Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Λογος Α΄ εις την Γέννησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου.
Εκ του υπ΄ αριθ. 52 χειρογράφου Μεγίστης Λαύρας.


Αρχή μεν εορτών η παρούσα πανήγυρις, πρώτη δε μετά τον νόμον και τας σκιάς, και μέντοι και προς την χάριν και την αλήθειαν είσοδος·  έστι δε η αυτή και πρώτη και μέση και τελευταία. Αρχήν μεν έχουσα την του νόμου περαίωσιν, μεσότητα δε την προς τα άκρα συνάφειαν, τέλος δε την της αληθείας φανέρωσιν·  τέλος γαρ Νόμου Χριστός, ου μάλλον ημάς απάγων του γράμματος, όσον επανάγων επί το πνεύμα·  τούτο γαρ η τελείωσις, καθ΄ ην αυτός ο του Νόμου δοτήρ άπαντα συμπεράνας, επί το πνεύμα το γράμμα μετήνεγκεν, ανακεφαλαιώσας εις εαυτόν τα πάντα, και διαιτήσας Νόμω και Χάριτι· και τον μεν υποζεύξας, την δε συνάψας εναρμονίως· ου φύρας τα θατέρου προς θάτερον ίδια, μετοχετεύσας δε και λίαν θεοπρεπώς επί το κούφον τε και ελευθέριον, όσον δυσαχθές τε και δούλον και υποχείριον, «ίνα μηκέτι υπό τα στοιχεία του κόσμου ώμεν δεδουλωμένοι», καθώς φησιν ο Απόστολος, μηδέ ζυγώ δουλείας του νομικού γράμματος ενεχώμεθα· τούτο γαρ το περί ημάς ευεργετημάτων Χριστού το κεφάλαιον. Τούτο η του μυστηρίου φανέρωσις· τούτο η κενωθείσα φύσις, Θεός και άνθρωπος, και η του προσχήματος θέωσις.                                                         Αλλά της ούτω λαμπράς και περιφανεστάτης Θεού προς ανθρώπους επιδημίας έδει τι πάντως είναι και χαράς επεισόδιον, δι΄ ου το μέγα της σωτηρίας εις ημάς πρόεισι δώρον· το δε εστιν η παρούσα πανήγυρις, προοίμιον έχουσα της Θεοτόκου την Γέννησιν· συμπέρασμα δε, της του λόγου προς την σάρκα συμπήξεως την απότεξιν, καθ΄ ην το καινότατον απάντων εν θαύμασιν άκουσμα, δια παντός εκλαλούμενον, δύσληπτον μένει και δυσθεώρητον, όσω κρύπτεται φανερούμενον, και όσω φανερούται κρυπτόμενον. Εντεύθεν άρα της παρθενίας το φως υπέρ κεφαλής φέρουσα, και οίον εξ ακηράτων ανθέων των πνευματικών της Γραφής λειμώνων ερανιζομένη τον στέφανον η θεοχαρίτωτος αύτη και πρώτη των εορτών ημέρα, κοινήν τη κτίσει την ευφροσύνη προτίθεται· θαρσείτε λέγουσα, Γενέθλιος η πανήγυρις, και του γένους ανάπλασις· Παρθένος γαρ άρτι γεννάται και τιθηνείται και πλάττεται, και Θεώ τω Παμβασιλεί των αιώνων απειρογάμως ετοιμάζεται Μήτηρ· και τούτο ημίν η εκ Δαβίδ συν Δαβίδ το πνευματικόν συγκεκρότηκε θέατρον· η μεν ως Θεομήτωρ, την εαυτής προθείσα θεόσδοτον Γέννησιν· ο δε του γένους την ευκλησίαν παραδεικνύς, και την του Θεού προς ανθρώπους καινοπρεπεστάτην συγγένειαν. Βαβαί του θαύματος! Η μεν μεσιτεύει θεότητα ύψει και σαρκός ταπεινότητι, και γίνεται Μήτηρ του πλάσαντος υπέρ όλου του πλάσματος· ο δε προφητεύει το μέλλον ως ήδη παρόν, και όρκω λαμβάνει παρά Θεού την ευκλεά του γένους εξ οσφύος διαμονήν και συντήρησιν.                                                                                                                             Πανηγυριστέον ουν εικότως το της ημέρας μυστήριον, και δωροφορητέον τη του Λόγου Μητρί, τους λόγους αυτούς· ότι μη φίλον αυτή των άλλων ουδέν, πλην λόγου και της εκ των λόγων τιμής. Επεί και διπλούν εντεύθεν ημίν προσέσται ποιουμένοις το κέρδος· το μεν τοι προς αλήθειαν ημάς επανάγον, το δε τοι της νομικής εν γράμματι δουλείας και πολιτείας απάγον. Πως και τίνα τρόπον; Υποχωρούσης δηλαδή της σκιάς τη του φωτός παρουσία, και την ελευθερίαν του γράμματος αντεισφερούσης της χάριτος, ων η παρούσα πανήγυρις μεθόριος ίσταται· την αλήθειαν των τυπικών συμβόλων αντιπαραζευγνύσα, και τα νέα των παλαιών αντεισφέρουσα. Τούτο και ο Παύλος, η θεία του Πνεύματος σάλπιγξ, ανέκραζε λέγων: «Ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις, ανακαινίζεσθαι· τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε τα πάντα καινά». Επειδή γαρ μηδέν ετελείωσεν ο Νόμος, επεισαγωγή δε κρείττονος ελπίδος δι΄ ης εγγίζομεν τω Θεώ, της χάριτος εξεφάνθη τρανώς η αλήθεια, αυτός εαυτόν καθείς ο του Νόμου δοτήρ αφράστως εις κένωσιν· οικονομικώς άνθρωπος προελήλυθεν, ίνα πληρώση το λείπον, και αντιδώ των χειρόνων τα κρείττω και τελεώτερα· ο δη και ο υψηλός βούλητ΄ αν Ιωάννης, η Θεολόγος του Λόγου βροντή διασημαίνει σαφέστατα «εκ του πληρώματος αυτού, λέγων, ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος». Αυτού γαρ κενωθέντος, είτα και μορφωθέντος υπερφυώς εξ ημών το ημέτερον, ημείς το πλήρες ελάβομεν, και την αντιδοθείσαν του ληφθέντος φυράματος κατεπλουτίσθημεν θέωσιν.                                                                                                                           
Ουκούν αγαλλιάσθω τα σύμπαντα σήμερον, και η φύσις σκιρτάτω· ευφραινέσθω ο ουρανός άνωθεν, και αι νεφέλαι ρανάτωσαν δικαιοσύνην·  σταλαξάτω τα όρη γλυκασμόν, και οι βουνοί αγαλλίασιν· ότι ηλέησεν ο Θεός τον λαόν αυτού, εγείρας κέρας σωτηρίας ημίν εν οίκω Δαβίδ του παιδός αυτού, την υπεράμωμον ταύτην Παρθένον και άνανδρον, εξ ης ο Χριστός, η σωτηρία των Εθνών και η προσδοκία. Χορευέτω δη τοίνυν πάσα νυν ευγνώμων ψυχή, και συγκαλείτω την κτίσιν η φύσις προς καινισμόν εαυτής και ανάπλασιν. Στείραι συντόνως τρεχέτωσαν· η γαρ άπαις και στείρα, την θεόπαιδα Παρθένον επαιδοποίησε. Παρθένοι χαιρέτωσαν· την γαρ άσπορον γην, ης ο καρπός αγεώργητος, η άκαρπος εξεβλάστησεν άρουρα. Μητέρες σκιρτάτωσαν· η γαρ άγονος μήτηρ, την άφθορον Μητέρα και Παρθένον απέτεκε. Γυναίκες κροτείτωσαν· γυνή γαρ η πάλαι της αμαρτίας την αφορμήν σχεδιάσασα, της σωτηρίας άρτι την απαρχήν εισκεκόμικε· και η πάλαι κατάκριτος, εδείχθη θεόκριτος, Μήτηρ άνανδρος εκλελεγμένη του Πλάσαντος, και του γένους ανόρθωσις. Πάσα τοίνυν η κτίσις υμνείτω και χορευέτω, και συνεισφερέτω τι της ημέρας επάξιον. Γενέσθω μία κοινή σήμερον ουρανίων και επιγείων πανήγυρις, και συνεορταζέτω παν όσον εγκόσμιόν τε και υπερκόσμιον σύγκριμα. Σήμερον γαρ του πάντων Κτίστου το κτιστόν ωκοδόμηται τέμενος, και το κτίσμα τω Κτίστη θείον εναύλισμα θεοπρεπώς ετοιμάζεται.                                                                                                                                                 
Σήμερον η πριν απογεωθείσα φύσις αρχήν λαμβάνει θεώσεως, και προς δόξαν ο χους την ανωτάτω μετάρσιος ανατρέχειν επείγεται. Σήμερον εξ ημών ανθ΄ ημών απαρχήν ο Αδάμ τω Θεώ προσφέρων την Μαρίαν απάρχεται, και του όλου φυράματος η ζύμη προφυραθείσα, δι΄ αυτής αρτοποιείται προς την του γένους ανάπλασιν. Σήμερον ο μέγας κόλπος της παρθενίας ανακαλύπτεται, και τον άσπιλον μαργαρίτην της αληθούς αφθορίας η Εκκλησία νυμφικώς περιτίθεται.                                                                                                                                                                             
