Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Φιλεταίρος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΙΛΕΤΑΙΡΟΥ.                                                        
Φιλεταίρος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284 – 305). Τότε ελθόντος του βασιλέως εις Νικομήδειαν, ειδωλολάτραι τινές επρόδωσαν εις αυτόν τον Άγιον. Ο δε βασιλεύς έστειλεν ευθύς και τον έφεραν έμπροσθεν εις το βασιλικόν του κριτήριον, και βλέπων αυτόν εξεπλάγη εκ μόνης της θεωρίας του, διότι ήτο ο Φιλεταίρος μεγαλόσωμος και ωραίος, αι δε τρίχες της κεφαλής και των γενείων του ήσαν λαμπραί και στίλβουσαι σχεδόν υπέρ τον χρυσόν· όθεν ως εκ του θαυμασμού του θεόν αυτόν ωνόμασεν ο Διοκλητιανός και όχι άνθρωπον. Είπε δε προς αυτόν· «Λέγε εις ημάς, πόθεν είσαι, πως ονομάζεσαι και ποίον το έργον σου»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Ταύτης της πόλεως Νικομηδείας είμαι γέννημα και θρέμμα, υιός επάρχου και Χριστιανός κατά το θρήσκευμα, ονομάζομαι δε Φιλεταίρος». Τότε ο βασιλεύς ονομαστί καλέσας τον Άγιον εκολάκευσεν αυτόν, ζητών να τον χωρίση από της του Χριστού πίστεως· ήρχισε δε και να εκστομίζη λόγους βλασφήμους εναντίον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Άγιος, ταύτα ακούσας, ευθύς ύψωσε τους οφθαλμούς του εις τον ουρανόν και λέγει· «Ας εμφραγή το στόμα εκείνο, το οποίον λαλεί βλασφημίας εναντίον του Χριστού μου». Και ω του θαύματος! ευθύς με τον λόγον του έγινε τόσον φοβερά βροντή και σεισμός, ώστε ο βασιλεύς κατετρόμαξε μεθ’ όλων των μετ’ αυτού. Όθεν κατά προσταγήν του τυράννου ανήφθη σφοδρώς μία κάμινος και ερρίφθη εις αυτήν ο του Χριστού Αθλητής· προσευχηθείς δε εκεί, διεσκόρπισε το πυρ της καμίνου και παντελώς το απέσβεσεν, εξελθών εκείθεν αβλαβής. Τούτο το θαύμα βλέπων ο βασιλεύς ηυλαβήθη τον ΄γιον, ως επίσης και δια το κάλλος του και δια το λαμπρόν γένος του, μάλλον όμως δια τα ανωτέρω θαύματα· όθεν απέλυσεν αυτόν να ζη όπου θέλει και βούλεται. Όταν δε μετά τον Διοκλητιανόν εβασίλευσεν ο γαμβρός του Μαξιμιανός (305 – 311) διεβλήθη ο Άγιος προς αυτόν, και παρασταθείς έμπροσθέν του ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και Ποιητήν του παντός. Όθεν πρώτον μεν εδάρη με ράβδους τόσον πολύ, ώστε οι δέροντες αυτόν στρατιώται ητόνησαν και έπεσον κατά γης ως ημιθανείς· ο δε Μάρτυς της αληθείας, υπό του Χριστού δυναμούμενος, τοσούτον κρατερώς ίστατο, εις τρόπον ώστε εφαίνετο ότι πάσχει ξένον σώμα και όχι το ιδικόν του. Έπειτα κρεμασθείς καταξεσχίζεται τοσούτον, ώστε οι καταξεσχίζοντες αυτόν δήμιοι απέκαμον και έπεσαν κατά γης. Μετά ταύτα δίδεται εις τα θηρία, ίνα τον καταφάγωσι· τα δε θηρία, ω του θαύματος! εκυλίοντο εις τους πόδας του ως ήμερα πρόβατα. Είτα φέρεται εις τον ναόν ίνα προσκυνήση τα είδωλα, αυτός δε δια προσευχής του συνέτριψεν αυτά. Τελευταίον απεφάσισεν ο βασιλεύς να αποκόψωσι την κεφαλήν του και εύθυς εξηράνθη η χειρ του δημίου, όστις έμελλε να τον αποκεφαλίση· λαβών δε άλλος δήμιος το ξίφος και υψώσας αυτό ίνα κτυπήση, τα όμοια έπαθε και εκείνος. Όθεν ο Άγιος ερρίφθη εν τη φυλακή και εκείθεν πάλιν εφέρθη εις εξέτασιν. Επειδή δε έδειξε σαφώς ότι δια της δοκιμασίας των βασάνων ουδέποτε ήθελεν αρνηθή τον Χριστόν, τούτου ένεκα εδέθη με σίδηρα και εξωρίσθη εις την Προκόννησον, τον νυν λεγόμενον Μαρμαράν. Περιφερόμενος δε με τα δεσμά, ετέλει καθ’ οδόν πάμπολλα θαύματα, δαίμονας διώκων, λεπρούς καθαρίζων, πάσαν ασθένειαν ιατρεύων, τα είδωλα με μόνον τον λόγον κατακρημνίζων και εις χώμα και νερόν μεταβάλλων αυτά. Φερόμενος δε εις την Νίκαιαν δέσμιος, μόλις ήγγισεν εις τινα περιβόητον ναόν των ειδώλων, έπεσαν όλα τα είδωλα κατά γης και συνετρίβησαν· όθεν δια των τοιούτων θαυμάτων πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν, μεταξύ των οποίων και ο κόμης της πόλεως και οι εξ στρατιώται του. Αφιχθείς δε ο Άγιος εις τα μέρη της Σιγριανής, ήτις κείται εις την Μηδείαν, πολλά και εκεί εποίησε θαύματα. Οι δε εκεί ευρισκόμενοι διεμήνυσαν εις τον Άγιον, ότι εκεί πλησίον υπάρχει Χριστιανός τις, Ευβίοτος ονομαζόμενος, ο οποίος υπέφερε μεν διαφόρους βασάνους και τιμωρίας από τον άρχοντα δια την πίστιν του Χριστού, διεφυλάχθη όμως αβλαβής και ανίκητος ως αδάμας και εποίησεν εξαίσια θαύματα εις δόξαν Θεού. Ταύτα ως ήκουσεν ο μακάριος Φιλεταίρος ηθέλησε να ίδη τον Ευβίοτον. Όθεν Άγγελος Κυρίου παρίστατο εις τον Ευβίοτον και λέγει προς αυτόν· «Έξελθε ολίγον του κελλίου σου και ύπαγε εις τον δείνα τόπον, ίνα απαντήσης τον Άγιον Φιλεταίρον τον συμμάρτυρά σου». Και ο μεν Ευβίοτος εξήλθε του κελλίου του και κατέβαινεν εκ του όρους της Σιγριανής· ο δε Άγιος Φιλεταίρος οδηγηθείς υπό τινος εγχωρίου εις την οδόν την άγουσαν εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου, ανέβαινεν εις το όρος αυτό της Σιγριανής ομού με τον πιστεύσαντα κόμητα και τους εξ στρατιώτας του. Αφ’ ου δε ανέβησαν ολίγον, βλέπουσι τον μακάριον Ευβίοτον κατερχόμενον προς αυτούς· όθεν ανταλλάξαντες φιλοφρονητικάς εκφράσεις και χαράς πολλής εμπλησθέντες ανέβησαν όλοι ομού εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου. Εκεί δε διατριψάντων ημέρας επτά, εκοιμήθη ο μακάριος Φιλεταίρος τον γλυκύν ύπνον ον επόθει και προς τον ποθούμενον μετέστη Χριστόν, παραθείς την αγίαν του ψυχήν εις τας χείρας Αυτού· όθεν ενεταφίασαν αυτόν ο Άγιος Ευβίοτος εις το κελλίον του. Ομοίως ο κόμης και οι συν αυτώ εξ στρατιώται εκοιμήθησαν και αυτοί μετά ένδεκα ημέρας από της εκείσε αφίξεώς των, και τα μεν σώματα αυτών ενεταφιάσθησαν πλησίον του τάφου του Αγίου Φιλεταίρου, αι δε μακάριαι αυτών ψυχαί εις ουρανούς συναγάλλονται μετά πάντων των Αγίων. 

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Της Οσίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της από Καισαρίδος

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της από Καισαρίδος.                                        
Θεοδώρα η Οσία ήτο κατά τους χρόνους Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου του πατρός Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ψιζ΄ - ψμα΄ (717 – 741), καταγομένη από γένος λαμπρόν και περιφανές, θυγάτηρ πατρός μεν Θεοφίλου, πατρικίου το αξίωμα, μητρός δε Θεοδώρας. Η μήτηρ της δε αύτη επί πολλά έτη ούσα στείρα και περίλυπος δια την στείρωσιν, παρεκάλει τον Θεόν και την Υπεραγίαν Θεοτόκον να της χαρίση τέκνον, εισήκουσε δε ο Θεός τής δεήσεώς της και έδωκεν εις αυτήν την χάριν, την οποίαν εζήτει, δια της Αγίας Άννης της μητρός της Θεοτόκου. Εγέννησε λοιπόν την Οσίαν ταύτην Θεοδώραν, η οποία όταν έφθασεν εις ηλικίαν τινά ωδηγήθη εις τον Ναόν της Αγίας Άννης και αφιερώθη εις το Μοναστήριον αυτής, το λεγόμενον Ριγίδιον, ως θεϊκόν τι αφιέρωμα· όθεν θεοσεβώς και ευτάκτως ωδηγείτο υπό της Ηγουμένης και εδιδάσκετο τα ιερά γράμματα. Καλώς δε της Οσίας πολιτευσαμένης, δεν υπέφερεν ο πονηρός διάβολος να βλέπη εαυτόν καταπατούμενον υπό νεάνιδος, αλλ’ εξήγειρε τον θεομάχον Λέοντα τον Ίσαυρον, όστις εζήτει να εύρη γυναίκα δια τον υιόν του Χριστοφόρον, τον οποίον είχεν ανακηρύξει καίσαρα· όθεν αποχωρίσας την του Κυρίου αμνάδα ταύτην από του Μοναστηρίου της, με βίαν και δυναστείαν ηνάγκασεν αυτήν να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, και μετά την εκεί άφιξίν της ητοιμάσθησαν άπαντα τα προς τον γάμον αναγκαία, ευτρεπισθέντος και του θαλάμου. Αλλ’ ο μεν σκοπός του βασιλέως τοιούτος ήτο· ο Θεός όμως, όστις πάλαι μεν ηπείλησε τον Φαραώ τον βασιλέα της Αιγύπτου, όταν εζήτει να λάβη την Σάρραν, και όστις ύστερον δια της παρθένου Ριψημίας ενίκησε τον Τιριδάτην, αυτός και την Οσίαν Θεοδώραν εφύλαξεν αμόλυντον και καθαράν από της κοινωνίας και μίξεως μετά του αισθητού νυμφίου. Καθ’ ον χρόνον λοιπόν ητοιμάζετο ο γάμος, αιφνιδίως και παρ’ ελπίδα εξεστράτευσαν οι Σκύθαι κατά της Ευρώπης· όθεν ταχέως απεστάλη ο υιός του βασιλέως και ελπιζόμενος νυμφίος, ίνα αντιπολεμήση τους βαρβάρους, ευθύς όμως κατά την πρώτην προσβολήν του πολέμου κτυπάται από τους Σκύθας και θανατώνεται. Τότε λοιπόν πληροφορηθείσα η άφθαρτος αμνάς Θεοδώρα περί της εις αυτήν του Θεού προνοίας, λαβούσα ό,τι πολύτιμον είχε, χρυσόν, άργυρον, μαργαρίτας και πολύτιμα ενδύματα, έφυγε κρυφίως εκ του παλατίου, επιβιβασθείσα δε εις πλοιάριον επανήλθεν εις το Μοναστήριόν της χαίρουσα και ευχαριστούσα τον των όλων Θεόν. Όταν δε εγένετο γνωστή η φυγή της Οσίας, επήγεν ο δεύτερος υιός του Λέοντος εις το Μοναστήριον προς αναζήτησίν της· ευρών όμως αυτήν κουρευμένην Μοναχήν και ενδεδυμένην παλαιά και ξεσχισμένα ενδύματα, αφήκεν αυτήν (συνεργούσης βεβαίως της του Θεού προνοίας) και δεν την ηνώχλησεν. Λαβούσα έκτοτε η Αγία τελείαν ελευθερίαν, τοσούτον κατεμάρανε το σώμσα της, ώστε έξωθεν εβλέποντο οι αρμοί των οστέων της, επειδή η τροφή της όλη ήτο μία ουγγία άρτου, ήτοι οκτώ δράμια, αλλά και αυτόν τον έτρωγεν ανά δύο ή τρεις ημέρας και τίποτε άλλο. Το ένδυμά της ήτο εν και μόνον και αυτό τρίχινον· η κλίνη της ήτο άνωθεν μεν κεκαλυμμένη δια τριχίνου υφάσματος, υποκάτω δε αυτής ήσαν πέτραι εστρωμέναι και ούτως επ΄ αυτής εκοιμάτο ολίγιστον και πικρότατον ύπνον, πολλάκις δε έμεινεν άγρυπνος καθ’ όλην την νύκτα. Δεν ηρκέσθη δε εις αυτάς μόνον τας κακοπαθείας η μακαρία, αλλά προς τούτοις εφόρει και σίδηρα, με το βάρος των οποίων κατεπλήγωσε τα μέλη της και τα κατεδαπάνησε τόσον, ώστε εξήρχετο εξ αυτών δυσωδία. Ούτω λοιπόν αγωνιζομένη επί έτη πολλά και διαλάμψασα εις παν είδος αρετής απήλθε προς την αγήρω και μακαρίαν ζωήν η αοίδιμος.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Της Αγίας ΑΝΥΣΙΑΣ της εν Θεσσαλονίκη.

Τη Λ΄  (30η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος ΑΝΥΣΙΑΣ της εν Θεσσαλονίκη.    
                                                                                                                    
Ανυσία η Αγία του Χριστού Οσιομάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 286 – 305 καταγομένη εκ Θεσσαλονίκης, θυγάτηρ γονέων ευσεβών και πολύ πλουσίων, μετά τον θάνατον των οποίων έζη η Αγία κατ’ ιδίαν ησυχάζουσα και ευαρεστούσα τον Θεόν δια της πληρώσεως των θείων εντολών. Ταύτην την Αγίαν πορευομένην ποτέ εις την Εκκλησίαν, κατά το σύνηθες, απήντησε στρατιώτης τις ειδωλολάτρης και συλλαβών αυτήν την έσυρεν εις τους βωμούς των ειδώλων αναγκάζων αυτήν να θυσιάση εις τους δαίμονας. Επειδή δε η Αγία ωμολόγησε Θεόν τον Χριστόν και έπτυσεν εις το πρόσωπον του μιαρού εκείνου, ωργίσθη ο αλιτήριος και διεπέρασε την πλευράν της Αγίας δια του ξίφους του, λαβούσης ούτω της μακαρίας Ανυσίας τον αμάραντον του Μαρτυρίου στέφανον. 

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Του Οσίου ΘΑΔΔΑΙΟΥ του Ομολογητού.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΑΔΔΑΙΟΥ του Ομολογητού.
