Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣΤΑΥΡΟΥ.

Τη ΙΔ΄ (14η) του αυτού μηνός η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣΤΑΥΡΟΥ.                                                                                                             

Κωνσταντίνος ο Μέγας και Ισαπόστολος, πρώτος μεταξύ των βασιλέων της παλαιάς Ρώμης εδέξατο τον Χριστιανισμόν. Ούτος έχων πόλεμον έξω της Ρώμης, παρά τον Τίβεριν ποταμόν, κατά του Μαξεντίου, και βλέπων το στράτευμα των εχθρών ότι ήτο περισσότερον από το ιδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου αυτού, εφάνη την μεσημβρίαν τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Και πέριξ του θαυμασίου εκείνου Σταυρού εφάνησαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Εν Τούτω Νίκα». Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, όστις εφάνη εις τον ουρανόν, προσέταξε να προπορεύηται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς και νικά τούτους κατά κράτος, ώστε οι περισσότεροι εθανατώθησαν, οι δε άλλοι έφυγον από τον φόβον και τον τρόμον των. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εγένετο Χριστιανός και αυτός και η μήτηρ του η μακαρία Ελένη. Τότε λοιπόν στέλλει την μητέρα αυτού Ελένην εις τα Ιεροσόλυμα, αφ’ ενός μεν δια να προσκυνήση και λαμπρότατα τιμήση τον ζωοποιόν Τάφον του Κυρίου και τους λοιπούς Αγίους Τόπους, εξ άλλου δε, δια να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον Τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος· δια τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Ομοίως εύρε και τους άλλους δύο σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύο λησταί· εύρε δε προς τούτοις και τους Τιμίους Ήλους. Επειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Κυρίου, τούτου ένεκα δια του θαύματος το οποίον έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη άμα ήγγισεν αυτήν ο Σταυρός του Κυρίου, δια τούτου εγνώρισεν αυτόν. Οι δε άλλοι δύο σταυροί των ληστών ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν. Τότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον Τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Ελένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Επειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Χριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν και δεν ήτο δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου δια το πολύ πλήθος, τούτου ένεκα εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον καν να ίδωσι μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του Τιμίου Σταυρού, και ούτω δια μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον των. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και υψώσας με τας δύο του χείρας τον Τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους κάτωθι ευρισκομένους Χριστιανούς, οίτινες ως είδον αυτόν εκραύγαζον από καρδίας όλοι ομού το «Κύριε, ελέησον»· Από τότε λοιπόν προσέταξαν οι θειότατοι και θεόπνευστοι Πατέρες της Εκκλησίας να εορτάζουν όλοι οι Χριστιανοί κατά την σήμερον ημέραν την τιμίαν ταύτην και παγκόσμιον Ύψωσιν του θείου Σταυρού, εις δόξαν του εν αυτώ προσηλωθέντος Χριστού του αληθινού Θεού ημών. Μετά δε παρέλευσιν τριακοσίων περίπου ετών από της Ευρέσεως και Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, λεηλατήσαντες οι Πέρσαι την Παλαιστίνην, απήγαγον κατά το έτος 614 και τον Τίμιον Σταυρόν. Ούτος όμως μάλλον αυτούς κατέκτησεν, καθότι εφώτισε τας ψυχάς τών κατακτητών και κατήργησε την λατρείαν του πυρός. Έτι δε καθώς όταν οι Φιλισταίοι αρπάσαντες την Κιβωτόν της Διαθήκης κατετροπώθησαν υπό των Ισραηλιτών, ούτω και οι Πέρσαι λαφυραγωγήσαντες τον Τίμιον Σταυρόν ενικήθησαν υπό του βασιλέως Ηρακλείου (το έτος 628) όστις επανελθών νικηφόρος και θριαμβευτής εις την Κωνσταντινούπολιν ανύψωσε το Ζωηφόρον Ξύλον το δεύτερον ήδη εν τη Μεγάλη Εκκλησία ενώπιον του επευφημούντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως. 

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Ο Όσιος Ιερόθεος ο Νέος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΙΕΡΟΘΕΟΥ του Νέου του ασκήσαντος εν τη του Άθω Ιερά Μονή των Ιβήρων και εν ειρήνη τελειωθέντος.                                                                  

