Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η Αγία ΕΡΜΙΟΝΗ μία των τεσσάρων θυγατέρων Φιλίππου του Αποστόλου

Τη αυτή ημέρα η Αγία ΕΡΜΙΟΝΗ μία των τεσσάρων θυγατέρων Φιλίππου του Αποστόλου εν ειρήνη τελειούται.                                                                                 
Ερμιόνη η Αγία του Χριστού Παρθενομάρτυς ήτο θυγάτηρ του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου, ενός των επτά Διακόνων, του βαπτίσαντος τον ευνούχον της βασιλίσσης Κανδάκης. Ούτος είχε τέσσαρας θυγατέρας, περί ων ο Ευαγγελιστής Λουκάς εις τας Πράξεις μαρτυρεί, ότι ήσαν παρθένοι προφητεύουσαι (Πρ. κα: 9). Εκ τούτων η Ερμιόνη και η Ευτυχίς μετέβησαν εις την Ασίαν προς αναζήτησιν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Μη ευρούσαι δε τούτον, επειδή είχεν ήδη μεταθέσει αυτόν ο Θεός ως τον Ενώχ και τον Ηλίαν, εύρον αντ’ εκείνου τον μαθητήν του Αποστόλου Παύλου Πετρώνιον, υφ’ ου και εδιδάσκοντο μιμούμεναι τας αρετάς του. Μετήρχετο δε η Ερμιόνη την ιατρικήν τέχνην· διο και πολλοί προσέτρεχον προς αυτήν και ιατρεύοντο με την επίκλησιν του ονόματος του Χριστού. Όταν δε ο βασιλεύς Τραϊανός διέβαινε δια να υπάγη να πολεμήση κατά των Περσών, τότε διεβλήθη προς αυτόν η Αγία Ερμιόνη ως Χριστιανή· όθεν παραστήσας αυτήν έμπροσθέν του ο βασιλεύς, εδοκίμαζε να την απατήση με κολακείας και να την χωρίση από την πίστιν του Χριστού· αλλ’ επειδή δεν ηδυνήθη να την καταπείση, δια τούτο προσέταξε να ραπίζουν αυτήν εις το πρόσωπον ώρας αρκετάς, αλλ’ η Μάρτυς, βλέπουσα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν καθήμενον εν τω κριτηρίω εις σχήμα του Πετρωνίου, συνομιλούντα και ενδυναμώνοντα αυτήν, εκ τούτου ενόμιζε τα ραπίσματα ως ουδέν· όθεν και ο βασιλεύς βλέπων το στερεόν και αμετάβλητον του νοός της και εντραπείς αφήκεν αυτήν. Από τότε όθεν η Αγία Ερμιόνη ήνοιξεν εις την Ασίαν εν ιερόν πανδοχείον και δεχομένη όλους τους ξένους παρηγόρει αυτούς ψυχικώς και σωματικώς· ηδύναντο δε πας τις να ίδη, ότι εκεί εδοξάζετο ο Κύριος καθ’ εκάστην ημέραν από κάθε άνθρωπον, τούτο δε εγένετο έως ότου έζη ο Τραϊανός. Aφού δε εβασίλευσεν Ανδριανός, ο γαμβρός του Τραϊανού, εν έτει ριζ΄ (117), και έμαθε τα περί της Αγίας Ερμιόνης, ευθύς έστειλε και την έφερε και λέγει προς αυτήν· «Λέγε μοι, ω γραϊδιον, πόσων ετών είσαι και από ποίον γένος υπάρχεις»; Η δε Αγία απεκρίθη· «Ο Χριστός μου ηξεύρει πόσων ετών είμαι και από ποίον γένος υπάρχω». Ο δε βασιλεύς είπεν· «Εκβάλετε το παλλίον (το επανωφόριον) αυτής και δέρετέ την άσπλαγχνα», οι δε λέγοντες προς αυτήν· «Εις ό,τι σε ερωτά ο βασιλεύς αποκρίνου με σεμνότητα». Εν όσω δε καιρώ εδέρετο η Αγία, δεν έλειπεν ο ψαλμός από το στόμα της· αφού δε οι δήμιοι απέκαμον δέροντες, προσέταξεν ο βασιλεύς να βάλουν περόνας κάτωθι των ποδών της Μάρτυρος. Επειδή δε η Αγία, λαμβάνουσα την βάσανον ταύτην, ηυχαρίστει περισσότερον τον Θεόν, δια τούτο ήναψεν ο βασιλεύς από τον θυμόν και προστάσσει να καύσουν λέβητα γεμάτον από πίσσαν και θείον και άσφαλτον και μόλυβδον και ούτω να ριφθή εντός αυτού η Αγία. Όθεν αναβλέψασα εις τον ουρανόν και ζητήσασα ενίσχυσιν από τον Θεόν, εσφράγισε τον εαυτόν της με το σημείον του Σταυρού και ούτως εισήλθεν εις τον ανημμένον λέβητα. Και ω του θαύματος! παρευθύς έσβησε το πυρ και εχύθησαν έξω ο μόλυβδος και τα λοιπά είδη και η Μάρτυς έμεινεν αβλαβής. Ο δε βασιλεύς, βλέπων το τοιούτον θαύμα, ωργίσθη περισσότερον και προστάσσει να καύσουν εκ δευτέρου τον λέβητα τόσον πολύ, ώστε να χωνεύσουν εντός αυτού και αυτά τα οστά της Μάρτυρος. Τούτο ποιήσαντες οι δήμιοι, έβλεπον την Αγίαν, ότι εστέκετο εις το μέσον του λέβητος ως να εστέκετο μέσα εις δρόσον, ήτις και είπε προς τον τύραννον· «Βασιλεύ, ζη Κύριος ο Θεός! Αν συ, μακράν του πυρός καθήμενος, δεν αισθάνεσαι την καύσιν του λέβητος τούτου, ουδέ εγώ αισθάνομαι αυτήν». Ο δε βασιλεύς, θαυμάσας εις τούτο, εσηκώθη από τον θρόνον του και επλησίασε και εγγίσας την χείρα του εις τον λέβητα, ευθύς απεσπάσθη το δέρμα και οι όνυχες της χειρός του. Τότε η Αγία εφώναξε μέσα από τον λέβητα· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε βασιλεύς τούτο ακούσας εθυμώθη δυνατά και προστάσσει να καή εν τηγάνιον μέγα έως να σπινθηροβολή και μέσα εις αυτό να βάλουν γυμνήν την Αγίαν· όταν λοιπόν εμβήκεν η Αγία εις το πεπυρακτωμένον τηγάνιον, Άγγελος Κυρίου, ο φυλάττων αυτήν, εσκόρπισε το πυρ από το εν και από το άλλο μέρος του τηγανίου και τους μεν παρευρεθέντας εκεί κατέκαυσε, την δε Αγίαν ετήρησε μέσα εις το τηγάνιον ως εις χλοηφόρον τόπον, υμνούσαν και δοξάζουσαν ευχαρίστως τον Κύριον. Τούτο το παράδοξον θαύμα βλέπων ο Ανδριανός ετρόμαξε και προστάσσει να εκβάλουν την Μάρτυρα από το τηγάνιον, φοβούμενος μήπως κατακή και αυτός από το πυρ. Όταν λοιπόν εξήλθεν η Αγία, λέγει προς τον Ανδριανόν· «Βασιλεύ, ήξευρε, ότι ο Κύριός μου με έκαμε να υπνώσω μέσα εις το τηγάνιον και λοιπόν είδον εις τον ύπνον μου, ότι προσεκύνουν τον μεγάλον θεόν Ηρακλέα». Ο δε βασιλεύς τούτο ακούσας εχάρη και προστάσσει αυτήν να έμβη μέσα εις τον ελληνικόν ναόν· εισελθούσης δε της Αγίας και προσευξαμένης εις τον αληθή και φιλάνθρωπον Θεόν, ευθύς έγινε βροντή από τον ουρανόν και μαζί με την βροντήν έπεσαν όλα τα είδωλα, όσα ευρίσκοντο εις τον ναόν και κατασυντριβέντα έγιναν ώσπερ κονιορτός. Τότε η Αγία εξήλθεν από τον ναόν και λέγει εις τον βασιλέα· «Είσελθε, ω βασιλεύ, εις τον ναόν και βοήθησον τους θεούς σου, διότι αυτοί έπεσαν και δεν ημπορούν να εγερθώσιν». Εισερχόμενος δε ο βασιλεύς και βλέπων την συντριβήν και τον κατακερματισμόν των ειδώλων, προσέταξε να αποκεφαλίσουν την Αγίαν έξω της πόλεως. Έλαβον όθεν αυτήν οι δήμιοι Θεόδουλος και Θεότιμος και εξήλθον της πόλεως· και επειδή ώρμησαν να αποκεφαλίσουν αυτήν προτού να προσευχηθή, εξηράνθησαν αι χείρες αυτών· όθεν προσπεσόντες εις την Αγίαν επίστευσαν ολοψύχως εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και ευθύς εγένοντο υγιείς. Παρακαλέσαντες δε την Αγίαν να προσευχηθή και δι’ αυτούς, ίνα παραδώσωσι τας ψυχάς των εις τον Κύριον έμπροσθέν της, εκοιμήθησαν τον αιώνιον ύπνον και έλαβον μακάριον τέλος· έπειτα και η Αγία εκοιμήθη εις τον ίδιον τόπον. Τινές δε ευλαβείς Χριστιανοί λαβόντες τα τίμια αυτών λείψανα ενεταφίασαν αυτά εις την πόλιν της Εφέσου, εν τόπω σεμνώ και τιμίω, εις δόξαν Πατρός, Υιού και γίου Πνεύματος. Αμήν. 

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Tου Αγίου Προφήτου και Θεόπτου ΜΩΫΣΕΩΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Προφήτου και Θεόπτου ΜΩΫΣΕΩΣ.                             
Μωϋσής ο Προφήτης και θεόπτης, ο υπέρτατος των φιλοσόφων και ο σοφώτατος των νομοθετών και των ιστοριογράφων απάντων ο αρχαιότατος, κατήγετο εκ φυλής Λευϊ· ο πατήρ του ωνομάζετο Αμράμ και η μήτηρ του Ιωχαβέδ, εγεννήθη δε εις την Αίγυπτον το αφοα΄ (1571) π. Χ. Εις την Αίγυπτον οι Ισραηλίται είχον εγκατασταθή από της εποχής του Ιωσήφ, όστις είχεν αναγορευθή υπό του Φαραώ αντιβασιλεύς. Ο Ιωσήφ εκάλεσεν εις την Αίγυπτον τον πατέρα του Ιακώβ και τους αδελφούς του. Έκτοτε αυτοί και οι απόγονοί των παρέμενον εις την Αίγυπτον. Μετά τον θάνατον του Ιακώβ οι Ισραηλίται επληθύνθησαν τόσον, ώστε απετέλεσαν έθνος μέγα. Ο αγαθός εκείνος Φαραώ της Αιγύπτου, όστις είχεν ανυψώσει τον Ιωσήφ εις το αξίωμα της αντιβασιλείας, απέθανεν, ανέβησαν δε εις τον θρόνον άλλοι Φαραώ, οι οποίοι ουδέν εγνώριζον περί του Ιωσήφ. Φοβούμενος λοιπόν ένας νέος Φαραώ την αύξησιν των Ισραηλιτών εσκέφθη να καταστρέψη αυτούς δα παντός τρόπου. Όθεν κατέθλιβεν αυτούς και επέβαλλε διαφόρους σκληράς και απανθρώπους εργασίας. Αλλ’ όσω περισσότερον κατεθλίβοντο οι Ισραηλίται, τόσω περισσότερον επληθύνοντο. Τότε ο Φαραώ διέταξε τας μαίας των Εβραίων να αφήνωσι μόνον τα θηλυκά παιδία των Ισραηλιτών, όσα μαιεύουσι, τα δε αρσενικά να φονεύωσιν. Αλλ’ αι μαίαι, φοβούμεναι τον Θεόν, δεν εξετέλεσαν την σκληράν ταύτην διαταγήν. Δια τούτο ο Φαραώ οργισθείς διέταξε να ρίπτωνται εις τον ποταμόν της Αιγύπτου Νείλον όλα τα άρρενα βρέφη των Ισραηλιτών. Τότε λοιπόν η Ιωχαβέδ εγέννησε τον Μωϋσήν, όστις ήτο παιδίον ωραιότατον, η δε μήτηρ του μετά φόβου και αγωνίας έκρυπτεν αυτό τρεις όλους μήνας. Αλλ’ επειδή δεν ηδύνατο να το κρύπτη περισσότερον, το έβαλε μέσα εις εν κιβώτιον σπάρτινον το οποίον επίσσωσε, λαβούσα δε τούτο η αδελφή του παιδίου Μαριάμ, έθεσεν εις την όχθην του ποταμού και περιέμενεν εκεί πλησίον δια να ίδη τι θα απογίνη. Μετ’ ολίγον η θυγάτηρ του Φαραώ Θέρμουθιν κατέβη μετά των δούλων της εις τον ποταμόν δια να λουσθή. Είδε το κιβώτιον, και έστειλε μίαν δούλην της και το έφερεν. Ανοίξασα το κιβώτιον, είδεν εντός αυτού παιδίον, το οποίον έκλαιε. Το ελυπήθη και είπε· «Θα είναι από τα παιδιά των Εβραίων». Τότε η αδελφή του παιδίου Μαριάμ επλησίασε και είπεν εις την θυγατέρα του Φαραώ· «Θέλεις να φέρω Εβραίαν τροφόν να θηλάζη το παιδίον»; Εκείνη δε είπε· «Ναι». Αμέσως έσπευσεν η καλή αδελφή και έφερε την μητέρα της, η οποία μετά χαράς ενεκφράστου έλαβε πάλιν το παιδίον εις τας αγκάλας της και το ανέθρεψεν. Όταν δε εμεγάλωσεν, έφερεν η μήτηρ το παιδίον εις την θυγατέρα του Φαραώ, η οποία το υιοθέτησε και το ωνόμασε Μωϋσήν (υδατόσωστον), διότι εσώθη εκ του ύδατος. Ο Μωϋσής λοιπόν ανετράφη εις τα ανάκτορα του Φαραώ, όπου και εδιδάχθη όλην την σοφίαν των Αιγυπτίων επί τεσσαράκοντα έτη. Ο Μωϋσής ανδρωθείς έμεινε πιστός εις τους ομοεθνείς του, ησθάνετο δε λύπην βαθείαν βλέπων πόσον σκληρώς επιέζοντο και ετυραννούντο. Μίαν ημέραν είδεν Αιγύπτιον, ο οποίος έδερεν αδίκως Ισραηλίτην. Στρέψας δε τους οφθαλμούς του πέριξ και ιδών ότι κανείς δεν τον έβλεπεν, εφόνευσε τον Αιγύπτιον και έχωσεν αυτόν εις την άμμον. Αλλ’ η πράξις αύτη δεν έμεινε κεκρυμμένη· έγινε δε γνωστή και εις αυτόν τον βασιλέα, ο οποίος εζήτει να θανατώση τον Μωϋσήν. Δια