                 
Θαδδαίος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών πρότερον μεν ήτο δούλος του Οσίου Πατρός ημών Θεοδώρου, του λαβόντος δια βασιλικής εξουσίας το Μοναστήριον του Στουδίου και ποιήσαντος αυτό Κοινόβιον, ύστερον δε ηλευθερώθη από της δουλείας και κουρεύσας τας τρίχας της κεφαλής εν τη Μονή του Στουδίου, έγινε Μοναχός. Έκτοτε, μεταχειριζόμενος πολιτείαν θεάρεστον, ηγαπήθη παρ΄ όλων, εσχόλαζεν εις νηστείας και αγρυπνίας πολλάς, ήτο εγκρατής εις τας ομιλίας, είχε προσοχήν εις τους θείους λόγους, μετεχειρίζετο χαμευνίαν, υπακοήν υπερβάλλουσαν και ακτημοσύνην μεγάλην, διότι ουδέν έτερον ο τρισμακάριος εκέκτητο ειμή μόνον εκείνα τα ενδύματα τα οποία εφόρει. Επειδή δε τότε κατά θείαν παραχώρησιν εβασίλευσαν δυσσεβείς και εικονομ΄χοι βασιλείς, ήτοι Μιχαήλ ο Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820) και ο τούτου υιός Θεόφιλος εν έτει ωκθ΄ (829), όλοι οι ευσεβείς Επίσκοποι και Ηγούμενοι των Μοναστηρίων, άλλοι μεν εφυλακίζοντο, άλλοι δε εξωρίζοντο, εις δε εξ αυτών ήτο και ο μέγας αγωνιστής Θεόδωρος, ο τούτου του Οσίου Θαδδαίου αυθέντης και Ηγούμενος. Μετέβη δε ποτε μετά του Αγίου Θεοδώρου και ο Όσιος ούτος εις τα ανάκτορα, και υπό θείου ζήλου φλεχθείς ήλεγξε τον δυσσεβή βασιλέα ενώπιον των αρχόντων της συγκλήτου. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν την αγίαν Εικόνα του Σωτήρος και να την θέσουν κατά γης, ο δε Όσιος, αφού δεθή σφιγκτά υπό ρωμαλέων ανδρών, να τεθή επί της αγίας Εικόνος και να κρατήται επ’ αυτής εν ακινησία, εις τρόπον ώστε και χωρίς την θέλησίν του να πατή επάνω εις αυτήν. Τούτου γενομένου, είπεν ο τύραννος προς τον Όσιον· «Βλέπε, ότι κατεπάτησας την Εικόνα του Χριστού σου· λοιπόν συγκατάνευσον εις τους λόγους μας». Τότε ο εν αληθεία πεφωτισμένος την ψυχήν απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ, δυσσεβέστατε και πάσης ακαθαρσίας πεπληρωμένε τύραννε, δεν έπραξα τούτο οικεία βουλήσει, μη γένοιτο! αλλά σύ έκαμες το σχέδιον της ιδικής σου πανουργίας και αδίκου κρίσεως. Προσκυνώ δε εγώ την αγίαν Εικόνα του Χριστού και Θεού μου και κατασπάζομαι αυτήν, προτιμών να αποθάνω δι’ αυτήν προθύμως». Οι λόγοι ούτοι κατήσχυσαν πολύ τον αλιτήριον τύραννον και μάλιστα διότι υβρίσθη υφ’ ενός αγροίκου και Σκύθου κατά το γένος· όθεν προστάσσει να ριφθή ο Όσιος κατά γης έμπροσθέν του και να δέρηται ασπλάγχνως. Τόσον δε πολύ έδειραν τον αοίδιμον με χονδράς ράβδους, ώστε όλοι ενόμισαν ότι απέθανε, διο και έσυραν αυτόν έξω. Έπειτα δέσαντες αυτόν εκ των ποδών, τον έσυραν ως θνησιμαίον και ακάθαρτον δι’ όλης της αγοράς και έρριψαν αυτόν πλησίον εις το τείχος της πόλεως· ελθόντες δε εις πηγήν τινα επλύθησαν, ως ακάθαρτον εγγίσαντες. Ο δε μακάριος Θαδδαίος πάντα τα ανωτέρω ανδρείως και ευχαρίστως υπομείνας, έζησε τρεις ημέρας και μετά ταύτα απήλθε προς Κύριον. 

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ, Ηγούμενος της Μονής των Ακοιμήτων

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ, Ηγούμενος της Μονής των Ακοιμήτων, εν ειρήνη τελειούται. 
                                                                                        
Μάρκελλος ο θείος και θαυμάσιος Πατήρ ημών ήκμασε κατά το δεύτερον ήμυσι του Ε΄ μετά Χριστόν αιώνος. Πατρίς του ήτο η Απάμεια της Συρίας, η παρά τον Ορόντην, εις την οποίαν εγεννήθη από γονείς πλουσίους και ευγενείς, έμεινε δε ορφανός από πατέρα εκ νεαράς ηλικίας. Όμως δεν έκλινεν εις ατόπους ηδονάς, ούτε εξώδευε τον πατρικόν πλούτον εις σαρκικάς επιθυμίας, καθώς έχουν οι νέοι συνήθειαν. Αλλά πρώτον μεν απήλθεν εις Αντιόχειαν να μάθη γράμματα και επιτυχών εμπείρου και μαθηματικού διδασκάλου, έμαθεν εις ολίγον καιρόν την έξω παιδείαν όχι δια να έχη εις αυτήν το τέλος του, αλλά δια ν’ απολαύση δι’ αυτής την του Θεού σοφίαν την ψυχωφελή και σωτήριον. Έπειτα εμελέτα να εύρη ενάρετόν τινά δούλον Θεού να τον οδηγήση προς την όντως φιλοσοφίαν, να γίνη φίλος του Ποιητού και Σωτήρος μας. Έχων λοιπόν τοιούτον ζήλον και πόθον περί Θεού ο ένθεος Μάρκελλος και πιστεύων, ότι ο Κύριος όστις είπεν εις τον Αβραάμ, «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου και δεύρο εις την γην, ην αν σοι δείξω» (Γεν. ιβ: 1), αυτός θέλει τον οδηγήσει προς την αλήθειαν, ανεχώρησεν από την πατρίδα του, αφού εμοίρασε την πατρικήν του περιουσίαν εις πένητας και δεν εκράτησεν ουδέ μιας ημέρας έξοδον. Αλλά πάντα τα μάταια αρνησάμενος, έρχεται εις Έφεσον. Εκεί ευρίσκει ενάρετόν τι και θαυμάσιον ανδρόγυνον, οίτινες είχον δούλον καλούμενον Πρώμοτον, όστις είχε τόσην ευγένειαν άνωθεν και χάριν Θεού, ώστε επήγαινε πολλάκις την νύκτα, όταν ήτο εορτή, εις τα Ασκητήρια και ηνοίγοντο εις αυτόν αι θύραι αυτομάτως και ευρίσκετο εις το μέσον των ψαλλόντων. Και πρώτον μεν ενόμιζον οι αδελφοί, ότι του ήνοιξέ τις, έπειτα όμως, αφ ου το θαυμάσιον τούτο έγινε πολλάς φοράς και ενώ ήσαν εις τον Ναόν συνηγμένοι άπαντες, έβλεπον εξαίφνης εις το μέσον αυτών τον Πρώμοτον, εγνώρισαν έκπληκτοι την θείαν Χάριν και δύναμιν, ότι δια να πληρώση ο Κύριος την καλήν του επιθυμίαν, του ήνοιγε τας θύρας των Μοναστηρίων, καθώς και αυτός εις τους Αποστόλους, των θυρών κεκλεισμένων εισήρχετο. Ούτος λοιπόν ο θαυμάσιος Πρώμοτος εδίδαξε τον Άγιον Μάρκελλον όχι μόνον με λόφια αλλά και με την πράξιν, ήτις είναι προτιμοτέρα, όσον και του λόγου το έργον πιστότερον, και εθεμελίωσε την κρηπίδα της πολιτείας, με την ενάρετον πράξιν του ανδρός εκείνου, όστις ήτο όντως Χριστού μαθητής, πολλά έμπειρος της θείας Γραφής και καλλιγράφος άριστος. Όθεν συνέθεσεν από την Αγίαν Γραφήν Βίβλον, την οποίαν μετέγραψε και δι΄ άλλους πολλούς ανθρώπους και από την πληρωμήν, την οποίαν του έδιδον, εκρατούσε μόνον όσα τον έφθαναν δια τα αναγκαία του σώματος, ήτοι τα πλέον απαραίτητα, άνευ των οποίων δεν δύναταί τις να ζήση, τον δε επίλοιπον μισθόν, τον οποίον έπαιρνεν από την καλλιγραφίαν, έδιδεν ελεημοσύνην εις πένητας, και τας μεν ημέρας έγραφε προσέχων εις τα γραφόμενα, τας δε νύκτας προσηύχετο, του Προφήτου το λόγιον ενθυμούμενος· «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλμ. ριη: 62), ταύτα δε όλα όσα έπραττεν ο άνθρωπος εκείνος ελάμβανε προς νουθεσίαν αυτού ο θείος Μάρκελλος. Ακούσας δε ο Όσιος ότι εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο Ηγούμενός τις κατά πολλά ενάρετος και γενναίος, το όνομά του λέξανδρος, όστις είχε και χάριν από τον Θεόν, επόθησε να απολαύση και απ΄ εκείνον νουθεσίαν. Απήλθε λοιπόν προς αυτόν, ότε ούτος ησκήτευεν εις τον Ναόν του Αγίου Μηνά, ύστερον όμως έκτισεν εις το Στόμα του Πόντου Μοναστήριον, εις το οποίον ενομοθέτησε να υμνώσιν οι αδελφοί ακαταπαύστως τον Κύριον. Την αγγελομίμητον δε ταύτην τάξιν παρέδωσεν εις τους Μοναχούς ο θαυμαστός Αλέξανδρος, εκ του διαπύρου ζήλου τον οποίον είχε, να δοξάζεται ο Θεός και εις την γην από τους ανθρώπους, καθώς εις τον ουρανόν τον υμνούσιν αδιαλείπτως οι Άγγελοι. Δια την αιτίαν ταύτην συνηθροίσθησαν πολλοί όχι μόνον απ’ αυτήν ταύτην την βασίλισσαν των πόλεων, αλλά και από διαφόρους άλλας πόλεις. Επειδή πανταχού ηκούσθη η φήμη του. Ταύτα μαθών ο εραστής και εκλεκτός δούλος του Κυρίου Μάρκελος, εκίνησεν ευθύς την οδοιπορίαν προς τον Αλέξανδρον, πλησίον του οποίου ευρίσκετο μαθητής τις ονόματι Ιάκωβος, φίλος ακριβός του Μαρκέλλου πρότερον. Ούτος ανέφερε πολλάκις περί αυτού εις τον Αλέξανδρον, ότι ήτο φίλος του μεγάλος και ενάρετος άνθρωπος. Αφ’ ου λοιπόν έφθασεν εις το Μοναστήριον ο Μάρκελλος, εύρε τον Ιάκωβον, ο οποίος είπε προς τον Ηγούμενον Αλέξανδρον· «Ούτος είναι ο ηγαπημένος μοι Μάρκελλος, ο πεπληρωμένος θείου Πνεύματος». Λαβών λοιπόν το άγιον Σχήμα επρόκοπτεν υπέρ πάντας τους Μοναχούς τόσον, ώστε και ο Αλέξανδρος τον εφήμιζεν. Επειδή όχι μόνον τους άλλους αλλά και τον Ιάκωβον υπερτέρει εις τους αγώνας τούς πνευματικούς. Ήσαν δε αμφότεροι θαυμασιώτεροι από όλην την ποίμνην και τους ηυλαβούντο και οι γεροντότεροι, διότι ήσαν εις όλους καλόν παράδειγμα. Ο δε εξηλεγμένος και αφιερωμένος εις τον Θεόν Μάρκελλος προεγνώρισεν, ότι εις ολίγον καιρόν έμελλε να κοιμηθή ο Αλέξανδρος. Όθεν εφοβήθη μήπως και τον ψηφίσουν βιαίως ρχιμανδρίτην. Ανεχώρησε λοιπόν απ’ εκεί, δια να μη λάβη τοιαύτην αξίαν ανήλικος, έτι δε και δια να εύρη και άλλους εναρέτους δούλους του Θεού, να καρπωθή απ’ αυτούς. Επήγαινε λοιπόν όπου ήκουεν ότι κατώκει κανείς ενάρετος και καθώς η φιλόπονος μέλισσα συνάγει το μέλι επιμελώς από διάφορα άνθη του λειβαδίου, ούτω και ούτος ο αξιέπαινος περιερχόμενος τα κελλία των Οσίων και ανθολογών ενός εκάστου το εξαίρετον, εθησαύριζε τον πλούτον της αρετής εις εαυτόν. Από τον ένα ελάμβανε το ακριβές της ασκήσεως, από άλλον την απλότητα, από έτερον την ταπείνωσιν, αλλαχόθεν την φιλοξενίαν και από άλλον ετέραν πράξιν θεάρεστον και απλώς ειπείν δεν ανεχώρει από κανένα τόπον χωρίς να λάβη πνευματικήν ωφέλειαν. Αφού δε εκοιμήθη ο θεσπέσιος Αλέξανδρος, εζήτησαν άπαντες δι Ποιμένα των και Ηγούμενον τον Μάρκελλον. Όμως επειδή δεν ήτο εκεί κατά την ώραν, εψήφισαν ενάρετόν τινα Ιωάννην, δια τον οποίον μάλιστα και ο Μάρκελος ανεχώρησε, δια να κάμουν εκείνον Αρχιμανδρίτην, όστις ήτο γέρων και παλαιός εις την άσκησιν και όχι αυτόν νεώτερον, ίνα μη γίνη εν μέσω της ποίμνης σκάνδαλον εις τους πρεσβυτέρους, ότι επροτίμησαν των γερόντων ένα νεώτερον. Μαθών δε το γενόμενον επέστρεψε πάλιν εις το Μοναστήριον. Τότε παρεκάλεσάν τινες τον νέον Ηγούμενον, να αφήσουν εκείνο το Μοναστήριον και να υπάγουν εις άλλον τόπον να κατοικήσωσιν εις την χώραν των Βιθυνών, πλησίον του Αιγιαλού, όπου ήτο πλέον ήσυχος τόπος και ανενόχλητος, ήτοι εκεί όπου είναι νυν η Μονή των Ακοιμήτων, καλουμένη ούτως έως την σήμερον, τότε δε εκαλείτο Ειρηναίον, δια τους υπηρέτας της ειρήνης. Ο δε άνθρωπος εκείνος, όστις συνεβούλευσε τον Ιωάννην να μετοικήση εις τον ρηθέντα τόπον, του εχάρισε χωράφιον όσον έφθανε να κτίσουν την Εκκλησίαν και τα κελλία. Τούτων γενομένων, ο μεν Ιωάννης, δια τους χρόνους και την τάξιν ήτο της ποίμνης Ηγούμενος. Ο δε Μάρκελλος, επειδή ήτο πλέον πεπαιδευμένος εις την σοφίαν και άσκησιν, διέκρινεν όλα τα κενά. Ήτο δε τότε ο Ηγούμενος ακόμη Διάκονος και μίαν ημέραν εχειροτονήθησαν αμφότεροι, ο μεν Ιωάννης Πρεσβύτερος, ο δε Μάρκελλος Διάκονος και τούτο νομίζω να έγινε με θείαν νεύσιν, επειδή έμελλε να ηγουμενεύση ύστερον