Ιερόθεος ο μακάριος, ο κατά τους εσχάτους καιρούς ανατείλας εν ασκήσει ως άλλος ήλιος, εγεννήθη κατά το 1686 έτος από Χριστού εις τας Καλάμας της Πελοποννήσου από γονε΄ς ευσεβείς και πλουσίους, Δήμον και Ασημίναν ονομαζομένους. Η μήτηρ αυτού, ότε έφερεν αυτόν ακόμη εις την κοιλίαν της, ηρώτησεν ημέραν τινά ένα ενάρετον Ασκητήν, όστις ευρίσκετο τότε εις την πόλιν των και τον είχον όλοι δι’ Άγιον και Προφήτην, τι είδους παιδίον θα γεννηθή από αυτήν. Και της απεκρίθη εκείνος· «Ύπαγε εις την κατοικίαν σου και θα γεννήσης υιόν καλόν και θεάρεστον». Αφού δε το παιδίον εγένετο επτά ετών, το έβαλον οι γονείς του εις το σχολείον και εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλα τα εγκύκλια εκκλησιαστικά μαθήματα προς θαυμασμόν και έκπληξιν των βλεπόντων, εις τρόπον ώστε ανεγίνωσκεν έκαστον βιβλίον ελληνικόν, όπερ εις τας χείρας του ελάμβανεν. Έχων δε εξ αρχής νουν γηραλέον και φρόνημα στερεόν, δεν κατεγίνετο εις άλλα παιδαριώδη καμώματα, καθώς κάμνουν τα άλλα παιδία, αλλά ήναπτεν η καρδία του από τον έρωτα των μαθημάτων· αυτά εσκέπτετο, αυτά εφαντάζετο ημέραν και νύκτα, πιστεύων ότι δι’ αυτών ευκόλως θα ηννόει και τας θείας Γραφάς· τα οποία μαθήματα ήκουεν ότι και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας παραγγέλλουσι να τα μανθάνωσιν οι νέοι, κατ’ εξοχήν δε ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεολόγος Γρηγόριος. Όθεν και εκεί εις τας Καλάμας, ων ακόμη νέος, έμαθεν ικανώς την ελληνικήν και λατινικήν διάλεκτον, εξ ίσου χρησίμους και τας δύο πάντοτε και εις την εκκλησιαστικήν και εις την θύραθεν παιδείαν. Τον εβοήθει δε κατά πολλά εις την μάθησιν, ομού με την προθυμίαν και ζέσιν που είχε, και η οξύτης του νοός, το μνημονικόν, η αντίληψις και κρίσις, τα οποία φυσικά χαρίσματα ηνωμένα με την επιμέλειαν προξενούσι μεγάλην προκοπήν εις τον έχοντα. Και αυτός μεν ούτω προέκοπτεν· οι δε γονείς του εφρόντιζον να τον νυμφεύσουν, θέλοντες να τον καταστήσουν ευτυχισμένον τάχα εις την παρούσαν ζωήν, επειδή οι περισσότεροι τοιαύτην ιδένα έχουσιν, ότι όταν νυμφεύσουν τα τέκνα των, τότε τα καθιστούν ευτυχή, γινόμενοι αίτιοι να αποκτήσουν γυναίκα και τέκνα και τα άλλα του κόσμου αγαθά, και δεν ηξεύρουν οι μάταιοι ότι παρακινούντες αυτά εις την παρθενίαν, ήτις είναι αληθής ελευθερία, τα κάμνουν περισσότερον ευτυχισμένα παρά με τον γάμον, όστις είναι βαρύς δεσμός· επειδή όσοι νυμφεύονται, θλίψιν θέλουσιν έχει εις την σάρκα, ως λέγει ο θείος Απόστολος Παύλος, όπερ σημαίνει λύπας και κακουχίας. Οι μεν γονείς του λοιπόν ευρίσκοντο εις αυτήν την φροντίδα και αφού τον ηρραβώνισαν, ητοίμαζον και τα του γάμου· ο δε μακάριος ελυπείτο μεν και ηγανάκτει, επειδή έγιναν οι αρραβώνες χωρίς την θέλησίν του, υπετάσσετο όμως εις τα προστάγματα των γονέων, κατά το γραφικόν παράγγελμα· «Τα τέκνα υπακούετε τοις γονεύσι κατά πάντα»· αλλά δεν παρέλειπε και να παρακαλή από καρδίας τον Άγιον Θεόν, οις είδε τρόποις η πρόνοιά του, να εμποδίση τους γάμους και να μείνη παρθένος εις όλην του την ζωήν δια να έχη καιρόν να γυμνάζεται ελευθέρως εις τα μαθήματα. Βλέπων δε ο Κύριος την μεγάλην ευλάβειαν όπου είχεν εις αυτόν ο θείος Ιερόθεος εκ νεότητος, εξεπλήρωσε τον πόθον του· «Θέλημα γαρ των φοβουμένων αυτόν ποιήσει»· και εις δεκαέξ ημέρας, καθ’ ας εμελέτων οι γονείς του να τελέσουν τους γάμους, παρέλαβεν αμφοτέρους εις την άλλην ζωήν· και όχι ότι επόθει αυτός τον θάνατον των γονέων του, αλλά τοιαύτη απόφασις ευρέθη εύλογος εις εκείνο το ενεξερεύνητον κριτήριον, ώστε τοιουτοτρόπως και την παρθενίαν να φυλάξη ο Άγιος και εις τα μαθήματα να προχωρήση. Και σκεφθήτε καρδίαν του γενναιόφρονος! Δια να μη δώση καμμίαν υποψίαν εις τους γονείς της μνηστής του, ότι έφυγε και δράμουν κατόπιν του και τον εμποδίσουν, αφήκε τας θύρας της οικίας του ανοικτάς, και απήλθεν εις την Ζάκυνθον, χωρίς να λάβη τίποτε από τα υπάρχοντά του. Εκεί δε διατρίβων ολίγον καιρόν, και σχολάζων εις την μάθησιν, παρεκινείτο από τινας πλουσίους συγγενείς του, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, να υπάγη δι’ εξόδων των εις την Ευρώπην, δια να σπουδάση την φιλοσοφίαν. Αλλ’ αυτός ο αείμνηστος, αν και είχε διακαή τον έρωτα των μαθήσεων, επειδή ήκουσεν, ότι εις το Άγιον Όρος ευρίσκονται άνδρες, οίτινες ως άλλαι μέλισσαι εργάζονται το μέλι των αρετών, προτιμά να υπάγη εκείσε κατά το παρόν, δια να κοινωνήση από το μέλι εκείνο, με σκοπόν, ότι, αν συναντήση ύστερον εις την Ευρώπην πικρίαν τινά περί τα δόγματα ή περί τα ήθη, να υπερνικήση η γλυκύτης των αρετών την πικρίαν εκείνην. Ελθών όθεν εις το Άγιον Όρος συγκατώκησε με ένα ερημίτην εις το κελλίον Άγιος Αρτέμιος λεγόμενον, ένθα ησυχάζων ανεγίνωσκε συχνά με πολλήν έφεσιν τας Γραφικάς και οσιακάς βίβλους, εις τας οποίας ευρίσκων, ότι εις Ασκητής, αφού ηγωνίσθη εις την έρημον είκοσιν έτη, και άλλος τεσσαράκοντα, και έτερος εξήκοντα, έπειτα επλανήθησαν από τον διάβολον, και εγένοντο πτώμα ελεεινόν και τρισάθλιον, εσκέπτετο να εύρη άλλην οδόν, δι να σώση την ψυχήν του, συντομωτέραν και ακινδυνοτέραν· όθεν επενόησεν ως τοιαύτην το υπέρ Χριστού μαρτύριον. Αλλ’ επειδή και το μαρτύριον πρέπει να γίνη κατά την τάξιν και κατά τους νόμους, και όχι να υπάγη τις απλώς και ως έτυχε να προδώση την ζωήν του, υβρίζων δηλονότι τους ασεβείς, και ζητών τοιουτοτρόπως τον θάνατον, όπως και ο θείος Παύλος εμποδίζει λέγων· «Εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση», αλλά να προέλθη από εκείνους η αιτία, και τότε να γίνη το υπέρ Χριστού μαρτύριον νόμιμον. Τοιουτοτρόπως εσκέπτετο ο μακάριος· όθεν πορευθείς εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων ερρασοφόρεσεν εκεί, και συνοδεύων ένα προεστώτα εκείνης της Μονής, μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν ομού με αυτόν, όστις είχε και άλλους αδελφούς εις την υποταγήν του, έβαλε δε εις τον νουν του, ότι βλέποντες αυτόν οι αλλόπιστοι Μοναχόν, αναστρεφόμενον εις την πόλιν, θα του δώσουν αφορμήν τυχόν μίαν ημέραν, ή κτυπώντες, ή υβρίζοντες αυτόν, οπότε ούτος θα αντισταθή με τρόπον συνετόν, ώστε να φέρη εις τέλος το μαρτύριον· όθεν και προσηύχετο κατ’ ιδίαν πολλάκις, αν είναι θέλημα Κυρίου, ο τοιούτος σκοπός να λάβη καλήν έκβασιν. Διατρίβοντος λοιπόν τούτου αρκετόν καιρόν εις την Κωνσταντινούπολιν εντός τοσαύτης ασεβείας, οι μεν άλλοι συνάδελφοί του υβρίζοντο και εκτυπώντο από τους αντιχρίστους, αυτός δε μόνος έμεινεν από εκείνους απείρακτος κατά πάντα τρόπον, αν και πολλάκις έδωκεν αφορμάς από μακρόθεν δια να πειρασθή, καθώς δε φαίνεται η θεία Πρόνοια τον εφύλαττε και δι’ άλλων πολλών ωφέλειαν. Όθεν βλέπων ότι δεν πραγματοποιείται ο πόθος του, αναχωρεί περίλυπος εκ Κωνσταντινουπόλεως, και μεταβαίνει εις τα βόρεια μέρη μετά των συν αυτώ· και εκείθεν επιστρέφει εις την Βλαχίαν, και πάλιν αρχίζει τα μαθήματα διδασκόμενος παρά του διδασκάλου τού εκείσε σχολείου Μάρκου του Κυπρίου, ένθα εχειροτονήθη και Ιεροδιάκονος από τον Μητροπολίτην Σόφιας Αυξέντιον· μετ’ ολίγον δε καιρόν επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν, και από τον εκ του Άργους διδάσκαλον τού εκεί σχολείου ονόματι Γιακουμήν εδιδάχθη τα φιλοσοφικά μαθήματα· όμως μη ευχαριστηθείς αρκούντως, επορεύθη εις την Βενετίαν προς τελειοποίησίν του, ακούων ότι εκεί και περισσότεραι και ακριβέστεραι επιστήμαι παραδίδονται από όσας έως τότε είχε διδαχθή. Αφού όθεν εκόρεσεν εκεί την μαθηματικήν δίψαν του, επανέκαμψε πάλιν εις το Άγιον Όρος, πλούσιος εις παντοίαν μάθησιν και ποικίλην σοφίαν, και εισήλθεν εις την ευαγή Μονήν των Ιβήρων, το πρώτον στάδιον των εισαγωγικών του αγώνων· εγκαταλείπει το εξωτερικόν σχολείον, και έρχεται εις το πνευματικόν, εις το οποίον ευκόλως δύναταί τις να διδαχθή την αληθινήν τέχνην των τεχνών, και την επιστήμην των επιστημών, την κατά Θεόν προκοπήν, δηλαδή την παμπόθητον αρετήν. Και παρευθύς ήρχισε με το πτύον της πνευματικής διακρίσεως, την οποίαν εδιδάσκετο καθ’ εκάστην από τας θείας Γραφάς, να λικμίζη την θημωνίαν των δεδιδαγμένων μαθημάτων, και το μεν άχυρον και το άχρηστον να εκρίπτη έξω ωσεί χνούν κατά πρόσωπον ανέμου, τον δε σίτον και το χρήσιμον να συνάγη εις τας ψυχικάς του αποθήκας, και ούτω να καταγίνηται μετά χαράς και αγαλλιάσεως εις την θείαν μελέτην. Γνωρίζων όμως ότι δια να καθαρίση τις κατ’ ακρίβειαν τον νουν του εις την τοιύτην μελέτην και να τον υψώση εις την ουράνιον θεωρίαν, πρέπει να προγυμνασθή με τας άλλας αρετάς, τόσον τας σωματικάς, όσον και τας ψυχικάς, ανέλαβεν εξ αρχής υπερβαλλόντως την αγρυπνίαν και την προσευχήν, ηξιώθη δε και του θείου χαρίσματος της ιερωσύνης κανονικώς, όταν ήτο ετών τριάκοντα, από τον Νεοκαισαρείας Μητροπολίτην  Ιάκωβον, όστις ησύχαζε τότε εις την αυτήν Μονήν των Ιβήρων· και τότε προσθέτων αγώνας επάνω εις αγώνας και ιδρώτας επάνω εις ιδρώτας, προσεπάθει να γίνη τύπος των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν διδασκαλία και ούτω καθεξής. Επειδή δε εγνώριζεν ότι η νηστεία είναι το θεμέλιον πασών των αρετών, διότι και αυτός ο Κύριός μας την μακαρίζει, λέγων· «Μακάριοι οι πεινώντες νυν, ότι χορτασθήσεσθε» (είτε με την προαιρετικήν δηλαδή πείναν, είτε με την απροαίρετον, όμως μετ’ ευχαριστίας υποφερομένην), άλλοτε μεν εις τας δύο ή τρεις ημέρας έτρωγε μίαν φοράν τον επιούσιον άρτον του, άλλοτε δε εις τας τέσσαρας, και αυτόν ανάλατον και κρίθινον ή εκ πιτύρων· και άλλοτε μεν αντί άρτου έτρωγεν φακήν πολυήμερον και βρωμεράν, ώστε μόλις και μετά βίας την κατέπινεν, όθεν και ελεγχόμενός ποτε παρά του γνησίου του μαθητού Μελετίου, ότι εγίνετο αυτοφονεύς, τω απεκρίθη· «Όχι! αυτοφονεύς είναι εκείνος, όστις δεν τρώγει τίποτε και αποθνήσκει εκ πείνης, αλλ’ εγώ, λέγει, δίδω εις την κοιλίαν μου, αδιαφορών αν της αρέση ή ου». Όθεν και την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν