Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Η Αγία ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Τη αυτή ημέρα η , θηρίοις δοθείσα και μηδέν βλαβείσα, εν ειρήνη τελειούται. 

                                                                                                                  
Βασίλισσα η Αγία διεβλήθη ως Χριστιανή όταν ο Αλέξανδρος ήτο ηγεμών εις την Νικομήδειαν και εκινείτο διωγμός κατά των Χριστιανών. Παρεστάθη όθεν έμπροσθεν του Αλεξάνδρου· ερωτηθείσα δε και παρρησία ειπούσα, ότι είναι ευσεβής, δέρεται εις το πρόσωπον· και επειδή δερομένη ηυχαρίστει τον Θεόν, δια τούτο γυμνώνεται και δέρεται με ραβδία· επειδή δε περισσότερον η Αγία ηυχαρίστει τον Κύριον, εθυμώθη ο ηγεμών περισσότερον, και προστάσσει να απλώσουν την Μάρτυρα και τόσον πολύν την έδειραν, ώστε έγινεν ως να ήτο μία πληγή όλον το σώμα της· έπειτα απέσπασαν το κάτωθι των ποδών της δέρμα. Επειδή δε εις την βάσανον ταύτην ευρισκομένη εφώναζεν η Αγία· «Ο Θεός μου, ευχαριστώ σοι», δια τούτο κατά προσταγήν του ηγεμόνος τρυπώνται οι αστράγαλοι τής Μάρτυρος και βάλλονται εις αυτούς περόναι σιδηραί· από δε τας περόνας δένονται αλυσίδες, και από τας αλυσίδας κρεμάται η Αγία με την κεφαλήν προς τα κάτω· κάτωθεν δε καπνίζεται η μακαρία με βρωμερόν καπνόν θείου, πίσσης, ασφάλτου (η οποία είναι ομοία με το θείον) και μολύβδου, με σκοπόν, ίνα, τον καπνόν μη υποφέρουσα, αποθάνη ταχέως η του Κυρίου αθλήτρια· αλλ’ όμως η Αγία υπομένουσα την βάσανον ταύτην με χαράν, ως να ευρίσκετο εις τρυφήν και ανάπαυσιν του Παραδείσου, τόσον προθύμως ηυχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν περισσότερον. Βλέπων λοιπόν ο ηγεμών, ότι θεωρεί ως παίγνιον τας τιμωρίας, προστάσσει να αναφθή μία κάμινος και να ριφθή μέσα εις αυτήν· η δε Μάρτυς του Χριστού σφραγίσασα τον εαυτόν της με το σημείον του Σταυρού, εισήλθε μέσα εις την κάμινον, και εστάθη ώρας πολλάς, χωρίς να δοκιμάση καμμίαν βλάβην, ώστε εκ του μεγάλου θαύματος τούτου εξεπλάγησαν άπαντες· μετ΄ταύτα προσέταξεν ο ηγεμών να εκβάλουν την Αγίαν από την κάμινον και να απολύσουν εναντίον της δύο τεραστίους λέοντας· η δε Αγία προσευχομένη έμεινεν εκ τούτων αβλαβής· όθεν ο ηγεμών Αλέξανδρος βλέπων ταύτα πάντα και κατανυγείς την ψυχήν, έπεσεν εις τους πόδας της Αγίας λέγων· «Ελέησόν με, δούλη του επουρανίου Βασιλέως, και συγχώρησόν μοι δια τας βασάνους τας οποίας σοι προυξένησα και κάμε και εμέ συστρατιώτην του ιδικού σου βασιλέως, επειδή, καθώς λέγεις, αυτός δέχεται τους αμαρτωλούς». Τότε η Αγία ευχαριστήσασα τον Παντοδύναμον Θεόν, κατήχησε τον ηγεμόνα· και παρουσιάσασα αυτόν εις την Εκκλησίαν προς τον Επίσκοπον της Νικομηδείας Αντώνιον, εβάπτισεν αυτόν. Μετά δε το βάπτισμα πάλιν προσέπεσεν ο ηγεμών εις την Αγίαν, παρακαλών και λέγων εις αυτήν· «Δούλη του αληθινού Θεού, εύξαι υπέρ εμού, ίνα λάβω συγχώρησιν δια τα κακά, τα οποία έπραξα εναντίον σου, και ίνα τελειώσω την ζωήν μου με καλήν ομολογίαν της πίστεως». Τότε λοιπόν η Αγία προσηυχήθη δι’ αυτόν, και τοιουτοτρόπως ο ηγεμών ευθύς παρέδωκε την ψυχήν του, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν· η δε αγία Βασίλισσα κηδεύσασα το λείψανον του ηγεμόνος μαζί με τον Επίσκοπον και ενταφιάσασα, εξήλθεν έξω της πόλεως της Νικομηδείας έως τρία σημεία τόπον, και ευρούσα μίαν πέτραν, εστάθη επάνω εις αυτήν και προσηυχήθη και ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσεν ύδωρ. Πιούσα δε η Αγία από το ύδωρ και ευχαριστήσασα τον Θεόν, επήγεν ολίγον εμπρός και είπε· «Κύριε, δέξαι το πνεύμα μου εν ειρήνη» και ούτω απήλθε προς Κύριον χαίρουσα και ευχαριστούσα· τούτο δε ως έμαθεν ο Επίσκοπος Αντώνιος εκήδευσε και ενεταφίασε το πάνσεπτον αυτής λείψανον πλησίον εις την πέτραν εκείνην, από την οποίαν ανέβλυσε το ύδωρ με την προσευχήν της Αγίας, το οποίον τρέχει μέχρι σήμερον. 

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Ο Όσιος Θεόκτιστος ο συνασκητής του Μεγάλου Ευθυμίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΥ, συνασκητού του Μεγάλου Ευθυμίου.                                                                                                                         
Θεόκτιστος, ο Όσιος και μέγας πατήρ ημών, επειδή παιδιόθεν ηγάπησε τον Θεόν, δια τούτο αφήκε την πατρίδα και τους συγγενείς του, και μετέβη εις τους ιερούς και Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ· φθάσας δε εις την Λαύραν την επονομαζομένην Φαράν, ήτις ήτο μακράν από τα Ιεροσόλυμα εξ μίλια, εύρεν εν κελλίον, μέσα εις το οποίον κλείσας τον εαυτόν του, ανδρείως ηγωνίζετο εναντίον των παθών και δαιμόνων· τότε δε και ο μέγας Ευθύμιος αφήσας τον κόσμον ήλθε και κατώκησε μετά του Οσίου τούτου Θεοκτίστου και ησύχαζεν· ο έρως όθεν, ον είχον και οι δύο δια να αποκτήσουν τας αυτάς αρετάς, και η κοινωνία των αυτών ασκητικών αγώνων, τόσον ήνωσαν με τον δεσμόν της αγάπης τους δύο τούτους Οσίους, ώστε ο εις ευρίσκετο μέσα εις την ψυχήν του άλλου και εις όλα τα πράγματα και οι δύο είχον τα αυτά φρονήματα, και οι δύο εποίουν τα αυτά έργα. Δια τούτο και μετά την απόδοσιν της εορτής των Θεοφανείων είχον συνήθειαν και οι δύο να απέρχωνται εις την ένδον βαθυτέραν έρημον και εκεί έμενον ησυχάζοντες έως εις την εορτήν των Βαϊων· και τότε επέστρεφον πάλιν έκαστος εις το κελλίον του. Αφού δε διήλθον ούτω επί πέντε έτη, εξήλθον και πάλιν τον πέμπτον χρόνον εις την έρημον κατά τον συνηθισμένον καιρόν, και ευρόντες μέγα σπήλαιον κατά τον βορεινόν κρημνόν τού εκείσε ευρισκομένου Ξηροποτάμου, έκαμαν εκεί την κατοικίαν των· και εις πολύ διάστημα καιρού έζων μόνον με αγρίας βοτάνας, έως ου η αρετή των και άσκησις κατέστησαν αυτούς φανερούς εις τους ανθρώπους· όθεν και παρεκινήθησαν τινές και έφερον εις αυτούς τας αναγκαίας τροφάς. Επειδή δε προσέτρεξαν πολλοί αδελφοί από διαφόρους τόπους και επεθύμουν να ζήσουν ομού με τους Οσίους, τούτου ένεκα έγινεν εκεί Κοινόβιον, του οποίου ήτο προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος έως τέλους της ζωής του. Όθεν και έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς ανθρώπους, τόσον με την πειθώ των γλυκυτάτων λόγων του, όσον και με τον καθαρόν και ασκητικόν βίον του· ο δε Άγιος Ευθύμιος ησύχαζεν εις εν κελλίον, το οποίον ήτο πλίγον μακράν από το Κοινόβιον του Θεοκτίστου· πλησίον δε εις το κελλίον έκτισε και ο θείος Ευθύμιος μεγάλην Λαύραν· και όσοι ήρχοντο εις αυτόν δια να γίνουν Μοναχοί, τους έστελλεν εις το Κοινόβιον του μεγάλου Θεοκτίστου, καθώς ύστερα από πολλούς χρόνους έστειλεν εις αυτό και τον Όσιον και Ηγιασμένον Σάββαν, όστις προσελθών εις τον Ευθύμιον παρεκάλει αυτόν να τον δεχθή· έστειλε δε τούτον ο Ευθύμιος εις τον μέγαν Θεόκτιστον, διότι ο Σάββας ήτο ακόμη νέος και αγένειος· όθεν τον διώρισε να ζη εις την υποταγήν του Θεοκτίστου και να μανθάνη παρ’ αυτού τα της μοναδικής φιλοσοφίας μαθήματα. Εγένετο όθεν και ο Άγιος ούτος Θεόκτιστος μέγας και ονομαστός ες όλους, καθώς εγένετο μέγας και ο Άγιος Ευθύμιος, και εδείχθη εις τους ανθρώπους τύπος και κανών πάσης αρετής· φθάσας δε εις βαθύ γήρας, και πλήρης ημερών γενόμενος, έπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν, από την οποίαν απήλθεν προς Κύριον· εκηδεύθη δε και ετάφη οσίως το όσιον αυτού λείψανον από χείρας Οσίων, δηλαδή τόσον του μεγάλου Ευθυμίου, όστις τότε ήτο ενενήκοντα ετών, όσον και του εν Αγίοις Πατριάρχου Ιεροσολύμων Αναστασίου, κατά την τρίτην του παρόντος μηνός εν έτει υνα΄ (451). 