πάλιν από τον Ιωάννην ο θείος Μάρκελλος. Πέναντι του Μοναστηρίου των Ακοιμήτων ήτο άλλη Μονή εις τόπον Φιάλου καλούμενον. Ο δε της Μονής εκείνης Ηγούμενος είχε πνεύμα προφητικόν, και εκαλείτο Μακεδόνιος. Τούτον ως ενάρετον ηγάπα κατά πολλά ο Μάρκελλος, και επήγεν εκεί δια να τον νουθετήση και να του ερμηνεύη την τελειότητα της μοναδικής πολιτείας και αυτός πάλιν εδίδασκε τους αδελφούς τα ψυχωφελή και σωτήρια. Ούτος ο Μακεδόνιος προεφήτευσεν εις αυτόν εξ Αγίου Πνεύματος, ότι θέλει γίνει Ηγούμενος του Μοναστηρίου και ότι θα συναχθώσιν εκεί από πάσαν γην και θάλασσαν άνθρωποι, όχι μόνον Έλληνες, αλλά και Ρωμαίοι και βάρβαροι, να δοξάζεται και εις την Μονήν εκείνην ο Κύριος, από ταύτην δε, ως από νέαν Ιερουσαλήμ, να υπάγη εις όλην την οικουμένην η φήμη των. Ταύτα ακούσας ο Μάρκελλος επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν του. Πριν όμως να φθάση εκεί είχον στάσιν και φιλονικίαν μεταξύ των οι αδελφοί δι΄ εκείνον, και τινές μεν τον επαινούσαν προς τον Ηγούμενον, λέγοντες ότι δια ταπείνωσιν έφυγεν, όταν έμελλε να κοιμηθή ο Αλέξανδρος, δια να μη τον ψηφίσουν Ηγούμενον. Άλλοι δε πάλιν ραθυμότεροι έλεγον, αγνοούντες την αρετήν του Μαρκέλλου, ότι γινώσκων ότι θα ψηφίσουν τον Ιωάννην έφυγε, δια να μη καταισχυνθή εις το ύστερον. Ταύτα μεν έλεγον οι άνθρωποι· ο δε Χριστός, η αυτοαλήθεια, ένευσεν εις τον Προεστώτα κι είπε ταύτα δια να φανερωθή η αρετή του Μαρκέλλου· «Δεν είναι ανάγκη να φιλονικήτε ματαίως· διότι εγώ γνωρίζω τον άνδρα κατά πολύ ενάρετον, θέλετε δε βεβαιωθή και σεις περί τούτου με την πράξιν από της αύριον». Τον καιρόν εκείνον είχε πολλήν πενίαν το Μοναστήριον, οι δε Μοναχοί, επειδή ήσαν πολύ φιλόξενοι, κατεσκεύασαν μύλον και ηγόρασαν και ένα γέροντα όνον, δια να δουλεύη εις τον μύλον και να κάμνουν άρτον δια τους ξένους. Προσκαλέσας λοιπόν τον Μάρκελλον, είπε προς αυτόν ο Ηγούμενος· «Σε γνωρίζω σπουδαίον και άγρυπνον, και σου αναθέτω την επιμέλειαν του όνου, μη νομίσης δε τούτο ως μικρόν διακόνημα, διότι είναι υπηρεσία αναγκαία κι χρήσιμος. Διότι οιανδήποτε υπηρεσίαν προσφέρης με τον όνον, το όφελος θα είναι εις όλους μας, επειδή, εάν το κτήνος αμεληθή, υστερούμεθα άρτων και ημείς και οι ξένοι όσοι τυγχάνουσιν ενταύθα». Τούτο τινές των Μοναχών ενόμιζον, ότι θα φανή ως ύβρις εις τον Μάρκελλον. Όμως ο θαυμαστός Ιωάννης, γνωρίζων το μέλλον, τον επρόσταξεν εις τούτο. Όθεν όχι μόνον απλώς εδέχθη την υπηρεσίαν ο Όσιος, αλλά και ασμένως και προθύμως έγραψεν ομολογίαν να είναι υπόχρεος εις την του όνου διακονίαν, έως να ζη ο αείμνηστος· και ούτως υπηρέτει τον όνον καθ΄ εκάστην με τόσην επιμέλειαν, ώστε εθαύμαζον άπαντες και εξεπλήττοντο δια την υψηλοτάτην αυτού ταπείνωσιν. Αφ’ ου δε απήλθεν ο Προεστώς προς Κύριον, κοινή γνώμη όλοι οι αδελφοί εψήφισαν τον Μάρκελλον Καθηγούμενον. Όταν λοιπόν ο λύχνος ετέθη επί την λυχνίαν και η πόλις ανεδείχθη εις την ακρώρειαν, τότε ο Θεός εφανέρωσεν εις πάντας τας χάριτας του νέου τούτου φωστήρος και έλαμψαν εις όλον τον κόσμον ως ακτίνες ηλίου αι θαυμάσιαι πράξεις και τα ένθεα αυτού κατορθώματα. Εξόχως δε τόσην ελεημοσύνην έδιδεν εις τους πτωχούς, ώστε εξενίζοντο άπαντες, βλέποντες νάλιστα, ότι όσον έδιδε, τόσον επλήθυναν τα πράγματα του Μοναστηρίου. Όθεν εγνώρισαν ότι η Χάρις ήρχετο άνωθεν παρά Θεού, όστις τους τα επλήθυνε θαυμασίως, καθώς και εις τους πέντε άρτους εποίησεν. Όχι δε μόνον την συμπάθειαν είχεν ο χριστομίμητος, αλλά ως άλλος Σαμουήλ εγίνωσκε και προέβλεπεν ως προφήτης τα μέλλοντα. Έτι δε και πάντων των αδικουμένων εγίνετο σωτήρ, διελέγχων τους δυνάστας αδικητάς, τους οποίους επαίδευεν όχι με ύβριν και όνειδος, αλλά με λόγια ψυχωφελή, ενθυμίζων εις αυτούς την δικαίαν κρίσιν και την απειλήν του Θεού· και ούτως εσωφρόνιζε τους αδικούντας περισσότερον, απ’ ότι εκείνοι οίτινες έχουν μυριάδας οπλιτών και υπηρετών πλησίον των· και τόσον τον ηυλαβούντο οι πάντες, ώστε δεν ετόλμα τις να παραβή τον λόγον του. Εις ολίγον καιρόν εσυνάχθησαν εις την υπακοήν του τόσοι Μοναχοί, ώστε ούτε εις τον Ναόν εχωρούσαν, ούτε κελλία είχον εις ανάπαυσιν, ούτε χρήματα να οικοδομήσουν οικίας και να αγοράσουν τα χρειαζόμενα προς αυτάρκειαν. Αλλ’ ο Δεσπότης Χριστός, όστις μας είπε «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ: 33), αυτός ο βοηθός εις τας ανάγκας και εις τας θλίψεις εφρόντισε περί αυτών δια του εξής τρόπου δια του οποίου εξοικονομήθησαν εις ό,τι τους εχρειάζετο. Νέος τις, Φαρέτριος το όνομα, υιός μεγάλου τινός άρχοντος της Ρώμης πολύ πλούσιος, έβαλε γνώμην να γίνη Μοναχός, δια να εύρη απόλαυσιν αιώνιον. Λοιπόν καταφρονήσας ματαίαν δόξαν και πάσαν σωματικήν ανάπαυσιν, επήρε τους υπηρέτας και τον πλούτον αυτού και έρχεται εις τον Όσιον Μάρκελλον. Ο δε Όσιος πεφωτισμένος υπό της Χάριτος εγνώρισεν, ότι όχι μόνον ο άρχων, αλλά και οι δούλοι του έμελλον να προκόψουν και να τελειώσουν θεάρεστα. Όθεν ενέδυσεν αυτούς με το άγιον Σχήμα και τους αφιέρωσεν εις τον Θεόν. Ο δε Φαρέτριος έδωκεν εις αυτόν τον πλούτον του όλον και έκτισαν άλλον Ναόν μεγαλύτερον, κελλία πολλά, νοσοκομεία, ξενοδοχεία και όσα άλλα εχρειάζοντο και ηύξανεν η ποίμνη του Κυρίου καθ’ ημέραν, επειδή δεν ετρέφοντο με χόρτα, τα οποία ανθούσι και πάλιν μαραίνονται, αλλά με δόγματα και λόγους Θεού, τα οποία είναι η τροφή του ανθρώπου. Διότι καθώς εκ της Εδέμ εξέρχονται τέσσαρες ποταμοί, οίτινες ποτίζουσι πάσαν την γην, ούτω και από την Μονήν του Μαρκέλλου εξεχύθη εις όλην την οικουμένην ο καθαρώτατος τύπος και η ακριβεστάτη μίμησις της ακοιμήτου λειτουργίας των ουρανίων Δυνάμεων. Την τοιύτην ουράνιον πολιτείαν της Μονής του Μαρκέλλου πρώτη απ’ όλας τας πόλεις έσπευσε να εκτιμήση και να μιμηθή η Κωνσταντινούπολις, η οποία, επειδή είναι πλησίον της άνωθεν Μονής, εζήλωσε την τοιαύτην ευσέβειαν και την αγγελομίμητον τάξιν και όταν έκτιζαν Εκκλησίας ή ευλαβών ανδρών Ασκητήρια, ελάμβανον Μοναχούς από τον Μάρκελλον και τους έκαμναν Ηγουμένους και Προεστώτας εις όλα τα Μοναστήρια, πιστεύοντες ότι όχι μόνον την ακρίβειαν της ασκήσεως, αλλά και αγιασμόν παρά Θεού δια του Μαρκέλλου ελάμβανον, ο οποίος ήτο κοινός οικιστής και επιμελητής της πανταχού θείας λειτουργίας, και ως φιλόστοργος ελυπείτο μεν διότι εστερείτο τα τέκνα του, ως ευσεβής όμως και ζηλωτής της αυξήσεως του κηρύγματος έχαιρε, διότι τα πρόβατά του εγίνοντο άλλων Ποιμένες και Καθηγούμενοι. Όσους δε έστελλεν εις άλλον τόπον τους υπεχρέωνε να υποσχεθούν έμπροσθεν της αγίας Εικόνος του Δεσπότου Χριστού, ότι δεν θα αλλάξουν ουδόλως την τάξιν και την δίαιτάν των, ούτε θα σμικρύνωσι τον κανόνα, αλλά θα φυλάττουν επακριβώς πάντα όσα εδιδάχθησαν. Και πράγματι ούτως έζησαν πανταχού, φιλάττοντες τους κανόνας και τας τάξεις πάσας της Μονής των απαρασαλεύτους, τόσον ώστε σχεδόν εις όλην την οικουμένην εκέντρισαν πάσαν αγριελαίαν εις καλλιελαίαν, την οποίαν ο πάνσοφος Μάρκελλος δια της διδασκαλίας του έκαμε να πηγάζη όντως αγαλλιάσεως έλαιον. Αλλ’ ας είπωμεν εις πίστωσιν και των άλλων ολίγα τινά από τα πολλά του θαυμάσια.                                Ήλθον ποτέ προς αυτόν τρεις Επίσκοποι, εκ δεινής λυτρωθέντες αιχμαλωσίας, οίτινες είχον ανάγκην τροφής και ενδύματος. Τούτους εξένισε φιλοφρόνως εφ’ όσον χρόνον ηθέλησαν. Όταν δε έμελλον να επιστρέψουν εις τας επαρχίας των, προσέταξεν ο Όσιος τον σκευοφύλακα Ιουλιανόν να τους δώση ελεημοσύνην δια τον δρόμον των. Ο δε σκευοφύλαξ έφερε τρία χρυσά φλωρία και έδωκεν εις έκαστον από ένα. Ο Μάρκελλος του λέγει· «Πόσα χρήματα μένουν»; Ο δε απεκρίνατο· «Άλλα επτά νομίσματα». Λέγει τότε ο Άγιος· «Φέρε όλα, όσα έχεις και δος τα, ο δε Θεός θα φροντίση δι’ ημάς». Ο Ιουλιανός εξετέλεσε την εντολήν, αλλ’ εκράτησεν ένα, μήπως έλθη άλλος πτωχός, να το δώσωσιν. Αυτήν δε την ημέραν εστάλη από τον ελεήμονα Θεόν άνθρωπος, όστις έδωσεν εις τον Μάρκελλον νομίσματα ενενήκοντα. Ο δε καλέσας τον Ιουλιανόν είπε προς αυτόν· «Δέκα νομίσματα εζημίωσες το Μοναστήριον· διότι ο Θεός μάς ανταπέδωκε δεκαπλασίως όσα εις τους Επισκόπους εδώσαμεν, εάν δε έδιδες τα δέκα, καθώς σου είπον, ήθελε μάς αποστείλει εκατόν ο Φιλάνθρωπος». Ούτος δε ο Ιουλιανός έγινεν ύστερον Μητροπολίτης Εφέσου και ετελείωσε τον βίον θεάρεστα. Αλλά ας είπωμεν και έτερα του Μαρκέλλου θαυματουργήματα. Ήτο Μοναχός τις, ονόματι Ελπίδιος, όστις είχεν εις το στόμα δεινήν ασθένειαν κι ήτο πρησμένον όλον το υποκάτω της γλώσσης μέρος τόσον πολύ, ώστε είχεν περισσότερον πρήξιμον από ό,τι να είχε άλλην μίαν γλώσσαν· όθεν δεν ηδύνατο να ομιλήση ή να φάγη τίποτε, ειμή μόνον ζωμόν κατέπινε· και τόσην οδύνην και βάσανον είχε, ώστε επεθύμει τον θάνατον. Μετά καιρόν πολύν ηδυνήθη και ωμίλησεν ολίγον, βαρέως δε στενάξας είπεν· «Ουαί μοι τω αθλίω, ότι με παρορά ο διδάσκαλος και δεν με συμπονεί». Ταύτα ακούσας ο Όσιος Μάρκελλος ήλθε παρευθύς εις τον πάσχοντα και προσευξάμενος ήγγισε την χείρα εις την πληγήν, επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου. Όθεν έμεινεν υγιής την ώραν εκείνην ο αδελφός και εδόξαζε τον Κύριον, ευχαριστών τον Όσιον. Έτερός τις Μοναχός ονόματι Στέφανος έτρωγε μεν όσον εχρειάζετο δια να ζη, αλλά να ενεργηθή δεν ηδύνατο· διότι η κοιλία του δεν ειργάζετο και εκινδύνευεν εις θάνατον. Του έκαμαν λοιπόν σχετικήν θεραπείαν, του έδιδον διάφορα καθαρτικά και άλλα θεραπευτικά φάρμακα, αλλά όφελος κανέν δεν του έκαμαν. Όθεν έμελλε να σπάση η κοιλία του. Αναγγέλουσι λοιπόν ταύτα προς τον θείον Μάρκελλον όστις ήλθεν εις τον ασθενή και πρώτον μεν έκαμε προσευχήν κατά την συνήθειαν, έπειτα ήπλωσε την χείρα εις την γαστέρα τού πάσχοντος και παρευθύς ηλευθερώθη από το πάθος του και εθεραπεύθη τελείως. Εθεράπευσε δε ο Όσιος και τον προρρηθέντα Ιουλιανόν τον χρυσοφύλακα, όστις είχε δεινήν ασθένειαν και τον απεφάσισαν οι ιατροί δια θάνατον. Όθεν εκάλεσε τον Μάρκελλον να έλθη εκεί, όχι δια να τον θεραπεύση (διότι ως δύσπιστος δεν είχεν ελπίδα ότι δύναται να τον θεραπεύση ο Όσιος), αλλά δια να τον συγχωρήση, επειδή απέθνησκεν. Ο δε Μάρκελλος απήλθε και πρώτον μεν τον εδίδαξε λέγων· «Καθώς συ μεν, αδελφέ, επί του χρυσίου εδείχθης μικρόψυχος, ο δε Θεός μεγαλόδωρος, ούτω και δια τηνν ασθένειαν νόμιζε· ότι συ μεν απογινώσκεις ως ολιγόπιστος, ο δε Θεός σε θεραπεύει ως αμνησίκακος. Εις τούτο παρεκάλεσα και εγώ ο ελάχιστος τον Θεόν και σου εχάρισε την ζωήν, δια να γίνης