τούτο ο Μωϋσής έφυγε και ήλθεν εις την γην Μαδιάμ. Εκεί δε πλησίον φρέατος, όπου εκάθισε δια να αναπαυθή, υπερήσπισεν ο Μωϋσής επτά παρθένους εναντίον άλλων ποιμένων, οι οποίοι ήθελον δια της βίας να εκδιώξωσιν αυτάς και να ποτίσωσιν αυτοί τα πρόβατά των. Τούτο έγινεν αφορμή να γνωρισθή ο Μωϋσής με τον πατέρα των παρθένων, τον ιερέα Ιοθόρ, ο οποίος αγαπήσας τον Μωϋσήν έδωκεν εις αυτόν την θυγατέρα του Σεπφώραν εις γυναίκα. Κατά το διάστημ τούτο οι Ισραηλίται, στενάζοντες εν τη δουλεία, επεκαλούντο εις βοήθειαν τον Θεόν, και ο Θεός δεν ελησμόνησε τον λαόν αυτού. Ενεθυμήθη την υπόσχεσιν, την οποίαν έδωκεν εις τον Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, και απεφάσισε να τους ελευθερώση. Ο δε Μωϋσής εσχόλαζε και προσηύχετο πάντοτε εις τον Θεόν και δια της μελέτης και προσευχής εκαθάριζε τον νουν και την καρδίαν του· όθεν είδε τον Θεόν εις το όρος Σινά, καθώς ήτο δυνατόν να ίδη άνθρωπος τον Θεόν και γίνεται θεατής του εν τη βάτω θαύματος, ήτις φλεγομένη και μη κατακαιομένη προεικόνιζε την εν τη Παρθένω πραγματικήν και ουσιώδη κατοίκησιν της Θεότητος. Ο Μωϋσής έβοσκε τότε τα πρόβατα του πενθερού του εις την έρημον· αναβάς δε εις το όρος Χωρήβ, πλησίον του Σινά, είδε την βάτον, η οποία εξέπεμπε φλόγας χωρίς όμως να καίηται και να χωνεύηται. Επλησίασε λοιπόν και ήκουσε φωνήν εκ της βάτου λέγουσαν· «Μωϋσή, Μωϋσή· μη πλησιάσης, διότι ο τόπος, εις τον οποίον ίστασαι, είναι άγιος. Εγώ είμαι ο Θεός του πατρός σου Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ». Ο Μωϋσής εκάλυψε το πρόσωπον φοβηθείς, ο δε Κύριος είπε πάλιν προς αυτόν· «Είδον τα δεινά του λαού μου εις την Αίγυπτον και θέλω να ελευθερώσω αυτόν και να τον οδηγήσω εις γην αγαθήν, ρέουσαν γάλα και μέλι, εις την γην Χαναάν. Ύπαγε λοιπόν εις τον Φαραώ και ζήτησον την άδειαν να εξαγάγης εκ της Αιγύπτου τους Ισραηλίτας». Ο Μωϋσής εν τη ταπεινοφροσύνη του εφοβήθη ν΄ αναλάβη έργον τόσον μέγα. Αλλ’ ο Κύριος τον ενίσχυσε, βεβαιώσας αυτόν ότι θα είναι μετ’ αυτού. Ο Μωϋσής εδίσταζεν ακόμη, διότι ήτο βραδύγλωσσος και ισχνόφωνος· αλλ’ ο Κύριος τον ενεθάρρυνε και πάλιν, ειπών ότι θα δώση εις αυτόν βοηθόν τον αδελφόν του Ααρών. Ο Μωϋσής υπήκουσε· παραλαβών δε τον Ααρών ήλθεν εις την Αίγυπτον και ανήγγειλεν εις τους Ισραηλίτας τον σκοπόν της ελεύσεώς των. Παρουσιάσθησαν λοιπόν ο Μωϋσής και ο Ααρών προς τον Φαραώ και εν ονόματι του Θεού εζήτησαν να επιτρέψη εις τους Ισραηλίτας ν’ αναχωρήσωσιν εις την έρημον δια να τελέσωσιν εορτήν εις τον Θεόν. Αλλ’ ο Φαραώ απέπεμψεν αυτούς, ειπών ότι και τον Θεόν δεν γνωρίζει και τους Ισραηλίτας δεν εξαποστέλλει, διέταξε μάλιστα να τους καταπιέζωσι βαρύτερα και σκληρότερα. Ο Μωϋσής παρηγόρει τους ομοεθνείς του και τους υπέσχετο ότι ταχέως θα ελευθερωθώσι. Παρουσιάσθη δε και πάλιν εις τον Φαραώ και έκαμεν ενώπιον αυτού διάφορα έκτακτα σημεία δια να πείση αυτόν ότι από τον Θεόν εστάλη. Αλλ’ η καρδία τού Φαραώ εσκληρύνθη και δεν επείθετο. Τότε ο Θεός έστειλε δέκα μεγάλας τιμωρίας ή πληγάς κατά του Φαραώ και της χώρας του. Και εφ’ όσον μεν διήρκει η τιμωρία, ο Φαραώ ήτο έτοιμος ν’ αφήση τους Ισραηλίτας ν’ αναχωρήσωσιν· όταν δε παρήρχετο η τιμωρία, η καρδία του εσκληρύνετο έτι περισσότερον. Την τελευταίαν όμως φοβερωτέραν και σκληροτέραν τιμωρίαν εφοβήθη τόσον πολύ, ώστε επείσθη να δώση την άδειαν να αναχωρήσωσι. Και ούτως οι Ισραηλίται τετρακόσια τριάκοντα έτη μετά την υπόσχεσιν του Θεού προς τον Αβραάμ, ανεχώρησαν εξ Αιγύπτου συμποσούμενοι εις εξακοσίας χιλιάδας ανδρών χωρίς των γυναικών και των παιδίων. Ο Θεός ωδήγει τους Ισραηλίτας εις τον δρόμον των, την μεν ημέραν ως στύλος νεφέλης, την δε νύκτα ως στύλος πυρός. Αλλ’ ο Φαραώ μετανοήσας εδίωξεν αυτούς δι’ εξήκοντα εκλεκτών αρμάτων και ίππων και στρατού πολυαρίθμου. Οι Ισραηλίται είχον φθάσει εις την Ερυθράν θάλασσαν, ότε οι Αιγύπτιοι επλησίασαν. Φόβος μέγας και απελπισία κατέλαβε τους Ισραηλίτας, διότι ευρίσκοντο μεταξύ των εχθρών και της θαλάσσης. Αλλά δια της θείας βοηθείας, του Μωϋσέως πατάξαντος δια της ράβδου του την θάλασσαν, τα ύδατα της Ερυθράς θαλάσσης εσχίσθησαν εις δύο και οι Ισραηλίται διέβησαν αυτήν αβλαβώς ως δια ξηράς. Οι δε Αιγύπτιοι καταδιώκοντες αυτούς κατεποντίσθησαν, διότι, όταν διέβησαν οι Εβραίοι, εκλείσθη και πάλιν η θάλασσα. Τότε ο Μωϋσής και οι Ισραηλίται εδόξασαν από καρδίας τον Θεόν και έψαλλον την επινίκιον ωδήν του Μωϋσέως· «Άσωμεν τω Κυρίω…» (Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. Βοηθός και σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν· ούτος μου Θεός, και δοξάσω αυτόν. Θεός του πατρός μου, και υψώσω αυτόν… Άρματα Φαραώ και την δύναμιν αυτού έρριψεν εις θάλασσαν… Η δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύϊ, η δεξιά σου χειρ, Κύριε, έθραυσεν εχθρούς… Τις όμοιός σοι εν θεοίς, Κύριε, τις όμοιός σοι…» ‘Εξοδ. ιε: 1-11), την οποίαν και μέχρι σήμερον η Εκκλησία ημών ψάλλει. Από της Αιγύπτου εις την γην Χαναάν φέρει μακρά και κατάξηρος έρημος. Επί τρεις ημέρας οι Ισραηλίται ωδοιπόρουν χωρίς να εύρωσι πουθενά ύδωρ. Όταν δε έφθασαν εις Μερράν, εύρον μεν εκεί ύδωρ, αλλ’ ήτο πικρόν και δεν ηδύναντο να πίωσι. Τότε ο λαός αχαριστών εγόγγυζε κατά του Μωϋσέως· ο Θεός όμως έδειξεν εις τον Μωϋσήν ξύλον (προεικόνισμα του Σταυρού), το οποίον έβαλεν εις το πικρόν ύδωρ και μετεβλήθη τούτο εις γλυκύ. Έπειτα ήρχισαν και πάλιν οι Ισραηλίται να γογγύζωσι κατά του Μωϋσέως και του Ααρών, διότι δεν είχον άρτον και κρέας, και έλεγον· «Είθε να απεθνήσκομεν εις την Αίγυπτον, όπου είχομεν τα πάντα εν αφθονία, μάλιστα δε τα κρέατα και τα σκόροδα και τα κρόμμυα· μας εφέρατε εις την έρημον ταύτην  δια να αποθάνωμεν της πείνης». Αλλά και πάλιν ήκουσεν ο Θεός τας δεήσεις του Μωϋσέως και έπεμπεν εις τους Ισραηλίτας όρτυγας και μάννα, το οποίον ήτο λευκόν τι φαγητόν μικρόν και στρογγύλον κι είχε γεύσιν πίττας σεμιγδαλίνου ζυμωμένης μετά μέλιτος. Επειδή δε όταν επροχώρησαν βαθύτερον έλειψε πάλιν το ύδωρ και οι Ισραηλίται εγόγγυζον πάλιν, ο Μωϋσής επεκαλέσθη την βοήθειαν του Θεού, ο δε Θεός τού είπε να κτυπήση με την ράβδον του μίαν πέτραν· αφού δε έκαμε τούτο ο Μωϋσής, εξήλθεν ύδωρ άφθονον. Οι Ισραηλίται είχον και να πολεμήσωσιν εναντίον των μαχίμων και αλλοφύλων Αμαληκιτών, οι οποίοι προσέβαλον αυτούς· αλλ’ ο Μωϋσής έπεμψε κατ’ αυτών τον Ιησούν, τον υιόν του Ναυή, με εκλεκτούς άνδρας, αυτός δε προσηύχετο με εκτεταμένας τας χείρας, εις σχήμα σταυρού, τας οποίας εστήριζον ο Ααρών και ο Ωρ και ούτω κατετρόπωσαν αυτούς. Τον τρίτον μήνα, μετά την αναχώρησιν αυτών από την Αίγυπτον, οι Ισραηλίται εστρατοπέδευσαν αντικρύ του όρους Σινά. Ο Μωϋσής ανέβη εις το όρος· καλέσας δε έπειτα τους Ισραηλίτας ανήγγειλεν εις αυτούς εν ονόματι του Θεού, ότι εάν υπακούωσιν εις την φωνήν του Θεού και φυλάττωσι την Διαθήκην του, θα είναι λαός αυτού περιούσιος και εκλεκτός, ιερόν βασίλειον και έθνος άγιον. Ο λαός εδέχθη· και ο Μωϋσής παρήγγειλεν εις αυτόν να καθαρισθή και να προετοιμασθή. Την τρίτην ημέραν ηκούσθησαν από πρωϊας βρονταί, αστραπαί και νεφέλη σκοτεινή εφαίνοντο επί του όρους Σινά, φωνή σάλπιγγος ήχησε και ο λαός όλος έγινε περιδεής και έντρομος. Τότε ο Μωϋσής ωδήγησε τον λαόν κάτωθι του όρους, αυτός δε ανελθών επ’ αυτού έλαβε παρά του Θεού τας δέκα εντολάς, αι οποίαι ήσαν γεγραμμέναι επί δύο πλακών και περιείχον συντόμως τα καθήκοντα του ανθρώπου προς τον Θεόν και προς τον πλησίον. Επειδή όμως ο Μωϋσής έμεινεν επί του όρους Σινά τεσσαράκοντα ημέρας, ο λαός, νομίσας ότι δεν επιστρέφει πλέον, εζήτησε παρά του Ααρών θεούς, οι οποίοι να τον οδηγώσιν. Ο δε Ααρών αναγκασθείς συνέλεξε τα χρυσά ενώτια του λαού και κατεσκεύασε χρυσούν μόσχον, εις τον οποίον ο λαός εθυσίαζε και πέριξ του οποίου έτρωγε και έπινε και εχόρευεν. Όταν δε ο Μωϋσής κατέβη από το όρος κρατών εις τας χείρας του τας δύο πλάκας του Νόμου, και είδε τον χρυσούν μόσχον, ωργίσθη και έρριψε κατά γης τας πλάκας του Νόμου και τας συνέτριψε, κατέκαυσε δε και τον χρυσούν μόσχον. Έπειτα ετιμώρησε βαρύτατα τους πρωταιτίους και επέπληξεν αυστηρώς τον λαόν, ο οποίος μετενόησε δια την ασέβειάν του και ελάτρευσε πάλιν τον αληθινόν Θεόν. Ο δε Πανάγαθος Θεός εδέχθη την μετάνοιαν του λαού και συνεχώρησεν αυτόν. Τότε ο Μωϋσής ανέβη και πάλιν εις το όρος και έγραψεν επί δύο άλλων πλακών τας δέκα εντολάς καθ’ υπαγόρευσιν του Θεού και τας έδωκεν εις τον λαόν δια να τας φυλάττη. Αφού ο Μωϋσής έδωκε τας δέκα εντολάς, διέταξε τον λαόν και έφερε προς αυτόν παν ό,τι είχε χρυσούν και πολύτιμον, εξ αυτών δε κατεσκεύασε την Κιβωτόν της Διαθήκης εκ ξύλου περιχρυσωμένου έσωθεν και έξωθεν και καλυπτομένου δια χρυσών Χερουβίμ. Κατεσκεύασε δε και πολύτιμον σκηνήν, την λεγομένην Σκηνήν του Μαρτυρίου, η οποία εχρησίμευεν ως κινητός ναός. Διηρείτο δε η σκηνή εις δύο μέρη, και το μεν ενδότατον εκαλείτο Άγια Αγίων ή άδυτον, το δε έμπροσθεν ιερόν. Εντός της σκηνής εφυλάττετο η Κιβωτός της Διαθήκης, η οποία περιείχε τας δύο λιθίνας πλάκας και επί της οποίας εκρέματο χρυσή λυχνία επτάφωτος. Ίστατο επίσης εντός της σκηνής και τράπεζα χρυσή, επί της οποίας ήσαν οι άρτοι της προθέσεως και χρυσούν θυμιατήριον. Ενώπιον δε της Κιβωτού της Διαθήκης εστήθη το θυσιαστήριον, επί του οποίου προσεφέροντο αι θυσίαι, ήσαν δε αύται ή εκ ζώων έναιμοι, δι’ εκχύσεως δηλαδή του αίματος τών επί του θυσιαστηρίου σφαζομένων ζώων, ή αναίμακτοι εκ διαφόρων προϊόντων της γης. Τα της λατρείας ανέθεσεν ο Μωϋσής εις την φυλήν του Λευί. Ο Ααρών και οι απόγονοι αυτού ήσαν ιερείς, εις δε εξ αυτών αρχιερεύς. Οι ιερείς προσέφερον τας θυσίας, οι δε Λευίται διηκόνουν αυτούς. Ο Μωϋσής ώρισε και διαφόρους εορτάς, δια των οποίων ο ισραηλιτικός λαός έμελλε να φυλάττη ζωηράν την λατρείαν του αληθινού Θεού. Πλην του Σαββάτου, ήτοι της εβδόμης ημέρας της εβδομάδος, η