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

O Αγιος Ιερομάρτυς Άνθιμος Επίσκοπος Νικομηδείας

Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΝΘΙΜΟΥ Επισκόπου Νικομηδείας.                                                                                                                    

Άνθιμος ο Μάρτυς και Επίσκοπος εγεννήθη εις την περίφημον πόλιν της Νικομηδείας, από ευσεβών και ευγενών κλάδων αναβλαστήσας, καλούς δε και αυτός προσενέγκας καρπούς, ευωδίαζε πάσαν την Εκκλησίαν ως εύοσμον άνθος, διότι ευθύς μεν ως την πρώτην ηλικίαν των νηπίων παρήλθεν, ήνθιζον εις αυτόν πάσα θεία χάρις και ήθη χρηστά, αλλά και ως παιδίον ήτο δια πολλής συνέσεως κατηρτισμένος. Ότε δε πάλιν έφθασε και εις την ανδρικήν ηλικίαν, τας των ανδρών αρετάς επεμελείτο και εκυριάρχει της γαστρός, εκράτει του θυμού και των σαρκικών επιθυμιών και την κοσμικήν φαντασίαν απεστρέφετο, αλλά και την μητέρα των αρετών, την αγάπην, φιλοπόνως ειργάζετο, άπας δε ο καιρός του ήτο ασχολία προσευχής και τήρησις των θείων εντολών, ώστε καθ’ όλον τον βίον αυτού, απέχων από πάσαν ματαίαν διασκέδασιν, εντελώς ειργάζετο την αρετήν. Δια τοσαύτης δε ταπεινοφροσύνης ήτο κεκοσμημένος, ώστε, όταν έβλεπον αυτόν οι φιλάρετοι άνδρες, κατενύγοντο αι ψυχαί αυτών και επεμελούντο και αυτοί την πρόοδον της αρετής. Επειδή όθεν έζη ούτω και είχε την ιδίαν αυτού αρετήν ως πολυφωνότατον κήρυκα, δεν ήτο δυνατόν να κρύπτηται και να διαφεύγη της προσοχής των ανθρώπων· δια τούτο και επί τον υψηλόν βαθμόν της Ιερωσύνης ανήγαγον αυτόν και ύμνει εν Πρεσβυτέρων καθέδρα τον Κύριον και ηυλόγει τον Θεόν. Δεν ήλθεν όμως αμέσως εις τον της Ιερωσύνης βαθμόν, ούτε απ’ αρχής του βίου αυτού προεμελέτα αυτήν, αλλ’ αφ’ ου πρότερον εις πολλούς ενδιέπρεψε βαθμούς και ετίμησεν αυτούς αξίως με πάσαν αρετήν, υπό πάντων δε τούτων εμαρτυρήθη ότι ήτο άξιος του βαθμού της Ιερωσύνης και ούτω του μεγάλου τούτου αξιώματος επέβη. Δεν επεδίωξε δε την τιμήν, ουδέ ήρπασεν αυτήν, αλλ’ υπ’ εκείνης μάλλον κατελήφθη, αν και σφόδρα απεμακρύνετο απ’ αυτής δια το μέγεθος της ταπεινώσεως αυτού. Ότε δε μετέστη εις Κύριον ο τότε Επίσκοπος Νικομηδείας Κύριλλος, εχήρευε δε ποιμένος η Εκκλησία και την ερημίαν της επένθει πικρώς και εθρήνει την συμφοράν της, τότε οι πρόκριτοι των Νικομηδέων μετά του Εκκλησιαστικού Κλήρου απεφάσισαν ομοφώνως, όπως αναδείξωσιν Επίσκοπον αυτών τον ιερώτατον Άνθιμον. Εισελθόντες όθεν εις την Εκκλησίαν εδέοντο θερμώς εις τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτούς, εάν τούτο αρέσκη και εις Αυτόν και εάν θα έχωσιν επιμαρτυρούσαν την άνωθεν ψήφον. Ευθύς δε μέγ και θαυμαστόν φως περιήστραψε πάντας, φωνή δε θεία ηκούσθη προσμαρτυρούσα υπέρ του Ανθίμου και επικυρούσα την ψήφον αυτών, προτρέπουσα έτι αυτούς, ίνα φέρωσιν εις πέρας το ταχύτερον την απόφασιν ταύτην. Εκ Θεού όθεν εκλεγείς ο θείος Άνθιμος ανέλαβε τους οίακας της Εκκλησίας και απέλαβεν ο θρόνος τον άξιον και καλόν ποιμένα, όστις αυτόν κατεκόσμησεν, η δε Εκκλησία, αποθέσασα την λύπην και κατήφειαν, εστολίσθη με την ευπρέπειαν και λαμπρότητα, επιτυχούσα κατά τον Απόστολον Παύλον τον ανεπίληπτον και σοφόν επιστάτην. Ο δε Άνθιμος, ως αγαθός κυβερνήτης, όλην την προσοχήν αυτού επέστησε προς τούτον μόνον τον σκοπόν, όπως τον χαλεπόν της ασεβείας κλύδωνα καταπραϋνη και τας ψυχάς των συμπλεόντων εις τον λιμένα του Θεού καθορμήση. Ταύτα είδεν ο Ίνδης εκείνος μετά της Δόμνης, οίτινες ήσαν θαυμαστοί και αξιέπαινοι, διότι αυτοί μεν τον βασιλέα και τα περί τον βασιλέα πάντα κατέλιπον και παρέλαβον την ευσέβειαν, αμφότεροι τον κοινόν Βασιλέα πλουτήσαντες. Αλλ’ ουδέ ο Γλυκέριος και ο Θεόφιλος έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, ένεκα της διδαχής του Αγίου, ικανή δε απόδειξις είναι ότι και ούτοι τον υπέρ Χριστού θάνατον έλαβον, αλλά και πολλοί άλλοι δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, ένεκα της σπουδής του Αγίου, διότι και ούτοι πάντες υπέρ Χριστού δια πυρός ετελειώθησαν. Ούτω θεοφιλώς του Αγίου πορευομένου, εγείρεται αίφνης χειμών χαλεπώτατος και επειδή η καταιγίς ενέπεσε σφοδροτέρα παρά ποτέ, πάντας τους Χριστιανούς κατέδυσε. Διότι επστρέψας ο Μαξιμιανός νικητής από του κατά των Αιθιόπων πολέμου εν έτει 306, διέταξεν ευθύς πάντας κοινώς όπως συναχθώσιν εις Νικομήδειαν, δια να θυσιάσωσιν εις τους θεούς του. Εκηρύχθη όθεν τότε εκείνος ο βαρύτατος και μέγιστος διωγμός των Χριστιανών, όστις επροχώρει καθημέραν καθ’ άπασαν την γην. Όθεν άλλοι μεν των Χριστιανών έφευγον εις τα όρη και σπήλαια, άλλοι παντοιοτρόπως δε εθανατώνοντο, και αι μεν Ιεραί Μοναί ηρημούντο, των δε Παρθένων τα Ησυχαστήρια παντελώς κατηδαφίζοντο. Τότε οι δήμιοι ως άγρια θηρία ήρπασαν και μίαν Παρθένον υπέρλαμπρον ψυχή τε και σώματι, ονόματι Θεοφίλην, καθώς ήτο και εις την πράξιν, την οποίαν ωδήγησαν βιαίως εις το εργαστήριον τής ύβρεως. Αύτη δε η μακαρία, βλέπουσα προς τον ουρανόν, εβόησε μετά δακρύων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο έρως, το φως μου και ο φύλαξ της ζωής μου, ίδε την νυμφευθείσαν σοι, Νυμφίε μου άμωμε, και λύτρωσαί με από των θηρίων τούτων, φύλαξόν δε την παρθενίαν μου άσπιλον εις δόξαν και αίνον του παντοδυνάμου σου ονόματος». Ανεγίνωσκε δε το Ιερόν Ευαγγέλιον. Εις δε εκ των ασεβών εισήλθεν εις τον οίκον, ίνα πράξη την επιθυμίαν αυτού και ευθύς τρέμων απέθανεν. Ακολούθως εισήλθεν άλλος και είδε φως ανείκαστον και εκ της λαμπρότητος του φωτός έμεινε τυφλός. Τούτο δε έπαθον και άλλοι πολλοί· όσοι όμως εισήλθον με σωφροσύνην εις τον οίκον, είδον ωραίον και υπέρλαμπρον Άγγελον, ιστάμενον εκ δεξιών αυτής, και εγένοντο έντρομοι, ιδόντες τοιούτο παράδοξον θαύμα, εξελθόντες δε εβόησαν· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε θείος Άγγελος λαβών την Παρθένον εκ της αισχράς εκείνης οικίας αμόλυντον εξήλθε μετ’ αυτής πορευόμενος και την ωδήγησεν εις την Εκκλησίαν των πιστών, ειπών προς αυτήν· «Ειρήνη σοι». Η δε εκθαμβουμένη και χαίρουσα έκρουσε την θύραν και εισήλθεν εις την Εκκλησίαν. Εκείνην δε την νύκτα ο Ιεράρχης Άνθιμος μεθ’ όλων των Χριστιανών εώρταζε τα Γενέθλια του Χριστού εν τη Εκκλησία· ιδόντες δε ούτοι ανελπίστως την Θεοφίλην εθαύμαζον. Αύτη δε και οι εκ ταύτης πιστεύσαντες διηγήθησαν πάντα όσα ο Παντοδύναμος Θεός ετέλεσε θαυμασίως, δοξάζοντες και ευχαριστούντες Αυτόν. Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός διέταξε ν’ αναφθώσιν ευθύς ξύλα πέριξ της Εκκλησίας, ίνα κατακαώσιν οι εν τη Εκκλησία Χριστιανοί. Όπερ εννοήσας ο θείος Ιεράρχης Άνθιμος και θείας Χάριτος εμπλησθείς, εστάθη εις το κέρας του θυσιαστηρίου λέγων· «Ενθυμήθητε, αδελφοί μου φιλόχριστοι και τέκνα εν Κυρίω, ποσάκις εξιστάμεθα θαυμασίως δια την ανδρείαν των Αγίων Τριών Παίδων και δια την ευσέβειαν αυτών, οίτινες και εν μέσω της φλογός ιστάμενοι προσεκάλουν την κτίσιν άπασαν προς υμνωδίαν του Κτίστου. Ας γίνωμεν όθεν και ημείς συγκοινωνοί της δόξης αυτών· εκείνοι μεν ήσαν Τρεις και ουδέ είχον άλλων προτέρων υπόδειγμα, ημείς δε, τοσούτον πλήθος όντες και έχοντες όχι μόνον εκείνους, αλλά και τον Κύριον της δόξης τον επί ξύλου κρεμασθέντα δια την σωτηρίαν ημών, πως και ημείς εκ τούτου να μη γινώμεθα συγκοινωνοί εις το Άγιον Αυτού Πάθος; Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός σωτηρίας· αποθώμεθα λοιπόν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός, όπως αξιωθώμεν της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα ειπών ο αείμνηστος Άνθιμος και συναγωνιζόμενος μετ’ αυτών βαπτίζει τους κατηχουμένους και την θείαν λειτουργίαν επιτελέσας μετέδωκεν εις άπαντας τα Θεία και Άχραντα Μυστήρια, ανήφθησαν δε εν τω μεταξύ έξωθεν τα φρύγαν, οι δε Άγιοι έσωθεν έψαλλον την υμνωδίαν των Αγίων Τριών Παίδων, πάσαν την κτίσιν προς υμνωδίαν Θεού και δοξολογίαν επικαλούμενοι και ούτω κατεκάησαν άπαντες οι ευρεθέντες Χριστιανοί εν τη Εκκλησία, οίτινες ήσαν τον αριθμόν είκοσι χιλιάδες. Ο δε Άγιος Άνθιμος δεν εκάη, αλλά διεφυλάχθη αβλαβής εκ θείας Χάριτος, ίνα και άλλους ωφελήση εκ της διδασκαλίας υτού, βαπτίση δε και προσφέρη αυτούς σεσωσμένους εις τον Χριστόν. Όθεν ανεχώρησεν εις τινα κωμόπολιν, ίνα φροντίση περί του λοιπού ποιμνίου του ως καλός ποιμήν, τον λόγον της αληθείας σπείρων και το τάλαντον της πίστεως πολλαπλασιάζων, επιστρέφων πολλούς εις θεογνωσίαν και επιστηρίζων εις την ευσέβειαν. Αλλά και οι περί τον Μαρδόνιον και Μυγδόνιον και Πέτρον και τον καρτερικώτατον Ζήνωνα δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, διότι βλέποντες και ούτοι την σπουδήν του Ιεράρχου και αυτοί τον ίδιον προς Χριστόν επέδειξαν πόθον μη ανεχόμενοι να υπολειφθώσι της ίσης μαρτυρίας. Τοσαύτη επίδοσις της ευσεβείας υπό του θαυμαστού Ανθίμου εις πολλούς εγένετο. Όθεν η αρετή και ενταύθα φανερόν ποιεί το της ευσεβείας άνθος Άνθιμον. Και πάλιν καταμηνύεται εις τον βασιλέα ο τότε μεν εν Ιερεύσι μέγας, μετά μικρόν δε και μεταξύ των Μαρτύρων τοιούτος. Τότε ο Μαξιμιανός πέμπει είκοσιν εφίππους στρατιώτας, ίνα συλλάβωσιν αυτόν και φέρωσιν ενώπιόν του. Οι δε ιππείς οι πεμφθέντες εις Σημάνην, τούτο ήτο το όνομα της κωμοπόλεως, ευρίσκουσιν εκεί τον Άγιον και ουδόλως γνωρίζοντες αυτόν, ηρώτων τον ίδιον Άνθιμον περί του Ανθίμου, τις είναι ούτος και εις ποίον μέρος της κωμοπόλεως κατοικεί. Ο δε αγαθός, φιλόξενος και φιλαλήθης πατήρ, πρώτον μεν τους εφιλοξένησε και παρέθηκεν εις αυτούς δείπνον, άρτον και κυάμους (κουκκιά), αφού δε ως ηδυνήθη εφιλοξένησεν αυτούς, είτα λέγει εις αυτούς, ότι ο ίδιος είναι ο Άνθιμος, όπερ εκείνοι ακούσαντες έμειναν εκστατικοί και ουδόλως ηδύναντο να αντικρύσωσιν εις την πολιάν του καφαλήν, αναλογιζόμενοι βαθέως αφ’ ενός μεν την τράπεζαν, τον δείπνον και την φιλοξενίαν, αφ’ ετέρου δε προς ποίον σκοπόν επέμφθησαν