πλέον συμπαθής εις τους πένητας. Λοιπόν έγειραι και πράττε του λοιπού το προστασσόμενον». Ούτως ειπόντος του Οσίου, ηγέρθη παρευθύς παρ΄ ελπίδα ο ασθενής και έμεινεν εις το εξής πολύ ενάρετος έως ύστερον. Ακούσατε δε και άλλο θαύμα λυπηρόν μεν δια την κακίαν του πάσχοντος, παράδοξον δε και αυτό ως και τα προαναφερθέντα. Ήλθε ποτέ Σαμαρείτης τις προς τον Όσιον, έχων πληγήν ανίατον. Τούτον ηρώτησεν ο Όσιος τίνος θρησκείας ήτο και τι ήθελεν, όχι διότι ηγνόει την υπόθεσιν, αλλά δια να τον αναγκάση να την ομολογήση εκ στόματος. Ο δε απεκρίθη, ότι ήτο Σαμαρείτης, θα εγίνετο δε Χριστιανός, εάν έβλεπε την υγείαν του. Ποιήσας λοιπόν ευχήν ο Όσιος τον εθεράπευσεν. Ο δε τότε μεν επίστευσεν, ύστερον όμως, την τετάρτην ημέραν, εστράφη ως κύων εις το ίδιον έμετον και ηπίστησεν. Όθεν ευθύς με την ασθένειαν της ψυχής επέστρεψε και η του σώματος νόσος. Τότε ο Σαμαρείτης ήλθε και πάλιν προς τον Όσιον· και πάλιν αυτόν εθεράπευσεν. Τούτο ουχί δις και τρις εποίησεν ο Όσιος, αλλά πολλάκις ως αμνησίκακος, ύστερον δε του είπε· «Δεν σε θεραπεύω εγώ, αλλ’ ο Θεός, όστις γινώσκει άπαντα και ο οποίος δεν μυκτηρίζεται, ούτε δύνασαι να τον εμπαίξης, ταλαίπωρε. Μόνον τον εαυτόν σου βλάπτεις χειρότερα. Εάν λοιπόν ποθής την υγείαν σου, ομολόγησον τον Χριστόν φανερά και συντάσσου τελείως εις εκείνον χωρίς δόλον τινά ή υπόκρισιν». Ο δε απεκρίνατο· «Δεν ημπορώ να αφήσω την πίστιν μου». Τότε ο μεν Άγιος μηδέν ειπών εισήλθεν εις το κελλίον του, ο δε άθλιος εκείνος εξελθών του Μοναστηρίου ησθένησε βαρέως, και την άλλην ημέραν κακώς εξέψυχε, και έλαβε δικαίως ομού με τον ψυχικόν θάνατον και τον σωματικόν τοιούτον. Ταύτα μεν περί του απίστου. Περί δε πιστού ακούσατε άλλο θαυμασιώτερον. Μοναχός τις Κύρος καλούμενος είχε δεινήν και χαλεπωτάτην ασθένειαν, διότι όλα του τα οπίσθια από τον τράχηλον έως κάτω εσάπησαν, και εφαγώθη όλη η σάρκα του τόσον, ώστε εφαίνοντο τα οστά του και ήτο ελεεινόν θέαμα· διότι όχι μόνον πόνον είχεν αφόρητον, αλλά ούτε καν να πέση εις την στρώσιν ηδύνατο, ούτε να καθίση τελείως. Έχων λοιπόν ελπίδα εις τον Θεόν, προσεκάλεσε τον Μάρκελλον να τον θεραπεύση. Αναβλέψας δε ο Όσιος προς τον ουρανόν και ευξάμενος, ήγγισε με την δεξιάν εις τον ασθενή λέγων· «Δεν πρέπει να έχη οδύνην σώματος, όστις έλαβε νίκην κατά δαιμόνων και στέφανον, και μέλλει να βασιλεύη εις τον Παράδεισον. Λοιπόν έγειρε και πλέον ουδεμίαν έχε ασθένειαν». Ούτως είπε και παρευθύς, ω του θαύματος! η σάρκα του ετράφη αμέσως και ανεπληρώθη ο τόπος σαρκός και δέρματος. Αι οδύναι και οι πόνοι του έπαυσαν, η δύναμις και όλον το σώμα τού Κύρου επέστρεψεν εις το πρότερον σχήμα, και ηγέρθη τεθεραπευμένος και υγιέστατος. Αλλά ακούσατε και παραδοξότερον. Διότι όχι μόνον παρών, αλλά και απών εθεράπευσεν. Ήτο τις Διάκονος, την κλήσιν Ευγένιος, όστις υπηρέτει εις τον Ναόν του γίου Αποστόλου Ανδρέου, όστις ήτο εις το φρούριον πλησίον του Μοναστηρίου. Τούτου του Ευγενίου η γυνή, όταν έμελλε να γεννήση, της ήλθε δεινός πυρετός, και τόσον εβασανίζετο από τας ωδίνας του τοκετού, ώστε δεν ηδύνατο πλέον να υπομένη. Όθεν έκαμαν αι μαίαι και οι ιατροί πάσαν τέχνην και μέθοδον με ιατρικά διάφορα, αλλά έμειναν άπρακτοι. Τέλος πάντων, έχων ελπίδα εις τον Μάρκελλον ο Ευγένιος, έδραμε προς αυτόν και τον εύρε προσευχόμενον. Όθεν πεσών εις τους πόδας αυτού την ανάγκην ανήγγειλεν ζητών βοήθειαν. Ο δε Άγιος, άρτον ευλογήσας, του τον έδωκε λέγων· «Ύπαγε και βάλε αυτόν εις το στήθος της ασθενούς σύντομα». Ο δε Διάκονος έδραμε και πληρώσας το προστασσόμενον, εγέννησε το βρέφος ευθύς και ο πυρετός έπαυσεν. Η δε γυνή ατενίσασα ηρώτα· «Που είναι ο Αββάς»; Οι δε παρεστώτες ηρώτησαν· «Ποίον Αββάν ζητείς»; Και τους λέγει· «Την ώραν ταύτην έστεκεν έμπροσθέν μου ένας Μοναχός με πολιάν σεβάσμιον και ευπρεπές σχήμα, και ευθύς, ως με ηυλόγησεν, ιατρεύθην». Εγνώρισαν λοιπόν ότι είδε τον Όσιον, ο οποίος επρόφθασεν αοράτως και εβοήθησε, εάν δε έλειπε, θα απέθνησκεν η γυνή με το βρέφος. Ευδόξιος δε τις αδελφός του Μοναστηρίου εκείτετο ασθενής και όλως παράλυτος, πολλά δε εβασανίζοντο οι αδελφοί να τον κυβερνήσουν. Όθεν επήγεν εις τον ασθενή ο Άγιος και προσευχόμενος μετά δακρύων ώραν πολλήν, έλαβεν από την δεξιάν τον Ευδόξιον και τον αποκατέστησεν υγιά τελείως, τόσον ώστε και εις την υπηρεσίαν τον έστειλε. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι εις τους Αγίους ανθρώπους συμπαραστέκουν Άγιοι Άγγελοι, τελούντες με πρόσταξιν Θεού τα θαυμάσια, καθώς είδον τινές άξιοι εις τον Μάρκελλον. Μεταξύ τούτων ήτο και εις Ηγούμενος Μοναστηρίου τινός εις τον Ευφράτην, καλούμενος Σέργιος. Ούτος, ακούων τα του Μαρκέλλου θαυμάσια, επεθύμει να τον ίδη, να συνευφρανθώσι τω πνεύματι. Απελθών λοιπόν συνωμίλησαν μεταξύ των όσα ήθελον. Είτα προσηύχετο μετ’ αυτού και εγερθείς ο Σέργιος από την προσευχήν, είδε δύο Αγγέλους βοηθούντας τον Μάρκελλον να εγερθή από την γην, τον υπεστήριζον δε ευλαβώς ως δούλοί του. Τούτο ιδών ο Σέργιος έμεινεν άφωνος και έτρεχαν ιδρώτες από το πρόσωπόν του. Οι δε παρεστώτες ηρώτησαν αυτόν διατί εθαύμαζεν, ο δε είπεν εις αυτούς καταλεπτώς την υπόθεσιν και πάντες εξέστησαν. Διάκονος δε τις του Μαρκέλλου, Πέτρος ονόματι, ίστατο πλησίον αυτού μίαν ημέραν, ελθών δε εις Επίσκοπος πτωχός εζήτει έλεος. Τότε λέγει προς τον Διάκονον Άγιος· «Δάνεισέ μου δύο φλωρία, να τα δώσω του πένητος». Ο Πέτρος όμως δεν ήθελε να δώση τα χρήματα. Όθεν του λέγει ο Άγιος· «Ποίον το όφελός σου να τα φυλάττης, ενώ μετά δύο ημέρας αποθνήσκεις και αφήνεις το πράγμα σου έρημον»; Ήτο δε τότε ημέρα Πέμπτη· και την Κυριακήν, πριν να εξημερώση, ο Πέτρος απέθανε και έμεινεν το πράγμα του εις το Μοναστήριον. Εις τον Πόντον υπάρχει πόλις καλουμένη Πομπηϊούπολις. Εις αυτήν ήτο Ηγούμενος Μοναστηρίου τινός ο Γαυδίωλος, άνθρωπος ενάρετος τόσον, ώστε εδίωκε δαιμόνια. Προς τούτον ήλθεν αδελφός τις από  την Μονήν του Μαρκέλλου, Θαλάσσιος το όνομα. Καθεζομένων δε αυτών, παρεκάλεσάν τινες τον Ηγούμενον να δεχθή πάλιν Μοναχούς τινάς, οίτινες είχον φύγει απ’ εκείνο το Μοναστήριον και πάλιν επέστρεψαν. Ο δε Προεστώς δεν ήθελεν, αλλά έλεγεν ότι δε ήτο πρέπον να φεύγουν από την υπακοήν και να γίνωνται πάλιν δεκτοί. Δια να τον κάμη δε ο Θαλάσσιος να τους δεχθή, είπε προς αυτόν· «Και από την Μονήν την ιδικήν μας πολλοί έφυγον και πάλιν τους εδέχθη ο Όσιος Μάρκελλος επιστρέφοντας». Τότε λέγει ο Γαυδίωλος· «Μη με συγκρίνης ποσώς με τον Μάρκελλον, διότι ο Δεσπότης μού απεκάλυψεν, ότι καθώς ο Μωϋσής είχε το πνεύμα της πραότητος, ούτω και ο Μάρκελλος ήτο πραότατος». Αλλά ακούσατε και έτερον θαυμάσιον. Έστειλέ ποτε αδελφούς εις τον Πόντον ο Όσιος και όταν επέστρεφον ηγέρθη εναντίος άνεμος, πριν να εισέλθουν εις την βολήν του στενού. Αφ’ ου λοιπόν εκοπίασαν πολύ και δεν ηδύναντο να υπάγωσι παρεμπρός, έμειναν εις ένα τόπον, χωρίς λιμένα, τραχύτατον και απεκοιμήθησαν άπαντες. Μετά δε ώραν ικανήν φαίνεται ο Μάρκελλος προς ένα αδελφόν, λέγων· «Έγειραι ταχέως όσον δύνασαι και ανάγκασον και τους άλλους, ίνα μη κινδυνεύσητε». Ο δε εγερθείς διηγήθη την οπτασίαν εις τους λοιπούς και παρευθύς έφυγον. Όταν δε εισήλθον εντός του στενού και δεν εφοβούντο πλέον τον κίνδυνον, έγινε τόσον σκότος εις τον αέρα και ταραχή εις την θάλασσαν, ώστε άλλα πλοία εκινδύνευσαν και έτερα τελείως εβυθίσθησαν. Άλλοτε πάλιν έπλευσαν οι αδελφοί του Μοναστηρίου προς την ανατολήν και επέστρεφον δια ξηράς. Όταν δε έφθασαν εις την Άγκυραν, ησθένησεν ένας αδελφός Παύλος ονόματι και μη δυνάμενος να περιπατή, εκείτετο κατά γης, μέγα δε στενάξας είπε ταύτα· «Που είναι τώρα η προσευχή σου και δεν μου βοηθείς, Αββά Μάρκελλε, αλλ’ αποθνήσκω εδώ εις τον δρόμον και καν δεν ηξιώθην να με θάψουν οι αδελφοί εις το Μοναστήριον»; Αυτά τα οποία ο Παύλος έλεγε εις την Άγκυραν, ήκουσεν ο Μάρκελλος εις την Μονήν του, πεφωτισμένος από την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος και φωνήσας τον γραφέα Καισάριον είπεν· «Αυτήν την ώραν ένας αδελφός δικάζεται προς με λέγων ότι τον παρέδωκα εις τον Θεόν δια προσευχής και δεν τον ωφέλησα. Λοιπόν γράψε την ημέραν ταύτην, να την γνωρίζωμεν». Ούτω λοιπόν εποίησεν ο Καισάριος. Ο δε Παύλος, υγιής γενόμενος, επήγε μετά τινας ημέρας εις το Μοναστήριον και ανήγγειλε τα γενόμενα προς τον Μάρκελλον, όστις εκάλεσε τον Καισάριον και επιδείξας εις τον Παύλον τα γραφέντα, εγνώρισαν ότι την ώραν κατά την οποίαν το έγραψεν ο Καισάριος εθεραπεύθη ο ασθενής. Αλλ’ ακούσατε και άλλο των προρρηθέντων θαυμασιώτερον.                         Λιμός μέγας έγινεν εις την Βασιλεύουσαν, διότι ο Νείλος δεν επλημμύρισεν εκείνον τον χρόνον και δεν έφεραν σίτον από την Αίγυπτον, ούτε από την Θράκην, ότι και αυτή έμεινε δια την των βαρβάρων ενόχλησιν αγεώργητος. Όθεν είχον ανάγκην και εις το Μοναστήριον. Ο δε υπηρέτης του σίτου, Μάλχος καλούμενος, είπε προς τον Ηγούμενον την στέρησιν, ότι δεν είχον ειμή δέκα ημερών σιτηρέσιον. Ο δε είπε προς αυτόν· «Πορεύου, τέκνον, κάμνε το έργον σου». Ο δε Μάλχος, νομίσας ότι ανέμενεν από τινα να του φέρη σιτάριον, έδιδεν εις τον αρτοποιόν ως και πρότερον. Και πάλιν μετά ημέρας επτά του είπεν, ότι δεν είχον ειμή μόνον δια ημέρας τρεις. Απελθών λοιπόν εις την σιταποθήκην ο Μάρκελλος, προσηυχήθη προς τον Θεόν με κατάνυξιν και λέγει προς τον Μάλχον· «Εργάζου την υπηρεσίαν σου μετά πίστεως». Και ούτως ο μεν Μάλχος έδιδε καθ΄ εκάστην, ο δε σίτος επλήθυνε και την επομένην ευρίσκετο περισσότερος, τούτο δε εγένετο όχι μόνον ημέρας δέκα ή είκοσιν, αλλά μήνας δύο και περισσότερον, έως ου έφεραν σίτον εις το Βυζάντιον και τους έστειλαν, Τούτο δε το αξαίσιον θαυματούργημα ηκούσθη εις πάσαν την Βασιλεύουσαν και το έμαθαν όλοι οι άρχοντες. Ας είπωμεν δε και ένα θαυμάσιον, το οποίον ετέλεσεν ο Όσιος, όμοιον των του Χριστού και Δεσπότου μας. Μοναχός τις Παύλος ονόματι εκινδύνευεν εις θάνατον. Όθεν έστειλε τον υπηρέτην προς τον Μάρκελλον, παρακλών αυτόν να υπάγη προς επίσκεψίν του, ίνα προσευχηθή προς τον Θεόν δι’ αυτόν. Απελθών λοιπόν ο υπηρέτης ανήγγειλεν προς αυτόν την υπόθεσιν. Ο δε Όσιος συνωμιλούσε τότε με τον Επίσκοπον της Χαλκηδόνος περί θείων δογμάτων. Όθεν δεν έκοψε τον σωτήριον λόγον, έχων πίστιν εις τον Θεόν, ότι θα θεραπεύση τον πάσχοντα. Αφού λοιπόν ετελείωσε τον λόγον, επήγε με τον υπηρέτην να ίδωσι τον πάσχοντα, μη γνωρίζοντες ότι