οποία εωρτάζετο εις ανάμνησιν της καταπαύσεως του Θεού από των έργων της δημιουργίας, ο Μωϋσής ώρισε και τας εξής εορτάς: Το Πάσχα, ή εορτήν των αζύμων, εις ανάμνησιν της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου και την διάβασιν της Ερυθράς θαλάσσης. Την Πεντηκοστήν, εορταζομένην πεντήκοντα ημέρας μετά το Πάσχα, εις ανάμνησιν της παραδόσεως του Νόμου. Την Σκηνοπηγίαν εορταζομένην οκτώ ημέρας εις ανάμνησιν της εν τη ερήμω διαμονής των Ιουδαίων υπό σκηνάς. Την εορτήν του Εξιλασμού, κατά την οποίαν εισήρχετο ο Αρχιερεύς εις τα Άγια των Αγίων και προσέφερε θυσίαν υπέρ του λαού. Την εορτήν του Ιωβιλαίου εορταζομένην καθ’ έκαστον τεσσαρακοστόν δεύτερον έτος, το οποίον ωνομάζετο έτος αφέσεως. Ώρισεν επίσης ο Μωϋσής να αναγινώσκηται εις τον λαόν ο Νόμος ανά παν έβδομον έτος. Ώρισε τα καθήκοντα των γονέων και των τέκνων, τα καθήκοντα προς τας χήρας και τα ορφανά, προς τους πτωχούς και δυστυχείς· και πολλά άλλα καλά και ωφέλιμα διέταξε. Δι’ όλων τούτων ο Μωϋσής εζήτει προ πάντων να οδηγήση τους Ισραηλίτας εις την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον και να καταστήση αυτούς ικανούς να γίνωσιν άγιοι, καθώς Άγιος είναι ο Θεός. Οι Ισραηλίται διαμείναντες εν έτος εις την έρημον Σινά ανεχώρησαν εκείθεν και έφθασαν εις τα μεθόρια της γης Χαναάν εις την αρχήν του δευτέρου έτους. Τότε ο Μωϋσής εκλέξας δώδεκα άνδρας, ανά ένα εξ εκάστης φυλής, τους έστειλε να κατασκοπεύσωσι την γην Χαναάν. Οι άνδρες ούτοι επέστρεψαν μετά τεσσαράκοντα ημέρας και ως δείγμα της ευφορίας του τόπου έφερον μεταξύ άλλων κλήμα μετά σταφυλών, το οποίον εβάσταζον δύο άνδρες επάνω εις ξύλον. Είπον ότι είναι γη ρέουσα μέλι και γάλα, αλλ’ ότι έχει κατοίκους ρωμαλέους και πόλεις μεγάλας και ισχυράς· ότι δε κατοικούσιν εκεί και γίγαντες, προς τους οποίους αυτοί συγκρινόμενοι φαίνονται ως ακρίδες. Ταύτα ακούσαντες οι Ισραηλίται ήρχισαν να κλαίωσι και να γογγύζωσι πάλιν κατά του Μωϋσέως και να ζητώσι να εκλέξωσιν αρχηγόν δια να επιστρέψωσιν εις την Αίγυπτον. Ο Ιησούς και ο Χάλεβ, οι οποίοι εζήτουν να τους ησυχάσωσιν, εκινδύνευσαν να λιθοβοληθώσι. Ο Θεός εισακούσας τας δεήσεις του Μωϋσέως δεν ηθέλησε να καταστρέψη τον αχάριστον και ασεβή λαόν. Κατεδικάσθησαν όμως όλοι εκτός του Ιησού και του Χάλεβ ν’ αποθάνωσιν εις την έρημον πριν ίδωσι την γην Χαναάν. Ο Ααρών κατεδικάσθη να μη εισέλθη εις την γην Χαναάν, διότι εν τη αγανακτήσει του κατά του αχαρίστου λαού έδειξε ποτε ολιγοπιστίαν και ο Μωϋσής παρώξυνεν ως άνθρωπος τον Θεόν, διότι αποκρινόμενος προς τον λαόν, όστις τον εστενοχώρει, είπε με δισταγμόν· «Ακούσατέ μου, οι απειθείς· μη εκ της πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ»; (Αριθμ. κ: 10) δια τούτο δεν εισήλθε και αυτός εις την Γην της Επαγγελίας. Τεσσαράκοντα όλα έτη έμειναν οι Ισραηλίται εις την έρημον. Καθ’ όλον δε το μακρόν τούτο διάστημα εγόγγυζον διαρκώς εναντίον του Μωϋσέως και ηνώχλουν αυτόν και ελύπουν. Ο Κορέ, εκ της φυλής Λευϊ, ο Δαθάν και Αβειρών, εκ της φυλής Ρουβήν και 250 εκλεκτοί άνδρες εστασίασάν ποτε εναντίον του Μωϋσέως, αλλ’ ετιμωρήθησαν πάντες παρά του Θεού δια θανάτου. Και όλος δε ο λαός, υπομένων διαφόρους κακουχίας και στερήσεις, εξηγείρετο εναντίον του Μωϋσέως και Ααρών, αλλ’ ετιμωρείτο δια την απιστίαν αυτού και αχαριστίαν. Εν τούτοις έφθασαν οι Ισραηλίται εις τα σύνορα της Παλαιστίνης. Εκεί δε ο Ααρών, αναβάς μετά του Μωϋσέως εις το όρος Ωρ, απέθανε και ο λαός τον επένθησε τριάκοντα ημέρας. Ενώ οι Ισραηλίται εξηκολούθουν την πορείαν των, οι βασιλείς των Αμορραίων και της Βασάν εξεστράτευσαν εναντίον αυτών, αλλ’ οι Ισραηλίται τους ενίκησαν και εκυρίευσαν και τας χώρας των. Και οι Μαδιανίται αντεστάθησαν, αλλά και τούτους ενίκησαν οι Ισραηλίται. Είχον ήδη καταλάβει οι Ισραηλίται την αριστεράν όχθην του Ιορδάνου και τίποτε πλέον δεν ημπόδιζεν αυτούς να εισέλθωσιν εις την Γην της Επαγγελίας. Όταν δε ο Μωϋσής έφθασεν εις την Γην της Μωάβ συνεκάλεσε τον λαόν και απηρίθμησε τας ευεργεσίας του Θεού προς αυτόν και τον προέτρεψε να μένη πιστός εις τον αληθινόν Θεόν και να φυλάττη τας εντολάς αυτού. Αφού δε, κατά διαταγήν του Θεού, διώρισε διάδοχόν του τον Ιησούν τον υιόν του Ναυή και παρουσίασεν αυτόν εις τον λαόν, ηυλόγησε δια τελευταίαν φοράν μίαν εκάστην φυλήν ιδιαιτέρως, αναβάς δε έπειτα εις την κορυφήν Φασγά του όρους Ναβαύ της Μωάβ· είδε μακρόθεν την γην Χαναάν, την οποίαν του έδειξεν Άγγελος Κυρίου και εκεί απέθανε. Και έθαψαν αυτόν οι Ισραηλίται εις την πεδιάδα Μωάβ, και τον έκλαυσαν τριάκοντα ημέρας. Ο Μωϋσής απέθανεν εις ηλικίαν 120 ετών περί το 1451 π. Χ. Ούτε οι οφθαλμοί του είχον αμαυρωθή, ούτε η δύναμίς του είχεν ελαττωθή. Υπέμεινε πολλάς θλίψεις και δοκιμασίας, αλλ’ εις τα δεινά ευρισκόμενος ήλπιζεν εις τον Θεόν, του οποίου την βοήθειαν μετά πίστεως επεκαλείτο και ελάμβανεν. Ο Μωϋσής συνέγραψε και τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία και Πεντάτευχος καλούνται. Τούτου είναι επίσης αι εκ της Παλαιάς Διαθήκης δύο πρώται της Στιχολογίας Ωδαί: «Άσωμεν τω Κυρίω κτλ» περί της οποίας εγράψαμεν ανωτέρω και το «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω κτλ.», εκ των οποίων την μεν πρώτην έψαλε παρά τον αιγιαλόν της Ερυθράς θαλάσσης ευθύς μετά την διάβασιν αυτής, ως ανωτέρω είπομεν, την δε δευτέραν επί την γην Μωάβ, προ της τελευτής αυτού ολίγας ημέρας.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς ΒΑΒΥΛΑΣ ο εν Νικομηδεία διδάσκαλος συν τοις ογδοήκοντα τέσσαρσι παισί ξίφει τελειούται.

Βαβύλας ο αγιώτατος διδάσκαλος έζη, όταν ο βασιλεύς Μαξιμιανός ευρίσκετο εις την Νικομήδειαν και εκίνει διωγμόν κατά των Χριστιανών εν έτει (298). Τότε από τον φόβον των εκρύπτοντο οι Χριστιανοί, προσελθών δε εις τον Μαξιμιανόν εις από τους ειδωλολάτρας λέγει: «Βασιλεύ, κάτωθεν μιας κρυπτής γέφυρας κάθηται γέρων τις, ονόματι Βαβύλας, και διδάσκει τα των αφρόνων Χριστιανών παιδία να σέβωνται μεν τον Εσταυρωμένον, να αποστρέφωνται δε τους θεούς». Παρευθύς όθεν εστάλησαν μετ’ αυτού στρατιώται και έφεραν έμπροσθεν του βασιλέως τον διδάσκαλον Βαβύλαν ομού με τους μαθητάς του, ογδοήκοντα τέσσαρας όντας τον αριθμόν· όθεν ο Μαξιμιανός λέγει προς αυτόν· «Διατί, ω γέρον, είσαι τόσον πεπλανημένος και πιστεύεις ένα άνθρωπον βιοθανή και κακοθάνατον, τον οποίον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι; Διατί δεν προσκυνείς τους θεούς, τους οποίους προσκυνεί όλη η οικουμένη; Και διατί εξαπατάς τα νήπια των ανοήτων Χριστιανών και διδάσκεις αυτά να μη προσκυνούν τους θεούς»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Οι θεοί των εθνών, βασιλεύ, είναι δαιμόνια, ο δε ιδικός μας Θεός εποίησε τους ουρανούς και την γην και πάντα τα εν αυτή· συ δε και οι μετά σου ειδωλολάτραι, τυφλοί όντες, δεν βλέπετε την αλήθειαν». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς ήναψεν από τον θυμόν και ευθύς προστάσσει να κτυπούν τέσσαρες στρατιώται με πέτρας εις τας παρειάς, εις τας πλευράς και εις τας κνήμας τον Άγιον. Ο δε Άγιος, βλέπων το σώμα του, ότι εκοκκίνισεν όλον από το αίμα, εδόξαζε μεγαλοφώνως τον Θεόν λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, ότι εμέ τον γέροντα και ασθενή έδειξας δυνατώτερον από βασιλέα νέον και δυνατόν». Όθεν επειδή είπε ταύτα, δια τούτο με τους αυτούς λίθους κτυπάται ο Άγιος κατά τους αστραγάλους και κατά τους ώμους· και αφ’ ου συνετρίβησαν όλα τα άρθρα και αι αρμονίαι του σώματός του, δέχεται αλυσίδας βαρείας εις τον λαιμόν και ούτω τίθενται οι πόδες του εις το τιμωρητικόν ξύλον και κλείεται εις φυλακήν. Τότε ήρχισεν ο βασιλεύς να κολακεύη τα ογδοήκοντα τέσσαρα παιδία και να τα παρακινή να θυσιάσουν εις τους θεούς· τα δε παιδία ουδόλως απεκρίνοντο εις αυτόν, αλλά συχνάκις έστρεφον και έβλεπον άλληλα· χωρίσας δε από αυτά τα δέκα, τα πλέον μεγάλα κατά την ηλικίαν, λέγει προς αυτά· «Σεις, ω τέκνα μου, ως φρόνιμα που είσθε, καταπεισθήτε εις τους λόγους μου και θυσιάσατε εις τους θεούς και θα κατοικήτε ομού με εμέ εις το ανάκτορον δια να απολαμβάνητε πολλά αγαθά». Δύο δε από αυτά, Αμμώνιος και Δονάτος ονομαζόμενα, είπον προς τον βασιλέα: «Ημείς είμεθα πιστοί Χριστιανοί και δια τούτο δεν θα υποφέρωμεν ποτέ να θυσιάσωμεν εις κωφούς και αλάλους δαίμονας». Όθεν δια τα λόγια ταύτα δέρονται υπό των στρατιωτών τα του Χριστού αρνία και δερόμενα εγένοντο περισσότερον ανδρεία και εφώναζον συνεχώς· «Χριστιανοί είμεθα και δεν θυσιάζομεν εις τους θεούς σου, αλλά ας είναι ανάθεμα εις σε και εις αυτούς». Τότε προστάσσει ο τύραννος να δαρούν όλα δυνατά και να ριφθούν εις την φυλακήν, κανείς δε να μη δώση άρτον εις αυτά, έως ου αποθάνουν από την πείναν. Έπειτα προστάσσει να κρεμασθή ο διδάσκαλος αυτών Βαβύλας και να δαρή με ωμά νεύρα βοών, ηρώτα δε έκαστον παιδίον, εάν αρνήται τον Χριστόν και τον διδάσκαλόν του. Επειδή δε εκείνα εις τούτο δεν επείθοντο, δια τούτο προσέταξεν ο τύραννος να θανατωθούν δια ξίφους τόσον αυτά, όσον και ο διδάσκαλός των. Απαγόμενος δε ο Άγιος ομού με τους ογδοήκοντα τέσσαρας μαθητάς του εις τον τόπον της καταδίκης, έψαλλεν· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός». Πρώτος λοιπόν ο θείος Βαβύλας απεκεφαλίσθη, κατά την προσταγήν του βασιλέως· έπειτα απεκεφαλίσθησαν και τα παιδία. Χριστιανοί δε τινες, ελθόντες δια νυκτός, έθηκαν τα λείψανα των Αγίων εντός μικρού πλοίου και τα έφεραν εις την Κωνσταντινούπολιν και ούτω θέσαντες αυτά μέσα εις τρία κιβώτια τα ενεταφίασαν έξω του τείχους της Πόλεως κατά το βόρειον μέρος, όπου είναι Μοναστήριον, Χώρα επονομαζόμενον

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βαβύλας Επίσκοπος Αντιοχείας και οι συν αυτώ τρεις Παίδες

Τη Δ΄ (4η) του αυτού μηνός Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΒΑΒΥΛΑ, Επισκόπου Αντιοχείας, και των συν αυτώ Τριών Παίδων.  
