Βαβύλας ο αγιώτατος διδάσκαλος έζη, όταν ο βασιλεύς Μαξιμιανός ευρίσκετο
εις την Νικομήδειαν και εκίνει διωγμόν κατά των Χριστιανών εν έτει (298). Τότε
από τον φόβον των εκρύπτοντο οι Χριστιανοί, προσελθών δε εις τον Μαξιμιανόν εις
από τους ειδωλολάτρας λέγει: «Βασιλεύ, κάτωθεν μιας κρυπτής γέφυρας κάθηται
γέρων τις, ονόματι Βαβύλας, και διδάσκει τα των αφρόνων Χριστιανών παιδία να
σέβωνται μεν τον Εσταυρωμένον, να αποστρέφωνται δε τους θεούς». Παρευθύς όθεν
εστάλησαν μετ’ αυτού στρατιώται και έφεραν έμπροσθεν του βασιλέως τον
διδάσκαλον Βαβύλαν ομού με τους μαθητάς του, ογδοήκοντα τέσσαρας όντας τον
αριθμόν· όθεν ο Μαξιμιανός λέγει προς αυτόν· «Διατί, ω γέρον, είσαι τόσον
πεπλανημένος και πιστεύεις ένα άνθρωπον βιοθανή και κακοθάνατον, τον οποίον
εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι; Διατί δεν προσκυνείς τους θεούς, τους οποίους προσκυνεί
όλη η οικουμένη; Και διατί εξαπατάς τα νήπια των ανοήτων Χριστιανών και
διδάσκεις αυτά να μη προσκυνούν τους θεούς»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Οι θεοί των
εθνών, βασιλεύ, είναι δαιμόνια, ο δε ιδικός μας Θεός εποίησε τους ουρανούς και
την γην και πάντα τα εν αυτή· συ δε και οι μετά σου ειδωλολάτραι, τυφλοί όντες,
δεν βλέπετε την αλήθειαν». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς ήναψεν από τον θυμόν και
ευθύς προστάσσει να κτυπούν τέσσαρες στρατιώται με πέτρας εις τας παρειάς, εις
τας πλευράς και εις τας κνήμας τον Άγιον. Ο δε Άγιος, βλέπων το σώμα του, ότι
εκοκκίνισεν όλον από το αίμα, εδόξαζε μεγαλοφώνως τον Θεόν λέγων· «Ευχαριστώ
σοι, Κύριε, ότι εμέ τον γέροντα και ασθενή έδειξας δυνατώτερον από βασιλέα νέον
και δυνατόν». Όθεν επειδή είπε ταύτα, δια τούτο με τους αυτούς λίθους κτυπάται
ο Άγιος κατά τους αστραγάλους και κατά τους ώμους· και αφ’ ου συνετρίβησαν όλα
τα άρθρα και αι αρμονίαι του σώματός του, δέχεται αλυσίδας βαρείας εις τον
λαιμόν και ούτω τίθενται οι πόδες του εις το τιμωρητικόν ξύλον και κλείεται εις
φυλακήν. Τότε ήρχισεν ο βασιλεύς να κολακεύη τα ογδοήκοντα τέσσαρα παιδία και
να τα παρακινή να θυσιάσουν εις τους θεούς· τα δε παιδία ουδόλως απεκρίνοντο
εις αυτόν, αλλά συχνάκις έστρεφον και έβλεπον άλληλα· χωρίσας δε από αυτά τα
δέκα, τα πλέον μεγάλα κατά την ηλικίαν, λέγει προς αυτά· «Σεις, ω τέκνα μου, ως
φρόνιμα που είσθε, καταπεισθήτε εις τους λόγους μου και θυσιάσατε εις τους
θεούς και θα κατοικήτε ομού με εμέ εις το ανάκτορον δια να απολαμβάνητε πολλά
αγαθά». Δύο δε από αυτά, Αμμώνιος και Δονάτος ονομαζόμενα, είπον προς τον
βασιλέα: «Ημείς είμεθα πιστοί Χριστιανοί και δια τούτο δεν θα υποφέρωμεν ποτέ
να θυσιάσωμεν εις κωφούς και αλάλους δαίμονας». Όθεν δια τα λόγια ταύτα
δέρονται υπό των στρατιωτών τα του Χριστού αρνία και δερόμενα εγένοντο περισσότερον
ανδρεία και εφώναζον συνεχώς· «Χριστιανοί είμεθα και δεν θυσιάζομεν εις τους
θεούς σου, αλλά ας είναι ανάθεμα εις σε και εις αυτούς». Τότε προστάσσει ο
τύραννος να δαρούν όλα δυνατά και να ριφθούν εις την φυλακήν, κανείς δε να μη
δώση άρτον εις αυτά, έως ου αποθάνουν από την πείναν. Έπειτα προστάσσει να
κρεμασθή ο διδάσκαλος αυτών Βαβύλας και να δαρή με ωμά νεύρα βοών, ηρώτα δε
έκαστον παιδίον, εάν αρνήται τον Χριστόν και τον διδάσκαλόν του. Επειδή δε
εκείνα εις τούτο δεν επείθοντο, δια τούτο προσέταξεν ο τύραννος να θανατωθούν
δια ξίφους τόσον αυτά, όσον και ο διδάσκαλός των. Απαγόμενος δε ο Άγιος ομού με
τους ογδοήκοντα τέσσαρας μαθητάς του εις τον τόπον της καταδίκης, έψαλλεν·
«Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός». Πρώτος λοιπόν ο θείος Βαβύλας
απεκεφαλίσθη, κατά την προσταγήν του βασιλέως· έπειτα απεκεφαλίσθησαν και τα
παιδία. Χριστιανοί δε τινες, ελθόντες δια νυκτός, έθηκαν τα λείψανα των Αγίων
εντός μικρού πλοίου και τα έφεραν εις την Κωνσταντινούπολιν και ούτω θέσαντες
αυτά μέσα εις τρία κιβώτια τα ενεταφίασαν έξω του τείχους της Πόλεως κατά το
βόρειον μέρος, όπου είναι Μοναστήριον, Χώρα επονομαζόμενον
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016
Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βαβύλας Επίσκοπος Αντιοχείας και οι συν αυτώ τρεις Παίδες
Τη Δ΄ (4η)
του αυτού μηνός Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΒΑΒΥΛΑ, Επισκόπου Αντιοχείας, και
των συν αυτώ Τριών Παίδων.
Βαβύλας ο ιερώτατος και θαυμάσιος Μάρτυς, διαδεχθείς κατά τον Ευσέβιον
(βιβλ. στ΄ κεφ. κθ΄) τον Ζεβίνον, αρχιεράτευεν εις τον αγιώτατον θρόνον της
Αντιοχείας κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου Νουμεριανού, όστις δεξάμενος την
βασιλείαν από τον πατέρα του Κάρον, εν έτει σπγ΄ (283), διεδέχθη και όλην την
ασέβειαν εκείνου. Ευθύς όθεν ως εβασίλευσεν ο μιαρός εκείνος εκίνησε μέγαν
διωγμόν εναντίον των Χριστιανών, και τους εθανάτωνε με πικρότατον θάνατον.
Ελθών δε ο ασεβής ούτος και εις την Αντιόχειαν, έκαμνε και εκεί τας ακαθάρτους
θυσίας του εις τον μιαρόν ναόν της Δάφνης, ως ο πατήρ του σατανάς τον εδίδαξεν,
ηθέλησε δε να μιάνη και Εκκλησίαν των Χριστανών εισερχόμενος εις αυτήν. Ούτος ο
μιαρός εκτός των άλλων κακών έκαμε και τούτο· τον υιόν του βασιλέως των Περσών,
τον οποίον είχε λάβει ως όμηρον δια την μετά των Περσών ειρήνην και τον οποίον
έφερε μαζί του, αθετών πάντα νόμον ανηλεώς κατέσφαξεν, ούτω δε μεμολυσμένος από
τον φόνον και από τας θυσίας των ειδώλων ηθέλησε να υπάγη να μολύνη και την
Εκκλησίαν των Χριστιανών, νομίζων τούτο μέγα κατόρθωμα προς θεραπείαν των
δαιμόνων. Ο δε θείος Βαβύλας, ακούσας και μαθών τον μιαρόν σκοπόν τού βασιλέως,
εσύναξε το πλήθος των ευσεβών και ενδυναμώσας αυτό με ευχάς και δεήσεις προς
τον Θεόν, παρεκίνησε τους πιστούς να αντισταθούν ομού με αυτόν και να μη
αφήσουν ούτε τον βασιλέα ούτε τους ανθρώπους του να έμβουν εις την Εκκλησίαν.
Τότε με μίαν ορμήν οι Χριστιανοί, απωθούντες στρατιώτας, δορυφόρους και
αξιωματικούς, τους έρριψαν ατίμως και με πληγάς εις την γην· και αυτόν δε τον
ίδιον τον βασιλέα, ως επλησίασεν εις την Εκκλησίαν, τον ωνείδισεν ο Άγιος και
απλώσας την δεξιάν χείρα εις το στήθος του, του ημπόδισε την είσοδον. Τότε ο
τύραννος, θαυμάσας την παρρησίαν του Αγίου και ευλαβηθείς την μεγάλην φήμην,
έτι δε φοβηθείς και εκ του πλήθους μήπως γίνη αποστασία, επρόσταξε με ησυχίαν
να επιστρέψωσιν εις το παλάτιον. Την άλλην ημέραν, αποστείλας ο βασιλεύς
στρατιώτας, έφερε τον Άγιον ενώπιόν του και λέγει προς αυτόν μετ’ οργής·
«Αθλιώτατε πάντων ανθρώπων, πως ετόλμησες να εμποδίσης την εξουσίαν μου από την
είσοδον της Εκκλησίας σου; Εις ποίον εθάρρησας και ύβρισας και ητίμασας το
κράτος μου; Ή δεν γνωρίζεις πόσον κακόν ανυπόφορον είναι να υβρίση τις και να
καταφρονήση βασιλικήν μεγαλειότητα»; Ο δε Άγιος του λέγει· «Εγώ, βασιλεύ, ποτέ
μου δεν εθάρρησα ούτε ήλπισα εις καμμίαν επίγειον δύναμιν, όλον μου δε το
θάρρος και η ελπίς ήτο και είναι εις τον ουράνιον Βασιλέα, τον αληθινόν Θεόν,
αυτός και με κατέστησε ποιμένα προβάτων λογικών και δεν μου επιτρέπει να
κοιμώμαι εις την επιδρομήν του λύκου. Εγώ γνωρίζω κάλλιστα, ότι είναι μεγάλη
τόλμη και αυθάδεια να υβρίζη τις τον βασιλέα· δεν ύβρισα λοιπόν την βασιλεία
σου, αλλά σε ημπόδισα από την ύβριν όπου έμελλες να κάμης εις τα άγια· και εις
τούτο μάλιστα, βασιλεύ, έπρεπε να μοι γνωρίζης μεγάλην χάριν, ότι σε ημπόδισα
από τοιούτον κακόν και βλαβερόν επιχείρημα, δια το οποίον ήθελες περιπέσει εις
οργήν θεϊκήν και να καταντήσης εις τα βάραθρα πικροτάτων τιμωριών». Τότε λέγει
προς τον Άγιον ο βασιλεύς· «Αντί να ζητής μέ ταπείνωσιν συμπάθειαν δι΄ εκείνα
εις τα οποία αυθαδίασες εις το κράτος μου, συ ακόμη μας χλευάζεις και
περιγελάς»; Και ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ όχι την βασιλείαν σου, αλλά ούτε τον
πλέον μικρότατον δεν είμαι ικανός να περιγελάσω, επειδή πας άνθρωπος είναι
πλάσμα και εικών του Θεού. Αλλ’ όταν ο κίνδυνος είναι δια τον Θεόν…» Περικόψας
όμως ο τύραννος τον λόγον του Αγίου του λέγει· «Άφες τους πολλούς αυτούς λόγους
και εάν θέλης να σε συμπαθήσω δια το τόλμημά σου εκείνο, θυσίασον εις τους
αθανάτους θεούς». Ο Άγιος όμως συνέχισε την απολογίαν του εις την πρώτην
κατηγορίαν του βασιλέως, τελειώσας δε την απολογίαν προσέθεσεν, ότι τώρα πλέον
είναι έτοιμος να υποστή δια την τιμήν του Θεού οιονδήποτε κίνδυνον. Δια δε την
θυσίαν αποκριθείς ο Μάρτυς είπε· «Δεν είναι δυνατόν, βασιλεύ, να φήσω τον ζώντα
Θεόν και να λατρεύσω είδωλα, τα οποία και να ονομάση μόνον θεούς αισχύνεται
εκείνος, όστις θέλει να είναι ευσεβής». Του λέγει και πάλιν ο τύραννος· «Εκείνα
τα οποία έλεγον πρότερον, αυτά σου λέγω και τώρα· άφες την πολυλογίαν και
θυσίασε εις τους θεούς, ει δε και δεν κάμης τον λόγον μου, θέλει σε αφανίσει το
κράτος μου». Προς ταύτα απεκρίθη ο Αθλητής· «Εγώ, βασιλεύ, πολλά επεθύμουν να
σε εξαγάγω από το σκότος αυτό το οποίον εκάλυψε τον νουν σου, μήπως ήθελες
απαλλαγή, ταλαίπωρε, από εκείνας τας αιωνίους κολάσεις, αι οποίαι σε αναμένουν.
Αλλά τώρα βλέπω, ότι δεν φθάνει ότι έχεις να υπάγης συ εις την απώλειαν, αλλά
προσπαθείς να απολέσης και άλλους και αυξάνεις το πυρ της γεέννης εναντίον σου,
άθλιε· όμως φοβερόν είναι το να πέση τις εις χείρας Θεού ζώντος, να αποφύγη δε
κανείς την οργήν Του είναι παντελώς αδύνατον». Εις τους λόγους τούτους του
Μάρτυρος θαυμάσας ο βασιλεύς την παρρησίαν και σύνεσιν αυτού, με πραότητα τον
ηρώτησε λέγων· «Ω διδάσκαλε των παιδίων, ημπορείς να μου ερμηνεύσης τι πράγμα
είναι ο Θεός»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Αδύνατον είναι, ω βασιλεύ, να εξηγήση
άνθρωπος, αλλ’ ούτε και Άγγελος, οποίας φύσεως είναι ο Θεός, διότι είναι
ανεκδιήγητος, ακατάληπτος και εις ανθρωπίνους λογισμούς αχώρητος· αρχή και
σύστασις των απάντων, βασιλεύς και Κύριος, δοτήρ παντός αγαθού και μηδενός
δεόμενος. Πρώτον εποίησε τας αγγελικάς αϋλους δυνάμεις, δεύτερον εποίησε τον
άνθρωπον και όλον τον φαινόμενον κόσμον και τον εστόλισε με μυρία και διάφορα
αγαθά, έπλασε τον άνθρωπον και τον ετίμησε να εξουσιάση όλα τα κτίσματα του
ορωμένου κόσμου, χαρίζων εις αυτόν ως βασιλέα βασίλειον προς κατοικίαν, το
κάλλιστον πάντων των ποιημάτων, τον Παράδεισον. Και θέλων ακόμη ο Θεός να δείξη
εις τον άνθρωπον εις πόσην τιμήν και αξίαν τον ηξίωσε και υπερέβη ασυγκρίτως τα
επίλοιπα ζώα, τον επρόσταξε και έδωκεν εις έκαστον ζώον ίδιον όνομα· του έδωκε
δε και την γυναίκα δια σύντροφον· και εδώ εφανέρωσεν άλλην υπεροχήν εις τον
άνθρωπον, ότι δι’ αυτόν έπλασε την γυναίκα από την πλευράν αυτού». «Εκτός δε τούτων
απάντων εχάρισεν ο Θεός, ως φύσει αγαθός, εις τον άνθρωπον το λογικόν με
γνωστικάς δυνάμεις, με τα οποία χαρίσματα δύναται να συνομιλή με τον ίδιον
ύψιστον Θεόν με καθαρότητα, καθώς οι Προφήται και αι μυριάδες των Αγίων· όμως ο
πρώτος άνθρωπος περισσότερον επίστευσε τον εχθρόν του διάβολον, παρά τον Θεόν,
όστις τον έπλασε και ετίμησεν. Επείσθη λοιπόν εις την ολέθριον συμβουλήν του
εχθρού, παρέβη την ζωοπάροχον εντολήν του Θεού και ούτως εξέπεσεν, εδιώχθη του
Παραδείσου και κατήντησεν από την αθανασίαν εις τον θάνατον. Τι μεγαλυτέρα
αχαριστία εις τον άνθρωπον, από του να προτιμήση ένα και μόνον ρήμα της κακής
συμβουλής τού εχθρού, περισσότερον από τα τόσα αγαθά τα οποία του εχάρισεν ο
Θεός; Ήτο λοιπόν δίκαιον να τον εξαλείψη ευθύς ο Θεός, αλλά η αγαθότης του
πάλιν τον ηλέησε και με τρόπους άκρας συμπαθείας τον έφερεν εις την αρχαίαν
τιμήν· και έδειξεν ο Θεός, ότι ανίσως και μυρίας φοράς σφάλωμεν, πάλιν υτός, ως
αγαθός, οικονομεί την σωτηρίαν μας». Ακούων ταύτα ο ασύνετος Νουμεριανός, αφ’
ενός μεν από φυσικήν παχύτητα του νοός, εξ ετέρου δε από προαίρεσιν πονηράν,
και τρίτον από κακήν και ολέθριον συνήθειαν, δεν ήκουσε καν ολίγον τα λεγόμενα.