μίαν φοράν την εβδομάδα έτρωγε, προθυμοποιούμενος να υπερβή και αυτούς τους παλαιούς Ασκητάς, τους οποίους εν πολλοίς και υπερέβη νηστεύων και έως δεκαπέντε ημέρας συνεχώς. Εν δε τη κοινοβιακή τραπέζη καθήμενος έτρωγεν από όλα όσα είναι συγκεχωρημένα εις τους Μοναχούς, και δια να μη φαίνηται εις τους άλλους η αρετή του, και δια να ταπεινώνηται το κέρας της υπερηφανείας, κατά τον Άγιον Ιωάννην τον συγγραφέα της Κλίμακος, αλλά και τότε μετά μεγάλης εγκρατείας. Αναλόγως δε μετελάνβανε και του ύπνου, έχων τύπον και υπογραμμόν του μεγάλου Αρσενίου την γνώμην, όστις λέγει· «Αρκετόν τω Μοναχώ, ίνα κοιμάται μίαν ώραν» (το ημερονύκτιον δηλαδή), εάν είναι αγωνιστής. Επετηδεύετο δε ταύτα δια να δύναται με αυτάς τας δύο αρετάς, ως με δύο πτέρυγας, να αναβαίνη ευκόλως και εις τας άλλας υψηλοτέρας αρετάς· ότε δε εβιάζετο πολύ από τον ύπνον, εγύριζε την νύκτα μόνος του εις το Μοναστήριον προσευχόμενος μετά δακρύων πολλών και στεναγμών την προσευχήν ταύτην· «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με», και προσπαθών άνευ διαλείμματος και διακοπής, αν ήτο τρόπος και εάν δεν ημποδίζετο από τους ανθρώπους εκάστοτε, να μη την αφήνη ούτε από τον νουν του ούτε από το στόμα του. Από τους υπερβολικούς όθεν τούτους αγώνας της ασκήσεως εις τόσην αδυναμίαν κατήντησεν, ώστε εν ω φύσει ήτο ανδρείος πολύ και ταχύς εις τους πόδας, ύστερον ηναγκάζετο εξ αδυναμίας το διάστημα το μικρόν και ομαλώτατον από τον αιγιαλόν εις το Μοναστήριον να το κάμνη δύο και τρεις και τέσσαρας σταθμούς· έφθασε δε εκ τούτων και εις το μακάριον πένθος και εις τα χαροποιά δάκρυα, και εις την υψοποιόν ταπείνωσιν και εις την καταφρόνησιν εαυτού· τέλος δε ανέβη και εις την θεομίμητον αγάπην. Όθεν δεν είχε φόβον εις το εξής να εκπέση, κατά τον θείον Απόστολον, διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»· δια τούτο και όταν του εζήτει πτωχός τις ελεημοσύνην, επειδή δεν είχεν αργύριον ή χρυσίον να του δώση, εξέβαλλε το ράσον του και του το έδινε, ενίοτε δε έδιδε και το νυκτερινόν του σκέπασμα· το δε Μοναστήριον μανθάνον τούτο έδιδεν εις αυτόν άλλα, τα οποία πάλιν εμοίραζεν ο Άγιος εις τους πτωχούς. Αύτη η αγάπη τον έκαμε να υποκύψη εις τας παρακλήσεις των Σκοπελιτών, εις των οποίων την νήσον μεταβάς με άλλους πολλούς Μοναχούς, εξ αιτίας μεγάλου θανατικού, διέμεινεν οκτώ έτη, διδάσκων μαθήμτα εις το σχολείον, κηρύττων λόγους επ’ Εκκλησίαις, δεχόμενος λογισμούς εξομολογουμένων και εφαρμόζων εντελέστατα το προφητικόν εκείνο ρητόν· «Ο εξάγων άξιον εξ αναξίου, ως το στόμα μου έσται». Απ’ αυτάς λοιπόν τας σωματικάς και ψυχικάς αρετάς του υψώθη εις την θεωρίαν των ουρανίων, μη θέλων παντελώς να τιμά τα γήϊνα· και καθ’ εκάστην ώραν καταλαμπόμενος με τας αϋλους και θεαυγείς εννοίας, έχαιρε χαρά ανεκλαλήτω, και τα θεία κάλλη θεωρών εθεώνετο κατά χάριν ο αξιοϋμνητος, ων ακόμη εις την παρούσαν ζωήν μετά σώματος· και όταν έπαυεν από την προσευχήν και την νοεράν του Θεού θεωρίαν, τον διεδέχετο η μελέτη των θείων Γραφών· όταν δε άφηνε την μελέτην, κατεγίνετο εις την παράδοσιν μαθημάτων και εις ηθικήν διδασκαλίαν, αρκούντως ηρτυμένην. Μεθ’ όλα ταύτα, θέλων να έχη βαθείαν την ησυχίαν, δια να σχολάζη εις τας θείας θεωρίας και να συνενώνηται μετά του Θεού δια μέσου αυτών τελειότερον, ή και προβλέπων τον σύντομον θάνατον, δια να μη δοξασθή, παραλαβών τον αγαπητότατόν του μαθητήν Μελέτιον Ιερομόναχον, ο οποίος έλαμπε και αυτός όχι ολίγον εις την αρετήν και ήτο ως εκτύπωμα των κατορθωμάτων εκείνου του μάκαρος, αναχωρεί εις εν ερημονήσι, Γιούρα λεγόμενον, το οποίον οι βασιλείς είχον τόπον επιτήδειον εις εξορίαν· και εκεί συνασκούμενος ολίγον καιρόν ομού μετ’ άλλων δύο αδελφών, Ιωάσαφ και Συμεών, ησθένησεν ολίγας ημέρας επί ποδός, χωρίς να καταπέση εις κλίνην και τη δεκάτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου μηνός εν έτει από Χριστού αψμε΄ (1745) αφήκε την πρόσκαιρον ζωήν και μετέβη εις την αιώνιον, ζήσας επί γης έτη πεντήκοντα εννέα. Και αυτός μεν επορεύθη εις την χαρμόσυνον εκείνην δόξαν τε και λαμπρότητα, δια τους υπερβολικούς κόπους και αγώνας, τους οποίους ενταύθα ετέλεσε· τους δε συναγωνιστάς του, μάλιστα τον προδηλωθέντα Μελέτιον, αφήκεν εις λύπην άφατον, ο οποίος, αφού τον ενεταφίασεν, επέστρεψε πάλιν εις την Μονήν των Ιβήρων. Όταν δε έφθασεν ο καιρός της ανακομιδής των λειψάνων του Οσίου, επήγεν ο Μελέτιος εις την νήσον εκείνην και έκαμε την ανακομιδήν· βλέπων δε την θείαν Χάριν, την οποίαν είχον τα άγια αυτού λείψανα, επήρε την σεβασμίαν του κάραν, και την σιαγόνα, και τας έφερεν εις το Μοναστήριόν του, ένθα τας απεθησαύρισεν και όπου έως την σήμερον διαφυλάττονται τιμώμεναι και προσκυνούμεναι, επειδή ο Άγιος Ιερόθεος όχι μόνον έτι ζων ηξιώθη να λάβη παρά Χριστού την δύναμιν των ιαμάτων, αλλά και μετά την κοίμησίν του τα λείψανά του πλείστα ενεργούσι θαύματα και ευωδίαν εκπέμπουσιν ανείκαστον. Τρεις μάλιστα μαθηταί τού Αγίου, δύο Ιεροδιάκονοι και εις λαϊκός, μεταβάντες εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων και ζητήσαντες από τον σεβαστόν Μελέτιον, τον μαθητήν τού Αγίου, να προσκυνήσουν την τιμίαν κάραν του αοιδίμου γέροντός του, ευθύς ως ούτος εξήγαγεν αυτήν από την θήκην της, ω της εξαισίου Χάριτος! Κατά αλήθειαν όλον το κελλίον επληρώθη ευωδίας τόσον λεπτής και τόσον γλυκείας, ώστε οίκοθεν εγνωρίζετο ότι είναι δώρον του Ουρανού, οι δε μαθηταί εκείνοι, εξιστάμενοι εις το παράδοξον του θαύματος, αυτό είχον πολλάκις επί στόματος και αυτό εκήρυττον πανταχού και πάντοτε, λέγοντες ότι ουδέποτε άλλοτε ησθάνθησαν τοιαύτην ευωδίαν. Σημεία δε ολίγα της δοθείσης εις αυτόν Χάριτος είναι τα εξής ρηθησόμενα. Κατά την νεότητά του, όταν ηγωνίζετο τον καλόν αγώνα, φιλοκατήγορός τις Μοναχός, επειδή εις την σωφροσύνην αυτού φθονερώς και επιβούλως τον κατέκρινεν, ευθύς εδοκίμασε την θείαν αγανάκτησιν, και επρήσθη το σώμα του, τα δε χείλη εκείνα, ω των κριμάτων σου, Κύριε ! τα λαλήσαντα κατά του δικαίου ανομίαν, εκλείσθησαν τόσον, ώστε οι γνωστοί του δεν ηδύναντο ούτε φαγητόν ούτε ποτόν να βάλωσιν εις το στόμα του, αλλά ανοίγοντες αυτό με μάχαιραν, έχυναν μέσα ολίγον χυλόν, και ούτω μόλις έζη· έως ότου μαθών τούτο ο ανεξίκακος Όσιος ήλθε προς αυτόν αυτόκλητος, και προσευξάμενος υπέρ αυτού, τον εθεράπευσε. Το αυτό συνέβη και εις άλλον Μοναχόν, ο οποίος την αυτήν συκοφαντίαν έκαμε κατά του Αγίου, και την αυτήν οργήν παρά Θεού εδοκίμασεν, αλλά και την θεραπείαν τοιουτοτρόπως από τον Όσιον έλαβεν. Μετά δε την του Οσίου κοίμησιν, Καλλίνικος ο Ιβηρίτης, ευρισκόμενος εις την Κωνσταντινούπολιν, είχε μέρος εκ του ιερού λειψάνου του Οσίου· όταν δε μία γυνή, παθούσα εις τους οφθαλμούς από κακόν χυμόν, όχι μόνον εσκοτίσθη, αλλά και πόνους δριμυτάτους υπέφερε, την ιάτρευσε παραδόξως δια του τεμαχίου του Αγίου λειψάνου, και εδόξαζεν η πτωχή τον Θεόν, και ηυχαρίστει τον Όσιον, διότι δαπανήσασα πρότερον πολλά εις πολλούς ιατρούς κανέν όφελος δεν είχεν ίδει. Και άλλη πάλιν γυνή κατέκειτο τρία έτη ασθενής μετά πολλών πόνων, ο αυτός δε Καλλίνικος, δια του αυτού αγίου λειψάνου, και από τους πόνους την ηλευθέρωσε και από τον κράββατον την ήγειρε. Βρέφος δε τι κλαίον ακαταπαύστως και τρίζον τους οδόντας του έτος ολόκληρον, δι’ αυτού του θείου λειψάνου, ωσαύτως εθεραπεύθη. Και εις το Άγιον Όρος του Άθωνος εθεράπευσέ τινας ενοχλουμένους υπό σαρκικών παθών και άλλους υπό οδοντοπόνων κατατρυχομένους. Τοσούτον ισχύει δέησις δικαίου και μάλιστα μετά θάνατον, όταν ευπαρρησιάστως κάμνη τας δεήσεις του προς Κύριον δι’ εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται μετά πίστως θερμής και ζήλου κατ’ επίγνωσιν. Ούτος είναι, αδελφοί, ο βίος του Οσίου πατρός ημών Ιεροθέου· τοιουτοτρόπως επάλαισε, τοιουτοτρόπως εκοπίασε και ούτως ενίκησεν, ώστε μετά πλειοτέρας παρρησίας και αυτός δύναται να λέγη κατά τον Απόστολον Παύλον· «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα· λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι Κύριος εν εκείνη τη ημέρα ο δίκαιος κριτής»· επειδή και Μάρτυς αναίμακτος υπήρξε τη προαιρέσει, παραδώσας εαυτόν δια Χριστόν, αλλά και ως Όσιος πολλήν και άκραν σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν υπέμεινε, γενόμενος τοις πάσιν αληθώς κανών και τύπος της αρετής, καθώς ο Κύριος κελεύει λέγων· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Τω όντι κατά την εποχήν εκείνην της σκοτεινής δουλείας ετίμησε το γένος του το Ορθόδοξον, ετίμησε την πατρίδα του· ετίμησε το Μοναστήριόν του· ετίμησε τον ίδιον τον Θεόν· δεν έχουσι τώρα στόμα οι αμελείς και φιλόσαρκοι να λέγωσιν, ότι παρήλθον εκείνοι οι παλαιοί καιροί, ότε εγίνοντο Άγιοι, ότε έδιδεν ο Θεός την Χάριν του, ότε ανθίσταντο μέχρις αίματος οι ευσεβείς κατά της αμαρτίας και κατά των ασεβών. Αλλ’ ω πάτερ θειότατε, καθώς εις όλην σου την ζωήν εφρόντισας μάλλον υπέρ της ωφελείας των αδελφών σου ή υπέρ της ιδικής σου, τοιουτοτρόπως και τώρα, ότε παρίστασαι εις τον θείον θρόνον, μεσίτευσον, παρακαλούμεν, μεσίτευσον προς Κύριον και δι’ ημάς τους αμαρτωλούς, οι οποίοι ακόμη ταξιδεύομεν τούτο το πολυτάραχον του βίου πέλαγος· εισέτι εις την επίγειον ταύτην πανήγυριν πραγματευόμεθα· ακόμη εις το επικίνδυνον τούτο νοερόν στάδιον αντιπαλαίομεν· και τριτεύοντες παρακαλούμεν, μεσίτευσον προς Κύριον, ίνα καταντήσωμεν εις λιμένα εύδιον· ίνα λυθή η πανήγυρις ευτυχώς και επωφελώς, ίνα φανώμεν νικηταί των ορατών τε και αοράτων εχθρών ημών, και επομένως λάβωμεν αξιοπρεπώς τον της νίκης στέφανον παρά του αγωνοθέτου Θεού, σε μεν δοξάζοντες και μνημονεύοντες και εορτάζοντες ετησίως, τω δε εν Τριάδι Θεώ προσφέροντες ακαταπαύστως τας λατρείας τε και ευχαριστίας· ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος και αίνεσις εις τους αιώνας Αμήν.