Σήμερον η καθαρά των ανθρώπων ευγένεια της πρώτης θεοπλαστίας απολαμβάνει το χάρισμα, και προς εαυτήν αντεπάνεισι· και ην απημαύρωσε του κάλλους ευπρέπειαν η της κακίας δυσγένεια, ταύτην η φύσις τεχθείση τη Μητρί του ωραίου προσάγουσα, πλάσιν αρίστην και θεοπρεπεστάτην εισδέχεται μόρφωσιν· και γίνεται κυρίως η πλάσις ανάκλησις, και η ανάκλησις θέωσις, η δε προς το αρχέτυπον ομοίωσις. Σήμερον η στείρα Μήτηρ παρ΄ ελπίδα ευρίσκεται, και τόκου μήτηρ απάτορος εξ αγόνων λαγόνων βλαστάνουσα, τας γονάς αγιάζει της φύσεως. Σήμερον η ευπρεπής της θείας αλουργίδος κατεχρώσθη βαφή, και την βασιλικήν αξίαν η πενιχρά των ανθρώπων αμφιέννυται φύσις. Σήμερον η Δαβιτική προφητικώς εξεβλάστησεν όρπηξ, ράβδος Ααρών αειθαλής χρηματίσασα, και ράβδον δυνάμεως ημίν τον Χριστόν εξανθήσασα. Σήμερον εξ Ιούδα και Δαβίδ Παρθένος Κόρη προέρχεται, βασιλείας και ιερατείας υπογράφουσα πρόσωπον, του κατά την τάξιν Μελχισεδέκ χρηματίσαντος, αλλ΄ ου κατά την τάξιν Ααρών ιερατεύσαντος. Σήμερον το μυστικόν της θείας ιερατείας ύφασμα η χάρις λευκάνασα, λευϊτικώ τυπικώς προεξύφανε σπέρματι, και την βασίλειον αλουργίδα βάψας, δαβιτικώ Θεός επορφύρωσεν αίματι. Και συνελόντα φάναι: Σήμερον η της φύσεως ημών αναμόρφωσις άρχεται, και ο γηράσας κόσμος θεοειδεστάτην λαμβάνων στοιχείωσιν, δευτέρας θεοπλαστίας προοίμια δέχεται. Επειδή γαρ η πρώτη των ανθρώπων διάπλασις εκ καθαράς γης και ασπίλου δεδημιούργηται, ηφάνισε δε το προσφυές η φύσις αξίωμα, συληθείσα την χάριν τω της παρακοής ολισθήματι, δι΄ ης εξερρίφθημεν του ζωηρού χωρίου και της εν Παραδείσω τρυφής, η φύσις την επίκηρον ζωήν αντηλλάξατο κλήρον ώσπέρ τινα πατρώον εις ημάς καταντήσασαν, εξ ης ο θάνατος και η εντεύθεν του γένους καταφθορά. Είτα εις την κάτω χώραν της άνω πάντων ανθελκομένων πάσα μεν αφήρητο σωτηρίας ελπίς· εδείτο δε βοηθείας η φύσις της ανωτάτω, νόμος δε ην ουδείς προς ιατρείαν του αρρωστήματος, ουχ ο έμφυτος, ουχ ο εν γράμματι κείμενος, ουχ ο των Προφητών πυρίπνους και διαλλακτήριος λόγος, ουχ όσα την ανθρωπίνην οίδεν επανορθούν φύσιν, και οις αν τάχα ραδίως ανεκομίσθη προς την προτέραν ευγένειαν· ηυδόκησεν άρτι τότε ο των όλων αριστοτέχνης Θεός, οίόν τινα παναρμόνιον και νεοπαγή κόσμον άλλον αρτιτελώς επιδείξασθαι και την εγκατασκήψασαν πάλαι της αμαρτίας επιφοράν, δι΄ ης ο θάνατος, αναχαιτίσαι τέως, είθ΄ ούτω ξένην τινά και αδούλωτον και όντως απαθεστάτην ημίν παραδείξαι ζωήν τοις αναγεννωμένοις δήποθεν τω της θεογενεσίας βαπτίσματι. Πως ουν έδει ταύτην εις ημάς προελθείν την ευεργεσίαν μεγάλην τε ούσαν και παραδοξοτάτην και νόμοις θείοις εμπρέπουσαν; ή ουχί Θεού δια σαρκός ημίν επιφανέντος και νόμοις φύσεως είκοντος, και τοις καθ΄ ημάς, οις οίδε λόγοις, εμπολιτεύεσθαι καινοπρεπώς επινεύοντος; Τούτο δε τίνα τρόπον εις πέρας άγοιτο ή εκ Παρθένου καθαράς και ανεπάφου διακονουμένης τω μυστηρίω πρότερον, είτα κυοφορούσης τον υπερούσιον νόμω τους νόμους υπερνικώντι της φύσεως; Αύτη δε τις αν νοείτο, πλην μόνης εκείνης της προ πασών γενών εκλελεγμένης τω Παγγενέτη της κτίσεως; Αύτη εστίν η Θεοτόκος Μαρία το θεόκλητον όνομα, ης εκ νηδύος μετά σαρκός ο υπέρθεος προελήλυθεν, ην Αυτός εαυτώ ναοποιήσας υπερουσίως επήξατο· ότι μη διέφθειρε την νηδύν η τεκούσα, μηδέ σποράς το τεχθέν εδέδεκτο· Θεός γαρ ην, ει και σαρκικώς γεννηθήναι προείλετο, λοχείας άνευ και ωδίνων χωρίς, ως αν και τα μητέρων η μήτηρ εκφύγοιτο παραδόξως, εκτρέφουσα γάλακτι ον ανάνδρως επαιδοποίησε, και η Παρθένος άσπορον αποκυήσασα γέννημα, μένη Παρθένος αγνεύουσα, σώα και μετά τόκον της παρθενίας τα σήμαντρα φέρουσα. Ω δη τρόπω και Θεοτόκος εικότως κηρύττεται, και παρθενία σεμνύνεται, και γέννησις προσκυνείται, και Θεός ανθρώποις ενούμενος· είτα σαρκί φανερούμενος, της οικείας δόξης χαρακτηρίζεται το αξίωμα· της γε τοι πρώτης εκείνης αράς, ευθύς η γυναικεία φύσις την διόρθωσιν δέχεται, ώσπερ ενήρξατο της αμαρτίας, απαρξαμένη της σωτηρίας. Ήκε τοίνυν ημίν ο λόγος επ΄ αυτό το κεφάλαιον· καντεύθεν εγώ σήμερον πανηγυριστής και λαμπρός εστιάτωρ της ιεράς ταύτης πανδαισίας υμίν προελήλυθα, την ευφρασίαν κοινήν προτιθέμενος. Βουληθείς γαρ, ως έφην, του γένους ο Λυτρωτής νέαν αντεπιδείξασθαι της προτέρας γέννησιν και ανάπλασιν, ώσπερ εκεί πρότερον εκ παρθενικής και ανεπάφου γης πηλόν ανελόμενος τον πρώτον Αδάμ επλαστούργησεν, ούτω και νυν ενταύθα την οικείαν σάρκωσιν αυτουργών, αντ΄ άλλης, ως αν είποιμεν, γης, την καθαράν τε και υπεράμωμον ταύτην Παρθένον, της όλης φύσεως εκλεξάμενος, το καθ΄ ημάς εξ ημών εν αυτή καινοποιήσας, νέος Αδάμ εχρημάτισεν, ίνα τον παλαιόν ο πρόσφατος υπέρχρονος ανασώσηται. Αλλά τις ούσα (η Παρθένος) και τίνων έφυ γονέων, λέγομεν επιτροχάδην την ιστορίαν επιδραμόντες εις δύναμιν. Αύτη τοίνυν το πάντων αυχημάτων εξαίρετον αύχημα, θυγάτηρ μεν έφυ του Δαβίδ, σπέρμα δε του Ιωακείμ· απόγονος μεν της Εύας, γέννημα δε της Άννης· Ιωακείμ γαρ ανήρ πράος, επιεικής και νόμοις εντεθραμμένος Θεού, σωφρόνως μεν βιούς, Θεώ δε προσκαρτερών· ούτω δε διατελών, άπαις κατεγήρα τον βίον, ακμαζούσης της φύσεως, αλλ΄ ουκ εχούσης του γένους αντίδωρον. Άννα, και αυτή φιλόθεος· σώφρων μεν, αλλά στείρα· φίλανδρος, αλλ΄ άτεκνος, και μηδέν έτι πλην τον νόμον Κυρίου εμμελέτημα φέρουσα. Αύτη της στειρώσεως περινυττομένη τοις κέντροις οσημέραι, και οία πάσχειν τας ατεκνούσας εικός, εδυσφόρει, ηνιάτο και ήσχαλλε, την απαιδίαν ου φέρουσα. Ούτω δε τη λύπη κατεχόμενοι Ιωακείμ και η σύνοικος, ότι μη παις υπήρχεν εκείνοις του γένους επίκληρος, τέως μεν της ελπίδος αυτοίς ουκ εσβέσθη τελείως η θρυαλλίς, ευχή δε ην αμφοτέρωθεν, παρασχεθήναι αυτοίς τέκνον, εις ανάστασιν σπέρματος. Και δη την εξάκουστον Άνναν (ενταύθα ο ιερός συγγραφεύς εννοεί την Προφήτιδα Άνναν την μητέρα του Προφήτου Σαμουήλ, ήτις στείρα ούσα πρότερον προσηυχήθη εις τον Κύριον και απάκτησε τον Σαμουήλ και έτερα εξ ακόμη τέκνα) παραζηλούντες εκάτεροι, τω ιερώ προσανείχον, λιταίς δε τον Θεόν εξεμείλισσον, δούναι λύσιν τη ατεκνία και καρπόν τη στειρώσει· οι ου πρότερον ανήκαν, πριν του ποθουμένου τύχωσι· και δη και τετυχήκασιν· ου γαρ μεθήκε της ελπίδος το δώρον ο του δώρου Δοτήρ. Ούτω γαρ ποτνιωμένοις και λιπαρούσι το θείον, επέστη θάττον αυτοίς η ου βραδύνουσα δύναμις· και τον μεν εις καρπογονίαν, την δε εις παιδοποιϊαν ενεύρωσε· και τους εξηραμμένους τέως των γεννητικών οργάνων πόρους ικμάσι σπερμογονίας επιτονίσας, εξ αγόνων γονίμους ειργάσατο. Και δη λοιπόν εξ ακάρπων τε και ξηρών ως ενύδρων ξύλων, καρπός ευκλεής, η Πανάγιος αύτη Παρθένος ημίν εξεβλάστησε. Και ελέλυτο δη τα δεσμά της στειρώσεως, και γόνιμος η ευχή παρ΄ ελπίδα εδείκνυτο, και παιδοτόκος η άγονος, και καλλίπαις η άτεκνος.                                                                        
