Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης, ο κτίτωρ της εν τω Άθω Ιεράς Μονής Σιμωνοπέτρας, εν ειρήνη τελειούται.                                                                        

Σίμων ο Όσιος Πατήρ ημών πατρίδα ή γονείς ή αδελφούς επί γης ποίους είχε δεν γνωρίζομεν. Εις ουρανούς δε πάντως πατρίδα μεν έχει την πόλιν του Θεού, την χώραν των Αγγέλων, την άνω Ιερουσαλήμ, Πατέρα τον Θεόν, μητέρα δε την Αγίαν Εκκλησίαν, πρότερον μεν την Αγωνιζομένην (την επί γης), εις ην και ανεγεννήθη, νυν δε την εν ουρανώ Θριαμβεύουσαν, την υπό του Αποστόλου καλουμένην «των Πρωτοτόκων» (Εβρ. ιβ: 23), της οποίας υιός γενόμενος έχει επομένως και αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρας και Οσίους. Είχε δε και παιδαγωγόν και τέκνα, παιδαγωγόν μεν την Κυρίαν Θεοτόκον, τέκνα δε τους μαθητάς του, οίτινες καλώς τα θεία του ίχνη ηκολούθησαν και κατά πάντα τον άξιον τούτον Πατέρα των και διδάσκαλον εμιμήθησαν. Με όλον δε ότι ούτε η περιφάνεια της πατρίδος ούτε η των προγόνων ευγένεια έχει να ωφελήση ημάς τίποτε εις την σωτηρίαν της ψυχής μας, εν τούτοις φαίνεται ότι και η επίγειος του Οσίου τούτου πατρίς και οι χοϊκοί του γονείς τε και συγγενείς λαμπροί τινες και έντιμοι υπήρξαν, επειδή, καθώς λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, «των μεγάλων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Όθεν στοχαστικώς λέγομεν ότι ούτος ο Άγιος, δια να αναδειχθή ούτω θερμός και πρόθυμος εις την αρετήν παιδιόθεν, έπρεπε και γονείς να είχε τω όντι ευγενείς οδηγούντας αυτόν εις τούτο και με εκπαίδευσιν ικανήν και δια παραδειγμάτων, ήτοι δια βίου θεαρέστου και Χριστιανικού, να εξεπαίδευσαν αυτόν. Τούτου λοιπόν του ιερού Σίμωνος, είτε ευγενείς επλούτησε τους γονείς, είτε μη, το οποίον μάλιστα και αυξάνει τον ιδικόν του έπαινον, προβλέπων ο παντεπόπτης Θεός την μέλλουσαν προκοπήν, τον προσκαλεί εις τους πνευματικούς αγώνας, τον εξάγει από την πατρίδα του και από τους συγγενείς του ως άλλον Αβράάμ, τον φέρει εις τον ιερόν Άθωνα, το Άγιον Όρος, όπου ερχόμενος, δεν εφρόντισεν άλλο, ει μη να εύρη πνευματικόν Γέροντα δια να υποταχθή, διότι ήξευρε την συμβουλήν εκείνου του θείου Πατρός την λέγουσαν, ότι χωρίς υπακοής αδύνατον είναι να σωθή τις. Αυτόν δε τον Γέροντα, τον οποίον εζήτει, τον ήθελε και ενάρετον μεν δια να γνωρίζη να οδηγή, αλλά και αυστηρόν δια να μη συγκαταβαίνη εις το φρόνημα της σαρκός. Ζητεί λοιπόν, εξετάζει, περιέρχεται όλα τα πνευματικά σχολεία του Άθωνος ως η διψώσα έλαφος να επιτύχη πηγήν ύδατος ζώντος· επισκέπτεται τους ευδοκιμωτέρους και αγιωτέρους του Όρους και αποκαλύπτει εις αυτούς τον ένθεον σκοπόν του, στοχάζεται εκάστου τας αρετάς και τα προτερήματα· εκλέγει καθώς η σοφή μέλισσα τον κηρόν και το μέλι από τα λογικά και μυρίπνοα άνθη του επιγείου τούτου Παραδείσου και ευρίσκει τέλος πάντων τον ποθούμενον. Ευρίσκει, λέγω, άνθρωπον, εις μεν την ηλικίαν και την άλλην των ηθών του κατάστασιν γέροντα, εις δε την ανδρείαν και τον τόνον της ψυχής ακμάζοντα. Εις τούτον λοιπόν βαλών μετάνοιαν υπετάχθη ο θαυμάσιος. Αλλά πως και πόσον στοχάζεσθε; Τόσον αφιέρωσεν εαυτόν εις εκείνον, ώστε εις ό,τι τον επρόσταζε χωρίς τινος περιεργείας ανυπερθέτως ετέλει το πρόσταγμά του, ως να τον είχε προστάξη ο ίδιος ο Θεός. Και επειδή ήτο πολύ αυστηρός ο Γέρων, πολλάκις όχι μόνον ύβριζεν, αλλά και έτυπτε τον Σίμωνα. Αυτός δε ο μακάριος μετά πάσης χαράς και ευχαριστίας τα εδέχετο και τα υπέμενε. Μάλιστα δε και ζημίαν του ενόμιζε το πράγμα, όταν τοιαύτα δεν έπασχε και όχι μόνον δεν ωργίζετο μνησικακών, αλλά μάλλον τόσην αγάπην εδείκνυεν εις εκείνον, όσην ουδέ οι παίδες εις τους ιδίους αυτών γονείς. Και ίδετε, αδελφοί, σημείον ψυχής απλουστάτης και αξίας Χριστού. Ποτέ μεν κοιμωμένου του Γέροντος εφίλει τους πόδας εκείνου, ποτέ δε λείποντος τον κράββατον όπου εκοιμάτο κατεφίλει ή τον τόπον όπου έστεκε. Και έλεγεν ο αοίδιμος, ότι τον μεν Θεόν πρέπει να τον αγαπώμεν, διότι μας έπλασεν εκ του μη όντος εις το είναι, τον δε Γέροντά μας, διότι μας ανέπλασε τρόπον τινά και ανεκαίνισε το κατ΄ εικόνα της ψυχής, συντετριμμένον υπάρχον από των πολλών μας αμαρτιών. Ω ψυχής όντως θείας! Ω συνέσεως μακαρίας! Ω ταπεινώσεως αμιμήτου και ουρανοβάμονος! Από τοιαύτην γνώμην και τοιαύτα προτερήματα εις όλον το Άγιον Όρος έγινε περιβόητος εν ολίγω ο Σίμων και ήτο αγαπητός μεν εις τους ομηλίκους του, σεβάσμιος δε και εις αυτούς τους γεροντοτέρους. Όθεν ήθελες ίδει γεροντικήν φρόνησιν εις νεανικήν ηλικίαν, άσκησιν ασύγκριτον εις τους αγώνας, σωφροσύνης τελειότητα εις τον βίον, κοσμιότητα και άλας πνευματικόν εις τον λόγον, συστολήν εις το βλέμμα, σεμνότητα εις το περιπάτημα, βάθος ταπεινώσεως εις το φρόνημα, μεγαλοψυχίαν εις τους πειρασμούς, ελευθεριότητα εις την γνώμην, θαυμαστήν διάκρισιν εις όλα του τα επιχειρήματα και επί πάσι την μακαρίαν αγάπην, την ρίζαν και το τέλος πασών των αρετών εις όλους εξ ίσου. Αυτά θεωρούντες όσοι τον έβλεπον εθαύμαζον λέγοντες· Ω μακαρία υποταγή, οποίους κάμνεις τους εργάτας σου! Διότι λέγουσιν οι θείοι Πατέρες, ότι η μεν υψοποιός και καθαρωτάτη ταπείνωσις γεννάται από την μακαρίαν και χριστομίμητον υπακοήν, η δε πάνσοφος και θεόσοφος διάκρισις γεννάται από την μακαρίαν ταπείνωσιν. Αυτά τα θεία χαρίσματα και ο τίμιος αυτού Γέρων βλέπων ότι επλούτησεν ο Σίμων από την άδολον και άκραν υπακοήν του, μετέβαλε την αυστηρότητα όλην εις ημερότητα και από τότε και εις το εξής ούτε τον ύβριζεν, ούτε τον επρόσταζεν, αλλ’ ούτε τον εδίδασκε πλέον ως υποτακτικόν του, τον ετίμα δε μάλιστα και τον συνεβουλεύετο ως αδελφόν και διδάσκαλον. Τι το εντεύθεν; Στοχάζεται ταύτα ο ταπεινόφρων Σίμων και δεν ευχαριστείται εις την τοιαύτην τιμήν, μάλιστα τον ελύπει και τον έθλιβεν η τιμή και η δόξα, την οποίαν απέδιδεν ο Γέρων εις αυτόν, ως δήθεν παρ’ αξίαν και μη ανήκουσαν εις αυτόν. Όθεν με πόνον πολύν ψυχής και θερμήν παράκλησιν ζητεί δι΄ αυτό και μόνον να αναχωρήση από τον Γέροντά του. Και δίδει την άδειαν ο Γέρων εις τον υποτακτικόν, αλλά και αυτός κλαίων ωδύρετο την στέρησιν όχι πλέον του μαθητού αλλά του συναγωνιστού του. Αναχωρήσας λοιπόν εκείθεν ο Άγιος ςζήτει τόπον έρημον προς ησυχίαν και άγνωστον προς άλλον τινά. Μετά πολλήν δε έρευναν ευρίσκει θεία νεύσει εν σπήλαιον, εις το οποίον εισελθών οπλίζεται ο καλός του Χριστού στρατιώτης, ίνα πολεμήση τους αοράτους εχθρούς, λαμβάνων ως όπλον μεν και δόρυ φοβερόν τον Σταυρόν του Σωτήρος, περικεφαλαίαν δε την προσευχήν, θώρακα την πίστιν, ασπίδα δε την υπομονήν, σπάθην την νηστείαν, τόξα δε και βέλη τους ψαλμούς. Αλλά τις να διηγηθή τους μακαρίους αγώνας και τα παλαίσματα τους οποίους ηγωνίσθη ο Όσιος εκείσε παλαίων προς τον πολυμήχανον εχθρόν διάβολον; Εκ των πολλών ένα μόνον να διηγηθώμεν πειρασμόν, τον οποίον υπέμεινε, και αρκετόν είναι εις τον καθένα να εννοήση και τους άλλους. Προσευχομένου του Αγίου νύκτα τινά, μετεμορφώθη ο μιαρός δαίμων εις φοβερόν και μέγιστον δράκοντα. Και ήνοιγε μεν το αχανές εκείνο στόμα δια να τον καταπίη· μη έχων όμως εξουσίαν παρά Θεού, έτυπτε τον Όσιον εις τα νώτα δια της ουράς ως δια τινος μεγάλης δοκού· από των πολλών δε πληγών και κτυπημέτων, τα οποία υπέστη υπό του φαινομένου δράκοντος ο Άγιος, έπεσε κάτω ημιθανής και κατά μεν το σώμα έκειτο κατά γης, κατά δε την ψυχήν ανέβαινεν εις τους ουρανούς ψάλλων. Και εκείνος μεν ο φοβερός δράκων και ότε έκειτο ο Άγιος κατά γης τον έτυπτεν ακόμη δια της ουράς, σκοπόν έχων, εάν ήθελε δυνηθή, και να τον θανατώση τελείως, ει δε μη να τον φοβίση τουλάχιστον να φύγη από το σπήλαιον. Ο δε Άγιος ήρχισε να επιτιμά τον δράκοντα με το υπέρτατον όνομα του Θεού και της Παναχράντου Μητρός αυτού και λέγει· «Επιτιμά σοι Κύριος Σαβαώθ· ύπαγε οπίσω μου σατανά. Επιτιμά σοι η Κυρία του Άθωνος τούτου· απόστηθι απ’ εμού». Δεν είχε τελειώσει τους θείους τούτους χρησμούς ο Άγιος και ο φαινόμενος δράκων έγινεν άφαντος. Και μετά τούτο βλέπει ο Όσιος βοήθειαν εξ Άγίου, αστράπτει με μεγάλην φωτοχυσίαν το σπήλαιον, γίνεται άρρητος ευωδία, γεμίζει η καρδία του από ευφροσύνην και ακούει θείας φωνής λεγούσης· «Ανδρίζου και ίσχυε, υπήκοε και πιστέ θεράπον του Υιού μου». Πριν δε έτι ανατείλη η ημέρα, ευρέθη όλος υγιής. Έμεινε λοιπόν εις το σπήλαιον ο Όσιος αγωνιζόμενος χρόνους πολλούς, πάσαν κακοπάθειαν υφιστάμενος, ότε και πολλοί εκ πολλών του Όρους μερών ήρχοντο προς αυτόν ψυχής τε και σώματος ωφέλειαν λαμβάνοντες, διότι και διακρίσεως χάρισμα επλούτει και τας θείας Γραφάς εξήγει καλώς. Πλην αυτός εις αυτά παντελώς δεν ηρέσκετο, την εξ ανθρώπων τιμήν και την ενόχλησιν της ησυχίας του μισών και αποστρεφόμενος, διο και εις ερημικώτερον τόπον διελογίζετο να αναχωρήση. Αλλ’ ο Θεός, την των ανθρώπων κοινήν ωφέλειαν προνοούμενος, εμποδίζει αυτόν του προκειμένου τούτου σκοπού, δια της Παναχράντου αυτού