και προς ποίον σκοπόν μέλλουσι να φέρουσι αυτόν ενώπιον του Μαξιμιανού, εξ άπαντος προς σκοπόν κάκιστον και προς ομολογουμένην τιμωρίαν. Ως εκ τούτου περισσότερον ελύπει τούτο τας ψυχάς αυτών και εξ εντροπής δεν ηδύναντο ν’ ατενίσωσι προς τον Άνθιμον, επειδή και αψευδή μηνυτήν του σεβασμίου ανδρός, ον εζήτουν, εκ του στόματος αυτού ήκουσαν και παρά της του ιδίου γλώσσης μανθάνοντες, ότι αυτός είναι ο Άνθιμος, εθαύμαζον ως εκ τούτου την φιλαλήθειαν του πατρός, και άφησαν αυτόν εκουσίως, προέτρεπον δε μάλιστα αυτόν να φύγη εκείθεν. Διότι εγνώριζον, ότι ουδέν καλόν θα απολαύση όταν παρουσιασθή εις τον Μαξιμιανόν· όθεν είπον· «Εις ημάς αρκεί εις απολογίαν να είπωμεν, ότι καθ’ όλην την Νικομήδειαν τον εζητήσαμεν, αλλά δεν ηδυνήθημεν να εύρωμεν αυτόν». Ο δε ιερός Άνθιμος, δια παντός μελετών τας εντολάς του Θεού, διδάσκων και προτρέπων τους πάντας να λέγωσι την αλήθειαν εν τη καρδία, ούτε δια των χειλέων αυτών να ψευσθώσι δι’ αυτόν ηνείχετο, άλλως τε και τον υπέρ Χριστού θάνατον διψών, ανεχώρησε μετ’ αυτών εκείθεν· βαδίζων δε εν τη οδώ τους έδωκε πολλάς ευσεβείς παραινέσεις και διηγήθη εις αυτούς περί των μελλόντων αγαθών, πάντα δε ασεβή λογισμόν αυτών εξωμάλυνε και αφού παρεσκεύασε την ψυχήν αυτών προς αποδοχήν των θείων επαγγελιών του Ιερού Ευαγγελίου, αναγινώσκει τας θείας ευχάς, ελθόντες δε είτα εις ποταμόν τινα διερχόμενον δια της οδού βαπτίζει αυτούς, και εξακολουθούσι πάλιν την οδοιπορίαν αυτών, έως ου ήλθον εις την πόλιν. Εισελθών δε ο Άγιος εις το τυραννικόν βήμα, είχε μεν τας χείρας οπίσω δεδεμένας κατά διαταγήν βασιλικήν, εις ουρανούς δε την διάνοιαν ανατείνων, επεκαλείτο την εξ ύψους βοήθειαν. Ο δε βασιλεύς θέλων να επιδείξη εις τον μακάριον Άνθιμον και από ψιλής θέας το πικρόν της δοκιμής των βασάνων, κατά πρώτον μαλακώτερον συμπεριεφέρθη εις αυτόν, εκθέσας δημοσία πρότερον τα των κολαστηρίων όργανα, έπειτα δε καλέσας αυτόν είπε· «Συ είσαι ο λεγόμενος Άνθιμος, ο εις την πίστιν του Χριστού πλανηθείς, όστις ως απλούς και ευκολόπιστος άνθρωπος απατηθείς, εκτοξεύεις μυρίας ύβρεις κατά των ημετέρων θεών»; Ο δε γενναίος του Χριστού αθλητής και δια τα προκείμενα των κολαστηρίων όργανα και δια τους λόγους του τυράννου εξ ίσου γελάσας, είπε· «Γνώριζε, ω βασιλεύ, ότι ουδέ καν ήθελον σοι αποκριθώ προς ταύτα, εάν μη με έπειθεν ο ιερός διδάσκαλος Παύλος διδάσκων: «Ετοίμους ημάς είναι παντί τω αιτούντι λόγον διδόναι. Επηγγείλατο γαρ ημίν ο Θεός στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι ημίν», ότι εγώ και πρότερον καλώς γνωρίζων την πολλήν σου παχύτητα της περί τα είδωλα πλάνης, τώρα σε και τους ιδικούς σου, ως λέγεις, θεούς θα αποδείξω φανερώτατα αναισθήτους, διότι ήλπισας να προσηλυτήσης εμέ και να με αποστήσης από του Δημιουργού των απάντων, όστις και σε το αχάριστον πλάσμα ετίμησε δια της εαυτού εικόνος. Αλλά διατί με παρέστησας δεσμώτην εις το βήμα τούτο και τα των βασάνων παρέταξες όργανα; Ελπίζεις ότι δια τούτων θέλεις με καταπείσει ή ότι δι’ αυτών θέλεις με καταπλήξει; Εις άλλους τινάς των αγενεστάτων πρόσφερε ταύτα, εις τους οποίους ο παρών βίος είναι ηδονή και το να στερηθώσι τούτου είναι η μεγίστη των τιμωριών. Εις εμέ δε και αυτό το πήλινον σώμα είναι παντός δεσμωτηρίου χαλεπώτερον, διότι εμποδίζει την ψυχήν μου να διαβή προς τον ποθούμενον Θεόν· ώστε απειλαί, τιμωρίαι και βάσανοι είναι ποθεινότεραι εις εμέ από πάσαν διατριβήν και ζωήν, των οποίων κατόπιν επακολουθεί ο θάνατος, όστις απολύων με των δεσμών της σαρκός θα με οδηγήση προς τα ποθούμενα». Ταύτα του μεγάλου κατά την αρχιερωσύνην και έτι μεγαλυτέρου κατά την άθλησιν απολογησαμένου, ο βασιλεύς είπεν· «Ταύτα είναι μακρά φλυαρία, θα ίδης δε μετ’ ολίγον». Ευθύς τότε προστάσσει να κτυπώσιν αυτών δια λίθων, ο δε γενναίος Άνθιμος, επειδή απ’ αρχής επόθει τον δια Χριστόν άθλον και ήλπιζεν ίνα λ΄βη εκ θείας προνοίας τον στέφανον της αθλήσεως, εκ τούτου πράως και τας παρούσας πληγάς εδέχετο. Ίνα δε λαμπροτέρα έπαθλα επιτύχη, επιχλευάζων τον τύραννον και σφοδρώς την ψυχήν αυτού κατακαίων δια της φλογός της μανίας ηρέθιζεν αυτόν εις επιπονωτέρας τιμωρίας λέγων· «Θεοί, οι οποίοι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν». Ο λόγος ούτος του Μάρτυρος αυτό τούτο το κέντρον της καρδίας του Μαξιμιανού κατεκέντησε και ευθύς διατάσσει, ίνα δια περονών πεπυρωμένων διατρυπήσωσι τους αστραγάλους αυτού. Εις δε τον Μάρτυρα η βάσανος αύτη ήτο μεγίστη ηδονή, διότι επετύγχανεν εκείνα τα οποία επόθει και απέδιδε μικράν χάριν εις τον Μαξιμιανόν ένεκα των τιμωριών, διότι τοιουτοτρόπως εδίψα ο Άνθιμος, όπως ενωθή με τον Χριστόν λέγων το προφητικόν ρητόν· «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ισχυρόν, τον ζώντα, πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου»; Ο δε Μαξιμιανός ως έχων τυραννικόν πνεύμα ενόμιζεν, ότι ένεκα της αυστηρότητος των κολάσεων θα νικήση την γενναίαν σταθερότητα του Μάρτυρος· όθεν προστάσσει να στρωθή εις το έδαφος όστρακον, είτα γυμνόν εις αυτό απλωθέντα να δέρωσι τον αθλητήν δια ράβδων σφοδρότερον του δέοντος, ίνα δια του ραβδίσματος των πληγών άνωθεν και δια των κάτωθεν εστρωμένων οστράκων αισθανθή η ψυχή αυτού διπλασίαν την οδύνην. Ο δε Άνθιμος ούτε δια της βασάνου ταύτης απηλπίσθη δια την νίκην, αλλ’ εδέετο του Κυρίου λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Βασιλεύ των αιώνων, ότι περιέζωσάς με δύνμιν εξ ύψους, και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον, και τους μισούντας με εξωλόθρευσας, και συνεπόδισας πάντας τους επανισταμένους επ’ εμέ υποκάτω μου». Ο δε Μαξιμιανός επινοεί πάλιν και έτερα κολαστήρια και προστάσσει να καύσωσι χαλκάς περικνημίδας και να υποδήσωσι δι’ αυτών τον Μάρτυρα. Εν ω δε χρόνω οι μακάριοι εκείνοι πόδες υπέμενον την σφοδροτάτην ταύτην και εις οδύνην αφόρητον βάσανον των πεπυρωμένων περικνημίδων, θεία τις Χάρις επέρχεται άνωθεν εις τον γενναίον Μάρτυρα και φωνή ηκούσθη επί μάλλον ενισχύουσα αυτόν και μεγάλα υποσχομένη βραβεία, ήτις έλεγεν· «Εντός ολίγου δια λαμπρώς ακτινοβολούντος στεφ΄νου εξ ανθέων αθλοφορείς». Η δε φωνή αύτη μεταβάλλει ευθύς προς το ευθυμότερον την ψυχήν αυτού και φαιδρότερον το πρόσωπον αυτού απεργάζεται, μειδίαμα δε χαριέστατον εις τα χείλη αυτού επιφαίνεται, δια του οποίου η εσωτερική γαλήνη της καρδίας του εμαρτυρείτο. Βλέπων ταύτα ο Μαξιμιανός εξεπλήττετο, καθώς ήτο επόμενον, και εθαύμαζε ταύτα· αλλ’ εκ της απιστίας αυτού ωνόμαζε γοητείαν τα γινόμενα και ηρώτα να μάθη την αιτίαν. Ο δε δίκαιος είπεν· «Ω βασιλεύ, τα παρόντα θαυμάσια, τα οποία βλέπεις, προοίμια μόνον καλά είναι και αψευδής των μελλόντων επαγγελία, εντός ολίγου δε θα αισθανθής, ότι μάτην κομπάζεις και εκείνους τους οποίους ονομάζεις θεούς θα αποδείξω πολύ ασθενεστέρους της ανθρωπίνης δυνάμεως, ώστε να μεταμεληθής δια την πείραν των βασάνων, την οποίαν επιδεικνύεις εις εμέ». Ένεκα τούτων οργισθείς ο βασιλεύς προστάσσει να δέσωσι τον Μάρτυρα επάνω εις τροχόν και να συστρέφωσιν αυτόν συνεχώς, ομού δε με τον τροχόν να κατακαίωσι δια λαμπάδων και πυρός τας σάρκας αυτού και ούτω να διαλύωνται. Το πρόσταγμα τούτο του Μαξιμιανού ευθύς έργον εγένετο, και κρατούντες οι δήμιοι τας λαμπάδας εις τας χείρας αυτών επλησίασαν το πυρ εις τον τροχόν, πυρ πνέοντες, πυρ βλέποντες, πυρ φέροντες· αι δε ψυχαί αυτών ούσαι θερμότεραι τού εις τας χείρας αυτών πυρός επεθύμουν να μεταβάλουν όλως εις φλόγα τον Αθλητήν. Αλλ’ ω της θαυμαστής περί τον άνδρα, Χριστέ, δυνάμεώς σου! Εστάθη μεν ευθύς εκ της κινήσεως ο τροχός, των δε δημίων κατά γης πεσόντων, πίπτουσιν άμα ανεπαισθήτως από των χειρών αυτών αι λαμπάδες, καθότι αι χείρες αυτών έμειναν ως νεκραί και παράλυτοι, καταναρκωθέντων ως δια ύπνου τινός. Τούτου ένεκα ωργίσθη ο βασιλεύς και κατέκρινε τους δημίους, ως αμελείς των προσταγμάτων αυτού και ανικάνους κατά τας χείρας. Βλέπεις απιστίαν; Εκείνοι μεν ουδέ ν’ αναλάβωσι δύνανται, ούτε είναι ικανοί να μεταχειρισθώσι τας χείρας αυτών. Ο δε τύραννος, αγνοών ότι θεία δύναμις έσβεσε την δύναμιν αυτών, εφαντάζετο ότι η οκνηρία ήτο η αιτία· τούτου ένεκεν έλεγεν· «Πως, αφού μετά πάσης τόλμης ήλθατε, ήδη τόση οκνηρία σάς κατέλαβεν; Αυτόν λοιπόν προετιμήσατε από του ιδικού μου προστάγματος, ώστε τα μεν επιταχθέντα να εγκαταλείψητε ημιτελή, εις το έδαφος δε κατεκλίθητε δια να ευχαριστηθήτε, καταβληθέντες δήθεν εκ του κόπου και θέλοντες δήθεν να αναπαυθήτε»; Οι δε δήμιοι αποκριθέντες είπον· «Ω βασιλεύ, ούτε βραδείς περί τας ιδικάς σου πράξεις είμεθα, ούτε ήλθομεν εις τοιαύτην τόλμην, ούτε υπό οκνηρίας κατελήφθημεν, ούτε από του πολλού κόπου απέκαμον αι χείρες ημών· αλλά φοβερά τις όψις εμφανισθείσα εις ημάς παρέλυσε τας χείρας ημών και όλως εκλελυμένοι και εις μεγίστην ατονίαν ευρισκόμεθα. Διότι τρεις άνδρες λαμπροί μεν την θέαν, λευκοί δε την περιβολήν, αλλά φοβεροί εις το είδος μετά πικρού και αγρίου βλέμματος εμφανισθέντες εις ημάς και το πυρ τών υπό των χειρών ημών κρατουμένων λαμπάδων εναντίον ημών στρέψαντες, ευθύς διέταξαν να απομακρυνθώμεν από του Ανθίμου, με φαιδροτέραν δε φωνήν εκάλουν αυτόν θεράποντα Θεού. Ούτω κατανικώντες φέρουσιν ημάς εις τοιαύτην ως βλέπεις κατάστασιν». Εν όσω δε ούτοι έλεγον ταύτα μεταξύ των, ο δε τροχός δεν συνεστρέφετο, ο Μάρτυς θερμοτέραν προσέφερε την ευχαριστίαν εις τον Θεόν και περισσοτέρας εκείθεν απήλαυσε χρηστότητος. Ο Μαξιμιανός δε θέλων να αποδείξη, ότι τούτο συνέβη εξ αμελείας των δημίων και ουχί εκ της μαρτυρικής εκείνης προς τον Θεόν παρρησίας, ηπείλει αυτόν με τον δια ξίφους θάνατον, εάν δεν θυσιάση εις τους θεούς. Ο δε θείος Άνθιμος την απειλήν μετά μεγαλυτέρας ευχαριστίας υπεδέχετο, εν όλη καρδία του Θεού δεόμενος, όπως καταξιωθή εις τον χορόν των Δισμυρίων Μαρτύρων, άμα δε εσεμνύνετο