απέθανε. Φθάσαντες δε εύρον αυτόν νεκρόν από πολλού εις τον κράββατον και είχον έτοιμα τα εντάφια. Ο δε Μάρκελλος προσελθών μετά πίστεως και αναβλέψας προς ουρανόν εκτενώς προσηύξατο. Έπειτα έβαλλε την χείρα του εις τον νεκρόν, και παρευθύς (ω του θαύματος!) ανέστη ο νεκρός και διηγήτο πράγματα φοβερά και εξαίσια θεάματα, τα οποία είδε μετά τον θάνατον. Ο δε θαυματουργός παρήγγειλε προς αυτόν και προς όσους άλλους παρευρέθησαν εκεί να μη είπωσιν εις ουδένα το γενόμενον. Οι δε παρεστώτες, κρίνοντες αμαρτίαν να σιωπήσουν τοιούτον τεράστιον, το εφανέρωσαν διαγγέλλοντες αυτό πανταχού εις δόξαν Θεού. Όσην δε χάριν και δύναμιν κατά δαιμόνων έδωκεν εις αυτόν ο Παντοδύναμος, εφανερώθη πολλάκις σαφέστατα. Από δε τα πολλά του ανδραγαθήματα να γράψωμεν δύο εις πίστωσιν των άλλων και βεβαίαν απόδειξιν. Έφεραν προς αυτόν τέσσαρας άνδρας δαιμονιζομένους, και κάμνων ευχήν εις αυτούς, το μεν πρώτον εβλασφήμουν αυτόν οι δαίμονες και ετάρασσον τους ασθενείς περισσότερον. Ύστερον δε εφώναζαν αυτοί ως βασανιζόμενοι, και ιδόντες τον Άγιον ότι προσηύχετο περισσότερον έλεγον· «Πρόσταξέ μας να εξέλθωμεν, επειδή έλαβες καθ’ ημών εξουσίαν παρά Θεού». Ο δε αυτούς μεν δεν ήθελε να επιτιμήση, έλεγε δε μόνον ταύτα προς ουρανόν αποβλέπων· «Χριστέ, σώσον το πλάσμα σου», και ούτω μετά πολλήν ώραν εξήλθον πάντες οι δαίμονες και έμειναν υγιείς οι άνθρωποι. Τινές δε ηρώτων μετά ταύτα τον Άγιον, διατί δεν είπε λόγον προστακτικόν προς τους δαίμονας. Ο δε απεκρίνατο· «Εγνώρισα ότι προσεπάθουν να με ρίψουν εις κενοδοξίαν, και δι΄ αυτό δεν ωμίλησα προς αυτούς ουδόλως, αλλά μόνον παρεκάλουν τον Κύριον». Άλλος δε τις ονόματι Λάζαρος ηνωχλείτο υπό αγρίου πολλά και χαλεπωτάτου δαίμονος, και τόσον εσπάραττεν αυτόν και τον εβασάνιζε το δαιμόνιον, ώστε εξέβαλλε την γλώσσαν του και εκρέματο έξω μίαν σχεδόν σπιθαμήν εκ του στόματος. Αλλά και άλλας ασχημοσύνας προεκάλει εις αυτόν ο μισάνθρωπος, τόσον ώστε ήτο εις τους ορώντας ελεεινόν θέαμα. Και τούτον όμως τον άγριον δαίμονα εδίωξεν ο Μάρκελλος, και έτερα πολλά θαυμάσια ετέλεσε, τα οποία είναι δύσκολον να γράψωμεν άπαντα. Πλην από τα ανωτέρω ολίγα αναφερόμενα ας πιστωθή πας τις τα επίλοιπα. Είχε λοιπόν ο Όσιος όλας τας αρετάς εις εαυτόν. Εξαιρέτως δε είχεν ευλάβειαν εις τα άγια Λείψανα των Μαρτύρων, και όταν έφερον προς αυτόν τοιαύτα από μέρος τι, εξήρχετο μετά λαμπάδων και θυμιάματος και τα εδέχετο ως δώρον εκ Θεού πεμπόμενον, πιστεύων ότι και τα σώματα μετέχουσι του αγιασμού των ψυχών. Επειδή το όργανον αυτό το οποίον υπηρετεί την ψυχήν εις το αγαθόν, κοινωνεί του αγιασμού και της μακαριότητος. Όθεν και οι μετά πίστεως αυτό δεχόμενοι αγιάζονται. Πολλάκις λοιπόν, όταν έφεραν εις τον Όσιον κανέν ιερόν Λείψανον, του το εφανέρωνεν ο Θεός με οπτασίαν πρότερον. Όθεν εξήρχετο μετά λιτανείας εις προϋπάντησιν. Εκείνοι δε οίτινες τα εβαστούσαν εθαύμαζον πως χωρίς να του είπωσι τίποτε το εγνώριζε. Καιρόν δε τινα ήλθε τις βαστάζων Λείψανα του γίου Μάρτυρος Ουρσικίου. Ο δε Μάρκελλος υπεδέχθη μεν αυτά και έκαμε την συνήθη αγρυπνίαν κατά την τάξιν. Πλην εδίσταζεν εις την διάνοιαν, νομίζων ότι δεν ήσαν τα Λείψανα άγια. Ενώ λοιπόν είχε τούτον τον λογισμόν εις την καρδίαν του, προστρέχει ένας από τους συλλειτουργούς του και του λέγει μεγαλοφώνως· «Μη έχης ουδεμίαν αμφιβολίαν δια τα άγια Λείψανα, αλλά πίστευσον ότι κατά αλήθειαν είναι του γίου Ουρσικίου». Τότε ο Μάρκελλος ετίμησεν αυτά ως έπρεπεν. Είπομεν ανωτέρω ότι ο Όσιος δεν υπελόγιζεν ουδόλως τα χρήματα, τούτο δε απεδείχθη πολλάκις και μάλιστα όταν ο αδελφός του απέθανεν, έμεινε δε κληρονόμος, κατά τον νόμον, εις όλον τον πλούτον αυτού ο Όσιος. Όμως δεν επήρεν εις το Μοναστήριον τίποτε απ΄ εκείνα τα χρήματα, αλλά τα εμοίρασεν εις πτωχάς χήρας και ορφανά. Τον παρεκάλεσαν δε οι αδελφοί να αγοράση και δια το Μοναστήριόν των καμμίαν πρόσοδον εις μνημόσυνον αυτού, του αδελφού του και των γονέων του, αλλά δεν ηθέλησε λέγων· «Μη νομίσετε, αδελφοί μου, κανένα χωράφιον ευθαλέστερον και περισσότερον εύκαρπον από την ελπίδα του Χριστού, όστις μας στέλλει όσα χρειαζόμεθα». Ούτως ο Μάρκελλος εθησαύρισεν όχι εις την γην με θησαυρόν τον οποίον κλέπτουν οι άνθρωποι και φθείρεται, αλλά εις τους ουρανούς, όπου διαμένει, κατά τον δεσποτικόν λόγον, πάντοτε. Όταν δε έμελλε να εκραγή εις Κωνσταντινούπολιν ο μέγας εκείνος εμπρησμός, όστις εξερράγη κατά τας ημέρας του βασιλέως Λέοντος, το προεγνώρισεν ο Όσιος εκ θείας αποκαλύψεως και αναβλέψας προς τον ουρανόν εδάκρυσεν ώραν πολλήν λέγων· «Φεύ του πλήθους των αμαρτιών ημών, δια τας οποίας ηθέλησεν ο Θεός να κατακαύση την Πόλιν αυτού από θαλάσσης εις θάλασσαν»! Και ούτως έγινε, καθώς προείπεν ο Άγιος. Διότι το πυρ ήρχισεν από το Νεώριον και έφθασεν έως την άλλην θάλασσαν. Αλλ’ ας είπωμεν και άλλο κατόρθωμα του Μαρκέλλου πάντων των προτέρων θαυμασιώτερον, δια να γνωρίσετε, ότι με τους ταπεινούς μεν ήτο συμπαθής και επιεικέστατος, με τους δυνατούς δε ευσταθής και γενναίος και δεν επτοείτο από τας απειλάς των τυράννων. Ήτο άρχων τις τον καιρόν εκείνον πολύ ισχυρός εις τον πλούτον και την δύναμιν. Όθεν έκαμνε πολλάς ατοπίας ο αναιδέστατος, επειδή και αυτός ο βασιλεύς τον εφοβείτο και δεν τον ημπόδιζε, δια να τον έχη εις τους πολέμους βοήθειαν. Ούτος λοιπόν ο άρχων, Αρδαβούριος καλούμενος, ωργίσθη κατά τινος Ιωάννου και εβούλετο να τον θανατώση, εκείνος δε μη έχων άλλην βοήθειαν, επειδή ούτε ο βασιλεύς ούτε άλλος τις ηδύνατο να τον λυτρώση από την δυναστείαν αυτού, έδραμεν εις την Μονήν του Μαρκέλλου, όστις τον υπεδέχθη μετά χαράς. Τούτο μαθών ο Αρδαβούριος έστειλεν ανθρώπους, πρώτον παρακαλών τον Όσιον να τον παραδώση με το καλόν να έχουν αγάπην και να μη έλθουν εις περισσότερα. Έπειτα, βλέπων ότι δεν ήθελε να τον παραδώση, έστειλε στρατόν πολύν διατάξας και να πολεμήσουν εν ανάγκη με τους Μοναχούς, δια να πάρουν τον Ιωάννην βιαίως και εις πείσμα των. Ελθόντες λοιπόν οι στρατιώται έξωθεν της Μονής, παρήγγειλαν εις τον Μάρκελλον να παραδώση τον ζητούμενον θεληματικώς, πριν προξενήσουν ζημίαν τινά εις το Μοναστήριον. Ο Όσιος όμως έστειλεν έξω τροφάς προς αυτάρκειαν, λέγων ότι δεν επρόδιδε τον άνθρωπον, έστω και εάν ήξευρεν ότι θα καταστρέψουν το Μοναστήριον. Όταν λοιπόν ενύκτωσεν, ητοιμάσθησαν οι στρατιώται να εισβάλουν βιαίως εις την Μονήν. Οι δε Μοναχοί παρεκάλουν τον Άγιον να παραδώση τον Ιωάννην, ίνα μη κινδυνεύσωσιν. Αλλ’ εκείνος δεν ηθέλησε να προδώση εις τους αδίκους τον ανεύθυνον, μόνον προστάσσει να κάμνωσιν όλοι κοινώς προσευχήν προς τον Θεόν, να τους στείλη εξ ύψους βοήθειαν. Όταν λοιπόν οι στρατιώται ήθελαν να κινήσουν τα όπλα και να πολεμήσωσι, κατά την ώραν του όρθρου, εφάνη εις τον ουρανόν στέφανος πύρινος, όστις περιεκύκλωνε την Μονήν κατά τρόπον θαυμάσιον, εις δε το μέσον του στεφάνου ήτο Σταυρός εξαστράπτων ως άλλος ήλιος. Πό τον στέφανον αυτόν και από τον Σταυρόν εξετοξεύοντο βιαίως σπινθήρες και άνθρακες, οίτινες έπιπτον επί των στρατιωτών. Όθεν έντρομοι εκείνοι και κατάπληκτοι από το τοιούτον φρικωδέστατον θέαμα εβόων το «Κύριε, ελέησον» και πεσόντες εις την γην εζήτουν μετά δακρύων συγχώρησιν. Εξελθόντες λοιπόν οι Μοναχοί και βλέποντες το σημείον, προσεκύνησαν τον Κύριον άπαντες, οι δε στρατιώται λαβόντες συγχώρησιν ανεχώρησαν. Ταύτα μαθών ο Αρδαβούριος μεταμεληθείς συνεχώρησε τον Ιωάννην. Αλλ΄ επειδή περί Αρδαβουρίου αναφέρομεν, ας είπωμεν και άλλην πράξιν του θαυμασίου Μαρκέλλου, δια να γνωρίσετε πόσην προθυμίαν και ζήλον είχεν εις την ευσέβειαν και πως προέβλεπε και τα μέλλοντα. Νύκτα τινά είδεν εις το όραμά του κοιμώμενος ένα λέοντα και ένα δράκοντα. Και ο μεν δράκων, ως μέγας όπου ήτο, εμάστιζε με την ουράν του τον λέοντα, εκείνος δε απέκαμεν από τας πληγάς και πεσών εις την γην εκείτετο, μετ’ ολίγον όμως αναπνεύσας ο λέων ως εξ ύπνου και αναστάς ώρμησε κατά του δράκοντος και τον κατέπιε. Το όραμα τούτο ιδών ο Όσιος εξήγησεν εις τους αδελφούς την σημασίαν αυτού, λέγων ότι έμελλε να αποθάνη ο Αρδαβούριος και ο πατήρ αυτού Άσπαρος, καθώς και εγένετο. Διότι εις ολίγας ημέρας ήλθεν εις μάχην ο βασιλεύς με τον Άσπαρον και τον Αρδαβούριον και δια να γίνη μεταξύ των τελεία αγάπη, επήρεν ο βασιλεύς γαμβρόν εις την θυγατέρα του τον αδελφόν του Αρδαβουρίου Πατρίκιον και τον εψήφισε καίσαρα, αξίωμα το οποίον είναι δεύτερον μετά τον βασιλέα. Φορεί δε ο καίσαρ αλουργίδα και όλα τα άλλα σημεία, έξω από τον στέφανον και όταν τελευτήση ο βασιλεύς, χειροτονούν βασιλέα τον καίσαρα. Ταύτα μαθόντες οι Ορθόδοξοι εταράχθησαν, διότι ο Άσπαρος και τα τέκνα αυτού ήσαν Αρειανοί με τον οίκον του άπαντα· όθεν μετά τον ευσεβέστατον Λέοντα έμελλε να βασιλεύση ο κακόδοξος. Συνήχθη λοιπόν το άγιον έθνος, ο περιούσιος λαός, το βασίλειον ιεράτευμα, εις την μεγάλην Εκκλησίαν, όπου ήτο και ο Πατριάρχης Γεννάδιος και ο θαυμάσιος Μάρκελλος, διότι ως έμαθε την υπόθεσιν έδραμε και αυτός ως διάπυρος ζηλωτής της πίστεως. Εταράχθησαν λοιπόν οι Χριστιανοί, ενθυμπύμενοι πόσα κακά τους έκαμαν οι Αρειανοί κατά τον καιρόν του Κωνσταντίνου και του Ουάλεντος. Όθεν επήγαν άπαντες εις το ιπποδρόμιον, έχοντες όλον το πλήθος αρχηγούς και ηγεμόνας τον Γεννάδιον και τον Μάρκελλον. Όταν δε εισήρχοντο εις την πύλην του ιπποδρόμου, είδον, όσοι ήσαν ενάρετοι, νεανίσκον τινά μεγαλύτερον από τους άλλους, ωραιότερόν τε και ευπρεπέστερον με κόμην χρυσήν εις την κεφαλήν και ζώνην ομοίως, η δε όψις αυτού ήτο από την χιόνα λευκοτέρα, με ολίγον ερύθημα σύμμετρον· ωσαύτως και τα ενδύμτά του ήσαν λευκότερα της χιόνος. Ούτος ο αστραπόμορφος νέος περιεπάτει εις το αριστερόν μέρος του Μαρκέλλου και τον υπεβάσταζεν ως καλός υιός τον πατέρα του, ήτο δε όλον το πλήθος των Χριστιανών συνηγμένοι Ιερείς, Μοναχοί και λαϊκοί, αριθμός αμέτρητος. Υπέρ τους άλλους δε άπαντας υψηλότατος, ευπρεπέστατος και υπέρ φύσιν λαμπρότατος ήτο ο νέος εκείνος, όστις εφύλαττε τον Μάρκελλον. Αφ’ ου λοιπόν έφθασαν εκεί όπου εκάθητο ο βασιλεύς, εβόησεν όλος ο λαός ώραν πολλήν το «Κύριε, ελέησον»· έπειτα παρεκάλεσαν τον βασιλέα να μη κάμη αρειανόν καίσαρα, ούτε να του δώση την θυγατέρα του· τότε είπε προς τον βασιλέα και τους άλλους ο Μάρκελλος· «Κάμετε, τέκνα, υπακοήν δια τον Κύριον και μη αφήσετε να γίνη καίσαρ Αρειανός, μη φοβείσθε δε να πάθη ο βασιλεύς κακόν από τους εχθρούς του, μόνον ολίγον έχει να θλιβή· έπειτα