Μητρός. Επειδή εν μια των νυκτών, προσευχόμενος ο Όσιος, βλέπει πάλιν το σπήλαιον γεμάτον από φωτοχυσίαν θείαν πολλήν και αισθάνεται ευωδίαν και ευφροσύνην πνευματικήν, θείας δε φωνής ακούει λεγούσης ούτω· «Σίμων, Σίμων, φίλε πιστέ και λάτρα του Υιού μου, μη αναχωρήσης των ώδε, ότι εις φως τέθεικά σε μέγα και μέλλω δοξάσαι τον τόπον τούτον τω ονόματί σου». Ο δε ταπεινότατος Σίμων δεν πιστεύει εις την οπτασίαν, υποπτεύει φάντασμα το πράγμα και τέχνην και παγίδα του πονηρού ή τάχα και δοκιμασίαν τινά θεϊκήν, διότι πολύ εφοβείτο τον λόγον του Αποστόλου, ότι «Ο αρχέκακος μετασχηματίζεται εις Άγγελον φωτός» (Β’ Κορ. ια: 14). Δια την αιτίαν ταύτην επέμενεν εις την αυτήν ιδέαν και εσκέπτετο πάλιν που να υπάγη να ησυχάση. Επλησίαζε δε τότε και η εορτή των Γενεθλίων του Σωτήρος. Και μίαν των νυκτών εξελθών του σπηλαίου βλέπει θέαμα φοβερόν. Του εφάνη ως να εξεκόπη εις αστήρ από των ουρανών και έστη επάνω εις την πέτραν, όπου είναι εκτισμένη η ιερά και σεβασμία αυτού Μονή. Αυτήν δε την οπτασίαν έβλεπε συνεχώς επί πολλάς νύκτας ο Άγιος, αλλά, καθώς είπομεν, εφοβείτο μήπως είναι πλάνη τις του εχθρού. Ως τόσον ήλθε και η κυρία νυξ των Γενεθλίων του Χριστού και τότε βλέπει όχι μόνον τον αστέρα, ότι κατέβη άνωθεν και εστάθη αντικρύ επάνω ταύτης της πέτρας, αλλά και θείαν ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εδώ πρέπει να θεμελιώσης, ω Σίμων, το Κοινόβιόν σου και να σώσης ψυχάς, πρόσεχε δε καλώς μη απιστήσης ως και πρότερον, εγώ δε θέλω είμαι βοηθός σου. Πρόσεχε λοιπόν καλώς και μη αμφίβαλλε, ίνα μη πάθης κακόν». Ακούει δε την θείαν ταύτην φωνήν τρις λέγουσαν τα αυτά. Όθεν έγινεν έντρομος και ενθουσιών. Εφάνη δε εις αυτόν (καθώς ο ίδιος έλεγεν ύστερον εις τους μαθητάς του) ότι ευρέθη εκεί εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας και ήτο μετά των Ποιμένων των εις την Γέννησιν του Σωτήρος ευρεθέντων εκεί και την Αγγελικήν ήκουσε μελωδίαν, ψαλλόντων το θεοχαρίτωτον εκείνο· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β:14) «Μη φοβείσθε· ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (αυτόθι 10). Τότε, έλεγεν ο Όσιος, ήρχισε να μου φεύγη ο φόβος και η έκστασις και ηυφραινόμην πνευματικώς, ως να έβλεπον παρούσαν την Δέσποιναν Θεοτόκον και τον δίκαιον Ιωσήφ μετά των υιών του και τον Κύριον ημών, νήπιον εσπαργανωμένον κείμενον εν τη φάτνη. Δεν παρήλθον ημέραι πολλαί μετά την των Χριστουγέννων εορτήν και ιδού έρχονται προς αυτόν τρεις άνδρες κοσμικοί αυτάδελφοι και πλούσιοι, επειδή η φήμη του έφθασε και εις την Μακεδονίαν και εις την Θεσσαλίαν. Και εξαγορεύσαντες τους λογισμούς αυτών εις τον Άγιον, προσέπεσον εις τους πόδας του και τον παρεκάλουν να τους δεχθή εις την υποταγήν του. Ο δε Όσιος καθ’ εαυτόν μεν έλεγεν· «Ίσως να είναι αυτοί οι συνεργοί μου να κτισθή το Κοινόβιον κατά την οπτασίαν, την οποίαν είδον». Με όλον τούτο δεν συγκαταβαίνει ευθύς εις το να τους δεχθή, αλλά διαφοροτρόπως προσεπάθει να τους διώξη εκείθεν. Εκείνοι όμως, εκ Θεού φωτισθέντες και αποσταλέντες, δεν έφευγον, αλλ’ έλεγον προς αυτόν· «Δέξαι ημάς ολίγας ημέρας δι’ αγάπην Χριστού και εάν δεν ευχαριστηθής, απόβαλε ημάς». Με τοιαύτας υποσχέσεις μόλις και μετά βίας κατεπείσθη ο Άγιος και τους εκράτησεν εις την υπακοήν του Χριστού. Μετά δε την κανονικήν δοκιμασίαν, τους ενέδυσε το Αγγελικόν Σχήμα και κοινωνήσας αυτούς των αχράντων Μυστηρίων, μετά το δείπνον εφανέρωσεν εις αυτούς τον ιδικόν του λογισμόν, ως προς τέκνα του εις το εξής γνήσια. Διηγήθη λοιπόν εις αυτούς κατά πλάτος την θείαν εκείνην οπτασίαν, ώρκισε δε αυτούς να μη είπωσι τούτο εις άλλον τινά, εν όσω ο ίδιος ζη. Είτα λέγει προς αυτούς· «Φανερόν είναι, ω τέκνα εμά, ότι ο προνοητής Θεός σάς έστειλεν ενταύθα όχι μόνον την ιδικήν σας ψυχήν να σώσητε, λλά και αυτόν τον επίγειον υμών πλούτον να φέρητε, δια να κατασταθή το Κοινόβιον κατά την θείαν αυτού ευδοκίαν και θέλησιν. Υπάγετε λοιπόν, εύρετε οικοδόμους και φέρετε αυτούς δια την οικοδομήν». Επήγαν λοιπόν εκείνοι, τους εύρον και ήλθον ομού· ο δε Άγιος έδειξεν εις τους οικοδόμους τον τόπον εις τον οποίον πρωτίστως ήθελε να θεμελιώση την Εκκλησίαν, είτα και την άλλην οικοδομήν. Βλέποντες οι οικοδόμοι εκείνοι το απόκρημνον και κινδυνώδες του τόπου απεκρίθησαν· «Τι λέγεις, Αββά; Αστεία λέγεις ή σοβαρώς ομιλείς; Αδύνατον είναι να επιχειρισθώμεν την οικοδομήν εις αυτό το σημείον, επειδή βλέπομεν ότι όχι μόνον η ιδική μας ζωή μέλλει να κινδυνεύση, αλλά και εκείνων όσοι ήθελον μετά ταύτα καθίσει εις τον επικίνδυνον αυτόν τόπον». Ο δε Άγιος βλέπων ότι δια λόγων δεν δέχονται να επιχειρήσωσι την οικοδομήν, διέταξε τους μαθητάς του να ετοιμάσωσι τράπεζαν δια να γευματίσωσιν. Εις δε των μαθητών του Οσίου, κιρνών τον οίνον, φθόνω του πονηρού ή και θεία Προνοία, ήτις πανσόφως και δια των εναντίων οικονομεί τα καλά, δεν γνωρίζω πως ανισορροπήσας το σώμα, κατέπεσεν από του ύψους της κορυφής της πέτρας εις το άπειρον χάσμα του κάτωθι καταρρέοντος χειμάρρου, κρατών εις μεν την μίαν χείρα το οινοδόχον αγγείον, εις δε την άλλην το ποτήριον. Τοιούτον ελεεινόν θέαμα ιδόντες οι οικοδόμοι ήνοιξαν αχαλίνωτον το στόμα αυτών χλευάζοντες τον Όσιον μετά θυμού και επεμβαίνοντες εις το θεοπειθές αυτού έργον της οικοδομής έλεγον· «Διατί επιχειρείς τοιαύτα πράγματα και έγινες τοιούτου φόνου αιτία; Αλλά και εις το εξής, εάν ήθελες εύρει ημάς συμφώνους προς την βουλήν σου, πόσοι άλλοι έμελλον τοιουτοτρόπως να φονευθώσι»; Και ταύτα μεν έλεγον εκείνοι και άλλα περισσότερα εξ αγνοίας φλυαρήματα. Ο δε Άγιος προσηύχετο σιωπών, την Κυρίαν Θεοτόκον εκ βάθους ψυχής επικαλούμενος, ίνα μη καταισχύνη βουλήν πτωχού τω πνεύματι. Και, ω των ανεκφράστων θαυμασίων σου Δέσποινα! Τις δύναται να υμνήση τα μεγαλεία σου; Δεν παρήλθεν ημίσεια ώρα και ιδού εκ του άλλου μέρους εφάνη αναβαίνων ο κρημνισθείς Μοναχός σώος και υγιής τη βοηθεία της Παναμώμου Παρθένου κρατών ανά χείρας το οινοδόχον αγγείον και το ποτήριον, όχι μόνον άνευ βλάβης ή συντρίμματος τινος, αλλά και χωρίς ο οίνος τελείως να χυθή. Τούτο το θαύμα ιδόντες εκείνοι οι πρώην προπετείς και αυθάδεις οικοδόμοι φρίττουσι, τρομάζουσι και πεσόντες εις τους πόδας του Αγίου εζήτουν συγχώρησιν λέγοντες· «Τώρα εγνωρίσαμεν, Πάτερ, ότι είσαι άνθρωπος του Θεού». Και δεν εστάθησαν μέχρι τούτου, αλλά και τον εβίασαν και τους εκούρευσεν όλους Μοναχούς. Εποίησαν λοιπόν αρχήν οι καλοί ούτοι οικοδόμοι και έκτιζον προθυμότατα την Μονήν του Οσίου. Επειδή δε δια τα θεμέλια και δια τας γωνίας εχρειάζοντο πολλαί και μεγάλαι πέτραι, προσέταξεν ο Άγιος να σηκώσωσιν ένα υπερμεγέθη λίθον, όστις έκειτο εκεί που πλησίον ακατέργαστος και να τον θέσωσιν εις την γωνίαν του θεμελίου. Εκείνοι δε αστοχήσαντες την πρώτην θαυματουργίαν του Οσίου, εκρυφογέλων ο εις τον άλλον ατενίζοντες κι νομίζοντες ότι αστειεύεται ο Όσιος, επειδή έβλεπον ότι ο λίθος εκείνος ήτο αδύνατον να σαλευθή δια το βάρος και τον όγκον του. Ο δε Άγιος, ιδών ότι δεν υπακούουσιν εις τον λόγον του, επήγε μόνος του και σφραγίσας τον λίθον με το σημείον του Σταυρού, τον εσήκωσεν ο ίδιος εις τους ώμους του χωρίς να τον βοηθήση άλλος τις και τον απέθεσεν απ΄ ευθείας εκεί όπου έπρεπε, στερεώσας αυτόν καταλλήλως εις την γωνίν του. Εις το θαύμα τούτο δεν ηξεύρωτι να θαυμάσω πρώτον, τι ύστερον. Του ζωηφόρου Σταυρού την δύναμιν ή την πίστιν του Αγίου, όστις κατά αλήθειαν δι του έργου έδειξεν εις ημάς εκείνο το οποίον ο Κύριος ημών είπεν εις τους Αποστόλους δια του λόγου· «Αμήν γαρ λέγω υμίν· εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετ΄βηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Άνθρωπος κατεξηραμμένος υπό της σκληραγωγίας και μόνον ότι το δέρμα συνεκράτει τα οστά, να σηκώση τόσον βάρος, το οποίον τόσοι άνθρωποι ούτε να το σαλεύσουν ηδύναντο, δεν είναι ολοφάνερον ότι ο Σίμων είχε καταστήσει εαυτόν όργνον της δεξιάς του Υψίστου και ενήργει δι΄ αυτού ο Θεός τα παράδοξα; Αλλ’ ας έλθωμεν και εις άλλο θαύμα του αοιδίμου Σίμωνος, το οποίον εποίησεν εις τους Σαρακηνούς. Παρακαλώ δε την αγάπην σας να μη αμελήτε και νυστάζετε, αλλά να προσέχετε εις τα κατορθώματα του γίου δια να λάβητε πλουσίαν χάριν παρ’ αυτού. Τελειώσας την οικοδομήν του Μοναστηρίου του ο Άγιος επί της θαυμαστής ταύτης πέτρας εις τιμήν και δόξαν των Γενεθλίων του Σωτήρος Χριστού, επωνόμασεν αυτό Νέαν Βηθλεέμ. Όθεν έτρεχον από πολλά μέρη και υπετάσσοντο εις αυτόν. Αλλ’ επειδή και το ταλαίπωρον βασίλειον ημών των Ελλήνων κατήντησεν εις αθλίαν κατάστασιν, ήρχοντο οι Σαρακηνοί αφόβως με τα πειρατικά πλοία των και εις αυτό το Άγιον Όρος και αρπάζοντες παν το προστυχόν, ηχμαλώτιζον και πολλούς Μοναχούς. Ήλθον δε και εις τον λιμένα της Μονής. Ο δε Άγιος φοβηθείς μήπως αναβαίνοντες επάνω κατακαύσουν την Μονήν, προλαβών κατέβη μετά τινων μαθητών του εις τον λιμένα ίνα προϋπαντήση