να λέγη· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός» και καθεξής. Ο δε Μαξιμιανός, επειδή έβλεπεν, ότι το τέλος τού Ανθίμου θα αποβή μάλλον κατά την ευχήν αυτού, είπε· «Γνωρίζω το λίαν δοξομανές και φιλότιμον υμών των Χριστιανών και ότι δια την αντιμισθίαν του τολμήματος, το οποίον πράττετε και δια να τύχητε του ονόματος, το οποίον επιθυμείτε, προτιμάτε και αυτό το έσχατον απάντων των κακών, τον βίαιον θάνατον· αλλά συ ουδέν θα επιτύχης ή αφού πρότερον σε περιβάλω δια πολλών τιμωριών, έπειτα και του παρόντος φωτός θα σε στερήσω, διότι δεν σου αξίζει να απολαμβάνης τοιαύτης ηδονής και τοιούτων μεγάλων αγαθών». Ο δε Μάρτυς είπεν· «Αληθώς δεν μου είναι αξία η παρούσα ηδονή ούτε το φως· όθεν τύφλωσον τους οφθαλμούς μου δια να μη βλέπω σε το αχάριστον πλάσμα». Λαβόντες δε οι κκούργοι εκείνοι τον Άγιον ωδήγουν αυτόν κατά διαταγήν του βασιλέως εις το δεσμωτήριον, αλλ’ η θεόφθογγος γλώσσα αυτού τα συνήθη και πάλιν προς τον Θεόν έψαλλε και των αλύσεων και δεσμών απαλλάσσεται. Ουδέ όμως τους άγοντας αυτόν δημίους αφήκεν αμετόχους εκ του θαύματος, αλλά πρηνείς ούτοι πεσόντες έμενον εις την γην εκ της παραδόξου ταύτης θέας καταπλαγέντες. Διότι θεία Χάρις άνωθεν επελθούσα και φως εξαστράπτουσα περιεκύκλωσε τον Μάρτυρα, τους δε οδηγούντας αυτόν δημίους μετά των σιδηρών εκείνων δεσμών, δια των οποίων εδεσμείτο ο Άγιος, ρίπτει αμέσως κατά γης ουδέν λέγοντας και ούτε να καλύψωσι τους οφθαλμούς αυτών δυνηθέντας. Ο δε Μάρτυς εγείρας αυτούς τους είπε να εξακολουθήσωσι την οδόν αυτών· και αφού εισήλθεν εις το δεσμωτήριον ο Άνθιμος χαίρων ως να εισήρχετο εις ευωχίαν, και εις τους εκεί ευρισκομένους προσέφερε τον της πίστεως άρτον, μετά μεγίστης φιλοφροσύνης δεξιωθείς αυτούς, και την ευσέβειαν διδάξας όλως εις τον Χριστόν καθοδηγεί και υιοθετεί αυτούς δια του γίου Βαπτίσματος. Ο δε Μαξιμιανός μαθών τούτο και φοβηθείς μήπως ζημιωθή εξ αιτίας αυτού άλλους πολλούς, παριστά και πάλιν τον Αθλητήν έμπροσθεν αυτού και παροτρύνει πάλιν αυτόν να θυσιάση εις τους θεούς αυτού, υπόσχεται δε και ως ανταμοιβήν της συγκαταθέσεως να τον κάμη ιερέα των ειδώλων. Ο δε θείος Άνθιμος μετά πολλής παρρησίας είπε προς αυτόν· «Εγώ και προ της υποσχέσεώς σου ταύτης είμαι Ιερεύς του πρώτου καλού ποιμένος και Αεχιερέως Χριστού του Θεού, όστις από την μεγίστην φιλανθρωπίαν αυτού και άκραν συγκατάβασιν, άϋλος και απερίληπτος ων, όχι μόνον γίνεται άνθρωπος μεταλαμβάνων της ημετέρας σαρκός, μέχρις ημών κατελθών και δι’ ημάς ταύτα πράττων, αλλά και εαυτόν προσέφερε θυσίαν υπέρ των αμαρτιών ημών, σταυρωθείς και γευσάμενος οδυνηρού θανάτου, τριήμερος αναστάς, και εις ουρανούς ανελθών, πάλιν συνανέφερεν ημάς εκείσε, οπόθεν δια την παρακοήν επεπτώκαμεν. Τούτου Ιερεύς τυγχάνω και εις τούτον προτιμώ να προσαγάγω εμαυτόν θυσίαν, τα δε υμέτερα και οι υμέτεροι λεγόμενοι θεοί άξιοι μόνον σκότους και θρήνων υπάρχουσι, μάλλον δε δια την ιδικήν σας απώλειαν και συμφοράν λοιδορητέοι». Οργισθείς δε πολύ ένεκα τούτου ο Μαξιμιανός προστάσσει να φέρωσι τον γενναίον Άνθιμον εις την οδόν του θανάτου· φέρεται όθεν ο Αθλητής, έχων εις εαυτόν ενακμάζουσαν την ηδονήν, ένεκα της επαγγελίας των μελλόντων αγαθών, διότι έμελλε να διαβή δια του θανάτου προς την ζωήν, επαγαλλόμενος μετά των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων εις τας αιωνίους σκηνάς· αιτήσας δε καιρόν εις προσευχήν, την υστάτην προσηύξατο, ούτω δε προσευχηθείς εις τον Θεόν αποτέμνεται την μακαρίαν αυτού κεφαλήν τη Τρίτη του μηνός Σεπτεμβρίου, και εις τον τρισήλιον Θεόν παραδίδει την αγίαν αυτού και μακαρίαν ψυχήν, περί το έτος τδ΄ (304) μ.Χ. Προς το εσπέρας δε ελθόντες τινές των πιστών οσίως και λαμπρώς το τίμιον εκείνου σώμα περιστείλαντες εις τον ίδιον εκείνον τόπον λίαν αξιοπρεπώς ενεταφίασαν, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την μίαν Θεότητά τε και Βασιλείαν, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἰματισμῶ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». -- Ἠλίας Μηνιάτης


Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανὸν Θεομήτορος.ὁπού ἐζωγράφισε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ· καὶ πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας διανοίας, ὢ φιλέορτον σύστημα.
Μὴ στοχασθῆτε ἐδῶ κάτω τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα σύμβολα τοῦ θανάτου· ἐκεῖ, δηλαδή, ὁπού φαίνεται ἕνα σῶμα νεκρὸν ἁπλωμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κράββατον, κηδευόμενον σεπτῶς παρὰ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, παραδόξως συνηγμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Εἰς τὴν ἁγιωτάτην Παρθένον ὅλα ἐστάθησαν ὑπὲρ ἄνθρωπον· εἰς τοῦτο μόνον ἔδειξε πὼς ἦτον φύσεως ἀνθρωπίνης, διατὶ σήμερον φαίνεται, πὼς εἶναι φύσεως θνητῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἐφάνησαν τὰ προνόμια τῆς θείας χάριτος· διατί, καθὼς ὅταν ἡ πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, ἡ σύλληψις ἐστάθη ἄσπορος, καὶ ὅταν ἐγέννησεν, ἡ κύησις ἐστάθη ἀδιάφθορος,ἔτζι ὅταν ἀπέθανεν, ἡ νέκρωσις ἐστάθη ἀθάνατος.
Δὲν εἶναι θάνατος, ὄχι, ἐτοῦτος, ὡσὰν ἐκεῖνος ὁ τύραννος τοῦ γένους μας, ὁ υἱὸς τῆς κατάρας καὶ πατὴρ φθορᾶς, ὁπού εἰς τὸ σκοτεινόν του βασίλειον κρατεῖ αἰχμάλωτον τοῦ Ἀδὰμ τὴν κληρονομίαν. Αὐτὸς εἶναι ἢ ἕνας γλυκὺς ὕπνος, μὲ τὸν ὁποῖον θέλησε ἡ πάναγνος Δέσποινα ὡσὰν νὰ ἀναπαυθῆ ὀλίγον εἰς τὸ πέρας τῆς ἐπικήρου ταύτης ζωῆς, διὰ νὰ ἀρχίση τὴν ὁδὸν ἐκείνης τῆς ἀκηράτου· ἢ μία θαυμαστὴ ἔκστασις θείου ἔρωτος, εἰς τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν μακαριωτάτη ἐκείνη ψυχὴ σπεύδουσα τὸ ὀγληγορώτερον νὰ φθάση πρὸς τὸν ἠγαπημένον θεῖον Υἱόν, ἄφησε δι’ ὀλίγον τὸ ὁμοδίαιτον σῶμα· καὶ τοῦτο ὁμοίως αἱρόμενον ὑπὸ χερουβικοῦ ἅρματος ἠκολούθησε τὸν αὐτὸν δρόμον καὶ ἀνέβη δεδοξασμένον εἰς οὐρανούς.
Ἴδετε τὸν τάφον εἰς τὸ χωρίον Γεθσημανῆ καὶ θέλετε τὸν εὕρει κενόν· διατὶ τάφος δὲν δύναται νὰ χωρίση τὴν Μητέρα τῆς ζωῆς, τὸ δοχεῖον τῆς σεσωρευμένης θεότητος, τοῦ ὁποίου τόπος ἀντάξιος εἶναι ὁ θρόνος τῆς θείας δόξης. Καὶ ἐπάνω εἰς τοιοῦτον θρόνον, ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως Θεοῦ, μεταστάσα ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ κάθεται ὡς Βασίλισσα τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων, ὑπερτέρα πάσης κτίσεως· «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου». Βασίλισσα τῶν ἐπιγείων· εἰς αὐτὴν ἀποδίδει τὰς δευτέρας, μετὰ Θεόν, τιμητικάς λατρείας τῶν πιστῶν ἡ Ἐκκλησία εἰς τοὺς ἀχράντους αὐτῆς πόδας ρίπτουσι τὰ σκῆπτρα καὶ διαδήματα οἱ εὐσεβεῖς Βασιλεῖς. Αὐτῆς τὸν ὑψηλὸν θρόνον περικυκλώνουσι τῶν Ὀρθοδόξων τὰ συστήματα· καὶ ποῖος παρακαλεῖ ὑγείαν εἰς τὰς νόσους· τοῦτος παρηγορίαν εἰς τὰς θλίψεις· ἐκεῖνος βοήθειαν εἰς τὰς συμφοράς· ὅλοι ζητοῦσιν ἔλεος ἀπὸ τὴν πηγὴν τοῦ ἐλέους· καὶ ὁ παρακαλῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει· διατὶ ἀνεξάντλητον εἶναι τὸ πέλαγος, ἀκένωτος εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν.
Βασίλισσα τῶν οὐρανίων· αὐτὴν σέβονται καὶ προσκυνοῦσιν ὅλα τῶν ἀσωμάτων τὰ τάγματα· οἱ Ἄγγελοι, τὸ καθαρώτατον ἔσοπτρον τῆς ἁγνείας· οἱ Ἀρχάγγελοι, τὸ πολύτιμον σημεῖον τῶν θείων ἀποκαλύψεων· αἱ Ἐξουσίαι, τὸ πανσθενὲς κράτος τῶν πιστῶν· αἱ Δυνάμεις, τὸ ἀκαταμάχητον τεῖχος τῆς Ἐκκλησίας· αἱ Ἀρχαί, τὴν σωτήριον ἀρχὴν τῆς παγκοσμίου ἀπολυτρώσεως· αἱ Κυριότητες, τὴν ὑπερτάτην Κυρίαν τοῦ παντός· οἱ Θρόνοι, τὸν ἔμψυχον θρόνον τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης· τὰ Χερουβίμ, τὴν θεοδίδακτον μυσταγωγὸν τῆς ὑψηλῆς γνώσεως· τὰ Σεραφὶμ τὴν ἄσβεστον λαμπάδα τῆς θείας καθαρωτάτης ἀγάπης. Βασίλισσα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται αὐτὴ ἡ τρισήλιος Θεαρχία· τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὴν ἀνύμφευτον νύμφην· ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τὴν ἀπήρανδρον Μητέρα· ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, τὴν ἠγαπημένην θεόπαιδα· «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».
Ἀλλ’ ἡ δοξασμένη Παντάνασσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, εἶναι (λέγει), «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»·δηλαδὴ τὸ θεοΰφαντον ἔνδυμα τῆς μακαριότητος ὁπού τὴν στολίζει, εἶναι διάχρυσον, διὰ τὰς ὑπερκάλλους ἀγλαΐας τοῦ ἀπροσίτου φωτός. Εἶναι πεποικιλμένον, ἤγουν διακεκριμένον μὲ διάφορα χρώματα, ὁπού θέλει νὰ εἰπῆ· καθὼς εἰς τὴν Παρθένον ζῶσαν ἐπὶ τῆς γῆς, ἤσαν ὅλοι οἱ διάφοροι χαρακτῆρες τῶν ἀρετῶν,ὁπού εἰς πάντων τῶν Ἁγίων τὰς ψυχάς τυπώνει ἡ χάρις, ἔτζι εἰς τὴν Παρθένον, μεταστάσαν εἰς οὐρανούς, εἶναι ὅλα τὰ διάφορα χρώματα τῶν θείων ἐλλάμψεων, ὁπού εἰς πάντων τῶν Μακαρίων τὰ πρόσωπα ζωγραφίζει τῆς θείας δόξης τὸ τρισόλβιον φῶς.
Ὅταν ὁ Ἥλιος φθάση εἰς τὴν μέσην ἁψίδα τοῦ οὐρανοῦ, ἐξίσου χύνει εἰς ὅλα τὰ μέρη τῶν ἀκτίνων τὸ φῶς, μὰ ἐξίσου δὲν φωτίζονται πάντα τὰ φωτιζόμενα σώματα· καθὼς εἶναι, ἢ ἀραιότερα ἢ πυκνότερα, ἔτζι, ἢ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον λαμβάνουσι τὸ προσβάλλον ἀπαύγασμα τῆς ἡλιακῆς λαμπηδόνος· τὰ μὲν καθαρὰ ἐκλάμπουσιν ὁλόφωτα, τὰ δὲ διαφανῆ διαλάμπουσιν εὔδια καὶ τὰ στερεὰ καὶ ἀντίτυπα ἀντιλάμπουσιν ὅσον μόνον γίνονται ὁρατά. Μὰ ὅταν λάχη καὶ ὁ Ἥλιος προσβάλη τὰς ἀκτίνας του εἰς ἕνα ἀκηλίδωτον καθρέπτην, ὄχι μόνον τὸν φωτίζει, ἀλλ’ αὐτὸς ὅλος ὁ ἥλιος ἐκεῖ φαίνεται νὰ εἰσεβαίνει καὶ νὰ περικλείεται εἰς τρόπον, ὅτι ἐκεῖνος δὲν φαίνεται τόσον ἕνα κρύσταλλον ὁπού φωτίζεται, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Ἥλιος ὁπού φωτίζει. Αὐτὴ εἶναι, ἀνάμεσα τῶν ἄλλων φωτιζομένων σωμάτων καὶ τοῦ καθρέπτου ἡ διαφορά· ὅτι τὰ μὲν ἄλλα λαμβάνουσι μόνον τοῦ Ἡλίου τὸ φῶς, ὁ καθρέπτης λαμβάνει αὐτὸν ὅλον τὸν Ἥλιον καὶ ἀκτινοβολεῖ ὡσὰν Ἥλιος.