Επεί δε προήλθεν εκ της αγόνου μήτρας η εκ μήτρας τον στάχυν της αφθαρσίας εκφύσασα, τω Ναώ ταύτην της ηλικίας το πρώτον άγουσαν άνθος, οι τεκόντες προσαγαγόντες ανέθεσαν. Ης, ο την εφημερίαν τότε της ιερατείας επιτελών ιερεύς, τας παρθενικάς ως είδε χορείας επίπροσθεν προπορευομένας τε και συνεπομένας, ήσθη τε και λίαν εγεγήθει, ως των ελπίδων ήδη τας θείας εναργείς εκβάσεις τεθεαμένος, και οίόν τι σεπτόν καλλιέρημα, το θείον ανάθημα τω Θεώ καθιέρωσεν, εις αυτά τα των Αγίων άδυτα τούτο το μέγα της σωτηρίας θησαύρισμα καταθέμενος· εν οις την παίδα λόγος οιονεί θαλάμοις νυμφικοίς εμβατεύουσαν, σιτείσθαι τροφήν, μέχρις ο της μνηστείας επέστη καιρός, ος προ παντός αιώνος διώριστο αυτώ τε τω εξ αυτής φύντι δι΄ ευπλαγχνίαν άρρητον, και τω προ πάσης κτίσεως και χρόνου και διαστήματος θεϊκώς αυτόν φύσαντι, και τω συμφυεί και συνθρόνω και προσκυνητώ αυτού Πνεύματι· ων ως μία θεότης, ούτω και φύσις και βασιλεία, μη μεριζομένη, μηδέ απαλλοτριουμένη, μηδέ τινί του προς εαυτήν διαλλάττουσα, πλην τη των θεαρχικών υποστάσεων ιδιότητι. Δια τούτο χορεύων πανηγυρίζω και σπένδομαι, και τη Μητρί του Λόγου προσάγω δώρον εόρτιον, ότι μοι της εις Τριάδος πίστεως το κεφάλαιον ο ταύτης τόκος εγνώρισε· του γαρ ανάρχου Λόγου και Υιού την οικείαν σάρκωσιν αυτουργούντος, και ο γεννήσας Πατήρ συνευδοκών φαίνεται, και το Πνεύμα το Άγιον προπηδών τε και την νηδύν αγιάζον της συλλαβούσης τον ακατάληπτον. Αλλ΄ ώρα νυν τον Δαβίδ ερωτήσαι, τι προς αυτόν εκείνον ο των όλων διομνύς έφησε Θεός. Άγε δη ουν, υμνογράφε, ίθι Προφήτα· τείνόν σου την κινύραν· κίνει τα κρούσματα· λέγε τρανώς:  Τι σοι ώμοσε Κύριος; Τι μοι ώμοσεν; Εκ καρπού της οσφύος μου θήσειν επί του θρόνου μου· τούτό μοι ώμοσεν· ώμοσε, και τοις έργοις τους λόγους εσφράγισεν· «Άπαξ ώμοσα, φησίν, εν τω αγίω μου· ει τω Δαβίδ ψεύσομαι· το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα μενεί· και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος εναντίον μου, και ως η σελήνη κατηρτισμένη εις τον αιώνα και ο μάρτυς εν ουρανώ πιστός». Ταύτα μοι ομωμοκώς, εξεπλήρωσεν έργω· ταύτα θεσπίσας, εκύρωσεν· αδύνατον γαρ ψεύσασθαι Θεόν· ιδού δη ουν οράται κατά σάρκα Χριστός εμός υιός κηρυττόμενος, και Κύριος εμός και Θεού Υιός προσκυνούμενος άδεται, και πάντα τα έθνη αυτώ προσκυνεί· ορώσι γαρ αυτόν παρθενικοίς ενθρονιζόμενον κόλποις, ως αν επί τοις εμοίς εφεξόμενον θρόνοις. Ιδού και η Παρθένος αύτη, των εμών άρτι μηρών εξέφυ· ης εκ νηδύος ο προ αιώνων προς τω τέλει των αιώνων σαρκωθείς προελήλυθε, και το των ανθρώπων ανεκαίνισε σύγκριμα. Και ταύτα μεν ούτως.                                                                                                                                       
Ημείς δε ο του Θεού λαός, δήμος άγιος, σύστημα ιερόν, χορεύσωμεν πάτρια· τιμήσωμεν του Μυστηρίου την δύναμιν· έκαστος κατά το δοθέν αυτώ χάρισμα συνεισφερέτω τη πανηγύρει δώρον επάξιον. Οι πατέρες, την ευκληρίαν του γένους· αι μητέρες, την ευτεκνίαν· αι στείραι, της αμαρτίας το άγονον· αι παρθένοι, την διπλήν αφθορίαν, ψυχής, λέγω, και σώματος· αι υπό ζυγόν, την επαινετήν συμμετρίαν. Ει τις πατήρ εν ημίν, μιμείσθω τον της Παρθένου πατέρα· καν άπαις η, τρυγάτω γόνινον καρπόν την ευχήν, εκ φιλοθέου βίου ταύτην καρπούμενος· ει τις μήτηρ θηλάζουσα, συγχαιρέτω τη Άννη θηλαζούση παιδίον κατ΄ ευχάς μετά στείρωσιν· ει τις στείρα και άγονος καρπόν ευλογίας ουκ έχουσα, προσίτω πιστώς τω θεοσδότω της Άννης βλαστώ, και αποκειράσθω την στείρωσιν· ει τις παρθένος αγνεύουσα, γενέσθω μήτηρ του Λόγου, λόγω κοσμούσα της ψυχής την κατάστασιν· ει τις υπό ζυγόν, προσαγαγέτω τω Θεώ κάρπωμα λογικόν εξ ων δι΄ ευχής επορίσατο. Επί το αυτό πλούσιος και πένης, νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων, ιερείς και λευϊται, βασιλείς τε και στρατηγοί, βασιλίδες και άρχουσαι. Πάντες ομού και πάσαι λαμπροφορήσωμεν άμα και δωροφορήσωμεν τη νεάνιδι και Μητρί του Θεού και Προφήτιδι, εξ ης ο Προφήτης ον έγραψε Μωσής επεδήμησε, Χριστός ο Θεός η  αλήθεια.                                                                                                                                                                                     
Φθάσωμεν του ναού τα προπύλαια· συνδράμωμεν ταις προτρεχούσαις παρθένοις· εις αυτά τα των Αγίων συνεισέλθωμεν άγια· εκεί γαρ τα σπάργανα μετά γέννησιν· μετά μαζόν, μετά νηπίασιν, εις άνθος ώραν ηβώση, παστάδος δίκην ητοίμασεν αυτή ο Θεός το θρεπτήριον, φυλάξας εαυτώ το σεβάσμιον. Δια τούτο παρθένοι χορεύουσιν αι πλησίον αυτής, προοδοποιούσαι τα μέλλοντα· ένθα αι της Σιών θυγατέρες ως βασιλίδος προτρέχουσαι, εις οσμήν των μύρων αυτής προεξάρχουσιν· αυτόθεν και ο ναός ούτος τας ιεράς αναπετάσας ανερρίπισε πύλας, ίνα την βασίλειον του παντός υποδέξηται δόξαν. Τότε δη τότε και τα των Αγίων ηνεώγνυντο Άγια, την Παναγίαν του Παναγίου Μητέρα είσω των αδύτων εγκολπωσάμενα· τροφή δε ταύτη προσφέρεται πρόσφορος, και τρέφει τέως αχειροδότως την τρέφουσαν ο μετ΄ ολίγον τω ταύτης τρεφόμενος γάλακτι· και γίνεται τιθηνός της Παρθένου το Πνεύμα το Άγιον, μέχρις αναδείξεως αυτής εν τω Ισραήλ. Ότε δη και ο της μνηστείας επεφάνη καιρός, και την εκ Δαβίδ ο του Δαβίδ Ιωσήφ εμνηστεύσατο, και του Γαβριήλ την φωνήν αντί σποράς επεδείξατο· και γέγονε κυοφόρος, ου πειραθείσα κοίτης και γεγένηκεν Υιόν, ον ουκ έσπειρε πατήρ· και μεμένηκεν αγνή, μη συληθείσα την νηδύν, σώα και μετά τόκον φυλάξαντος αυτή του τεχθέντος της παρθενίας τα σήμαντρα. Ούτός εστι Χριστός Ιησούς ο Ναζωραίος ο εις τον κόσμον ερχόμενος. Ούτός εστιν ο αληθινός Θεός και ζωή η αιώνιος. Αυτώ η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι· νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

Τη Η΄ (8η) του αυτού μηνός η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.                                                                                 
Μαριάμ της Θεόπαιδος και Θεοτόκου τα άγια Γενέθλια εορτάζομεν σήμερον. Ταύτης ο πατήρ Ιωακείμ και η μήτηρ Άννα είλκον αμφότεροι το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· όθεν ήσαν και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενέστατοι από όλους. Επειδή δε παρέμενον άτεκνοι και ωνειδίζοντο δια την ατεκνίαν των ταύτην, τούτου ένεκεν δεν έπαυον από του να προσφέρουν εις τον Θεόν διπλά τα δώρα των ως πλούσιοι και φιλόθεοι. Επειδή όθεν και οι δύο ελυπούντο δια το όνειδος της ατεκνίας, ο μεν Ιωακείμ επήγεν εις το όρος, η δε Άννα εισήλθεν εις τον κήπον και οι δύο ομού παρεκάλουν με δάκρυα τον Θεόν δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας· δια τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Μαρίαν, την πάντων Αγίων Αγιωτάτην· και ούτω απέκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων· και μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς δια την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν δια την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν ης ηξιώθησαν· επειδή από την ιδικήν των θυγατέρα, ήτοι την αειπάρθενον Μαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Υιός του Θεού. Πως δε και η θεοπρομήτωρ Άννα κατήγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ λέγομεν με συντομίαν τα εξής: Εικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Ματθάν (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Ευαγγελιστού Ματθαίου). Ούτος λοιπόν λαβών γυναίκα Μαριάμ την εκ της φυλής του Ιούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Ιάκωβον, τον πατέρα Ιωσήφ του Μνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν και Άνναν. Και η μεν Μαρία γεννά Σαλώμην την μαίαν, η δε Σοβή γεννά την Ελισάβετ, η δε Άννα γεννά την Θεοτόκον· ώστε η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος είναι εγγοναί μεν του Ματθάν και Μαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξαδέλφαι μεταξύ των. 