τους βαρβάρους, φέρων και τινα δώρα προς αυτούς. Εκείνοι δε και τα δώρα λβόντες, πάλιν εζήτουν και άλλα λέγοντες· «Που έχετε τους θησαυρούς σας»; Νομίζοντες ότι είχον να κερδήσωσι πλούτον και λάφυρα πολλά. Μη αναγνωρίζοντες δε και τον Άγιον ως προεστώτα, δια το ευτελές του σχήματος, τον εβίαζον να δείξη εις αυτούς τον Ηγούμενον. Ο δε Άγιος πραεία τη φωνή είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι ο ταπεινός. Πλην άλλο τίποτε δεν έχομεν εκτός αυτών τα οποία φορούμεν». Εκείνοι δε νομίζοντες ότι ψεύδεται, ώρμησαν κατ’ υτού ωσάν θηρία άγρια. Εις δε εξ αυτών, ο πλέον φονικώτερος, εγύμνωσε την σπάθην και ώρνησε να κόψη την ιεράν εκείνην κεφαλήν. Ο δε Θεός εξαπέστειλεν τον Άγγελον αυτού και ερρύσατο τον Όσιον αυτού· διότι η μεν χειρ του αυθάδους εκείνου έμεινε κρεμαμένη και ξηρά, οι δε λοιποί επατάχθησαν αορασία και ετυφλώθησαν όλοι. Τότε δη, τότε ήρχισαν να αλαλάζουν την Συριακήν φωνήν αυτών. Αλλάχ! Αλλάχ! Και φοβηθέντες, μετήλλαξαν την θηριωδίαν αυτών εις θρηνωδίαν και την αγριότητα εις ταπεινότητα και κλαίοντες πικρώς παρεκάλουν τον Άγιον θερμώς λέγοντες: «Ελέησον ημάς, Αββά, και να γίνωμεν όλοι Χριστιανοί». Ο δε φιλάνθρωπος δούλος του φιλανθρωποτάτου Δεσπότου Χριστού, ως μιμητής του ανεξικάκου Διδασκάλου αυτού, στέλλει ευθύς ένα μαθητή αυτού και φέρει έλαιον από την κανδήλαν του Δεσπότου Χριστού, με το οποίον αλείψας ο Άγιος τα όμματα όλων σταυροειδώς, ομοίως και την ξηράν χείρα του τολμητίου, ηυχήθη επ΄ αυτών και ευθύς, ω παραδόξου τερατουργήματος! Ιατρεύθησαν οι άνθρωποι. Όθεν όχι μόνον εβαπτίσθησαν, αλλά και εκουρεύθησαν μετά ταύτα εις την αυτήν Μονήν του Αγίου δόκιμοι Μοναχοί γενόμενοι. Αλλ’ επειδή ο αοίδιμος έφθασεν εις βαθύτατον γήρας και έμελλε να εκδημήση προς τον ποθούμενον Χριστόν, προείδε την ώραν της οσίας αυτού εκδημίας προς Κύριον. Όθεν καλέσας τους ιερούς μαθητάς του τους κατήχησε την τελευταίαν αυτού κατήχησιν και διδασκαλίαν και λέγει προς αυτούς. «Ιδού, αδελφοί και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά, εγώ μέλλω να χωρισθώ αφ’ ημών. Υμείς δε, ως φρόνιμοι, δεν πρέπει να λυπήσθε δια τούτο, αφ’ ενός μεν διότι ολίγος παρέρχεται καιρός και πάλιν συναντώμεθα, εξ άλλου δε διότι, αν λάβω παρρησίαν τινά προς τον Θεόν, θέλω σάς επισκέπτομαι πάντοτε και θα σας φυλάττω από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Πλην αν και σεις φυλάσσητε την παράδοσιν της κοινοβιακής ζωής και πολιτείας, την οποίαν είδετε και εδιδάχθητε και την ευταξίαν της Εκκλησίας και όλα όσα εδίδαξα και με λόγον και με έργον, ούτω θέλω έχει και εγώ την ιδικήν σας φροντίδα. Μη αγαπάτε πλούτον πρόσκαιρον, φεύγετε την κενοδοξίαν, μη απατάσθε εις την χορτασίαν της κοιλίας, διότι αναφέρεται εις το βιβλίον του Ιώβ, ότι η δύναμις του σατανά συνίσταται «επ’ ομφαλού γαστρός» (Ιώβ μ: 11)· μη φέρετε εδώ εις το Κοινόβιον αγένεια πρόσωπα, διότι είδετε τι έκαμεν ο μέγας Ευθύμιος εις τον Άγιον Σάββαν, τον οποίον μ’ όλον ότι εγνώριζεν, ότι ήτο εκ κοιλίας μητρός ηγιασμένος, δεν τον εκράτησεν εις το Κοινόβιόν του. Γράφεται δε και εις το Γεροντικόν, ότι τον παλαιόν καιρόν τέσσαρες Λαύραι ηρημώθησαν εξ αιτίας των αγενείων (των νέων δηλαδή που δεν έχει ακόμη φυτρώσει το γένειον εις το πρόσωπον)· όθεν και ο θεοφόρος Πατήρ ημών Αθανάσιος ο κτίτωρ της Μεγίστης Λαύρας κατηράσατο και ανεθεμάτισε τους προεστώτας εκείνους, οίτινες ήθελον δεχθή αγενείους, έστω και αν ήσαν υιοί βασιλέων. Να είσθε ειρηνικοί, να είσθε φιλόξενοι, να επιμελείσθε τας εορτάς πνευματικώς και όχι κοσμικώς, δηλαδή να μη καταγίνησθε αυτάς τας ημέρας εις αργολογίας και γέλωτας και αστεία, επειδή η εορτή είναι φωτισμός και αγιασμός της ψυχής, όστις γεννάται από την σιωπήν και προσευχήν και ανάγνωσιν των ιερών βιβλίων. Εις τας Ακολουθίας της Εκκλησίας να ψάλλετε με σεμνότητα και ευλάβειαν και όχι με ατάκτους φωνάς. Να ευλαβήσθε και τον Ηγούμενον με όλην σας την δύναμιν. Αυτά να φυλάττητε και μετά τον θάνατόν μου καθώς και ζώντος εμού εφυλάττετε και εγώ θα είμαι νοερώς πάντοτε μαζί σας· ει δε μη, να απολογήσθε σεις εις εκείνο το φοβερόν και πάνδημον Κριτήριον». Ταύτα ειπών ο Όσιος ύψωσε τας αγίας του χείρας εις τους ουρανούς και μετά κατανύξεως προσηύξατο εις την Παναγίαν Τριάδα, μετά δε την ευχήν εσιώπησεν. Οι δε αδελφοί και μαθηταί τού Οσίου, πάντες ομού περιτριγυρίζοντες αυτόν έκλαιον απαρηγόρητα, λυπούμενοι ότι έμελλον να στερηθώσι τοιούτον Πατέρα και ιατρόν και σωτήρα. Ο δε Άγιος την νύκτα εκείνην παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, το δε πρωϊ είδον το πανόσιον πρόσωπόν του λάμψαν υπέρ τον ήλιον και ούτω μετά ψαλμωδιών και ύμνων ενεταφίασαν εκείνο το πολύαθλον σώμα. Αλλ’ ω της ζημίας! Εις τους χαλεπούς τούτους καιρούς ημών δεν στερούμεθα μόνον αυτό το άγιον Λείψανον του Οσίου, αλλά και αυτόν τον ιερόν τάφον του, τα οποία εσκέπασεν από ημάς ο Θεός, κρίμασιν οις αυτός μόνος γνωρίζει, καθώς εσκέπασε και πολλών άλλων Αγίων και τα Λείψανα και τους τάφους. Έχομεν δε ομολογούμενον εκ παραδόσεως ότι εκείνο το θείον Λείψανον του Αγίου Σίμωνος ανέβλυζε μύρον καθώς εις τον Βίον του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη αναφέρονται τα εξής επί λέξει· «εισί δε και άλλα πολλά θαύματα αδόμενα υπό πολλών και από του κυρ Γρηγορίου και εκ της πέτρας του Αγίου Σίμωνος του Μυροβλύτου». Αλλά και ο ευσεβής βασιλεύς της Σερβίας Ιωάννης Ούγγλεσις, έχων μονογενή θυγατέρα διαμονιζομένην και πολλά καμών και εξοδεύσας δια θεραπείαν της, επειδή δεν ηδυνήθη να επιτύχη του ποθουμένου, κούων και του Αγίου τούτου τα θαύματα και το ιαματικόν αυτού μύρον, μόνον ότι επεκαλέσθη τον Άγιον εκ καρδίας, ευθύς ιατρεύθη το κοράσιόν του, δια την ευεργεσίαν δε ταύτην απέστειλε τον πνευματικόν του πατέρα Ευθύμιον με πλείστα όσα αφιερώματα και πλούτον πολύν και ωκοδόμησε την Ιεράν Μονήν. Έφερε δε ο Ευθύμιος και χρυσόβουλλον τούτου του βασιλέως δια την ιεράν ταύτην Μονήν, το οποίον σώζεται μέχρι σήμερον, αναφέρει δε το εν λόγω χρυσόβουλλον συν τοις άλλοις και δια την ανάβλυσιν του μύρου από τον Άγιον και δια το θαύμα του αστέρος, τον οποίον έβλεπεν ο Άγιος επό της πέτρας και ότι Νέα Βηθλεέμ ωνομάσθη η ιερά αύτη Μονή. Ήκμαζε δε ούτος ο βασιλεύς της Σερβίας εν έτει χιλιοστώ διακοσιοστώ εξηκοστώ τετάρτω (1264) από Χριστού, καθώς χρονολογεί το χρυσόβουλλόν του, ότε βασιλεύς του Βυζαντίου ήτο Μιχαήλ Η΄ ο αζυμίτης και λατινόφρων ο και πρώτος των Παλαιολόγων. Ας είπωμεν τώρα και εν εκ των θαυμάτων του Αγίου, τα οποία ετέλεσε μετά τον θάνατόν του και έπειτα να κάμωμεν τέλος εις τον λόγον μας. Εώρταζον κατ΄ έτος οι Πατέρες της Μονής την μνήμην του Οσίου εν τη Μονή. Αλλ’ επειδή τα ζιζάνια δεν λείπουν από τον σίτον, εις μεταξύ των Πατέρων της Μονής δεν ήθελε να συνεορτάση μετά των άλλων αδελφών την ετήσιον εορτήν του Αγίου. Αλλά καταλιπών έφευγεν από την Εκκλησίαν και από την ιεράν εκείνην Ακολουθίαν, την οποίαν έψαλλον οι Πατέρες ολονύκτιον αγρυπνούντες και εκοιμάτο εις το κελλίον του. Ουχί δε μόνον τούτο εποίει καταφρονών την θείαν δόξαν και αγιότητα του Αγίου, αλλά και λόγια βλάσφημα και σιχαμερά εξέμει από την δυσώδη κοιλίαν του κατά του Οσίου ο ανόσιος, κολασμένον και πλάνων αποκαλών αυτόν. Όθεν φαίνεται ο Άγιος εις τον ύπνον του κατ’ αυτήν την νύκτα της εορτής, ότε οι Πατέρες όλοι ηγρύπνουν εις την Εκκλησίαν, εφάνη δε όλος αστραπηφόρος και με δεδοξασμένον το πρόσωπον, έχων μεθ’ εαυτού και δύο εκ των πρώτων εκείνων ηγιασμένων μαθητών του. Και πλήρης θυμού και αγανακτήσεως κατά του βλασφήμου λέγει προς αυτόν· «Δεν σοι αρέσει, ω μιαρέ; Δεδόξασται το δεδοξασμένον». Και νεύων προς τους μαθητάς του ο Όσιος λέγει· «Βάλετε κάτω αυτόν τον βλάσφημον». Βάλλοντες δε υτόν κάτω, εφάνη εις αυτόν ότι έδειρεν αυτόν ο Άγιος δια της ράβδου, την οποίαν εκράτει, εις τους πόδας, από δε των πόνων και τον άμετρον φόβον εξυπνήσας ησθάνετο πονών τους πόδας. Τότε όλος έντρομος τρέχει εις την Εκκλησίαν και πίπτων κατά γης βάλλει μετάνοιαν εις τον Ηγούμενον όλος ηλλοιωμένος και κραυγάζων· «Συγχωρήσατέ μοι, Πατέρες και αδελφοί· τώρα είδον με τα όμματα της ψυχής μου ότι όντως ο Θεός μεγάλως εδόξασε τον Όσιον Πατέρα ημών Σίμωνα. Τώρα και πιστεύω και προσκυνώ αυτόν, ως ισάξιον και ομότιμον με τους παλαιούς μεγάλους Αγίους Αντώνιον, Ευθύμιον, Σάββαν και τους λοιπούς. Ευχαριστώ σοι, Άγιε του Θεού, ότι με ελύτρωσες από την δαιμονιώδη πλάνην μου, τον ταλαίπωρον». Ταύτα δε βοών μετά δακρύων διηγήθη εν μέσω της Εκκλησίας την φοβεράν εκείνην δόξαν του Αγίου και τα υπόλοιπα κατά πλάτος και πάντες εδόξαζον τον Θεόν και τον αυτού θεράποντα Όσιον Σίμωνα, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανών Βασιλείας. Αμήν.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Των Αγίων ΔΙΣΜΥΡΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ, των εν Νικομηδεία καέντων.