Ὁμοίως ὁ ἄδυτος ἐκεῖνος τῆς δικαιοσύνης Ἥλιος, ὁπού λάμπει ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων, ἐξίσου χύνει εἰς ὅλα τὰ πνεύματα τῶν Μακαρίων τῆς θείας δόξης τὸ ἀνέσπερον φῶς, μὰ ἐξίσου δὲν φωτίζονται πάντα· καθένας λαμβάνει τὸ ἴδιον μέτρον τῆς θείας φωτοχυσίας, ὡσὰν ἕνα μερικὸν χρῶμα μακαρίας ἐλλάμψεως· καὶ δέχεται ἢ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τὸ μέτρον τοῦ θείου τούτου φωτός, καθὼς εἶναι δεκτικόν, κατὰ τὸν βαθμὸν δηλαδὴ καὶ ἀναλογίαν τῆς ἰδίας του καθαρότητος. Ἔτζι ἀλλέως φωτίζονται οἱ ἅγιοι λΆγγελοι, ὁπού εἶναι ἄϋλα πνεύματα· ἀλλέως οἱ ἄνθρωποι, ὁπού εἶναι φύσεως παχυτέρας·καὶ πάλιν ἀνάμεσα καὶ εἰς τοὺς Ἀγγέλους διαφορετικὰ φωτίζονται ἀπὸ τὰς Κυριότητας οἱ Θρόνοι· ἀπὸ τοὺς θρόνους τὰ Χερουβὶμ καὶ ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ τὰ Σεραφίμ· καὶ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς Προφήτας οἱ Ἀπόστολοι, ἀπὸ τοὺς Ὁμολογητάς οἱ Μάρτυρες, καὶ τοὺς Ἀσκητάς αἱ Παρθένοι· ὅλοι εἶναι ἄστρα τοῦ νοητοῦ στερεώνατος, ὅθεν οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· πλὴν «ἀστὴρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξει» κατὰ τὸ ρητόν.
Ἡ Παναγία Παρθένος εἶναι ἀνάμεσα εἰς ὅλους τούς Μακαρίους ἀκηλίδωτος καθρέπτης ἁγνείας καὶ καθαρότητος· ὅλη καλή, ὅλη ἄμωμος, καθὼς τὴν ὀνομάζει εἰς τὸ Ἆσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· «ὅλη καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί». Καθαρωτέρα ἀσυγκρίτως καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν Ἀγγέλων.Ὅθεν ὄχι μόνον εἰς αὐτὴν χύνει τῆς μακαριότητος τὸ φῶς, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν εἰσεβαίνει καὶ ὡσὰν περικλείεται ὅλη, ὅλη ἐκείνη ἡ πολυχεύμων πηγὴ τοῦ φωτός, ὅλος, ὅλος τῆς δόξης ὁ Ἥλιος· εἰς τρόπον, ὅτι ὡς ἄλλος δεύτερος τῆς δόξης Ἥλιος, ἀκτινοβολεῖ τῆς Παναγίας Παρθένου τὸ μακάριον πρόσωπον καὶ κάνει διπλοῦν τὸ φῶς τῆς ἀνεσπέρου ἡμέρας. Καταλάβετε δὲ τὴν διαφορὰν τῆς μακαριότητος ὁπού χαίρονται τῶν λοιπῶν δικαίων τὰ πνεύματα καὶ τῆς μακαριότητος ὁπού χαίρεται ἡ θεομήτωρ Μαρία· ὅτι ἐκεῖνοι μὲ κατὰ μέρος δέχονται τῆς θείας δόξης τὸ φῶς, αὐτὴ δὲ ὅλον δέχεται τῆς δόξης τὸν Ἥλιον. Ἐκεῖνοι μερικῶς ἔλαβον ἐδῶ τὴν χάριν καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῆς χάριτος ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τὴν δόξαν· αὐτὴ εἶναι δοχεῖον δεκτικὸν ἐκεῖ ὅλης τῆς δόξης, καθὼς ἐδῶ ἐστάθη δοχεῖον δεκτικὸν ὅλης τῆς χάριτος. Ὅθεν ἐδῶ ἦτον, καθὼς τὴν ὠνόμασεν ὁ Ἀρχάγγελος κεχαριτωμένη, εἶχε δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας χάριτος· τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ Θεολόγος· «ἐκάστοις τῶν ἐκλεκτῶν ἡ χάρις κατὰ μέγεθος ἐδόθη, τῇ δὲ Παρθένῳ ἅπαν τὸ τῆς χάριτος πλήρωμα»· ἐκεῖ δὲ εἶναι δεδοξασμένη, ἔχει δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας δόξης, καθὼς τὴν ἐπροεῖδεν ὁ Ἰεζεκιήλ· «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου». Καὶ «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἱματισμῶ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».
Ἀδύνατον εἶναι, Χριστιανοί, ὁ νοῦς μας νὰ φαντασθῆ τὸ ὑπέρλαμπρον ἐκεῖνο φῶς, μὲ τὸ ὁποῖον ἀστράπτει ἡ μακαρία Παρθένος εἰς τὸν Παράδεισον· ἡ Σελήνη, ὁ Ἥλιος εἶναι σκοτεινὰ πράγματα παραβαλλόμενα μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀνεκλάλητον κάλος, τὸ ὁποῖον βλέπουσι καὶ δὲν χορταίνουσιν οἱ μακάριοι· τί ὡραῖον! τί φαεινόν! τί θεοειδὲς θέαμα εἰς τὰ μάτια τῶν Σεραφίμ. Τοῦτο ἐπεθύμησε νὰ ἰδῆ ἕνας νέος πολλὰ εὐσεβής τῆς Παρθένου καὶ ἔκαμε πρὸς αὐτὴν τοιαύτην δέησιν. «Μαρία, γλυκύτατον ὄνομα, ὅπου ἐγὼ μετὰ Θεὸν σέβω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλον τὸν πόθον καὶ εὐλάβειαν τῆς ψυχῆς μου, διατὶ εἶσαι τῆς ψυχῆς μου ἡ παρηγορία καὶ ἡ χαρά· ἂν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου ὁ ταπεινὸς δοῦλος σου, μίαν χάριν νὰ μοῦ κάμης σὲ παρακαλῶ· ἀνάμεσα εἰς τὰς ἄλλας εὐεργεσίας νὰ μὲ ἀξιώσης νὰ σὲ ἰδῶ καθὼς εἶσαι εἰς τὸν Παράδεισον. Ἀξίωσόν με, ἀειπάρθενε Κόρη, ἀξίωσόν με, Μῆτερ ἐλέους· ἂς σὲ ἰδῶ καὶ εὐχαριστοῦμαι νὰ χάσω ἕνα ἀπὸ τὰ μάτια μου». Εἰσήκουσεν ἡ Πάναγνος Δέσποινα τοῦ εὐλαβοῦς της δούλου τὴν προσευχή· τοῦ ἐφάνη μίαν νύκτα εἰς τὸν ὕπνον του ὁλολαμπής, μὲ ὅλον ἐκεῖνο τὸ φῶς τῆς δόξης, μὲ τὸ ὁποῖον λάμπει εἰς τὸν οὐρανόν. Ἐξύπνησεν ὁ νέος καί, ἀληθινά, ἔχασε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ ὀμμάτια του, μὰ ἀπὸ τὴν χαρὰν ὁπού εἶχεν, ὅτι ἠξιώθη νὰ ἰδῆ τὴν Βασίλισσαν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, δὲν ἐλυπᾶτο ὁλότελα, ὅτι ἐστερήθη τὸ φῶς του· μάλιστα πάλιν παρακαλεῖ νὰ τὴν ἰδῆ ἄλλην μίαν φορὰν καὶ εὐχαριστεῖται νὰ χάση καὶ τὸ ἄλλο ὀμμάτι, ὁπού τοῦ ἔμεινε· καὶ πάλιν ἠξιώθη, πάλιν τὴν εἶδε· μὰ τί λογιάζετε, Χριστιανοί; πῶς τάχα νὰ ἔμεινε τυφλὸς καὶ ἀπὸ τὰ δύο ὀμμάτια; ἡ συμπαθεστάτη Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν τοῦ ἐφάνη τὴν δευτέραν φοράν, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐστέρησεν ἀπὸ τὸ ἕνα ὀμμάτι ὁπού τοῦ ἔμεινεν, ἀλλὰ τοῦ ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο ὁπού εἶχε χαμένον. Ἐξύπνησεν ὁ νέος ἐκεῖνος καὶ μὲ τὰ δύο ὀμμάτια ὑγιῆ καὶ ὅλος ἐκστατικὸς ἀπὸ τὴν διπλὴν χαρά, μὲ πολλὰ δάκρυα εὐλαβοῦς ἀγαλλιάσεως, ἔδωκε τῇ Θεομήτορι χιλίας εὐχαριστίας.
Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, ἀπὸ τὴν ἄφθονον ἐκείνην ἡλιοβολίαν τοῦ θείου φωτὸς ὁπού χαίρεσαι, παρισταμένη ἐκ δεξιῶν του μονογενοῦς σου Υἱοῦ, πέμψον ἐδῶ κάτω καὶ εἰς ἠμᾶς τοὺς εὐλαβεῖς δούλους σου μίαν μακαρίαν ἀκτίνα, ὁπού νὰ εἶναι καὶ φῶς εἰς τὸν ἐσκοτισμένον μας νοῦν καὶ φλόγα εἰς τὴν ψυχραμένην μας θέλησιν, διὰ νὰ βλέπωμεν νὰ περιπατοῦμεν σπουδαῖοι εἰς τὴν ὁδὸν τῶν θείων δικαιωμάτων. Ἠμεῖς, μετὰ Θεόν, εἰς ἐσὲ τοῦ Θεοῦ τὴν Μητέρα καὶ Μητέρα ἡμῶν ἔχομεν τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας· ἀπὸ σὲ ἐλπίζομεν τὰς νίκας τῆς γαληνοτάτης Αὐθεντίας, τὰ τρόπαια τῶν Εὐσεβῶν Βασιλέων· τὴν στερέωσιν τῆς Ἐκκλησίας· τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ὀρθοδόξου γένους· τὴν σκέπην τῆς εὐλαβοῦς σου ταύτης πολιτείας, ὁπού εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἄμαχόν σου βοήθειαν. Ναί, Παναγία Παρθένε, ναί, Μαρία, ὄνομα ὁπού εἶναι ἡ χαρά, ἡ παρηγορία, τὸ καύχημα τῶν Χριστιανῶν· δέξου τὴν νηστείαν καὶ παράκλησιν τῶν ἁγίων τούτων ἡμερῶν, ὁπού ἐκάμαμε εἰς τιμήν σου, ὡς θυμίαμα εὐπρόσδεκτον· καὶ ἀξίωσόν μας, καθὼς ἐδῶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εὐλαβῶς ἀσπαζόμεθα τὴν ἁγίαν καὶ θαυματουργὸν ταύτην εἰκόνα, ἔτζι καὶ ἐκεῖ εἰς τὸν Παράδεισον νὰ ἰδοῦμεν αὐτὸ τὸ μακάριόν σου πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ προσκυνοῦμεν σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰώνας.

Ἀμήν

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αειθαλάς και Αμμών

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΑΕΙΘΑΛΑ και ΑΜΜΩΝ.                            

Αειθαλάς και Αμμών οι Άγιοι διεβλήθησαν ως Χριστιανοί εις τον Βάβδον, τον ηγεμόνα της εν Θράκη Ανδριανουπόλεως· ερωτηθέντες δε να είπωσι το γένος και το επάγγελμα, το οποίον έχουσιν, απεκρίθησαν εις αυτόν, ότι είναι Χριατιανοί· όθεν προσετάγησαν να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μη καταπεισθέντες, εδάρησαν με νεύρα βοών τόσον σκληρώς, ώστε εν τω ανηλεεί δαρμώ παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. 