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΖΩΤΙΚΟΣ και ΗΛΕΙ

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΖΩΤΙΚΟΣ και ΗΛΕΙ ξίφει τελειούνται.                                                                                                                
Λουκιανός, Ζωτικός και Ηλεί οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εν τη πόλει Τομέων, κατά προσταγήν δε του ηγεμόνος Μαξίμου πολλάς βασάνους έλαβον πρότερον, ύστερον δε απεκεφαλίσθησαν· όλοι δε οι ανωτέρω Μάρτυρες έλαβον το μαρτυρικόν τέλος κατά τους χρόνους Λικινίου του τυράννου, εν έτει τιε΄ (315). 

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΛΕΟΝΤΙΟΣ, ΣΕΡΑΠΙΩΝ, ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ, ΣΕΛΕΥΚΟΣ και ΟΥΑΛΛΕΡΙΟΣ ή ΟΥΑΛΛΕΡΙΑΝΟΣ

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΛΕΟΝΤΙΟΣ, ΣΕΡΑΠΙΩΝ, ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ, ΣΕΛΕΥΚΟΣ και  ΟΥΑΛΛΕΡΙΟΣ ή ΟΥΑΛΛΕΡΙΑΝΟΣ τω πόθω των Μαρτύρων τελειούνται,                                                                                      

Κρονίδης ο Άγιος Μάρτυς μεγάώς διαλάμπων εις το αξίωμα του Διακόνου εν τη πόλει της Αλεξανδρείας είχε μαθητάς τον Λεόντιον και τον Σεραπίωνα, οίτινες, επειδή εδιδάχθησαν την ευσέβειαν παρ’ εκείνου, δια τούτο συνελήφθησαν από τους απίστους ομού με τον διδάσκαλόν των Κρονίδην, και αφού υπέστησαν πολλάς και διαφόρους βασάνους, τελευταίον δεθέντες τας χείρας και τους πόδας ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και ούτω ετελείωσαν το μαρτύριον επί Λικινίου του τυράννου εν έτει τιε΄ (315). Άγγελοι δε εξέβαλον από την θάλασσαν τα τίμια αυτών λείψανα και προσέταξαν δι’ οπτασίας Χριστιανούς τινας να τα ενταφιάσωσι. Ο δε Σέλευκος και Γορδιανός ο Καππαδόκης και Μακρόβιος ο εκ Παφλαγονίας ήσαν και ούτοι επί Λικινίου, αφού δε ετιμωρήθησαν διαφοροτρόπως εις την επαρχίαν της Γαλατίας, και αφού με πυρ και στρέβλας εξήρθρωσαν τα μέλη του σώματός των, τελευταίον έδωκαν αυτούς βοράν εις τα θηρία και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Χριστού εν έτει τιε΄ (315). Ο δε φίλος και ομόψυχος αυτών Ουαλλέριος, θρηνών και κλαίων επάνω εις τους τάφους των ηγαπημένων του Μαρτύρων, από τον πόθον ον είχε προς αυτούς, απήλθε προς Κύριον. 

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Ο Άγιος ΣΤΡΑΤΩΝ

Ο Άγιος ΣΤΡΑΤΩΝ κέδροις προσδεθείς και διαμερισθείς τελειούται.             

Στράτων ο θαυμάσιος, εν Βιθυνία συλληφθείς από τον άρχοντα ταύτης, εβασανίσθη με διαφόρους τιμωρίας· είτα έδεσαν τας χείρας του από τους κλάδους δύο κέδρων, τους οποίους έκλιναν εις την γην με βίαν πολλήν· έπειτα τους απέλυσαν εις τον τόπον των και ούτω διεμέλισαν εις δύο τον Άγιον, όστις και παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, εν ταις ημέραις Λικινίου του τυράννου εν έτει τιε΄ (315).