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων ΔΙΣΜΥΡΙΩΝ, ήτοι είκοσι χιλιάδων, ΜΑΡΤΥΡΩΝ, των εν Νικομηδεία καέντων.                                                        

Δισμύριοι όντες τον αριθμόν οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες έλαβον τον στέφανον του Μαρτυρίου κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του ασεβούς Μαξιμιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄- τε΄ (286- 305). Τότε επιστρέφων ούτος νικητής από τον κατά των Αιθιόπων πόλεμον, ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα δια την νίκην αυτήν· επέμφθησαν λοιπόν από αυτόν γράμματα πανταχού παρακινητικά δια να έλθωσιν όλοι εις την Νικομήδειαν και να προσκυνήσωσι τους θεούς του. Εις την Νικομήδειαν ευρίσκετο τότε ενάρετός τις Επίσκοπος ονόματι Κύριλλος, όστις εκόσμει την επαρχίαν του με τον τρόπον μάλλον ή με τον θρόνον· έκτιζε Μοναστήρια, επεμελείτο τα Ασκητήρια και παν άλλο ψυχωφελές έργον ετέλει ως Ποιμήν αληθέστατος, και δεν εφοβείτο ουδόλως τυράννων ωμότητα, αλλά δια να αρπάση ψυχάς ανθρώπων από τον φάρυγγα του δαίμονος, εισήλθε πολλάκις εις κίνδυνον της ζωής του· όθεν και πολλούς εχειραγώγησε προς ευσέβειαν και από τους συγγενείς τούς εχώρισε, κατά τον δεσποτικόν λόγον τον λέγοντα· «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. ι: 34)· και πάλιν· «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην, και τι θέλω ει ήδη ανήφθη!» (Λουκ. ιβ: 49). Τούτο το πυρ ανήφθη από τον καιρόν εκείνον κατ΄ αλήθειαν, και όσον εδίωκον την Εκκλησίαν του Χριστού οι κάκιστοι τύραννοι, τόσον μάλλον εκείνη ηνδρούτο και ηύξανε και ήνθει ως οι λειμώνες και τα δένδρα την άνοιξιν· και όχι μόνον ευτελείς και πένητες κατεφρόνουν την πρόσκαιρον ζωήν, αλλά και πλούσιοι και βασιλέων απόγονοι, άνδρες τε και γυναίκες, άφηνον τον πλούτον αυτών και εγίνοντο δούλοι Χριστού γνησιώτατοι και εξόχως η σήμερον εορταζομένη μετά των λοιπών συμμαρτύρων και προκειμένη αξίως εις έπαινον, η νύμφη Χριστού, η θαυμασία την πράξιν, Δόμνα η αξιέπαινος, επιφανής και περίδοξος, ήτις ανετράφη εις το παλάτιον του δυσσεβούς βασιλέως και αφιερώθη από τους γονείς της εις τους ναούς, οίτινες ήσαν εντός των βασιλικών ανακτόρων, εψηφισμένη πρώτη των ψευδωνύμων θεών ιέρεια δια να υπηρετή τα είδωλεία κατά την τάξιν των. Αλλά το καλόν δένδρον εζήτει και γην αγαθήν, να φυτευθή εις τον οίκον του Θεού, να αποδώση καρπόν αγαθόν. Αύτη λοιπόν ευρούσά ποτε τας Επιστολάς του μεγάλου Παύλου ανεγίνωσκε ταύτας μετά τοσαύτης προθυμίας, ώστε εφωτίσθη εις την αλήθειαν και ελυπείτο, διότι ευρίσκετο εις την πλάνην· εχαίρετο δε διότι επέτυχε τοιούτον θησαυρόν της ευσεβείας ψυχωφελέστατον και εθαύμαζε κατανοούσα την αληθεστάτην και άδολον πίστιν των Χριστιανών, την οποίαν ποθούσα να επιτύχη, συνεβουλεύθη θυγατέρα τινά άρχοντος, ήτις ήτο παρθένος Χριστιανή ενάρετος και την εδίδαξεν άπασαν την αλήθειαν. Νύκτα λοιπόν τινα, κατά την οποίαν οι άλλοι εκοιμώντο, απήλθεν εν ώρα μεσονυκτίου κρυφίως προς τον Αρχιερέα Κύριλλον, ζητούσα το άγιον Βάπτισμα. Ο δε αναγνώσας εις αυτήν τας θείας ευχάς, την εσφράγισε με το σημείον του Τιμίου Σταυρού και την εποίησε κατηχουμένην, προσέταξε δε Διάκονόν τινα ευλαβέστατον, ονόματι Αγάπιον, να τελέση εις αυτήν τα διατεταγμένα προ του θείου Βαπτίσματος και ούτως έμεινε προσευχομένη και νηστεύουσα κρυφίως από τους άλλους. Μόνον ευνούχος τις το εγνώριζεν, ονόματι Ίνδης, το μεν γένος βάρβαρος, εις δε το ήθος και τας πράξεις ευγενέστατος, ο οποίος όχι μόνον, ως και η Δόμνα, προσέδραμεν εις την Πίστιν, αλλά και πρώτος από τους άλλους δια τον Χριστόν εμαρτύρησεν. Όταν ήλθεν ο καιρός της προθεσμίας, εβαπτίσθησαν αμφότεροι και εκοινώνησαν του Δεσποτικού σώματος και αίματος. Αφού λοιπόν η μακαρία Δόμνα έλαβε το θεμέλιον της Πίστεως, τότε ήρχισε να κτίζη και τα επίλοιπα· και δια μεν τροφήν και πόσιν και ενδύματα ουδόλως επεμελείτο, μόνον δε με την ανάγνωσιν της θείας Γραφής ετρέφετο μάλλον ή με τροφήν σωματικήν· και όσα ανεγίνωσκεν, ετελείωνε πληρέστατα, δια να δικαιωθή παρά του Θεού. Βλέπουσα δε εις τας πράξεις των Αγίων Αποστόλων ότι όσοι επωλούσαν τα πράγματά των επήγαιναν και παρέδιδον εις αυτούς τα αργύρια, εσύναξε και αυτή όλον το χρυσίον και το αργύριον, ως και τα ενδύματα και ό,τι άλλα πολύτιμα πράγματα είχε και νύκτα τινά τα επήγε με τους δούλους της εις τον Άγιον Κύριλλον, να τα διαμοιράση εις πένητας· μετά δε ταύτα αυτή μεν επέστρεψε κρυφίως εις το παλάτιον, ο δε θείος Κύριλλος, αφού έδωκεν εις τους πτωχούς όσα του έφερεν η Δόμνα, απήλθε προς Κύριον, τελέσας μεγάλα θαυμάσια. Η δε μακαρία Δόμνα εφύλαττεν όσα της παρήγγειλεν ο θείος Κύριλλος και ενήστευον ομού με τον Ίνδην όλας τας ημέρας, προσηύχοντο, την δε εσπέραν έτρωγον άρτον μεθ΄ ύδατος, ευχαριστούντες τον Κύριον· και όσα τους έστελλον από την βασιλικήν τράπεζαν έδιδον εις τους πτωχούς, δια να φυλάττουν ομού ελεημοσύνην και εγκράτειαν. Ταύτα δε ετέλουν κρυφίως όσον ηδύναντο· αλλ΄ επειδή δεν είναι δυνατόν να τεθή ο λύχνος υπό τον μόδιον, εφανερώθησαν και αυτοί εις έλεγχον μεν των ασεβών, των δε εναρέτων παράδειγμα. Όθεν ευνούχός τις, ιδών αυτούς νύκτα τινά διανέμοντας τα φαγητά εις τους πένητας, ηννόησεν ως πονηρός ότι ενήστευον και τα ανήγγειλεν εις τον άρχοντα, όστις κατεσκεύαζε τα βασιλικά φαγητά. Ο δε άρχων αρπάσας ευθύς τας κλείδας από τας χείρας της Δόμνας και του Ίνδου, απήλθεν εις το κελλίον των και εύρε τον Τίμιον Σταυρόν και τας Πράξεις των Αποστόλων, αλλ’ άργυρον ή χρυσόν ή ιμάτιον πολύτιμον δεν εύρε ουδόλως, ούτε στρώσιν τινά δια να κοιμώνται, ειμή μόνον δύο ψάθας κατά γης, εις τας οποίας ανεπαύοντο οι μακάριοι, εν πήλινον θυμιατήριον, ένα λύχνον και εν Αρτοφόριον ξύλινον, εις το οποίον είχον την ιεράν προσφοράν και μετελάμβανον, λαβών δε τούτο εις χείρας του, ως και το βιβλίον των Πράξεων, ηρώτησε τους Αγίους τι έκαμαν τον χρυσόν, τον άργυρον και τα επίλοιπα, εκείνοι όμως ουδέν απεκρίθησαν. Βασανίζων λοιπόν τους Αγίους διαφόρως και μαστιγώνων τους φιλανθρώπους ο απάνθρωπος τύραννος ουδέν ωμολόγησαν, αλλ’ έμειναν σιωπώντες και δεν επτοήθησαν, ως να εδέροντο αδάμαντες. Όθεν  θυμωθείς ο άρχων προστάσσει να τους σφαλίσουν εις άλλον τόπον, έως ου αναφέρη την υπόθεσιν εις τον βασιλέα. Όταν δε τους εξέβαλον από το δωμάτιον, επήρε κρυφίως η μεν Δόμνα την Βίβλον, ο δε Ίνδης το άγιον Αρτοφόριον εντός των ενδυμάτων των και δεν τους είδον· αυτά δε μόνον είχον παραμυθίαν εις την φυλακήν οι μακάριοι, άλλην δε τροφήν δεν τους έδωσαν οι άσπλαγχνοι· μόνον απ’ εκείνον τον ηγιασμένον Άρτον μετελάμβανον, διότι ο άσπλαγχνος άρχων διέταξε τους φύλακας να μη τους δώσουν ούτε καν ύδωρ να πίωσι, δια να αποθάνουν, διότι έδιδον αυτοί τας βασιλικάς τροφάς εις τους πένητας. Είχον όθεν τοσαύτην υστέρησιν των αναγκαίων και κακοπάθειαν, ώστε ησθένησεν η παρθένος ως καλομαθημένη όπου ήτο πρότερον. Αλλ’ ο προνοητής και κυβερνήτης των απάντων Θεός εφρόντιζε και δια τους δούλους του· όθεν νύκτα τινά ελθόντες Άγιοι Άγγελοι εγέμισαν την τράπεζαν φαγητά διάφορα και έλαμψεν όλος ο οίκος, έπειτα οι Άγγελοι ανέβησαν εις τους ουρανούς. Οι δε Άγιοι τρώγοντες ηυφράνθησαν, ευχαριστούντες τον Κύριον και έμειναν με πολλήν ηδονήν, όχι τόσον από τα βρώματα τα οποία έφαγον, όσον από την υπέρλαμπρον ωραιότητα των Αγγέλων την θαυμασίαν και πανευφρόσυνον. Τη επαύριον επήγεν ο άρχων να τους ίδη, εάν εστενοχωρήθησαν από την πείναν, να προσκυνήσουν τα είδωλα, και βλέπων αυτούς φαιδρούς την όψιν και χαριεστέρους εις την ψυχήν υπέρ το πρότερον, εθαύμασε και προστάσσει να τους δίδουν όσα εχρειάζοντο προς αυτάρκειαν, ήτοι βρώματα, ποτά και ενδύματα, καθώς ήσαν συνηθισμένοι πρότερον· αλλ’ αυτοί πάλιν εκράτουν τα αναγκαιότερα, τα δε επίλοιπα διεμοίραζαν εις τους πτωχούς και τόσον πλήθος πτωχών εσυνάζοντο, ώστε έδιδον όσα είχον και αυτοί έμενον ημέρας πολλάς τελείως άσιτοι. Μάλιστα και την ζώνην της, την οποίαν είχε πολύτιμον με μαργαρίτας ακριβούς κεκοσμημένην, την έστειλεν ημέραν τινά από την θυρίδα της φυλακής προς τον ευλαβέστατον Αγάπιον τον Διάκονον να την πωλήση και να δώση εις τους πτωχούς τα χρήματα, εκείνος δε ως πιστός οικονόμος ούτως εποίησεν. Η δε μακαρία Δόμνα έχουσα πόθον να λυτρωθή από την φυλακήν ηβουλήθη να δοκιμάση τέχνασμά τι μήπως και την αφήσουν να αναχωρήση, καθώς και έγινε, του Θεού τα πάντα οικονομήσαντος. Προσεποιήθη λοιπόν ότι εσεληνιάζετο, καθώς έκαμε και ο Προφήτης Δαβίδ, δια να φύγη από τον Σαούλ, να μη τον φονεύση. Ούτω και αυτή η πάνσοφος υποκρίνεται αφροσύνην και διαστρέφουσα τους οφθαλμούς εξέβαλλεν αφρούς από το στόμα και εκτύπα τας χείρας φωνάζουσα άτακτα, άλλας δε φοράς εγέλα ματαίως και άπρεπα. Ταύτα ακούσας από τους υπηρέτας ο άρχων επήγε να την ίδη, δια να διαπιστώση την αλήθειαν, έκαμε δε και πάλιν τα αυτά η Αγία και χειρότερα. Ο δε άρχων εφοβήθη, μήπως της τύχη και θάνατος, τότε όπου έλειπεν ο βασιλεύς εις πόλεμον· όθεν έβαλεν ανθρώπους να την φυλάττουν, δια να μη φονευθή και οργισθή ο βασιλεύς εναντίον του άρχοντος. Αυτή δε πάλιν υπεκρίνετο το κακόν περισσότερον και φωνάζουσα όλην την νύκτα, δεν έφηνε τους φύλακας να κοιμηθώσιν, εκείνοι δε δια να απαλλαγώσιν απ’ αυτήν συνεβούλευσαν τον άρχοντα να την στείλη εις τους Χριστιανούς, να την θεραπεύσουν, καθώς και άλλους πολλάκις ομοίους ασθενείς εθεράπευσαν. Όθεν ο άρχων υπήκουσε, δια να μη έχη και αυτός την φροντίδα της, ή και ο Θεός τον εφώτισε, και προσκαλέσας τον Άγιον Άνθιμον, όστις ήτο τότε Επίσκοπος της Νικομηδείας, τον παρεκάλεσε να πάρη την παρθένον εις τον οίκον του ομού με τον Ίνδην, δια να την φυλάττη, έως