ιδίως κατά την ενδεκάτην Οκτωβρίου), ήσαν κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωκθ΄ - ωμβ΄(829 – 842), ότε μεγάλως ηγωνίσθησαν αμφότεροι δια την τιμήν και προσκύνησιν των αγίων Εικόνων· όθεν εδάρησαν ασπλάγχνως και κατά προσταγήν του Θεοφίλου εγράφησαν εις το μέτωπόν των με σίδηρον πεπυρωμένον οι ιαμβικοί στίχοι ούτοι.   
                                                                                  
Πάντων ποθούντων προστρέχειν προς την πόλιν                                                     
Όπου πάναγνοι του Θεού Λόγου πόδες                                                               
Έστησαν εις σύστασιν της οικουμένης,                                                                
Ώφθησαν ούτοι τω σεβασμίω τόπω                                                                            
Σκεύη πονηρά δεισιδαίμονος πλάνης,                                                                       
Εκείσε πολλά λοιπόν εξ απιστίας                                                                         
Πράξαντες δεινά αισχρά δυσσεβοφρόνως,                                                             
Εκείθεν ηλάθησαν ως αποστάται·                                                                                          
Προς την Πόλιν δε του Κράτους πεφευγότες                                                                         
Ουκ εξαφήκαν τας αθέσμους μωρίας.                                                                          
Όθεν γραφέντες ως κακούργοι την θέαν                                                                           
Κατακρίνονται και διώκονται πάλιν.                                                                                            
Αφ’ ου δε εστιγματίσθησαν με τους στίχους τούτους, επέμφθησαν εις την εξορίαν, όπου ο μέγας αριστεύς και νικητής ούτος Θεόδωρος προς Κύριον εξεδήμησε. Λέγεται δε ότι, όταν ο Άγιος ούτος εκοιμήθη, επήγεν εις αυτόν μέγας τις Γέρων και ήκουεν Αγίους Αγγέλους, οίτινες έψαλλον πνευματικά άσματα, συνέψαλλε δε και αυτός μετ’ αυτών. Δια των τοιούτων ασμάτων έδειξεν ο Θεός πόσον ετίμα τον εαυτού θεράποντα Θεόδωρον. 

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Απόστολος Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος Στέφανος

Τη ΚΖ’ (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.  
                                                                                               