θέλει αφανίσει όλην την δύναμιν των εχθρών του, και θα μείνη νικητής με την θείαν βοήθειαν». Τότε ο βασιλεύς απεκρίνατο· «Ν γίνη το θέλημά σας, φίλοι μου, μόνον κάμετε όλοι κοινώς και ξεχωριστά έκαστος προς Κύριον δέησιν, να στερεώση την Εκκλησίαν και να σώση τας ψυχάς μας ως Παντοδύναμος». Οι λόγοι ούτοι του βασιλέως ικανοποίησαν τον λαόν και όλοι ανεχώρησαν ικανοποιημένη. Κατά την επιστροφήν των βλέποντες όσοι ήσαν άξιοι τον αστραπόμορφον εκείνον νέον εθαύμαζον, αυτός δε αφού έφθασαν εις την πύλην του Ιπποδρόμου έγινεν άφαντος, και τότε ηννόησαν, ότι ήτο λειτουργός της θείας Δυνάμεως εις σχήμα ανδρός όστις διεφύλαττε ως δορυφόρος τον Μάρκελλον. Εις ολίγον καιρόν η προφητεία του Μαρκέλλου επραγματοποιήθη, διότι όχι μόνον ο Αρδαβούριος με όλην του την συγγένειαν, αλλά και άλλοι εχθροί των Ορθοδόξων απωλέσθησαν και κατέπιεν ο βασιλεύς Λέων τον αποστάτην δράκοντα. Όθεν με τας προσευχάς του Μαρκέλλου έλαβεν ειρήνην η Εκκλησία, την οποίαν είθε να διαφυλάξη έως τέλους. Ακούσατε δε και άλλην προφητείαν την οποίαν είπεν εις το τέλος της ζωής του ο Άγιος. Λουκιανός τις, υιός Κώνσταντος, πρώτος της Συγκλήτου, καταφρονήσας όλα τα πρόσκαιρα, έγινε Μοναχός από τον Μάρκελλον και τόσον προέκοψεν εις τας αρετάς εις ολίγον καιρόν ο αείμνηστος, ώστε επερίσσευσεν όλους τους Μοναχούς εις την άσκησιν. Προ πάντων δε των καλών είχε την πραότητα· ούτε ωμίλει ποτέ λόγον χωρίς ανάγκης, ούτε τινά ελύπησεν ο μακάριος. Όταν λοιπόν ετελεύτα ο Άγιος, παρεκάλεσεν αυτόν ο Λουκιανός να δεηθή εις τον Θεόν, να τον αναπαύση και αυτόν, ίνα μη απομείνη οπίσω του, διότι δεν ηδύνατο να ζήση άνευ αυτού, καθώς το πλοίον χωρίς κυβερνήτην δεν σώζεται εις τον κλύδωνα. Βλέπων λοιπόν αυτόν πολύ δακρύοντα, είπε προς αυτόν ο Άγιος· «Έχε θάρρος, αδελφέ, και εάν εύρω παρρησίαν προς Κύριον, θέλω τον παρακαλέσει να έλθης ταχέως να ενωθώμεν τω πνεύματι». Όταν λοιπόν εκοιμήθη ο Όσιος, δεν ανεχώρησεν ο Λουκιανός από τον τάφον αυτού τελείως, αλλά εθρήνει απαρηγόρητα, και την πέμπτην ημέραν παρεπονείτο, ότι δεν εφύλαξεν ο Μάρκελλος την υπόσχεσίν του. Από δε την πολλήν του αθυμίαν εκοιμήθη και βλέπει τον Άγιον λέγοντα· «Τι μέμφεσαι και απιστείς δια την βραδύτητα; Εδέχθη την δέησίν σου ο Κύριος, και έρχεσαι να με εύρης εις ολίγον διάστημα». Τότε ο Λουκιανός εχάρη και διηγήθη εις τους αδελφούς την όρασιν. Κατά δε την ογδόην ημέραν μετά την του Οσίου Μαρκέλλου κοίμησιν απήλθε και εκείνος προς τον διδάσκαλον, κατά την αυτήν ημέραν, όπου έλαβε το άγιον Σχήμα, ήτοι την παραμονήν των Αγίων Θεοφανείων. Πολλά δε και άλλα εποίησε θαυμάσια ο Μάρκελλος, τα οποία αφήκαμεν δια συντομίαν άγραφα, αρκετά όμως είναι όσα είπομεν, να φανερώσουν την μεγάλην παρρησίαν την οποίαν είχεν ο αοίδιμος προς τον Δεσπότην Χριστόν. Επειδη δε και αυτός άνθρωπος ήτο, μικρόν ασθενήσας απήλθε προς Κύριον τη κθ΄ (29η) Δεκεμβρίου, και το μεν ηγιασμένον αυτού σώμα ετάφη εις την Ιεράν αυτού Μονήν, η δε μακαρία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τους ουρανούς και συνευφραίνεται μετά πάντων των Αγίων, εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Των Αγίων ΝΗΠΙΩΝ των υπό Ηρώδου αναιρεθέντων

Τη ΚΘ’  (29η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων ΝΗΠΙΩΝ των υπό Ηρώδου αναιρεθέντων, χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων.                                                             

Τα Άγια ταύτα Νήπια εθανατώθηκαν υπό του Ηρώδου, ότε ούτος διεπίστωσεν ότι τον ενέπαιξαν οι Μάγοι, εις τους οποίους παρήγγειλε να επιστρέψωσι και να του αναγγείλωσι τα περί του γεννηθέντος Βασιλέως, τον οποίον εμήνυεν εις αυτούς ο Αστήρ, τον οποίον ηκολούθουν, ίνα και αυτός υπάγη να τον προσκυνήση. Επειδή λοιπόν οι Μάγοι δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην, καθώς προσέταξεν αυτούς ο Άγγελος, αλλά δι’ άλλης οδού επανήλθον εις την χώραν των, τότε βλέπων ο Ηρώδης ότι ενεπαίχθη υπό των Μάγων, ωργίσθη και επικράνθη πολύ. Όθεν ενθυμούμενος εκείνο το οποίον είπον οι Μάγοι, ότι δηλαδή ο Αστήρ εφάνη προ χρόνου ολιγωτέρου των δύο ετών, έστειλε τους στρατιώτας του και εφόνευσαν όλα τα εν τη Βηθλεέμ βρέφη, όσα δηλαδή ήσαν ηλικίας κατωτέρας των δύο ετών, νομίζων ο μάταιος, ότι εάν θανατώση άπαντα τα βρέφη, ομού με τα άλλα θέλει θανατωθή βεβαίως και εκείνος, ο οποίος μέλλει να βασιλεύση, και επομένως δεν θέλει τον επιβουλευθή. Εις μάτην όμως εμόχθησεν ο ανόητος, αγνοών, ότι ο άνθρωπος ουδέποτε δύναται να εμποδίση την βουλήν του Θεού. Όθεν εις μεν τα Νήπια επροξένησε την Βασιλείαν των ουρανών, εις εαυτόν δε εγένετο ο άθλιος πρόξενος της αιωνίου κολάσεως. 

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης, ο κτίτωρ της εν τω Άθω Ιεράς Μονής Σιμωνοπέτρας, εν ειρήνη τελειούται.                                                                        

Σίμων ο Όσιος Πατήρ ημών πατρίδα ή γονείς ή αδελφούς επί γης ποίους είχε δεν γνωρίζομεν. Εις ουρανούς δε πάντως πατρίδα μεν έχει την πόλιν του Θεού, την χώραν των Αγγέλων, την άνω Ιερουσαλήμ, Πατέρα τον Θεόν, μητέρα δε την Αγίαν Εκκλησίαν, πρότερον μεν την Αγωνιζομένην (την επί γης), εις ην και ανεγεννήθη, νυν δε την εν ουρανώ Θριαμβεύουσαν, την υπό του Αποστόλου καλουμένην «των Πρωτοτόκων» (Εβρ. ιβ: 23), της οποίας υιός γενόμενος έχει επομένως και αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρας και Οσίους. Είχε δε και παιδαγωγόν και τέκνα, παιδαγωγόν μεν την Κυρίαν Θεοτόκον, τέκνα δε τους μαθητάς του, οίτινες καλώς τα θεία του ίχνη ηκολούθησαν και κατά πάντα τον άξιον τούτον Πατέρα των και διδάσκαλον εμιμήθησαν. Με όλον δε ότι ούτε η περιφάνεια της πατρίδος ούτε η των προγόνων ευγένεια έχει να ωφελήση ημάς τίποτε εις την σωτηρίαν της ψυχής μας, εν τούτοις φαίνεται ότι και η επίγειος του Οσίου τούτου πατρίς και οι χοϊκοί του γονείς τε και συγγενείς λαμπροί τινες και έντιμοι υπήρξαν, επειδή, καθώς λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, «των μεγάλων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Όθεν στοχαστικώς λέγομεν ότι ούτος ο Άγιος, δια να αναδειχθή ούτω θερμός και πρόθυμος εις την αρετήν παιδιόθεν, έπρεπε και γονείς να είχε τω όντι ευγενείς οδηγούντας αυτόν εις τούτο και με εκπαίδευσιν ικανήν και δια παραδειγμάτων, ήτοι δια βίου θεαρέστου και Χριστιανικού, να εξεπαίδευσαν αυτόν. Τούτου λοιπόν του ιερού Σίμωνος, είτε ευγενείς επλούτησε τους γονείς, είτε μη, το οποίον μάλιστα και αυξάνει τον ιδικόν του έπαινον, προβλέπων ο παντεπόπτης Θεός την μέλλουσαν προκοπήν, τον προσκαλεί εις τους πνευματικούς αγώνας, τον εξάγει από την πατρίδα του και από τους συγγενείς του ως άλλον Αβράάμ, τον φέρει εις τον ιερόν Άθωνα, το Άγιον Όρος, όπου ερχόμενος, δεν εφρόντισεν άλλο, ει μη να εύρη πνευματικόν Γέροντα δια να υποταχθή, διότι ήξευρε την συμβουλήν εκείνου του θείου Πατρός την λέγουσαν, ότι χωρίς υπακοής αδύνατον είναι να σωθή τις. Αυτόν δε τον Γέροντα, τον οποίον εζήτει, τον ήθελε και ενάρετον μεν δια να γνωρίζη να οδηγή, αλλά και αυστηρόν δια να μη συγκαταβαίνη εις το φρόνημα της σαρκός. Ζητεί λοιπόν, εξετάζει, περιέρχεται όλα τα πνευματικά σχολεία του Άθωνος ως η διψώσα έλαφος να επιτύχη πηγήν ύδατος ζώντος· επισκέπτεται τους ευδοκιμωτέρους και αγιωτέρους του Όρους και αποκαλύπτει εις αυτούς τον ένθεον σκοπόν του, στοχάζεται εκάστου τας αρετάς και τα προτερήματα· εκλέγει καθώς η σοφή μέλισσα τον κηρόν και το μέλι από τα λογικά και μυρίπνοα άνθη του επιγείου τούτου Παραδείσου και ευρίσκει τέλος πάντων τον ποθούμενον. Ευρίσκει, λέγω, άνθρωπον, εις μεν την ηλικίαν και την άλλην των ηθών του κατάστασιν γέροντα, εις δε την ανδρείαν και τον τόνον της ψυχής ακμάζοντα. Εις τούτον λοιπόν βαλών μετάνοιαν υπετάχθη ο θαυμάσιος. Αλλά πως και πόσον στοχάζεσθε; Τόσον αφιέρωσεν εαυτόν εις εκείνον, ώστε εις ό,τι τον επρόσταζε χωρίς τινος περιεργείας ανυπερθέτως ετέλει το πρόσταγμά του, ως να τον είχε προστάξη ο ίδιος ο Θεός. Και επειδή ήτο πολύ αυστηρός ο Γέρων, πολλάκις όχι μόνον ύβριζεν, αλλά και έτυπτε τον Σίμωνα. Αυτός δε ο μακάριος μετά πάσης χαράς και ευχαριστίας τα εδέχετο και τα υπέμενε. Μάλιστα δε και ζημίαν του ενόμιζε το πράγμα, όταν τοιαύτα δεν έπασχε και όχι μόνον δεν ωργίζετο μνησικακών, αλλά μάλλον τόσην αγάπην εδείκνυεν εις εκείνον, όσην ουδέ οι παίδες εις τους ιδίους αυτών γονείς. Και ίδετε, αδελφοί, σημείον ψυχής απλουστάτης και αξίας Χριστού. Ποτέ μεν κοιμωμένου του Γέροντος εφίλει τους πόδας εκείνου, ποτέ δε λείποντος τον κράββατον όπου εκοιμάτο κατεφίλει ή τον τόπον όπου έστεκε. Και έλεγεν ο αοίδιμος, ότι τον μεν Θεόν πρέπει να τον αγαπώμεν, διότι μας έπλασεν εκ του μη όντος εις το είναι, τον δε Γέροντά μας, διότι μας ανέπλασε τρόπον τινά και ανεκαίνισε το κατ΄ εικόνα της ψυχής, συντετριμμένον υπάρχον από των πολλών μας αμαρτιών. Ω ψυχής όντως θείας! Ω συνέσεως μακαρίας! Ω ταπεινώσεως αμιμήτου και ουρανοβάμονος! Από τοιαύτην γνώμην και τοιαύτα προτερήματα εις όλον το Άγιον Όρος έγινε περιβόητος εν ολίγω ο Σίμων και ήτο αγαπητός μεν εις τους ομηλίκους του, σεβάσμιος δε και εις αυτούς τους γεροντοτέρους. Όθεν ήθελες ίδει γεροντικήν φρόνησιν εις νεανικήν ηλικίαν, άσκησιν ασύγκριτον εις τους αγώνας, σωφροσύνης τελειότητα εις τον βίον, κοσμιότητα και άλας πνευματικόν εις τον λόγον, συστολήν εις το βλέμμα, σεμνότητα εις το περιπάτημα, βάθος ταπεινώσεως εις το φρόνημα, μεγαλοψυχίαν εις τους πειρασμούς, ελευθεριότητα εις την γνώμην, θαυμαστήν διάκρισιν εις όλα του τα επιχειρήματα και επί πάσι την μακαρίαν αγάπην, την ρίζαν και το τέλος πασών των αρετών εις όλους εξ ίσου. Αυτά θεωρούντες όσοι τον έβλεπον εθαύμαζον λέγοντες· Ω μακαρία υποταγή, οποίους κάμνεις τους εργάτας σου! Διότι λέγουσιν οι θείοι Πατέρες, ότι η μεν υψοποιός και καθαρωτάτη ταπείνωσις γεννάται από την μακαρίαν και χριστομίμητον υπακοήν, η δε πάνσοφος και θεόσοφος διάκρισις γεννάται από την μακαρίαν ταπείνωσιν. Αυτά τα θεία χαρίσματα και ο τίμιος αυτού Γέρων βλέπων ότι επλούτησεν ο Σίμων από την άδολον και άκραν υπακοήν του, μετέβαλε την αυστηρότητα όλην εις ημερότητα και από τότε και εις το εξής ούτε τον ύβριζεν, ούτε τον επρόσταζεν, αλλ’ ούτε τον εδίδασκε πλέον ως υποτακτικόν του, τον ετίμα δε μάλιστα και τον συνεβουλεύετο ως αδελφόν και διδάσκαλον. Τι το εντεύθεν; Στοχάζεται ταύτα ο ταπεινόφρων Σίμων και δεν