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς ΕΥΨΥΧΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΕΥΨΥΧΙΟΣ ξίφει τελειούται.                                              
Ευψύχιος ο Μάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της πόλεως Καισαρείας· επειδή δε ο πατήρ του απέθανεν, αυτός εβαπτίσθη και εδέχθη την εις Χριστόν πίστιν· και διαμοιράσας εις τους πτωχούς όλα τα υπάρχοντά του, εκήρυττεν εις όλους τους απίστους τον Χριστόν. Δια τούτο συλλαμβάνεται από τον άρχοντα της Καππαδοκίας, κατά τους χρόνους του βασιλέως Ανδριανού, εν έτει ριζ΄ (117), και αφού εξέσθη εις τας πλευράς, ρίπτεται εις την φυλακήν. Άγγελος δε Κυρίου φανείς ιάτρευσεν αυτόν· όθεν πάλιν κρεμάται και ξέεται δυνατά και τελευταίον αποκεφαλισθείς, αντί αίματος εκβάλλει γάλα και ύδωρ και ούτω λαμβάνει παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. 

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Απόστολοι Εύοδος και Ονησιφόρος

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΕΥΟΔΟΥ και ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ.                
Εύοδος  ο Άγιος Απόστολος ήτο εις από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους και έγινεν Επίσκοπος εις την μεγάλην Αντιόχειαν, ύστερον από τον Απόστολον Πέτρον. Αυτός λοιπόν, αφ’ ου έγινε κήρυξ μεγαλόφωνος του Ευαγγελίου και έλαμψεν εις όλας τας αρετάς, απήλθε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Ονησιφόρος, τον οποίον αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εν τη προς Τιμόθεον Δευτέρα Επιστολή λέγων· «Δώη Κύριος έλεος τω Ονησιφόρου οίκω, ότι πολλάκις με ανέψυξε και την άλυσίν μου ουκ επησχύνθη» (Β΄ Τιμοθέου, α: 16)· ούτος, λέγω, έγινεν Επίσκοπος Κολοφώνος, της εν τη Μικρά Ασία ευρισκομένης· φανείς δε επιτήδειος εις τους λόγους και ανδρειότατος και μέχρις αίματος στερεώσας την του Χριστού πίστιν, μετέβη εις ουρανούς και τώρα συναγάλλεται εις τας αιωνίους μονάς, συναποτελών τον χορόν των Αποστόλων και των κηρύκων της πίστεως. 

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Σώζων

Τη  Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΣΩΖΟΝΤΟΣ.                                  
Σώζων ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από την Λυκαονίαν (ήτις είναι μέρος της Καππαδοκίας, ήτοι της Καραμανίας και νεύει προς Νότον κατά την Κιλικίαν), ακμάσας εν έτει σπη΄ (288), ωνομάζετο δε πρότερον Ταράσιος, αλλ’ αφού πιστεύσας εις τον Χριστόν έλαβε το θείον Βάπτισμα, ομού με τον προτερινόν του ασεβή βίον απέρριψε και το πρώτον του όνομα και μετωνομάσθη Σώζων. Έζη δε εις την περιφέρειαν εκείνην μετερχόμενος το έργον ποιμένος προβάτων. Αλλ’ όμως εγένετο συνάμα έκτοτε και ποιμήν ανθρώπων· διότι εις όσους τόπους μετέβαινε με το ποίμνιόν του ίνα βασκήση αυτό, εις όλους τους ανθρώπους, τους οποίους συναντούσεν, ωμίλει τον λόγον της ευσεβείας κηρύττων τα σωτήρια του Ευαγγελίου διδάγματα, και πολλούς από εκείνους κατώρθωνε δια της διδασκαλίας του να οδηγή εις την μάνδραν του Χριστού. Ήτο δε ο λαμπρός αυτός αριστεύς της θείας πίστεως ιλαρός μεν και γλυκύτατος κατά τον χαρακτήρα και πράος, έχων το θέλημά του εστηριγμένον εις τον νόμον του Κυρίου, και επάνω εις αυτόν εμελετούσεν ημέραν και νύκτα και με αυτήν την πολιτείαν και ζωήν του αληθώς ηξιώθη να απολαύση ο τρισμακάριος τον μακαρισμόν του Προφητάνακτος Δαβίδ. Με τοιαύτην όθεν ζωήν διήγε πάντοτε ο μακάριος Σώζων, και ούτως επολιτεύετο εν τω κόσμω· έτυχε δε μίαν φοράν με το ποίμνιόν του εις ένα μέρος όπου υπήρχε πηγή δροσερά, πέριξ δε αυτής βαθεία και άφθονος χλόη, εις την οποίαν άφησε το ποίμνιόν του να βοσκήση. Εκεί δε όπου εκάθητο προσέχων το ποίμνιόν του, ήλθεν εις αυτόν γλυκύτατος ύπνος, και συνάμα μία οπτασία, η οποία τον εθάρρυνε και τον ενίσχυεν έτι μάλλον προς την ευσέβειαν και τον έκαμε θερμότερον και του έδωσε πολύ θάρρος. Είτα δε η οπτασία εκείνη του απεκάλυψε και μίαν χάριν, ήτις έμελλε να έλθη άνωθεν εκ των ουρανών εις εκείνον τον τόπον. Ήκουσε δηλαδή φωνήν, η οποία του έλεγεν, ότι αυτός εδώ ο τόπος και η χώρα θα αποβή εις ωφέλειαν πολλών ανθρώπων, διότι εδώ θα εύρουν την σωτηρίαν των και θα δοξάζουν την Αγίαν Τριάδα. Εγερθείς δε εκ του ύπνου ο καλός εκείνος ποιμήν, ο μακάριος Σώζων, έρχεται εις την Πομπηϊούπολιν, και αφού παρετήρησε καλά και είδεν ότι η ασέβεια και η ειδωλολατρία ευρίσκετο εκεί εις μεγάλην ακμήν και αύξησιν, η δε Χριστιανική πίστις και ευσέβεια προς τον αληθινόν Θεόν ήτο όλως διόλου παρημελημένη και περιφρονημένη, δεν υπέμεινεν αυτό, και δεν εβάσταξεν η ψυχή του, αλλ’ αμέσως μία μεγάλη και οξυτάτη ορμή και προθυμία εισέδυσεν εις την καρδίαν του, και εις πόνος τόσον δριμύς τον εκυρίευσεν όλον, ώστε ελθών πλησίον εις τον ναόν εκείνων των ασεβών, εις τον οποίον ίστατο το χρυσούν άγαλμα, κατέθραυσεν αμέσως την χρυσήν δεξιάν χείρα του, και αφού την επώλησεν εις τους χρυσοχόους αντί μεγάλης αξίας, εμοίρασεν όλα τα χρήματα, τα οποία έλαβεν, εις τους πτωχούς και ενδεείς της πόλεως εκείνης. Εις την πράξιν ταύτην προέβη ο μακάριος Σώζων κρυφίως, χωρίς να τον αντιληφθούν διόλου οι νεωκόροι, οι οποίοι ιδόντες τον ακρωτηριασμόν του αγάλματος, ήρχισαν πάραυτα να συλλαμβάνουν πολλούς ανθρώπους αθώους, οίτινες δεν είχον διαπράξει το έργον αυτό, και τους έσυρον εις το δικαστήριον ως ενόχους της ιεροσυλίας δια να δικασθούν και τιμωρηθούν, τους οποίους εθεώρησαν ως πλέον μιαρωτάτους από τους κακούργους όλους, όσους είχον κεκλεισμένους εις το δεσμωτήριον, επειδή δήθεν είχον διαπράξει μίαν μεγάλην ιεροσυλίαν και είχον βλάψει του θεού των το άγαλμα. Δεν ήθελε δε ουδείς να έλθη εις βοήθειαν των δυστυχών εκείνων αθώων, αλλά και όσοι ήσαν φίλοι των τους απεστρέφοντο, και οι δεσμοφύλακες ακόμη· διότι με αυτόν τον τρόπον φερόμενοι οι ασεβείς εκείνοι άνθρωποι ενόμιζον ότι θα φανούν ευχάριστοι εις τον θεόν των, εάν με σκληρότητα ήθελον φερθή προς τους συλληφθέντας. Αλλ’ όμως ο γενναίος αθλητής Σώζων, επιθυμών να παρουσιασθή και να ομολογήση την ευσέβειαν, απολύση δε ούτω και σώση τους αθώους εκείνους ανθρώπους, οίτινες δεν ήξευρον οι ταλαίπωροι κανέν από τα συμβάντα, εμφανίζεται εις τους νεωκόρους και αναγγέλλει ότι αυτός είναι ο αυτουργός της πράξεως, δια της οποίας αφήρεσε την χρυσήν χείρα τού αγάλματος. Ακούσαντες αυτά οι νεωκόροι τον συνέλαβον αμέσως και τον έφεραν εμπρός εις τον ηγεμόνα της Κιλικίας Μαξιμιανόν, όστις εδείκνυε μεγάλην σπουδήν δια την αύξησιν και επικράτησιν της ασεβείας, εκτελών αυστηρώς το βασιλικόν διάταγμα, το οποίον είχεν εκδοθή εκείνας τας ημέρας. Ούτος είχε διατάξει να προσφέρουν μεγαλοπρεπή και πολυδάπανον θυσίαν εις το χρυσούν αυτό άγαλμα, το οποίον ετιμάτο εις την πόλιν εκείνην, θέλων με τούτο να φανερώση επιδεικτικώς εις το πλήθος την δεισιδαιμονίαν του, την οποίαν είχεν εις τα είδωλα, και να φανή με αυτόν τον τρόπον αρεστός εις τον βασιλέα. Καθίσας όθεν ο ηγεμών επί βήματος υψηλού, διέταξε να του παρουσιάσουν τον Μάρτυρα, προς τον οποίον με πάσαν σοβαρότητα και υπερηφάνειαν και με ένα πολύ υπερφίαλον βλέμμα λέγει· «Πως ονομάζεσαι, ποία είναι η θρησκεία σου και από ποίαν χώραν είσαι»; Ο δε Μάρτυς απήντησεν· «Οι μεν γονείς μου, όταν εγεννήθην, Ταράσιον με ωνόμασαν, αλλά εις το θείον Βάπτισμα με μετωνόμασαν Σώζοντα· πατρίς μου δε είναι η Λυκαονία, διότι εκεί εγεννήθην· εις δε την πίστιν είμαι Χριστιανός