Εντραπείς όμως τους παρεστώτας, προσεποιήθη ότι ηννόησε τα όσα ήκουσεν από τον
Άγιον, και τον ηρώτησε πάλιν λέγων’ «Τι πράγμα είναι ο άνθρωπος»; Ο δε Άγιος
απεκρίθη· «Ο άνθρωπος, καθώς και πρότερον είπον, είναι από όλα τα πράγματα και
ζώα του κόσμου τούτου τιμιώτατον, είναι ζώον ημερώτατον, μεταδοτικόν και
ηγαπημένον το εν μετά του άλλου, παρ’ όλον ότι τινές άνθρωποι από κακήν
προαίρεσιν γίνονται αγριώτεροι και των θηρίων». Εις τούτους πάλιν τους λόγους
του Αγίου, ο ασύνετος βασιλεύς απεκρίθη λέγων· «Μα τους μεγάλους θεούς, ο
Βαβύλας είναι σοφώτατος και αληθεύει η μεγάλη του φήμη· όμως εάν ήθελε θυσιάσει
εις τους θεούς, ήθελε γίνει τέλειος κατά πάντα και ήθελε τιμηθή δια πολλών και
μεγάλων αξιωμάτων». Ακούσας ταύτα ο Άγιος ηγανάκτησε μετά μεγάλης λύπης, επειδή
αφού ήκουσεν ο μιαρώτατος κι ανάξιος βασιλεύς τοσούτους αληθείς και ιερούς
λόγους, εξακολουθεί να αναγκάζη τον Άγιον εις το να προσφέρη θυσίαν εις τους
δαίμονας. Όθεν λέγει προς τον βασιλέα: «Ποία είναι τα ταξίματά σου και τι
αξίζουν τα ψευδή αγαθά σου ενώπιον της ευσεβείας, της οποίας δεν είναι καν εις
το ολίγον αντάξιος ο κόσμος όλος και όστις υστερείται από την ευσέβειαν είναι
πτωχός και δυστυχής, και εδώ και εις την άλλην ζωήν»; Ταύτα ακούσας ο ασεβής
Νουμεριανός εδαιμονίσθη από τον μεγάλον θυμόν και ευθύς επρόσταξεν ένα μέγαν
άρχοντα, ονόματι Ουϊκτωρίνον, όμοιόν του εις την ασέβειαν, και έβαλε σίδηρα εις
τον λαιμόν του Αγίου και τον περιέφερεν εις όλην την χώραν, δια να εντραπή
δήθεν και να υποταχθή εις τον βασιλέα. Όμως ο γενναίος του Χριστού αθλητής,
φορών την άλυσιν και περιφερόμενος εις την χώραν, είχεν άμετρον χαράν εις την
καρδίαν του, διότι δια τον γλυκύτατον Χριστόν θεατρίζεται εις τους ανθρώπους
δια να θριαμβεύση ενώπιον των Αγγέλων. Βλέπων ο μιαρός βασιλεύς τον Άγιον εις
τα δεσμά, τον εχλεύαζε λέγων: «Μα τους θεούς, Βαβύλα, πρέπουν εις του λόγου σου
τα σίδηρα, ταδεσμά και η περιφορά σου ανά την χώραν». Λέγει εις αυτόν ο Άγιος:
«Συ μεν νομίζεις ταύτα τα δεσμά περίγελων και χλεύην, εγώ όμως τα έχω τιμιώτερα
και ενδοξότερα από ό,τι έχεις συ τα βασιλικά σου ενδύματα και απ’ αυτό το
διάδημα, το οποίον φορείς εις την κεφαλήν σου». Λέγει πάλιν ο τύραννος:
«Θυσίασε, ταλαίπωρε, να λυτρωθής από τα βάσανα και ν’ απαλλάξης και ημάς από
τας φροντίδας· αλλ’ ως φαίνεται, αυτά τα παιδία, τα οποία σε ακολουθούσι, σε
φέρουσιν εις υπερηφάνειαν και δεν ημπορείς να εννοήσης ποίον είναι το συμφέρον
σου». Ηκολούθουν δε τότε τον Άγιον και εδιδάσκοντο υπ’ αυτού την ευσέβειαν τρία
παιδία, αδελφοί κατά σάρκα, παιδία κατά την ηλικίαν, αλλ’ έχοντα φρόνημα
γεροντικόν· διότι εξεπαιδεύοντο ομού με την ευσέβειαν και εις πάσαν αρετήν, τα
οποία, αν και ευρισκομένου του διδασκάλου των εις τα δεσμά και εις κίνδυνον θανάτου,
αυτά τα ευλογημένα δεν απεμακρύνοντο απ’ αυτού. Είπεν όθεν ο Άγιος προς τον
τύραννον να δοκιμάση την γνώμην των παιδίων και να γνωρίση την γενναιότητα και
την ένθεον κλίσιν την οποίαν έχουν εις αυτόν. Επρόσταξε τότε ο ασεβής και
έφεραν τα παιδία εντός του θεάτρου και πρώτον τα ηρώτησεν εάν έχουν μητέρα,
εκείνα δε απεκρίθησαν: «Έχομεν μητέρα, έχομεν και τον διδάσκαλόν μας Βαβύλαν,
τον οποίον ευλαβούμεθα και αγαπώμεν και από την μητέρα μας περισσότερον. Διότι
η μεν μήτηρ μας μάς εγέννησε κατά σάρκα, αλλ’ ο διδάσκαλός μας Βαβύλας μάς
εγέννησε πνευματικώς, διότι και προς μάθησιν των καλών μάς παρακινεί και προς
ευσέβειαν μάς εκπαιδεύει και προς ψυχικήν όλων σωτηρίαν μας οδηγεί». Ο δε
παράνομος βασιλεύς έστειλεν ευθύς και έφεραν έμπροσθέν του την μητέρα των
παιδίων και την ηρώτησε πως ονομάζεται, και εάν είναι μήτηρ εκείνων των
παιδίων. Η δε απεκρίνατο, ότι ονομάζεται Χριστοδούλη και ότι ταύτα τα παιδία
είναι καρπός της κοιλίας της, τα οποία αφιέρωσεν ως δώρα εις τον Θεόν, δια
μέσου του αγίου διδασκάλου Βαβύλα και είμαι βεβαία, είπεν, ότι θέλει παρασταθή
ομού με αυτά εις τα βασίλεια του ουρανού. Ταύτα ακούσας ο αχρείος Νουμεριανός
ήναψεν όλος από τον θυμόν και προστάσσει τους υπηρέτας να την κτυπούν
σκληρότατα εις το πρόσωπον και να λέγουν προς αυτήν: «Μάνθανε να μη ομιλής
εμπρός εις τον βασιλέα με αυθάδειαν». Τα δε παιδία, βλέποντα μαστιγουμένην την
μητέρα των, έκραζον: «Όντως απώλεσε τον νουν του ο βασιλεύς και διεφθάρη τας
φρένας, επειδή με το να είπεν η μήτηρ μας την αλήθειαν, αδίκως μαστιγούται».
Ταύτα ακούων ο ασύνετος βασιλεύς και ανακαινίσας τον θυμόν, προστάσσει να
δώσουν εις τον πρώτον παίδα ραβδισμούς δώδεκα, και εις τον δεύτερον εννέα, και
εις τον τρίτον επτά, κατά τους χρόνους της ηλικίας των· δερόμενα δε τα παιδία
εδόξαζον τον Θεόν και επεθύμουν να είναι εις την φυλακήν ομού με τον διδάσκαλόν
των Βαβύλαν. Καθίσας κατόπιν ο τύραννος εις το θέατρον και εκβαλών εκείθεν την
μητέρα και τα παιδία, έφερεν εκ της φυλακής τον Άγιον Βαβύλαν, προς τον οποίον
είπε ταύτα ο ανόητος: «Ιδού τώρα, Βαβύλα, ηφανίσθη η καύχησίς σου, εχάθη η
έπαρσίς σου, την οποίαν είχες εις την γενναιότητα των παιδίων, είναι δε έτοιμα
ταύτα να θυσιάσουν εις τους θεούς». Εγνώριζεν όμως ο Άγιος από Πνεύμα Άγιον,
ότι ψεύδεται ο μάταιος βασιλεύς· όθεν του απεκρίθη λέγων: «Ψεύδεσαι, βασιλεύ,
εις τον εαυτόν σου και ματαίως παρηγορείς την καρδίαν σου· διότι τα πρόβατα της
ιδικής μου ποίμνης, τα αρνία του Χριστού μου, δεν θέλουν ακολουθήσει ποτέ ξένον
ποιμένα, αλλ’ ούτε γνωρίζουν άλλην φωνήν, παρά μόνον εκείνου του ποιμένος,
όστις εξ αρχής τα έθρεψε γνησίως εις νομήν σωτήριον, και ευκολώτερα ίσως ήθελε
καταπείσει τις να αφήση το αρνίον την μητέρα του και να ακολουθήση λύκους, παρά
τα ιδικά μου πρόβατα και αρνία να αφήσουν την ιδικήν μου μάνδραν και να υπάγουν
εις άλλην». Τους πλήρεις παρρησίας λόγους τούτους του Μάρτυρος μη υποφέρων ο
μιαρώτατος, προσέταξεν ευθύς και εκρέμασαν τον Άγιον εις ένα ξύλον, και άντικρυ
εις αυτόν εκρέμασαν εις άλλο ξύλον και τα παιδία, και εξέσχιζον με σιδηρούς
όνυχας τας σάρκας αυτών. Ξεόμενοι όθεν οι Άγιοι επί ώραν πολλήν, θεία δύναμις
τούς ενίσχυε και τους έδιδε μάλιστα περισσοτέραν προθυμίαν εις το μαρτύριον.
Όθεν εφαίνοντο οι τρισμακάριοι ωσάν να ήσαν πέτρινοι ανδριάντες και όχι
σαρκικοί άνθρωποι. Τινές δε από τους παρεστώτας Έλληνας, υποκινούμενοι υπό του
σατανά, ήρχοντο πλησίον του Αγίου και του έλεγον: «Έως πότε θα είσαι ανόητος,
έως πότε θα γίνεσαι εχθρός του εαυτού σου, και τουλάχιστον η απαλή και τρυφερά
ηλικία τούτων των παίδων δεν απαλύνει την σκληρότητα της καρδίας σου, να τα
λυπηθής που μέλλουν να αφανισθούν τόσον πρόωρα εξ αιτίας σου»; Ακούων ο Άγιος τοιούτους ψυχοβλαβείς λόγους
και στενάξας από ψυχής, λέγει προς αυτούς: «Ποίον σκοτεινότατον νέφος εσκότισε
τον νουν σας, ταλαίπωροι; Ποίον είναι εκείνο το οποίον σάς εμάγευσε και
επλανήθητε τόσον, ώστε εκάματε την λογικήν σας ψυχήν εντελώς άλογον; Εγίνατε
σκώληκες βρωμεροί συρόμενοι εις τον βόρβορον της γης, και δεν δύνασθε πλέον με
το λογικόν το οποίον σάς εχάρισεν ο Θεός να ενατενίσητε εις τον ουρανόν·
εδέθητε χείρας και πόδας, και δεν δύνασθε να κινηθήτε εις τον δρόμον της
σωτηρίας, αλλά σας σύρουσιν οι δαίμονες εις τον βόρβορον της απωλείας. Αφήνω
κατά μέρος τον Νουμεριανόν, τον οποίον και μυριάκις μεγαλύτερος βασιλεύς από
ό,τι είναι σήμερον εάν ήτο δεν ήθελε τον ωφελήσει τίποτε· διότι είναι άνθρωπος
σκωληκόβρωτος και ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού· και μόνον δια την απώλειαν της
ψυχής σας θρηνώ και οδύρομαι. Ο Θεός σάς ετίμησεν, άθλιοι, με το λογικόν, και
σεις εγίνατε από τα άλογα ζώα αλογώτεροι, αφήσατε τον Θεόν, τον ποιητήν του
ουρανού και της γης, τον Βασιλέα πάσης της κτίσεως, και αφιερώσατε τον εαυτόν
σας εις την ματαίαν και ψευδή σκιάν του Νουμεριανού, ο οποίος σήμερον ως άνθος
του αγρού εξανθεί, αύριον δε θέλει πέσει εξ άπαντος εις τας χείρας του αθανάτου
και φοβερού Βασιλέως Θεού, με του οποίου την δύναμιν ελαφρύνομαι και εγώ από
τας τιμωρίας ταύτας και γίνομαι μάλιστα προθυμότερος εις το να λάβω με μεγάλον
πόθον και άλλα βασανιστήρια περισσότερα δια την αγάπην Του». Και ταύτα μεν
έλεγεν ο Άγιος προς τους παρόντας· τα δε ευλογημένα εκείνα παιδία, κρεμάμενα
εις το ξύλον και κατεξεόμενα, είχον τους οφθαλμούς προσηλωμένους με χαρούμενον
πρόσωπον προς τον διδάσκαλόν των Βαβύλαν. Ενώ δε έπιπτον τα μέλη των εις την
γην, αυτά παρέμενον τελείως ατάραχα, ως να έπασχεν άλλος τις και ουχί αυτά.
Μάλιστα δε και με ανδρικόν και γενναίον φρόνημα, ελέγχοντα τον τύραννον, έλεγον
προς αυτόν υπέρ του διδασκάλου αυτών ταύτα· «Δεν εντρέπεσαι, ταλαίπωρε, να
ατιμάζης τοιαύτην ιεράν και αιδέσιμον κεφαλήν; Υπάρχων συ υιός του σκότους, πως
αποτολμάς να υβρίζης τον κήρυκα του φωτός; Δεν εντρέπεσαι, ανάξιε της
βασιλείας, να γίνεσαι παίγνιον από ανήλικα παιδιά καθώς είμεθα ημείς; Συ μεν,
ασύνετε, ταράττεσαι, δαιμονίζεσαι και κατακαίονται τα σπλάγχνα σου από τον
παράλογον θυμόν, ημείς δε χαίρομεν και αγαλλόμεθα και τας πληγάς, τας οποίας
μας δίδεις, τας νομίζομεν εις το σώμα μας ως τα ωραιότερα και τρυφερώτερα άνθη
της ανοίξεως». Τότε ο παράνομος βασιλεύς επρόσταξε και κατεβίβασαν τον Άγιον
και τα παιδία από το ξύλον· και τον μεν Άγιον απέστειλε δέσμιον εις την
φυλακήν, τα δε παιδία, νομίζων ο μάταιος ότι δια το τρυφερόν της ηλικίας των θα
τα φέρη εις το θέλημά του, τα παρέστησεν ενώπιόν του και ήρχισε με κολακευτικόν
τρόπον να τα ονομάζη τέκνα αγαπητά και πως έχουν γνώσιν και γνώμην γενναίαν και
ανδρικήν και υπέσχετο να δώση εις αυτά χρήματα άπειρα, δώρα βασιλικά και
χαρίσματα μεγαλοπρεπή. Εκείνα δε τα ευλογημένα, τέκνα Αβραμιαία υπάρχοντα και
γεννήματα ευχής και τα τρία, με μίαν γνώμην και γλώσσαν απεκρίθησαν προς τον
τύραννον· «Δολιώτατε και πανούργε, προβάλλεις εις ημάς με τας κολακείας σου
θνάσιμον δόλωμα, δια να μας συλλάβης ως πτηνά εις την παγίδα· μη γένοιτο να
αρνηθώμεν την ευσέβειαν, δεν θέλομεν αθετήσει ποτέ την προς τον διδάσκαλόν μας
Βαβύλαν κλήσιν και ευπείθειαν, με του οποίου τας ευχάς δεν θα δυνηθής να μας
νικήσης, Νουμεριανέ, ούτε συ, ούτε άλλος τύραννος χειρότερος από σε». Ταύτα
λέγοντες οι ευλογημένοι εκείνοι παίδες με θάρρος ισχυρόν προς τον τύραννον,
επληροφορείτο ο Άγιος Βαβύλας και εχαίρετο όλως καθ’ υπερβολήν και εδόξαζεν
αγαλλόμενος τον Θεόν, χωρίς δε πλέον αμφιβολίαν τινά, έλεγε ταύτα μεθ’ ηδονής
κατ’ ιδίαν· «Ω μακάριοι και τρισμακάριοι ηγαπημένοι μου παίδες, η χαρά την
οποίαν μοι προξενείτε με την καλήν και αθλητικήν σας ομολογίαν είναι η καλυτέρα
ανταμοιβή των κόπων μου δια την εκπαίδευσιν εις τα καλά μαθήματα· τώρα τρυγώ
τους καρπούς περισσοτέρους αφ’ ό,τι εκοπίασα εις την καλλιέργειαν. Ευχαριστώ
σοι, Θεέ μου, ότι με ηξίωσας να γίνω τοιούτων παίδων διδάσκαλος, όχι παίδων,
αλλά τροπαιοφόρων, όχι νηπίων κατά την ηλικίαν, αλλά τελείων εις τας αρετάς».