Στέφανος ο μακάριος Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος ήτο Ιουδαίος το γένος, μαθητής ως λέγουσί τινες Γαμαλιήλ του νομοδιδασκάλου, και πρώτος των επτά Διακόνων τους οποίους κατέστησαν οι Απόστολοι εν Ιεροσολύμοις εις την των πτωχών επιμέλειαν και την εις αυτούς διανομήν των ελεημοσυνών, πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και ποιών σημεία και τέρατα εν τω λαώ (Πραξ. στ: 8). Γενομένης δε ποτέ συζητήσεως μεταξύ Ιουδαίων, Σαδδουκαίων, Φαρισαίων και Ελληνιστών περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, άλλοι μεν έλεγον περί του Κυρίου ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι Υιός Θεού· τότε ο αοίδιμος Στέφανος, σταθείς επί τόπου υψηλού, εκήρυξεν εις όλους τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, λέγων ούτω· «Άνδρες αδελφοί, διατί τόσον επληθύνθησαν αι κακίαι σας και είναι τεταραγμένη όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος δεν έλαβεν εις την καρδίαν του δισταγμόν ως προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, διότι αυτός είναι ο κλίνας τους ουρανούς και καταβάς δια τας αμαρτίας μας και γεννηθείς εκ της Παρθένου της Αγίας και καθαράς, της προ καταβολής κόσμου εκλελεγμένης, αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν, αυτός έκαμε να αναβλέψωσιν οι τυφλοί, αυτός εκαθάρισε τους λεπρούς και αυτός εδίωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους». Ταύτα οι Ιουδαίοι ακούσαντες, έφεραν τον Άγιον εις το κριτήριον προς τους αρχιερείς, επειδή δεν ηδύναντο να αντισταθώσιν εις την σοφίαν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, με την οποίαν ελάλει ο θείος Στέφανος (Πράξ. στ: 10). Έπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρας, οίτινες εμαρτύρησαν κατά του Αποστόλου, ταύτα λέγοντες· «Ημείς ηκούσαμεν ότι ούτος ελάλει βλασφήμους λόγους εναντίον του θεϊκού Νόμου» (αυτόθι 11). Είπον δε και όσα άλλα διηγούνται αι ιεραί Πράξεις των Αποστόλων εν κεφαλαίω εβδόμω. Τότε όλοι οι καθεζόμενοι εις το κριτήριον έστρεψαν τα βλέμματά των επί του Στεφάνου και είδον το πρόσωπόν του τόσον λαμπρόν, ως να ήτο πρόσωπον Αγγέλου (Πράξ. στ: 15)· όθεν μη υποφέροντες την εντροπήν, ελιθοβόλησαν αυτόν ευχόμενον δι’  αυτούς και λέγοντα· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. ζ: 60) και τοιαύτα ειπών εκοιμήθη. Αγ’ ου δε ο Πρωτομάρτυς με την νομιζομένην ιδικήν του πτώσιν κατεκρήμνησε τον αντίπαλον διάβολον και έδειξεν αυτόν πτώμα μέγιστον και εξαίσιον και αφ’ ου εκοιμήθη με τον γλυκύν ύπνον του Μαρτυρίου, έλαβον το ιερόν αυτού σώμα άνδρες ευλαβείς και έθηκαν αυτό εντός κιβωτίου κατεσκευασμένου εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας)· σφραγίσαντες δε αυτό, το απέθεσαν εις τα πλάγια μέρη του ναού. Τότε και ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο τούτου υιός Αβελβούλ επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό των Αποστόλων. Τελείται δε η σύναξις αυτού εις τον Μαρτυρικόν του Ναόν τον όντα εις τα Κωσταντιανά. Ελιθοβολήθη δε ο Άγιος Στέφανος το τρίτον, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους, έτος μετά την Ανάληψιν του Χριστού.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Των Αγίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.

Τη αυτή ημέρα ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων και Δικαίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.                                                                                   

Ιωσήφ ο Δίκαιος και Μνήστωρ της Θεοτόκου ήτο υιός του Ιακώβ (Ματθ. α: 16), γαμβρός δε και επομένως υιός πάλιν (Λουκ. γ: 23) του Ηλεί (όστις και Ελιακείμ και Ιωακείμ καλείται και είναι ο της Παρθένου Μαρίας πατήρ). Ούτος κατήγετο εκ της φυλής του Ιούδα και εκ της οικογενείας του Δαβίδ, κατώκει δε εις την Ναζαρέτ. Ήτο δε ο μακάριος Ιωσήφ τέκτων την τέχνην και γέρων την ηλικίαν, ότε κατ΄ ευδοκίαν Θεού εμνηστεύθη την Παρθένον Μαρίαν, ίνα υπηρετήση αυτήν εις το μέγα μυστήριον της ενσάρκου αυτού οικονομίας. Ετελεύτησε δε, κατά την παράδοσιν των Πατέρων, μετά το 12ον έτος από της του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Γεννήσεως.