και τον Χριστόν μόνον τον αληθινόν Θεόν προσκυνώ και λατρεύω, ο οποίος έκτισε τον ουρανόν και την γην». Ηρώτησε τότε ο Μαξιμιανός· «Ποία αφορμή σε έφερεν εδώ εις αυτήν την πόλιν»; Απήντησεν ο Σώζων· «Ποιμαίνω μίαν ποίμνην προβάτων και περιέρχομαι τον τόπον προς βοσκήν αυτών· οποιονδήποτε δε μέρος με χλόην άφθονον και με ύδατα διαυγή, το οποίον να είναι κατάλληλον προς βοσκήν εύρω, εις κάθε καιρόν του χρόνου, εις αυτό οδηγώ και τα πρόβατά μου να βοσκήσουν». Λέγει ο Μαξιμιανός· «Πως ετόλμησες να διαπράξης μίαν τόσον μεγάλην ασέβειαν και να αφαιρέσης την δεξιάν χείρα του θεού»; Εις ταύτα αποκριθείς ο Σώζων είπεν· «Ότι μεν αυτό το οποίον έπραξα δεν είναι κανέν τολμηρόν έργον ούτε τις θα ήθελε το θεωρήσει ως έγκλημα, μού φαίνεται ότι και ο ιδικός σου θεός το μαρτυρεί· διότι αυτός ούτε καμμίαν οργήν έδειξεν εναντίον μου, όταν του αφήρεσα την χείρα, ούτε ομιλεί καν όλως ούτε αγανακτεί, διότι έπαθέ τινα δεινήν ύβριν και καταισχύνην· αλλ’ ούτε υβρισθείς εποίησε κακόν τι εις εμέ τον υβρίσαντα αυτόν· εάν δε ίσως επί τέλους ήθελε λάβει φωνήν, μου φαίνεται ότι αυτός περισσότερον θα εγκαλέση σάς και φανερά θα σας κατηγορήση, ότι αφήσατε τον Δημιουργόν των όλων και προς την άψυχον ύλην, λίθους και ξύλα και μέταλλα στραφέντες, αυτά νομίζετε θεόν και αυτά λατρεύετε, και εφάνητε τω όντι αχάριστοι και αγνώμονες προς τον ευεργέτην». Λέγει ο ηγεμών· «Εάν αληθινά θέλης, όχι μόνον να λάβης συγχώρησιν δι’ όπερ έπραξας, αλλά προσέτι και αμοιβάς μεγάλας, άφησε αυτάς τας φλυαρίας και σώσον, Σώζον, τον εαυτόν σου, ελθέ να προσκυνήσης τους θεούς». Ο δε Μάρτυς είπε· «Και πως δεν θα είμαι εγώ πολύ περισσότερον αναισθητότερος και από αυτόν τον θεόν σας, αφού θα προτιμήσω να τιμώ αυτόν, ο οποίος ούτε τον εαυτόν του δεν ηδυνήθη να υπερασπίση, όταν κατησχύνθη από εμέ; Ούτε καμμίαν  φωνήν άφησε, ούτε επροσκάλεσε κανένα εις βοήθειάν του, ούτε εάν ήθελε πάθει και το πλέον από όλα αθλιώτερον ήτο ικανός να διαμαρτυρηθή. Πρόσεχε λοιπόν, ω ηγεμών, μήπως με το να τιμάς και να πλάττης και κατασκευάζης εκάστην ημέραν θεούς, και να μεταπλάττης άλλους, πρόσεξε, λέγω, μήπως ούτω πράττων, κάμνεις χειροτεχνίαν την δημιουργίαν των θεών». Τότε ο Μαξιμιανός, αναβράσας από τον θυμόν του, παρέδωκε τον Μάρτυρα εις πικράς τιμωρίας και φοβερά βασανιστήρια. Και κατά πρώτον μεν έξεσαν το σώμα του με σιδηρούς όνυχας· η δεινοτάτη δε αύτη βάσανος έφθανε μέχρι των οστών του Μάρτυρος, όστις επεκαλείτο την βοήθειαν και συμμαχίαν του Θεού, με μεγάλην ιλαρότητα και απάθειαν υπομένων την σκληράν αυτήν τιμωρίαν ωσάν να είχε το σώμα του από σίδηρον και διέμενεν απαθέστερος και από αυτούς ακόμη τους ξέοντας. Τότε ο Μαξιμιανός ήρχισε να μεταχειρίζηται άλλα διαφόρου είδους βασανιστήρια, και διέταξε να φορέσουν εις τον Αθλητήν υποδήματα, τα οποία είχον εντός καρφία σιδηρά και τον αναγκάζουν να βαδίζη. Εκείνος δε ο μακάριος, μη αισθανόμενος διόλου τον πόνον, έτρεχεν ως να επατούσεν επάνω εις ρόδα· και καθώς έβλεπε να τρέχουν από τους κατατρυπηθέντας πόδας του άφθονα αίματα, ενόμιζεν ο αοίδιμος ότι περιβρέχεται από κανέν ευχάριστον και γλυκύτατον ύδωρ, τους δε χλευασμούς του τυράννου και τους εμπαιγμούς των παρεστώτων εθεώρει ως ευφημίας του και εγκώμια, και εφαίνετο ότι είναι στολισμένος ο Αθλητής με το αίμα καλύτερον και ευμορφότερον από ό,τι ήτο εστολισμένος ο ηγεμών με την χλαμύδα του αξιώματός του. Είτα ήρχισε και ο ηγεμών να τον εμπαίζη και του έλεγεν· «Αύριον όταν θα εξέλθη η θεά, να παίξης τον αυλόν, ω Σώζον, και σου ορκίζομαι ότι αυτή η ιδία θα σε απαλλάξη ευθύς από πάσαν τιμωρίαν και ποινήν, και θα σε αθωώση από το έγκλημά σου, το οποίον εναντίον της διέπραξας».  Προς ταύτα ο Μάρτυς απήντησε· «Συ μεν λέγεις αυτά εις εμπαιγμόν και χλεύην ιδικήν μου, με το να σε παρακινή εις αυτό ο κακός δαίμων, τον οποίον φέρεις εις τα σπλάγχνα σου· εγώ δε, γνώριζε, ότι μετά από το μεγάλον καλόν, το οποίον ηξιώθην να απολαύσω, το άγιον Βάπτισμα, έπαιξα με χαράν τον αυλόν μου εις ένα αγρόν όπου εσύναζα τα πρόβατά μου εις βοσκήν, καλέσας αυτά με του αυλού τον ήχον, και τώρα άδω τω Κυρίω άσμα καινόν, κατά τον Προφητάνακτα, με το οποίον ευαγγελίζομαι την σωτηρίαν όλων των ανθρώπων, την οποίαν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ωκονόμησε γενόμενος άνθρωπος, σταυρωθείς και αναστάς· η δε ιδική σου θεά θα ίσταται ως ο όνος έναντι του αυλού, κατά την παροιμίαν, με το να είναι όλως διόλου άψυχος και αναίσθητος». Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός έγινεν όλως διόλου θηρίον από τον θυμόν του εναντίον του Μάρτυρος, και διέταξε να τον μαστιγώσουν σκληρότερα από πρωτύτερα τόσον, ώστε, ως είπε, να σαλευθούν αι αρθρώσεις και αι συνδέσεις των οστών του με την βάσανον ταύτην και να διαλυθούν άπασαι αι αρμονίαι του σώματός του, και να εκχυθούν τα εντόσθιά του όλα ως το ύδωρ. Έπειτα διέταξε με μίαν φοβεράν απειλήν να ανάψουν πυράν, εντός της οποίας να ρίψουν ό,τι λείψανον ήθελεν απομείνει από τα μέλη του μετά την σκληροτάτην μαστίγωσιν, δια να κατακαή και να μη απολαύση ούτε την ταφήν την οποίαν απολαμβάνουν κοινώς όλοι οι άνθρωποι. Ταύτα διέταξεν ο Μαξιμιανός και όλα εγένοντο· και με τας φοβεράς πληγάς, τας οποίας έδιδον οι δήμιοι εις τον Μάρτυρα με τας μάστιγας, έπιπτον αι σάρκες του εις τεμάχια και απεγυμνώνετο η εσωτερική του σώματός του διάπλασις, ώστε να φαίνωνται τα εντόσθιά του. Ο δε γενναίος του Χριστού Αθλητής εφαίνετο ωσάν να ευρίσκετο εντός ωραιοτάτου τινός κήπου ή χλοερού τινος λειμώνος κόπτων άνθη εαρινά· επάνω δε εις την χαράν αυτήν και αγαλλίασιν παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας του Θεού. Αμέσως δε ήναψαν οι δήμιοι την πυράν· και καθώς η φλοξ αυτής ανέβαινεν υψηλά, αίφνης μια φοβερά βροντή ηκούσθη, η οποία επροξένησε φρίκην εις τους παρεστώτας και τρόμον, και συγχρόνως μια δυνατή βροχή με χάλαζαν κατέπεσεν, η οποία τους δημίους διεσκόρπισε και εγένοντο άφαντοι. Οι δε φιλομάρτυρες και μάλιστα οι πλέον θερμότεροι και επισημότεροι από τους Χριστιανούς, ευρόντες ευκαιρίαν κατάλληλον, επειδή δεν τους ημπόδιζε κανείς πλέον ούτε τους έβλεπε, μετά πολλής χαράς περισυνέλεξαν τα μαρτυρικά λείψανα. Εις το διάστημα αυτό επήλθε πλέον και η νυξ· αλλά και τούτο ακόμη δεν έφερε κανέν εμπόδιον εις το ευσεβές έργον των· διότι ακριβώς δεν ήτο νυξ και σκότος η νυξ εκείνη, διότι φως λαμπρότατον λάμπον θαυμασίως διηυκόλυνε τους ευσεβείς εκείνους και ευλαβείς Χριστιανούς, ώστε να διακρίνουν τα εναπομείναντα μέλη του Μάρτυρος και ούτω πολύ εύκολα με αυτήν την φωταυγίαν εσύναξαν άπαντα, τα οποία μετά πολλής ευλαβείας και κατανύξεως έθαψαν λαμπρώς τη εβδόμη του Σεπτεμβρίου μηνός. Το δε φως εκείνο, το οποίον τους ωδήγησεν εις την συλλογήν των ιερών μελών, ήλθε και άνω του τάφου και παρέμεινεν έως ου γίνη η ταφή όλων των λειψάνων· μετά δε την ταφήν, η νυξ πάλιν έλαβε την φυσικήν της σκοτίαν. Και ούτω δι’ όλων αυτών των σημείων ανεκηρύχθη ο λαμπρός στεφανίτης και Αθλητής Σώζων, εις δόξαν του Θεού και Πατρός και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του Αγίου Πνεύματος της Παναγίας Τριάδος. Η πρέπει τιμή και κράτος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Οι άγιοι Μάρτυρες Κυριάκος και Σαραπάβων

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΚΥΡΙΑΚΟΣ ο δημότης και ΣΑΡΑΠΑΒΩΝ ο βουλευτής ξίφει τελειούνται.   