Προστάσσει δε πάλιν ο βασιλεύς να φέρουν ενώπιόν του τον Άγιον· τούτου δε
γενομένου λέγει προς αυτόν· «Ταύτα τα παιδία φαίνεται να είναι ιδικά σου,
Βαβύλα, επειδή ομοιάζουν με την γνώμην σου». Ο δε Άγιος απεκρίθη: «Ναι,
βασιλεύ, ιδικά μου είναι δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ουχί όμως κατά
σάρκα, ως η μιαρά σου διάνοια υπονοεί». Και ο τύραννος λέγει: «Αλλά διατί δεν
θυσιάζεις εις τους θεούς, να λυτρωθής και συ και να μη έχωμεν και ημείς
φροντίδας εις το εξής; ει δε και σε ηνωχλήσαμεν με τας τιμωρίας, τας οποίας σού
εκάμαμεν πρότερον, δια τούτο δε εσκανδαλίσθης και σκληρυνθείσα η καρδία σου δεν
αφήνει να καταπεισθής, ημείς θέλομεν σε ανταμείψει με βασιλικάς δωρεάς,
πλουτοποιά χαρίσματα και αξιώματα τοιούτα, ώστε να λησμονήσης τελείως όσα
υπέστης πρωτύτερα. Έπρεπέ σου μάλιστα, διδάσκαλε Βαβύλα, καθώς είσαι γέρων και
γνωστικός, να συμβουλεύσης αυτά τα ανήλικα παιδία να θυσιάσουν, δια να μη
μαρανθή προ του καιρού του το άνθος της ηλικίας των». Προς ταύτα ο μακάριος
Βαβύλας αποκριθείς, είπε προς τον τύραννον· «Φαίνεται, ω βασιλεύ, πως άφησες
τους πολέμους των βαρβάρων και των λοιπών πολεμίων, οίτινες αγωνίζονται να
αφανίσουν και σε και το βασίλειόν σου· άφησες ακόμη κάθε είδους φροντίδα, την
οποίαν πρέπει να έχουν οι βασιλείς δια το υπήκοον και εδόθης όλως διόλου
εναντίον των Χριστιανών, και όλος ο σκοπός σου είναι δια να ευρίσκης αφορμήν να
βασανίζης ανθρώπους δια να ικανοποιής τον παράλογον θυμόν σου και να θεραπεύης
την φυσικήν απανθρωπίαν σου και αγριότητα». Εις ταύτα τα αληθή λόγια του Αγίου
εφλογίσθη η ασύνετος καρδία του μιαρού βασιλέως από ασυλλόγιστον θυμόν και
ευθύς επρόσταξε να θανατώσουν τους Μάρτυρας· οι οποίοι φερόμενοι εις τον
θάνατον έχαιρον και ηγάλλοντο, ωσάν να μετέβαινον εις χαρμόσυνον πανήγυριν,
καθ’ όλον δε το μήκος της διαδρομής εδοξολόγουν τον Θεόν ψάλλοντες· «Ευλογητός
ο Θεός ο και πρότερον από στόματα νηπίων και θηλαζόντων αποδεχθείς ύμνον και
δοξολογίαν· ιδού ότι και τώρα πάλιν θέλεις αποδεχθή από νήπια, αν και μη
θηλάζοντα, και από γέροντα πολιόν θυσίαν εκ των ιδίων των αιμάτων». Δια
τοιούτων και άλλων ασμάτων δοξολογούντες οι Άγιοι χαρμονικώς έφθασαν εις τον
τόπον της καταδίκης· και πρώτον μεν βλέπων ο μακάριος Βαβύλας την προθυμίαν,
την οποίαν είχον τα παιδία εις την τελευτήν, τα παρέστησεν εις τους δημίους και
τα απεκεφάλισαν χαίροντα· και ιδών αυτά κατεσφαγμένα δια Χριστόν, ελάλησε μετ’
ευφροσύνης· «Ιδού εγώ και τα παιδία α μοι έδωκεν ο Θεός»· είτα μετά χαράς και
ευχαριστίας προς τον Θεόν έκλινε την μακαρίαν κεφαλήν του και απεκεφαλίσθη και
αυτός εν έτει σπγ΄ (283), ετάφη δε από τους Χριστιανούς καθώς ήτο με τας
αλυσίδας εις τον λαιμόν και εις τους πόδας, όπως εις αυτούς παρήγγειλεν έτι ζων
ο Άγιος, ούτω δε απέλαβε τον στέφανον του μαρτυρίου εις δόξαν Πατρός, Υιού και
Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016
Ο Άγιος Νεομάρτυς ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ
Τη
αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ, ο εν τη Νέα Εφέσω μαρτυρήσας εν
έτει 1794, αγχόνη τελειούται.
Πολύδωρος, ο μέγας και νεοφανής στρατιώτης του Χριστού, ήτο μεν γέννημα
και θρέμμα της Λευκωσίας, της πρώτης των πόλεων της νήσου Κύπρου, πατρός Λουκά
προσκυνητού και μητρός Λουρδανούς. Μικρός δε ων την ηλικίαν, εμαθητεύθη τα ιερά
γράμματα εις την πατρίδα του, και αφού εμεγάλωσεν, εξελθών της ιδίας του
πατρίδος, επραγματεύετο εις την Αίγυπτον, και από εκεί πηγαίνων εις διάφορα
μέρη χάριν πραγματείας, έγινε γνώριμος εις πολλούς. Το έτος 1793 ευρισκόμενος
εις Αίγυπτον, συνέβη να προσκληθή (είθε να μη τον είχε γνωρίσει τελείως) από
ένα Κιεσίφην αρνησίχριστον Ζακύνθιον, και έγινε γραμματικός εις αυτόν·
ευρισκόμενος δε ημέραν τινά εις χαράς και διασκεδάσεις, συνέβη να μεθύση, καθώς
συμβαίνει εις τοιαύτας περιστάσεις· η μέθη όμως του εσκότισε τας φρένας, δι’ ο
και ο θείος Παύλος παραγγέλλει λέγων· «Μη μεθύσκεσθε οίνω, εν ω εστιν ασωτία»·
αλλ’ εις τούτον η μέθη προυξένησεν ακόμη και το χείριστον και ακρότατον των
κακών. Ποίον τούτο; Τον κατέστησε να αρνηθή φευ! τον Χριστόν τον Θεόν και
Σωτήρα του κόσμου και να δεχθή τον εναγή και ψυχώλεθρον Μωαμεθανισμόν. Κατά
αλήθειαν εφάνη και εις τούτον ότι είναι αλάθητος η παλαιά εκείνη γνώμη, ήτις
λέγει σοφώτατα· «Φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Όθεν πρέπει να φεύγωμεν
πάσει δυνάμει τας κακάς συναναστροφάς. Αλλά καθώς έδειξαν τα πράγματα, είχεν ο
άνθρωπος διάθεσιν αγαθήν και ταύτην βλέπων ο του ελέους Θεός ένευσεν εις την
καρδίαν του και παρευθύς, ως ανένηψεν από την μέθην, ήλθεν εις τον εαυτόν του,
ελυπήθη σφοδρώς δια το κακόν το οποίον έπαθε και μετανοών και κλαίων πικρώς, ως
άλλος Πέτρος, διήρχετο πάλιν χριστιανικώς, έως ότου μετ’ ολίγας ημέρας,
ευρίσκων ευκαιρίαν, έφυγεν εκείθεν και επήγεν εις την Βηρυτόν κατ’ ευθείαν εις
τον Αρχιερέα και εξωμολογήθη εις αυτόν με συντριβήν καρδίας την αμαρτίαν του. Ο
Αρχιερεύς τον υπεδέχθη ευμενώς, τον ενουθέτησε πατρικώς και τον παρηγόρησεν ως
όντως Αρχιερεύς και δίδων εις αυτόν κανόνα, τον έστειλεν εις εν Μοναστήριον
επάνω εις το όρος του Λιβάνου δια να ησυχάση εκεί την μεγάλην Τεσσαρακοστήν και
μετά το Πάσχα να υπάγη και ο Αρχιερεύς να τον μυρώση· αλλ’ επειδή και εξ αιτίας
του εκινδύνευεν ο Αρχιερεύς, ανεχώρησεν εκείθεν και επήγεν εις το Άκρι (Πτολεμαϊδα),
με απόφασιν να παρουσιασθή· αλλ’ ευρών εναντία τα πράγματα και μάλιστα ακούσας
από τον Άγιον Πτολεμαϊδος, ότι πρέπει να κάμη την ομολογίαν της Πίστεως εκεί
όπου έκαμε και την άρνησιν, εμβήκεν εις εν πλοίον, δια να υπάγη εις την
Αίγυπτον· αλλά του Θεού οικονομούντος κατ’ άλλον τρόπον, το πλοίον ημποδίσθη
από τρικυμίας μεγάλας και κατήντησεν εις την Γιάφαν. Βλέπων όθεν τα τόσα
εμπόδια ήλλαξε γνώμην και πλεύσας με εν Σάμιον πλοίον, επήγεν εις την Χίον, δια
να κάμη την ομολογίαν του εκεί, αλλά και πάλιν ημποδίσθη. Εις τας δέκα τρεις
του Ιουνίου ανεχώρησεν από την Χίον, δια την Σμύρνην, διψών να υπομείνη καν
εκεί τον υπέρ Χριστού θάνατον· όμως και εκεί εύρεν εμπόδια· διότι είπον εις
αυτόν οι εκεί πνευματικοί, ότι οι Αγαρηνοί ήσαν θυμωμένοι και εξηγριωμένοι κατά
των Χριστιανών δια την καταισχύνην την οποίαν τους προυξένησε τότε προ ολίγου
το μαρτύριον του δερβίση και ότι ήτο πολύ ενδεχόμενον από την νέαν τούτου
παρουσίαν να ακολουθήση μέγας κίνδυνος δια τους Χριστιανούς· εγώ δε νομίζω, ότι
όλα τα εξ αρχής εμπόδια ταύτα ήσαν ενέργειαι του μισοκάλου δαίμονος, δια να τον
ψυχράνη να παραιτηθή από την σωτήριον ομολογίαν του· όθεν επέστρεψε μετά λύπης
μεγάλης πάλιν εις την Χίον κατά τας ένδεκα του Ιουλίου. Αλλ’ ο πάντα προς το
συμφέρον οικονομών Κύριος πολλάκις μεταχειρίζεται και εκείνα τα οποία εις ημάς
φαίνονται εναντία εις το καλλίτερον και συμφερώτερον· και ούτως έγινε και εις
τούτον τον μακάριον. Επιστρέψας όθεν εις την Χίον, λαμβάνει συμβουλήν και
παρακίνησιν από τινα Πνευματικόν πατέρα ξένον, να κάμη τώρα, εκείνο το οποίον
έπρεπε να είχε κάμει πρωτύτερα και δεν το έκαμε, με το να έτρεχε βιαστικά εις
το στάδιον· λαμβάνει δηλαδή συμβουλήν να προετοιμασθή καλώς και να καθοπλισθή
ασφαλώς με τα πνευματικά όπλα της αληθινής και τελείας μετανοίας, διότι έμελλε
να παραταχθή προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας του σκότους του αιώνος τούτου,
προς τα πνευματικά της πονηρίας πνεύματα εν τοις επουρανίοις, κατά τον θείον
Παύλον. Όθεν παρευθύς ήρχισε να αγωνίζηται με νηστείας, προσευχάς, γονυκλισίας,
παρακλήσεις εις την Θεοτόκον και αναγνώσεις και εις άλλα ψυχωφελή βιβλία, αλλά
μάλιστα εις τα μαρτύρια των Αγίων. Εις τόσην δε συντριβήν ήλθεν ο ευλογημένος,
ώστε έκλαιε πικρώς και πολλάς νύκτας επέρασεν άϋπνος, αναστενάζων εκ βαθους
καρδίας και επικαλούμενος την Θεοτόκον εις βοήθειαν· όθεν και εις τους
ακούοντας και ορώντας πολύν οίκτον εκίνει και συμπάθειαν· ομού δε εις όλα ταύτα
έγραψε και τας αμαρτίας του όλας, όσας ήμαρτεν ως άνθρωπος εις όλην του την
ζωήν, δια να μη λησμονήση καμμίαν, και τας εξωμολογήθη με λεπτομερή και
αληθινήν εξομολόγησιν. Τέλος, αφού επληρώθησαν τεσσαράκοντα ημέραι, μη
δυνάμενος να αναβάλη πλέον τον καιρόν από την φλόγα ήτις ήναπτεν εις τα
σπλάγχνα του δια το μαρτύριον, έλαβε τας ιλαστικάς ευχάς κατά την ιεράν τάξιν
της Εκκλησίας, εχρίσθη δια του αγίου Μύρου, μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια και
ούτω στομωθείς την ψυχήν και ενδυναμωθείς με την επουράνιον τροφήν, εξήλθε της
νήσου εις τας είκοσι πέντε του Αυγούστου, συνοδευθείς και από ένα θεοσεβή και
ζηλωτήν αδελφόν, με τον οποίον ομού απέπλευσαν εις την Νέαν Έφεσον, δια να
εκπληρώση εκεί τον πόθον του, ήτοι τον υπέρ Χριστού θάνατον. Τους δε πολέμους
και τους λογισμούς τους οποίους έφερεν εις αυτόν ο εχθρός, δια να τον εμποδίση,
είναι αδύνατον να τους περιγράψω, αλλ’ ο γενναίος εκείνος, με την δύναμιν του εσταυρωμένου
Ιησού Χριστού, εφάνη κατά πάντα νικητής, καταπατήσας λέοντα και δράκοντα, ως
αυτός πολλάκις ο ίδιος τούτον τον λόγον συνείθιζε να λέγη. Κατευοδωθείς όθεν,
συν Θεώ Αγίω, εκείσε τη πρώτη Σεπτεμβρίου εις τας τέσσαρας ώρας της ημέρας,
επήγεν ο μακάριος εις τον μουφτήν και του λέγει· «Εγώ, αυθέντα, ηγόρασα δύο
πιστόλας· η μία από αυτάς είναι πολύ καλή και στερε΄, η δε άλλη είναι
ελαττωματική και τα στολίδια που έχει έξωθεν, δια να φαίνεται ωραία, τα
εδοκίμασα εις το οξύ και είναι όλα κίβδηλα. Όθεν εγώ δεν την θέλω, επειδή με
εγέλασεν εκείνος που μου την έδωκεν· είναι λοιπόν νόμιμον να την δώσω οπίσω,
όπως είναι»; Ο μουφτής αποκρίνεται· «Ναι, είναι νόμιμον». «Δος μοι φετφάν», του
λέγει ο Μάρτυς, και αυτός του έδωκε. Λαβών δε τον φετφάν ο Άγιος, την αυτήν
ώραν επήγεν εις τον κριτήν και του λέγει· «Έχω μίαν υπόθεσιν», εκείνος δε του
αποκρίνεται· «Ποία είναι η υπόθεσίς σου»; Ο Μάρτυς διηγείται τότε την υπόθεσιν
της προαναφερθείσης πιστόλας και του δίδει τον φετφάν. Ο κριτής τον ερωτά·
«Ποίος είναι ο αντίδικός σου»; Αποκρίνεται ο Μάρτυς· «Συ είσαι ο αντίδικός
μου». Ο δε κριτής, τούτο ακούσας, έμεινεν ως εκστατικός και του λέγει· «Τι σου
έκαμα; Εγώ άλλην φοράν δεν σε είδον». Τότε καθαρώτερα του λέγει ο Μάρτυς·
«Σήμερον είναι δέκα έτη που με εγέλασες και με έκαμες και ηρνήθην την πίστιν
μου και μού έδωκες την ιδικήν σου, κάμνων με Τούρκον· εγώ έφυγα και επέρασα
μέσα εις την Φραγκίαν (τούτο είπε δια να μη ενοχοποιήση τους Χριστιανούς) και
εκεί μου είπον, ότι έχω να κολασθώ, διότι ηρνήθην την πίστιν μου· τώρα ήλθον
και σου δίδω οπίσω την σφραγίδα που μου έδωκες· διότι θέλω να αποθάνω
Χριστιανός». Του λέγει ο κριτής· «Εγώ δεν σε γνωρίζω ούτε σε είδον ποτέ, πως
λέγεις, ότι εγώ σε ετούρκευσα»; Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ναι, δεν με είδες άλλην
φοράν, αλλά εις αυτόν τον τόπον εις τον οποίον συ τώρα κάθησαι, πρότερον σού
εκάθητο άλλος όμοιός σου· ό,τι όθεν ήτο εκείνος είσαι και συ και δια τούτο
θεωρώ και εγώ ότι συ με έκαμες τοιούτον». Του λέγει ο κριτής· «Παιδί μου,
επειδή θέλεις να είσαι άπιστος, πήγαινε όπου θέλεις και ως θέλεις ζήσε.