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Ο Άγιος Κορνήλιος ο Εκατόνταρχος και Μάρτυς

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ του Εκατοντάρχου.                                                                                                          

Κορνήλιος ο Εκατόνταρχος και Μάρτυς ήτο σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων ζων εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης. Μετά δε την επί γης σωτήριον του θείου Λόγου επιδημίαν και αφού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εσταυρώθη δι’ ημάς, ετάφη και ανέστη τριήμερος, αναληφθείς δε εις τους ουρανούς ετελείωσεν άπασαν την ένσαρκον αυτού οικονομίαν, ήτο και ούτος ο μακάριος εις από εκείνους, οίτινες επεθύμουν να ακούσουν και να μάθουν τα θεία έργα του Κυρίου. Ήτο δε ο Κορνήλιος εκατόνταρχος εις τα τάγματα της Ιταλίας, ευσεβής εις τον Θεόν μεθ’ όλου του οίκου του, ελεήμων εις τους πένητας και πρόθυμος εις παν έργον αγαθόν και πριν εισέτι βαπτισθή. Ευρισκόμενος ο θείος Κορνήλιος εις την Καισάρειαν (καθώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστορεί εις τας Πράξεις), Άγγελος Κυρίου εφάνη εις αυτόν αισθητώς κατά την ενάτην ώραν και του λέγει· «Κορνήλιε, αι προσευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν εις τον Θεόν· όθεν στείλε εις την χώραν Ιόππην να έλθη εις σε ο Απόστολος Πέτρος, αυτός δε ερχόμενος θέλει διδάξει λόγια ζωής αιωνίου και μυστήρια Θεού». Ταύτα ειπών ο Άγγελος έγινεν άφαντος. Ο δε Κορνήλιος έστειλε δύο υπηρέτας και ένα στρατιώτην πιστόν, προς τους οποίους εφανέρωσεν εκείνα τα οποία είδε και ήκουσε, δια να τα είπωσιν εις τον Απ. Πέτρον και να έλθωσιν ομού προς αυτόν. Ο δε μέγας Απ. Πέτρος ήτο τότε εις την Λύδδαν, όπου ιάτρευσε τον παράλυτον Αινέαν, και ανέστησε και την νεκράν Ταβιθά· ενώ δε μετέβαινεν εις Ιόππην, ήλθον οι απεσταλμένοι του Κορνηλίου, και λέγουσιν εις τον μακάριον Πέτρον τα όσα τους παρήγγειλεν ο Κορνήλιος. Ο δε θείος Απόστολος Πέτρος, έχων την είδησιν ενωρίτερον δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, συγκατετέθη και την άλλην ημέραν εκίνησαν και ήλθον εις την Καισάρειαν· μαθών δε ο Κορνήλιος την έλευσιν του Αποστόλου, εξήλθε και τον προϋπάντησε, πεσών δε εις τους πόδας του τον προσεκύνησε μετά πολλής ευλαβείας. Ο δε Απόστολος τον ήγειρεν από την γην λέγων εις αυτόν· «Και εγώ άνθρωπος είμαι, όπως και συ, και οι λοιποί άνθρωποι». Αφού δε διηγήθη άπαντα ο Κορνήλιος και την αιτίαν δια την οποίαν εκάλεσε τον Απόστολον, εζήτησε διδασκαλίαν σωτήριον, και ακούσας άπαντα τα μυστήρια της αμωμήτου Πίστεως, αυτός και όσοι ήσαν εις την οικίαν και συντροφίαν του εδέχθησαν άπαντες και έλαβον παρά του μεγάλου Πέτρου το άγιον Βάπτισμα. Ότε δε, δια την λύπην την οποίαν έλαβον οι Απόστολοι δια τον άδικον θάνατον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ανεχώρησαν εις διάφορα μέρη, ηκολούθησεν αυτούς ο θείος Κορνήλιος, ελθών έως της Κύπρου και Αντιοχείας· έπειτα ομού με τον Απόστολον Πέτρον και Τιμόθεον ήλθεν εις τα μέρη της Ασίας έως την Έφεσον. Εκεί λοιπόν διατρίβοντες, έμαθον ότι μία χώρα πολυάνθρωπος, Σκεψέων ονομαζομένη, ευρίσκεται περισσότερον των άλλων βεβυθισμένη εις την ειδωλολατρίαν· όθεν έρριψαν λαχνόν ποίος θα υπάγη εκεί να κηρύξη το Ευαγγέλιον. Έλαχε δε ο κλήρος της διακονίας ταύτης εις τον Κορνήλιον. Μετέβη όθεν ο Άγιος μετά προθυμίας εις εκείνην την χώραν, εις την οποίαν ήτο ηγεμών, Δημήτριος ονόματι φιλόσοφος των Ελλήνων και εχθρός θανάσιμος των Χριστιανών. Ούτος μαθών την άφιξιν του Κορνηλίου, έστειλεν ευθύς και τον εκάλεσε, εξήτασε δε αυτόν διατί ήλθε, και από ποίον τόπον, και τι είναι η εργασία και το επάγγελμά του. Ο δε γενναίος Κορνήλιος ουδόλως δειλιάσας απεκρίθη· «Δούλος είμαι του ζώντος Θεού, εστάλην δε υπό της αληθείας δια να σε εξαγάγω από το σκότος της αγνωσίας, να σε φέρω εις το φως της αληθούς επιγνώσεως και να λαμπρυνθή η ψυχή σου με την ακτίνα της θεογνωσίας». Ταύτα ακούσας εκείνος ο δυσσεβής εξαίφνης τον εκυρίευσεν άλογος θυμός, και λέγει προς τον Άγιον· «Εγώ άλλα σε ηρώτησα, και συ άλλα μου αποκρίνεσαι· ορκίζομαι δε εις τους θεούς, ότι αν δεν μου αποκριθής εις έκαστον ερώτημά μου με τάξιν και σύνεσιν, δεν θέλω λυπηθή το γήρας και την ηλικίαν σου· λοιπόν ειπέ μοι πρώτον την τάξιν της στρατείας σου, και διατί ήλθες εδώ εις την χώραν μας»; Απεκρίθη ο Κορνήλιος· «Εγώ είμαι εις την αξίαν εκατόνταρχος, η δε αιτία, δια την οποίαν ήλθον εδώ, είναι διότι έμαθον ότι συ και ο οίκος σου και όλη η επαρχία σου ευρίσκεσθε εις την πλάνην της μιαράς ειδωλολατρίας· δια τούτο όθεν ήλθον, δια να εξαφανίσω την πλάνην και να σας οδηγήσω εις την οδόν της αληθείας, να σας ειρηνεύσω με τον ζώντα Θεόν, ο οποίος έκαμε τον ουρανόν και την γην και πάντα όσα ευρίσκονται εν αυτοίς, και με την θέλησίν του μόνον κυβερνά και διακρατεί τα πάντα». Προς ταύτα απεκρίθη ο ηγεμών· «Βλέπω σε, άνθρωπε, γηραιόν, και μου έρχεται ποια τις συμπάθεια δια την ηλικίαν σου· όμως ας αφήσωμεν την πολυλογίαν, και με ένα λόγον σού λέγω θυσίασον εις τους θεούς, τον Δία και τον Απόλλωνα· ει δε και δεν στέρξης, ήξευρε βέβαια ότι θέλεις λάβει παρ’ εμού πολλάς και πικράς τιμωρίας, και δεν θέλει ευρεθή κανείς δυνατός Θεός ίνα σε γλυτώση από τας χείρας μου». Απεκρίθη ο Κορνήλιος· «Ο ιδικός μου Θεός δύναται όχι μόνον να με φυλάξη αβλαβή από τας ιδικάς σου χείρας, αλλά και μυρίων άλλων τυράννων χειροτέρων από σε, έτι δε και αυτά τα βδελύγματα, τα οποία συ ονομάζεις θεούς, δύναται να τα συντρίψη και να τα κάμη χώμα και κονιορτόν, και σε να εξαγάγη από το σκότος της απάτης και να σε φέρη εις το φως της θεογνωσίας». Ταύτα ακούσας ο Δημήτριος είπε προς τον Κορνήλιον· «Εγώ ώμοσα εις όλους τους θεούς, ότι ανίσως και δεν αποκρίνεσαι με σύνεσιν και γνώσιν, και ανίσως και δεν θυσιάσης εις τους θεούς, θα σου δώσω φοβερά και ανυπόφορα βάσανα». Λέγει πάλιν ο θαυμάσιος Κορνήλιος· «Άκουσον, ω δικαστά, συνετήν και φρόνιμον από εμέ απόκρισιν· εγώ εις δαίμονας και άψυχα και κωφά είδωλα δεν προσφέρω θυσίαν ουδέποτε, διότι είναι γεγραμμένον από το Άγιον Πνεύμα, ότι οι θεοί οίτινες δεν έκαμαν τον ουρανόν και την γην, υπάγουν εις την απώλειαν. Και πάλιν μάς προστέσσει λέγον· «Κύριον τον Θεόν τον πλάσαντά σε να προσκυνήσης, και αυτόν μόνον να τιμάς και να δοξάζης». Εγώ λοιπόν ήλθον εδώ δια να σας διδάξω το φως της αληθείας, δια να αποφύγητε το σκότος της απάτης του διαβόλου. Όμως δείξατέ μοι αυτούς τους οποίους ονομάζετε θεούς». Εχάρη κατά πολλά ο ηγεμών ακούσας ταύτα· διότι ενόμιζεν ο μάταιος, ότι θα ίδη τον στρατιώτην του Χριστού να θυσιάζη εις τους δαίμονας· όθεν τον έφεραν ευθύς εις τον βωμόν και ήνοιξαν τας θύρας· ηκολούθει δε πλήθος μέγα εκ του λαού, και αυτός ο ηγεμών Δημήτριος με τον υιόν του και αυτόν Δημήτριον ονομαζόμενον και την γυναίκα του Ευανθίαν, δια να ίδουν τον Κορνήλιον θυσιάζοντα εις τα είδωλα. Ο Άγιος όμως, καθώς εμβήκεν εις τον βωμόν, έκλινε τα γόνατα εις την γην, και προσηυχήθη εις τον Κύριον λέγων· «Συ, Κύριε, όστις κλονείς και ταράσσεις την γην, και μετατοπίζεις τα όρη εις τα βάθη της θαλάσσης· Συ, Κύριε, όστις ηφάνισας το είδωλον του Βηλ, και εφόνευσας τον δράκοντα δια μέσου του δούλου σου και Προφήτου Δανιήλ, τον οποίον εφύλαξας αβλαβή από τα στόματα των λεόντων· Αυτός και τώρα, Δέσποτα Βασιλεύ, σύντριψον και τα είδωλα ταύτα τα γλυπτά και χωνευτά, και δος σύνεσιν και γνώσιν εις τον λαόν τούτον, δια να γνωρίσουν ότι συ μόνος είσαι παντοδύναμος και το καύχημα της δυνάμεως και χάριτος των Χριστιανών». Ταύτα προσευχηθείς εξήλθεν ο Άγιος του βωμού, ομού δε με αυτόν εξήλθε και ο ηγεμών Δημήτριος, ως και οι επίλοιποι Έλληνες, παρέμειναν δε εντός αυτού μόνον η γυνή του άρχοντος Ευανθία και ο υιός των Δημήτριος. Δεν παρήλθεν ώρα πολλή, και ιδού γίνεται σεισμός φοβερός, τόσον ώστε η μεν πόλις έτρεμεν ως φύλλον δένδρου, ο δε βωμός κατεκρημνίσθη, τα δε είδωλα