                                                 
Βαβύλας ο ιερώτατος και θαυμάσιος Μάρτυς, διαδεχθείς κατά τον Ευσέβιον (βιβλ. στ΄ κεφ. κθ΄) τον Ζεβίνον, αρχιεράτευεν εις τον αγιώτατον θρόνον της Αντιοχείας κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου Νουμεριανού, όστις δεξάμενος την βασιλείαν από τον πατέρα του Κάρον, εν έτει σπγ΄ (283), διεδέχθη και όλην την ασέβειαν εκείνου. Ευθύς όθεν ως εβασίλευσεν ο μιαρός εκείνος εκίνησε μέγαν διωγμόν εναντίον των Χριστιανών, και τους εθανάτωνε με πικρότατον θάνατον. Ελθών δε ο ασεβής ούτος και εις την Αντιόχειαν, έκαμνε και εκεί τας ακαθάρτους θυσίας του εις τον μιαρόν ναόν της Δάφνης, ως ο πατήρ του σατανάς τον εδίδαξεν, ηθέλησε δε να μιάνη και Εκκλησίαν των Χριστανών εισερχόμενος εις αυτήν. Ούτος ο μιαρός εκτός των άλλων κακών έκαμε και τούτο· τον υιόν του βασιλέως των Περσών, τον οποίον είχε λάβει ως όμηρον δια την μετά των Περσών ειρήνην και τον οποίον έφερε μαζί του, αθετών πάντα νόμον ανηλεώς κατέσφαξεν, ούτω δε μεμολυσμένος από τον φόνον και από τας θυσίας των ειδώλων ηθέλησε να υπάγη να μολύνη και την Εκκλησίαν των Χριστιανών, νομίζων τούτο μέγα κατόρθωμα προς θεραπείαν των δαιμόνων. Ο δε θείος Βαβύλας, ακούσας και μαθών τον μιαρόν σκοπόν τού βασιλέως, εσύναξε το πλήθος των ευσεβών και ενδυναμώσας αυτό με ευχάς και δεήσεις προς τον Θεόν, παρεκίνησε τους πιστούς να αντισταθούν ομού με αυτόν και να μη αφήσουν ούτε τον βασιλέα ούτε τους ανθρώπους του να έμβουν εις την Εκκλησίαν. Τότε με μίαν ορμήν οι Χριστιανοί, απωθούντες στρατιώτας, δορυφόρους και αξιωματικούς, τους έρριψαν ατίμως και με πληγάς εις την γην· και αυτόν δε τον ίδιον τον βασιλέα, ως επλησίασεν εις την Εκκλησίαν, τον ωνείδισεν ο Άγιος και απλώσας την δεξιάν χείρα εις το στήθος του, του ημπόδισε την είσοδον. Τότε ο τύραννος, θαυμάσας την παρρησίαν του Αγίου και ευλαβηθείς την μεγάλην φήμην, έτι δε φοβηθείς και εκ του πλήθους μήπως γίνη αποστασία, επρόσταξε με ησυχίαν να επιστρέψωσιν εις το παλάτιον. Την άλλην ημέραν, αποστείλας ο βασιλεύς στρατιώτας, έφερε τον Άγιον ενώπιόν του και λέγει προς αυτόν μετ’ οργής· «Αθλιώτατε πάντων ανθρώπων, πως ετόλμησες να εμποδίσης την εξουσίαν μου από την είσοδον της Εκκλησίας σου; Εις ποίον εθάρρησας και ύβρισας και ητίμασας το κράτος μου; Ή δεν γνωρίζεις πόσον κακόν ανυπόφορον είναι να υβρίση τις και να καταφρονήση βασιλικήν μεγαλειότητα»; Ο δε Άγιος του λέγει· «Εγώ, βασιλεύ, ποτέ μου δεν εθάρρησα ούτε ήλπισα εις καμμίαν επίγειον δύναμιν, όλον μου δε το θάρρος και η ελπίς ήτο και είναι εις τον ουράνιον Βασιλέα, τον αληθινόν Θεόν, αυτός και με κατέστησε ποιμένα προβάτων λογικών και δεν μου επιτρέπει να κοιμώμαι εις την επιδρομήν του λύκου. Εγώ γνωρίζω κάλλιστα, ότι είναι μεγάλη τόλμη και αυθάδεια να υβρίζη τις τον βασιλέα· δεν ύβρισα λοιπόν την βασιλεία σου, αλλά σε ημπόδισα από την ύβριν όπου έμελλες να κάμης εις τα άγια· και εις τούτο μάλιστα, βασιλεύ, έπρεπε να μοι γνωρίζης μεγάλην χάριν, ότι σε ημπόδισα από τοιούτον κακόν και βλαβερόν επιχείρημα, δια το οποίον ήθελες περιπέσει εις οργήν θεϊκήν και να καταντήσης εις τα βάραθρα πικροτάτων τιμωριών». Τότε λέγει προς τον Άγιον ο βασιλεύς· «Αντί να ζητής μέ ταπείνωσιν συμπάθειαν δι΄ εκείνα εις τα οποία αυθαδίασες εις το κράτος μου, συ ακόμη μας χλευάζεις και περιγελάς»; Και ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ όχι την βασιλείαν σου, αλλά ούτε τον πλέον μικρότατον δεν είμαι ικανός να περιγελάσω, επειδή πας άνθρωπος είναι πλάσμα και εικών του Θεού. Αλλ’ όταν ο κίνδυνος είναι δια τον Θεόν…» Περικόψας όμως ο τύραννος τον λόγον του Αγίου του λέγει· «Άφες τους πολλούς αυτούς λόγους και εάν θέλης να σε συμπαθήσω δια το τόλμημά σου εκείνο, θυσίασον εις τους αθανάτους θεούς». Ο Άγιος όμως συνέχισε την απολογίαν του εις την πρώτην κατηγορίαν του βασιλέως, τελειώσας δε την απολογίαν προσέθεσεν, ότι τώρα πλέον είναι έτοιμος να υποστή δια την τιμήν του Θεού οιονδήποτε κίνδυνον. Δια δε την θυσίαν αποκριθείς ο Μάρτυς είπε· «Δεν είναι δυνατόν, βασιλεύ, να φήσω τον ζώντα Θεόν και να λατρεύσω είδωλα, τα οποία και να ονομάση μόνον θεούς αισχύνεται εκείνος, όστις θέλει να είναι ευσεβής». Του λέγει και πάλιν ο τύραννος· «Εκείνα τα οποία έλεγον πρότερον, αυτά σου λέγω και τώρα· άφες την πολυλογίαν και θυσίασε εις τους θεούς, ει δε και δεν κάμης τον λόγον μου, θέλει σε αφανίσει το κράτος μου». Προς ταύτα απεκρίθη ο Αθλητής· «Εγώ, βασιλεύ, πολλά επεθύμουν να σε εξαγάγω από το σκότος αυτό το οποίον εκάλυψε τον νουν σου, μήπως ήθελες απαλλαγή, ταλαίπωρε, από εκείνας τας αιωνίους κολάσεις, αι οποίαι σε αναμένουν. Αλλά τώρα βλέπω, ότι δεν φθάνει ότι έχεις να υπάγης συ εις την απώλειαν, αλλά προσπαθείς να απολέσης και άλλους και αυξάνεις το πυρ της γεέννης εναντίον σου, άθλιε· όμως φοβερόν είναι το να πέση τις εις χείρας Θεού ζώντος, να αποφύγη δε κανείς την οργήν Του είναι παντελώς αδύνατον». Εις τους λόγους τούτους του Μάρτυρος θαυμάσας ο βασιλεύς την παρρησίαν και σύνεσιν αυτού, με πραότητα τον ηρώτησε λέγων· «Ω διδάσκαλε των παιδίων, ημπορείς να μου ερμηνεύσης τι πράγμα είναι ο Θεός»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Αδύνατον είναι, ω βασιλεύ, να εξηγήση άνθρωπος, αλλ’ ούτε και Άγγελος, οποίας φύσεως είναι ο Θεός, διότι είναι ανεκδιήγητος, ακατάληπτος και εις ανθρωπίνους λογισμούς αχώρητος· αρχή και σύστασις των απάντων, βασιλεύς και Κύριος, δοτήρ παντός αγαθού και μηδενός δεόμενος. Πρώτον εποίησε τας αγγελικάς αϋλους δυνάμεις, δεύτερον εποίησε τον άνθρωπον και όλον τον φαινόμενον κόσμον και τον εστόλισε με μυρία και διάφορα αγαθά, έπλασε τον άνθρωπον και τον ετίμησε να εξουσιάση όλα τα κτίσματα του ορωμένου κόσμου, χαρίζων εις αυτόν ως βασιλέα βασίλειον προς κατοικίαν, το κάλλιστον πάντων των ποιημάτων, τον Παράδεισον. Και θέλων ακόμη ο Θεός να δείξη εις τον άνθρωπον εις πόσην τιμήν και αξίαν τον ηξίωσε και υπερέβη ασυγκρίτως τα επίλοιπα ζώα, τον επρόσταξε και έδωκεν εις έκαστον ζώον ίδιον όνομα· του έδωκε δε και την γυναίκα δια σύντροφον· και εδώ εφανέρωσεν άλλην υπεροχήν εις τον άνθρωπον, ότι δι’ αυτόν έπλασε την γυναίκα από την πλευράν αυτού».                          «Εκτός δε τούτων απάντων εχάρισεν ο Θεός, ως φύσει αγαθός, εις τον άνθρωπον το λογικόν με γνωστικάς δυνάμεις, με τα οποία χαρίσματα δύναται να συνομιλή με τον ίδιον ύψιστον Θεόν με καθαρότητα, καθώς οι Προφήται και αι μυριάδες των Αγίων· όμως ο πρώτος άνθρωπος περισσότερον επίστευσε τον εχθρόν του διάβολον, παρά τον Θεόν, όστις τον έπλασε και ετίμησεν. Επείσθη λοιπόν εις την ολέθριον συμβουλήν του εχθρού, παρέβη την ζωοπάροχον εντολήν του Θεού και ούτως εξέπεσεν, εδιώχθη του Παραδείσου και κατήντησεν από την αθανασίαν εις τον θάνατον. Τι μεγαλυτέρα αχαριστία εις τον άνθρωπον, από του να προτιμήση ένα και μόνον ρήμα της κακής συμβουλής τού εχθρού, περισσότερον από τα τόσα αγαθά τα οποία του εχάρισεν ο Θεός; Ήτο λοιπόν δίκαιον να τον εξαλείψη ευθύς ο Θεός, αλλά η αγαθότης του πάλιν τον ηλέησε και με τρόπους άκρας συμπαθείας τον έφερεν εις την αρχαίαν τιμήν· και έδειξεν ο Θεός, ότι ανίσως και μυρίας φοράς σφάλωμεν, πάλιν υτός, ως αγαθός, οικονομεί την σωτηρίαν μας». Ακούων ταύτα ο ασύνετος Νουμεριανός, αφ’ ενός μεν από φυσικήν παχύτητα του νοός, εξ ετέρου δε από προαίρεσιν πονηράν, και τρίτον από κακήν και ολέθριον συνήθειαν, δεν ήκουσε καν ολίγον τα λεγόμενα. Εντραπείς όμως τους παρεστώτας, προσεποιήθη ότι ηννόησε τα όσα ήκουσεν από τον Άγιον, και τον ηρώτησε πάλιν λέγων’ «Τι πράγμα είναι ο άνθρωπος»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ο άνθρωπος, καθώς και πρότερον είπον, είναι από όλα τα πράγματα και ζώα του κόσμου τούτου τιμιώτατον, είναι ζώον ημερώτατον, μεταδοτικόν και ηγαπημένον το εν μετά του άλλου, παρ’ όλον ότι τινές άνθρωποι από κακήν προαίρεσιν γίνονται αγριώτεροι και των θηρίων». Εις τούτους πάλιν τους λόγους του Αγίου, ο ασύνετος βασιλεύς απεκρίθη λέγων· «Μα τους μεγάλους θεούς, ο Βαβύλας είναι σοφώτατος και αληθεύει η μεγάλη του φήμη· όμως εάν ήθελε θυσιάσει εις τους θεούς, ήθελε γίνει τέλειος κατά πάντα και ήθελε τιμηθή δια πολλών και μεγάλων αξιωμάτων». Ακούσας ταύτα ο Άγιος ηγανάκτησε μετά μεγάλης λύπης, επειδή αφού ήκουσεν ο μιαρώτατος κι ανάξιος βασιλεύς τοσούτους αληθείς και ιερούς λόγους, εξακολουθεί να αναγκάζη τον Άγιον εις το να προσφέρη θυσίαν εις τους δαίμονας. Όθεν λέγει προς τον βασιλέα: «Ποία είναι τα ταξίματά σου και τι αξίζουν τα ψευδή αγαθά σου ενώπιον της ευσεβείας, της οποίας δεν είναι καν εις το ολίγον αντάξιος ο κόσμος όλος και όστις υστερείται από την ευσέβειαν είναι πτωχός και δυστυχής, και εδώ και εις την άλλην ζωήν»; Ταύτα ακούσας ο ασεβής Νουμεριανός εδαιμονίσθη από τον μεγάλον θυμόν και ευθύς επρόσταξεν ένα μέγαν άρχοντα, ονόματι Ουϊκτωρίνον, όμοιόν του εις την ασέβειαν, και έβαλε σίδηρα εις τον λαιμόν του Αγίου και τον περιέφερεν εις όλην την χώραν, δια να εντραπή δήθεν και να υποταχθή εις τον βασιλέα. Όμως ο γενναίος του Χριστού αθλητής, φορών την άλυσιν και περιφερόμενος εις την χώραν, είχεν άμετρον χαράν εις την καρδίαν του, διότι δια τον γλυκύτατον Χριστόν θεατρίζεται εις τους ανθρώπους δια να θριαμβεύση ενώπιον των Αγγέλων. Βλέπων ο μιαρός βασιλεύς τον Άγιον εις τα δεσμά, τον εχλεύαζε λέγων: «Μα τους θεούς, Βαβύλα, πρέπουν εις του λόγου σου τα σίδηρα, ταδεσμά και η περιφορά σου ανά την χώραν». Λέγει εις αυτόν ο Άγιος: «Συ μεν νομίζεις ταύτα τα δεσμά περίγελων και χλεύην, εγώ όμως τα έχω τιμιώτερα και ενδοξότερα από ό,τι έχεις συ τα βασιλικά σου ενδύματα και απ’ αυτό το διάδημα, το οποίον φορείς εις την κεφαλήν σου». Λέγει πάλιν ο τύραννος: «Θυσίασε, ταλαίπωρε, να λυτρωθής από τα βάσανα και ν’ απαλλάξης και ημάς από τας φροντίδας· αλλ’ ως φαίνεται, αυτά τα παιδία, τα οποία σε ακολουθούσι, σε φέρουσιν εις υπερηφάνειαν και δεν ημπορείς να εννοήσης ποίον είναι το συμφέρον σου». Ηκολούθουν δε τότε τον Άγιον και εδιδάσκοντο υπ’ αυτού την ευσέβειαν τρία παιδία, αδελφοί κατά σάρκα, παιδία κατά την ηλικίαν, αλλ’ έχοντα φρόνημα γεροντικόν· διότι εξεπαιδεύοντο ομού με την ευσέβειαν και εις πάσαν αρετήν, τα οποία, αν και ευρισκομένου του διδασκάλου των εις τα δεσμά και εις κίνδυνον θανάτου, αυτά τα ευλογημένα δεν απεμακρύνοντο απ’ αυτού. Είπεν όθεν ο Άγιος προς τον τύραννον να δοκιμάση την γνώμην των παιδίων και να γνωρίση την γενναιότητα και την ένθεον