Φράγκος, Αρμένιος, ό,τι θρησκείαν θέλεις, εκείνην κράτει». Ο Μάρτυς του λέγει·
«Όχι, Χριστιανός θέλω να είμαι». Του λέγει πάλιν ο κριτής· «Πήγαινε όπου
θέλεις». Και ο Μάρτυς: «Όχι, το σημείον
τούτο το οποίον έβαλες επάνω μου δεν ημπορώ να το βλέπω και δια τούτο ήλθα να
σου το επιστρέψω». Σημείον δε ηννόει ο Μάρτυς της σαρκός την περιτομήν, ότι από
αυτό γνωρίζονται οι της θρησκείας αυτών οπαδοί. Ο κριτής τότε του λέγει: «Μήπως
έχασες τον νουν σου»; Ο δε Μάρτυς απαντά: «Όχι, εγώ τον νουν μου τον έχω και
ηξεύρω τι λέγω». Τότε ο κριτής ήρχισε να τον ερωτά δια την καταγωγήν του και
δια τον τρόπον, τον χρόνον και τον τόπον εις τον οποίον ευρίσκετο όταν ηρνήθη
την πίστιν του και ησπάσθη τον μωαμεθανισμόν. Συγχρόνως ήρχισεν άλλοτε να τον
κολακεύη και άλλοτε να τον απειλή με βασανιστήρια και θάνατον, ελπίζων ο
ανόητος με τον τρόπον αυτόν να πείση τον Μάρτυρα να μη επιμένη. Αλλ’ ο γενναίος
του Χριστού Μάρτυρας εις όλας τας ερωτήσεις και τας νουθεσίας τού κριτού
απεκρίνετο με παρρησίαν, ότι αρνείται την θρησκείαν των, ότι τα βασανιστήρια
ουδόλως τον τρομάζουν και ότι δεν είναι δυνατόν να αρνηθή τον Κύριον ημών
Ιησούν Χριστόν, τον μόνον αληθινόν Θεόν, δια τον οποίον ήτο πρόθυμος να υποστή
κάθε τιμωρίαν και βάσανον και αυτόν τον θάνατον. Προστάζει λοιπόν ο κριτής να
τον βάλουν εις την φυλακήν και τους πόδας του εις το ξύλον και σίδηρα εις τον
λαιμόν του. Και οι του κριτού υπηρέται εν τω άμα έβαλον εις έργον την απόφασιν·
εθαύμασεν όμως πολλά ο δικαστής δια την μεγαλοψυχίαν και ανδρείαν του Μάρτυρος
και δια την τόλμην, με την οποίαν τού απεκρίνατο· πλην εσκανδαλίσθη προς τον
μουφτήν και του εμήνυσεν· «Εις τοιαύτα πράγματα δίδεις φετφάν και γινόμεθα
χαμερπείς»; Ο μουφτής είπεν, ότι «το μετενόησα και εγώ και εζήτουν να τον εύρω
δια να λάβω οπίσω τον φετφάν, αλλά δεν τον επέτυχον». Εκεί εις την φυλακήν ήτο
δέσμιος και εις νέος, όστις έμελλε να εξέλθη από την φυλακήν· εις τούτον
παρέδωσεν ο Μάρτυς τον σταυρόν, τον οποίον είχεν εις τον τράχηλόν του, δια να
μη τον καταπατήσουν περιπαίζοντες οι αλλόπιστοι και ολίγα χρήματα, τα οποία
εκράτει επάνω του, λέγων εις αυτόν: «Δος ταύτα εις τους Ιερείς και ειπέ εις
αυτούς να παρακαλούν τον Θεόν να με στηρίξη». Τη επαύριον, τη αυτή ώρα, τον
έβγαλαν τον ευλογημένον από την φυλακήν και έστησαν αυτόν εμπρός εις όλους,
μουφτήν, Εμίρ εφέντην, Βοϊβόδαν και άλλους, δια να γίνη λαμπροτέρα δηλαδή η
ομολογία του Μάρτυρος. Τον ερωτούν όθεν απ’ αρχής, αν ήλθεν εις τον εαυτόν του
και αν μετενόησε δι’ εκείνα τα οποία είπεν. Ο Μάρτυς απεκρίθη χαρούμενος: «Εγώ
εις τον εαυτόν μου είμαι, τον νουν μου τον έχω και ζητώ και διψώ τον
εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν μου και δεν τον αρνούμαι ποτέ· μη μοι γένοιτο,
Χριστέ Βασιλεύ, νασε αρνηθώ τον πλάστην μου». Πάντες οι εξουσιασταί απεκρίθησαν
εκείνο το οποίον και την πρώτην φοράν τού είπεν ο κριτής, ότι «αφού θέλεις να
είσαι άπιστος, πήγαινε όπου θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς». Αλλ’ ο Μάρτυς
ηρνείτο λέγων, ότι ήθελε να επιστρέψη την σφραγίδα, την οποίαν του είχον δώσει,
ήτοι την περιτομήν. Εκείνοι του λέγουν να έλθη εις τον νουν του και να σκεφθή
καλώς, εκείνος δε απεκρίθη και πάλιν ότι
έχει σώας τας φρένας, ότι τον θάνατον δεν τον φοβείται και ότι εκείνος που έχει
γνώσιν πρέπει να υπερμαχή δια την ευσέβειαν και όχι δια την ασέβειαν (τούτο το
είπεν εις αραβικήν γλώσσαν). Εκείνοι δε ακούοντες τούτο εθαύμασαν, και του
επρότειναν να τον νυμφεύσουν και να του δώσουν χρήματα πολλά, αλλ’ εκείνος
θεωρών πάντα ταύτα ως ματαιότητα ηρνήθη λέγων, ότι τον Ιησούν θέλει και δια τον
Ιησούν είναι πρόθυμος να αποθάνη. Και π΄λιν προσεπάθησαν εκείνοι να τον
κρατήσουν εις την πίστιν των, υποσχόμενοι πολλά δώρα ή απειλούντες αυτόν με
θάνατον, αλλ’ ο Μάρτυς επέμενεν εις την απόφασίν του, διότι είχε κτοικήσει
πλέον εις την ψυχήν του ο Ιησούς Χριστός, η αυτοσοφία του Θεού. Τότε διέταξαν
να τον ρίψουν πάλιν εις την φυλακήν απειλούντες αυτόν ότι έχουν απόφασιν μα τον
κρεμάσουν και να συλλογισθή. Ενέκλεισαν λοιπόν πάλιν τον κατά αλήθειαν μέγαν
και καρτερόψυχον Αθλητήν εις την φυλακήν, έως εις άλλην εξέτασιν· το εσπέρας
προσέταξεν ο κριτής να τον τιμωρήσουν· και εδώ ας στοχασθή έκαστος εν τοιούτον
γένος, ως εκείνο, πως ώρμησαν εναντίον του, λβόντες παρά του εξουσιαστού
άδειαν· σχεδόν όλην την νύκτα εκείνην με διαφόρους τρόπους εβασάνισαν τον
ευλογημένον· άλλοι έφερναν κεράμους πεπυρακτωμένας και τας έβαλλον εις τους
ώμους και εις τας μασχάλας τού Μάρτυρος, άλλοι έφεραν δίσκον πεπυρακτωμένον και
τον εφόρεσαν εις την κεφαλήν ως σκούφιαν, άλλοι δε τινες πλέον ανηλεείς και
άσπλαγχνοι, μη αρκεσθέντες εις αυτά, έφεραν και σύρμα σιδηρούν και το εισήγαγον
εις το κρύφιον μέλος. Και εδώ κατά αλήθειαν στοχάζομαι, ότι εκείνοι μεν ως
εχθροί και άσπλαγχνοι εθεράπευον με αυτάς τας βασάνους τον θυμόν των και την
κακίαν των, απέβαινον όλα όμως αυτά κατά τον πόθον του, διότι είχεν ο μακάριος
πολύ μίσος εις την βδελυκτήν εκείνην σφραγίδα της περιτομής και όσον εστοχάζετο
ότι είχεν επάνω του τοιούτον μίασμα, τόσον ηγανάκτει και πικρότατα ανεστέναζε
και με άκρον πόθον εζήτει να απορρίψη αυτό αφ’ εαυτού. Όθεν εκτός των άλλα
μαρτύρια, με τα οποία ιάτρευε την άρνησίν του, έλαβε και εκείνο, ως θεραπείαν
και αποβολήν της βδελυράς εκείνης περιτομής. Την άλλην ημέραν, ήτις ήτο
Κυριακή, πάλιν εξάγουν τον Μάρτυρα από την φυλακήν, συναχθέντες πλήθος Αγαρηνών
και πάλιν φέρουν εις το κριτήριον το πρόβατον του Χριστού· ήτο δε ώρα Τρίτη της
ημέρας· και τον ερωτούν: «Ήλθες εις τον εαυτόν σου, μετενόησας»; Λέγει ο
Μάρτυς: «Εγώ σας είπα, ότι εις τον εαυτόν μου είμαι, τον νουν μου τον έχω, τι
με πειράζετε»; Πάλιν του λέγουν: «Άλλον καιρόν πλέον δεν έχεις δια να συλλογισθής,
έφθασε το τέλος σου». Ο δε Μάρτυς με πραείαν φωνήν απεκρίθη: «Εγώ τον Ιησούν
μου δεν αρνούμαι, Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός θέλω να αποθάνω». Εκείνοι
του λέγουν: «Αι, παιδί μου, καιρός δεν έμεινεν άλλος, θα σε κρεμάσωμεν». «Το
ηξεύρω», απεκρίθη ο Μάρτυς. Λέγουν αυτοί· «Δεν λυπείσαι την νεότητά σου, την
ωραιότητά σου, την ζωήν σου»; Αυτός απεκρίθη: «Αυτά όλα είναι ματαιότης, τον
Ιησούν μου, τον Ιησούν μου θέλω, Χριστιανός είμαι, Χριστιανός θέλω να αποθάνω,
δεν αρνούμαι την πίστιν μου, δεν αρνούμαι τον Ιησούν μου». Και αυτοί πάλιν του
λέγουν: «Αι, παιδί μου, ιδού η αγχόνη, στοχάσου τι έχεις να χάσης», του έδειξαν
δε και το σχοινίον. Ο Μάρτυς τους λέγει: «Αυτό ζητώ και εγώ». Εκείνοι δε έλεγον
μεταξύ των, άλλος μεν ότι είναι Φράγκος και έχει τόσον πείσμα και άλλοι έλεγον:
«Αυτοί οι Χριστιανοί, όταν ειπούν τον λόγον, δεν τον παίρνουν οπίσω», και
έκαστος έλεγε τον λόγον του. Εις δε ζηλωτής Τούρκος έλεγεν εις τον Μάρτυρα·
«Δέκα έτη που ήσο Τούρκος δεν προσεκύνησες το προσκύνημά μας»; Λέγει ο Μάρτυς:
«Όχι, όχι». «Αλλά του Μπαϊραμίου το προσκύνημα δεν το έκαμες»; (προβάλλων τούτο
ως μεγάλον τι πράγμα). Ο δε Μάρτυς βλέπων, ότι έκαστος με τα λόγια του
ημπόδιζαν αυτόν από την προσευχήν, επειδή νοερώς προσηύχετο ο μακάριος και όλον
εις τον Θεόν είχε προσηλωμένον τον νουν, βλέπων, λέγω, ότι τον ημπόδιζαν,
απεκρίθη μετά σφοδρότητος εις τον ερωτήσαντα: «Τι με πειράζεις, άνθρωπε»; Εκείνος
του λέγει: «Δεν βλέπεις την αγχόνην»; Και ο Μάρτυς: «Αυτό, αυτό ζητώ και εγώ,
και ας υπάγωμεν», και ούτω περιεπάτησεν έως δέκα βήματα. Ω γενναιότης αθλητική!
Ω ανδρεία μαρτυρική! Ω σπουδή και προθυμία ουρανίων επαίνων αξία! Τον ήρπασαν
όθεν με ορμήν και αγριότητα, αφήρεσαν τα φορέματά του, έδεσαν οπίσω τας χείρας
του, έβαλον τον βρόχον εις τον λαιμόν του, και τον παρέδωσαν δια να κρεμασθή·
άλλοι έτρεχον εμπρός, άλλοι οπίσω και όλοι έκαμνον μεγάλην σύγχυσιν μεταξύ των
επί τούτω, τάχα δια να δειλιάση ο Μάρτυς. Αυτός δε όλως το εναντίον· έμεινεν
άφοβος παντελώς και ακατάπληκτος· όθεν και μυκτηρίζων αυτούς ως άφρονας, είπε
προς αυτούς: «Ω ασύνετοι, εγώ ήλθον μόνος μου και αυτόκλητος, και τώρα φοβείσθε
να μη φύγω»; Φορών δε ο Μάρτυς τον βρόχον εις τον λαιμόν ως κατάδικος και έχων
δεδεμένας τας χείρας, ήλθεν εις τον τόπον των καταδίκων· και πάλιν άλλοι
ητοίμαζαν τον τόπον, άλλοι τον ηρώτων αν μετενόησεν. Ο δε Μάρτυς τους απεκρίθη
με την αυτήν αφοβίαν: «Ταλαίπωροι, η πίστις σας είναι πλάνη, είναι όλη
ματαιότης, είσθε άνθρωποι όλοι σάρκες, έχετε να κολασθήτε εις την γέενναν του
πυρός· εγώ δια ταύτα, τα οποία μου κάμνετε, υπάγω εις τον Παράδεισον». Εκείνοι
δε ωνόμαζαν την ανδρείαν του Μάρτυρος πείσμα, αλλά κατά αλήθειαν πείσμα ήτο·
πείσμα όμως όντως άγιον, πείσμα σωτήριον, πείσμα το οποίον πρέπει και είναι
ανάγκη έκαστος Χριστιανός να το έχη εναντίον του Σατανά, δια να δύναται να
τελειώνη το θείον θέλημα. Και λοιπόν ούτω κατησχυμμένοι του είπον τελευταίον·
«Ω ανόητε, άλλος καιρός πλέον δεν σου έμεινε και θα μετανοήσης». Ο δε Μάρτυς
απεκρίθη τριπλασιάζων εν ταυτώ την όντως μακαρίαν και αγίαν ταύτην φωνήν·
«Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανός είμαι». Τότε σηκώσαντες αυτόν από την γην,
έσυραν το σχοινίον και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος Πολύδωρος τον δι’ αγχόνης
μαρτυρικόν στέφανον. Εκείνην δε την νύκτα τινές εξ αυτών αρχήθεν απάνθρωποι,
χωρίς να εντραπούν καν αυτήν την ιδίαν φύσιν της ανθρωπότητος, επήραν τα
ενδύματα του Μάρτυρος και άφησαν ολόγυμνον το άγιον λείψανον, και την ημέραν
έδεσαν μόνον με εν παλαιόπανον τα κρύφια μέλη του· έπειτα μετά τρεις ημέρας
προσέταξαν ένα Χριστιανόν να τον καταβιβάση από την αγχόνην, έβαλαν δε και δύο
μαύρους και τον εσήκωσαν με την σκάλαν και ομού ολίγοι Τούρκοι και τινες
Χριστιανοί τον έθαψαν επάνω από τα μνήματα των Αρμενίων και εις μεν τους Χριστιανούς
έγινεν ο Μάρτυς μέγας στηριγμός εις την ευσέβειαν, εις δε τους Οθωμανούς έγινε
τόσον μεγάλη καταισχύνη, οία άλλην φοράν δεν τους ηκολούθησε τοιαύτη. Όθεν
τινές από αυτούς εντόπιοι θαυμάζοντες έλεγον: «Τούτο αληθώς ήτο μεγάλον πράγμα·
αύτη η ανδρεία δεν εφάνη εις άλλον· ποίος ηξεύρει τας κρίσεις του Θεού». Αυτό
είναι, αδελφοί, το ανδρειωμένον και γενναιότατον μαρτύριον του Αγίου
Μεγαλομάρτυρος Πολυδώρου. Ο δε των αυτού Αγίων και των Μαρτύρων Θεός, ο δοξάζων
τους αυτόν δοξάζοντας, καθώς υπόσχεται ρητώς· «Τους δοξάζοντάς με δοξάσω»
(Βασιλειών Α΄ Β:30) το μεν θέλων να δείξη πόσον ευηρέστησεν εις αυτόν δια του
Μαρτυρίου ο Άγιος Πολύδωρος, και ακολούθως πόσον ευάρεστοι γίνονται εις την
μεγαλειότητά του και όλοι οι άλλοι οι μαρτυρούντες δια το όνομά του, αν και τον
ηρνήθησαν πρότερον, το δε δια να εμφράξη τα στόματα ανοήτων τινών, οίτινες
φλυαρούν ότι δεν πρέπει να τιμώνται ως Μάρτυρες οι τον Χριστόν αρνηθέντες
πρότερον, δια ταύτα, λέγω, τα αίτια ενήργησε και το εξής θαύμα μετά τον θάνατον
του Αγίου, καθώς μάς το διηγήθη ο εις τούτο υπηρετήσας αξιόπιστος και
ευλαβέστατος Ιερομόναχος. Κατά την προρρηθείσαν Νέαν Έφεσον, όπου εμαρτύρησεν ο
Άγιος Πολύδωρος, ήτο Χριστιανός τις, το όνομά του Νικόλαος, όστις έπασχεν από
δαιμόνιον φοβερόν, το οποίον ελάλει δια στόματός του και εφανέρωνε πολλάκις και
αυτά τα απόκρυφα και μυστικά· όθεν βλέπων αυτόν ο ρηθείς Ιερομόναχος, όστις
είχε μέρος από τα άγια λείψανα και μέρος από το σχοινίον, με το οποίον
εκρέμασαν τον Μάρτυρα Πολύδωρον, συνεπόνεσε την συμφοράν τού δαιμονιζομένου, ως
συμπαθής και φιλάδελφος· και βαλών το μεν σχοινίον εις την παλάμην του, τον δε
δάκτυλον του Μάρτυρος εντός του κόλπου του, επήγεν εις τον πάσχοντα· και ω του
θαύματος! ευθύς ως εμβήκεν εις την θύραν τού οίκου του και τον είδεν ο
δαιμονιζόμενος, ηγριώθη το δαιμόνιον και με μεγάλας φωνάς έκραζε· «Τι ήλθες
εδώ, να με καύσης; (καλών αυτόν εξ ονόματος) εκάηκα, εκάηκα». Ο δε Ιερομόναχος
πλησιάσας εγγύτερον και εκβαλών το καλυμμαύχιόν του επετίμησε το δαιμόνιον εν
ονόματι του Κυρίου, δια να ειπή διατί φωνάζει τοιουτοτρόπως· ο δε δαίμων
βιαζόμενος από την αόρατον του Θεού δύναμιν ωμολόγησε και μη θέλων την
αλήθειαν, λέγων ότι «Εκάηκα, επειδή μου έφερες εδώ τον δάκτυλον και το σχοινίον
του Μάρτυρος Πολυδώρου»· και ούτω φωνάζων εξήλθε του πάσχοντος, και έμεινεν εις
το εξής ο άνθρωπος υγιής, δια της χάριτος του Ιησού Χριστού, της ενοικούσης και
μετά θάνατον εις τα τίμια λείψανα του Αγίου αυτού Μάρτυρος Πολυδώρου· ου ταις
πρεσβείαις λυτρωθείημεν και ημείς από πάσης επηρείας δαιμονικής και αξιωθείημεν
της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016
Η Αγία ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Τη αυτή ημέρα η , θηρίοις
δοθείσα και μηδέν βλαβείσα, εν ειρήνη τελειούται.