πίπτοντα εις την γην συνετρίβησαν και εγένοντο κονιορτός· η δε Ευανθία μετά του υιού της Δημητρίου έμειναν εις τον βωμόν κατακεχωσμένοι κάτωθεν των λίθων και των χωμάτων. Βλέπων ο ηγεμών την καταστροφήν του ναού και μη γνωρίζων εισέτι δια την γυναίκα και τον υιόν του καμμίαν είδησιν, επρόσταξε και έφεραν τον Κορνήλιον να τον εξετάση δια τον αφανισμόν του βωμού. Τότε ο θείος Κορνήλιος μετά χαράς μεγάλης και με πρόσωπον φαιδρόν εστάθη έμπροσθεν του ηγεμόνος, και πριν να τον ερωτήση ο ηγεμών, επρόλαβεν αυτός την ερώτησιν λέγων· «Που είναι τώρα οι μεγάλοι σου θεοί, Δημήτριε»; Ο δε Δημήτριος λέγει· «Με ποίας μαγείας, ταλαίπωρε, εκρήμνισας τον ναόν και συνέτριψας τα είδωλα; Ας είναι μάρτυρες όλοι οι θεοί, ότι θέλω σε βάλει εις βαρύτατα και πικρότατα βάσανα». Και ταύτα ειπών, επρόσταξε και εκρέμασαν αφ’ εσπέρας τον Άγιον εις την φυλακήν από τους δεσμούς των χειρών και των ποδών μέχρι πρωϊας, και τότε κατέφθασεν εις υπηρέτης, Τελεφών ονόματι, κράζων με πικρότατα δάκρυα· «Γνώριζε, αυθέντα μου, ότι η κυρία μου Ευανθία, και ο μονογενής σου υιός Δημήτριος, παραμείναντες εντός του ναού, κατεχώσθησαν από τα κρημνίσματα αυτού και απέθανον». Ακούσας ταύτα ο Δημήτριος, από την μεγάλην του λύπην εξέσχισε τα ενδύματά του και εθρήνει απαρηγόρητος· μετ’ ολίγον δε επρόσταξε να σκάψουν τον τόπον λέγων· «αναχώσατε την ηγαπημένην και πιστοτάτην μου σύζυγον, και τον γλυκύτατον και μονογενή υιόν μου, δια να τους ενταφιάσω ο δυστυχής με τας ιδίας μου χείρας». Και ταύτα λέγων, έρρεον από τους οφθαλμούς του άφθονα δάκρυα με βαρυτάτους αναστεναγμούς, τόσον ώστε και τους θεούς του κατηγόρει, ότι τον αφήκαν εις την ζωήν δια να ακούση τοιούτον πικρότατον μήνυμα. Ήλθον δε τότε και όλοι οι άρχοντες, οίτινες άλλοι μεν τον εσυμπονούσαν και έκλαιον, και άλλοι τον παρηγορούσαν όσον ήτο δυνατόν, δια να σβύσουν την φλόγα της ψυχής του, ήτις εξήπτετο από την άμετρον λύπην. Απεφασίσθη δε τότε η θανάτωσις του Κορνηλίου και ητοιμάσθη και ο τάφος της γυναικός και του υιού τού ηγεμόνος. Ευρισκομένων αυτών εις τοιαύτας φροντίδας, έρχεται μετά σπουδής ο αρχιερεύς των ελληνικών θεών, Βαρβάτος ονόματι, ο οποίος φθάσας πλησίον εις τον θρόνον εις τον οποίον εκάθητο ο ηγεμών και οι άρχοντες, εβόησε με μεγάλην φωνήν· «Κάτωθεν των ερειπίων του κρημνισθέντος ναού ακούεται η φωνή της Ευανθίας και του υιού αυτής λεγόντων ταύτα· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος μάς εγλύτωσεν από τοιούτον κίνδυνον, δια μέσου του δούλου του Κορνηλίου. Φρόντισον λοιπόν, Δημήτριε, το ταχύτερον και ελευθέρωσον από την φυλακήν αυτόν τον Άγιον άνθρωπον, και προσκύνησον αυτόν ευλαβώς με άπαντας τους συγγενείς και γνωρίμους μας, και παρακάλεσον αυτόν ίνα έλθη και μας εξαγάγη από το χάσμα τούτον εις το οποίον ευρισκόμεθα και οι δύο. Μεγάλα θαυμάσια του Θεού βλέπομεν εδώ όπου είμεθα βυθισμένοι, και ακούομεν πλήθος Αγγέλων οίτινες κράζουν και ψάλλουσι: Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών, και μαθών ότι ζη η σύζυγος και ο υιός του, από τον αιφνίδιον χαράν έμεινεν ολίγον εξεστηκώς. Ευθύς δε ως συνήλθεν, έσπευσε δρομαίως εις την φυλακήν, και εύρεν εκεί τον θείον Κορνήλιον αναγινώσκοντα και ψάλλοντα ύμνους και δοξολογίας προς τον Θεόν, λελυμένον δε υπό Αγγέλου από τα δεσμά. Τότε λοιπόν ο Δημήτριος με όλον το πλήθος, το οποίον τον ηκολούθει, έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου και τον επροσκύνησε λέγων μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Θεός του Κορνηλίου, ο οποίος ηλευθέρωσε την σύζυγον και τον υιόν μου από τοιούτον πικρότατον θάνατον εις την καταστροφήν του ναού». Και ούτως ευρισκόμενος πρηνής εις την γην, παρεκάλει τον Άγιον λέγων· «Δούλε του αληθινού Θεού, πιστεύομεν άπαντες ημείς εις τον Εσταυρωμένον όπου κηρύττεις, ανίσως και εξαγάγης από τα βάθη της γης, εις την οποίαν κατεποντίσθησαν, την γυναίκα και τον υιόν μου ζωντανούς». Ο δε Άγιος με πραείαν και ήρεμον φωνήν λέγει· «Λάβετε πρώτον την σφραγίδα του Χριστού, το Άγιον Βάπτισμα, και τότε υπάγομεν ομού, και θέλετε ιδεί παραδόξως εκείνο όπου επιθυμείτε». Τότε ο ηγεμών με όλους τους ακολούθους του έκραζον· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών»· εδέχθησαν δε και έλαβον το Άγιον Βάπτισμα, ούτω δε αναγεγεννημένους παρέλαβεν αυτούς ο Άγιος και μετέβησαν ομού εις τον κατεστραμμένον ναόν, και φθάνοντες εκεί έκλινε τα γόνατα εις την γην και προσηύχετο λέγων· «Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, όπου βλέπεις εις την γην και την κάμνεις να τρέμη με την παντοδυναμίαν σου, και από του φόβου του κράτους σου συντρίβονται τα όρη, και με την εξουσίαν σου ξηραίνονται οι άβυσσοι· αυτός, Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και εξάγαγε από το βάθος της γης την Ευανθίαν μετά του τέκνου της· επίβλεψον και ελέησον αυτούς, και ελευθέρωσον από το βάθος της γης εις δόξαν και μεγαλωσύνην του ονόματός σου». Ταύτα προσευξαμένου του ιερού Κορνηλίου, του δε πλήθους το οποίον ευρέθη εκεί ειπόντος το «Αμήν», εξαίφνης ήνοιξεν η γη και ανέδωκε ζώντας την Ευανθίαν και τον υιόν αυτής. Τότε πάλιν έκραξαν πάντες το «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, όστις μας ηλευθέρωσες από την πλάνην των δαιμόνων, και τον πικρότατον θάνατον της ψυχής, καθώς και τούτους από τον της ψυχής και του σώματος θάνατον, δια μέσου του δούλου σου Κορνηλίου, και εγνωρίσαμεν φανερά την παντοδυναμίαν της Βασιλείας σου». Εκείνην δε την ημέραν εβαπτίσθησαν ψυχαί διακόσιαι, οίτινες ευρέθησαν εκεί. Μετά τα γεγονότα ταύτα, ευρών ο Άγιος τόπον ήσυχον και επιτήδειον, Στάδιον καλούμενον, κατώκησεν εκεί· ήρχετο δε συχνά ο ηγεμών και η σύζυγος αυτού με τον υιόν των, και ήκουον παρά του Αγίου λόγους ζωής και σωτηρίας. Ομοίως και οι λοιποί Έλληνες ήρχοντο καθ’ εκάστην ημέραν και ακούοντες την διδαχήν του Αγίου εβαπτίζοντο, και από άγρια θηρία όπου ήσαν πρότερον, με την ευσέβειαν εγίνοντο ημερώτεροι προβάτων δια της χάριτος της ευσεβείας. Ούτως όθεν ο μέγας Κορνήλιος διδάσκων και φωτίζων καθ’ ημέραν πλήθη ανδρών τε και γυναικών, κατέστησεν όλην εκείνην την πολυάνθρωπον πόλιν των Σκεψέων ένα λαμπρόν θέατρον της ευσεβείας. Αυτός δε ο τρισμακάριος εδίδετο όλως δι’ όλου εις την θεωρίαν εκείνης της ουρανίου διαγωγής, έχων προσηλωμένα τα όμματα της ψυχής εις τα κάλλη του Παραδείσου, και εις την θεωρίαν του γλυκυτάτου προσώπου του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· δια τούτο και εμίσησε τον μάταιον τούτον κόσμον και τα εγκόσμια. Όθεν ο Άγιος υπέργηρως πλέον έλαβε παρά Κυρίου μήνυμα ότι έφθασε το τέλος του, ήκουσε δε και φωνήν ουρανόθεν λέγουσαν· «Κορνήλιε, ελθέ προς με, ιδού ότι σου ητοιμάσθη ο στέφανος της δικαιοσύνης». Τότε προσκαλέσας πλησίον του το νεοφώτιστον πλήθος, αφού τους εδίδαξεν αρκετά, να φυλάττουν καθαρόν τον πολύτιμον μαργαρίτην της πίστεως του Χριστού, και ακόμη να διατηρώσιν απαρασάλευτα όσα χριστιανικά έργα τούς παρήγγειλε, κλίνας τα γόνατα προσηύξατο ταύτα· «Κύριε ο Θεός μου, όστις με κατηξίωσας να φυλάξω την πίστιν και να τελειώσω τον καλόν αγώνα, και να νικήσω τον εχθρόν και πολέμιον· ιδού και πάλιν προσπίπτω σοι δεόμενος· επίβλεψον εξ ουρανού, και διαφύλαξον τους δούλους σου τούτους αβλαβείς από τας ενέδρας του δαίμονος, και στήριξον αυτούς εις τον φόβον σου, ίνα δοξάζουν αξίως δια παντός το πανάγιον όνομά Σου νυν και αεί, και εις τους αιώνας». Και ευθύς ως είπον άπαντες το «Αμήν» παρέδωκε και ο Άγιος το πνεύμα εις χείρας Θεού. Τότε ο ηγεμών Δημήτριος με την σύζυγόν του και τον υιόν του Δημήτριον, και με τους λοιπούς εγκρίτους, και άπαν το ιερατείον, αφού έκλαυσαν ικανώς δια την στέρησιν τοιούτου διδασκάλου και κήρυκος, λαβόντες εκείνο το πάντιμον σώμα μεγαλοπρεπώς μετά φωτοχυσίας κηρών και ευωδίας θυμιαμάτων και αρωμάτων παντοδαπών, το έφεραν εις τον ναόν, τον οποίον κατέστρεψεν ο Άγιος δια προσευχής, και το ενεταφίασαν με το