να απαλλαγή από της ασθενείας, του έδιδε δε και χρήματα δι΄ έξοδα. Ο Επίσκοπος όμως επήρε μεν αυτήν και τον Ίνδην μετά χαράς, αλλά τα αργύρια δεν ηθέλησε να δεχθή. Ενωθέντες λοιπόν οι Άγιοι μετά των άλλων Χριστιανών είχον τόσην αγαλλίασιν, ώστε δεν έπαυον οι μακάριοι ευχαριστούντες τον Κύριον, διότι τους έγινεν εις καλόν η υπόκρισις. Κατ΄ εκείνον τον καιρόν ήλθε και ο δυσσεβής βασιλεύς νικητής από τον πόλεμον και νομίζων ο ανόητος, ότι οι τυφλοί θεοί του έδωκαν την νίκην, προσέταξε να συναχθή όλος ο λαός, να προσφέρουν εις αυτούς θυσίαν πλουσιοπαρόχως. Έπειτα αφού είδε συνηθροισμένους όλους τους κατοίκους της πόλεως ευφήμισεν ο βασιλεύς τους καταφρονημένους θεούς του τοιαύτα λέγων· «Βαβαί, πως τολμώσι τινές όπου αγαπούν το σκότος υπέρ το φως και λέγουσιν, ότι δεν είναι θεοί. Ω της αγνωσίας! Και δεν βλέπετε, άνθρωποι, πόσας νίκας μάς δίδουν και τρόπαια και πόσα αγαθά καθ΄ εκάστην μάς χαρίζουν; Τους διαφόρους, λέγω, καρπούς της γης, τα γεννήματα και τα λοιπά καλά, με τα οποία τρεφόμεθα»; Αυτά και έτερα βλάσφημα λέγων ο αφρονέστατος, δεν τα υπέμεινεν ο αληθής Θεός δια να μη καυχάται κατά της αληθείας το ψεύδος και δια να μη διαστραφούν και άλλοι προς την απώλειαν. Όθεν καθώς ο μωρός βασιλεύς ευφήμιζε τους ατίμους θεούς του, την μεσημβρίαν εν καιρώ του θέρους αίφνης έγιναν βρονταί και αστραπαί φοβεραί και σκότος βαθύτατον, εξέσπασε δε μέγας άνεμος και χάλαζα σφοδροτάτη, τόσον ώστε ετρόμαξαν άπαντες και άλλοι μεν έπεσον ημιθανείς από τον φόβον των και έτεροι κατεπλάκωσαν αλλήλους από την σπουδήν των να αναχωρήσωσι· διότι και φωνή ουρανόθεν ηκούσθη λέγουσα· «Ο Θεός εθυμώθη και σας ωργίσθη». Εγένετο δε κατά την ημέραν εκείνην μεγάλη ζημία και όχι μόνον κοινοί άνθρωποι απέθανον, αλλά και αυτός ο βασιλεύς εκινδύνευσεν, οι δε ποταμοί επλημμύρισαν τόσον από την πολλήν βροχήν, ώστε επήραν όλην την εσοδείαν των και την επήγαν εις την θάλασσαν. Αλλά πάλιν ο ασύνετος Μαξιμιανός έμεινεν εις την προτέραν ασέβειαν και ζητήσας την βίβλον, εις την οποίαν ήσαν γραμμένα τα ονόματα των ιερέων, οίτινες υπηρετούσαν τους δώδεκα θεούς, επειδή δεν εύρεν εκεί την Δόμναν και τον Ίνδην, ηρώτησε δι’ αυτούς· οι δε υπηρέται του είπον, ότι η Δόμνα ετρελλάθη και ο Ίνδης την εφύλαττε. Τότε ο βασιλεύς πολύ εθυμώθη κατά των Χριστιανών και παρήγγειλεν εις όλους τους άρχοντας να ποιήσωσιν ακριβή περί αυτών εξέτασιν και όσους ευρίσκουσι να τους θανατώνουν πικρότατα, εάν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα. Έπειτα παρευθύς ήρχισε και αυτός να κολάζη δεινώς τους Χριστιανούς, δια να λάβουν από αυτόν παράδειγμα και οι άλλοι ηγεμόνες. Εβασάνιζε λοιπόν και έσυρε βιαίως προς την θρησκείαν του όσους Χριστιανούς εύρισκε, τους δε απειθούντας κακώς εθανάτωνε, ζητών δε και τον Ίνδην και τον αξιώτατον Μάξιμον, δεν τους εύρεν. Όθεν απήλθε μόνος του εις την Εκκλησίαν ως λύκος άρπαξ, με τους δορυφόρους του και με όλον τον στρατόν, δια να φοβηθούν οι Χριστιανοί, να κάμουν τον λόγον του· ήρχισε δε πρώτον με λόγους καλούς δια να τους κολακεύση να προσκυνήσουν· βλέπων όμως ότι δεν επείθοντο, τους ηπείλησεν, ότι θα τους δώση πικρότατα κολαστήρια εάν παρακούσουν. Τότε Ιερεύς τις σοφός και γλυκύτατος, Γλυκέριος ονόματι, έδωκεν εις αυτόν με παρρησίαν αφόβως την απόκρισιν λέγων· «Ημείς, βασιλεύ, ούτε τας δωρεάς σου υπολογίζομεν, ούτε τας απειλάς σου φοβούμεθα· διότι όλα τα πρόσκαιρα αγαθά, τα οποία σεις νομίζετε απολαυστικά, ημείς τα έχομεν ως όνειρον, τα δε λυπηρά και τας βασάνους τας λαμβάνομεν δια τον Χριστόν μας με πολλήν ηδονήν και άπειρον αγαλλίασιν, και αν δεν πιστεύης εις τους λόγους μας, θέλεις ίδει τούτο με το έργον, δια να λάβης πολλήν αισχύνην, όταν ίδης να σε νικήσουν γυναίκες και παίδες αδύνατοι. Καθ’ ον χρόνον συ καυχάσαι ότι ενίκησες τους εχθρούς σου, ημείς οι ολίγοι θα σε νικήσωμεν με του μεγάλου Θεού την βοήθειαν, του οποίου την δύναμιν έπρεπε προχθές να εννοήσης, αναίσθητε και λίθινε, όταν είδες τα φοβερά εκείνα σημεία των βροντών, των αστραπών και της χαλάζης, και εθανατώυησαν τόσοι άνθρωποι, οι δε καρποί σας δια τας βλασφημίας σου απωλέσθησαν. Μη έχης λοιπόν ελπίδα τινά εις ημάς, διότι ημείς έχομεν τους Αγγέλους και μας φυλάττουν, από τον Δεσπότην Χριστόν ουρανόθεν στελλόμενοι, καθώς έχεις και συ αυτούς τους δορυφόρους τριγύρω σου, θέλομεν δε σε νικήσει παραδοξότατα πίπτοντες και φονευόμενοι δια να στήσωμεν κατά των πολεμίων ημών αήτηττα και αθάνατα τρόπαια». Ταύτα ακούσας ανελπίστως ο υπερήφανος τύραννος, του εφάνη ωσάν να εσούβλιζέ τις με σπάθην την καρδίαν του και τοσούτον ωργίσθη, ωσάν να εθανατώθη, διότι τον ύβρισεν ούτως αφόβως ένας ευτελέστατος άνθρωπος· όθεν προστάσσει να τον φέρουν δεδεμένον εις το κριτήριον και να τον δέρουν οι δήμιοι, όσον δύνανται· τόσους δε ραβδισμούς του έδωσαν, ώστε αυτοί μεν εκουράσθησαν, εκείνος δε έμεινε τελείως άφωνος· μόνον τον Δεσπότην Χριστόν επεκαλείτο ως ηδύνατο λέγων· «Καθώς με εδυνάμωσες εις το λέγειν, Θεέ μου αληθινέ, ούτω και εις την πράξιν δος μοι δύναμιν, Πανάγαθε, να υπομείνω πολλά κολαστήρια, δια να λάβω την ανταπόδοσιν και τα βραβεία περισσότερα». Ταύτα εξήψαν τον θυμόν του βασιλέως περισσότερον και προστάσσει να τον δέρουν ακόμη ανελεημόνως· και τον εμαστίγωσαν τόσον, ώστε έμεινεν ως άπνους, διότι όλον του τα αίμα εξεχύθη, αι σάρκες του έπεσον και μόνον τα οστά έμειναν, ώστε και αυτοί οι άπιστοι τον συνεπόνεσαν· μόνον δε ο άσπλαγχνος βασιλεύς δεν εχόρτασεν. Ακούων δε αυτόν να δοξάζη και ούτως ημιθανής τον Χριστόν, μη υποφέρων την παρρησίαν του, επρόσταξε να τον καύσουν έξω της πόλεως. Φερθείς λοιπόν εις τον τόπον της καταδίκης, προσηύξατο δια τους ευσεβείς να τους φυλάττη ο Κύριος, και ευχαριστήσας αυτόν, διότι τον ηξίωσε τοιούτου τέλους, έκαμε τον σταυρόν του και ούτω πυρί ολοκαυτωθείς εγένετο θυσία ευπρόσδεκτος εις τον σταυρωθέντα Θεόν. Μετά ταύτα προστάσσει ο τύραννος να εύρουν τον Ίνδην, να τον φέρουν εις την υπηρεσίαν των θεών ως και πρότερον. Ούτος δεν κατεδέχθη ουδ’ επ’ ελάχιστον να τιμήση πλέον τα άτιμα είδωλα, αλλά μάλιστα και πολλούς πλανωμένους επέστρεψε προς ευσέβειαν, διότι ήτο λόγιος και φρόνιμος άνθρωπος και έσυρε πολλούς με την σοφίαν του, τους οποίους εδίδασκεν όσον ηδύνατο κρυφίως από τον βασιλέα και τους ωδήγει εις το ποίμνιον του Χριστού. Ύστερον όμως εφανερώθη με τοιούτον τρόπον. Ότε ήλθεν η εορτή των μιασμένων θεών, προστάσσει ο τύραννος να συναχθούν όλοι να τιμήσωσι τους δώδεκα θεούς, τους οποίους είχεν εις τα βασίλεια· τότε επήγαν οι επίλοιποι λευκοφορούντες να εορτάσωσι, μόνον δε ο Ίνδης εκάθητο μαυροφορεμένος εις μικρόν κελλίον, την απώλειαν των ασεβών οδυρόμενος. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς, έστειλεν ανθρώπους και τον έφεραν εις το κριτήριον· ιδών δε αυτόν ούτω σκυθρωπόν και μελανοφορούντα, χωρίς να τον ερωτήση, εγνώρισε την υπόθεσιν· όθεν επρόταξε να τον βάλουν αλύσεις εις τον λαιμόν, εις τας χείρας και εις τους πόδας και να τον φυλακίσουν. Μετά ταύτα αναζητών ο τύραννος την Δόμναν έλεγε ταύτα ως μεθυσμένος και αφρονέστατος· «Που είναι η δούλη και ιέρεια των θεών Αρτέμιδος και Αθηνάς»; Εκείνοι δε είπον προς αυτόν την νομιζομένην έκστασιν των φρενών αυτής, ως ανωτέρω είπομεν. Όθεν κελεύει τού μεν ευνούχου Ίνδου να κόψουν την κεφαλήν, την δε Παρθένον να ζητήσωσιν επιμελώς εις τα ασκητήρια των Χριστιανών. Ταύτα  μαθούσα η Προεστώσα του Ασκητηρίου ενέδυσεν αυτήν ανδρικήν στολήν και προσευχομένη δι’ αυτήν, την ηυχήθη να την διαφυλάξη ο Κύριος και μετά δακρύων απεχαιρετίσθησαν· απελθούσα δε εκρύβη εις σπήλαιον εντός του οποίου υπήρχεν ολίγον ύδωρ και με τα χόρτα τα οποία εύρισκεν έξωθεν αυτού επορεύετο. Ο δε μιαρός δεν έπαυεν ερευνών δι’ αυτήν, και ελύσσα κοινώς κατά πασών των Ασκητριών. Όθεν τα μεν ιερά Ησυχαστήρια των Παρθένων κατέστρεφεν άπαντα, αυτάς δε προς ύβριν αισχρώς, φευ! έσυρον και ήτο μεγάλη συμφορά. Όσαι  ηδύναντο έφευγον εις τα όρη και σπήλαια, προτιμώσαι να κατοικούν με θηρία ανήμερα ή με ανθρώπους ακολάστους, οίτινες ήσαν των θηρίων αγριώτεροι. Ήτο δε τότε παρθένος τις ωραιοτάτη, Θεοφίλη καλουμένη, την οποίαν ιδόντες οι δήμιοι τοσούτον ωραίαν, ήρπασαν αυτήν και την έσυραν βιαίως εις το εργαστήριον της ύβρεως· η δε βλέπουσα προς ουρανόν εβόησε ταύτα δακρυρροούσα· «Κύριε Ιησού Χριστέ μου, ο έρως, το φως, η πνοή και η αγάπη μου, ο φύλαξ της ζωής και παρθενίας μου, ίδε την νυμφευθείσάν σοι, Νυμφίε μου άμωμε, και λύτρωσέ με από τα θηρία ταύτα· μη αφήσης να διασπαράξουν την αμνάδα σου λύκοι άρπαγες, αλλά φύλαξον την παρθενίαν μου άσπιλον, εις δόξαν και αίνον του παντοδυνάμου σου ονόματος». Ταύτα προσηύχετο, όταν έβαλαν αυτήν εις το αισχρόν εκείνο εργαστήριον, εξάγουσα δε αυτή από το στήθος της το ιερόν Ευαγγέλιον, ανεγίνωσκεν. Εις δε από τους ασεβείς εκείνους εισήλθεν ως ζώον άλογον μεθυσμένος από την επιθυμίαν, καθώς όμως επλησίαζε δια να βάλη τας χείρας του επάνω της, του ήλθε κλόνος και τρόμος φοβερός και πίπτων εις την γην απέθανε. Μετά πολλήν ώραν, βλέποντες οι άλλοι ότι δεν εξήρχετο, ενόμιζον ότι ετέλει την επιθυμίαν του ως αχόρταγος. Όθεν εισερχόμενος ο δεύτερος είδε φως υπέρλαμπρον, από το οποίον εσκοτίσθησαν οι οφθαλμοί του και έμεινε τυφλός, το αυτό έπαθον και πάντες όσοι άλλοι ετόλμησαν να εισέλθωσι με γνώμην ακόλαστον. Οι δε επίλοιποι θαυμάδαντες εισήλθον, ουχί δια κακόν, αλλά μόνον δια να ίδωσι το αίτιον και καθώς εισήλθον, είδον νεανίαν ωραιότατον, εκ του προσώπου τού οποίου εξήρχοντο ακτίνες ως αστραπή και ετρόμαξαν βλέποντες τοιούτον θαυμάσιον, εξελθόντες δε εβόησαν· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών» και