ευχαριστείται εις την τοιαύτην τιμήν, μάλιστα τον ελύπει και τον έθλιβεν η τιμή και η δόξα, την οποίαν απέδιδεν ο Γέρων εις αυτόν, ως δήθεν παρ’ αξίαν και μη ανήκουσαν εις αυτόν. Όθεν με πόνον πολύν ψυχής και θερμήν παράκλησιν ζητεί δι΄ αυτό και μόνον να αναχωρήση από τον Γέροντά του. Και δίδει την άδειαν ο Γέρων εις τον υποτακτικόν, αλλά και αυτός κλαίων ωδύρετο την στέρησιν όχι πλέον του μαθητού αλλά του συναγωνιστού του. Αναχωρήσας λοιπόν εκείθεν ο Άγιος ςζήτει τόπον έρημον προς ησυχίαν και άγνωστον προς άλλον τινά. Μετά πολλήν δε έρευναν ευρίσκει θεία νεύσει εν σπήλαιον, εις το οποίον εισελθών οπλίζεται ο καλός του Χριστού στρατιώτης, ίνα πολεμήση τους αοράτους εχθρούς, λαμβάνων ως όπλον μεν και δόρυ φοβερόν τον Σταυρόν του Σωτήρος, περικεφαλαίαν δε την προσευχήν, θώρακα την πίστιν, ασπίδα δε την υπομονήν, σπάθην την νηστείαν, τόξα δε και βέλη τους ψαλμούς. Αλλά τις να διηγηθή τους μακαρίους αγώνας και τα παλαίσματα τους οποίους ηγωνίσθη ο Όσιος εκείσε παλαίων προς τον πολυμήχανον εχθρόν διάβολον; Εκ των πολλών ένα μόνον να διηγηθώμεν πειρασμόν, τον οποίον υπέμεινε, και αρκετόν είναι εις τον καθένα να εννοήση και τους άλλους. Προσευχομένου του Αγίου νύκτα τινά, μετεμορφώθη ο μιαρός δαίμων εις φοβερόν και μέγιστον δράκοντα. Και ήνοιγε μεν το αχανές εκείνο στόμα δια να τον καταπίη· μη έχων όμως εξουσίαν παρά Θεού, έτυπτε τον Όσιον εις τα νώτα δια της ουράς ως δια τινος μεγάλης δοκού· από των πολλών δε πληγών και κτυπημέτων, τα οποία υπέστη υπό του φαινομένου δράκοντος ο Άγιος, έπεσε κάτω ημιθανής και κατά μεν το σώμα έκειτο κατά γης, κατά δε την ψυχήν ανέβαινεν εις τους ουρανούς ψάλλων. Και εκείνος μεν ο φοβερός δράκων και ότε έκειτο ο Άγιος κατά γης τον έτυπτεν ακόμη δια της ουράς, σκοπόν έχων, εάν ήθελε δυνηθή, και να τον θανατώση τελείως, ει δε μη να τον φοβίση τουλάχιστον να φύγη από το σπήλαιον. Ο δε Άγιος ήρχισε να επιτιμά τον δράκοντα με το υπέρτατον όνομα του Θεού και της Παναχράντου Μητρός αυτού και λέγει· «Επιτιμά σοι Κύριος Σαβαώθ· ύπαγε οπίσω μου σατανά. Επιτιμά σοι η Κυρία του Άθωνος τούτου· απόστηθι απ’ εμού». Δεν είχε τελειώσει τους θείους τούτους χρησμούς ο Άγιος και ο φαινόμενος δράκων έγινεν άφαντος. Και μετά τούτο βλέπει ο Όσιος βοήθειαν εξ Άγίου, αστράπτει με μεγάλην φωτοχυσίαν το σπήλαιον, γίνεται άρρητος ευωδία, γεμίζει η καρδία του από ευφροσύνην και ακούει θείας φωνής λεγούσης· «Ανδρίζου και ίσχυε, υπήκοε και πιστέ θεράπον του Υιού μου». Πριν δε έτι ανατείλη η ημέρα, ευρέθη όλος υγιής. Έμεινε λοιπόν εις το σπήλαιον ο Όσιος αγωνιζόμενος χρόνους πολλούς, πάσαν κακοπάθειαν υφιστάμενος, ότε και πολλοί εκ πολλών του Όρους μερών ήρχοντο προς αυτόν ψυχής τε και σώματος ωφέλειαν λαμβάνοντες, διότι και διακρίσεως χάρισμα επλούτει και τας θείας Γραφάς εξήγει καλώς. Πλην αυτός εις αυτά παντελώς δεν ηρέσκετο, την εξ ανθρώπων τιμήν και την ενόχλησιν της ησυχίας του μισών και αποστρεφόμενος, διο και εις ερημικώτερον τόπον διελογίζετο να αναχωρήση. Αλλ’ ο Θεός, την των ανθρώπων κοινήν ωφέλειαν προνοούμενος, εμποδίζει αυτόν του προκειμένου τούτου σκοπού, δια της Παναχράντου αυτού Μητρός. Επειδή εν μια των νυκτών, προσευχόμενος ο Όσιος, βλέπει πάλιν το σπήλαιον γεμάτον από φωτοχυσίαν θείαν πολλήν και αισθάνεται ευωδίαν και ευφροσύνην πνευματικήν, θείας δε φωνής ακούει λεγούσης ούτω· «Σίμων, Σίμων, φίλε πιστέ και λάτρα του Υιού μου, μη αναχωρήσης των ώδε, ότι εις φως τέθεικά σε μέγα και μέλλω δοξάσαι τον τόπον τούτον τω ονόματί σου». Ο δε ταπεινότατος Σίμων δεν πιστεύει εις την οπτασίαν, υποπτεύει φάντασμα το πράγμα και τέχνην και παγίδα του πονηρού ή τάχα και δοκιμασίαν τινά θεϊκήν, διότι πολύ εφοβείτο τον λόγον του Αποστόλου, ότι «Ο αρχέκακος μετασχηματίζεται εις Άγγελον φωτός» (Β’ Κορ. ια: 14). Δια την αιτίαν ταύτην επέμενεν εις την αυτήν ιδέαν και εσκέπτετο πάλιν που να υπάγη να ησυχάση. Επλησίαζε δε τότε και η εορτή των Γενεθλίων του Σωτήρος. Και μίαν των νυκτών εξελθών του σπηλαίου βλέπει θέαμα φοβερόν. Του εφάνη ως να εξεκόπη εις αστήρ από των ουρανών και έστη επάνω εις την πέτραν, όπου είναι εκτισμένη η ιερά και σεβασμία αυτού Μονή. Αυτήν δε την οπτασίαν έβλεπε συνεχώς επί πολλάς νύκτας ο Άγιος, αλλά, καθώς είπομεν, εφοβείτο μήπως είναι πλάνη τις του εχθρού. Ως τόσον ήλθε και η κυρία νυξ των Γενεθλίων του Χριστού και τότε βλέπει όχι μόνον τον αστέρα, ότι κατέβη άνωθεν και εστάθη αντικρύ επάνω ταύτης της πέτρας, αλλά και θείαν ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εδώ πρέπει να θεμελιώσης, ω Σίμων, το Κοινόβιόν σου και να σώσης ψυχάς, πρόσεχε δε καλώς μη απιστήσης ως και πρότερον, εγώ δε θέλω είμαι βοηθός σου. Πρόσεχε λοιπόν καλώς και μη αμφίβαλλε, ίνα μη πάθης κακόν». Ακούει δε την θείαν ταύτην φωνήν τρις λέγουσαν τα αυτά. Όθεν έγινεν έντρομος και ενθουσιών. Εφάνη δε εις αυτόν (καθώς ο ίδιος έλεγεν ύστερον εις τους μαθητάς του) ότι ευρέθη εκεί εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας και ήτο μετά των Ποιμένων των εις την Γέννησιν του Σωτήρος ευρεθέντων εκεί και την Αγγελικήν ήκουσε μελωδίαν, ψαλλόντων το θεοχαρίτωτον εκείνο· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β:14) «Μη φοβείσθε· ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (αυτόθι 10). Τότε, έλεγεν ο Όσιος, ήρχισε να μου φεύγη ο φόβος και η έκστασις και ηυφραινόμην πνευματικώς, ως να έβλεπον παρούσαν την Δέσποιναν Θεοτόκον και τον δίκαιον Ιωσήφ μετά των υιών του και τον Κύριον ημών, νήπιον εσπαργανωμένον κείμενον εν τη φάτνη. Δεν παρήλθον ημέραι πολλαί μετά την των Χριστουγέννων εορτήν και ιδού έρχονται προς αυτόν τρεις άνδρες κοσμικοί αυτάδελφοι και πλούσιοι, επειδή η φήμη του έφθασε και εις την Μακεδονίαν και εις την Θεσσαλίαν. Και εξαγορεύσαντες τους λογισμούς αυτών εις τον Άγιον, προσέπεσον εις τους πόδας του και τον παρεκάλουν να τους δεχθή εις την υποταγήν του. Ο δε Όσιος καθ’ εαυτόν μεν έλεγεν· «Ίσως να είναι αυτοί οι συνεργοί μου να κτισθή το Κοινόβιον κατά την οπτασίαν, την οποίαν είδον». Με όλον τούτο δεν συγκαταβαίνει ευθύς εις το να τους δεχθή, αλλά διαφοροτρόπως προσεπάθει να τους διώξη εκείθεν. Εκείνοι όμως, εκ Θεού φωτισθέντες και αποσταλέντες, δεν έφευγον, αλλ’ έλεγον προς αυτόν· «Δέξαι ημάς ολίγας ημέρας δι’ αγάπην Χριστού και εάν δεν ευχαριστηθής, απόβαλε ημάς». Με τοιαύτας υποσχέσεις μόλις και μετά βίας κατεπείσθη ο Άγιος και τους εκράτησεν εις την υπακοήν του Χριστού. Μετά δε την κανονικήν δοκιμασίαν, τους ενέδυσε το Αγγελικόν Σχήμα και κοινωνήσας αυτούς των αχράντων Μυστηρίων, μετά το δείπνον εφανέρωσεν εις αυτούς τον ιδικόν του λογισμόν, ως προς τέκνα του εις το εξής γνήσια. Διηγήθη λοιπόν εις αυτούς κατά πλάτος την θείαν εκείνην οπτασίαν, ώρκισε δε αυτούς να μη είπωσι τούτο εις άλλον τινά, εν όσω ο ίδιος ζη. Είτα λέγει προς αυτούς· «Φανερόν είναι, ω τέκνα εμά, ότι ο προνοητής Θεός σάς έστειλεν ενταύθα όχι μόνον την ιδικήν σας ψυχήν να σώσητε, λλά και αυτόν τον επίγειον υμών πλούτον να φέρητε, δια να κατασταθή το Κοινόβιον κατά την θείαν αυτού ευδοκίαν και θέλησιν. Υπάγετε λοιπόν, εύρετε οικοδόμους και φέρετε αυτούς δια την οικοδομήν». Επήγαν λοιπόν εκείνοι, τους εύρον και ήλθον ομού· ο δε Άγιος έδειξεν εις τους οικοδόμους τον τόπον εις τον οποίον πρωτίστως ήθελε να θεμελιώση την Εκκλησίαν, είτα και την άλλην οικοδομήν. Βλέποντες οι οικοδόμοι εκείνοι το απόκρημνον και κινδυνώδες του τόπου απεκρίθησαν· «Τι λέγεις, Αββά; Αστεία λέγεις ή σοβαρώς ομιλείς; Αδύνατον είναι να επιχειρισθώμεν την οικοδομήν εις αυτό το σημείον, επειδή βλέπομεν ότι όχι μόνον η ιδική μας ζωή μέλλει να κινδυνεύση, αλλά και εκείνων όσοι ήθελον μετά ταύτα καθίσει εις τον επικίνδυνον αυτόν τόπον». Ο δε Άγιος βλέπων ότι δια λόγων δεν δέχονται να επιχειρήσωσι την οικοδομήν, διέταξε τους μαθητάς του να ετοιμάσωσι τράπεζαν δια να γευματίσωσιν. Εις δε των μαθητών του Οσίου, κιρνών τον οίνον, φθόνω του πονηρού ή και θεία Προνοία, ήτις πανσόφως και δια των εναντίων οικονομεί τα καλά, δεν γνωρίζω πως ανισορροπήσας το σώμα, κατέπεσεν από του ύψους της κορυφής της πέτρας εις το άπειρον χάσμα του κάτωθι καταρρέοντος χειμάρρου, κρατών εις μεν την μίαν χείρα το οινοδόχον αγγείον, εις δε την άλλην το ποτήριον. Τοιούτον ελεεινόν θέαμα ιδόντες οι οικοδόμοι ήνοιξαν αχαλίνωτον το στόμα αυτών χλευάζοντες τον Όσιον μετά θυμού και επεμβαίνοντες εις το θεοπειθές αυτού έργον της οικοδομής έλεγον· «Διατί επιχειρείς τοιαύτα πράγματα και έγινες τοιούτου φόνου αιτία; Αλλά και εις το εξής, εάν ήθελες εύρει ημάς συμφώνους προς την βουλήν σου, πόσοι άλλοι έμελλον τοιουτοτρόπως να φονευθώσι»; Και ταύτα μεν έλεγον εκείνοι και άλλα περισσότερα εξ αγνοίας φλυαρήματα. Ο δε Άγιος προσηύχετο σιωπών, την Κυρίαν Θεοτόκον εκ βάθους ψυχής επικαλούμενος, ίνα μη καταισχύνη βουλήν πτωχού τω πνεύματι. Και, ω των ανεκφράστων θαυμασίων σου Δέσποινα! Τις δύναται να υμνήση τα μεγαλεία σου; Δεν παρήλθεν ημίσεια ώρα και ιδού εκ του άλλου μέρους εφάνη αναβαίνων ο κρημνισθείς Μοναχός σώος και υγιής τη βοηθεία της Παναμώμου Παρθένου κρατών ανά χείρας το οινοδόχον αγγείον και το ποτήριον, όχι μόνον άνευ βλάβης ή συντρίμματος τινος, αλλά και χωρίς ο οίνος τελείως να χυθή. Τούτο το θαύμα ιδόντες εκείνοι οι πρώην προπετείς και αυθάδεις οικοδόμοι φρίττουσι, τρομάζουσι και πεσόντες εις τους πόδας του Αγίου εζήτουν συγχώρησιν λέγοντες· «Τώρα εγνωρίσαμεν, Πάτερ, ότι είσαι άνθρωπος του Θεού». Και δεν εστάθησαν μέχρι τούτου, αλλά και τον εβίασαν και τους εκούρευσεν όλους Μοναχούς. Εποίησαν λοιπόν αρχήν οι καλοί ούτοι οικοδόμοι και έκτιζον προθυμότατα την Μονήν του Οσίου. Επειδή δε δια τα θεμέλια και δια τας γωνίας εχρειάζοντο πολλαί και μεγάλαι πέτραι, προσέταξεν ο Άγιος να σηκώσωσιν ένα υπερμεγέθη λίθον, όστις έκειτο εκεί που πλησίον ακατέργαστος και να τον θέσωσιν εις την γωνίαν του θεμελίου. Εκείνοι δε αστοχήσαντες την πρώτην θαυματουργίαν του Οσίου, εκρυφογέλων ο εις τον άλλον ατενίζοντες κι νομίζοντες ότι αστειεύεται ο Όσιος, επειδή έβλεπον ότι ο λίθος εκείνος ήτο αδύνατον να σαλευθή δια το βάρος και τον όγκον του. Ο δε Άγιος, ιδών ότι δεν υπακούουσιν εις τον λόγον του, επήγε μόνος του και σφραγίσας τον λίθον με το σημείον του Σταυρού, τον εσήκωσεν ο ίδιος εις τους ώμους του χωρίς να τον βοηθήση άλλος τις και τον απέθεσεν απ΄ ευθείας εκεί όπου