Βασίλισσα η Αγία διεβλήθη ως Χριστιανή όταν ο Αλέξανδρος ήτο ηγεμών εις
την Νικομήδειαν και εκινείτο διωγμός κατά των Χριστιανών. Παρεστάθη όθεν
έμπροσθεν του Αλεξάνδρου· ερωτηθείσα δε και παρρησία ειπούσα, ότι είναι
ευσεβής, δέρεται εις το πρόσωπον· και επειδή δερομένη ηυχαρίστει τον Θεόν, δια
τούτο γυμνώνεται και δέρεται με ραβδία· επειδή δε περισσότερον η Αγία
ηυχαρίστει τον Κύριον, εθυμώθη ο ηγεμών περισσότερον, και προστάσσει να
απλώσουν την Μάρτυρα και τόσον πολύν την έδειραν, ώστε έγινεν ως να ήτο μία
πληγή όλον το σώμα της· έπειτα απέσπασαν το κάτωθι των ποδών της δέρμα. Επειδή
δε εις την βάσανον ταύτην ευρισκομένη εφώναζεν η Αγία· «Ο Θεός μου, ευχαριστώ
σοι», δια τούτο κατά προσταγήν του ηγεμόνος τρυπώνται οι αστράγαλοι τής
Μάρτυρος και βάλλονται εις αυτούς περόναι σιδηραί· από δε τας περόνας δένονται
αλυσίδες, και από τας αλυσίδας κρεμάται η Αγία με την κεφαλήν προς τα κάτω·
κάτωθεν δε καπνίζεται η μακαρία με βρωμερόν καπνόν θείου, πίσσης, ασφάλτου (η
οποία είναι ομοία με το θείον) και μολύβδου, με σκοπόν, ίνα, τον καπνόν μη
υποφέρουσα, αποθάνη ταχέως η του Κυρίου αθλήτρια· αλλ’ όμως η Αγία υπομένουσα
την βάσανον ταύτην με χαράν, ως να ευρίσκετο εις τρυφήν και ανάπαυσιν του
Παραδείσου, τόσον προθύμως ηυχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν περισσότερον.
Βλέπων λοιπόν ο ηγεμών, ότι θεωρεί ως παίγνιον τας τιμωρίας, προστάσσει να
αναφθή μία κάμινος και να ριφθή μέσα εις αυτήν· η δε Μάρτυς του Χριστού
σφραγίσασα τον εαυτόν της με το σημείον του Σταυρού, εισήλθε μέσα εις την
κάμινον, και εστάθη ώρας πολλάς, χωρίς να δοκιμάση καμμίαν βλάβην, ώστε εκ του
μεγάλου θαύματος τούτου εξεπλάγησαν άπαντες· μετ΄ταύτα προσέταξεν ο ηγεμών να
εκβάλουν την Αγίαν από την κάμινον και να απολύσουν εναντίον της δύο τεραστίους
λέοντας· η δε Αγία προσευχομένη έμεινεν εκ τούτων αβλαβής· όθεν ο ηγεμών
Αλέξανδρος βλέπων ταύτα πάντα και κατανυγείς την ψυχήν, έπεσεν εις τους πόδας
της Αγίας λέγων· «Ελέησόν με, δούλη του επουρανίου Βασιλέως, και συγχώρησόν μοι
δια τας βασάνους τας οποίας σοι προυξένησα και κάμε και εμέ συστρατιώτην του
ιδικού σου βασιλέως, επειδή, καθώς λέγεις, αυτός δέχεται τους αμαρτωλούς». Τότε
η Αγία ευχαριστήσασα τον Παντοδύναμον Θεόν, κατήχησε τον ηγεμόνα· και
παρουσιάσασα αυτόν εις την Εκκλησίαν προς τον Επίσκοπον της Νικομηδείας
Αντώνιον, εβάπτισεν αυτόν. Μετά δε το βάπτισμα πάλιν προσέπεσεν ο ηγεμών εις
την Αγίαν, παρακαλών και λέγων εις αυτήν· «Δούλη του αληθινού Θεού, εύξαι υπέρ
εμού, ίνα λάβω συγχώρησιν δια τα κακά, τα οποία έπραξα εναντίον σου, και ίνα
τελειώσω την ζωήν μου με καλήν ομολογίαν της πίστεως». Τότε λοιπόν η Αγία
προσηυχήθη δι’ αυτόν, και τοιουτοτρόπως ο ηγεμών ευθύς παρέδωκε την ψυχήν του,
δοξάζων και ευλογών τον Θεόν· η δε αγία Βασίλισσα κηδεύσασα το λείψανον του
ηγεμόνος μαζί με τον Επίσκοπον και ενταφιάσασα, εξήλθεν έξω της πόλεως της
Νικομηδείας έως τρία σημεία τόπον, και ευρούσα μίαν πέτραν, εστάθη επάνω εις
αυτήν και προσηυχήθη και ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσεν ύδωρ. Πιούσα
δε η Αγία από το ύδωρ και ευχαριστήσασα τον Θεόν, επήγεν ολίγον εμπρός και
είπε· «Κύριε, δέξαι το πνεύμα μου εν ειρήνη» και ούτω απήλθε προς Κύριον
χαίρουσα και ευχαριστούσα· τούτο δε ως έμαθεν ο Επίσκοπος Αντώνιος εκήδευσε και
ενεταφίασε το πάνσεπτον αυτής λείψανον πλησίον εις την πέτραν εκείνην, από την
οποίαν ανέβλυσε το ύδωρ με την προσευχήν της Αγίας, το οποίον τρέχει μέχρι
σήμερον.
Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016
Ο Όσιος Θεόκτιστος ο συνασκητής του Μεγάλου Ευθυμίου
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός
ημών ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΥ, συνασκητού του Μεγάλου Ευθυμίου.
Θεόκτιστος,
ο Όσιος και μέγας πατήρ ημών, επειδή παιδιόθεν ηγάπησε τον Θεόν, δια τούτο
αφήκε την πατρίδα και τους συγγενείς του, και μετέβη εις τους ιερούς και Αγίους
Τόπους της Ιερουσαλήμ· φθάσας δε εις την Λαύραν την επονομαζομένην Φαράν, ήτις
ήτο μακράν από τα Ιεροσόλυμα εξ μίλια, εύρεν εν κελλίον, μέσα εις το οποίον
κλείσας τον εαυτόν του, ανδρείως ηγωνίζετο εναντίον των παθών και δαιμόνων·
τότε δε και ο μέγας Ευθύμιος αφήσας τον κόσμον ήλθε και κατώκησε μετά του Οσίου
τούτου Θεοκτίστου και ησύχαζεν· ο έρως όθεν, ον είχον και οι δύο δια να
αποκτήσουν τας αυτάς αρετάς, και η κοινωνία των αυτών ασκητικών αγώνων, τόσον
ήνωσαν με τον δεσμόν της αγάπης τους δύο τούτους Οσίους, ώστε ο εις ευρίσκετο
μέσα εις την ψυχήν του άλλου και εις όλα τα πράγματα και οι δύο είχον τα αυτά
φρονήματα, και οι δύο εποίουν τα αυτά έργα. Δια τούτο και μετά την απόδοσιν της
εορτής των Θεοφανείων είχον συνήθειαν και οι δύο να απέρχωνται εις την ένδον
βαθυτέραν έρημον και εκεί έμενον ησυχάζοντες έως εις την εορτήν των Βαϊων· και
τότε επέστρεφον πάλιν έκαστος εις το κελλίον του. Αφού δε διήλθον ούτω επί
πέντε έτη, εξήλθον και πάλιν τον πέμπτον χρόνον εις την έρημον κατά τον
συνηθισμένον καιρόν, και ευρόντες μέγα σπήλαιον κατά τον βορεινόν κρημνόν τού
εκείσε ευρισκομένου Ξηροποτάμου, έκαμαν εκεί την κατοικίαν των· και εις πολύ διάστημα
καιρού έζων μόνον με αγρίας βοτάνας, έως ου η αρετή των και άσκησις κατέστησαν
αυτούς φανερούς εις τους ανθρώπους· όθεν και παρεκινήθησαν τινές και έφερον εις
αυτούς τας αναγκαίας τροφάς. Επειδή δε προσέτρεξαν πολλοί αδελφοί από διαφόρους
τόπους και επεθύμουν να ζήσουν ομού με τους Οσίους, τούτου ένεκα έγινεν εκεί
Κοινόβιον, του οποίου ήτο προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος έως τέλους της ζωής του.
Όθεν και έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς ανθρώπους, τόσον με την πειθώ των
γλυκυτάτων λόγων του, όσον και με τον καθαρόν και ασκητικόν βίον του· ο δε
Άγιος Ευθύμιος ησύχαζεν εις εν κελλίον, το οποίον ήτο πλίγον μακράν από το
Κοινόβιον του Θεοκτίστου· πλησίον δε εις το κελλίον έκτισε και ο θείος Ευθύμιος
μεγάλην Λαύραν· και όσοι ήρχοντο εις αυτόν δια να γίνουν Μοναχοί, τους έστελλεν
εις το Κοινόβιον του μεγάλου Θεοκτίστου, καθώς ύστερα από πολλούς χρόνους
έστειλεν εις αυτό και τον Όσιον και Ηγιασμένον Σάββαν, όστις προσελθών εις τον
Ευθύμιον παρεκάλει αυτόν να τον δεχθή· έστειλε δε τούτον ο Ευθύμιος εις τον
μέγαν Θεόκτιστον, διότι ο Σάββας ήτο ακόμη νέος και αγένειος· όθεν τον διώρισε
να ζη εις την υποταγήν του Θεοκτίστου και να μανθάνη παρ’ αυτού τα της
μοναδικής φιλοσοφίας μαθήματα. Εγένετο όθεν και ο Άγιος ούτος Θεόκτιστος μέγας
και ονομαστός ες όλους, καθώς εγένετο μέγας και ο Άγιος Ευθύμιος, και εδείχθη
εις τους ανθρώπους τύπος και κανών πάσης αρετής· φθάσας δε εις βαθύ γήρας, και
πλήρης ημερών γενόμενος, έπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν, από την οποίαν απήλθεν
προς Κύριον· εκηδεύθη δε και ετάφη οσίως το όσιον αυτού λείψανον από χείρας
Οσίων, δηλαδή τόσον του μεγάλου Ευθυμίου, όστις τότε ήτο ενενήκοντα ετών, όσον
και του εν Αγίοις Πατριάρχου Ιεροσολύμων Αναστασίου, κατά την τρίτην του
παρόντος μηνός εν έτει υνα΄ (451).
Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016
O Αγιος Ιερομάρτυς Άνθιμος Επίσκοπος Νικομηδείας
Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός
μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΝΘΙΜΟΥ Επισκόπου Νικομηδείας.
Άνθιμος ο Μάρτυς και Επίσκοπος εγεννήθη εις την περίφημον πόλιν της
Νικομηδείας, από ευσεβών και ευγενών κλάδων αναβλαστήσας, καλούς δε και αυτός
προσενέγκας καρπούς, ευωδίαζε πάσαν την Εκκλησίαν ως εύοσμον άνθος, διότι ευθύς
μεν ως την πρώτην ηλικίαν των νηπίων παρήλθεν, ήνθιζον εις αυτόν πάσα θεία
χάρις και ήθη χρηστά, αλλά και ως παιδίον ήτο δια πολλής συνέσεως
κατηρτισμένος. Ότε δε πάλιν έφθασε και εις την ανδρικήν ηλικίαν, τας των ανδρών
αρετάς επεμελείτο και εκυριάρχει της γαστρός, εκράτει του θυμού και των
σαρκικών επιθυμιών και την κοσμικήν φαντασίαν απεστρέφετο, αλλά και την μητέρα
των αρετών, την αγάπην, φιλοπόνως ειργάζετο, άπας δε ο καιρός του ήτο ασχολία
προσευχής και τήρησις των θείων εντολών, ώστε καθ’ όλον τον βίον αυτού, απέχων
από πάσαν ματαίαν διασκέδασιν, εντελώς ειργάζετο την αρετήν. Δια τοσαύτης δε
ταπεινοφροσύνης ήτο κεκοσμημένος, ώστε, όταν έβλεπον αυτόν οι φιλάρετοι άνδρες,
κατενύγοντο αι ψυχαί αυτών και επεμελούντο και αυτοί την πρόοδον της αρετής. Επειδή
όθεν έζη ούτω και είχε την ιδίαν αυτού αρετήν ως πολυφωνότατον κήρυκα, δεν ήτο
δυνατόν να κρύπτηται και να διαφεύγη της προσοχής των ανθρώπων· δια τούτο και
επί τον υψηλόν βαθμόν της Ιερωσύνης ανήγαγον αυτόν και ύμνει εν Πρεσβυτέρων
καθέδρα τον Κύριον και ηυλόγει τον Θεόν. Δεν ήλθεν όμως αμέσως εις τον της
Ιερωσύνης βαθμόν, ούτε απ’ αρχής του βίου αυτού προεμελέτα αυτήν, αλλ’ αφ’ ου
πρότερον εις πολλούς ενδιέπρεψε βαθμούς και ετίμησεν αυτούς αξίως με πάσαν
αρετήν, υπό πάντων δε τούτων εμαρτυρήθη ότι ήτο άξιος του βαθμού της Ιερωσύνης
και ούτω του μεγάλου τούτου αξιώματος επέβη. Δεν επεδίωξε δε την τιμήν, ουδέ ήρπασεν
αυτήν, αλλ’ υπ’ εκείνης μάλλον κατελήφθη, αν και σφόδρα απεμακρύνετο απ’ αυτής
δια το μέγεθος της ταπεινώσεως αυτού. Ότε δε μετέστη εις Κύριον ο τότε
Επίσκοπος Νικομηδείας Κύριλλος, εχήρευε δε ποιμένος η Εκκλησία και την ερημίαν
της επένθει πικρώς και εθρήνει την συμφοράν της, τότε οι πρόκριτοι των
Νικομηδέων μετά του Εκκλησιαστικού Κλήρου απεφάσισαν ομοφώνως, όπως αναδείξωσιν
Επίσκοπον αυτών τον ιερώτατον Άνθιμον. Εισελθόντες όθεν εις την Εκκλησίαν
εδέοντο θερμώς εις τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτούς, εάν τούτο αρέσκη και εις
Αυτόν και εάν θα έχωσιν επιμαρτυρούσαν την άνωθεν ψήφον. Ευθύς δε μέγ και
θαυμαστόν φως περιήστραψε πάντας, φωνή δε θεία ηκούσθη προσμαρτυρούσα υπέρ του
Ανθίμου και επικυρούσα την ψήφον αυτών, προτρέπουσα έτι αυτούς, ίνα φέρωσιν εις
πέρας το ταχύτερον την απόφασιν ταύτην. Εκ Θεού όθεν εκλεγείς ο θείος Άνθιμος
ανέλαβε τους οίακας της Εκκλησίας και απέλαβεν ο θρόνος τον άξιον και καλόν
ποιμένα, όστις αυτόν κατεκόσμησεν, η δε Εκκλησία, αποθέσασα την λύπην και
κατήφειαν, εστολίσθη με την ευπρέπειαν και λαμπρότητα, επιτυχούσα κατά τον
Απόστολον Παύλον τον ανεπίληπτον και σοφόν επιστάτην. Ο δε Άνθιμος, ως αγαθός
κυβερνήτης, όλην την προσοχήν αυτού επέστησε προς τούτον μόνον τον σκοπόν, όπως
τον χαλεπόν της ασεβείας κλύδωνα καταπραϋνη και τας ψυχάς των συμπλεόντων εις
τον λιμένα του Θεού καθορμήση. Ταύτα είδεν ο Ίνδης εκείνος μετά της Δόμνης,
οίτινες ήσαν θαυμαστοί και αξιέπαινοι, διότι αυτοί μεν τον βασιλέα και τα περί
τον βασιλέα πάντα κατέλιπον και παρέλαβον την ευσέβειαν, αμφότεροι τον κοινόν
Βασιλέα πλουτήσαντες. Αλλ’ ουδέ ο Γλυκέριος και ο Θεόφιλος έμειναν άγευστοι της
ευσεβείας, ένεκα της διδαχής του Αγίου, ικανή δε απόδειξις είναι ότι και ούτοι
τον υπέρ Χριστού θάνατον έλαβον, αλλά και πολλοί άλλοι δεν έμειναν άγευστοι της
ευσεβείας, ένεκα της σπουδής του Αγίου, διότι και ούτοι πάντες υπέρ Χριστού δια
πυρός ετελειώθησαν. Ούτω θεοφιλώς του Αγίου πορευομένου, εγείρεται αίφνης
χειμών χαλεπώτατος και επειδή η καταιγίς ενέπεσε σφοδροτέρα παρά ποτέ, πάντας