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

O Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο Νηστευτής.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού.                                                                                    
Ιωάννης ο εν Αγίοις πατήρ ημών, ο Νηστευτής, επατριάρχευσε κατά  τους χρόνους Τιβερίου και Μαυρικίου των βασιλέων (582 – 595), εγεννήθη δε εν Κωνσταντινουπόλει· όταν ήλθεν εις ηλικίαν, έγινε χαράκτης κατά την τέχνην· ήτο δε ευσεβής ομού και φιλόπτωχος, φιλόξενος και φοβούμενος τον Θεόν. Ούτος μίαν φοράν εδέχθη ένα Μοναχόν, καταγόμενον από την Παλαιστίνην, ονόματι Ευσέβιον, ο οποίος περιπατών κθ’ οδόν ομού με τον Άγιον Ιωάννην, και ευρισκόμενος εις τα δεξιά του Αγίου, ήκουσεν αοράτως μίαν φωνήν, ήτις του έλεγε· «Δεν είναι συγκεχωρημένον εις σε, Αββά, να περιπατής εις τα δεξιά του μεγάλου Ιωάννου»· προεμήνυε δε ο Θεός με την φωνήν ταύτην το μέγα αξίωμα της Αρχιερωσύνης, το οποίον έμελλε να λάβη ο Ιωάννης. Μετά ταύτα γίνεται γνώριμος και φίλος ούτος ο Νηστευτής Ιωάννης με τον συνώνυμόν του Άγιον Ιωάννην τον Γ΄, τον από Σχολαστικών καλούμενον, όστις και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εχρημάτισεν· ούτος συνηρίθμησεν αυτόν εις την τάξιν των Αναγνωστών, είτα εχειροτόνησεν αυτόν Διάκονον και μετά ταύτα Πρεσβύτερον. Εν ω δε ήτο ακόμη Διάκονος ο Άγιος ούτος, μετέβη μίαν μεσημβρίαν εις τον Ναόν του Αγίου Λαυρεντίου και ευρίσκει ένα ερημίυην, τον οποίον ουδείς από τους εκεί εγνώριζε ποίος είναι· ούτος δε εδείκνυεν εις τον θείον Ιωάννην τους αναβαθμούς και τας βαθμίδας που ευρίσκονται όπισθεν της Αγίας Τραπέζης και αναβαίνουν επάνω εις το ιερόν σύνθρονον, εις το οποίον κάθηται ο Αρχιερεύς· και ταύτα δεικνύοντος αυτού, ιδού εφάνησαν μυριάδες Αγίων και ηκούετο εξ αυτών μία φωνή μεμιγμένη και μία μελωδία γλυκυτάτη και παναρμόνιος· όλοι δε οι φαινόμενοι Άγιοι ήσαν ενδεδυμένοι στολάς λευκάς και πάνυ λαμπράς. Αύτη δε η οπτασία ήτο σημείον αληθινόν της λαμπρότητος, την οποίαν έμελλε να λάβη ο Άγιος ούτος Ιωάννης. Επειδή δε ο Άγιος ήτο τότε διαμοιραστής των χρημάτων της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας, επιστρέφων ποτέ από τον έξωθεν πεδινόν τόπον της Κωνσταντινουπόλεως, του έμεινε μόνον εν πουγγίον χρήματα, από το οποίον εμοίραζε πλουσίως ελεημοσύνην· και επειδή συνέτρεχον ακόμη πτωχοί περισσότεροι, δια τούτο και αυτός έδιδεν ακόμη περισσοτέραν την ελεημοσύνην· το δε πουγγίον δεν εκενούτο, αλλά και περισσότερον ακόμη εγέμιζεν· όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις την αγοράν την επονομαζομένην Βουν, σκορπίζων εις όλους την ελεημοσύνην, τότε ευρέθη εκεί εις φθονερός άνθρωπος, ο οποίος εφώναζε και είπε· «Κύριε ελέησον! Έως πότε δεν εκκενώνεται εις ημάς το πουγγίον τούτο»; Και παρευθύς (ω και τι δεν κάμνει ο φθόνος!) το μεν πουγγίον ευρέθη κενόν, ο δε Άγιος βλέπων με λεοντικόν και άγριον βλέμμα τον άνθρωπον εκείνον, ο Θεός, είπε, να σοι συγχωρήση, αδελφέ, διότι, αν συ δεν έλεγες τον φθονερόν αυτόν λόγον, εις πολλήν ώραν το πουγγίον διαμοιραζόμενον θα έμενεν ακένωτον. Επειδή δε ο Άγιος ούτος επιέσθη να χειροτονηθή Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ύστερα αφ’ ου εκοιμήθη ο Ευτύχιος και δεν επείθετο εις τούτο, τούτου ένεκα είδε μίαν οπτασίαν φοβεράν, ήτις ήτο τοιαύτη· εφάνη εις αυτόν μία θάλασσα τόσον μεγάλη, ώστε έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν· ομοίως εφάνη και μία φοβερά κάμινος ανημμένη· εφάνη δε προς τούτοις και πλήθος Αγγέλων, οι οποίοι έλεγον εις τον θείον Ιωάννην· «Δεν είναι δυνατόν να γίνη το πράγμα κατ΄ άλλον τρόπον, μόνον σιώπα, ει δε και αντιλέγεις, ήξευρε ότι θα δοκιμάσης και τας δύο τιμωρίας ταύτας, και της θαλάσσης και της καμίνου». Εφαίνοντο δε ότι έλεγον ταύτα με μίαν μεγάλην απειλήν· όθεν, αφ’ ου ταύτα είδεν ο Άγιος, άκων παρέδωκε τον εαυτόν του εις το θέλημα του Θεού και εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εν έτει φπβ΄ (582), και τούτο πότε; Αφ’ ου δια μέσου της άκρας ασκήσεως διεπέρασεν εις την ταλειότητα πάσης αρετής. Μίαν φοράν διερχόμενος ο Άγιος από τον τόπον τον ονομαζόμενον Έβδομον, είδεν ότι ηγέρθη μεγάλη τρικυμία εις την θάλασσαν· όθεν δια προσευχής του μετέβαλεν αυτήν εις γαλήνην, ποιήσας τον τύπον του Σταυρού· ο δε Γαζεύς Ιωάννης ο Σχολαστικός, διότι είχεν εις τους οφθαλμούς του επίχυσιν αίματος και δεν έβλεπε, δια τούτο προσέτρεξεν εις τον Άγιον τούτον Ιωάννην και εκοινώνησεν από αυτόν τα θεία Μυστήρια· όταν δε εκοινώνει αυτόν ο Άγιος, είπε· «Τούτο το Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του ιατρεύσαντος τον εκ γενετής τυφλόν, μέλλει να ιατρεύση και την ιδικήν σου τύφλωσιν». Και ω του θαύματος! ομού με τον λόγον ιατρεύθη παρευθύς ο πριν τυφλός Ιωάννης. Έναν καιρόν ενέσκηψε μεγάλον θανατικόν εις την Κωνσταντινούπολιν· όθεν έδωκεν ο Άγιος εις ένα υπηρέτην του δύο καλάθια, το μεν εν κενόν, το δε άλλο πλήρες από πέτρας μικράς, και είπεν εις αυτόν· «Πήγαινε στάσου εις τον δρόμον τον ονομαζόμενον Βουν, και μέτρα τους νεκρούς, τους οποίους περνούν από εκεί· και όσοι είναι οι νεκροί, τόσας πέτρας ρίπτε μέσα εις το κενόν καλάθιον». Τούτο λοιπόν ποιήσας ο υπηρέτης όλην την ημέραν, εμέτρησε την εσπέραν τας πέτρας και εύρεν, ότι κατ’ εκείνην την ημέραν εξήχθησαν νεκροί τριακόσιοι εικοσιτρείς· ομοίως τούτο ποιήσας και την επομένην ημέραν εύρεν, ότι εξήχθησαν νεκροί ολιγώτεροι· και ακολούθως τούτο ποιήσας έως εις επτά ημέρας, εύρεν ότι έπαυσε παντελώς το θανατικόν με την εκτενή προσευχήν του Αγίου Ιωάννου. Τόσην δε επιμέλειαν εδείκνυεν εις την εγκράτειαν ο Άγιος ούτος, ώστε εις εξ μήνας δεν έπιεν ύδωρ, το δε φαγητόν και ποτόν του ήτο εν μαρούλι και ολίγον πεπόνι ή σταφύλια ή σύκα ολίγα, από τα οποία πότε έτρωγε το εν και πότε το άλλο· έτρωγε δε ταύτα καθ’ όλους τους δεκατρείς και ήμισυν χρόνους της πατριαρχείας του. Ο δε ύπνος του Αγίου τούτου με τοιούτον τρόπον εγένετο· καθήμενος εις ένα τόπον, έκλινε τα στήθη του εις τα γόνατά του και απεκοιμάτο· πλην δια να μη κοιμάται περισσότερον αφ’ όσον ήθελεν, ήναπτε κηρίον, εις δε το κηρίον ενεπήγνυε μίαν μεγάλην βελόνην· υποκάτω δε εις το κηρίον και εις την βελόνην έθετε μίαν λεκάνην· όταν λοιπόν καιόμενον το κηρίον και διαλυόμενον έφθανεν εις το μέρος εις το οποίον ήτο η βελόνη, τότε αύτη ερρίπτετο μέσα εις την λεκάνην, από δε τον κτύπον της βελόνης εξύπνα ο Άγιος και ηγείρετο ευθύς· εάν δε ποτε συνέβαινε να μη ακούση τον κτύπον της βελόνης, ηγρύπνει όλην την άλλην νύκτα· με τοιούτον τρόπον επολέμει τα πάθη ο τρισμακάριστος, δια προσευχής και νηστείας και αγρυπνίας. Ούτος ο Άγιος δια προσευχής του απεδίωκεν απράκτους και τους εκ των βαρβάρων πολεμίους και διέλυε τας βλάβας, τας επερχομένας κατά της Κωνσταντινουπόλεως, και όλην την ποίμνην αυτού εφύλαττεν από τους ορατούς και αοράτους εχθρούς. Μίαν φοράν, εν ημέρα Σαββάτου, είπον τινές εις τον Άγιον· «Αύριον, Δέσποτα, θα γίνη θέατρον και ιπποδρόμιον», ήτο δε η ερχομένη ημέρα Κυριακή της Πεντηκοστής. Ο δε Άγιος αποκριθείς είπεν· «Ιπποδρόμιον! Εις την Αγίαν Πεντηκοστήν»; Παρεκάλει όθεν τον Θεόν να δείξη σημείον δια να φοβηθούν οι άνθρωποι και να εμποδισθούν από το τοιούτον παιγνίδιον. Και ω του θαύματος! όταν ήλθε το δειλινόν του Σαββάτου, εν ω ο ουρανός ήτο ανέφελος, εγένοντο ανεμοστρόβιλοι φοβεροί και πλήθος ανέμων, τόση δε ραγδαία βροχή έπεσεν, ώστε έφυγεν ευθύς ο λαός όλος από τον τόπον του ιπποδρομίου και ενόμισεν, ότι έφθασεν η του κόσμου συντέλεια· διότι τοιαύτην μεγάλην ταραχήν των στοιχείων δεν ενεθυμούντο να ηκολούθησεν ουδέποτε εις την ζωήν των, φοβίζουσα άπαντας. Γυνή δε τις, έχουσα άνδρα δαιμονιζόμενον, προσέτρεξεν εις ένα ερημίτην δια να τον ιατρεύση· ο δε ερημίτης είπε προς αυτήν· «Ύπαγε εις τον Αγιώτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννην και εκείνος θα ιατρεύση τον άνδρα σου». Όθεν τούτο ποιήσασα η γυνή δεν απέτυχε του ποθουμένου· επειδή δια προσευχής του θείου Ιωάννου έλαβε την ιατρείαν ο ανήρ της, και παραλαμβάνουσα αυτόν υγιά επέστρεψεν οπίσω εις τον οίκον της χαίρουσα. Δι’ ευχών του Αγίου τούτου και πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνοποίησαν και πολλοί ασθενείς εθεραπεύθησαν. Πατριαρχεύσας δε ούτος έτη δεκατρία και μήνας πέντε, εκοιμήθη εν έτει 595 τη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου, εγένετο δε μετά τούτον Πατριάρχης Κυριακός ο Β΄. Όταν δε ο Άγιος εκοιμήθη εν ειρήνη και απήλθεν προς Κύριον, ετέθη εις το μέσον το λείψανόν του δια να το ασπασθούν οι Χριστιανοί· τότε ήλθε Νείλος ο ενδοξότατος έπαρχος δια να το ασπασθή και, ω του θαύματος! καθώς αυτός ησπάσθη το λείψανον, ευθύς ηγέρθη και το λείψανον και αντησπάσθη αυτόν, ως να ήτο ζων και λόγια δε τινα μυστικά είπεν εις το ους αυτού, τα οποία ο θείος Νείλος εις κανένα δεν εφανέρωσε καθ’ όλην του την ζωήν. Βλέποντες δε όλος ο λαός το τοιούτον θαυμάσιον εξεπλάγησαν και εδόξαζον τον Θεόν, τον ούτω δοξάζοντα τους Αγίους του. Είτα εκηδεύθη ευλαβώς και εντίμως και ενεταφιάσθη εις το Άγιον Βήμα της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Του Αγίου Μάρτυρος ΜΑΜΑΝΤΟΣ.