κλίσιν την οποίαν έχουν εις αυτόν. Επρόσταξε τότε ο ασεβής και έφεραν τα παιδία εντός του θεάτρου και πρώτον τα ηρώτησεν εάν έχουν μητέρα, εκείνα δε απεκρίθησαν: «Έχομεν μητέρα, έχομεν και τον διδάσκαλόν μας Βαβύλαν, τον οποίον ευλαβούμεθα και αγαπώμεν και από την μητέρα μας περισσότερον. Διότι η μεν μήτηρ μας μάς εγέννησε κατά σάρκα, αλλ’ ο διδάσκαλός μας Βαβύλας μάς εγέννησε πνευματικώς, διότι και προς μάθησιν των καλών μάς παρακινεί και προς ευσέβειαν μάς εκπαιδεύει και προς ψυχικήν όλων σωτηρίαν μας οδηγεί». Ο δε παράνομος βασιλεύς έστειλεν ευθύς και έφεραν έμπροσθέν του την μητέρα των παιδίων και την ηρώτησε πως ονομάζεται, και εάν είναι μήτηρ εκείνων των παιδίων. Η δε απεκρίνατο, ότι ονομάζεται Χριστοδούλη και ότι ταύτα τα παιδία είναι καρπός της κοιλίας της, τα οποία αφιέρωσεν ως δώρα εις τον Θεόν, δια μέσου του αγίου διδασκάλου Βαβύλα και είμαι βεβαία, είπεν, ότι θέλει παρασταθή ομού με αυτά εις τα βασίλεια του ουρανού. Ταύτα ακούσας ο αχρείος Νουμεριανός ήναψεν όλος από τον θυμόν και προστάσσει τους υπηρέτας να την κτυπούν σκληρότατα εις το πρόσωπον και να λέγουν προς αυτήν: «Μάνθανε να μη ομιλής εμπρός εις τον βασιλέα με αυθάδειαν». Τα δε παιδία, βλέποντα μαστιγουμένην την μητέρα των, έκραζον: «Όντως απώλεσε τον νουν του ο βασιλεύς και διεφθάρη τας φρένας, επειδή με το να είπεν η μήτηρ μας την αλήθειαν, αδίκως μαστιγούται». Ταύτα ακούων ο ασύνετος βασιλεύς και ανακαινίσας τον θυμόν, προστάσσει να δώσουν εις τον πρώτον παίδα ραβδισμούς δώδεκα, και εις τον δεύτερον εννέα, και εις τον τρίτον επτά, κατά τους χρόνους της ηλικίας των· δερόμενα δε τα παιδία εδόξαζον τον Θεόν και επεθύμουν να είναι εις την φυλακήν ομού με τον διδάσκαλόν των Βαβύλαν. Καθίσας κατόπιν ο τύραννος εις το θέατρον και εκβαλών εκείθεν την μητέρα και τα παιδία, έφερεν εκ της φυλακής τον Άγιον Βαβύλαν, προς τον οποίον είπε ταύτα ο ανόητος: «Ιδού τώρα, Βαβύλα, ηφανίσθη η καύχησίς σου, εχάθη η έπαρσίς σου, την οποίαν είχες εις την γενναιότητα των παιδίων, είναι δε έτοιμα ταύτα να θυσιάσουν εις τους θεούς». Εγνώριζεν όμως ο Άγιος από Πνεύμα Άγιον, ότι ψεύδεται ο μάταιος βασιλεύς· όθεν του απεκρίθη λέγων: «Ψεύδεσαι, βασιλεύ, εις τον εαυτόν σου και ματαίως παρηγορείς την καρδίαν σου· διότι τα πρόβατα της ιδικής μου ποίμνης, τα αρνία του Χριστού μου, δεν θέλουν ακολουθήσει ποτέ ξένον ποιμένα, αλλ’ ούτε γνωρίζουν άλλην φωνήν, παρά μόνον εκείνου του ποιμένος, όστις εξ αρχής τα έθρεψε γνησίως εις νομήν σωτήριον, και ευκολώτερα ίσως ήθελε καταπείσει τις να αφήση το αρνίον την μητέρα του και να ακολουθήση λύκους, παρά τα ιδικά μου πρόβατα και αρνία να αφήσουν την ιδικήν μου μάνδραν και να υπάγουν εις άλλην». Τους πλήρεις παρρησίας λόγους τούτους του Μάρτυρος μη υποφέρων ο μιαρώτατος, προσέταξεν ευθύς και εκρέμασαν τον Άγιον εις ένα ξύλον, και άντικρυ εις αυτόν εκρέμασαν εις άλλο ξύλον και τα παιδία, και εξέσχιζον με σιδηρούς όνυχας τας σάρκας αυτών. Ξεόμενοι όθεν οι Άγιοι επί ώραν πολλήν, θεία δύναμις τούς ενίσχυε και τους έδιδε μάλιστα περισσοτέραν προθυμίαν εις το μαρτύριον. Όθεν εφαίνοντο οι τρισμακάριοι ωσάν να ήσαν πέτρινοι ανδριάντες και όχι σαρκικοί άνθρωποι. Τινές δε από τους παρεστώτας Έλληνας, υποκινούμενοι υπό του σατανά, ήρχοντο πλησίον του Αγίου και του έλεγον: «Έως πότε θα είσαι ανόητος, έως πότε θα γίνεσαι εχθρός του εαυτού σου, και τουλάχιστον η απαλή και τρυφερά ηλικία τούτων των παίδων δεν απαλύνει την σκληρότητα της καρδίας σου, να τα λυπηθής που μέλλουν να αφανισθούν τόσον πρόωρα εξ αιτίας σου»; Ακούων ο Άγιος τοιούτους ψυχοβλαβείς λόγους και στενάξας από ψυχής, λέγει προς αυτούς: «Ποίον σκοτεινότατον νέφος εσκότισε τον νουν σας, ταλαίπωροι; Ποίον είναι εκείνο το οποίον σάς εμάγευσε και επλανήθητε τόσον, ώστε εκάματε την λογικήν σας ψυχήν εντελώς άλογον; Εγίνατε σκώληκες βρωμεροί συρόμενοι εις τον βόρβορον της γης, και δεν δύνασθε πλέον με το λογικόν το οποίον σάς εχάρισεν ο Θεός να ενατενίσητε εις τον ουρανόν· εδέθητε χείρας και πόδας, και δεν δύνασθε να κινηθήτε εις τον δρόμον της σωτηρίας, αλλά σας σύρουσιν οι δαίμονες εις τον βόρβορον της απωλείας. Αφήνω κατά μέρος τον Νουμεριανόν, τον οποίον και μυριάκις μεγαλύτερος βασιλεύς από ό,τι είναι σήμερον εάν ήτο δεν ήθελε τον ωφελήσει τίποτε· διότι είναι άνθρωπος σκωληκόβρωτος και ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού· και μόνον δια την απώλειαν της ψυχής σας θρηνώ και οδύρομαι. Ο Θεός σάς ετίμησεν, άθλιοι, με το λογικόν, και σεις εγίνατε από τα άλογα ζώα αλογώτεροι, αφήσατε τον Θεόν, τον ποιητήν του ουρανού και της γης, τον Βασιλέα πάσης της κτίσεως, και αφιερώσατε τον εαυτόν σας εις την ματαίαν και ψευδή σκιάν του Νουμεριανού, ο οποίος σήμερον ως άνθος του αγρού εξανθεί, αύριον δε θέλει πέσει εξ άπαντος εις τας χείρας του αθανάτου και φοβερού Βασιλέως Θεού, με του οποίου την δύναμιν ελαφρύνομαι και εγώ από τας τιμωρίας ταύτας και γίνομαι μάλιστα προθυμότερος εις το να λάβω με μεγάλον πόθον και άλλα βασανιστήρια περισσότερα δια την αγάπην Του». Και ταύτα μεν έλεγεν ο Άγιος προς τους παρόντας· τα δε ευλογημένα εκείνα παιδία, κρεμάμενα εις το ξύλον και κατεξεόμενα, είχον τους οφθαλμούς προσηλωμένους με χαρούμενον πρόσωπον προς τον διδάσκαλόν των Βαβύλαν. Ενώ δε έπιπτον τα μέλη των εις την γην, αυτά παρέμενον τελείως ατάραχα, ως να έπασχεν άλλος τις και ουχί αυτά. Μάλιστα δε και με ανδρικόν και γενναίον φρόνημα, ελέγχοντα τον τύραννον, έλεγον προς αυτόν υπέρ του διδασκάλου αυτών ταύτα· «Δεν εντρέπεσαι, ταλαίπωρε, να ατιμάζης τοιαύτην ιεράν και αιδέσιμον κεφαλήν; Υπάρχων συ υιός του σκότους, πως αποτολμάς να υβρίζης τον κήρυκα του φωτός; Δεν εντρέπεσαι, ανάξιε της βασιλείας, να γίνεσαι παίγνιον από ανήλικα παιδιά καθώς είμεθα ημείς; Συ μεν, ασύνετε, ταράττεσαι, δαιμονίζεσαι και κατακαίονται τα σπλάγχνα σου από τον παράλογον θυμόν, ημείς δε χαίρομεν και αγαλλόμεθα και τας πληγάς, τας οποίας μας δίδεις, τας νομίζομεν εις το σώμα μας ως τα ωραιότερα και τρυφερώτερα άνθη της ανοίξεως». Τότε ο παράνομος βασιλεύς επρόσταξε και κατεβίβασαν τον Άγιον και τα παιδία από το ξύλον· και τον μεν Άγιον απέστειλε δέσμιον εις την φυλακήν, τα δε παιδία, νομίζων ο μάταιος ότι δια το τρυφερόν της ηλικίας των θα τα φέρη εις το θέλημά του, τα παρέστησεν ενώπιόν του και ήρχισε με κολακευτικόν τρόπον να τα ονομάζη τέκνα αγαπητά και πως έχουν γνώσιν και γνώμην γενναίαν και ανδρικήν και υπέσχετο να δώση εις αυτά χρήματα άπειρα, δώρα βασιλικά και χαρίσματα μεγαλοπρεπή. Εκείνα δε τα ευλογημένα, τέκνα Αβραμιαία υπάρχοντα και γεννήματα ευχής και τα τρία, με μίαν γνώμην και γλώσσαν απεκρίθησαν προς τον τύραννον· «Δολιώτατε και πανούργε, προβάλλεις εις ημάς με τας κολακείας σου θνάσιμον δόλωμα, δια να μας συλλάβης ως πτηνά εις την παγίδα· μη γένοιτο να αρνηθώμεν την ευσέβειαν, δεν θέλομεν αθετήσει ποτέ την προς τον διδάσκαλόν μας Βαβύλαν κλήσιν και ευπείθειαν, με του οποίου τας ευχάς δεν θα δυνηθής να μας νικήσης, Νουμεριανέ, ούτε συ, ούτε άλλος τύραννος χειρότερος από σε». Ταύτα λέγοντες οι ευλογημένοι εκείνοι παίδες με θάρρος ισχυρόν προς τον τύραννον, επληροφορείτο ο Άγιος Βαβύλας και εχαίρετο όλως καθ’ υπερβολήν και εδόξαζεν αγαλλόμενος τον Θεόν, χωρίς δε πλέον αμφιβολίαν τινά, έλεγε ταύτα μεθ’ ηδονής κατ’ ιδίαν· «Ω μακάριοι και τρισμακάριοι ηγαπημένοι μου παίδες, η χαρά την οποίαν μοι προξενείτε με την καλήν και αθλητικήν σας ομολογίαν είναι η καλυτέρα ανταμοιβή των κόπων μου δια την εκπαίδευσιν εις τα καλά μαθήματα· τώρα τρυγώ τους καρπούς περισσοτέρους αφ’ ό,τι εκοπίασα εις την καλλιέργειαν. Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου, ότι με ηξίωσας να γίνω τοιούτων παίδων διδάσκαλος, όχι παίδων, αλλά τροπαιοφόρων, όχι νηπίων κατά την ηλικίαν, αλλά τελείων εις τας αρετάς». Προστάσσει δε πάλιν ο βασιλεύς να φέρουν ενώπιόν του τον Άγιον· τούτου δε γενομένου λέγει προς αυτόν· «Ταύτα τα παιδία φαίνεται να είναι ιδικά σου, Βαβύλα, επειδή ομοιάζουν με την γνώμην σου». Ο δε Άγιος απεκρίθη: «Ναι, βασιλεύ, ιδικά μου είναι δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ουχί όμως κατά σάρκα, ως η μιαρά σου διάνοια υπονοεί». Και ο τύραννος λέγει: «Αλλά διατί δεν θυσιάζεις εις τους θεούς, να λυτρωθής και συ και να μη έχωμεν και ημείς φροντίδας εις το εξής; ει δε και σε ηνωχλήσαμεν με τας τιμωρίας, τας οποίας σού εκάμαμεν πρότερον, δια τούτο δε εσκανδαλίσθης και σκληρυνθείσα η καρδία σου δεν αφήνει να καταπεισθής, ημείς θέλομεν σε ανταμείψει με βασιλικάς δωρεάς, πλουτοποιά χαρίσματα και αξιώματα τοιούτα, ώστε να λησμονήσης τελείως όσα υπέστης πρωτύτερα. Έπρεπέ σου μάλιστα, διδάσκαλε Βαβύλα, καθώς είσαι γέρων και γνωστικός, να συμβουλεύσης αυτά τα ανήλικα παιδία να θυσιάσουν, δια να μη μαρανθή προ του καιρού του το άνθος της ηλικίας των». Προς ταύτα ο μακάριος Βαβύλας αποκριθείς, είπε προς τον τύραννον· «Φαίνεται, ω βασιλεύ, πως άφησες τους πολέμους των βαρβάρων και των λοιπών πολεμίων, οίτινες αγωνίζονται να αφανίσουν και σε και το βασίλειόν σου· άφησες ακόμη κάθε είδους φροντίδα, την οποίαν πρέπει να έχουν οι βασιλείς δια το υπήκοον και εδόθης όλως διόλου εναντίον των Χριστιανών, και όλος ο σκοπός σου είναι δια να ευρίσκης αφορμήν να βασανίζης ανθρώπους δια να ικανοποιής τον παράλογον θυμόν σου και να θεραπεύης την φυσικήν απανθρωπίαν σου και αγριότητα». Εις ταύτα τα αληθή λόγια του Αγίου εφλογίσθη η ασύνετος καρδία του μιαρού βασιλέως από ασυλλόγιστον θυμόν και ευθύς επρόσταξε να θανατώσουν τους Μάρτυρας· οι οποίοι φερόμενοι εις τον θάνατον έχαιρον και ηγάλλοντο, ωσάν να μετέβαινον εις χαρμόσυνον πανήγυριν, καθ’ όλον δε το μήκος της διαδρομής εδοξολόγουν τον Θεόν ψάλλοντες· «Ευλογητός ο Θεός ο και πρότερον από στόματα νηπίων και θηλαζόντων αποδεχθείς ύμνον και δοξολογίαν· ιδού ότι και τώρα πάλιν θέλεις αποδεχθή από νήπια, αν και μη θηλάζοντα, και από γέροντα πολιόν θυσίαν εκ των ιδίων των αιμάτων». Δια τοιούτων και άλλων ασμάτων δοξολογούντες οι Άγιοι χαρμονικώς έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης· και πρώτον μεν βλέπων ο μακάριος Βαβύλας την προθυμίαν, την οποίαν είχον τα παιδία εις την τελευτήν, τα παρέστησεν εις τους δημίους και τα απεκεφάλισαν χαίροντα· και ιδών αυτά κατεσφαγμένα δια Χριστόν, ελάλησε μετ’ ευφροσύνης· «Ιδού εγώ και τα παιδία α μοι έδωκεν ο Θεός»· είτα μετά χαράς και ευχαριστίας προς τον Θεόν έκλινε την μακαρίαν κεφαλήν του και απεκεφαλίσθη και αυτός εν έτει σπγ΄ (283), ετάφη δε από τους Χριστιανούς καθώς ήτο με τας αλυσίδας εις τον λαιμόν και εις τους πόδας, όπως εις αυτούς παρήγγειλεν έτι ζων ο Άγιος, ούτω δε απέλαβε τον στέφανον του μαρτυρίου εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ

Τη  αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ, ο εν τη Νέα Εφέσω μαρτυρήσας εν έτει 1794, αγχόνη τελειούται.                                                                         

Πολύδωρος, ο μέγας και νεοφανής στρατιώτης του Χριστού, ήτο μεν γέννημα και θρέμμα της Λευκωσίας, της πρώτης των πόλεων της νήσου Κύπρου, πατρός Λουκά προσκυνητού και μητρός Λουρδανούς. Μικρός δε ων την ηλικίαν, εμαθητεύθη τα ιερά γράμματα εις την πατρίδα του, και αφού εμεγάλωσεν, εξελθών της ιδίας του πατρίδος, επραγματεύετο εις την Αίγυπτον, και από εκεί πηγαίνων εις διάφορα μέρη χάριν πραγματείας, έγινε γνώριμος εις πολλούς. Το έτος 1793 ευρισκόμενος εις Αίγυπτον, συνέβη να προσκληθή (είθε να μη τον είχε γνωρίσει τελείως) από ένα Κιεσίφην αρνησίχριστον Ζακύνθιον, και έγινε γραμματικός εις αυτόν· ευρισκόμενος δε ημέραν τινά εις χαράς και διασκεδάσεις, συνέβη να μεθύση, καθώς συμβαίνει εις τοιαύτας περιστάσεις· η μέθη όμως του εσκότισε τας φρένας, δι’ ο και ο θείος Παύλος παραγγέλλει λέγων· «Μη μεθύσκεσθε οίνω, εν ω εστιν ασωτία»· αλλ’ εις τούτον η μέθη προυξένησεν ακόμη και το χείριστον και ακρότατον των κακών. Ποίον τούτο; Τον κατέστησε να αρνηθή φευ! τον Χριστόν τον Θεόν και Σωτήρα του κόσμου και να δεχθή τον εναγή και ψυχώλεθρον Μωαμεθανισμόν. Κατά αλήθειαν εφάνη και εις τούτον ότι είναι αλάθητος η παλαιά εκείνη γνώμη, ήτις λέγει σοφώτατα· «Φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Όθεν πρέπει να φεύγωμεν πάσει δυνάμει τας κακάς συναναστροφάς. Αλλά καθώς έδειξαν τα πράγματα, είχεν ο άνθρωπος διάθεσιν αγαθήν και ταύτην βλέπων ο του ελέους Θεός ένευσεν εις την καρδίαν του και παρευθύς, ως ανένηψεν από την μέθην, ήλθεν εις τον εαυτόν του, ελυπήθη σφοδρώς δια το κακόν το οποίον έπαθε και μετανοών και κλαίων πικρώς, ως άλλος Πέτρος, διήρχετο πάλιν χριστιανικώς, έως ότου μετ’ ολίγας ημέρας, ευρίσκων ευκαιρίαν, έφυγεν εκείθεν και επήγεν εις την Βηρυτόν κατ’ ευθείαν εις τον Αρχιερέα και εξωμολογήθη εις αυτόν με συντριβήν καρδίας την αμαρτίαν του. Ο Αρχιερεύς τον υπεδέχθη ευμενώς, τον ενουθέτησε πατρικώς και τον παρηγόρησεν ως όντως Αρχιερεύς και δίδων εις αυτόν κανόνα, τον έστειλεν εις εν Μοναστήριον επάνω εις το όρος του Λιβάνου δια να ησυχάση εκεί την μεγάλην Τεσσαρακοστήν και μετά το Πάσχα να υπάγη και ο Αρχιερεύς να τον μυρώση· αλλ’ επειδή και εξ αιτίας του εκινδύνευεν ο Αρχιερεύς, ανεχώρησεν εκείθεν και επήγεν εις το Άκρι (Πτολεμαϊδα), με απόφασιν να παρουσιασθή· αλλ’ ευρών εναντία τα πράγματα και μάλιστα ακούσας από τον Άγιον Πτολεμαϊδος, ότι πρέπει να κάμη την ομολογίαν της Πίστεως εκεί όπου έκαμε και την άρνησιν, εμβήκεν εις εν πλοίον, δια να υπάγη εις την Αίγυπτον· αλλά του Θεού οικονομούντος κατ’ άλλον τρόπον, το πλοίον ημποδίσθη από τρικυμίας μεγάλας και κατήντησεν εις την Γιάφαν. Βλέπων όθεν τα τόσα εμπόδια ήλλαξε γνώμην και πλεύσας με εν Σάμιον πλοίον, επήγεν εις την Χίον, δια να κάμη την ομολογίαν του εκεί, αλλά και πάλιν ημποδίσθη. Εις τας δέκα τρεις του Ιουνίου ανεχώρησεν από την Χίον, δια την Σμύρνην, διψών να υπομείνη καν εκεί τον υπέρ Χριστού θάνατον· όμως και εκεί εύρεν εμπόδια· διότι είπον εις αυτόν οι εκεί πνευματικοί, ότι οι Αγαρηνοί ήσαν θυμωμένοι και εξηγριωμένοι κατά των Χριστιανών δια την καταισχύνην την οποίαν τους προυξένησε τότε προ ολίγου το μαρτύριον του δερβίση και ότι ήτο πολύ ενδεχόμενον από την νέαν τούτου παρουσίαν να ακολουθήση μέγας κίνδυνος δια τους Χριστιανούς· εγώ δε νομίζω, ότι όλα τα εξ αρχής εμπόδια ταύτα ήσαν ενέργειαι του μισοκάλου δαίμονος, δια να τον ψυχράνη να παραιτηθή από την σωτήριον ομολογίαν του· όθεν επέστρεψε μετά λύπης μεγάλης πάλιν εις την Χίον κατά τας ένδεκα του Ιουλίου. Αλλ’ ο πάντα προς το συμφέρον οικονομών Κύριος πολλάκις μεταχειρίζεται και εκείνα τα οποία εις ημάς φαίνονται εναντία εις το καλλίτερον και συμφερώτερον· και ούτως έγινε και εις τούτον τον μακάριον. Επιστρέψας όθεν εις την Χίον, λαμβάνει συμβουλήν και παρακίνησιν από τινα Πνευματικόν πατέρα ξένον, να κάμη τώρα, εκείνο το οποίον έπρεπε να είχε κάμει πρωτύτερα και δεν το έκαμε, με το να έτρεχε βιαστικά εις το στάδιον· λαμβάνει δηλαδή συμβουλήν να προετοιμασθή καλώς και να καθοπλισθή ασφαλώς με τα πνευματικά όπλα της αληθινής και τελείας μετανοίας, διότι έμελλε να παραταχθή προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας πνεύματα εν τοις επουρανίοις, κατά τον θείον Παύλον. Όθεν παρευθύς ήρχισε να αγωνίζηται με νηστείας, προσευχάς, γονυκλισίας, παρακλήσεις εις την Θεοτόκον και αναγνώσεις και εις άλλα ψυχωφελή βιβλία, αλλά μάλιστα εις τα μαρτύρια των Αγίων. Εις τόσην δε συντριβήν ήλθεν ο ευλογημένος, ώστε έκλαιε πικρώς και πολλάς νύκτας επέρασεν άϋπνος, αναστενάζων εκ βαθους καρδίας και επικαλούμενος την Θεοτόκον εις βοήθειαν· όθεν και εις τους ακούοντας και ορώντας πολύν οίκτον εκίνει και συμπάθειαν· ομού δε εις όλα ταύτα έγραψε και τας αμαρτίας του όλας, όσας ήμαρτεν ως άνθρωπος εις όλην του την ζωήν, δια να μη λησμονήση καμμίαν, και τας εξωμολογήθη με λεπτομερή και αληθινήν εξομολόγησιν. Τέλος, αφού επληρώθησαν τεσσαράκοντα ημέραι, μη δυνάμενος να αναβάλη πλέον τον καιρόν από την φλόγα ήτις ήναπτεν εις τα σπλάγχνα του δια το μαρτύριον, έλαβε τας ιλαστικάς ευχάς κατά την ιεράν τάξιν της Εκκλησίας, εχρίσθη δια του αγίου Μύρου, μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια και ούτω στομωθείς την ψυχήν και ενδυναμωθείς με την επουράνιον τροφήν, εξήλθε της νήσου εις τας είκοσι πέντε του Αυγούστου, συνοδευθείς και από ένα θεοσεβή και ζηλωτήν αδελφόν, με τον οποίον ομού απέπλευσαν εις την Νέαν Έφεσον, δια να εκπληρώση εκεί τον πόθον του, ήτοι τον υπέρ Χριστού θάνατον. Τους δε πολέμους και τους λογισμούς τους οποίους έφερεν εις αυτόν ο εχθρός, δια να τον εμποδίση, είναι αδύνατον να τους περιγράψω, αλλ’ ο γενναίος εκείνος, με την δύναμιν του εσταυρωμένου Ιησού Χριστού, εφάνη κατά πάντα νικητής, καταπατήσας λέοντα και δράκοντα, ως αυτός πολλάκις ο ίδιος τούτον τον λόγον συνείθιζε να λέγη. Κατευοδωθείς όθεν, συν Θεώ Αγίω, εκείσε τη πρώτη Σεπτεμβρίου εις τας τέσσαρας ώρας της ημέρας, επήγεν ο μακάριος εις τον μουφτήν και του λέγει· «Εγώ, αυθέντα, ηγόρασα δύο πιστόλας· η μία από αυτάς είναι πολύ καλή και στερε΄, η δε άλλη είναι ελαττωματική και τα στολίδια που έχει έξωθεν, δια να φαίνεται ωραία, τα εδοκίμασα εις το οξύ και είναι όλα κίβδηλα. Όθεν εγώ δεν την θέλω, επειδή με εγέλασεν εκείνος που μου την έδωκεν· είναι λοιπόν νόμιμον να την δώσω οπίσω, όπως είναι»; Ο μουφτής αποκρίνεται· «Ναι, είναι νόμιμον». «Δος μοι φετφάν», του λέγει ο Μάρτυς, και αυτός του έδωκε. Λαβών δε τον φετφάν ο Άγιος, την αυτήν ώραν επήγεν εις τον κριτήν και του λέγει· «Έχω μίαν υπόθεσιν», εκείνος δε του αποκρίνεται· «Ποία είναι η υπόθεσίς σου»; Ο Μάρτυς διηγείται τότε την υπόθεσιν της προαναφερθείσης πιστόλας και του δίδει τον φετφάν. Ο κριτής τον ερωτά· «Ποίος είναι ο αντίδικός σου»; Αποκρίνεται ο Μάρτυς· «Συ είσαι ο αντίδικός μου». Ο δε κριτής, τούτο ακούσας, έμεινεν ως εκστατικός και του λέγει· «Τι σου έκαμα; Εγώ άλλην φοράν δεν σε είδον». Τότε καθαρώτερα του λέγει ο Μάρτυς· «Σήμερον είναι δέκα έτη που με εγέλασες και με έκαμες και ηρνήθην την πίστιν μου και μού έδωκες την ιδικήν σου, κάμνων με Τούρκον· εγώ έφυγα και επέρασα μέσα εις την Φραγκίαν (τούτο είπε δια να μη ενοχοποιήση τους Χριστιανούς) και εκεί μου είπον, ότι έχω να κολασθώ, διότι ηρνήθην την πίστιν μου· τώρα ήλθον και σου δίδω οπίσω την σφραγίδα που μου έδωκες· διότι θέλω να αποθάνω Χριστιανός». Του λέγει ο κριτής· «Εγώ δεν σε γνωρίζω ούτε σε είδον ποτέ, πως λέγεις, ότι εγώ σε ετούρκευσα»; Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ναι, δεν με είδες άλλην φοράν, αλλά εις αυτόν τον τόπον εις τον οποίον συ τώρα κάθησαι, πρότερον σού εκάθητο άλλος όμοιός σου· ό,τι όθεν ήτο εκείνος είσαι και συ και δια τούτο θεωρώ και εγώ ότι συ με έκαμες τοιούτον». Του λέγει ο κριτής· «Παιδί μου, επειδή θέλεις να είσαι άπιστος, πήγαινε όπου θέλεις και ως θέλεις ζήσε. Φράγκος, Αρμένιος, ό,τι θρησκείαν θέλεις, εκείνην κράτει». Ο Μάρτυς του λέγει· «Όχι, Χριστιανός θέλω να είμαι». Του λέγει πάλιν ο κριτής· «Πήγαινε όπου θέλεις».  Και ο Μάρτυς: «Όχι, το σημείον τούτο το οποίον έβαλες επάνω μου δεν ημπορώ να το βλέπω και δια τούτο ήλθα να σου το επιστρέψω». Σημείον δε ηννόει ο Μάρτυς της σαρκός την περιτομήν, ότι από αυτό γνωρίζονται οι της θρησκείας αυτών οπαδοί. Ο κριτής τότε του λέγει: «Μήπως έχασες τον νουν σου»; Ο δε Μάρτυς απαντά: «Όχι, εγώ τον νουν μου τον έχω και ηξεύρω τι λέγω». Τότε ο κριτής ήρχισε να τον ερωτά δια την καταγωγήν του και δια τον τρόπον, τον χρόνον και τον τόπον εις τον οποίον ευρίσκετο όταν ηρνήθη την πίστιν του και ησπάσθη τον μωαμεθανισμόν. Συγχρόνως ήρχισεν άλλοτε να τον κολακεύη και άλλοτε να τον απειλή με βασανιστήρια και θάνατον, ελπίζων ο ανόητος με τον τρόπον αυτόν να πείση τον Μάρτυρα να μη επιμένη. Αλλ’ ο γενναίος του Χριστού Μάρτυρας εις όλας τας ερωτήσεις και τας νουθεσίας τού κριτού απεκρίνετο με παρρησίαν, ότι αρνείται την θρησκείαν των, ότι τα βασανιστήρια ουδόλως τον τρομάζουν και ότι δεν είναι δυνατόν να αρνηθή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον μόνον αληθινόν Θεόν, δια τον οποίον ήτο πρόθυμος να υποστή κάθε τιμωρίαν και βάσανον και αυτόν τον θάνατον. Προστάζει λοιπόν ο κριτής να τον βάλουν εις την φυλακήν και τους πόδας του εις το ξύλον και σίδηρα εις τον λαιμόν του. Και οι του κριτού υπηρέται εν τω άμα έβαλον εις έργον την απόφασιν· εθαύμασεν όμως πολλά ο δικαστής δια την μεγαλοψυχίαν και ανδρείαν του Μάρτυρος και δια την τόλμην, με την οποίαν τού απεκρίνατο· πλην εσκανδαλίσθη προς τον μουφτήν και του εμήνυσεν· «Εις τοιαύτα πράγματα δίδεις φετφάν και γινόμεθα χαμερπείς»; Ο μουφτής είπεν, ότι «το μετενόησα και εγώ και εζήτουν να τον εύρω δια να λάβω οπίσω τον φετφάν, αλλά δεν τον επέτυχον». Εκεί εις την φυλακήν ήτο δέσμιος και εις νέος, όστις έμελλε να εξέλθη από την φυλακήν· εις τούτον παρέδωσεν ο Μάρτυς τον σταυρόν, τον οποίον είχεν εις τον τράχηλόν του, δια να μη τον καταπατήσουν