πάντες επίστευσαν. Ταύτα μαθών ο ασεβής βασιλεύς έλεγεν, ότι οι Χριστιανοί μεταχειρίζονται μαντείας δια να επιτυγχάνουν εκείνα τα οποία θέλουν. Ο δε αστραπόμορφος του Κυρίου Άγγελος έφερε την παρθένον αμόλυντον έξω από το εργαστήριον εκείνο της αμαρτίας και προπορευόμενος αυτής με φως λαμπρότατον την ωδήγησεν εις την Εκκλησίαν και ειπών προς αυτήν «Ειρήνη σοι», ανεχώρησεν. Η δε μακαρία Θεοφίλη έμεινεν εκθαμβουμένη και χαίρουσα δια την παράδοξον θαυματουργίαν, ήτις εγένετο εις αυτήν και εκ της οποίας εφυλάχθη αμόλυντος. Εκτύπησε λοιπόν την θύραν της Εκκλησίας, έσωθεν της οποίας ήτο λαός πολύς και έψαλλον την νυκτερινήν Ακολουθίαν κατά την συνήθειαν. Ο δε υπηρέτης εξήλθε και ιδών την Αγίαν ανήγγειλε τούτο εις τους λοιπούς, οίτινες έδραμον άπαντες προς την Θεοφίλην θαυμάζοντες· διότι ήτο η μακαρία από γένος επίσημον, αλλά και εις την αρετήν ακόμη πλουσιωτέρα, ιδόντες δε αυτήν ανελπίστως εθαύμασαν, ακούοντες μάλιστα και όσα ο παντοδύναμος Θεός ετέλεσεν εις αυτήν θαυμασίως και από την χαράν των εδάκρυζον, δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Κύριον, ετέλεσαν δε και παράκλησιν και ευχαριστίαν προς τον Θεόν δι΄ αυτήν ολονύκτιον άπαντες. Ο δε κάκιστος Μαξιμιανός δεν έπαυσε να βασανίζη τους Μάρτυρας, αλλά έστειλε τους υπηρέτας του να ερευνώσιν, ως τα λαγωνικά, κάθε τόπον απόκρυφον, να του φέρουν όσους Χριστανούς εύρωσιν. Ήτο δε ένας από τους άρχοντάς του εις την αξίαν πραιπόσιτος, την κλήσιν Δωρόθεος, εις μεν το γένος επιφανής, εις δε την πίστιν επιφανέστερος και άλλοι δύο, Μαρδόνιος και Μυγδόνιος καλούμενοι, τους οποίους κατέδωσάν τινες διαβολείς εις τον βασιλέα ως Χριστιανούς λέγοντες· «Εάν, ω βασιλεύ, αυτούς οίτινες κατοικούσιν εις τα βασίλεια και τιμώνται και τρέφονται από σε, δεν ημπορής να φέρης εις το θέλημά σου, πως θα νικήσης τους εχθρούς σου; Αυτοί οι φίλοι σου παρακινούν τους αλλοτρίους με λόγον και γράμματα να σε πολεμώσι, και πως λοιπόν να σε φοβηθούν οι εχθροί σου»; Εθυμώθη λοιπόν ο βασιλεύς και προστάσσει να φέρουν τους Αγίους εις το κριτήριον, τούτου δε γενομένου είπε προς αυτούς ο αλιτήριος· «Ω αχάριστοι, εγώ σας έδειξα τόσην αγάπην και φιλανθρωπίαν και σεις εγίνατε προς εμέ αγνωμονέστατοι; Λησμονήσαντες δε και τας πολλάς ευεργεσίας τας οποίας σας έκαμα, απηρνήθητε και τους σωτηρίους θεούς, αναιδέστατοι»; Οι δε Άγιοι εσιώπων, αφήνοντες αυτόν να εκβάλλη κραυγάς ως κύων άτακτος, αυτός όμως μάλλον ωργίζετο λέγων· «Με την βοήθειαν των αθανάτων θεών δεν θέλω σας συγχωρήσει, ούτε θα σας συμπονέσω τελείως, αλλά θα καταξεσχίσω τας σάρκας σας με διάφορα κολαστήρια· θα συντρίψω τα οστά σας και θ σας δώσω εις τα θηρία και εις τα πετεινά να σας φάγωσι, δια να φοβηθούν και οι άλλοι από το ιδικόν σας παράδειγμα». Ταύτα ακούοντες οι Άγιοι ουδόλως εφοβήθησαν, αλλά λύσαντες τας ζώνας και αποβάλλοντες τας χλαμύδας των, με μίαν γλώσσαν Χριστιανούς εαυτούς ωμολόγησαν και τα είδωλα χωρίς φόβον τινά εμυκτήρισαν. Τότε ο τύραννος προστάσσει να τανύσουν τους Αγίους χείρας και πόδας και να τους δέρουν ανελεήμονα με ωμά βούνευρα έως να δύση ο ήλιος. Τούτου γενομένου, η μεν γη από τα αίματα εκοκκίνισεν, οι δε Άγιοι γενναίως υπέφερον άλαλοι· μόνον δε με τον νουν εδόξαζον μυστικώς τον Κύριον. Έπειτα πάλιν τους εφυλάκισαν με αλύσεις εις τας χείρας και τους πόδας. Ο δε τύραννος όσον εύρισκε και άλλους πιστούς, τόσον ελύσσα κατά του Χριστού και εδαιμονίζετο, προστάσσων τους ηγεμόνας του να τελώσι τα όμοια. Όθεν καθ΄ εκάστην εστέλλοντο προς τον Χριστόν από τους αχρήστους τα εύχρηστα σκεύη και λογικά θύματα, με το Μαρτύριον φιλοθέως ολοκαυτούμενα. Κατά δε τας ημέρας εκείνας επλησίαζεν η εορτή των Χριστουγέννων· όθεν τινές μιαροί θεραπευταί των ειδώλων, δια να δείξουν προς τον δυσσεβή βασιλέα ευσέβειαν και ζήλον οι ασεβέστατοι, παρρησιάσθησαν προς αυτόν και του είπον· «Γνώριζε, βασιλεύ, ότι την δείνα ημέραν τελούσιν οι άχρηστοι Χριστιανοί σπουδαίαν πανήγυριν, μυθολογούντες, ότι κατά την ημέραν αυτήν εγεννήθη ο Θεός των ως άνθρωπος, συνάγονται δε εις την Εκκλησίαν των άπαντες. Λοιπόν, εάν ποθής να τελέσης κατ’ αυτών μεγίστην εκδίκησιν, μη αφήσης να φύγη το κυνήγιον από τας χείρας σου· διότι δεν ευρίσκεις πλέον άλλον καιρόν επιτηδειότερον. Όθεν απόστειλον στρατιώτας να τους κυκλώσουν δια να μη ημπορούν να φύγουν και εάν δεν δεχθούν να προσκυνήσωσι τους θεούς μας, να τους καύσουν άπαντας έσω της Εκκλησίας, δια να λυτρώσης την ποίμνην σου από την λώβην και βλάβην αυτών, να μη μας μιαίνωσι και να μη έχη και η βασιλεία σου φροντίδα και βάσανα δι’ αυτούς». Ταύτα ακούσας ο τύραννος ηυχαρίστησε τους διαβολείς εκείνους. Κατά δε την κυρίαν ημέραν των Χριστουγέννων προστάσσει ο τύραννος τους στρατιώτας να σωρεύσουν πέριξ της Εκκλησίας φρύγανα και πάσαν άλλην ύλην, ήτις να καίεται ευκόλως. Έξωθεν δε της πύλης του Ναού να στήσουν βωμόν κατά την πίστιν αυτών και να φωνάζουν μετά σαλπίγγων οι κήρυκες, διακηρύττοντες ότι όστις θέλει να λυτρωθή από τον θάνατον, ας θυσιάση εις τα είδωλα, διότι όσοι δεν θυσιάσουν θα καούν ανελεήμονα ομού με την Εκκλησίαν, δια να μη δυνηθή κανείς να διαφύγη. Αφού λοιπόν έγιναν όλα καθώς προσέταξεν ο βασιλεύς, εισήλθεν εις την Εκκλησίαν ο κήρυξ λέγων· «Άνθρωποι, ο Μαξιμιανός ο δεσπότης της οικουμένης με έστειλε να σας είπω να προκρίνετε ένα από τα δύο· ή να προσκυνήσετε τους θεούς μας εις τον βωμόν, τον οποίον ητοιμάσαμεν έξωθεν του Ναού σας, ή να βάλωμεν πυρ εις αυτόν και να σας κατακαύσωμεν άπαντας». Τότε ο Αρχιδιάκονος της Εκκλησίας, ο όντως αγαπών τον Θεόν και υπ’ αυτού ανταγαπώμενος Αγάπιος, θείω ζήλω κινούμενος και εξαφθείς την καρδίαν εκ του πυρός της θείας Χάριτος, ανήλθεν εις τον άμβωνα του Ναού και λέγει προς τον λαόν· «Ενθυμηθήτε, αδελφοί μου ομόψυχοι και φιλόχριστοι, ποσάκις εθαυμάσαμεν την ανδρείαν και την ευσέβειαν των Αγίων Τριών Παίδων, οίτινες ιστάμενοι εις το μέσον της φλογός και παραδόξως δροσιζόμενοι, προσεκάλουν προς υμνωδίαν του Κτίστου την κτίσιν άπασαν, και ποσάκις ταύτα ακούοντες εποθούμεν να γίνωμεν κοινωνοί της δόξης των· λοιπόν ας τους μιμηθώμεν τώρα, επειδή ο καιρός το εκάλεσεν. Εκείνοι ήσαν μόνον τρεις και δεν είχον εκ των προ αυτών παράδειγμα, ημείς δε είμεθα τόσον πλήθος και έχομεν όχι μόνον εκείνων, αλλά και ετέρων πολλών παραδείγματα. Τούτους λοιπόν και ημείς ας μιμηθώμεν και μη δειλιάσωμεν, διότι δεν είναι άξια προς την μέλλουσαν δόξαν τα παθήματα του καιρού τούτου. Ας λάβωμεν λοιπόν δια τον Δεσπότην μας πρόσκαιρον θάνατον, δια να ζώμεν αθάνατοι εις την Βασιλείαν του την αιώνιον. Εάν αυτός ο Δεσπότης εθυσιάσθη δι΄ ημάς τους αναξίους ο υπεράξιός τε και υπερούσιος, διατί και ημείς οι αμαρτωλοί και υπεύθυνοι να μη συγκοινωνήσωμεν εις το Πάθος του»; Ταύτα ειπών ο αείμνηστος προέτρεψε και παρεκίνησεν άπαντας να διψήσουν τον σωτήριον θάνατον, και πάντες μετ’ αυτού συμφώνως εβόησαν προς τον απεσταλμένον του βασιλέως ταύτα· «Χριστιανοί είμεθα, και τους ψευδωνύμους θεούς σας ου λατρεύομεν». Ταύτα μαθών ο βασιλεύς επρόσταξε να ανάψουν πυρ πέριξ του Ναού, να τους κατακαύσουν άπαντας. Οι δε έσωθεν του Ναού εγκεκλεισμένοι Χριστιανοί εβάπτισαν εν βία τους κατηχουμένους και χρίσαντες αυτούς δια του αγίου Μύρου, τους εκοινώνησαν τα θεία του Δεσπότου Μυστήρια. Εν τω μεταξύ τούτω εμεγάλωνε το πυρ, και κατέκαιε πέριξ την Εκκλησίαν άπασαν. Οι δε Άγιοι έψαλλον έσωθεν τον ψαλμόν των Αγίων Τριών Παίδων, καλούντες πάσαν την κτίσιν προς υμνωδίαν και δοξολογίαν του Θεού και ούτως ετελειώθησαν κατά την εικοστήν ογδόην του μηνός Δεκαμβρίου όντες τον αριθμόν χιλιάδες είκοσι. Πέντε δε ημέρας μετά την κατάπαυσιν του πυρός, επλησίασαν τινες δια να ίδωσι το αποτέλεσμα, διεπίστωσαν δε ότι όχι μόνον δεν εξήρχετο από των ερειπίων και η ελαχίστη δυσωδία, αλλά μάλλον ευωδία γλυκυτάτη και θαυμάσιος. Εξήρχετο δε και λάμψις ωραία ως ακτίς χρυσαυγίζουσα. Ο δε ανόητος τύραννος έχαιρε, νομίζων ότι ελυτρώθη από τους εχθρούς του, και ετέλεσε χαρμόσυνον εορτήν και πανήγυριν, εις τιμήν και μνήμην της ψευδωνύμου θεάς Δήμητρας, ωκοδόμησε δε και θέατρον μέγα. Όταν δε εγένετο εορτή πάνδημος εις την οποίαν ήτο συνηγμένος όλος ο λαός, ήτο δε εκεί και ο βασιλεύς και προσέφεραν οι ασύνετοι θυσίαν εις την βδελυράν των θεάν, ένας ευσεβής καλούμενος Ζήνων, ζήλου θείου πλησθείς, εστάθη εις το μέσον του πλήθους και εβόησε ταύτα προς τον βασιλέα λέγων· «Πλανάσαι, βασιλεύ, προσκυνών λίθους και ξύλα αναίσθητα, τα οποία οδηγούσι τους λατρευτάς αυτών εις απώλειαν. Μη είσαι, Μαξιμιανέ, τοσούτον ανόητος, αλλ’ ύψωσον τους σωματικούς και νοητούς οφθαλμούς σου εις τον ουρανόν, να εννοήσης τον Κτίστην των απάντων από τα κτίσματα αυτού». Ταύτα ακούσας ο τύραννος ηλλοιώθη την όψιν από τον θυμόν του ο λίθινος. Και προστάσσει να συντρίψουν με λίθους το στόμα και τας σιαγόνας του Ζήνωνος, και τόσον τον εκτύπων, ώστε του συνέτριψαν όλους τους οδόντας και τας σιαγόνας συνέθλασαν, εχύθη δε τοσούτον αίμα, ώστε έμεινεν ως νεκρός. Ούτω δε τετραυματισμένον τον εξέβαλαν έξω της πόλεως ολίγον ακόμη αναπνέοντα, και έκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν, καθώς ο βασιλεύς προσέταξε. Και ούτως ο γενναιότατος Ζήνων έλαβε χαίρων τον στέφανον του Μαρτυρίου. Τότε έφεραν εις το κριτήριον τον Δωρόθεον με την συνοδείαν του και ένα Διάκονον, με τον οποίον είχε στείλει προς τον Δωρόθεον την ημέραν εκείνην επιστολήν ο Επίσκοπος Άνθιμος, τον οποίον εφύλαξεν ο Θεός και δεν τον αφήκε να καή, δια να ωφελήση και άλλους ο τρισμακάριος. Ευρόντες λοιπόν οι στρατιώται έξωθεν της φυλακής τον Διάκονον με την επιστολήν τον επήραν και αυτόν με τους