Κυριακός και Σαραπάβων οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εις τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως εν έτει σν΄ (250)· διαβληθέντες δε ως Χριστιανοί εις τον άρχοντα Ουαλέριον, παρεστάθησαν έμπροσθέν του· ο δε άρχων καταπλαγείς δια την στερεάν και άφοβον καρδίαν των, προστάσσει να θανατωθούν δια ξίφους· όθεν αφού εθανατώθησαν, έλαβον τα σώματα αυτών Χριστιανοί τινες της Αλεξανδρείας και ενεταφίασαν αυτά, δια να είναι εις την πόλιν αυτών πολύτιμος και ασύλητος θησαυρός. 

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες Ευδόξιος, Ρωμύλος, Ζήνων και Μακάριος

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΔΟΞΙΟΥ, ΡΩΜΥΛΟΥ, ΖΗΝΩΝΟΣ και ΜΑΚΑΡΙΟΥ.   
                                                                                                                      
Ρωμύλος ο Άγιος Μάρτυς εμαρτύρησε κτά τας ημέρας του ασεβεστάτου βασιλέως Τραϊανού, του βασιλεύσαντος εν Ρώμη από του έτους 98 έως του έτους 118μ.Χ. ότε μέγας εγένετο διωγμός κατά των Χριστιανών υπό των ειδωλολατρών. Κατά την εποχήν εκείνην απεστέλλοντο πανταχού κατά των Χριστιανών γράμματα βασιλικά προστάσσοντα αυτούς ή να θυσιάζουν εις τους θεούς ή να αποθνήσκουν εις διαφόρους βασάνους. Απέστειλε δε τότε ο Τραϊανός εις το μέρος της Ανατολής ένδεκα χιλιάδας στρατού δια πολεμικήν υπηρεσίαν, ήλπιζε δε αναμφιβόλως ότι ούτοι όχι μόνον τας δια τον πόλεμον εντολάς αλλά προ πάντων τας κατά των Χριστιανών διαταγάς θα εκτελέσωσιν. Αλλ’ οι μακάριοι εκείνοι, Χριστιανοί όντες και τα χριστιανικά έργα προ πάντων επιμελούμενοι, ουδένα των Χριστιανών εδίωξαν ή εκάκωσαν, παριδόντες εις τούτο την βασιλικήν προσταγήν. Μάχην δε συνάψαντες κατά των εχθρών, ήραν νίκην μεγάλην και λαμπράν. Τούτο ακούσας ο βασιλεύς Τραϊανός, αντί να ευεργετήση αυτούς δια την νίκην, αυτός ουδέν περί της νίκης ελάλησεν, αλλ’ επειδή παρέβλεψαν τας βασιλικάς διαταγάς και ουδένα των Χριστιανών εκάκωσαν, δια τούτο εξώρισεν αυτούς πάντας εις Μελιτινήν, πόλιν της Αρμενίας, και εις άλλα πλησίον αυτής μέρη. Αλλ’ εκείνοι, όντες μιμηταί του πραοτάτου Ιησού Χριστού, υπέμειναν την εξορίαν γενναίως μετά ημερότητος και τας ύβρεις μετά παντελούς αοργιστίας. Βλέπων τας παρανομίας ταύτας του βασιλέως ο ανδρείος Ρωμύλος, όστις ήτο τότε εις τας βασιλικάς αυλάς την αξίαν πραιπόσιτος (βαθμός αξιωματικού), και καθ’ ο ανήρ Χριστιανός και τίμιος, λέγει εις τον βασιλέα μετά παρρησίας· «Τα όσα πράττεις, ω βασιλεύ, ούτε εις τον εαυτόν σου ούτε εις το υπήκοόν σου συμφέρουν». Ο δε βασιλεύς, αν και χάριτας δια ταύτα έπρεπε να ομολογήση εις τον θείον Ρωμύλον, ότι δια το συμφέρον αυτού ελάλησε ταύτα, ανόητος όμως υπάρχων και αχάριστος, ύβριζεν αυτόν μάλλον οργιζόμενος, και ως μέγα έγκλημα εχαρακτήρισεν εις αυτόν την ευσέβειαν. Ο Άγιος όμως δια μεν τας ύβρεις ουδέν εφρόντιζεν, αλλ’ έχαιρε δι’ αυτάς· δια δε την της ευσεβείας καταφρόνησιν, ζήλω θείω κινούμενος, ύβριζε τους θεούς θαρσαλέως, ωμολόγει τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και τον εαυτόν του εκήρυττε Χριστιανόν. Εξαγριωθείς όθεν ο Τραϊανός έτι περισσότερον δια την τόσην του Αγίου παρρησίαν, προστάσσει ευθύς ίνα απλώσωσιν αυτόν κατά γης και να τον ραβδίζωσιν ανηλεώς. Ο δε Μάρτυς ευχαρίστως δεχόμενος τας πληγάς, εβόησε· «Γνώρισον νυν, ω βασιλεύ, ότι με ευεργετείς τα μέγιστα· διότι το μεν σώμα μου περιχεόμενον δια του ιδίου μου τούτου αίματος και βαφόμενον ως πορφύρα, τον της ειδωλικής δυσωδίας καπνόν και μολυσμόν αποπλύνεται, η δε ψυχή τον της αφθαρσίας καθαρόν χιτώνα περιβάλλεται». Μη υποφέρων ταύτα ο τύραννος, αλλ’ εις μεγαλύτερον θυμόν εξαφθείς, ταχείαν απόφασιν θανάτου εξέδωκε κατά του Μάρτυρος Ρωμύλου, και σύντομον το μαρτύριον αυτού διέπραξεν, αποφασίσας να αποκεφαλίση τον Μάρτυρα. Και ούτως ο Άγιος ευχαρίστως το δια Χριστόν εδέξατο ξίφος, τελειώσας το του Μαρτυρίου λαμπρόν και σύντομον στάδιον τη έκτη του Σεπτεμβρίου μηνός. Πολλού μετά ταύτα παρελθόντος χρόνου και βασιλεύοντος εν Ρώμη του ασεβεστάτου Διοκλητιανού εν έτει 290 – 303, εξεδόθη πάλιν πρόσταγμα πικρού θανάτου κατά των Χριστιανών· υπήρχε δε τότε εν τη πόλει της Μικράς Αρμενίας Μελιτινή ανήρ τις Χριστιανός ένδοξος και τίμιος, Ευδόξιος ονόματι (ωνομάζετο δε ούτος και Μαριανός) και κόμης κατά την αξίαν. Ούτος, επειδή επίστευεν εις τον Χριστόν,κατεβιβάσθη της αξίας. Προς τούτον όθεν αποστείλας ο τότε εν Μελιτινή ηγεμονεύων στρατιώτας, εζήτει να συλλάβη αυτόν. Ο δε Ευδόξιος τούτο μαθών ενεδύθη πενιχράν στολήν δια να μη γνωρισθή υπό των στρατιωτών και εξελθών της οικίας του παρουσιάζεται εις τους απεσταλμένους. Oι δε τούτον ιδόντες και μη γνωρίσαντες, ηρώτησαν αυτόν, που άρα ευρίσκεται ο κόμης Ευδόξιος. Ο δε λέγει εις αυτούς· «Έλθετε εις την οικίαν μου και αναπαυθήτε ολίγον εκ της οδοιπορίας και εγώ υπόσχομαι να σας υποδείξω τον ζητούμενον». Και ούτως εισαγαγών αυτούς εις τον οίκον του και ετοιμάσας τράπεζαν, φιλοφρόνως όσον ηδύνατο εφιλοξένησεν. Αφού δε έφαγον, εκείνοι μεν την υπόσχεσιν απαιτούντες, παρεκάλουν να φανερώση εις αυτούς τον ζητούμενον· εκείνος δε ευθύς αποκαλύπτει εις αυτούς τον εαυτόν του λέγων· «Εγώ ειμι ο Ευδόξιος, τον οποίον ζητείτε». Ούτος ο λόγος οξύτερον μαχαίρας εκέντησε την καρδίαν αυτών δια την καλήν φιλοξενίαν αυτού, οίτινες και ευγνωμονούντες είπον εις αυτόν· «Δεν γινόμεθα προδόται του φιλοφρόνως ημάς φιλοξενήσαντος, ίνα μη κακήν φιλοξενίαν ανταλλάξωμεν· διο και σε συμβουλεύομεν ίνα αποφύγης και αποκρυβής και ημείς λέγομεν προς τον ηγεμόνα, ότι δεν ηδυνήθημεν να σε εύρωμεν». Και εκείνοι μεν τοιαύτας χάριτας ήθελον να αποδώσωσιν εις τον Ευδόξιον, εκείνος όμως τον υπέρ Χριστού θάνατον ποθών και θείας πλησθείς χάριτος, απεφάσισεν ίνα απέλθη προς τον ηγεμόνα ακολουθών τους στρατιώτας και μαρτυρήση δια τον Χριστόν, και όχι να αποφύγη το υπέρ Χριστού μαρτύριον. Όθεν καλέσας την γυναίκα αυτού, Βασίλισσαν ονομαζομένην, ήτις και Μανδάνη ωνομάζετο (διπλούν και αύτη είχε το όνομα ως και ο ανήρ της) παρήγγειλεν εις αυτήν όσα ήσαν αναγκαία· και πάντα τα του οίκου εις την φροντίδα αυτής καταλείψας, την τελευταίαν ταύτην εντολήν έδωκεν, να μη δακρύση δηλαδή όλως δια τον μαρτυρικόν αυτού θάνατον, μάλλον δε λαμπροφόρως και φαιδρώς να τιμήση την ημέραν της αυτού τελευτής. Παρευθύς όθεν καταφρονεί σύζυγον, τέκνα και συγγενείς δια τον Χριστόν και πορεύεται μετά των στρατιωτών προς τον ηγεμόνα. Ιδών δε τούτον ο ηγεμών, λέγει εις αυτόν· «Χαίροις, ω Κόμη Ευδόξιε». Ο δε αντεχαιρέτησεν ειπών· «Χαίροις και συ, ω ηγεμών».  