Δαβίδ δε ο Προφήτης και Βασιλεύς ήτο υιός του Ιεσσαί, γεννηθείς εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας απε΄ (1085) έτη προ της ελεύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ευρίσκετο δε εν Γαβαά. Τον Νόμον Κυρίου εδιδάχθη παρά του Προφήτου Νάθαν, προεφήτευσε δε έτη τεσσαράκοντα. Ο δε Νάθαν προεγνώρισεν, ότι ο Δαβίδ θέλει παραβή τον Νόμον Κυρίου και θέλει μοιχεύσει την Βηρσαβεέ· όθεν έσπευσε να υπάγη προς αυτόν ίνα του αναγγείλη την μέλλουσαν αμαρτίαν, και κατά συνέπειαν εμποδίση τούτον απ΄ αυτής. Αλλ’  ο φθονερός διάβολος ημπόδισε τον Νάθαν με τούτον τον τρόπον· απαντήσας δηλαδή ο Νάθαν καθ’  οδόν νεκρόν εσφαγμένον και γυμνόν, εσταμάτησεν όπως ενταφιάση αυτόν, εν τω μεταξύ όμως ήμαρτεν ο Δαβίδ. Όθεν τούτο μαθών ο Νάθαν, υπέστρεψεν εις τον οίκον του κλαίων και οδυρόμενος. Αφού δε ο Δαβίδ εθανάτωσε τον Ουρίαν, τον άνδρα της Βηρσαβεέ, έπεμψεν ο Κύριος τον Νάθαν και ήλεγξεν αυτόν. Πολύ δε μετανοήσας και κλαύσας ο Δαβίδ δια τας δύο αμαρτίας του και φθάσας εις γήρας βαθύ απέθανε και ετάφη μετά των πατέρων αυτού.


Ιάκωβος δε ο αδελφός του Κυρίου ήτο υιός Ιωσήφ του Μνήστορος εκ της γυναικός την οποίαν είχε πριν μνηστευθή την Αειπάρθενον· ως εκ τούτου ελέγετο και υιός αυτής και αδελφός του Κυρίου, ως και αυτού νομιζομένου υιού του Ιωσήφ. Ούτος κατέστη πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, χειροτονηθείς υπ’  αυτού του Κυρίου, επωνομάσθη δε Οβλίας, δηλαδή Δίκαιος, δια την άκραν αυτού οσιότητα και δικαιοσύνην. Αναβάς δε επί το πτερύγιον του ναού κατά την ημέραν του Πάσχα και κηρύξας εκείθεν μεγάλη φωνή υπέρ του Ιησού, ελιθοβολήθη υπό των Ιουδαίων και συνετρίβη την κεφαλήν δια ξύλου υπό τινος γναφέως, ούτω δε παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Των Αγίων τούτων η Σύναξις τελείται εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία και εν τω Αποστολικώ Ναώ του Αγίου Αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω σεβασμίω οίκω της Υπεραγίας Θεοτόκου εν τοις Χαλκοπρατείοις. 

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Κωνστάντιος ο Ρώσος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νέου Ιερομάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΥ του Ρώσου, αθλήσαντος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το αψμγ΄(1743) έτος.                                    