λοιπούς Αγίους εις το κριτήριον. Ο δε τύραννος αναγνώσας την επιστολήν, ήτις έγραφε κατηγορίας κατά των θεών και κατ’ αυτού, εθυμώθη. Και ηρώτα τον Διάκονον ποίος την έγραψε και που εκρύπτετο. Ο δε απεκρίνατο· «Ο αρχιεπίσκοπος Άνθιμος έγραψε την επιστολήν ως βοσκός των λογικών προβάτων. Τα δε λόγια είναι του Αρχιποίμενος Χριστού, όστις μας είπε να μη φοβούμεθα εκείνους, οίτινες μόνον το σώμα δύνανται να θανατώσουν, την δε ψυχήν δεν δύνανται να βλάψουν ουδόλως. Ιδού ήκουσες ποίος έγραψε την επιστολήν, αλλά που είναι δεν σου λέγω ούτε σε φοβούμαι». Μη υποφέρων ο τύραννος την παρρησίαν της αγίας γλώσσης εκείνης προσέταξεν ο ασεβής να την κόψωσιν, έπειτα να τον λιθοβολήσουν. Και ούτως έλαβε το μακάριον τέλος ο Διάκονος. Ο δε διάβολος όντως και όχι άνθρωπος Μαξιμιανός, όσον έβλεπε τους Αγίους, ότι δεν εφοβούντο τα κολαστήρια, τόσον τους εβασάνιζεν ο ασεβής περισσότερον. Έδειραν λοιπόν τον Δωρόθεον με τους άλλους τοσούτον, ώστε οι μεν δήμιοι εκουράσθησαν, οι δε Άγιοι μάλλον εστερεώνοντο και ωνείδιζον πικρότερα την ασέβειαν του τυράννου, όστις βλέπων ότι δεν ηδυνήθη να τους νικήση με κολαστήρια, εβαρύνθη και δίδει κατ’ αυτών την εξής απόφασιν: Να αποκεφαλίσωσι τον Δωρόθεον, να καύσουν ζωντανόν τον Μαρδόνιον, να κάμουν λάκκον εις τον οποίον να καταχώσουν τον Μυγδόνιον, τους δε άλλους τρεις, αφού δέσουν λίθους του μύλου εις τους τραχήλους αυτών, να τους βυθίσωσι μακράν εις το πέλαγος ήτοι τον Ίνδην, τον Πέτρον και τον Γοργόνιον, ούτω δε ετελειώθησαν οι μακάριοι και καλλίνικοι ούτοι Άγιοι Μάρτυρες. Ταύτα μαθούσα η παρθένος Δόμνα εχάρη, μάλιστα δια τον ηγαπημένον Ίνδην, τον σύμπνουν αυτής όντως και σύμψυχον, ότι ηξιώθη να γίνη Μάρτυς του Χριστού. Επεθύμει δε και αυτή η αείμνηστος να επιτύχη το ίδιον και εδέετο καθ’ ώραν προς Κύριον, να την αξιώση μαρτυρικού θανάτου. Όθεν ο ουράνιος Νυμφίος δεν παρείδε την προσευχήν αυτής, παρ’ όλον ότι και χωρίς να κόψουν την κεφαλήν της αυτή ελογίζετο καθ’ εκάστην Μάρτυς εις την προαίρεσιν. Μάλιστα και η διαγωγή και σκληραγωγία τής ασκήσεως ήτο μέγα Μαρτύριον, διότι ήτο κρυμμένη υποκάτω της γης ως εις τάφον εις σκοτεινόν τόπον, εκεί δε διάγουσα έτρωγε μόνον χόρτα και έπινε μόνον ύδωρ η αείμνηστος, ήτις ήτο πρότερον καλομαθημένη εις το παλάτιον, αλλά πάντα τα ηδέα εκείνα δια τον Νυμφίον αυτής κατεφρόνησε, και καθ΄ εκάστην ελεύκαινε την παρθενικήν στολήν με δάκρυα. Όθεν και ο Θεός την ηξίωσε να την κοκκινίση με τα μαρτυρικά αίματα. Προσέχετε λοιπόν να γράψωμεν και αυτής το μακάριον τέλος και ούτω να τελειώσωμεν την γλυκυτάτην ταύτην  διήγησιν. Όταν η Δόμνα ήκουσε δια τον Ίνδην, ότι τον εβύθισαν εις την θάλασσαν, κατήλθεν από το όρος εις την πόλιν με την ανδρικήν ενδυμασίαν, με την οποίαν την είχεν ενδύσει η πνευματική της μήτηρ Άγάπη. Μη γνωρίζουσα δε περί του τέλους αυτής, την ανεζήτει, εις δε Χριστιανός της είπεν ότι ετελείωσε και αυτή την ζωήν με Μαρτύριον εντός του Ναού, όταν τους έκαυσαν. Η δε Δόμνα ταύτα μαθούσα εδάκρυσε, διότι δεν ευρέθη και αυτή εις τοιούτον τέλος μακάριον. Επήγε λοιπόν εις τον καυθέντα Ναόν και έκλαυσε ικανώς. Έπειτα το δειλινόν κατήλθεν εις τον αιγιαλόν πεφωτισμένη εκ θείας Χάριτος. Εκεί εύρεν αλιείς τινας, οίτινες ητοιμάζοντο να ρίψουν τον γρύπον να ψαρεύσωσιν, ιδόντες δε αυτήν εζωσμένην ως άνδρα, είπον προς αυτήν· «Ελθέ, νεανία, μαζί μας να ρίψωμεν τα δίκτυα, να πάρης και συ οψάρια το μερίδιόν σου». Η δε Δόμνα εδέχθη και εισήλθον εις το πλοιάριον. Βλέποντες δε εκείνοι το ήθος αυτής, το κάλλος και την ευκοσμίαν της, την ηυλαβούντο θαυμάζοντες. Όταν δε έσυρον έξω τον γρύπον, ήτο βαρύς και δεν ηδύναντο να τον σύρωσι. Τον έφεραν λοιπόν μετά βίας εις την γην και τότε προς έκπληξιν αυτών και θαυμασμόν βλέπουσιν ομού με αναριθμήτους ιχθείς και τρία ανθρώπινα σώματα. Άφησαν λοιπόν αυτά εκεί και θέλοντες να υπάγουν εις άλλο μέρος να αλιεύσουν, έλεγον και της Αγίας να τους ακολουθήση. Αλλ’ αυτή δεν ηθέλησεν· όθεν δώσαντες εις αυτήν το μερίδιόν της εκ των ιχθύων, ανεχώρησαν. Μετά την αναχώρησιν εκείνων, εξετάζουσα η Αγί επιμελώς τα Λείψανα, εγνώρισε τον ηγαπημένον της Ίνδην. Όθεν κλαίουσα θερμώς μετ’ ευλαβείας κατεφίλει αυτό και εδόξαζε τον Θεόν, όστις της έστειλε τοιούτον δώρον πολύτιμον. Τότε βλέπει άλλην λέμβον, ήτις ήρχετο προς την γην. Όταν δε επλησίασεν, είπε προς τον λεμβούχον, τον οποίον εγνώρισεν από ένα λόγον ότι ήτο Χριστιανός, να εξέλθη έξω να του ομιλήση περί τινος υποθέσεως, εξήλθε δε εκείνος μετά χαράς και του έδειξε τα Λείψανα των Αγίων, λέγουσα καταλεπτώς τα της αθλήσεως και τελειώσεως αυτών. Ο δε ναύκληρος εχάρη, και φέρων σινδόνας καθαράς και στολάς λευκάς ετύλιξαν αυτά, και τα ενεταφίασαν έξωθι της πόλεως εις τον ποταμόν προς την θάλασσαν, εκεί όπου εδέχθη το τέλος και ο Δωρόθεος. Μετά ταύτα παρεκάλει ο ναύκληρος την Δόμναν, νομίζων ότι ήτο άνδρας, να υπάγη εις την οικίαν του, να την έχη ως αδελφόν του. Η δε απεκρίνατο· «Ευχαριστώ την καλήν σου προαίρεσιν. Αλλά εγώ δεν απομακρύνομαι από τα άγια ταύτα Λείψανα, διότι μετ΄ ολίγας ημέρας είναι και το τέλος μου, και θέλω να μείνη εδώ και το ιδικόν μου Λείψανον, ούτως ώστε να είναι και το σώμα μου συνδεδεμένον με αυτά, καθώς επίσης επιθυμώ και δια την ψυχήν μου να μη χωρίση από τας αγίας αυτών ψυχάς ουδέποτε». Έδωκε λοιπόν ο πλοίαρχος ως ευλαβής θυμιάματα και αργύρια πολλά εις αυτήν, να δαπανήση εις περιποίησιν των αγίων Λειψάνων και ούτως απήλθεν εις την οδόν του, λαβών μεθ’ εαυτού και τους ιχθείς της Αγίας χάριν φιλίας. Αυτή δε έμεινεν εκεί προσευχομένη και θυμιάζουσα ευλαβώς καθ’ εκάστην ώραν τα ιερά Λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, χωρίς να απομακρυνθή ουδόλως απ’ αυτών. Μαθών ταύτα ο δυσσεβής Μαξιμιανός μεγάλως εγέλασεν, ο γέλωτος μάλλον και μυρίων δακρύων άξιος, λέγων· «Πρέπον είναι να λάβη και αυτή θάνατον όμοιον, επειδή τιμά τόσον τους κακούργους αυτούς μετά θάνατον και τους σέβεται η άγνωστος ανωφελώς». Ταύτα ειπών έστειλε τους δημίους να κόψουν την κεφαλήν αυτής, έπειτα δε να την καύσουν αμέσως. Τούτων γενομένων απήλθε και αυτή η μακαρία προς Κύριον. Ο δε σοφός και ιερός Άνθιμος, επιστρέψας πολλούς εις θεογνωσίαν με τα σοφά του διδάγματα και γράμματα και πολλούς παρακινήσας προς άθλησιν, έλαβε και αυτός το τέλος με το Μαρτύριον. Διότι ο τύραννος εξήτασεν ακριβώς έως ου τον εύρε· και δίδων εις αυτόν πικράς και διαφόρους βασάνους πρότερον, δεν ηδυνήθη να τον νικήση. Μάλιστα αυτός εκουράσθη περισσότερον να τον κολάζη με πολλά μηχανήματα παρά εκείνος υπομένων τους ραβδισμούς και τας μάστιγας. Όθεν έδωκε και κατ΄ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να κόψουν την τιμίαν του κεφαλήν, ούτω δε απήλθε και αυτός προς ον επόθησε Κύριον κοσμούμενος με διπλούν στέφανον, τον της Αρχιερωσύνης και τον της Αθλήσεως. Τούτων πάντων των Αγίων τελείται η μνήμη κατά την σήμερον μετά τα Χριστούγεννα, όπως και των Βρεφών, τα οποία ο Ηρώδης εφόνευσε. Διότι καθώς εκείνα, ούτω και ούτοι δια τον Χριστόν μέσον πυρός εμαρτύρησαν, δύο μυριάδες ήτοι είκοσι χιλιάδες ανώνυμοι Μάρτυρες, καθώς και οι ονομαστί αναφερόμενοι, περί των οποίων είπομεν ανωτέρω, ήτοι Γλυκέριος, Ζήνων, Θεόφιλος, Μαρδόνιος, Δωρόθεος, Ίνδης, Πέτρος, Μυγδόνιος, Αγάπη, Θεοφίλη και Δόμνα η πάντων περικαλλής και αοίδιμος εις δόξαν Χριστού του αληθινού Θεού ημών, Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ και των συν αυτώ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Μαρτύρων.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ και των συν αυτώ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Μαρτύρων.                                                                                                        
Μαυρίκιος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Άγιοι Εβδομήκοντα Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη (296-305), καταγόμενοι μεν από την πόλιν Απάμειαν, ήτις κείται εις την Προποντίδα, στρατιώται δε υπάρχοντες βασιλικοί κατά το επάγγελμα. Όταν λοιπόν διήλθε δια της πόλεως εκείνης ο βασιλεύς διεβλήθησαν εις αυτόν οι Άγιοι ούτοι ως Χριστιανοί· όθεν συλληφθέντες ωδηγήθησαν εις αυτόν και επειδή ωμολόγησαν παρρησία ότι είναι Χριστιανοί, τους αφήρεσαν τας στρατιωτικάς ζώνας, τας οποίας εφόρουν και τους έκλεισαν εις την φυλακήν. Μετά δε τρεις ημέρας τους έφεραν έμπροσθεν του τυράννου και τους ηρώτησαν εάν μετενόησαν· επειδή δε έμενον στερεοί εις την του Χριστού πίστιν, εδάρησαν δυνατά, και έπειτα ερρίφθησαν εις το πυρ. Μετά ταύτα εκρεμάσθησαν εις ξύλον και κατεξεσχίσθησαν εις τας πλευράς. Θέλων δε ο Μαξιμιανός να λυπήση περισσότερον τον Άγιον Μαυρίκιον, όστις ήτο ο των άλλων πρόκριτος, διέταξε να αποκεφαλίσωσι τον υιόν του Φωτεινόν. Ιδών δε αυτόν και τους άλλους Αγίους φυλάττοντες στερεώς την του Χριστού πίστιν και μη πειθομένους εις αυτόν, τους έπεμψεν εις τόπον βαλτώδη, όστις έκειτο εις το μέσον δύο ποταμών και μιάς λίμνης, ως εκ τούτου δε ήτο γεμάτος από σφήκας, από μυίας, από κώνωπας και από σκνίπας. Εκεί λοιπόν εξεγύμνωσαν τους Αγίους οι στρατιώται, και δέσαντες αυτούς εις πασσάλους, ίνα μη σαλεύοντες διώκουν τα έντομα, τους ήλειψαν με μέλι· έτυχε δε και ο καιρός να είναι αρμόδιος εις την τοιαύτην τιμωρίαν, διότι ήτο ζέστη. Έπειτα έρριψαν το Λείψανον του Αγίου Φωτεινού έμπροσθεν του πατρός του Μαυρικίου, όπως βλέπη τούτο και λυπήται περισσότερον. Ταύτα πάντα οι δήμιοι ποήσαντες, ανεχώρησαν. Οι δε Άγιοι Μάρτυρες υπέμειναν γενναίως την τοιαύτην ανυπόφορον βάσανον δέκα ολόκληρα ημερονύκτια· είτα τω Θεώ προσευχηθέντες, παρέδωκαν οι τρισμακάριοι τας ψυχάς των εις χείρας αυτού. 