γλωσσόκομον, εις τον τάφον τον οποίον είχεν ετοιμάσει ο Δημήτριος δια να ενταφιάση την σύζυγον και τον υιόν του. Πέριξ δε του τάφου εις τον οποίον ενεταφίασαν το ιερόν του Αγίου λείψανον εφύτρωσεν ευθύς μία βάτος υψηλή τόσον, ώστε δεν εφαίνετο τελείως ο τάφος, ούτε εκείνοι ο΄τινες επήγαινον εκεί ημπορούσαν να καταλάβουν τον τάφον, παρά μόνον ο ηγεμών, η συνοδία του, και μερικοί άρχοντες, οίτινες έτυχον εις τον ενταφιασμόν και οι οποίοι επήγαιναν συχνά και έψαλλον άσματα και ύμνους θεοπρεπείς και εθυμίαζον τον τόπον με αρώματα. Εγίνοντο δε και θαύματα εις εκείνο το ιερόν μνήμα, και επειδή ο κόσμος μόνην την βάτον έβλεπεν, ενόμιζον ότι η βάτος έχει κάποιαν θείαν χάριν και εξ αυτής γίνονται εκεί τα εξαίσια αυτά θαύματα. Αφού δε ετελεύτησεν ο ηγεμών και όσοι άλλοι ήξευραν τον τάφον, έμεινε και ο τάφος του Αγίου αγνώριστος. Ότε δε εχειροτονήθη εις την Τρωάδα Επίσκοπος τις ενάρετος, ονόματι Σιλβανός, ο οποίος (Θεού οικονομία) έτυχε να υπάγη από την επαρχίαν του εις την χώραν των Σκεψέων, του εφάνη εις το όραμα ο θείος Κορνήλιος και του λέγει· «Αρκετόν χρόνον έχω όπου ευρίσκομαι εδώ και άλλος κανείς δεν με επεμελήθη παρά μόνον εκείνοι οίτινες εβαπτίσθησαν από εμέ». Και πάλιν την δευτέραν νύκτα βλέπει ο Επίσκοπος τον Άγιον εν οράματι, και του λέγει· «Εγώ είμαι Κορνήλιος ο Εκατόνταρχος, ευρίσκομαι δε κατοικών πλησίον εις τον βωμόν του Διός, εκεί όπου είναι η βάτος· αλλά συ επιμελήσου να κτίσης Εκκλησίαν εις το προάστιον του Δημητρίου, όπερ ονομάζεται Πανδοχείον, εις τον οποίον τόπον ευρίσκονται τεθαμμένα τα λείψανα πολλών Αγίων Μαρτύρων δια Χριστόν τελειωθέντων». Ταύτα ιδών και ακούσας ο Επίσκοπος έβαλεν επιμέλειαν να τελειώση την παραγγελίαν του Αγίου. Όμως επειδή ο τόπος του πανδοχείου περιείχε πολλά μνήματα, εσκέφθη να κτίση εις άλλο μέρος την Εκκλησίαν· αλλ’ ο Άγιος δι’ οράματος τον ημπόδισεν. Όθεν εσύναξεν ο Επίσκοπος όλον τον Κλήρον και λέγει προς αυτούς· «Μέγας θησαυρός τέκνα μου, εφανερώθη εις εμέ, και ελάτε μετ’ εμού να τον λάβωμεν». Τούτου ακούσαντες εκείνοι έδραμον μετά προθυμίας κατόπιν του Επισκόπου· και καθώς έφθασαν εις την βάτον, είπον οι κληρικοί προς τον Επίσκοπον· «Ούτος ο τόπος, ω Δέσποτα, έχει θείαν Χάριν· διότι όσοι ασθενείς και δαιμονισμένοι ήλθον, έλαβον την υγείαν των, και ενόμιζον άπαντες, ότι η βάτος έχει την ενέργειαν της ιατρείας· όμως ανίσως και ο θησαυρός της Χάριτος ευρίσκεται κάτωθι της βάτου, ποίος ημπορεί να ξερριζώση τόσους ακανθωτούς κλώνους και να λάβη τον θησαυρόν και μάλιστα καθ’ ένας φοβείται να επιχειρισθή την εκκοπήν δια την ενέργειαν των θαυμάτων τα οποία έχουν μέχρι τώρα γίνει εις τον τόπον τούτον». Ο δε ευλαβής εκείνος Επίσκοπος έστησε Σταυρόν εις την γην, και κάμνων προσευχήν προς τον Θεόν ήρχισε να κόπτη τους κλάδους της βάτου· τούτο δε βλέποντες οι κληρικοί έκαμαν και αυτοί το ίδιον, και άλλοι μεν έσκαπτον τας ρίζας, άλλοι δε έκοπτον τους κλάδους της βάτου, η οποία έχασε την φυσικήν τραχύτητα, και εκόπτετο και εσκάπτετο και απέβαλλε τα φύλλα και εκαθαρίζετο με πολλήν ευκολίαν, και όσον ήρχιζε να φαίνηται ο τάφος, όστις είχε τον θησαυρόν, τόσον περισσότερον ο ευλαβής Επίσκοπος επεμελείτο την εκσκαφήν, έως ου εγένετο εσπέρα· και τότε πάλιν προσηύξατο ο Αρχιερεύς, και μετά την προσευχήν επρόσταξε τον Κλήρον και το Ιερατείον να κάμουν ολονύκτιον δέησιν με ύμνους και δοξολογίας προς τον Θεόν, και με ακοίμητα φώτα και θυμιάματα αρωμάτων να τιμώσι το ιερόν του Αγίου Μάρτυρος μνήμα ως έπρεπε.  Μετά την εύρεσιν του αγίου λειψάνου ο Επίσκοπος εσκέπτετο πως θα επιτύχη την οικοδομήν της Εκκλησίας, εις την οποίαν θα εναπέθετε το άγιον λείψανον και την οποίαν είχε μεν πόθον να κτίση, δεν είχεν όμως έξοδα. Αλλ’ ο Άγιος παρηγόρησε τον Επίσκοπον και εις τούτο· εφάνη εις το όραμα ενός εναρέτου ανδρός, ονόματι Ευγενίου, όστις ήτο πλούσιος κατά πολλά, και πρόθυμος εις βοήθειαν των εν ανάγκαις, και επρόσταξεν αυτόν ο Άγιος να δαπανήση και να επιμεληθή δια την τελείαν οικοδομήν της Εκκλησίας. Εφάνη ακόμη εις το όραμά του, ότι έφερεν ο Άγιος οικοδόμους του Ναού, εις τους οποίους έδειξε και εσχεδίασε το σχήμα της Εκκλησίας, και πόσον το μάκρος και το πλάτος ως και το έμβασμα του αγίου Βήματος να είναι ίσον με το γλωσσόκομον, το οποίον περιείχε το άγιον λείψανον. Ετελειώθη όθεν ο Ναός με τα έξοδα και την επιμέλειαν του ευγενούς Ευγενίου, και καθ’ αυτό με την θαυματουργίαν του Αγίου, ο οποίος έφερε δια θαύματος και τους οικοδόμους από το χωρίον Τρυγώνος καλούμενον, εις το οποίον χωρίον έκαμνε και την πανήγυριν του Αγίου Ανδρέου ο Επίσκοπος. Έδωκαν λοιπόν την είδησιν εις τον Επίσκοπον, ότι ετελειώθη ο Ναός, και ότι είναι καιρός να μεταφέρουν το άγιον λείψανον προτού να κλείσουν την θύραν του θυσιαστηρίου. Τότε ο Αρχιερεύς του Θεού ευθύς έλαβεν εις χείρας του το ιερόν Ευαγγέλιον και ομού με τον Ευγένιον επήγαν εις τον τάφον του Αγίου, ποιήσας δε ευχήν, ήρχισαν να ψάλλουν το τρισάγιον· και εκεί εφάνη θαύμα παραδοξότατον· καθώς εκίνησεν ο Επίσκοπος με όλον το πλήθος (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ) εκίνησε και το γλωσσόκομον με το άγιον λείψανον, χωρίς να το εγγίση τις και κατ’ αρχάς παρ’ όλον ότι έβλεπον το θαύμα, δεν το επίστευον, έπειτα όμως, κατανοήσαντες ακριβώς, έκραζον με μίαν φωνήν το «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, συ Κύριε, όστις δια μέσου του δούλου σου Κορνηλίου έδειξας εις ημάς τοιαύτα θαύματα και παράδοξα». Τούτο το θαύμα έπεισε και όσους Έλληνας παρέμενον αφώτιστοι να πιστεύσουν όλοι και να βαπτισθούν, ευχαριστούντες τον φωτοδότην Χριστόν και τον Αυτού Μάρτυρα Κορνήλιον. Η λιτανεία λοιπόν επροχώρει προς τα εμπρός, και το γλωσσόκομον με το άγιον λείψανον ηκολούθει κατόπιν μόνον του, χωρίς να το κρατή κανείς· ότε δε έφθασαν εις τον Ναόν, εστάθησαν εκείνοι οίτινες ηκολούθουν την λιτανείαν, το ήμισυ μέρος δεξιά και το έτερον ήμισυ αριστερά, και παρετήρουν που θα επήγαινε το γλωσσόκομον και που έχει να σταθή. Το δε γλωσσόκομον διελθόν δια μέσου αυτών, ήλθεν εις τα δεξιά της πλαγίας πύλης, και εστάθη πλησίον εις το άγιον Βήμα, και απ’ εκεί με όλον ότι προσεπάθησαν να το μεταθέσουν εντός του θυσιαστηρίου, δεν ηδυνήθησαν παντάπασιν· και εκεί μένει έως την σήμερον αυτός ο πολύτιμος θησαυρός, θαύματα βρύων δια παντός, εις ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος. Αφού δε ετελεύτησαν ο Επίσκοπος Σιλβιανός, έγινε διάδοχος αυτού εις την Τρωάδα ο Αθανάσιος, εις δε την Σκεψέων έγινεν Επίσκοπος εις ονόματι Φιλόστοργος, ο οποίος επρόσταξε ζωγράφον τινά, Εγκράτειον ονομαζόμενον, ναζωγραφίση όλον τον Ναόν, και την εικόνα του Αγίου Κορνηλίου, ήτις να τον ομοιάζη απαραλλάκτως εις τον χαρακτήρα· ταύτην την παραγγελίαν λαβών ο ζωγράφος παρά του Επισκόπου, αδημονούσε δια την δυσκολίαν του πράγματος, και απορούμενος έλεγε λόγους απρεπείς και κατά του Επισκόπου και κατά του Αγίου. Έτυχε δε μίαν ημέραν να πέση από την σκάλαν του οίκου του, και εκείτετο ως νεκρός άλαλος, και από το στόμα του έβγαιναν σκώληκες, οι οποίοι εφαίνοντο ότι ήσαν εις καρπός θείας οργής δι’ εκείνους τους λόγους, τους οποίους έλεγε κατά του Αγίου. Ο δε αμνησίκακος δούλος του Χριστού Κορνήλιος εφάνη την άλλην νύκτα εις τον ζωγράφον, και βαστάζων αυτόν από την δεξιάν χείρα τον ήγειρε ως από ύπνον, και ευθύς τον ιάτρευσεν από τα δύο πάθη· το εν δηλαδή της ψυχής, ήτοι να μη λέγη λόγον απρεπή και μάλιστα κατά των Αγίων· και το άλλο του σώματος, ήτοι τον εφώτισεν εις την τέχνην, και εζωγράφισε τον Άγιον καθώς του εφάνη απαραλλάκτως και όλα τα μέρη του σώματος, και μάλιστα το πρόσωπον ήτο παρόμοιον του Αγίου. Έτι δε ιάτρευσεν ευθύς τον ζωγράφον, και έπαυσαν οι πόνοι του τελείως από την πτώσιν, οι δε σκώληκες εξηφανίσθησαν με την χάριν του Αγίου Κορνηλίου. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις τύχοιμεν των αιωνίων αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν. 