Πάλιν ο ηγεμών λέγει προς τον Άγιον· «Ζητούμεν από την ενδοξότητά σου όπως και εις τα βασιλικά υπηρετήσης προστάγματα και εις τους θεούς την πρέπουσαν θυσίαν προσφέρης, προ πάντων εις τον πατέρα πάντων των θεών, τον μέγαν Δία, εις τον μαντικόν Απόλλωνα και εις την φιλτάτην παρθένον Άρτεμιν». Λέγει ο Μάρτυς· «Δι’ εμέ θυσία είναι η προς τον αληθή Θεόν πίστις και λατρεία, όστις εκ του μη όντος τα πάντα εποίησεν· εις αυτόν μόνον προσφέρω θυσίαν αινέσεως, τον εν τρισίν υποστάσεσι θεολογούμενον, και ζωής ταμίαν και οικονόμον της αληθούς σωτηρίας γνωριζόμενον· εκείνους δε, τους οποίους θεούς συ ονομάζεις, εγώ ξύλα και λίθους θεωρώ μηδέ ολίγον διαφέροντας της λοιπής αψύχου ύλης». Προς ταύτα ο ηγεμών, κεκυριευμένος υπό της μέθης της ασεβείας και μη έχων τι να απολογηθή δια την εαυτού αμάθειαν, είπε μόνον τούτο· «Εγώ σε παρεκίνησα εις το να εκτελέσης τας προσταγάς του βασιλέως και να ποιήσης εις τους θεούς τα συνήθη χρέη· συ όμως, καθώς βλέπω, και θεούς και βασιλέα παραβλέπεις· και ταύτα πράττων, τους μεν θεούς, τους οποίους ο βασιλεύς τιμά και σέβεται, αναισχύντως εξύβρισας, νομοθετείς δε διδάσκων νεοφανή τινα λατρείαν και εις ταύτην, ως ήκουσα και έμαθον, παρασύρεις τους ανθρώπους». Ταύτα ο ηγεμών προς τον Άγιον διαλεγόμενος επί παρουσία πολλών στρατιωτών εξετράπη και είπε μεγαλοφώνως· «Όσοι από σας τους στρατιώτας δεν ακολουθείτε εις τα βασιλικά προστάγματα, λύσατε τας στρατιωτικάς ζώνας και ούτω γυμνοί του αξιώματος, με το οποίον σάς ετίμησεν ο βασιλεύς, σταθήτε έμπροσθέν μου»! Έλεγε δε ταύτα ο ηγεμών, όπως, εάν τινες έχουν φιλίαν και κλίσιν προς τον Ευδόξιον λόγω της στρατιωτικής επικοινωνίας και βουλόμενοι να επικοινωνήσωσι και εις αυτό έτι το φρόνημα τούτου, εντραπώσι και μεταμεληθώσι δι’ όσα κακώς κατά την διεστραμμένην γνώμην του έπραξαν. Εφρόνει ο ασύνετος, ότι πολλοί ολίγοι τοιούτοι θα υπήρχον. Ταύτα ειπών εφρόνει, ότι τον μεν Ευδόξιον θα καταισχύνη ως εναντία της στρατιάς όλης φρονούντα, ποιήσει δε κατ’ αυτού ότι και αν βούλεται ευρίσκων αυτόν μόνον. Αλλ’ ο εξουθενών τα τοιαύτα της πανουργίας σοφίσματα μόνος σοφός Θεός τι εποίησε; Κατά της κεφαλής αυτού μάλλον την μεθοδείαν ταύτην παρεσκεύασεν. Διότι ο Άγιος Ευδόξιος, ενδεδυμένος ων τότε την της βασιλικής αξίας στολήν, ως ήκουσε τα τοιαύτα, παρευθύς λύσας την ζώνην απέρριψεν αυτήν εις το του ηγεμόνος πρόσωπον. Το κίνημα τούτο του Αγίου ζήλος θείος και παρακίνησις εγένετο εις τον περιεστώτα στρατόν, οίτινες χίλιοι εκατόν τέσσαρες όντες και έχοντες εις μνήμην τας του Ευδοξίου θείας διδασκαλείας, λύσαντες και ούτοι τας ζώνας αυτών απέρριψαν κατά πρόσωπον του ηγεμόνος. Τούτο δε ιδών εκείνος και φοβηθείς δια το πλήθος, ανέφερε την υπόθεσιν εις τον βασιλέα Διοκλητιανόν· ούτος δε προστάσσει όπως τους μεν πρωταιτίους και αρχηγούς της τοιαύτης τόλμης υποβάλη εις βασάνους βαρυτάτας, τους δε λοιπούς συμμορφώση προς την βουλήν αυτού, ήτοι να πείση αυτούς προς την λατρείαν των ειδώλων. Λαβών τοιαύτην εξουσίαν ο ηγεμών παρά του ασεβεστάτου βασιλέως, και παραστήσας επί του βήματος τον γενναίον Ευδόξιον, ανήγγειλεν εις αυτόν τας μωράς του βασιλέως παραγγελίας και απαιτήσεις· είτα δε τας διαλέξεις καταλιπών, λέγει προς αυτόν· «Θυσίασε εις τους θεούς θεληματικώς, διότι και ακουσίως θέλεις ποιήσει τούτο, όταν ίδης ετοιμαζόμενα τα κατά σου βασανιστήρια, τα οποία είναι δεσμά, φυλακαί, πληγαί, πυρ και άλλα βαρύτατα, τα οποία και δια μόνης της ακοής δίδουσι φόβον και τρόμον». Ταύτα ακούσας ο Μάρτυς όχι μόνον δεν εφοβήθη, αλλά μάλλον ενεθαρρύνθη και ο προς το μαρτύριον πόθος αυτού ηύξησε περισσότερον· δι’ ο και είπε προς τον ηγεμόνα· «Παίζεις βλέπω, ω ηγεμών· διότι εγώ τα τοιαύτα ως των μικρών παιδίων τα μεμορφωμένα φόβητρα λογίζομαι, αποβλέπων εις τας ουρανίους παρά Θεού αμοιβάς· φοβούμαι δε μόνον εκείνο το πυρ το ακοίμητον της κολάσεως, τον βρυγμόν των οδόντων, και τα άλλα πικρότατα κολαστήρια, όσα περιμένουσι τους αρνητάς του Θεού· τα δε ιδικά σου, αδύνατα και μηδαμινά εις εμέ φαίνονται· το πυρ αυτό το πρόσκαιρον όπου με φοβίζεις, φαίνεται εις εμέ ψυχρότερον του ύδατος· το δε ξίφος σου, ευεργεσίαν μεγάλην λογίζομαι· διότι δι’ αυτού θα πεμφθώ εις τας του ουρανού αιωνίους μονάς και τα άρρητα εκείνα αγαθά». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών και απελπισθείς πλέον περί της μεταστροφής του Αγίου, ήρχισε τα βασανιστήρια. Όθεν διέταξεν ίνα απλωθή κατά γης και τυφθή σφοδρώς υπό τεσσάρων στρατιωτών δια ωμών βουνεύρων. Τούτου δε γενομένου, και τυπτόμενος ο Άγιος σφοδρώς επί πολλήν ώραν, έχαιρεν αγαλλόμενος, και ως ασώματος εν τω θνητώ σώματι εφαίνετο, και ως τρυφάς τας βασάνους ελογίζετ. Τούτο ιδών ο τύραννος και αισχυνθείς, διέταξε να αφήσωσι τον Μάρτυρα από των βασάνων και να εγκλείσουν αυτόν εις την φυλακήν. Μετά δε τινας ημέρας εκβαλών εκείθεν τον Άγιον, λέγει εις αυτόν· «Άραγε, Ευδόξιε, μετενόησας δια την προτέραν σου κακήν γνώμην και μανίαν ή όχι»; Και ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ως βλέπω, ω ηγεμών, δεν ηννόησας ακόμη εκ της δοκιμής των βασάνων, τα οποία μου έδωσες μέχρι τώρα, ποίον Θεόν εγώ λατρεύω. Θέλεις όμως εννοήσει ίσως τούτο, όταν και άλλα πικρότερα και περισσότερα