περιπαίζοντες οι αλλόπιστοι και ολίγα χρήματα, τα οποία εκράτει επάνω του, λέγων εις αυτόν: «Δος ταύτα εις τους Ιερείς και ειπέ εις αυτούς να παρακαλούν τον Θεόν να με στηρίξη». Τη επαύριον, τη αυτή ώρα, τον έβγαλαν τον ευλογημένον από την φυλακήν και έστησαν αυτόν εμπρός εις όλους, μουφτήν, Εμίρ εφέντην, Βοϊβόδαν και άλλους, δια να γίνη λαμπροτέρα δηλαδή η ομολογία του Μάρτυρος. Τον ερωτούν όθεν απ’ αρχής, αν ήλθεν εις τον εαυτόν του και αν μετενόησε δι’ εκείνα τα οποία είπεν. Ο Μάρτυς απεκρίθη χαρούμενος: «Εγώ εις τον εαυτόν μου είμαι, τον νουν μου τον έχω και ζητώ και διψώ τον εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν μου και δεν τον αρνούμαι ποτέ· μη μοι γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, νασε αρνηθώ τον πλάστην μου». Πάντες οι εξουσιασταί απεκρίθησαν εκείνο το οποίον και την πρώτην φοράν τού είπεν ο κριτής, ότι «αφού θέλεις να είσαι άπιστος, πήγαινε όπου θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς». Αλλ’ ο Μάρτυς ηρνείτο λέγων, ότι ήθελε να επιστρέψη την σφραγίδα, την οποίαν του είχον δώσει, ήτοι την περιτομήν. Εκείνοι του λέγουν να έλθη εις τον νουν του και να σκεφθή καλώς, εκείνος δε  απεκρίθη και πάλιν ότι έχει σώας τας φρένας, ότι τον θάνατον δεν τον φοβείται και ότι εκείνος που έχει γνώσιν πρέπει να υπερμαχή δια την ευσέβειαν και όχι δια την ασέβειαν (τούτο το είπεν εις αραβικήν γλώσσαν). Εκείνοι δε ακούοντες τούτο εθαύμασαν, και του επρότειναν να τον νυμφεύσουν και να του δώσουν χρήματα πολλά, αλλ’ εκείνος θεωρών πάντα ταύτα ως ματαιότητα ηρνήθη λέγων, ότι τον Ιησούν θέλει και δια τον Ιησούν είναι πρόθυμος να αποθάνη. Και π΄λιν προσεπάθησαν εκείνοι να τον κρατήσουν εις την πίστιν των, υποσχόμενοι πολλά δώρα ή απειλούντες αυτόν με θάνατον, αλλ’ ο Μάρτυς επέμενεν εις την απόφασίν του, διότι είχε κτοικήσει πλέον εις την ψυχήν του ο Ιησούς Χριστός, η αυτοσοφία του Θεού. Τότε διέταξαν να τον ρίψουν πάλιν εις την φυλακήν απειλούντες αυτόν ότι έχουν απόφασιν μα τον κρεμάσουν και να συλλογισθή. Ενέκλεισαν λοιπόν πάλιν τον κατά αλήθειαν μέγαν και καρτερόψυχον Αθλητήν εις την φυλακήν, έως εις άλλην εξέτασιν· το εσπέρας προσέταξεν ο κριτής να τον τιμωρήσουν· και εδώ ας στοχασθή έκαστος εν τοιούτον γένος, ως εκείνο, πως ώρμησαν εναντίον του, λβόντες παρά του εξουσιαστού άδειαν· σχεδόν όλην την νύκτα εκείνην με διαφόρους τρόπους εβασάνισαν τον ευλογημένον· άλλοι έφερναν κεράμους πεπυρακτωμένας και τας έβαλλον εις τους ώμους και εις τας μασχάλας τού Μάρτυρος, άλλοι έφεραν δίσκον πεπυρακτωμένον και τον εφόρεσαν εις την κεφαλήν ως σκούφιαν, άλλοι δε τινες πλέον ανηλεείς και άσπλαγχνοι, μη αρκεσθέντες εις αυτά, έφεραν και σύρμα σιδηρούν και το εισήγαγον εις το κρύφιον μέλος. Και εδώ κατά αλήθειαν στοχάζομαι, ότι εκείνοι μεν ως εχθροί και άσπλαγχνοι εθεράπευον με αυτάς τας βασάνους τον θυμόν των και την κακίαν των, απέβαινον όλα όμως αυτά κατά τον πόθον του, διότι είχεν ο μακάριος πολύ μίσος εις την βδελυκτήν εκείνην σφραγίδα της περιτομής και όσον εστοχάζετο ότι είχεν επάνω του τοιούτον μίασμα, τόσον ηγανάκτει και πικρότατα ανεστέναζε και με άκρον πόθον εζήτει να απορρίψη αυτό αφ’ εαυτού. Όθεν εκτός των άλλα μαρτύρια, με τα οποία ιάτρευε την άρνησίν του, έλαβε και εκείνο, ως θεραπείαν και αποβολήν της βδελυράς εκείνης περιτομής. Την άλλην ημέραν, ήτις ήτο Κυριακή, πάλιν εξάγουν τον Μάρτυρα από την φυλακήν, συναχθέντες πλήθος Αγαρηνών και πάλιν φέρουν εις το κριτήριον το πρόβατον του Χριστού· ήτο δε ώρα Τρίτη της ημέρας· και τον ερωτούν: «Ήλθες εις τον εαυτόν σου, μετενόησας»; Λέγει ο Μάρτυς: «Εγώ σας είπα, ότι εις τον εαυτόν μου είμαι, τον νουν μου τον έχω, τι με πειράζετε»; Πάλιν του λέγουν: «Άλλον καιρόν πλέον δεν έχεις δια να συλλογισθής, έφθασε το τέλος σου». Ο δε Μάρτυς με πραείαν φωνήν απεκρίθη: «Εγώ τον Ιησούν μου δεν αρνούμαι, Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός θέλω να αποθάνω». Εκείνοι του λέγουν: «Αι, παιδί μου, καιρός δεν έμεινεν άλλος, θα σε κρεμάσωμεν». «Το ηξεύρω», απεκρίθη ο Μάρτυς. Λέγουν αυτοί· «Δεν λυπείσαι την νεότητά σου, την ωραιότητά σου, την ζωήν σου»; Αυτός απεκρίθη: «Αυτά όλα είναι ματαιότης, τον Ιησούν μου, τον Ιησούν μου θέλω, Χριστιανός είμαι, Χριστιανός θέλω να αποθάνω, δεν αρνούμαι την πίστιν μου, δεν αρνούμαι τον Ιησούν μου». Και αυτοί πάλιν του λέγουν: «Αι, παιδί μου, ιδού η αγχόνη, στοχάσου τι έχεις να χάσης», του έδειξαν δε και το σχοινίον. Ο Μάρτυς τους λέγει: «Αυτό ζητώ και εγώ». Εκείνοι δε έλεγον μεταξύ των, άλλος μεν ότι είναι Φράγκος και έχει τόσον πείσμα και άλλοι έλεγον: «Αυτοί οι Χριστιανοί, όταν ειπούν τον λόγον, δεν τον παίρνουν οπίσω», και έκαστος έλεγε τον λόγον του. Εις δε ζηλωτής Τούρκος έλεγεν εις τον Μάρτυρα· «Δέκα έτη που ήσο Τούρκος δεν προσεκύνησες το προσκύνημά μας»; Λέγει ο Μάρτυς: «Όχι, όχι». «Αλλά του Μπαϊραμίου το προσκύνημα δεν το έκαμες»; (προβάλλων τούτο ως μεγάλον τι πράγμα). Ο δε Μάρτυς βλέπων, ότι έκαστος με τα λόγια του ημπόδιζαν αυτόν από την προσευχήν, επειδή νοερώς προσηύχετο ο μακάριος και όλον εις τον Θεόν είχε προσηλωμένον τον νουν, βλέπων, λέγω, ότι τον ημπόδιζαν, απεκρίθη μετά σφοδρότητος εις τον ερωτήσαντα: «Τι με πειράζεις, άνθρωπε»; Εκείνος του λέγει: «Δεν βλέπεις την αγχόνην»; Και ο Μάρτυς: «Αυτό, αυτό ζητώ και εγώ, και ας υπάγωμεν», και ούτω περιεπάτησεν έως δέκα βήματα. Ω γενναιότης αθλητική! Ω ανδρεία μαρτυρική! Ω σπουδή και προθυμία ουρανίων επαίνων αξία! Τον ήρπασαν όθεν με ορμήν και αγριότητα, αφήρεσαν τα φορέματά του, έδεσαν οπίσω τας χείρας του, έβαλον τον βρόχον εις τον λαιμόν του, και τον παρέδωσαν δια να κρεμασθή· άλλοι έτρεχον εμπρός, άλλοι οπίσω και όλοι έκαμνον μεγάλην σύγχυσιν μεταξύ των επί τούτω, τάχα δια να δειλιάση ο Μάρτυς. Αυτός δε όλως το εναντίον· έμεινεν άφοβος παντελώς και ακατάπληκτος· όθεν και μυκτηρίζων αυτούς ως άφρονας, είπε προς αυτούς: «Ω ασύνετοι, εγώ ήλθον μόνος μου και αυτόκλητος, και τώρα φοβείσθε να μη φύγω»; Φορών δε ο Μάρτυς τον βρόχον εις τον λαιμόν ως κατάδικος και έχων δεδεμένας τας χείρας, ήλθεν εις τον τόπον των καταδίκων· και πάλιν άλλοι ητοίμαζαν τον τόπον, άλλοι τον ηρώτων αν μετενόησεν. Ο δε Μάρτυς τους απεκρίθη με την αυτήν αφοβίαν: «Ταλαίπωροι, η πίστις σας είναι πλάνη, είναι όλη ματαιότης, είσθε άνθρωποι όλοι σάρκες, έχετε να κολασθήτε εις την γέενναν του πυρός· εγώ δια ταύτα, τα οποία μου κάμνετε, υπάγω εις τον Παράδεισον». Εκείνοι δε ωνόμαζαν την ανδρείαν του Μάρτυρος πείσμα, αλλά κατά αλήθειαν πείσμα ήτο· πείσμα όμως όντως άγιον, πείσμα σωτήριον, πείσμα το οποίον πρέπει και είναι ανάγκη έκαστος Χριστιανός να το έχη εναντίον του Σατανά, δια να δύναται να τελειώνη το θείον θέλημα. Και λοιπόν ούτω κατησχυμμένοι του είπον τελευταίον· «Ω ανόητε, άλλος καιρός πλέον δεν σου έμεινε και θα μετανοήσης». Ο δε Μάρτυς απεκρίθη τριπλασιάζων εν ταυτώ την όντως μακαρίαν και αγίαν ταύτην φωνήν· «Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανός είμαι». Τότε σηκώσαντες αυτόν από την γην, έσυραν το σχοινίον και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος Πολύδωρος τον δι’ αγχόνης μαρτυρικόν στέφανον. Εκείνην δε την νύκτα τινές εξ αυτών αρχήθεν απάνθρωποι, χωρίς να εντραπούν καν αυτήν την ιδίαν φύσιν της ανθρωπότητος, επήραν τα ενδύματα του Μάρτυρος και άφησαν ολόγυμνον το άγιον λείψανον, και την ημέραν έδεσαν μόνον με εν παλαιόπανον τα κρύφια μέλη του· έπειτα μετά τρεις ημέρας προσέταξαν ένα Χριστιανόν να τον καταβιβάση από την αγχόνην, έβαλαν δε και δύο μαύρους και τον εσήκωσαν με την σκάλαν και ομού ολίγοι Τούρκοι και τινες Χριστιανοί τον έθαψαν επάνω από τα μνήματα των Αρμενίων και εις μεν τους Χριστιανούς έγινεν ο Μάρτυς μέγας στηριγμός εις την ευσέβειαν, εις δε τους Οθωμανούς έγινε τόσον μεγάλη καταισχύνη, οία άλλην φοράν δεν τους ηκολούθησε τοιαύτη. Όθεν τινές από αυτούς εντόπιοι θαυμάζοντες έλεγον: «Τούτο αληθώς ήτο μεγάλον πράγμα· αύτη η ανδρεία δεν εφάνη εις άλλον· ποίος ηξεύρει τας κρίσεις του Θεού». Αυτό είναι, αδελφοί, το ανδρειωμένον και γενναιότατον μαρτύριον του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Πολυδώρου. Ο δε των αυτού Αγίων και των Μαρτύρων Θεός, ο δοξάζων τους αυτόν δοξάζοντας, καθώς υπόσχεται ρητώς· «Τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Βασιλειών Α΄ Β:30) το μεν θέλων να δείξη πόσον ευηρέστησεν εις αυτόν δια του Μαρτυρίου ο Άγιος Πολύδωρος, και ακολούθως πόσον ευάρεστοι γίνονται εις την μεγαλειότητά του και όλοι οι άλλοι οι μαρτυρούντες δια το όνομά του, αν και τον ηρνήθησαν πρότερον, το δε δια να εμφράξη τα στόματα ανοήτων τινών, οίτινες φλυαρούν ότι δεν πρέπει να τιμώνται ως Μάρτυρες οι τον Χριστόν αρνηθέντες πρότερον, δια ταύτα, λέγω, τα αίτια ενήργησε και το εξής θαύμα μετά τον θάνατον του Αγίου, καθώς μάς το διηγήθη ο εις τούτο υπηρετήσας αξιόπιστος και ευλαβέστατος Ιερομόναχος. Κατά την προρρηθείσαν Νέαν Έφεσον, όπου εμαρτύρησεν ο Άγιος Πολύδωρος, ήτο Χριστιανός τις, το όνομά του Νικόλαος, όστις έπασχεν από δαιμόνιον φοβερόν, το οποίον ελάλει δια στόματός του και εφανέρωνε πολλάκις και αυτά τα απόκρυφα και μυστικά· όθεν βλέπων αυτόν ο ρηθείς Ιερομόναχος, όστις είχε μέρος από τα άγια λείψανα και μέρος από το σχοινίον, με το οποίον εκρέμασαν τον Μάρτυρα Πολύδωρον, συνεπόνεσε την συμφοράν τού δαιμονιζομένου, ως συμπαθής και φιλάδελφος· και βαλών το μεν σχοινίον εις την παλάμην του, τον δε δάκτυλον του Μάρτυρος εντός του κόλπου του, επήγεν εις τον πάσχοντα· και ω του θαύματος! ευθύς ως εμβήκεν εις την θύραν τού οίκου του και τον είδεν ο δαιμονιζόμενος, ηγριώθη το δαιμόνιον και με μεγάλας φωνάς έκραζε· «Τι ήλθες εδώ, να με καύσης; (καλών αυτόν εξ ονόματος) εκάηκα, εκάηκα». Ο δε Ιερομόναχος πλησιάσας εγγύτερον και εκβαλών το καλυμμαύχιόν του επετίμησε το δαιμόνιον εν ονόματι του Κυρίου, δια να ειπή διατί φωνάζει τοιουτοτρόπως· ο δε δαίμων βιαζόμενος από την αόρατον του Θεού δύναμιν ωμολόγησε και μη θέλων την αλήθειαν, λέγων ότι «Εκάηκα, επειδή μου έφερες εδώ τον δάκτυλον και το σχοινίον του Μάρτυρος Πολυδώρου»· και ούτω φωνάζων εξήλθε του πάσχοντος, και έμεινεν εις το εξής ο άνθρωπος υγιής, δια της χάριτος του Ιησού Χριστού, της ενοικούσης και μετά θάνατον εις τα τίμια λείψανα του Αγίου αυτού Μάρτυρος Πολυδώρου· ου ταις πρεσβείαις λυτρωθείημεν και ημείς από πάσης επηρείας δαιμονικής και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν. 