Τη Β΄ (2α) του αυτού μηνός Άθλησις του Αγίου και ενδόξου Μάρτυρος ΜΑΜΑΝΤΟΣ.                                                                                                                                 
Μάμας ο μέγας του Χριστού και περιβόητος Μάρτυς εγεννήθη εις Γάγγραν, πόλιν της Παφλαγονίας, εν έτει σξ΄ (260). Οι γονείς του ωνομάζοντο Θεόδοτος και Ρουφίνα, ήσαν δε αμφότεροι ευσεβείς και το γένος λαμπρότατοι, έχοντες την καταγωγήν από πατρικίων· ούτοι θερμήν έχοντες την εις Χριστόν αγάπην και μη δυνάμενοι να κρύπτουν τον μέγαν αυτών πόθον, εκήρυττον παρρησία την ευσέβειαν και πολλούς εις αυτήν παρεκίνουν και εστερέωναν. Όθεν μανθάνων ταύτα ο εξουσιαστής της πόλεως Γάγγρας λέξανδρος, επειδή είχε προσταγήν από τον βασιλέα, όπως θανατώνη δια βασανιστηρίων όσους Χριστιανούς δεν πείθονται να θυσιάσουν εις τα είδωλα, διέταξε και ωδήγησαν ενώπιόν του τον θείον Θεόδοτον, τον οποίον εβίαζε να θυσιάση εις τα είδωλα· εκείνος όμως ο μακάριος ουδέ καν να τον ακούη δεν εδέχετο· θέλων δε ο κριτής να τον τιμωρήση, ημποδίζετο, επειδή δεν είχεν εξουσίαν να παιδεύση εκείνους, οίτινες κατήγοντο από πατρικίους, εάν δεν έδιδεν ο βασιλεύς ειδικήν άδειαν. Τον απέστειλεν όθεν εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας εις τον ηγεμόνα Φαύστον, όστις ασεβής ων και πολλά σκληρός, ευθύς ως ήλθεν ο Θεόδοτος τον ενέκλεισεν εις την φυλακήν ομού με την σύζυγον υτού Ρουφίναν, ήτις εκυοφόρει τότε τον μέγαν Μάμαντα. Ευρισκόμενοι αμφότεροι εις το δεσμωτήριον και φοβούμενος ο Θεόδοτος την ανθρωπίνην ασθένειαν και τας βασάνους, εδέετο του Θεού λέγων· «Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, ο Πατήρ του αγαπητού σου Υιού, ευλογώ και δοξάζω Σε, ότι δια το όνομά σου ηξιώθην να ευρίσκωμαι εις την φυλακήν. Πλην δέομαί σου, Κύριε, δέξαι μου την ψυχήν εις τα δεσμά ταύτα, ο γινώσκων την ασθένειάν μου, μήποτε καυχήσεται ο εχθρός επ’ εμοί». Ταύτα εκείνος προσηύχετο, ο δε Θεός, όστις γινώσκει τα κρύφια της καρδίας, εδέχθη την καλήν του προαίρεσιν, και ευθύς τον ανέπαυσεν· η δε σύζυγός του Ρουφίνα εγέννησε την ημέραν εκείνην εντός του δεσμωτηρίου και ηπόρει μη γνωρίζουσα τι να πράξη· παρεκάλεσεν όθεν και αύτη να την αναπαύση ο Θεός, και ευθύς εισηκούσθη· το δε παιδίον εκείτετο μόνον εν τω μέσω των λειψάνων των γονέων του. Ο προνοητής όμως των όλων Θεός έστειλε τον Άγγελόν του εις σχήμα νεανίσκου και προσέταξε γυναίκα τινα περιφανεστάτην και ευσεβή, ονομαζομένην Αμμίαν και επιλεγομένην Ματρώναν, να ζητήση τα λείψανα των Αγίων· ευθύς δε ως τα εζήτησε, της εδώρησε ταύτα ο ηγεμών· αύτη δε τα μεν λείψανα έθαψε λαμπρώς και φιλοτίμως εις τον κήπον της, το δε βρέφος καταστήσασα θετόν αυτής τέκνον επεμελείτο και ηγάπα περισσότερον από γνήσιον υιόν της, επειδή μάλιστα δεν είχεν άλλο τέκνον, αλλ’ ούτε και άνδρα. Το δε βρέφος επειδή εκάλει συχνάκις την θετήν του μητέρα μάμα, όπερ κατά την λατινικήν γλώσσαν σημαίνει την μητέρα, δια τούτο ωνομάσθη Μάμας. Ότε δε εγένετο πέντε ετών, τον απέστειλεν η Αμμία εις το σχολείον δια να μορφωθή, επειδή δε είχε πόθον μεγάλον υπερέβη ταχέως άπαντας τους συνομηλίκους του. Κατά τας ημέρας εκείνας εβασίλευεν εις την Ρώμην ο Αυρηλιανός, όστις εβίαζε τους Χριστιανούς να θυσιάζουν εις τα είδωλα όχι μόνον τους άνδρας και τας γυναίκας, αλλά και αυτά τα μικρά παιδία, φανταζόμενος ότι δια την απαλότητα της ηλικίας των θέλουν αρνηθή ευκόλως την ευσέβειαν. Τα δε άλλ πιδία υπετάσσοντο εις το θέλημα του βασιλέως, όσα όμως ήσαν συμμαθηταί του Μάμαντος εμιμούντο και αυτά την γεροντικήν σύνεσιν και φρόνησιν αυτού, και δεν υπέφερον καν να ακούσουν τους λόγους των απίστων, επειδή εδιδάσκοντο καθ’ ημέραν από εκείνην την ευλογημένην θετήν μητέρα του Μάμαντος να σέβωνται μόνον τον αληθινόν Θεόν τον δημιουργόν του παντός, και εις εκείνον μόνον να προσφέρουν την λογικήν λατρείαν και προσκύνησιν, τους δε υπό των ασεβών ονομαζομένους θεούς, τους οποίους τιμώσι και σέβονται ούτοι, ν τους αποστρέφωνται ως πολλής αισχύνης και ατιμίας αξίους και να θεωρούν φλυαρίας τα μυθεύματα αυτών. Ότε δε ο Μάμας εγένετο ετών 15, ετελεύτησεν η θετή μήτηρ του Αμμία, ούτος δε κατέστη κληρονόμος απάσης της περιουσίας και των υπαρχόντων αυτής. Την ιδίαν αυτήν εποχήν, μετά τον Φαύστον, επί των ημερών του οποίου ως είδομεν εμαρτύρησαν οι γονείς τού Μάμαντος, εγένετο ηγεμών εις Καισάρειαν εις ονόματι Δημόκριτος, άνθρωπος κατά πολύ ασεβής, έχων ζήλον θερμότατον εις την λατρείαν των ειδώλων, όστις ευθύς ως έφθασε και επληροφορήθη περί του καλού Μάμαντος, ότι όχι μόνον δεν λατρεύει τους θεούς των, αλλ’ ότι και τους συνομηλίκους και συμμαθητάς του παρεμποδίζει και απομακρύνει από την λατρείαν των ειδώλων, εξηγριώθη και επρόσταξε να τον φέρουν ευθύς ενώπιόν του. Προσαχθείς όθεν ο θείος Μάμας προ του τυράννου τον ηρώτησεν ούτος αν είναι Χριστιανός, και εάν είναι αληθές ότι ούτε αυτός θυσιάζει εις τους θεούς ούτε τους συμμαθητάς του αφήνει να πείθωνται εις τους βασιλείς. Ο δε καλός Μάμας ουδόλως δειλιάσας, είπεν· «Εγώ, ω άρχον, σφοδρώς κατηγορώ το βαθύ σκότος της αγνωσίας σας, επειδή αφήσατε τον αληθή και ζώντα Θεόν και επιστεύσατε δαίμονας και είδωλα κωφά και αναίσθητα· δια τούτο ούτε εγώ ήθελον εγκαταλείψει ποτέ τον Χριστόν μου ούτε ήθελον αμελήσει να καθοδηγήσω εις την ευσέβειαν όσους δυνηθώ». Την παρρησίαν ταύτην του νέου θαυμάσας ο Δημόκριτος, αντελήφθη ότι είναι αδύνατον να καταπείση αυτόν με πραότητα· όθεν επρόσταξε τους παρεστώτας να τον οδηγήσουν εις τον βωμόν του θεού των Σεράπιδος, δια να θυσιάση και χωρίς την θέλησίν του· ο δε Μάμας δεν εφοβήθη παντελώς τας απειλάς του, αλλά του είπε· «Δεν έχεις εξουσίαν να τιμωρής, ούτε να απειλής εκείνον, όστις ανετράφη από μίαν τοιαύτην μεγίστην και περιφανεστάτην μητέρα, ως η Αμμία, και όστις εκληρονόμησεν από αυτήν τοσούτον πλούτον». Ο δε Δημόκριτος ακούσας ταύτα, και πληροφορηθείς από τους περιεστώτας λεπτομερώς τα περί της μακαρίας μμίας και του Μάμαντος, γνωρίζων δε ότι δεν επιτρέπεται να τιμωρή τους εκ πατρικίων άνευ αδείας του βασιλέως, τον απέστειλε σιδηροδέσμιον εις τον αυτοκράτορα Αυρηλιανόν, γράψας και τας πράξεις αυτού. Ο δε βασιλεύς λαβών και αναγνώσας τα γράμματα του Δημοκρίτου μετεχειρίσθη με μεγάλην πανουργίαν τον παίδα, διότι φέρων έμπροσθέν του αυτόν άλλοτε μεν τον εφοβέριζε, άλλοτε δε του υπέσχετο πλούσια δώρα και μεγάλας τιμάς, λέγων εις αυτόν· «Αν, ω καλέ νέε, θυσιάσης εις τον μεγάλον Σέραπιν, αφ’ ενός μεν θέλεις ανατραφή βασιλικώς, διαμένων ομού με ημάς εις τα ανάκτορα, αφ’ ετέρου δε πολλοί θέλουν σε θαυμάσει και επαινέσει». Ο δε καλός Μάμας ούτε από τας απειλάς εφοβείτο και εδουλώνετο ούτε από τας υποσχέσεις και κολακείας εμαλάσσετο ή εψύχετο ο ζήλος αυτού, ηύξανε δε μάλλον η προθυμία του περισσότερον και έλεγε· «Μη γένοιτο, ω βασιλεύ, να τιμήσω εγώ είδωλα κωφά και άψυχα! Θαυμάζω δε πως σεις εγίνατε τοσούτον παχείς και αναίσθητοι, και καταδέχεσθε να τιμάτε τοιαύτα ξυστά και χειροποίητα ξόανα! Παύσον όθεν τας απειλάς και τας μεγάλας υποσχέσεις, διότι τιμωρών θέλεις με ευεργετήσει, ευεργετών δε τώρα θέλεις με ζημιώσει κατά πολύ, επειδή ιδική μου τιμή και κέρδος είναι να αποθάνω δια τον Χριστόν». Θυμωθείς δια ταύτα ο Αυρηλιανός κατά του παιδός, διέταξε να δείρουναυτόν με ράβδους. Όθεν εξεσχίζετο το απαλόν και τρυφερόν σώμα του φρονιμωτάτου παιδός, ούτος δε υπομένων αγογγύστως του εφαίνετο πως πάσχει εν ονείρω. Ο δε βασιλεύς και εις ταύτην την ώραν των βασάνων μεγάλην προσπάθειαν κατέβαλε δια να αμβλύνη και μετατρέψη την γνώμην του παιδός, λέγων εις αυτόν· «Ειπέ μόνον με τα χείλη πως θυσιάζεις, και ευθύς θέλεις ελευθερωθή από πάσαν τιμωρίαν και βάσανον». Ο δε Μάμας είπεν· «Ουδέποτε, ω βασιλεύ, θέλω αρνηθή ούτε δια των χειλέων ούτε με την καρδίαν τον μόνον αληθινόν Βασιλέα Χριστόν, εάν και αναρίθμητα κατ’ εμού επινοήσης βασανιστήρια· αλλά μάλιστα πολύ σε ευχαριστώ, ότι δια μέσου των βασάνων αυτών με φιλιώνεις περισσότερον με τον ποθούμενόν μου Χριστόν· παρακαλώ δε να μη κουρασθούν αι χείρες των δημίων, αλλά να ενδυναμωθούν περισσότερον· διότι καθώς βλέπω γίνονται εις εμέ πρόξενοι μεγάλων αγαθών». Βλέπων ο Αυρηλιανός ότι εις ουδέν ελογίζετο ο Άγιος τας πληγάς και τας μάστιγας, τας οποίας του έδιδε, διέταξε ν τον απογυμνώσουν και να κατακαίουν με λαμπάδας πυρός ολόκληρον το σώμα του δια να αναλύη τούτο ολίγον κατ’ ολίγον, και ούτω με την βραδύτητα να αισθάνεται δριμύτερον και πικρότερον τον πόνον της βασάνου. Εγένετο όθεν και η σκληρά αύτη βάσανος εις τον ακατάβλητον παίδα και ήγγιζον αι ανημμέναι λαμπάδες το μαρτυρικόν του σώμα· αλλ’ όμως το πυρ ηυλβείτο τον αθλητήν και ίστατο ο Μάρτυς ατάραχος άνευ τινός πόνου ή βλάβης, ήναπτε δε μάλλον και εφλογίζετο από τον θυμόν του ο τύραννος βλέπων ταύτα. Προσέταξεν όθεν να δέρουν τον Μάρτυρα και να κτυπούν αυτόν με λίθους· ο Άγιος όμως έμενεν αβλαβής ωσάν να ελιθοβολείτο με άνθη και τριαντάφυλλα, και έχαιρε με τας ελπίδας τού μέλλοντος αιώνος. Απορών όθεν ο Αυρηλιανός, και μη γνωρίζων τι να πράξη, βλέπων δε τον Μάρτυρα αήττητον εις όλας τας βασάνους, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του μίαν σφαίραν μολυβδίνην και ούτω να τον ρίψωσιν εις το μέσον του