τους Χριστιανούς κατέδυσε. Διότι επστρέψας ο Μαξιμιανός νικητής από του κατά
των Αιθιόπων πολέμου εν έτει 306, διέταξεν ευθύς πάντας κοινώς όπως συναχθώσιν
εις Νικομήδειαν, δια να θυσιάσωσιν εις τους θεούς του. Εκηρύχθη όθεν τότε
εκείνος ο βαρύτατος και μέγιστος διωγμός των Χριστιανών, όστις επροχώρει
καθημέραν καθ’ άπασαν την γην. Όθεν άλλοι μεν των Χριστιανών έφευγον εις τα όρη
και σπήλαια, άλλοι παντοιοτρόπως δε εθανατώνοντο, και αι μεν Ιεραί Μοναί
ηρημούντο, των δε Παρθένων τα Ησυχαστήρια παντελώς κατηδαφίζοντο. Τότε οι
δήμιοι ως άγρια θηρία ήρπασαν και μίαν Παρθένον υπέρλαμπρον ψυχή τε και σώματι,
ονόματι Θεοφίλην, καθώς ήτο και εις την πράξιν, την οποίαν ωδήγησαν βιαίως εις
το εργαστήριον τής ύβρεως. Αύτη δε η μακαρία, βλέπουσα προς τον ουρανόν, εβόησε
μετά δακρύων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο έρως, το φως μου και ο φύλαξ της ζωής μου,
ίδε την νυμφευθείσαν σοι, Νυμφίε μου άμωμε, και λύτρωσαί με από των θηρίων
τούτων, φύλαξόν δε την παρθενίαν μου άσπιλον εις δόξαν και αίνον του
παντοδυνάμου σου ονόματος». Ανεγίνωσκε δε το Ιερόν Ευαγγέλιον. Εις δε εκ των
ασεβών εισήλθεν εις τον οίκον, ίνα πράξη την επιθυμίαν αυτού και ευθύς τρέμων
απέθανεν. Ακολούθως εισήλθεν άλλος και είδε φως ανείκαστον και εκ της
λαμπρότητος του φωτός έμεινε τυφλός. Τούτο δε έπαθον και άλλοι πολλοί· όσοι
όμως εισήλθον με σωφροσύνην εις τον οίκον, είδον ωραίον και υπέρλαμπρον
Άγγελον, ιστάμενον εκ δεξιών αυτής, και εγένοντο έντρομοι, ιδόντες τοιούτο
παράδοξον θαύμα, εξελθόντες δε εβόησαν· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε
θείος Άγγελος λαβών την Παρθένον εκ της αισχράς εκείνης οικίας αμόλυντον εξήλθε
μετ’ αυτής πορευόμενος και την ωδήγησεν εις την Εκκλησίαν των πιστών, ειπών
προς αυτήν· «Ειρήνη σοι». Η δε εκθαμβουμένη και χαίρουσα έκρουσε την θύραν και
εισήλθεν εις την Εκκλησίαν. Εκείνην δε την νύκτα ο Ιεράρχης Άνθιμος μεθ’ όλων
των Χριστιανών εώρταζε τα Γενέθλια του Χριστού εν τη Εκκλησία· ιδόντες δε ούτοι
ανελπίστως την Θεοφίλην εθαύμαζον. Αύτη δε και οι εκ ταύτης πιστεύσαντες
διηγήθησαν πάντα όσα ο Παντοδύναμος Θεός ετέλεσε θαυμασίως, δοξάζοντες και
ευχαριστούντες Αυτόν. Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός διέταξε ν’ αναφθώσιν ευθύς
ξύλα πέριξ της Εκκλησίας, ίνα κατακαώσιν οι εν τη Εκκλησία Χριστιανοί. Όπερ εννοήσας
ο θείος Ιεράρχης Άνθιμος και θείας Χάριτος εμπλησθείς, εστάθη εις το κέρας του
θυσιαστηρίου λέγων· «Ενθυμήθητε, αδελφοί μου φιλόχριστοι και τέκνα εν Κυρίω,
ποσάκις εξιστάμεθα θαυμασίως δια την ανδρείαν των Αγίων Τριών Παίδων και δια
την ευσέβειαν αυτών, οίτινες και εν μέσω της φλογός ιστάμενοι προσεκάλουν την
κτίσιν άπασαν προς υμνωδίαν του Κτίστου. Ας γίνωμεν όθεν και ημείς συγκοινωνοί
της δόξης αυτών· εκείνοι μεν ήσαν Τρεις και ουδέ είχον άλλων προτέρων
υπόδειγμα, ημείς δε, τοσούτον πλήθος όντες και έχοντες όχι μόνον εκείνους, αλλά
και τον Κύριον της δόξης τον επί ξύλου κρεμασθέντα δια την σωτηρίαν ημών, πως
και ημείς εκ τούτου να μη γινώμεθα συγκοινωνοί εις το Άγιον Αυτού Πάθος; Ιδού
καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός σωτηρίας· αποθώμεθα λοιπόν τα έργα του σκότους
και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός, όπως αξιωθώμεν της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα
ειπών ο αείμνηστος Άνθιμος και συναγωνιζόμενος μετ’ αυτών βαπτίζει τους
κατηχουμένους και την θείαν λειτουργίαν επιτελέσας μετέδωκεν εις άπαντας τα
Θεία και Άχραντα Μυστήρια, ανήφθησαν δε εν τω μεταξύ έξωθεν τα φρύγαν, οι δε
Άγιοι έσωθεν έψαλλον την υμνωδίαν των Αγίων Τριών Παίδων, πάσαν την κτίσιν προς
υμνωδίαν Θεού και δοξολογίαν επικαλούμενοι και ούτω κατεκάησαν άπαντες οι
ευρεθέντες Χριστιανοί εν τη Εκκλησία, οίτινες ήσαν τον αριθμόν είκοσι χιλιάδες.
Ο δε Άγιος Άνθιμος δεν εκάη, αλλά διεφυλάχθη αβλαβής εκ θείας Χάριτος, ίνα και
άλλους ωφελήση εκ της διδασκαλίας υτού, βαπτίση δε και προσφέρη αυτούς
σεσωσμένους εις τον Χριστόν. Όθεν ανεχώρησεν εις τινα κωμόπολιν, ίνα φροντίση
περί του λοιπού ποιμνίου του ως καλός ποιμήν, τον λόγον της αληθείας σπείρων
και το τάλαντον της πίστεως πολλαπλασιάζων, επιστρέφων πολλούς εις θεογνωσίαν
και επιστηρίζων εις την ευσέβειαν. Αλλά και οι περί τον Μαρδόνιον και Μυγδόνιον
και Πέτρον και τον καρτερικώτατον Ζήνωνα δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας,
διότι βλέποντες και ούτοι την σπουδήν του Ιεράρχου και αυτοί τον ίδιον προς
Χριστόν επέδειξαν πόθον μη ανεχόμενοι να υπολειφθώσι της ίσης μαρτυρίας.
Τοσαύτη επίδοσις της ευσεβείας υπό του θαυμαστού Ανθίμου εις πολλούς εγένετο.
Όθεν η αρετή και ενταύθα φανερόν ποιεί το της ευσεβείας άνθος Άνθιμον. Και
πάλιν καταμηνύεται εις τον βασιλέα ο τότε μεν εν Ιερεύσι μέγας, μετά μικρόν δε
και μεταξύ των Μαρτύρων τοιούτος. Τότε ο Μαξιμιανός πέμπει είκοσιν εφίππους
στρατιώτας, ίνα συλλάβωσιν αυτόν και φέρωσιν ενώπιόν του. Οι δε ιππείς οι
πεμφθέντες εις Σημάνην, τούτο ήτο το όνομα της κωμοπόλεως, ευρίσκουσιν εκεί τον
Άγιον και ουδόλως γνωρίζοντες αυτόν, ηρώτων τον ίδιον Άνθιμον περί του Ανθίμου,
τις είναι ούτος και εις ποίον μέρος της κωμοπόλεως κατοικεί. Ο δε αγαθός,
φιλόξενος και φιλαλήθης πατήρ, πρώτον μεν τους εφιλοξένησε και παρέθηκεν εις
αυτούς δείπνον, άρτον και κυάμους (κουκκιά), αφού δε ως ηδυνήθη εφιλοξένησεν
αυτούς, είτα λέγει εις αυτούς, ότι ο ίδιος είναι ο Άνθιμος, όπερ εκείνοι
ακούσαντες έμειναν εκστατικοί και ουδόλως ηδύναντο να αντικρύσωσιν εις την
πολιάν του καφαλήν, αναλογιζόμενοι βαθέως αφ’ ενός μεν την τράπεζαν, τον
δείπνον και την φιλοξενίαν, αφ’ ετέρου δε προς ποίον σκοπόν επέμφθησαν και προς
ποίον σκοπόν μέλλουσι να φέρουσι αυτόν ενώπιον του Μαξιμιανού, εξ άπαντος προς
σκοπόν κάκιστον και προς ομολογουμένην τιμωρίαν. Ως εκ τούτου περισσότερον
ελύπει τούτο τας ψυχάς αυτών και εξ εντροπής δεν ηδύναντο ν’ ατενίσωσι προς τον
Άνθιμον, επειδή και αψευδή μηνυτήν του σεβασμίου ανδρός, ον εζήτουν, εκ του
στόματος αυτού ήκουσαν και παρά της του ιδίου γλώσσης μανθάνοντες, ότι αυτός
είναι ο Άνθιμος, εθαύμαζον ως εκ τούτου την φιλαλήθειαν του πατρός, και άφησαν
αυτόν εκουσίως, προέτρεπον δε μάλιστα αυτόν να φύγη εκείθεν. Διότι εγνώριζον,
ότι ουδέν καλόν θα απολαύση όταν παρουσιασθή εις τον Μαξιμιανόν· όθεν είπον·
«Εις ημάς αρκεί εις απολογίαν να είπωμεν, ότι καθ’ όλην την Νικομήδειαν τον
εζητήσαμεν, αλλά δεν ηδυνήθημεν να εύρωμεν αυτόν». Ο δε ιερός Άνθιμος, δια
παντός μελετών τας εντολάς του Θεού, διδάσκων και προτρέπων τους πάντας να
λέγωσι την αλήθειαν εν τη καρδία, ούτε δια των χειλέων αυτών να ψευσθώσι δι’
αυτόν ηνείχετο, άλλως τε και τον υπέρ Χριστού θάνατον διψών, ανεχώρησε μετ’
αυτών εκείθεν· βαδίζων δε εν τη οδώ τους έδωκε πολλάς ευσεβείς παραινέσεις και
διηγήθη εις αυτούς περί των μελλόντων αγαθών, πάντα δε ασεβή λογισμόν αυτών
εξωμάλυνε και αφού παρεσκεύασε την ψυχήν αυτών προς αποδοχήν των θείων
επαγγελιών του Ιερού Ευαγγελίου, αναγινώσκει τας θείας ευχάς, ελθόντες δε είτα
εις ποταμόν τινα διερχόμενον δια της οδού βαπτίζει αυτούς, και εξακολουθούσι
πάλιν την οδοιπορίαν αυτών, έως ου ήλθον εις την πόλιν. Εισελθών δε ο Άγιος εις
το τυραννικόν βήμα, είχε μεν τας χείρας οπίσω δεδεμένας κατά διαταγήν
βασιλικήν, εις ουρανούς δε την διάνοιαν ανατείνων, επεκαλείτο την εξ ύψους
βοήθειαν. Ο δε βασιλεύς θέλων να επιδείξη εις τον μακάριον Άνθιμον και από
ψιλής θέας το πικρόν της δοκιμής των βασάνων, κατά πρώτον μαλακώτερον
συμπεριεφέρθη εις αυτόν, εκθέσας δημοσία πρότερον τα των κολαστηρίων όργανα,
έπειτα δε καλέσας αυτόν είπε· «Συ είσαι ο λεγόμενος Άνθιμος, ο εις την πίστιν
του Χριστού πλανηθείς, όστις ως απλούς και ευκολόπιστος άνθρωπος απατηθείς,
εκτοξεύεις μυρίας ύβρεις κατά των ημετέρων θεών»; Ο δε γενναίος του Χριστού
αθλητής και δια τα προκείμενα των κολαστηρίων όργανα και δια τους λόγους του
τυράννου εξ ίσου γελάσας, είπε· «Γνώριζε, ω βασιλεύ, ότι ουδέ καν ήθελον σοι
αποκριθώ προς ταύτα, εάν μη με έπειθεν ο ιερός διδάσκαλος Παύλος διδάσκων: «Ετοίμους
ημάς είναι παντί τω αιτούντι λόγον διδόναι. Επηγγείλατο γαρ ημίν ο Θεός στόμα
και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι ημίν», ότι εγώ
και πρότερον καλώς γνωρίζων την πολλήν σου παχύτητα της περί τα είδωλα πλάνης,
τώρα σε και τους ιδικούς σου, ως λέγεις, θεούς θα αποδείξω φανερώτατα
αναισθήτους, διότι ήλπισας να προσηλυτήσης εμέ και να με αποστήσης από του
Δημιουργού των απάντων, όστις και σε το αχάριστον πλάσμα ετίμησε δια της εαυτού
εικόνος. Αλλά διατί με παρέστησας δεσμώτην εις το βήμα τούτο και τα των βασάνων
παρέταξες όργανα; Ελπίζεις ότι δια τούτων θέλεις με καταπείσει ή ότι δι’ αυτών
θέλεις με καταπλήξει; Εις άλλους τινάς των αγενεστάτων πρόσφερε ταύτα, εις τους
οποίους ο παρών βίος είναι ηδονή και το να στερηθώσι τούτου είναι η μεγίστη των
τιμωριών. Εις εμέ δε και αυτό το πήλινον σώμα είναι παντός δεσμωτηρίου
χαλεπώτερον, διότι εμποδίζει την ψυχήν μου να διαβή προς τον ποθούμενον Θεόν·
ώστε απειλαί, τιμωρίαι και βάσανοι είναι ποθεινότεραι εις εμέ από πάσαν
διατριβήν και ζωήν, των οποίων κατόπιν επακολουθεί ο θάνατος, όστις απολύων με
των δεσμών της σαρκός θα με οδηγήση προς τα ποθούμενα». Ταύτα του μεγάλου κατά
την αρχιερωσύνην και έτι μεγαλυτέρου κατά την άθλησιν απολογησαμένου, ο
βασιλεύς είπεν· «Ταύτα είναι μακρά φλυαρία, θα ίδης δε μετ’ ολίγον». Ευθύς τότε
προστάσσει να κτυπώσιν αυτών δια λίθων, ο δε γενναίος Άνθιμος, επειδή απ’ αρχής
επόθει τον δια Χριστόν άθλον και ήλπιζεν ίνα λ΄βη εκ θείας προνοίας τον
στέφανον της αθλήσεως, εκ τούτου πράως και τας παρούσας πληγάς εδέχετο. Ίνα δε
λαμπροτέρα έπαθλα επιτύχη, επιχλευάζων τον τύραννον και σφοδρώς την ψυχήν αυτού
κατακαίων δια της φλογός της μανίας ηρέθιζεν αυτόν εις επιπονωτέρας τιμωρίας
λέγων· «Θεοί, οι οποίοι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν». Ο
λόγος ούτος του Μάρτυρος αυτό τούτο το κέντρον της καρδίας του Μαξιμιανού
κατεκέντησε και ευθύς διατάσσει, ίνα δια περονών πεπυρωμένων διατρυπήσωσι τους
αστραγάλους αυτού. Εις δε τον Μάρτυρα η βάσανος αύτη ήτο μεγίστη ηδονή, διότι
επετύγχανεν εκείνα τα οποία επόθει και απέδιδε μικράν χάριν εις τον Μαξιμιανόν
ένεκα των τιμωριών, διότι τοιουτοτρόπως εδίψα ο Άνθιμος, όπως ενωθή με τον
Χριστόν λέγων το προφητικόν ρητόν· «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον
ισχυρόν, τον ζώντα, πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου»; Ο δε
Μαξιμιανός ως έχων τυραννικόν πνεύμα ενόμιζεν, ότι ένεκα της αυστηρότητος των
κολάσεων θα νικήση την γενναίαν σταθερότητα του Μάρτυρος· όθεν προστάσσει να
στρωθή εις το έδαφος όστρακον, είτα γυμνόν εις αυτό απλωθέντα να δέρωσι τον
αθλητήν δια ράβδων σφοδρότερον του δέοντος, ίνα δια του ραβδίσματος των πληγών
άνωθεν και δια των κάτωθεν εστρωμένων οστράκων αισθανθή η ψυχή αυτού διπλασίαν
την οδύνην. Ο δε Άνθιμος ούτε δια της βασάνου ταύτης απηλπίσθη δια την νίκην,
αλλ’ εδέετο του Κυρίου λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Βασιλεύ των αιώνων, ότι