βάσανα προς εμέ δώσης». Ένεκα των λόγων τούτων του Μάρτυρος εγένετο θερμότερος εις την μανίαν ο ηγεμών· όθεν προσέταξεν ίνα τύψωσι και συντρίψωσι τον αυχένα αυτού με σφαίρας μολυβδίνας και εκριζώσωσι τας αρμονίας των μελών αυτού (βάσανος αύτη πικροτάτη πασών των άλλων)· εφεύρεν όμως ταύτην ο ηγεμών απελπισθείς και ιδών το αμετάθετον του Μάρτυρος. Ο δε Άγιος πάσχων ίστατο ακλόνητος καταισχύνων τον ηγεμόνα, όστις απεφάσισε πλέον κατά του Αγίου τον θάνατον, ίνα απαλλαγή του τοιούτου ανδρός. Παραλαβόντες λοιπόν οι δήμιοι τον Άγιον Ευδόξιον έφερον αυτόν εις τον τόπον της καταδίκης· εκεί δε σταθείς ο Μάρτυς και χείρας και όμματα προς ουρανόν υψώσας, προσηυχήθη ούτω· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο προσδεξάμενος την θυσίαν του Άβελ, τας ολοκαρπώσεις του Αβραάμ και των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων Προφητών και Δικαίων και των Μαρτύρων τα αίματα, και των Ασκητών τους μακρούς πόνους και την υπερφυά καρτερίαν, αυτός και νυν ιλέω όμματι την εμήν βλέψον θυσίαν και μη υπερίδης με, Κύριε, τον δια σε μέλλοντα χύσαι το βραχύ μου τούτο αίμα εκ θερμοτάτης προαιρέσεως σοι προσφερόμενον· ιδού, ως βλέπεις, την ψυχήν μου δια σε σήμερον αποτίθεμαι». Είτα δε πάλιν προσθέσας και τούτο, είπεν· «Ας απολαύσωσι, φιλάνθρωπε Δέσποτα, της παρά Σου βοηθείας, οι δι’ εμού το Σον Άγιον όνομα επικαλούμενοι. Μνήσθητι του λαού σου· μνήσθητι της κληρονομίας σου, ης εκτήσω, και δος αυτοίς το παρά Σου έλεος, Κύριε». Ταύτα προσευχηθείς προς τον Θεόν ο Άγιος, ιδού βλέπει εκεί παρεστώσαν την σύζυγον αυτού Βασίλισσαν· και ενθυμήσας εις αυτήν την εντολήν την οποίαν της έδωκε πρότερον, και ασφαλέστερον βεβαιωθείς περί της εκτελέσεως αυτής και επιστηρίξας, προσηυχήθη δι’ αυτήν δώσας και την τελευταίαν ταύτην εντολήν ειπών· «Τάφον δι’ εμέ ετοίμασον εις το χωρίον Άμνινα, και εκεί θάψον το σώμα μου». Επίσης βλέπει ο Άγιος μεταξύ του παρισταμένου εκεί πλήθους φίλον τού τινα Ζήνωνα ονόματι, κλαίοντα δια την αυτού τελευτήν και στέρησιν, προς τον οποίον είπε· «Μη κλαίε, ω φίλε Ζήνων, δια τον εμόν χωρισμόν· διότι ελπίζω εις τον Θεόν, τον οποίον εγώ λατρεύω, ότι δεν θέλει χωρίσει ημάς απ’ αλλήλων, τους οποίους έκπαλαι η φιλία και ο αδελφικός έρως ήνωσε· γνωρίζω δε καλώς, ότι ως επί ενός πλοίου, ούτως εκ του βίου τούτου ομού θα αποπλεύσωμεν». Εκ τούτων των λόγων ο Ζήνων θερμανθείς την καρδίαν, Χριστιανόν εαυτόν ενώπιον παντός του λαού εκήρυξε· τούτο δε ακούσαντες οι δήμιοι, συνέλαβον αυτόν ως Χριστιανόν και προστάξει του ηγεμόνος ξίφει την κεφαλήν αυτού απέτεμον· και ούτω ταχέως έλαβε πέρας η πρόρρησις του Αγίου Ευδοξίου ιδόντος τον φίλον αυτού δια μαρτυρικού θανάτου τελειωθέντα. Είτα φωνή τις κατελθούσα άνωθεν εκάλει και αυτόν εις την αιώνιον χαράν· διο και ως ευωχίαν τινά εζήτει τον θάνατον, και παραδώσας εις το ξίφος την μακαρίαν αυτού κεφαλήν, τελειούται ούτω μετά του φίλου αυτού. Η δε φιλτάτη του Αγίου Ευδοξίου σύζυγος Βασίλισσα, ιδούσα τον υπέρ Χριστού σφαγιασθέντα αγαπητόν αυτής άνδρα, προσέδραμεν εις την σφαγήν αυτού ταχέως, και έχουσα μεθ’ εαυτής ποκάριον μαλλίου, ενέπλησεν αυτό αθλητικού αίματος. Είτα λαβούσα και το νεκρόν σώμα, εκήδευσεν αυτό φιλοτίμως ως διετάχθη, μηδέ των άλλων εντολών του Αγίου αμελήσασα. Έπειτα παρασταθείσα και αυτή αυτόκλητος εις τον τύραννον, εχλεύασε καταμυκτηρίσασα τους αναισθήτους θεούς εκείνου, και κηρύξασα τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ταύτα ακούσας ο άρχων, λέγει εις αυτήν· «Συ μεν ποιείς ταύτα επιθυμούσα τον θάνατον, ίνα φθάσης τον άνδρα σου· αλλά δια ποίαν αιτίαν θέλεις να καταταγής μετά των ασεβών τούτων Γαλιλαίων; Εγώ όμως ουδαμώς, αν και είσαι αξία θανάτου, θα σου δώσω τον θάνατον· μη λοιπόν επιθυμείς να λάβης τούτον παρ’ εμού». Η δε αγία γυνή λέγει εις αυτόν· «Ο καρδιογνώστης Θεός, γνωρίζων τα της καρδίας μου, αποδέχεται την προαίρεσίν μου και την γνώμην μου προ του έργου· όχι ότι υστερήθην των στεφάνων μη φονευθείσα παρά σου, αλλά δια την προθυμίαν την οποίαν κατέβαλον θέλω αξιωθή των ίσων μαρτυρικών άθλων μετά του ιδίου μου ανδρός, και ούτω των ίσων δωρεών απολαύσω». Και ταύτα ειπούσα, διώκεται απ’ εκεί. Μετά παρέλευσιν επτά ημερών φαίνεται κατ’ όναρ εις αυτήν ο Άγιος Ευδόξιος λέγων να είπη προς τινα φίλον του, ονόματι Μακάριον, όπως μεταβή εις το πραιτώριον και ομολογήση τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ειπούσης δε ταύτα της γυναικός εις τον Μακάριον, ταχέως και προθύμως εκείνος έδραμεν εις το πραιτώριον. Γνωρίσαντες δε αυτόν οι στρατιώται φίλον όντα του Αγίου Ευδοξίου και Χριστιανόν, συλλαβόντες έφερον εις τον ηγεμόνα, παρά του οποίου ερωτάται ευθύς περί της θρησκείας και του γένους αυτού. Ο δε όντως μακάριος αποκριθείς είπε· «Χριστιανός είμαι και Χριστού δούλος, τους δε θεούς των Ελλήνων καταφρονώ ως δαιμόνια. Ταύτα δε ο θαυμάσιος Ευδόξιος με εδίδαξε, και εις τον μόνον αληθινόν Θεόν εστερέωσεν· όθεν και εις αυτόν τον αληθινόν Θεόν θυσία επιθυμώ να γίνω, δια της οποίας θα δυνηθώ να φθάσω ταχέως τον ποθούμενον κύριόν μου Ευδόξιον». Ο ηγεμών λοιπόν, ως ήκουσε το του Ευδοξίου όνομα και εγνώρισεν ότι εκείνου υπήρξε μαθητής, απηλπίσθη πανταχόθεν και εσκέφθη ότι ματαίως περί του Μακαρίου φροντίζει· διότι ως ο διδάσκαλος, είπεν, ούτω θέλει είναι και ο μαθητής αυτού· όθεν προσέθεσε· «Και ο κακοδαίμων ούτος Μακάριος ξίφει την κεφαλήν αφαιρεθήσεται». Παρευθύς λοιπόν οι δήμιοι το προστασσόμενον εποίησαν· και ούτως ο Μακάριος, ως αληθώς μακάριος εγένετο και εις τον χορόν των προ αυτού Μαρτύρων κατετάγη. Τοιούτον τρόπαιον κατά του κοινού της φύσεως ημών πολεμίου έστησαν οι γενναίοι του Χριστού αθλοφόροι, ο Ρωμύλος, λέγω, Ευδόξιος, Ζήνων και Μακάριος, και έλαβον τον της νίκης στέφανον εν ουρανοίς παρά του στεφοδότου Χριστού του Θεού ημών· ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.