πελάγους. Οδηγουμένου όθεν του Μάρτυρος εις την θάλασσαν, ιδού αίφνης Άγγελος Κυρίου εμφανισθείς καθ’ οδόν με μορφήν φοβεράν ηπείλησε δι’ ανθρωπίνης φωνής τους στρατιώτας, οίτινες φοβηθέντες αφήκαν τον Μάρτυρα και ανεχώρησαν, τον δε Μάρτυρα προσέταξεν ο Άγγελος να αναβή εις το όρος της Καισαρείας και να παραμείνη εκεί. Ελθών ο Μάμας εις το όρος έμεινεν εις αυτό, εντός δε τεσσαράκοντα ημερών έκτισε και Ναόν εις τον τόπον, εις τον οποίον είχε συνήθειαν να προσεύχεται. Αλλ’ επειδή έπρεπε, κθώς λέγει ο Απόστολος, να εργάζηται με τας ιδίας του χείρας, ήρχοντο εις τον Άγιον δια θείας δυνάμεως άγρια ζώα, και αμέλγων το γάλα εκείνων των οποίων ετρώγετο, το έκαμνε τυρόν, εβάσταζε δε δια τον εαυτόν του ολίγον, το δε επίλοιπον κατήρχετο εις την Καισάρειαν και το διένεμεν εις τους πτωχούς. Ηγεμόνευε δε τότε εις την Καππαδοκίαν έτερος ηγεμών ονόματι Αλέξανδρος, άνθρωπος κατά πολύ σκληρός και ασεβέστατος· επειδή δε η φήμη εκήρυττε πανταχού τον Μάμαντα, μαθών περί αυτού ο ηγεμών, έστειλεν ιππείς τινας δια να τον συλλάβουν και να τον φέρουν ενώπιόν του. Προγνωρίσας ο Μάρτυς δια της ενοικούσης εις αυτόν θείας Χάριτος την έλευσίν των εξήλθεν εις απάντησιν αυτών· συναντηθέντες δε και μη γνωρίζοντες οι στρατιώται τον Άγιον, ηρώτων αυτόν αν γνωρίζη που ευρίσκεται ο Μάμας, ο δε Μάρτυς είπεν εις αυτούς· «Κατά το παρόν, ω φίλοι, πρέπει να αναπαυθήτε· καταβήτε όθεν από τους ίππους σας και έλθετε μετ’ εμού να γευθώμεν τροφής, κατόπιν δε εγώ θέλω σας δείξει τον Μάμαντα». Εφιλοξενούντο όθεν ούτοι από τον Άγιον δια τυρού και άρτου και έτρωγον με μεγάλην όρεξιν, εκείνα τα οποία τους προσέφερεν ο καλός φιλευτής· ήλθον δε τότε κατά την συνήθειαν κι τα άγρια ζώα δια να αμελχθούν από τον Άγιον, τα οποία ευθύς ως είδον οι στρατιώται εφοβήθησαν κατά πολύ, και εγκαταλείποντες το φαγητόν προσέδραμον εις τον Μάρτυρα δι να τους βοηθήση· ο δε Άγιος τους ενεθάρρυνεν· είτα δε θέλων να τους απαλλάξη και από κάθε φροντίδα, τους είπεν· «Εγώ είμαι ο Μάμας, τον οποίον ζητείτε· όθεν σας παρακαλώ επιστρέψατε εις την Καισάρειαν και εγώ έρχομαι ταχέως». Οι στρατιώται ταύτα ακούσαντες εθαύμασαν και ανεχώρησαν ευθύς, πεισθέντες ότι τοιούτος άνθρωπος δεν θα τους έλεγε ποτέ ψεύματα. Ο δε απτόητος του Χριστού Μάρτυς Μάμας ανεχώρησεν από το όρος και έφθασε τους ιππείς στρατιώτας εις την θύραν της πόλεως, εις την οποίαν ούτοι ανέμενον· όθεν λαβόντες αυτόν τον ωδήγησαν εις τον Αλέξανδρον, όστις ευθύς ως τον είδε του είπε· «Συ είσαι ο περιβόητος μάγος Μάμας»; Ο δε Μάρτυς μετά συνέσεως είπεν· «Εγώ είμαι ο Μάμας, δούλος του Χριστού, του σώζοντος μεν εκείνους, οίτινες πιστεύουσιν εις Αυτόν κι ποιούσι το άγιον Αυτού θέλημα, παραδίδοντος δε εις αιώνιον πυρ τους μάγους και ειδωλολάτρας. Αλλ’ όμως δια ποίαν αιτίαν απέστειλες τους στρατιώτας και με έφεραν εδώ»; Ο δε ηγεμών είπε: «Διότι δεν δύναμαι να εννοήσω με ποίας μαγείας εξημερώνεις τα άγρια ζώα, και συναναστρέφονται μαζί σου, και τα προστάζεις ως να ήσαν λογικά»; Ο δε Μάρτυς, διακόπτων τον λόγον του, είπεν· «Όστις υπηρετεί τον μόνον αληθινόν και αιώνιον Θεόν καταφρονεί τας μαγείας και τα είδωλα. Πρέπει δε να θαυμάζης πως, αν και είναι άλογα και ανόητα ζώα, ευλαβούνται τον εμόν Δεσπότην και Θεόν και τιμώσι τους δούλους του, σεις όμως είσθε κατά πολύ αλογώτεροι και από αυτά· διότι έχοντες προ οφθαλμών και τοιούτον παράδειγμα, δεν θέλετε να γνωρίσετε την αλήθειαν». Ο δε ηγεμών, επειδή δεν ηδύνατο να αποκριθή, εβίαζεν έτι περισσότερον τον Μάρτυρα και έλεγε· «Διατί ήλθες εις τόσην αυθάδειαν και μωρίαν, ώστε να εναντιώνησαι εις τας βασιλικάς προσταγάς, και να υβρίζης και ημάς αναισχύντως; Αλλ’ όμως τα βασανιστήρια και αι τιμωρίαι θέλουν σε διδάξει το πρέπον». Και παρευθύς προσέταξε να τον κρεμάσουν και να τον ξεσχίζουν με δύναμιν. Ο δε καλλίνικος του Χριστού Μάρτυς και με όλον ότι εξεσχίζετο ούτω πικρώς, παρέμενεν όμως γενναίος ωσάν να μη ησθάνετο κανένα πόνον, εις τον ουρανόν μόνον ενατενίζων και εκείθεν την παρηγορίαν εκδεχόμενος· ο δε ηγεμών βλέπων την καρτερίαν τού νέου διέταξε να ξεσχίζουν έτι περισσότερον τον Μάρτυρα. Τότε ηκούσθη ουρανόθεν θεία φωνή και συν αυτή εμετριάσθησαν οι πόνοι του Αγίου και ανεδείχθη νικητής των βασάνων και των τιμωριών. Ταύτα πολλοί Χριστιανοί ακούσαντες και μαθόντες εστερεώνοντο περισσότερον εις την πίστιν του Χριστού. Ο δε Αλέξανδρος, βλέπων τον γενναίον Μάμαντα μη πτοούμενον εκ των σιδηρών ονύχων και των εκδορών, αυτός μάλλον από την μανίαν και οργήν περισσότερον εσπαράσσετο την καρδίαν, και τον μεν Άγιον κατέβασεν απ’ εκεί, ητοίμασαν δε κάμινον πυρός δια να τον ρίψουν εντός αυτής. Ητοιμάζετο όθεν η κάμινος, ο δε ηγεμών εσκέφθη να εγκλείση εν τω μεταξύ τον Μάρτυρα εις την φυλακήν, ίνα στοχαζόμενος εκεί με περισσοτέραν προσοχήν τας βασάνους τας οποίας έλαβε, και την κάμινον, ήτις μέλλει να τον δεχθή, γίνη ίσως μαλακώτερος εις δευτέρας αποκρίσεις και αλλάξη γνώμην. Εφυλάκισαν όθεν τον Άγιον, αυτός δε εύρεν εκεί ετέρους τεσσαράκοντα Χριστιανούς εγκεκλεισμένους· προσευχηθείς δε εις τον Θεόν ελύθησαν τα δεσμά των, και ηνεώχθησαν αι θύραι της φυλακής, εκείνοι δε έφυγον άνευ τινός κόπου· ο δε Άγιος έμεινε μόνος εις την φυλακήν, ενισχυόμενος υπό θείου Αγγέλου δια τους αγώνας, εις τους οποίους έμελλεν εισέτι να αποδυθή. Κατά το διάστημα τούτο εκαύθη και η κάμινος. Ο δε ηγεμών, αφήνων όλας τας άλλας του φροντίδας, εκάλεσε πάλιν τον Μάρτυρα εις το κριτήριον και του είπε· «Βεβαίως αι φροντίδες, τας οποίας έχομεν εις άλλας υποθέσεις, και ο χρόνος, όστις παρήλθε, θα σου έδωσαν την ευχέρειαν να αναλογισθής το συμφέρον σου· ει δε και δεν εσυνετίσθης, βλέπε την κάμινον, εις την οποίαν ριπτόμενος κατά πολύ θέλεις κλαύσει ανωφελώς». Ο δε γενναίος Μάρτυς είπεν· «Εγώ, ω ηγεμών, και πρότερον σου απεκάλυψα την απόφασίν μου· τι κοπιάς όθεν άνευ λόγου; Ήρχισας, δώσε τέλος και μη βραδύνης να εκτελέσης εκείνα τα οποί ηπείλησς». Ακούσας ταύτα ο ηγεμών, τον έρριψεν ευθύς εις την κάμινον. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, όστις εδρόσισε την κάμινον των τριών Παίδων, εκείνος ήτο και ώδε παρών αφανίζων του πυρός την ενέργειαν. Ο δε Μάρτυς συνανεστρέφετο με την φλόγα ωσάν να ευρίσκετο εις πολυανθή και δροσόλουστον κήπον· όθεν καθ’ όλον το διάστημα, κατά το οποίον ήτο εις την κάμινον, υμνολόγει και εδόξαζε τον Θεόν. Αφού δε εμαράνθη η φλοξ και εγένοντο και οι άνθρακες στάκτη, προσέταξε τους δημίους ο ηγεμών να εξαγ΄γουν εκ της καμίνου, εάν απέμεινε κανέν λείψανον μαρτυρικόν. Φθάσαντες δε αυτοί εις την κάμινον, ήκουσαν τον Μάρτυρα δοξολογούντα μεγαλοφώνως τον Θεόν· επιστρέψαντες δε εις τον ηγεμόνα, του ανήγγειλαν το υπερφυές εκείνο θαύμα· εκείνος όμως ο εσκοτισμένος την διάνοιαν είπεν· «Μάρτυς μου ο μέγας Σέραπις και όλοι οι άλλοι θεοί, τούτο είναι φανερά μαγεία». Τοσαύτην μωρίαν είχεν ο αναίσθητος! Το δε πλήθος, βλέπον τον αθλητήν όλως υγιά και αβλαβή, εδόξαζον, όσοι ήσαν δεκτικοί φωτός και αληθείας, τον Θεόν, τον ποιούντα τοιαύτα θαυμάσια. Ο δε κατά πάντα ανόητος ηγεμών, βλέπων εις το κριτήριόν του τον Μάρτυρα ιστάμενον απαθή και μη έχοντα ούτε τρίχα της κεφαλής του κεκαυμένην, τον ωνόμαζε μάγον και απατεώνα. Ο δε Μάρτυς ουδέ καν ηθέλησε να του αποκριθή. Προσέταξεν όθεν ο ασεβής τύραννος να ρίψουν τον Άγιον εις τα θηρία δια να τον κατασπαράξωσιν· ο δε Μάρτυς εβάδιζε και εις αυτήν την δοκιμασίαν μειδιών, ότε δε εισήλθον εις το στάδιον αφήκαν μίαν πάρδαλιν και μίαν άρκτον δια να επιτεθώσιν εναντίον αυτού, αλλ’ η μεν άρκτος πλησιάσασα τον προσεκύνει και εκυλίετο ευλαβώς έμπροσθεν των ποδών του, η δε πάρδαλις ελαφρώς, ηρέμως και ανενοχλήτως πηδήσασα εις τους ώμους του εσπόγγιζε και έλειχε με την γλώσσαν της τους ιδρώτας αυτού. Ούτω τα του ηγεμόνος θηρία συμπεριεφέρθησαν εις τον Μάρτυρα, το δε πλήθος βλέποντες την θείαν δύναμιν του Μάρτυρος εδοξολόγουν τον αληθή τούτου Θεόν. Ταύτα τα θαυμάσια αρκετά ήσαν και λίθους να μαλάξουν, ο ηγεμών όμως επί τοσούτον εσκληρύνετο. Όθεν εξαπέλυσεν εναντίον του Αγίου ένα λέοντα, ο οποίος όσον άλλοτε εξηγριώνετο εναντίον των ασεβών και τους έδιδε πικρόν θάνατον, τόσον ηρέμως και ταπεινώς επλησίασεν εις τον Άγιον Μάρτυρα. Απελπισθείς όθεν ο ηγεμών, προσέταξεν ανδρείον τινά από τους ανθρώπους του να θανατώση τον Άγιον, εκείνος δε λαβών με τας δύο του χείρας εν ακόντιον φέρον τρίλογχον σιδηράν περόνην διεπέρασε δια ταύτης από του ενός μέρους μέχρι του ετέρου τα σπλάγχνα του Αγίου. Ο δε τρισόλβιος Μάρτυς εβάστασε δια των χειρών του τα σπλάγχνα του, τα οποία εξεχύθησαν ομού με το αίμα του, μία δε γυνή ευσεβής έδραμε και έλαβε εις δοχείον εκ του μαρτυρικού εκείνου αίματος. Εβάδισε δε ο Μάρτυς ούτω κρατών με τας χείρας του τα σπλάγχνα του έως δύο στάδια. Φθάσας δε εις εν σπήλαιον, επειδή ήτο πλέον καιρός να δράμη εις τον αγωνοθέτην Χριστόν και να αναπαυθή εκ των κόπων, παρέδωκεν εκεί την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, ηκούσθη δε τότε και θεία φωνή καλούσα άνωθεν τον αθλητήν εις τας αϊδίους εκείνας σκηνάς και εις την εκείθεν λαμπρότητα και τρυφήν, εις τας οποίας και διέβη τη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου μηνός, ων γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.