περιέζωσάς με δύνμιν εξ ύψους, και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον, και τους
μισούντας με εξωλόθρευσας, και συνεπόδισας πάντας τους επανισταμένους επ’ εμέ
υποκάτω μου». Ο δε Μαξιμιανός επινοεί πάλιν και έτερα κολαστήρια και προστάσσει
να καύσωσι χαλκάς περικνημίδας και να υποδήσωσι δι’ αυτών τον Μάρτυρα. Εν ω δε
χρόνω οι μακάριοι εκείνοι πόδες υπέμενον την σφοδροτάτην ταύτην και εις οδύνην
αφόρητον βάσανον των πεπυρωμένων περικνημίδων, θεία τις Χάρις επέρχεται άνωθεν
εις τον γενναίον Μάρτυρα και φωνή ηκούσθη επί μάλλον ενισχύουσα αυτόν και
μεγάλα υποσχομένη βραβεία, ήτις έλεγεν· «Εντός ολίγου δια λαμπρώς
ακτινοβολούντος στεφ΄νου εξ ανθέων αθλοφορείς». Η δε φωνή αύτη μεταβάλλει ευθύς
προς το ευθυμότερον την ψυχήν αυτού και φαιδρότερον το πρόσωπον αυτού
απεργάζεται, μειδίαμα δε χαριέστατον εις τα χείλη αυτού επιφαίνεται, δια του
οποίου η εσωτερική γαλήνη της καρδίας του εμαρτυρείτο. Βλέπων ταύτα ο
Μαξιμιανός εξεπλήττετο, καθώς ήτο επόμενον, και εθαύμαζε ταύτα· αλλ’ εκ της
απιστίας αυτού ωνόμαζε γοητείαν τα γινόμενα και ηρώτα να μάθη την αιτίαν. Ο δε
δίκαιος είπεν· «Ω βασιλεύ, τα παρόντα θαυμάσια, τα οποία βλέπεις, προοίμια
μόνον καλά είναι και αψευδής των μελλόντων επαγγελία, εντός ολίγου δε θα
αισθανθής, ότι μάτην κομπάζεις και εκείνους τους οποίους ονομάζεις θεούς θα
αποδείξω πολύ ασθενεστέρους της ανθρωπίνης δυνάμεως, ώστε να μεταμεληθής δια
την πείραν των βασάνων, την οποίαν επιδεικνύεις εις εμέ». Ένεκα τούτων
οργισθείς ο βασιλεύς προστάσσει να δέσωσι τον Μάρτυρα επάνω εις τροχόν και να
συστρέφωσιν αυτόν συνεχώς, ομού δε με τον τροχόν να κατακαίωσι δια λαμπάδων και
πυρός τας σάρκας αυτού και ούτω να διαλύωνται. Το πρόσταγμα τούτο του
Μαξιμιανού ευθύς έργον εγένετο, και κρατούντες οι δήμιοι τας λαμπάδας εις τας
χείρας αυτών επλησίασαν το πυρ εις τον τροχόν, πυρ πνέοντες, πυρ βλέποντες, πυρ
φέροντες· αι δε ψυχαί αυτών ούσαι θερμότεραι τού εις τας χείρας αυτών πυρός
επεθύμουν να μεταβάλουν όλως εις φλόγα τον Αθλητήν. Αλλ’ ω της θαυμαστής περί
τον άνδρα, Χριστέ, δυνάμεώς σου! Εστάθη μεν ευθύς εκ της κινήσεως ο τροχός, των
δε δημίων κατά γης πεσόντων, πίπτουσιν άμα ανεπαισθήτως από των χειρών αυτών αι
λαμπάδες, καθότι αι χείρες αυτών έμειναν ως νεκραί και παράλυτοι,
καταναρκωθέντων ως δια ύπνου τινός. Τούτου ένεκα ωργίσθη ο βασιλεύς και
κατέκρινε τους δημίους, ως αμελείς των προσταγμάτων αυτού και ανικάνους κατά
τας χείρας. Βλέπεις απιστίαν; Εκείνοι μεν ουδέ ν’ αναλάβωσι δύνανται, ούτε
είναι ικανοί να μεταχειρισθώσι τας χείρας αυτών. Ο δε τύραννος, αγνοών ότι θεία
δύναμις έσβεσε την δύναμιν αυτών, εφαντάζετο ότι η οκνηρία ήτο η αιτία· τούτου
ένεκεν έλεγεν· «Πως, αφού μετά πάσης τόλμης ήλθατε, ήδη τόση οκνηρία σάς
κατέλαβεν; Αυτόν λοιπόν προετιμήσατε από του ιδικού μου προστάγματος, ώστε τα
μεν επιταχθέντα να εγκαταλείψητε ημιτελή, εις το έδαφος δε κατεκλίθητε δια να
ευχαριστηθήτε, καταβληθέντες δήθεν εκ του κόπου και θέλοντες δήθεν να
αναπαυθήτε»; Οι δε δήμιοι αποκριθέντες είπον· «Ω βασιλεύ, ούτε βραδείς περί τας
ιδικάς σου πράξεις είμεθα, ούτε ήλθομεν εις τοιαύτην τόλμην, ούτε υπό οκνηρίας
κατελήφθημεν, ούτε από του πολλού κόπου απέκαμον αι χείρες ημών· αλλά φοβερά τις
όψις εμφανισθείσα εις ημάς παρέλυσε τας χείρας ημών και όλως εκλελυμένοι και
εις μεγίστην ατονίαν ευρισκόμεθα. Διότι τρεις άνδρες λαμπροί μεν την θέαν,
λευκοί δε την περιβολήν, αλλά φοβεροί εις το είδος μετά πικρού και αγρίου
βλέμματος εμφανισθέντες εις ημάς και το πυρ τών υπό των χειρών ημών κρατουμένων
λαμπάδων εναντίον ημών στρέψαντες, ευθύς διέταξαν να απομακρυνθώμεν από του
Ανθίμου, με φαιδροτέραν δε φωνήν εκάλουν αυτόν θεράποντα Θεού. Ούτω
κατανικώντες φέρουσιν ημάς εις τοιαύτην ως βλέπεις κατάστασιν». Εν όσω δε ούτοι
έλεγον ταύτα μεταξύ των, ο δε τροχός δεν συνεστρέφετο, ο Μάρτυς θερμοτέραν
προσέφερε την ευχαριστίαν εις τον Θεόν και περισσοτέρας εκείθεν απήλαυσε
χρηστότητος. Ο Μαξιμιανός δε θέλων να αποδείξη, ότι τούτο συνέβη εξ αμελείας
των δημίων και ουχί εκ της μαρτυρικής εκείνης προς τον Θεόν παρρησίας, ηπείλει
αυτόν με τον δια ξίφους θάνατον, εάν δεν θυσιάση εις τους θεούς. Ο δε θείος
Άνθιμος την απειλήν μετά μεγαλυτέρας ευχαριστίας υπεδέχετο, εν όλη καρδία του
Θεού δεόμενος, όπως καταξιωθή εις τον χορόν των Δισμυρίων Μαρτύρων, άμα δε
εσεμνύνετο να λέγη· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός» και καθεξής.
Ο δε Μαξιμιανός, επειδή έβλεπεν, ότι το τέλος τού Ανθίμου θα αποβή μάλλον κατά
την ευχήν αυτού, είπε· «Γνωρίζω το λίαν δοξομανές και φιλότιμον υμών των
Χριστιανών και ότι δια την αντιμισθίαν του τολμήματος, το οποίον πράττετε και
δια να τύχητε του ονόματος, το οποίον επιθυμείτε, προτιμάτε και αυτό το έσχατον
απάντων των κακών, τον βίαιον θάνατον· αλλά συ ουδέν θα επιτύχης ή αφού
πρότερον σε περιβάλω δια πολλών τιμωριών, έπειτα και του παρόντος φωτός θα σε
στερήσω, διότι δεν σου αξίζει να απολαμβάνης τοιαύτης ηδονής και τοιούτων
μεγάλων αγαθών». Ο δε Μάρτυς είπεν· «Αληθώς δεν μου είναι αξία η παρούσα ηδονή
ούτε το φως· όθεν τύφλωσον τους οφθαλμούς μου δια να μη βλέπω σε το αχάριστον
πλάσμα». Λαβόντες δε οι κκούργοι εκείνοι τον Άγιον ωδήγουν αυτόν κατά διαταγήν
του βασιλέως εις το δεσμωτήριον, αλλ’ η θεόφθογγος γλώσσα αυτού τα συνήθη και
πάλιν προς τον Θεόν έψαλλε και των αλύσεων και δεσμών απαλλάσσεται. Ουδέ όμως
τους άγοντας αυτόν δημίους αφήκεν αμετόχους εκ του θαύματος, αλλά πρηνείς ούτοι
πεσόντες έμενον εις την γην εκ της παραδόξου ταύτης θέας καταπλαγέντες. Διότι
θεία Χάρις άνωθεν επελθούσα και φως εξαστράπτουσα περιεκύκλωσε τον Μάρτυρα, τους
δε οδηγούντας αυτόν δημίους μετά των σιδηρών εκείνων δεσμών, δια των οποίων
εδεσμείτο ο Άγιος, ρίπτει αμέσως κατά γης ουδέν λέγοντας και ούτε να καλύψωσι
τους οφθαλμούς αυτών δυνηθέντας. Ο δε Μάρτυς εγείρας αυτούς τους είπε να
εξακολουθήσωσι την οδόν αυτών· και αφού εισήλθεν εις το δεσμωτήριον ο Άνθιμος
χαίρων ως να εισήρχετο εις ευωχίαν, και εις τους εκεί ευρισκομένους προσέφερε
τον της πίστεως άρτον, μετά μεγίστης φιλοφροσύνης δεξιωθείς αυτούς, και την
ευσέβειαν διδάξας όλως εις τον Χριστόν καθοδηγεί και υιοθετεί αυτούς δια του
γίου Βαπτίσματος. Ο δε Μαξιμιανός μαθών τούτο και φοβηθείς μήπως ζημιωθή εξ
αιτίας αυτού άλλους πολλούς, παριστά και πάλιν τον Αθλητήν έμπροσθεν αυτού και
παροτρύνει πάλιν αυτόν να θυσιάση εις τους θεούς αυτού, υπόσχεται δε και ως
ανταμοιβήν της συγκαταθέσεως να τον κάμη ιερέα των ειδώλων. Ο δε θείος Άνθιμος
μετά πολλής παρρησίας είπε προς αυτόν· «Εγώ και προ της υποσχέσεώς σου ταύτης
είμαι Ιερεύς του πρώτου καλού ποιμένος και Αεχιερέως Χριστού του Θεού, όστις
από την μεγίστην φιλανθρωπίαν αυτού και άκραν συγκατάβασιν, άϋλος και
απερίληπτος ων, όχι μόνον γίνεται άνθρωπος μεταλαμβάνων της ημετέρας σαρκός,
μέχρις ημών κατελθών και δι’ ημάς ταύτα πράττων, αλλά και εαυτόν προσέφερε
θυσίαν υπέρ των αμαρτιών ημών, σταυρωθείς και γευσάμενος οδυνηρού θανάτου,
τριήμερος αναστάς, και εις ουρανούς ανελθών, πάλιν συνανέφερεν ημάς εκείσε,
οπόθεν δια την παρακοήν επεπτώκαμεν. Τούτου Ιερεύς τυγχάνω και εις τούτον
προτιμώ να προσαγάγω εμαυτόν θυσίαν, τα δε υμέτερα και οι υμέτεροι λεγόμενοι
θεοί άξιοι μόνον σκότους και θρήνων υπάρχουσι, μάλλον δε δια την ιδικήν σας
απώλειαν και συμφοράν λοιδορητέοι». Οργισθείς δε πολύ ένεκα τούτου ο Μαξιμιανός
προστάσσει να φέρωσι τον γενναίον Άνθιμον εις την οδόν του θανάτου· φέρεται
όθεν ο Αθλητής, έχων εις εαυτόν ενακμάζουσαν την ηδονήν, ένεκα της επαγγελίας
των μελλόντων αγαθών, διότι έμελλε να διαβή δια του θανάτου προς την ζωήν,
επαγαλλόμενος μετά των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων εις τας αιωνίους σκηνάς·
αιτήσας δε καιρόν εις προσευχήν, την υστάτην προσηύξατο, ούτω δε προσευχηθείς
εις τον Θεόν αποτέμνεται την μακαρίαν αυτού κεφαλήν τη Τρίτη του μηνός
Σεπτεμβρίου, και εις τον τρισήλιον Θεόν παραδίδει την αγίαν αυτού και μακαρίαν
ψυχήν, περί το έτος τδ΄ (304) μ.Χ. Προς το εσπέρας δε ελθόντες τινές των πιστών
οσίως και λαμπρώς το τίμιον εκείνου σώμα περιστείλαντες εις τον ίδιον εκείνον
τόπον λίαν αξιοπρεπώς ενεταφίασαν, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα,
την μίαν Θεότητά τε και Βασιλείαν, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις
τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Σάββατο 27 Αυγούστου 2016
«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἰματισμῶ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». -- Ἠλίας Μηνιάτης
Αὐτὴ
εἶναι ἡ πλέον ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανὸν
Θεομήτορος.ὁπού ἐζωγράφισε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ· καὶ πρὸς τὴν
θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας
διανοίας, ὢ φιλέορτον σύστημα.
Μὴ
στοχασθῆτε ἐδῶ κάτω τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα σύμβολα τοῦ θανάτου· ἐκεῖ, δηλαδή, ὁπού
φαίνεται ἕνα σῶμα νεκρὸν ἁπλωμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κράββατον, κηδευόμενον σεπτῶς
παρὰ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, παραδόξως συνηγμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Εἰς τὴν
ἁγιωτάτην Παρθένον ὅλα ἐστάθησαν ὑπὲρ ἄνθρωπον· εἰς τοῦτο μόνον ἔδειξε πὼς ἦτον
φύσεως ἀνθρωπίνης, διατὶ σήμερον φαίνεται, πὼς εἶναι φύσεως θνητῆς· ἀλλὰ καὶ
εἰς τοῦτο ἐφάνησαν τὰ προνόμια τῆς θείας χάριτος· διατί, καθὼς ὅταν ἡ πανάμωμος
Μαρία συνέλαβεν, ἡ σύλληψις ἐστάθη ἄσπορος, καὶ ὅταν ἐγέννησεν, ἡ κύησις ἐστάθη
ἀδιάφθορος,ἔτζι ὅταν ἀπέθανεν, ἡ νέκρωσις ἐστάθη ἀθάνατος.
Δὲν
εἶναι θάνατος, ὄχι, ἐτοῦτος, ὡσὰν ἐκεῖνος ὁ τύραννος τοῦ γένους μας, ὁ υἱὸς τῆς
κατάρας καὶ πατὴρ φθορᾶς, ὁπού εἰς τὸ σκοτεινόν του βασίλειον κρατεῖ αἰχμάλωτον
τοῦ Ἀδὰμ τὴν κληρονομίαν. Αὐτὸς εἶναι ἢ ἕνας γλυκὺς ὕπνος, μὲ τὸν ὁποῖον θέλησε
ἡ πάναγνος Δέσποινα ὡσὰν νὰ ἀναπαυθῆ ὀλίγον εἰς τὸ πέρας τῆς ἐπικήρου ταύτης
ζωῆς, διὰ νὰ ἀρχίση τὴν ὁδὸν ἐκείνης τῆς ἀκηράτου· ἢ μία θαυμαστὴ ἔκστασις
θείου ἔρωτος, εἰς τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν μακαριωτάτη ἐκείνη ψυχὴ σπεύδουσα τὸ
ὀγληγορώτερον νὰ φθάση πρὸς τὸν ἠγαπημένον θεῖον Υἱόν, ἄφησε δι’ ὀλίγον τὸ
ὁμοδίαιτον σῶμα· καὶ τοῦτο ὁμοίως αἱρόμενον ὑπὸ χερουβικοῦ ἅρματος ἠκολούθησε
τὸν αὐτὸν δρόμον καὶ ἀνέβη δεδοξασμένον εἰς οὐρανούς.
Ἴδετε
τὸν τάφον εἰς τὸ χωρίον Γεθσημανῆ καὶ θέλετε τὸν εὕρει κενόν· διατὶ τάφος δὲν
δύναται νὰ χωρίση τὴν Μητέρα τῆς ζωῆς, τὸ δοχεῖον τῆς σεσωρευμένης θεότητος,
τοῦ ὁποίου τόπος ἀντάξιος εἶναι ὁ θρόνος τῆς θείας δόξης. Καὶ ἐπάνω εἰς
τοιοῦτον θρόνον, ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως Θεοῦ, μεταστάσα ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ κάθεται
ὡς Βασίλισσα τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων, ὑπερτέρα πάσης κτίσεως· «παρέστη ἡ
βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου». Βασίλισσα τῶν ἐπιγείων· εἰς αὐτὴν ἀποδίδει τὰς
δευτέρας, μετὰ Θεόν, τιμητικάς λατρείας τῶν πιστῶν ἡ Ἐκκλησία εἰς τοὺς
ἀχράντους αὐτῆς πόδας ρίπτουσι τὰ σκῆπτρα καὶ διαδήματα οἱ εὐσεβεῖς Βασιλεῖς.