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Η Αγία ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Τη αυτή ημέρα η , θηρίοις δοθείσα και μηδέν βλαβείσα, εν ειρήνη τελειούται. 

                                                                                                                  
Βασίλισσα η Αγία διεβλήθη ως Χριστιανή όταν ο Αλέξανδρος ήτο ηγεμών εις την Νικομήδειαν και εκινείτο διωγμός κατά των Χριστιανών. Παρεστάθη όθεν έμπροσθεν του Αλεξάνδρου· ερωτηθείσα δε και παρρησία ειπούσα, ότι είναι ευσεβής, δέρεται εις το πρόσωπον· και επειδή δερομένη ηυχαρίστει τον Θεόν, δια τούτο γυμνώνεται και δέρεται με ραβδία· επειδή δε περισσότερον η Αγία ηυχαρίστει τον Κύριον, εθυμώθη ο ηγεμών περισσότερον, και προστάσσει να απλώσουν την Μάρτυρα και τόσον πολύν την έδειραν, ώστε έγινεν ως να ήτο μία πληγή όλον το σώμα της· έπειτα απέσπασαν το κάτωθι των ποδών της δέρμα. Επειδή δε εις την βάσανον ταύτην ευρισκομένη εφώναζεν η Αγία· «Ο Θεός μου, ευχαριστώ σοι», δια τούτο κατά προσταγήν του ηγεμόνος τρυπώνται οι αστράγαλοι τής Μάρτυρος και βάλλονται εις αυτούς περόναι σιδηραί· από δε τας περόνας δένονται αλυσίδες, και από τας αλυσίδας κρεμάται η Αγία με την κεφαλήν προς τα κάτω· κάτωθεν δε καπνίζεται η μακαρία με βρωμερόν καπνόν θείου, πίσσης, ασφάλτου (η οποία είναι ομοία με το θείον) και μολύβδου, με σκοπόν, ίνα, τον καπνόν μη υποφέρουσα, αποθάνη ταχέως η του Κυρίου αθλήτρια· αλλ’ όμως η Αγία υπομένουσα την βάσανον ταύτην με χαράν, ως να ευρίσκετο εις τρυφήν και ανάπαυσιν του Παραδείσου, τόσον προθύμως ηυχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν περισσότερον. Βλέπων λοιπόν ο ηγεμών, ότι θεωρεί ως παίγνιον τας τιμωρίας, προστάσσει να αναφθή μία κάμινος και να ριφθή μέσα εις αυτήν· η δε Μάρτυς του Χριστού σφραγίσασα τον εαυτόν της με το σημείον του Σταυρού, εισήλθε μέσα εις την κάμινον, και εστάθη ώρας πολλάς, χωρίς να δοκιμάση καμμίαν βλάβην, ώστε εκ του μεγάλου θαύματος τούτου εξεπλάγησαν άπαντες· μετ΄ταύτα προσέταξεν ο ηγεμών να εκβάλουν την Αγίαν από την κάμινον και να απολύσουν εναντίον της δύο τεραστίους λέοντας· η δε Αγία προσευχομένη έμεινεν εκ τούτων αβλαβής· όθεν ο ηγεμών Αλέξανδρος βλέπων ταύτα πάντα και κατανυγείς την ψυχήν, έπεσεν εις τους πόδας της Αγίας λέγων· «Ελέησόν με, δούλη του επουρανίου Βασιλέως, και συγχώρησόν μοι δια τας βασάνους τας οποίας σοι προυξένησα και κάμε και εμέ συστρατιώτην του ιδικού σου βασιλέως, επειδή, καθώς λέγεις, αυτός δέχεται τους αμαρτωλούς». Τότε η Αγία ευχαριστήσασα τον Παντοδύναμον Θεόν, κατήχησε τον ηγεμόνα· και παρουσιάσασα αυτόν εις την Εκκλησίαν προς τον Επίσκοπον της Νικομηδείας Αντώνιον, εβάπτισεν αυτόν. Μετά δε το βάπτισμα πάλιν προσέπεσεν ο ηγεμών εις την Αγίαν, παρακαλών και λέγων εις αυτήν· «Δούλη του αληθινού Θεού, εύξαι υπέρ εμού, ίνα λάβω συγχώρησιν δια τα κακά, τα οποία έπραξα εναντίον σου, και ίνα τελειώσω την ζωήν μου με καλήν ομολογίαν της πίστεως». Τότε λοιπόν η Αγία προσηυχήθη δι’ αυτόν, και τοιουτοτρόπως ο ηγεμών ευθύς παρέδωκε την ψυχήν του, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν· η δε αγία Βασίλισσα κηδεύσασα το λείψανον του ηγεμόνος μαζί με τον Επίσκοπον και ενταφιάσασα, εξήλθεν έξω της πόλεως της Νικομηδείας έως τρία σημεία τόπον, και ευρούσα μίαν πέτραν, εστάθη επάνω εις αυτήν και προσηυχήθη και ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσεν ύδωρ. Πιούσα δε η Αγία από το ύδωρ και ευχαριστήσασα τον Θεόν, επήγεν ολίγον εμπρός και είπε· «Κύριε, δέξαι το πνεύμα μου εν ειρήνη» και ούτω απήλθε προς Κύριον χαίρουσα και ευχαριστούσα· τούτο δε ως έμαθεν ο Επίσκοπος Αντώνιος εκήδευσε και ενεταφίασε το πάνσεπτον αυτής λείψανον πλησίον εις την πέτραν εκείνην, από την οποίαν ανέβλυσε το ύδωρ με την προσευχήν της Αγίας, το οποίον τρέχει μέχρι σήμερον. 

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Ο Όσιος Θεόκτιστος ο συνασκητής του Μεγάλου Ευθυμίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΥ, συνασκητού του Μεγάλου Ευθυμίου.                                                                                                                         
Θεόκτιστος, ο Όσιος και μέγας πατήρ ημών, επειδή παιδιόθεν ηγάπησε τον Θεόν, δια τούτο αφήκε την πατρίδα και τους συγγενείς του, και μετέβη εις τους ιερούς και Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ· φθάσας δε εις την Λαύραν την επονομαζομένην Φαράν, ήτις ήτο μακράν από τα Ιεροσόλυμα εξ μίλια, εύρεν εν κελλίον, μέσα εις το οποίον κλείσας τον εαυτόν του, ανδρείως ηγωνίζετο εναντίον των παθών και δαιμόνων· τότε δε και ο μέγας Ευθύμιος αφήσας τον κόσμον ήλθε και κατώκησε μετά του Οσίου τούτου Θεοκτίστου και ησύχαζεν· ο έρως όθεν, ον είχον και οι δύο δια να αποκτήσουν τας αυτάς αρετάς, και η κοινωνία των αυτών ασκητικών αγώνων, τόσον ήνωσαν με τον δεσμόν της αγάπης τους δύο τούτους Οσίους, ώστε ο εις ευρίσκετο μέσα εις την ψυχήν του άλλου και εις όλα τα πράγματα και οι δύο είχον τα αυτά φρονήματα, και οι δύο εποίουν τα αυτά έργα. Δια τούτο και μετά την απόδοσιν της εορτής των Θεοφανείων είχον συνήθειαν και οι δύο να απέρχωνται εις την ένδον βαθυτέραν έρημον και εκεί έμενον ησυχάζοντες έως εις την εορτήν των Βαϊων· και τότε επέστρεφον πάλιν έκαστος εις το κελλίον του. Αφού δε διήλθον ούτω επί πέντε έτη, εξήλθον και πάλιν τον πέμπτον χρόνον εις την έρημον κατά τον συνηθισμένον καιρόν, και ευρόντες μέγα σπήλαιον κατά τον βορεινόν κρημνόν τού εκείσε ευρισκομένου Ξηροποτάμου, έκαμαν εκεί την κατοικίαν των· και εις πολύ διάστημα καιρού έζων μόνον με αγρίας βοτάνας, έως ου η αρετή των και άσκησις κατέστησαν αυτούς φανερούς εις τους ανθρώπους· όθεν και παρεκινήθησαν τινές και έφερον εις αυτούς τας αναγκαίας τροφάς. Επειδή δε προσέτρεξαν πολλοί αδελφοί από διαφόρους τόπους και επεθύμουν να ζήσουν ομού με τους Οσίους, τούτου ένεκα έγινεν εκεί Κοινόβιον, του οποίου ήτο προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος έως τέλους της ζωής του. Όθεν και έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς ανθρώπους, τόσον με την πειθώ των γλυκυτάτων λόγων του, όσον και με τον καθαρόν και ασκητικόν βίον του· ο δε Άγιος Ευθύμιος ησύχαζεν εις εν κελλίον, το οποίον ήτο πλίγον μακράν από το Κοινόβιον του Θεοκτίστου· πλησίον δε εις το κελλίον έκτισε και ο θείος Ευθύμιος μεγάλην Λαύραν· και όσοι ήρχοντο εις αυτόν δια να γίνουν Μοναχοί, τους έστελλεν εις το Κοινόβιον του μεγάλου Θεοκτίστου, καθώς ύστερα από πολλούς χρόνους έστειλεν εις αυτό και τον Όσιον και Ηγιασμένον Σάββαν, όστις προσελθών εις τον Ευθύμιον παρεκάλει αυτόν να τον δεχθή· έστειλε δε τούτον ο Ευθύμιος εις τον μέγαν Θεόκτιστον, διότι ο Σάββας ήτο ακόμη νέος και αγένειος· όθεν τον διώρισε να ζη εις την υποταγήν του Θεοκτίστου και να μανθάνη παρ’ αυτού τα της μοναδικής φιλοσοφίας μαθήματα. Εγένετο όθεν και ο Άγιος ούτος Θεόκτιστος μέγας και ονομαστός ες όλους, καθώς εγένετο μέγας και ο Άγιος Ευθύμιος, και εδείχθη εις τους ανθρώπους τύπος και κανών πάσης αρετής· φθάσας δε εις βαθύ γήρας, και πλήρης ημερών γενόμενος, έπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν, από την οποίαν απήλθεν προς Κύριον· εκηδεύθη δε και ετάφη οσίως το όσιον αυτού λείψανον από χείρας Οσίων, δηλαδή τόσον του μεγάλου Ευθυμίου, όστις τότε ήτο ενενήκοντα ετών, όσον και του εν Αγίοις Πατριάρχου Ιεροσολύμων Αναστασίου, κατά την τρίτην του παρόντος μηνός εν έτει υνα΄ (451).