Κωνστάντιος ο τρισμακάριος Ιερομάρτυς ήτο από το Χριστιανικώτατον βασίλειον των Ρώσων, είχε δε έλθει εις την Κωνσταντινούπολιν ως Ιερεύς του πρέσβεως της Ρωσίας, λόγω όμως του γενομένου τότε Ρωσοτουρκικού πολέμου οι μεν άλλοι έφυγον, αυτός δε έμεινεν εις τα μέρη της Τουρκίας και ελθών εις το Άγιον Όρος, επήγε και έμεινεν ολίγον καιρόν εις την Μεγίστην Λαύραν, από εκεί δε απήλθεν εις τα Ιεροσόλυμα και εις άλλους σεβασμίους τόπους και πάλιν επέστρεψεν εις το Άγιον Όρος, έμεινε δε και πάλιν εις την Μεγίστην Λαύραν, αναμένων να ποιήσωσιν ειρήνην τα βασίλεια. Εκεί και εγώ (λέγει ο Ιερομόναχος Ιωνάς, όστις και το υπόμνημα τούτο συνέγραψε) συνήθης αυτώ και γνώριμος, επειδή ούτος ελειτούργει εν τη Λαύρα εις την Εκκλησίαν τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου Νεοφύτου πρώην Άρτης, όστις τον ηγάπα πολύ, διότι ήτο σοφός και ενάρετος άνθρωπος, με τον οποίον έχων και εγώ συναναστροφήν συνεχώς ωμίλουν μετ΄ αυτού περί τε της βασιλείας των Ρώσων και μάλιστα περί εκκλησιαστικών ζητημάτων. Γενομένης δε ειρήνης, απήλθε πάλιν εις Κωνσταντινούπολιν και ευρών εκεί τον πρώην πρέσβυν, εις τον οποίον ήτο εφημέριος, και ο οποίος είχεν έλθει εκ Ρωσίας, διωρίσθη πάλιν υπ΄ αυτού εφημέριος εις τον νέον πρέσβυν. Με τον νέον όμως τούτον πρέσβυν δεν γνωρίζω πως (λέγουν ότι έγραψαν αμφότεροι εναντία μεταξύ των εις την βασίλισσαν) ήλθον εις διχονοίας, συνεπεία των οποίων παρουσιασθείς ενώπιον του σουλτάνου, ή από φόβον ή από θυμόν ηρνήσατο, φευ! την των Χριστιανών άμωμον Πίστιν και έλαβε μεγάλας τιμάς από αυτόν. Δεν παρήλθον όμως ολίγαι ημέραι και ελθών εις εαυτόν και ανανήψας ως από μέθην και μετανοήσας, έκλαιεν εκ καρδίας μετά πικρών δακρύων δια το μέγα κακόν το οποίον έπαθεν, ώσπερ ο μέγας Απόστολος Πέτρος. Εις μεγάλην λοιπόν κατάνυξιν ελθών, καταφρονεί την παρούσαν ζωήν και ποθεί όλως να μαρτυρήση και ρίψας το σχήμα των Αγαρηνών εις την γην και καταπατήσας αυτό, εφόρεσε ξεσχισμένον ράσον και με μαύρον μανδήλιον δέσας την κεφαλήν του, επήγε πάλιν εκεί όπου ηρνήθη τον Χριστόν και τον ωμολόγησε παρρησία ενώπιον του σουλτάνου Θεόν αληθινόν, την δε θρησκείαν των Αγαρηνών και τον τούτων προφήτην εξεφαύλισε λαύρως. Ταύτα οι Τούρκοι ακούσαντες και καταισχυνθέντες, ευθύς απέτεμον την αγίαν αυτού κεφαλήν έμπροσθεν του βασιλικού παλατίου και τοιουτοτρόπως έλαβε χαίρων τον στέφανον του Μαρτυρίου· ου ταις πρεσβείαις και ημείς αξιωθείημεν των αιωνίων αγαθών. Αμήν.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΕΥΑΡΕΣΤΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΕΥΑΡΕΣΤΟΣ εν ειρήνη τελειούται.                        