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Εγκαίνια του Ναού της του ΧΡΙΣΤΟΥ Αγίας ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.

Τη ΙΓ΄ (13η) του αυτού μηνός μνήμη των Εγκαινίων του θείου Ναού της του ΧΡΙΣΤΟΥ του Θεού ημών Αγίας ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.                                      

Ο της Αναστάσεως του Σωτήρος Χριστού του Θεού ημών θείος Ναός είναι ο υπό πάντων των πιστών διαφερόντως τιμώμενος Ναός του Π αναγίου Τάφου, τον οποίον ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρεν εις τον τόπον του Γολγοθά, ένθα ο του κόσμου Σωτήρ εσταυρώθη και ετάφη. Ο τόπος ούτος του Γολγοθά ήτο από πολλού σκοπίμως συγκεχωσμένος υπό των Ιουδαίων και Εθνικών· επί δε Ανδριανού του Αιλίου και ειδωλείον της Αφροδίτης εκτίσθη επ’ αυτού, προς περισσοτέραν του ιερού τόπου βεβήλωσιν και παντελή αυτού λήθην. Εκεί εκρύπτετο και ο Τίμιος Σταυρός· αλλ’ ανασκαφής γενομένης κατά την του ευσεβούς βασιλέως επιταγήν, ευρέθησαν ομού άπαντα τα του σωτηρίου Πάθους Σύμβολα. Επ’ αυτόν όθεν τον τόπον ωκοδομήθη επ’ ονόματι της ζωηφόρου Αναστάσεως Χριστού του Θεού ημών μέγιστος και περικαλλής Ναός δι’ επιστασίας της μακαρίας μητρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Αγίας Ελένης, Δρακιλιανού του της Παλαιστίνης επάρχου, και Μακαρίου του τότε των Ιεροσολύμων Πατριάρχου, όστις και τον Τίμιον Σταυρόν ύψωσε και τα Εγκαίνια του Ναού τούτου εποίησε περί το έτος τλ΄ (330).