Αὐτῆς τὸν ὑψηλὸν θρόνον περικυκλώνουσι τῶν Ὀρθοδόξων τὰ συστήματα· καὶ ποῖος
παρακαλεῖ ὑγείαν εἰς τὰς νόσους· τοῦτος παρηγορίαν εἰς τὰς θλίψεις· ἐκεῖνος
βοήθειαν εἰς τὰς συμφοράς· ὅλοι ζητοῦσιν ἔλεος ἀπὸ τὴν πηγὴν τοῦ ἐλέους· καὶ ὁ
παρακαλῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει· διατὶ ἀνεξάντλητον εἶναι τὸ πέλαγος,
ἀκένωτος εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν.
Βασίλισσα
τῶν οὐρανίων· αὐτὴν σέβονται καὶ προσκυνοῦσιν ὅλα τῶν ἀσωμάτων τὰ τάγματα· οἱ
Ἄγγελοι, τὸ καθαρώτατον ἔσοπτρον τῆς ἁγνείας· οἱ Ἀρχάγγελοι, τὸ πολύτιμον
σημεῖον τῶν θείων ἀποκαλύψεων· αἱ Ἐξουσίαι, τὸ πανσθενὲς κράτος τῶν πιστῶν· αἱ
Δυνάμεις, τὸ ἀκαταμάχητον τεῖχος τῆς Ἐκκλησίας· αἱ Ἀρχαί, τὴν σωτήριον ἀρχὴν
τῆς παγκοσμίου ἀπολυτρώσεως· αἱ Κυριότητες, τὴν ὑπερτάτην Κυρίαν τοῦ παντός· οἱ
Θρόνοι, τὸν ἔμψυχον θρόνον τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης· τὰ Χερουβίμ, τὴν θεοδίδακτον
μυσταγωγὸν τῆς ὑψηλῆς γνώσεως· τὰ Σεραφὶμ τὴν ἄσβεστον λαμπάδα τῆς θείας
καθαρωτάτης ἀγάπης. Βασίλισσα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται αὐτὴ ἡ τρισήλιος Θεαρχία·
τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὴν ἀνύμφευτον νύμφην· ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τὴν ἀπήρανδρον
Μητέρα· ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, τὴν ἠγαπημένην θεόπαιδα· «παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ
δεξιῶν σου».
Ἀλλ’ ἡ
δοξασμένη Παντάνασσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, εἶναι (λέγει), «ἐν ἱματισμῷ
διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»·δηλαδὴ τὸ θεοΰφαντον ἔνδυμα τῆς
μακαριότητος ὁπού τὴν στολίζει, εἶναι διάχρυσον, διὰ τὰς ὑπερκάλλους ἀγλαΐας
τοῦ ἀπροσίτου φωτός. Εἶναι πεποικιλμένον, ἤγουν διακεκριμένον μὲ διάφορα
χρώματα, ὁπού θέλει νὰ εἰπῆ· καθὼς εἰς τὴν Παρθένον ζῶσαν ἐπὶ τῆς γῆς, ἤσαν
ὅλοι οἱ διάφοροι χαρακτῆρες τῶν ἀρετῶν,ὁπού εἰς πάντων τῶν Ἁγίων τὰς ψυχάς
τυπώνει ἡ χάρις, ἔτζι εἰς τὴν Παρθένον, μεταστάσαν εἰς οὐρανούς, εἶναι ὅλα τὰ
διάφορα χρώματα τῶν θείων ἐλλάμψεων, ὁπού εἰς πάντων τῶν Μακαρίων τὰ πρόσωπα
ζωγραφίζει τῆς θείας δόξης τὸ τρισόλβιον φῶς.
Ὅταν ὁ
Ἥλιος φθάση εἰς τὴν μέσην ἁψίδα τοῦ οὐρανοῦ, ἐξίσου χύνει εἰς ὅλα τὰ μέρη τῶν
ἀκτίνων τὸ φῶς, μὰ ἐξίσου δὲν φωτίζονται πάντα τὰ φωτιζόμενα σώματα· καθὼς
εἶναι, ἢ ἀραιότερα ἢ πυκνότερα, ἔτζι, ἢ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον λαμβάνουσι τὸ
προσβάλλον ἀπαύγασμα τῆς ἡλιακῆς λαμπηδόνος· τὰ μὲν καθαρὰ ἐκλάμπουσιν ὁλόφωτα,
τὰ δὲ διαφανῆ διαλάμπουσιν εὔδια καὶ τὰ στερεὰ καὶ ἀντίτυπα ἀντιλάμπουσιν ὅσον
μόνον γίνονται ὁρατά. Μὰ ὅταν λάχη καὶ ὁ Ἥλιος προσβάλη τὰς ἀκτίνας του εἰς ἕνα
ἀκηλίδωτον καθρέπτην, ὄχι μόνον τὸν φωτίζει, ἀλλ’ αὐτὸς ὅλος ὁ ἥλιος ἐκεῖ
φαίνεται νὰ εἰσεβαίνει καὶ νὰ περικλείεται εἰς τρόπον, ὅτι ἐκεῖνος δὲν φαίνεται
τόσον ἕνα κρύσταλλον ὁπού φωτίζεται, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Ἥλιος ὁπού φωτίζει. Αὐτὴ
εἶναι, ἀνάμεσα τῶν ἄλλων φωτιζομένων σωμάτων καὶ τοῦ καθρέπτου ἡ διαφορά· ὅτι
τὰ μὲν ἄλλα λαμβάνουσι μόνον τοῦ Ἡλίου τὸ φῶς, ὁ καθρέπτης λαμβάνει αὐτὸν ὅλον
τὸν Ἥλιον καὶ ἀκτινοβολεῖ ὡσὰν Ἥλιος.
Ὁμοίως ὁ
ἄδυτος ἐκεῖνος τῆς δικαιοσύνης Ἥλιος, ὁπού λάμπει ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων,
ἐξίσου χύνει εἰς ὅλα τὰ πνεύματα τῶν Μακαρίων τῆς θείας δόξης τὸ ἀνέσπερον φῶς,
μὰ ἐξίσου δὲν φωτίζονται πάντα· καθένας λαμβάνει τὸ ἴδιον μέτρον τῆς θείας
φωτοχυσίας, ὡσὰν ἕνα μερικὸν χρῶμα μακαρίας ἐλλάμψεως· καὶ δέχεται ἢ
περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τὸ μέτρον τοῦ θείου τούτου φωτός, καθὼς εἶναι
δεκτικόν, κατὰ τὸν βαθμὸν δηλαδὴ καὶ ἀναλογίαν τῆς ἰδίας του καθαρότητος. Ἔτζι
ἀλλέως φωτίζονται οἱ ἅγιοι λΆγγελοι, ὁπού εἶναι ἄϋλα πνεύματα· ἀλλέως οἱ
ἄνθρωποι, ὁπού εἶναι φύσεως παχυτέρας·καὶ πάλιν ἀνάμεσα καὶ εἰς τοὺς Ἀγγέλους
διαφορετικὰ φωτίζονται ἀπὸ τὰς Κυριότητας οἱ Θρόνοι· ἀπὸ τοὺς θρόνους τὰ
Χερουβὶμ καὶ ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ τὰ Σεραφίμ· καὶ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ
τοὺς Προφήτας οἱ Ἀπόστολοι, ἀπὸ τοὺς Ὁμολογητάς οἱ Μάρτυρες, καὶ τοὺς Ἀσκητάς
αἱ Παρθένοι· ὅλοι εἶναι ἄστρα τοῦ νοητοῦ στερεώνατος, ὅθεν οἱ δίκαιοι
ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· πλὴν «ἀστὴρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξει» κατὰ τὸ ρητόν.
Ἡ
Παναγία Παρθένος εἶναι ἀνάμεσα εἰς ὅλους τούς Μακαρίους ἀκηλίδωτος καθρέπτης
ἁγνείας καὶ καθαρότητος· ὅλη καλή, ὅλη ἄμωμος, καθὼς τὴν ὀνομάζει εἰς τὸ Ἆσμα
τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· «ὅλη καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί».
Καθαρωτέρα ἀσυγκρίτως καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν Ἀγγέλων.Ὅθεν ὄχι μόνον εἰς αὐτὴν
χύνει τῆς μακαριότητος τὸ φῶς, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν εἰσεβαίνει καὶ ὡσὰν περικλείεται
ὅλη, ὅλη ἐκείνη ἡ πολυχεύμων πηγὴ τοῦ φωτός, ὅλος, ὅλος τῆς δόξης ὁ Ἥλιος· εἰς
τρόπον, ὅτι ὡς ἄλλος δεύτερος τῆς δόξης Ἥλιος, ἀκτινοβολεῖ τῆς Παναγίας
Παρθένου τὸ μακάριον πρόσωπον καὶ κάνει διπλοῦν τὸ φῶς τῆς ἀνεσπέρου ἡμέρας.
Καταλάβετε δὲ τὴν διαφορὰν τῆς μακαριότητος ὁπού χαίρονται τῶν λοιπῶν δικαίων
τὰ πνεύματα καὶ τῆς μακαριότητος ὁπού χαίρεται ἡ θεομήτωρ Μαρία· ὅτι ἐκεῖνοι μὲ
κατὰ μέρος δέχονται τῆς θείας δόξης τὸ φῶς, αὐτὴ δὲ ὅλον δέχεται τῆς δόξης τὸν
Ἥλιον. Ἐκεῖνοι μερικῶς ἔλαβον ἐδῶ τὴν χάριν καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῆς χάριτος
ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τὴν δόξαν· αὐτὴ εἶναι δοχεῖον δεκτικὸν ἐκεῖ ὅλης τῆς δόξης,
καθὼς ἐδῶ ἐστάθη δοχεῖον δεκτικὸν ὅλης τῆς χάριτος. Ὅθεν ἐδῶ ἦτον, καθὼς τὴν
ὠνόμασεν ὁ Ἀρχάγγελος κεχαριτωμένη, εἶχε δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας
χάριτος· τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ Θεολόγος· «ἐκάστοις τῶν ἐκλεκτῶν ἡ χάρις κατὰ
μέγεθος ἐδόθη, τῇ δὲ Παρθένῳ ἅπαν τὸ τῆς χάριτος πλήρωμα»· ἐκεῖ δὲ εἶναι
δεδοξασμένη, ἔχει δηλαδὴ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς θείας δόξης, καθὼς τὴν ἐπροεῖδεν ὁ
Ἰεζεκιήλ· «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου». Καὶ «παρέστη ἡ
βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἱματισμῶ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».
Ἀδύνατον
εἶναι, Χριστιανοί, ὁ νοῦς μας νὰ φαντασθῆ τὸ ὑπέρλαμπρον ἐκεῖνο φῶς, μὲ τὸ
ὁποῖον ἀστράπτει ἡ μακαρία Παρθένος εἰς τὸν Παράδεισον· ἡ Σελήνη, ὁ Ἥλιος εἶναι
σκοτεινὰ πράγματα παραβαλλόμενα μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀνεκλάλητον κάλος, τὸ ὁποῖον
βλέπουσι καὶ δὲν χορταίνουσιν οἱ μακάριοι· τί ὡραῖον! τί φαεινόν! τί θεοειδὲς
θέαμα εἰς τὰ μάτια τῶν Σεραφίμ. Τοῦτο ἐπεθύμησε νὰ ἰδῆ ἕνας νέος πολλὰ εὐσεβής
τῆς Παρθένου καὶ ἔκαμε πρὸς αὐτὴν τοιαύτην δέησιν. «Μαρία, γλυκύτατον ὄνομα,
ὅπου ἐγὼ μετὰ Θεὸν σέβω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλον τὸν πόθον καὶ εὐλάβειαν τῆς ψυχῆς
μου, διατὶ εἶσαι τῆς ψυχῆς μου ἡ παρηγορία καὶ ἡ χαρά· ἂν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν
σου ὁ ταπεινὸς δοῦλος σου, μίαν χάριν νὰ μοῦ κάμης σὲ παρακαλῶ· ἀνάμεσα εἰς τὰς
ἄλλας εὐεργεσίας νὰ μὲ ἀξιώσης νὰ σὲ ἰδῶ καθὼς εἶσαι εἰς τὸν Παράδεισον.
Ἀξίωσόν με, ἀειπάρθενε Κόρη, ἀξίωσόν με, Μῆτερ ἐλέους· ἂς σὲ ἰδῶ καὶ
εὐχαριστοῦμαι νὰ χάσω ἕνα ἀπὸ τὰ μάτια μου». Εἰσήκουσεν ἡ Πάναγνος Δέσποινα τοῦ
εὐλαβοῦς της δούλου τὴν προσευχή· τοῦ ἐφάνη μίαν νύκτα εἰς τὸν ὕπνον του
ὁλολαμπής, μὲ ὅλον ἐκεῖνο τὸ φῶς τῆς δόξης, μὲ τὸ ὁποῖον λάμπει εἰς τὸν
οὐρανόν. Ἐξύπνησεν ὁ νέος καί, ἀληθινά, ἔχασε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ ὀμμάτια του, μὰ ἀπὸ
τὴν χαρὰν ὁπού εἶχεν, ὅτι ἠξιώθη νὰ ἰδῆ τὴν Βασίλισσαν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
δὲν ἐλυπᾶτο ὁλότελα, ὅτι ἐστερήθη τὸ φῶς του· μάλιστα πάλιν παρακαλεῖ νὰ τὴν
ἰδῆ ἄλλην μίαν φορὰν καὶ εὐχαριστεῖται νὰ χάση καὶ τὸ ἄλλο ὀμμάτι, ὁπού τοῦ
ἔμεινε· καὶ πάλιν ἠξιώθη, πάλιν τὴν εἶδε· μὰ τί λογιάζετε, Χριστιανοί; πῶς τάχα
νὰ ἔμεινε τυφλὸς καὶ ἀπὸ τὰ δύο ὀμμάτια; ἡ συμπαθεστάτη Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡσὰν
τοῦ ἐφάνη τὴν δευτέραν φοράν, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐστέρησεν ἀπὸ τὸ ἕνα ὀμμάτι
ὁπού τοῦ ἔμεινεν, ἀλλὰ τοῦ ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο ὁπού εἶχε χαμένον. Ἐξύπνησεν ὁ
νέος ἐκεῖνος καὶ μὲ τὰ δύο ὀμμάτια ὑγιῆ καὶ ὅλος ἐκστατικὸς ἀπὸ τὴν διπλὴν
χαρά, μὲ πολλὰ δάκρυα εὐλαβοῦς ἀγαλλιάσεως, ἔδωκε τῇ Θεομήτορι χιλίας
εὐχαριστίας.
Κεχαριτωμένη,
Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, ἀπὸ τὴν ἄφθονον ἐκείνην ἡλιοβολίαν τοῦ θείου φωτὸς
ὁπού χαίρεσαι, παρισταμένη ἐκ δεξιῶν του μονογενοῦς σου Υἱοῦ, πέμψον ἐδῶ κάτω
καὶ εἰς ἠμᾶς τοὺς εὐλαβεῖς δούλους σου μίαν μακαρίαν ἀκτίνα, ὁπού νὰ εἶναι καὶ
φῶς εἰς τὸν ἐσκοτισμένον μας νοῦν καὶ φλόγα εἰς τὴν ψυχραμένην μας θέλησιν, διὰ
νὰ βλέπωμεν νὰ περιπατοῦμεν σπουδαῖοι εἰς τὴν ὁδὸν τῶν θείων δικαιωμάτων.
Ἠμεῖς, μετὰ Θεόν, εἰς ἐσὲ τοῦ Θεοῦ τὴν Μητέρα καὶ Μητέρα ἡμῶν ἔχομεν τὴν ἐλπίδα
τῆς σωτηρίας μας· ἀπὸ σὲ ἐλπίζομεν τὰς νίκας τῆς γαληνοτάτης Αὐθεντίας, τὰ
τρόπαια τῶν Εὐσεβῶν Βασιλέων· τὴν στερέωσιν τῆς Ἐκκλησίας· τὴν ἀντίληψιν τοῦ
Ὀρθοδόξου γένους· τὴν σκέπην τῆς εὐλαβοῦς σου ταύτης πολιτείας, ὁπού εἶναι
ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἄμαχόν σου βοήθειαν. Ναί, Παναγία Παρθένε, ναί, Μαρία, ὄνομα
ὁπού εἶναι ἡ χαρά, ἡ παρηγορία, τὸ καύχημα τῶν Χριστιανῶν· δέξου τὴν νηστείαν
καὶ παράκλησιν τῶν ἁγίων τούτων ἡμερῶν, ὁπού ἐκάμαμε εἰς τιμήν σου, ὡς θυμίαμα
εὐπρόσδεκτον· καὶ ἀξίωσόν μας, καθὼς ἐδῶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εὐλαβῶς ἀσπαζόμεθα
τὴν ἁγίαν καὶ θαυματουργὸν ταύτην εἰκόνα, ἔτζι καὶ ἐκεῖ εἰς τὸν Παράδεισον νὰ
ἰδοῦμεν αὐτὸ τὸ μακάριόν σου πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ προσκυνοῦμεν σὺν τῷ Πατρὶ
καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰώνας.
Ἀμήν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)