Ευάρεστος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου του Εικονομάχου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωιγ-ωκ (813-820), καταγόμενος εκ της επαρχίας Γαλατών, υιός περιφήμων γονέων. Αφ΄ ου δε ο ρηθείς Λέων εφονεύθη, διεδέχθη την βασιλείαν Μιχαήλ Β΄ ο καλούμενος Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820). Επειδή δε και αυτός ήτο αισχρότατος και ομοιότροπος με τον προλαβόντα Λέοντα, έλαβε την προσήκουσαν τιμωρίαν. Όταν δε ο Άγιος ούτος έφθασεν εις ηλικίαν τινά, επεδόθη εις την εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων· και εκ των γραμμάτων διδασκόμενος, συμπεριεφέρετο προς πάντας δια τρόπων αρίστων, ήτοι εγίνετο εις τους γονείς του ευπειθής, εις τους φίλους και γείτονας χαριέστατος, εις τους ξένους και αυτόχθονας καταδεκτικός και με ένα λόγον εδείκνυε δια των έργων αληθεύουσαν την ονομασίαν του, ευάρεστος εις όλους γινόμενος. Επειδή δε ετρώθη ο Όσιος υπό του έρωτος της των Μοναχών πολιτείας επορεύθη εις την Κωνσταντινούπολιν μετά του πατρός του, και εκεί εφιλοξενήθησαν υπό Κωνσταντινουπολίτου τινός, Βρυεννίου ονομαζομένου, όστις ήτο συγγενής του, και ύστερον ετιμήθη με το του πατρικίου αξίωμα. Αφ΄ ου δε παρήλθον ολίγαι ημέραι, εστάλη ο ρηθείς πατρίκιος από την βασίλισσαν Θεοδώραν, την σύζυγον Θεοφίλου του εικονομάχου, πρέσβυς και απεσταλμένος εις τους Βουλγάρους· μέλλων δε εκεί να υπάγη συμπαρέλαβε μεθ΄ εαυτού και τον Ευάρεστον. Όταν δε έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Σκόπελον και ανεπαύθησαν ολίγον από τους κόπους της οδοιπορίας, τότε ο μακάριος Ευάρεστος, κατά τινα θεϊκήν οικονομίαν, απαντά γέροντα, όστις διήγε την Μοναχικήν Πολιτείαν και απολαμβάνει μετ΄ αυτού τον παλαιόθεν παρ΄ αυτού ποθούμενον σκοπόν. Κουρεύσας λοιπόν την κόμην του, προθύμως υπέκυψε τον τράχηλόν του υπό τον σωτήριον ζυγόν του Χριστού, γενόμενος Μοναχός· ευρών δε και βιβλίον του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, ανέγνωσε τούτο και κατενύχθη· όθεν εσπούδαζε να γίνη πληρωτής, δια των έργων, των διδασκαλιών του βιβλίου εκείνου. Βλέπων ο Γέρων την ζέουσαν προθυμίαν, την οποίαν είχεν ο νέος εις την αρετήν, εφωδίασεν αυτόν με ευχάς και συστατικά γράμματα, και ούτω τον έστειλεν εις το Μοναστήριον του Στουδίου. Γενόμενος δε ο Όσιος δεκτός υπό των εκεί Πατέρων και αδελφών, εμβήκεν εις πνευματικούς αγώνας, εκλέξας δε και ένα αδελφόν υπερέχοντα τους άλλους κατά την αρετήν, είχε τούτον Γέροντα και συγκοινωνόν όλων των υποθέσεων της ζωής του. Τόσην δε νηστείαν και εγκράτειαν μετρεχειρίζετο ο αοίδιμος, ώστε άπαξ της εβδομάδος μόνον έτρωγεν ολίγον άρτον κατεσκευασμένον από κρίθινον άλευρον και από πίτυρα και από ζωμόν λαχάνων. Την δε οσφύν και τον λαιμόν του είχε δεδεμένα με δύο κρίκους σιδηρούς και βαρυτάτους, τους οποίους συνέσφιγγον προς αλλήλους δύο έτεραι αλύσεις περασμέναι δια των ώμων και του στήθους του. Διατί όμως να περιττολογώμεν; Αδύνατον είναι εις ημάς να απαριθμήσωμεν όλους τους αγώνας, τους οποίους μετεχειρίζετο ο τρισμακάριος ούτος Ευάρεστος. Με τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα κατορθώματα διανύσας τον βίον του και ζήσας έτη εβδομήκοντα εννέα, προς Κύριον εξεδήμησε. Το δε τίμιον αυτού Λείψανον ενεταφιάσθη εις το Μοναστήριον το επονομαζόμενον του Κοκοροβίου.

Όσιος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ο εξ Ιουδαίων

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ο εξ Ιουδαίων εν ειρήνη τελειούται.   
                                                                                                                     