έπρεπε, στερεώσας αυτόν καταλλήλως εις την γωνίν του. Εις το θαύμα τούτο δεν ηξεύρωτι να θαυμάσω πρώτον, τι ύστερον. Του ζωηφόρου Σταυρού την δύναμιν ή την πίστιν του Αγίου, όστις κατά αλήθειαν δι του έργου έδειξεν εις ημάς εκείνο το οποίον ο Κύριος ημών είπεν εις τους Αποστόλους δια του λόγου· «Αμήν γαρ λέγω υμίν· εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετ΄βηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Άνθρωπος κατεξηραμμένος υπό της σκληραγωγίας και μόνον ότι το δέρμα συνεκράτει τα οστά, να σηκώση τόσον βάρος, το οποίον τόσοι άνθρωποι ούτε να το σαλεύσουν ηδύναντο, δεν είναι ολοφάνερον ότι ο Σίμων είχε καταστήσει εαυτόν όργνον της δεξιάς του Υψίστου και ενήργει δι΄ αυτού ο Θεός τα παράδοξα; Αλλ’ ας έλθωμεν και εις άλλο θαύμα του αοιδίμου Σίμωνος, το οποίον εποίησεν εις τους Σαρακηνούς. Παρακαλώ δε την αγάπην σας να μη αμελήτε και νυστάζετε, αλλά να προσέχετε εις τα κατορθώματα του γίου δια να λάβητε πλουσίαν χάριν παρ’ αυτού. Τελειώσας την οικοδομήν του Μοναστηρίου του ο Άγιος επί της θαυμαστής ταύτης πέτρας εις τιμήν και δόξαν των Γενεθλίων του Σωτήρος Χριστού, επωνόμασεν αυτό Νέαν Βηθλεέμ. Όθεν έτρεχον από πολλά μέρη και υπετάσσοντο εις αυτόν. Αλλ’ επειδή και το ταλαίπωρον βασίλειον ημών των Ελλήνων κατήντησεν εις αθλίαν κατάστασιν, ήρχοντο οι Σαρακηνοί αφόβως με τα πειρατικά πλοία των και εις αυτό το Άγιον Όρος και αρπάζοντες παν το προστυχόν, ηχμαλώτιζον και πολλούς Μοναχούς. Ήλθον δε και εις τον λιμένα της Μονής. Ο δε Άγιος φοβηθείς μήπως αναβαίνοντες επάνω κατακαύσουν την Μονήν, προλαβών κατέβη μετά τινων μαθητών του εις τον λιμένα ίνα προϋπαντήση τους βαρβάρους, φέρων και τινα δώρα προς αυτούς. Εκείνοι δε και τα δώρα λβόντες, πάλιν εζήτουν και άλλα λέγοντες· «Που έχετε τους θησαυρούς σας»; Νομίζοντες ότι είχον να κερδήσωσι πλούτον και λάφυρα πολλά. Μη αναγνωρίζοντες δε και τον Άγιον ως προεστώτα, δια το ευτελές του σχήματος, τον εβίαζον να δείξη εις αυτούς τον Ηγούμενον. Ο δε Άγιος πραεία τη φωνή είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι ο ταπεινός. Πλην άλλο τίποτε δεν έχομεν εκτός αυτών τα οποία φορούμεν». Εκείνοι δε νομίζοντες ότι ψεύδεται, ώρμησαν κατ’ υτού ωσάν θηρία άγρια. Εις δε εξ αυτών, ο πλέον φονικώτερος, εγύμνωσε την σπάθην και ώρνησε να κόψη την ιεράν εκείνην κεφαλήν. Ο δε Θεός εξαπέστειλεν τον Άγγελον αυτού και ερρύσατο τον Όσιον αυτού· διότι η μεν χειρ του αυθάδους εκείνου έμεινε κρεμαμένη και ξηρά, οι δε λοιποί επατάχθησαν αορασία και ετυφλώθησαν όλοι. Τότε δη, τότε ήρχισαν να αλαλάζουν την Συριακήν φωνήν αυτών. Αλλάχ! Αλλάχ! Και φοβηθέντες, μετήλλαξαν την θηριωδίαν αυτών εις θρηνωδίαν και την αγριότητα εις ταπεινότητα και κλαίοντες πικρώς παρεκάλουν τον Άγιον θερμώς λέγοντες: «Ελέησον ημάς, Αββά, και να γίνωμεν όλοι Χριστιανοί». Ο δε φιλάνθρωπος δούλος του φιλανθρωποτάτου Δεσπότου Χριστού, ως μιμητής του ανεξικάκου Διδασκάλου αυτού, στέλλει ευθύς ένα μαθητή αυτού και φέρει έλαιον από την κανδήλαν του Δεσπότου Χριστού, με το οποίον αλείψας ο Άγιος τα όμματα όλων σταυροειδώς, ομοίως και την ξηράν χείρα του τολμητίου, ηυχήθη επ΄ αυτών και ευθύς, ω παραδόξου τερατουργήματος! Ιατρεύθησαν οι άνθρωποι. Όθεν όχι μόνον εβαπτίσθησαν, αλλά και εκουρεύθησαν μετά ταύτα εις την αυτήν Μονήν του Αγίου δόκιμοι Μοναχοί γενόμενοι. Αλλ’ επειδή ο αοίδιμος έφθασεν εις βαθύτατον γήρας και έμελλε να εκδημήση προς τον ποθούμενον Χριστόν, προείδε την ώραν της οσίας αυτού εκδημίας προς Κύριον. Όθεν καλέσας τους ιερούς μαθητάς του τους κατήχησε την τελευταίαν αυτού κατήχησιν και διδασκαλίαν και λέγει προς αυτούς. «Ιδού, αδελφοί και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά, εγώ μέλλω να χωρισθώ αφ’ ημών. Υμείς δε, ως φρόνιμοι, δεν πρέπει να λυπήσθε δια τούτο, αφ’ ενός μεν διότι ολίγος παρέρχεται καιρός και πάλιν συναντώμεθα, εξ άλλου δε διότι, αν λάβω παρρησίαν τινά προς τον Θεόν, θέλω σάς επισκέπτομαι πάντοτε και θα σας φυλάττω από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Πλην αν και σεις φυλάσσητε την παράδοσιν της κοινοβιακής ζωής και πολιτείας, την οποίαν είδετε και εδιδάχθητε και την ευταξίαν της Εκκλησίας και όλα όσα εδίδαξα και με λόγον και με έργον, ούτω θέλω έχει και εγώ την ιδικήν σας φροντίδα. Μη αγαπάτε πλούτον πρόσκαιρον, φεύγετε την κενοδοξίαν, μη απατάσθε εις την χορτασίαν της κοιλίας, διότι αναφέρεται εις το βιβλίον του Ιώβ, ότι η δύναμις του σατανά συνίσταται «επ’ ομφαλού γαστρός» (Ιώβ μ: 11)· μη φέρετε εδώ εις το Κοινόβιον αγένεια πρόσωπα, διότι είδετε τι έκαμεν ο μέγας Ευθύμιος εις τον Άγιον Σάββαν, τον οποίον μ’ όλον ότι εγνώριζεν, ότι ήτο εκ κοιλίας μητρός ηγιασμένος, δεν τον εκράτησεν εις το Κοινόβιόν του. Γράφεται δε και εις το Γεροντικόν, ότι τον παλαιόν καιρόν τέσσαρες Λαύραι ηρημώθησαν εξ αιτίας των αγενείων (των νέων δηλαδή που δεν έχει ακόμη φυτρώσει το γένειον εις το πρόσωπον)· όθεν και ο θεοφόρος Πατήρ ημών Αθανάσιος ο κτίτωρ της Μεγίστης Λαύρας κατηράσατο και ανεθεμάτισε τους προεστώτας εκείνους, οίτινες ήθελον δεχθή αγενείους, έστω και αν ήσαν υιοί βασιλέων. Να είσθε ειρηνικοί, να είσθε φιλόξενοι, να επιμελείσθε τας εορτάς πνευματικώς και όχι κοσμικώς, δηλαδή να μη καταγίνησθε αυτάς τας ημέρας εις αργολογίας και γέλωτας και αστεία, επειδή η εορτή είναι φωτισμός και αγιασμός της ψυχής, όστις γεννάται από την σιωπήν και προσευχήν και ανάγνωσιν των ιερών βιβλίων. Εις τας Ακολουθίας της Εκκλησίας να ψάλλετε με σεμνότητα και ευλάβειαν και όχι με ατάκτους φωνάς. Να ευλαβήσθε και τον Ηγούμενον με όλην σας την δύναμιν. Αυτά να φυλάττητε και μετά τον θάνατόν μου καθώς και ζώντος εμού εφυλάττετε και εγώ θα είμαι νοερώς πάντοτε μαζί σας· ει δε μη, να απολογήσθε σεις εις εκείνο το φοβερόν και πάνδημον Κριτήριον». Ταύτα ειπών ο Όσιος ύψωσε τας αγίας του χείρας εις τους ουρανούς και μετά κατανύξεως προσηύξατο εις την Παναγίαν Τριάδα, μετά δε την ευχήν εσιώπησεν. Οι δε αδελφοί και μαθηταί τού Οσίου, πάντες ομού περιτριγυρίζοντες αυτόν έκλαιον απαρηγόρητα, λυπούμενοι ότι έμελλον να στερηθώσι τοιούτον Πατέρα και ιατρόν και σωτήρα. Ο δε Άγιος την νύκτα εκείνην παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, το δε πρωϊ είδον το πανόσιον πρόσωπόν του λάμψαν υπέρ τον ήλιον και ούτω μετά ψαλμωδιών και ύμνων ενεταφίασαν εκείνο το πολύαθλον σώμα. Αλλ’ ω της ζημίας! Εις τους χαλεπούς τούτους καιρούς ημών δεν στερούμεθα μόνον αυτό το άγιον Λείψανον του Οσίου, αλλά και αυτόν τον ιερόν τάφον του, τα οποία εσκέπασεν από ημάς ο Θεός, κρίμασιν οις αυτός μόνος γνωρίζει, καθώς εσκέπασε και πολλών άλλων Αγίων και τα Λείψανα και τους τάφους. Έχομεν δε ομολογούμενον εκ παραδόσεως ότι εκείνο το θείον Λείψανον του Αγίου Σίμωνος ανέβλυζε μύρον καθώς εις τον Βίον του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη αναφέρονται τα εξής επί λέξει· «εισί δε και άλλα πολλά θαύματα αδόμενα υπό πολλών και από του κυρ Γρηγορίου και εκ της πέτρας του Αγίου Σίμωνος του Μυροβλύτου». Αλλά και ο ευσεβής βασιλεύς της Σερβίας Ιωάννης Ούγγλεσις, έχων μονογενή θυγατέρα διαμονιζομένην και πολλά καμών και εξοδεύσας δια θεραπείαν της, επειδή δεν ηδυνήθη να επιτύχη του ποθουμένου, κούων και του Αγίου τούτου τα θαύματα και το ιαματικόν αυτού μύρον, μόνον ότι επεκαλέσθη τον Άγιον εκ καρδίας, ευθύς ιατρεύθη το κοράσιόν του, δια την ευεργεσίαν δε ταύτην απέστειλε τον πνευματικόν του πατέρα Ευθύμιον με πλείστα όσα αφιερώματα και πλούτον πολύν και ωκοδόμησε την Ιεράν Μονήν. Έφερε δε ο Ευθύμιος και χρυσόβουλλον τούτου του βασιλέως δια την ιεράν ταύτην Μονήν, το οποίον σώζεται μέχρι σήμερον, αναφέρει δε το εν λόγω χρυσόβουλλον συν τοις άλλοις και δια την ανάβλυσιν του μύρου από τον Άγιον και δια το θαύμα του αστέρος, τον οποίον έβλεπεν ο Άγιος επό της πέτρας και ότι Νέα Βηθλεέμ ωνομάσθη η ιερά αύτη Μονή. Ήκμαζε δε ούτος ο βασιλεύς της Σερβίας εν έτει χιλιοστώ διακοσιοστώ εξηκοστώ τετάρτω (1264) από Χριστού, καθώς χρονολογεί το χρυσόβουλλόν του, ότε βασιλεύς του Βυζαντίου ήτο Μιχαήλ Η΄ ο αζυμίτης και λατινόφρων ο και πρώτος των Παλαιολόγων. Ας είπωμεν τώρα και εν εκ των θαυμάτων του Αγίου, τα οποία ετέλεσε μετά τον θάνατόν του και έπειτα να κάμωμεν τέλος εις τον λόγον μας. Εώρταζον κατ΄ έτος οι Πατέρες της Μονής την μνήμην του Οσίου εν τη Μονή. Αλλ’ επειδή τα ζιζάνια δεν λείπουν από τον σίτον, εις μεταξύ των Πατέρων της Μονής δεν ήθελε να συνεορτάση μετά των άλλων αδελφών την ετήσιον εορτήν του Αγίου. Αλλά καταλιπών έφευγεν από την Εκκλησίαν και από την ιεράν εκείνην Ακολουθίαν, την οποίαν έψαλλον οι Πατέρες ολονύκτιον αγρυπνούντες και εκοιμάτο εις το κελλίον του. Ουχί δε μόνον τούτο εποίει καταφρονών την θείαν δόξαν και αγιότητα του Αγίου, αλλά και λόγια βλάσφημα και σιχαμερά εξέμει από την δυσώδη κοιλίαν του κατά του Οσίου ο ανόσιος, κολασμένον και πλάνων αποκαλών αυτόν. Όθεν φαίνεται ο Άγιος εις τον ύπνον του κατ’ αυτήν την νύκτα της εορτής, ότε οι Πατέρες όλοι ηγρύπνουν εις την Εκκλησίαν, εφάνη δε όλος αστραπηφόρος και με δεδοξασμένον το πρόσωπον, έχων μεθ’ εαυτού και δύο εκ των πρώτων εκείνων ηγιασμένων μαθητών του. Και πλήρης θυμού και αγανακτήσεως κατά του βλασφήμου λέγει προς αυτόν· «Δεν σοι αρέσει, ω μιαρέ; Δεδόξασται το δεδοξασμένον». Και νεύων προς τους μαθητάς του ο Όσιος λέγει· «Βάλετε κάτω αυτόν τον βλάσφημον». Βάλλοντες δε υτόν κάτω, εφάνη εις αυτόν ότι έδειρεν αυτόν ο Άγιος δια της ράβδου, την οποίαν εκράτει, εις τους πόδας, από δε των πόνων και τον άμετρον φόβον εξυπνήσας ησθάνετο πονών τους πόδας. Τότε όλος έντρομος τρέχει εις την Εκκλησίαν και πίπτων κατά γης βάλλει μετάνοιαν εις τον Ηγούμενον όλος ηλλοιωμένος και κραυγάζων· «Συγχωρήσατέ μοι, Πατέρες και αδελφοί· τώρα είδον με τα όμματα της ψυχής μου ότι όντως ο Θεός μεγάλως εδόξασε τον Όσιον Πατέρα ημών Σίμωνα. Τώρα και πιστεύω και προσκυνώ αυτόν, ως ισάξιον και ομότιμον με τους παλαιούς μεγάλους Αγίους Αντώνιον, Ευθύμιον, Σάββαν και τους λοιπούς. Ευχαριστώ σοι, Άγιε του Θεού, ότι με ελύτρωσες από την δαιμονιώδη πλάνην μου, τον ταλαίπωρον». Ταύτα δε βοών μετά δακρύων διηγήθη εν μέσω της Εκκλησίας την φοβεράν εκείνην δόξαν του Αγίου και τα υπόλοιπα κατά πλάτος και πάντες εδόξαζον τον Θεόν και τον αυτού θεράποντα Όσιον Σίμωνα, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανών Βασιλείας. Αμήν.