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Ο Αγίοις ΘΕΟΔΩΡΟΣ Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Τη αυτή ημέρα ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εν ειρήνη  τελειούται.                                                                             
Θεόδωρος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ούτος ήτο γέννημα και θρέμμα της Κωνσταντινουπόλεως, ζήσας κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη χξη΄ - χπε΄(668- 685), δια δε την πολλήν αυτού ευλάβειαν και αρετήν εχειροτονήθη Πρεσβύτερος της αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας, γενόμενος έπειτα σύγκελλος και σκευοφύλαξ. Επειδή δε ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντίνος απέθανεν, αναγκασθείς ο αοίδιμος ούτος Θεόδωρος παρά του βασιλέως και όλης της συγκλήτου, προς τούτοις δε και από όλην την Σύνοδον των Αγίων Αρχιερέων, εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Θεαρέστως δε κυβερνήσας την Εκκλησίαν έτη δύο και μήνας τρεις, εξώσθη του θρόνου του εν έτει χοη΄ (678), είτα καλώς δινύσας το υπόλοιπον της ζωής του προς Κύριον εξεδήμησε. Την δε μνήμην αυτού εορτάζει η Μεγάλη Εκκλησία εν ημέρα Κυριακή. 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Γραπτού, αδελφού Θεοφάνους του Ποιητού και Γραπτού.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Γραπτού, αδελφού Θεοφάνους του Ποιητού και Γραπτού.                                                                 
Θεόδωρος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο Γραπτός, ομού με τον αδελφόν του Θεοφάνη (τον εορταζόμενον ιδίως κατά την ενδεκάτην Οκτωβρίου), ήσαν κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωκθ΄ - ωμβ΄(829 – 842), ότε μεγάλως ηγωνίσθησαν αμφότεροι δια την τιμήν και προσκύνησιν των αγίων Εικόνων· όθεν εδάρησαν ασπλάγχνως και κατά προσταγήν του Θεοφίλου εγράφησαν εις το μέτωπόν των με σίδηρον πεπυρωμένον οι ιαμβικοί στίχοι ούτοι.   
                                                                                  
Πάντων ποθούντων προστρέχειν προς την πόλιν                                                     
Όπου πάναγνοι του Θεού Λόγου πόδες                                                               
Έστησαν εις σύστασιν της οικουμένης,                                                                
Ώφθησαν ούτοι τω σεβασμίω τόπω                                                                            
Σκεύη πονηρά δεισιδαίμονος πλάνης,                                                                       
Εκείσε πολλά λοιπόν εξ απιστίας                                                                         
Πράξαντες δεινά αισχρά δυσσεβοφρόνως,                                                             
Εκείθεν ηλάθησαν ως αποστάται·                                                                                          
Προς την Πόλιν δε του Κράτους πεφευγότες                                                                         
Ουκ εξαφήκαν τας αθέσμους μωρίας.                                                                          
Όθεν γραφέντες ως κακούργοι την θέαν                                                                           
Κατακρίνονται και διώκονται πάλιν.                                                                                            
Αφ’ ου δε εστιγματίσθησαν με τους στίχους τούτους, επέμφθησαν εις την εξορίαν, όπου ο μέγας αριστεύς και νικητής ούτος Θεόδωρος προς Κύριον εξεδήμησε. Λέγεται δε ότι, όταν ο Άγιος ούτος εκοιμήθη, επήγεν εις αυτόν μέγας τις Γέρων και ήκουεν Αγίους Αγγέλους, οίτινες έψαλλον πνευματικά άσματα, συνέψαλλε δε και αυτός μετ’ αυτών. Δια των τοιούτων ασμάτων έδειξεν ο Θεός πόσον ετίμα τον εαυτού θεράποντα Θεόδωρον. 

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Απόστολος Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος Στέφανος

Τη ΚΖ’ (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.  
                                                                                               
Στέφανος ο μακάριος Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος ήτο Ιουδαίος το γένος, μαθητής ως λέγουσί τινες Γαμαλιήλ του νομοδιδασκάλου, και πρώτος των επτά Διακόνων τους οποίους κατέστησαν οι Απόστολοι εν Ιεροσολύμοις εις την των πτωχών επιμέλειαν και την εις αυτούς διανομήν των ελεημοσυνών, πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και ποιών σημεία και τέρατα εν τω λαώ (Πραξ. στ: 8). Γενομένης δε ποτέ συζητήσεως μεταξύ Ιουδαίων, Σαδδουκαίων, Φαρισαίων και Ελληνιστών περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, άλλοι μεν έλεγον περί του Κυρίου ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι Υιός Θεού· τότε ο αοίδιμος Στέφανος, σταθείς επί τόπου υψηλού, εκήρυξεν εις όλους τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, λέγων ούτω· «Άνδρες αδελφοί, διατί τόσον επληθύνθησαν αι κακίαι σας και είναι τεταραγμένη όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος δεν έλαβεν εις την καρδίαν του δισταγμόν ως προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, διότι αυτός είναι ο κλίνας τους ουρανούς και καταβάς δια τας αμαρτίας μας και γεννηθείς εκ της Παρθένου της Αγίας και καθαράς, της προ καταβολής κόσμου εκλελεγμένης, αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν, αυτός έκαμε να αναβλέψωσιν οι τυφλοί, αυτός εκαθάρισε τους λεπρούς και αυτός εδίωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους». Ταύτα οι Ιουδαίοι ακούσαντες, έφεραν τον Άγιον εις το κριτήριον προς τους αρχιερείς, επειδή δεν ηδύναντο να αντισταθώσιν εις την σοφίαν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, με την οποίαν ελάλει ο θείος Στέφανος (Πράξ. στ: 10). Έπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρας, οίτινες εμαρτύρησαν κατά του Αποστόλου, ταύτα λέγοντες· «Ημείς ηκούσαμεν ότι ούτος ελάλει βλασφήμους λόγους εναντίον του θεϊκού Νόμου» (αυτόθι 11). Είπον δε και όσα άλλα διηγούνται αι ιεραί Πράξεις των Αποστόλων εν κεφαλαίω εβδόμω. Τότε όλοι οι καθεζόμενοι εις το κριτήριον έστρεψαν τα βλέμματά των επί του Στεφάνου και είδον το πρόσωπόν του τόσον λαμπρόν, ως να ήτο πρόσωπον Αγγέλου (Πράξ. στ: 15)· όθεν μη υποφέροντες την εντροπήν, ελιθοβόλησαν αυτόν ευχόμενον δι’  αυτούς και λέγοντα· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. ζ: 60) και τοιαύτα ειπών εκοιμήθη. Αγ’ ου δε ο Πρωτομάρτυς με την νομιζομένην ιδικήν του πτώσιν κατεκρήμνησε τον αντίπαλον διάβολον και έδειξεν αυτόν πτώμα μέγιστον και εξαίσιον και αφ’ ου εκοιμήθη με τον γλυκύν ύπνον του Μαρτυρίου, έλαβον το ιερόν αυτού σώμα άνδρες ευλαβείς και έθηκαν αυτό εντός κιβωτίου κατεσκευασμένου εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας)· σφραγίσαντες δε αυτό, το απέθεσαν εις τα πλάγια μέρη του ναού. Τότε και ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο τούτου υιός Αβελβούλ επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό των Αποστόλων. Τελείται δε η σύναξις αυτού εις τον Μαρτυρικόν του Ναόν τον όντα εις τα Κωσταντιανά. Ελιθοβολήθη δε ο Άγιος Στέφανος το τρίτον, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους, έτος μετά την Ανάληψιν του Χριστού.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Των Αγίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.

Τη αυτή ημέρα ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων και Δικαίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.                                                                                   

Ιωσήφ ο Δίκαιος και Μνήστωρ της Θεοτόκου ήτο υιός του Ιακώβ (Ματθ. α: 16), γαμβρός δε και επομένως υιός πάλιν (Λουκ. γ: 23) του Ηλεί (όστις και Ελιακείμ και Ιωακείμ καλείται και είναι ο της Παρθένου Μαρίας πατήρ). Ούτος κατήγετο εκ της φυλής του Ιούδα και εκ της οικογενείας του Δαβίδ, κατώκει δε εις την Ναζαρέτ. Ήτο δε ο μακάριος Ιωσήφ τέκτων την τέχνην και γέρων την ηλικίαν, ότε κατ΄ ευδοκίαν Θεού εμνηστεύθη την Παρθένον Μαρίαν, ίνα υπηρετήση αυτήν εις το μέγα μυστήριον της ενσάρκου αυτού οικονομίας. Ετελεύτησε δε, κατά την παράδοσιν των Πατέρων, μετά το 12ον έτος από της του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Γεννήσεως.

Δαβίδ δε ο Προφήτης και Βασιλεύς ήτο υιός του Ιεσσαί, γεννηθείς εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας απε΄ (1085) έτη προ της ελεύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ευρίσκετο δε εν Γαβαά. Τον Νόμον Κυρίου εδιδάχθη παρά του Προφήτου Νάθαν, προεφήτευσε δε έτη τεσσαράκοντα. Ο δε Νάθαν προεγνώρισεν, ότι ο Δαβίδ θέλει παραβή τον Νόμον Κυρίου και θέλει μοιχεύσει την Βηρσαβεέ· όθεν έσπευσε να υπάγη προς αυτόν ίνα του αναγγείλη την μέλλουσαν αμαρτίαν, και κατά συνέπειαν εμποδίση τούτον απ΄ αυτής. Αλλ’  ο φθονερός διάβολος ημπόδισε τον Νάθαν με τούτον τον τρόπον· απαντήσας δηλαδή ο Νάθαν καθ’  οδόν νεκρόν εσφαγμένον και γυμνόν, εσταμάτησεν όπως ενταφιάση αυτόν, εν τω μεταξύ όμως ήμαρτεν ο Δαβίδ. Όθεν τούτο μαθών ο Νάθαν, υπέστρεψεν εις τον οίκον του κλαίων και οδυρόμενος. Αφού δε ο Δαβίδ εθανάτωσε τον Ουρίαν, τον άνδρα της Βηρσαβεέ, έπεμψεν ο Κύριος τον Νάθαν και ήλεγξεν αυτόν. Πολύ δε μετανοήσας και κλαύσας ο Δαβίδ δια τας δύο αμαρτίας του και φθάσας εις γήρας βαθύ απέθανε και ετάφη μετά των πατέρων αυτού.


Ιάκωβος δε ο αδελφός του Κυρίου ήτο υιός Ιωσήφ του Μνήστορος εκ της γυναικός την οποίαν είχε πριν μνηστευθή την Αειπάρθενον· ως εκ τούτου ελέγετο και υιός αυτής και αδελφός του Κυρίου, ως και αυτού νομιζομένου υιού του Ιωσήφ. Ούτος κατέστη πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, χειροτονηθείς υπ’  αυτού του Κυρίου, επωνομάσθη δε Οβλίας, δηλαδή Δίκαιος, δια την άκραν αυτού οσιότητα και δικαιοσύνην. Αναβάς δε επί το πτερύγιον του ναού κατά την ημέραν του Πάσχα και κηρύξας εκείθεν μεγάλη φωνή υπέρ του Ιησού, ελιθοβολήθη υπό των Ιουδαίων και συνετρίβη την κεφαλήν δια ξύλου υπό τινος γναφέως, ούτω δε παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Των Αγίων τούτων η Σύναξις τελείται εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία και εν τω Αποστολικώ Ναώ του Αγίου Αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω σεβασμίω οίκω της Υπεραγίας Θεοτόκου εν τοις Χαλκοπρατείοις.