Κωνσταντίνος ο Όσιος ήτο από τα Σύναδα (πόλιν ένδοξον της μεγάλης Φρυγίας τετιμημένην με θρόνον Μητροπολίτου και αριθμούσαν είκοσιν Επισκόπους), καταγόμενος από το γένος των Ιουδαίων. Έτι δε πολύ νέος ων, ηκολούθει την μητέρα του και βλέπων Χριστιανόν τινα, ο οποίος, όταν εχασμήθη, εσχημάτισεν εις το στόμα του τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, έκτοτε και αυτός έπραττε το ίδιον μιμούμενος τον Χριστιανόν· όχι δε τούτο μόνον, αλλά και τα άλλα των Χριστιανών έργα και αυτός με θερμήν πίστιν εμιμείτο. Δια τούτο λαμπρυνθείς το πρόσωπον δια θείας ελλάμψεως εδιδάχθη παρά Θεού τα των Χριστιανών δόγματα, και διήλθε νήστις ημέρας τινάς. Εις τούτον τον Άγιον ώρμησέ ποτε κόρη τις Εβραία με ασελγή τρόπον· ο δε Άγιος ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, απέδειξε ταύτην νεκράν και πάλιν αυτήν ανέστησεν. Ούτος οδηγούμενος υπό θείας νεφέλης επήγεν εις εν Μοναστήριον, Φουβούτιον λεγόμενον, εις το οποίον ευρίσκοντο άνδρες φημισμένοι εις την ασκητικήν ζωήν, των οποίων διέλαμπεν η αρετή. Επειδή δε διηγήθη τα κατ΄ αυτόν εις τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου, επρόσταξεν εκείνος να φέρωσι Σταυρόν· είτα προστάσσει αυτόν να τον προσκυνήση και να τον ασπασθή. Όταν δε ο μακάριος ούτος ησπάζετο το κάτω μέρος του Σταυρού μετά φόβου και ευλαβείας, τότε, ω του θαύματος! έκλινεν ο Σταυρός επί της οσίας κεφαλής του και εχάραξεν εις αυτήν τον τύπον του Σταυρού, όστις και έμεινεν νεξάλειπτος εν αυτή μέχρι του θανάτου του. Έπειτα, λαβών το άγιον Βάπτισμα, ωνομάσθη Κωνσταντίνος. Τότε δε εγενετο εν τοιούτον θαυμάσιον· εις τον τόπον δηλαδή εκείνον, ή επί της πέτρας, εις την οποίαν εστάθη, όταν εξήλθε της αγίας κολυμβήθρας, ετυπώθησαν παραδόξως τα ίχνη των ποδών του. Μετά ταύτα εμβήκεν εις τόσους αγώνας πνευματικούς, ώστε εφιλονίκει ο αοίδιμος να υπερβάλη όλους τους Μοναχούς του Μοναστηρίου εις την σκληραγωγίαν και άσκησιν· ειργάζετο δε την τέχνην του Αποστόλου Παύλου, δηλαδή έρραπτε δέρματα και κατεσκεύαζε σκηνάς. Ότε προσηύχετο, επληρούτο ευωδίας ο τόπος, εις τον οποίον ίστατο· ότε εις την Εκκλησίαν μετέβαινεν, ηνοίγοντο αφ΄ εαυτών αι θύραι του Ναού. Εκ δε της πολλής καθαρότητος, την οποίαν είχεν, έβλεπε νοερώς τους κρυπτούς λογισμούς των αδελφών. Έπειτα αναχωρήσας επήγεν εις τον Όλυμπον, και εκείθεν επορεύθη εις τα Μύρα της Λυκίας. Ακολούθως δε υπάγει εις την Κύπρον, και εκ της Κύπρου μεταβαίνει εις την Αττάλειαν, ένθα διέρχεται δια των ποδών του ποταμόν τινα, τόσον βαθύν και μεγάλον, ώστε εχρειάζετο να τον διαπεράση τις δια πλοιαρίου. Και αφ΄ ου περιήλθε πολλούς άλλους τόπους, πάλιν επέστρεψεν εις τον Όλυμπον· εκεί δε διήνυσε τεσσαράκοντα ημέρας, όχι μόνον νήστις, αλλά και χωσμένος μέχρις οσφύος εντός λάκκου. Μετά ταύτα ακουσίως εδέχθη την χειροτονίαν του Πρεσβυτέρου, και έπειτα υπάγει εις Ατρώαν, ακολουθών πάντοτε την ιδίαν άσκησιν. Προεγνώρισε δε την κοίμησίν του οκτώ έτη ενωρίτερον και ούτως αφ΄ ου τα έτη ταύτα συνεπληρώθησαν, απήλθε προς Κύριον, προειπών σαφέστατα όλα τα κατ΄ αυτόν.