Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016
Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016
Λόγος στά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου -- Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/πόλεως
Νά πάλι ἑορτή.
Νά πάλι πανηγύρι.
Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.
Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.
Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.
Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.
Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.
Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.
Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά
τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό
τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.
Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό
παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν
ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν
εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν
μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;
Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά
μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού
γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ,
καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί
νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν
θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν
πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά,
δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;
Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα,
ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.
Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί.
Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν
ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;
Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως
(δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης,
ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;»
Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.
Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη
πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.
Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι,
τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς
Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς
δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ,
καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα
στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς
της·
Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ
συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ
ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται
μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν,
σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ
Συμεών.
Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν
κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί
ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες
καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται
κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά
σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;
Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική
γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα
κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι
συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα
κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό
καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή
συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς
δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ
μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά
τοῦ εἶπα·
Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν
πονεμένων ψυχῶν.
Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;
Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά
κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;
Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη
καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;
Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;
Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;
Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου
με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά
ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε,
ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα
ζῶα.
Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι
δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό
σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.
Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό
βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα
πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά
σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.
Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο
του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά
μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.
Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα.
Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ
ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες,
καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι
πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.
Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε
τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν
παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά
παρακάτω·
Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια,
πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά
πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.
Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης
καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο
τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά
πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.
Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε·
Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη
ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.
Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει
στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·
Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.
Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.
Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.
Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.
Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.
Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.
Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.
Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.
Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.
Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.
Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.
Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν
κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.
Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί
τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο,
καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός
τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.
Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ
τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία.
Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος,
καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν
τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος
ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς
μνηστευμένη.
Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά
τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους
τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους.
Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ
καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος
καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.
Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί
βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης,
περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι
τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν
προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.
Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη
σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη
καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή
μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.
Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ
τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού
κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ
παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν
ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.
Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ
προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.
Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα
σου ἀπό τίς γυναῖκες.
Μακάριο τό σπίτι σου
Μακάριοι οἱ γνωστοί σου
Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε
Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν
Μακάριοι οἱ τόποι σου
Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,
Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.
Μακάριο τό κρεββάτι σου.
Μακάριος ὁ τάφος σου.
Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν
κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς
ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς
πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος
τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων,
τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων,
τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.
Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με
μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε
τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.
Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου
καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.
Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία
ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη
πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό
σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.
Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο
καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω
τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις
μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά
τό ζητήσω.
Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού
περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή,
ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό,
τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί
προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί
πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016
Η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣΤΑΥΡΟΥ.
Τη ΙΔ΄ (14η) του αυτού μηνός η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού
ΣΤΑΥΡΟΥ.
Κωνσταντίνος ο Μέγας και Ισαπόστολος, πρώτος μεταξύ των βασιλέων της
παλαιάς Ρώμης εδέξατο τον Χριστιανισμόν. Ούτος έχων πόλεμον έξω της Ρώμης, παρά
τον Τίβεριν ποταμόν, κατά του Μαξεντίου, και βλέπων το στράτευμα των εχθρών ότι
ήτο περισσότερον από το ιδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις
τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου αυτού, εφάνη την μεσημβρίαν τύπος Σταυρού εις
τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Και πέριξ του θαυμασίου εκείνου Σταυρού
εφάνησαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά
στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Εν Τούτω Νίκα». Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας
ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, όστις εφάνη εις τον ουρανόν, προσέταξε να
προπορεύηται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς και
νικά τούτους κατά κράτος, ώστε οι περισσότεροι εθανατώθησαν, οι δε άλλοι έφυγον
από τον φόβον και τον τρόμον των. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την
δύναμιν του Σταυρωθέντος και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός,
εγένετο Χριστιανός και αυτός και η μήτηρ του η μακαρία Ελένη. Τότε λοιπόν
στέλλει την μητέρα αυτού Ελένην εις τα Ιεροσόλυμα, αφ’ ενός μεν δια να
προσκυνήση και λαμπρότατα τιμήση τον ζωοποιόν Τάφον του Κυρίου και τους λοιπούς
Αγίους Τόπους, εξ άλλου δε, δια να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον Τίμιον Σταυρόν
του Θεανθρώπου Σωτήρος· δια τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα εύρεν αυτόν
κεκρυμμένον. Ομοίως εύρε και τους άλλους δύο σταυρούς, εις τους οποίους
εσταυρώθησαν οι δύο λησταί· εύρε δε προς τούτοις και τους Τιμίους Ήλους. Επειδή
δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του
Κυρίου, τούτου ένεκα δια του θαύματος το οποίον έγινεν εις την αποθανούσαν
χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη άμα ήγγισεν αυτήν ο Σταυρός του Κυρίου, δια τούτου
εγνώρισεν αυτόν. Οι δε άλλοι δύο σταυροί των ληστών ουδέν τοιούτον θαύμα
εποίησαν. Τότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον Τίμιον Σταυρόν μετά πολλής
ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Ελένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής
σύγκλητος των αρχόντων. Επειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Χριστιανών να
προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν και δεν ήτο δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου
δια το πολύ πλήθος, τούτου ένεκα εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον καν να ίδωσι
μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του Τιμίου Σταυρού, και ούτω δια μόνης της θεωρίας
να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον των. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης
των Ιεροσολύμων Μακάριος ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και υψώσας με τας δύο του
χείρας τον Τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους κάτωθι
ευρισκομένους Χριστιανούς, οίτινες ως είδον αυτόν εκραύγαζον από καρδίας όλοι
ομού το «Κύριε, ελέησον»· Από τότε λοιπόν προσέταξαν οι θειότατοι και
θεόπνευστοι Πατέρες της Εκκλησίας να εορτάζουν όλοι οι Χριστιανοί κατά την
σήμερον ημέραν την τιμίαν ταύτην και παγκόσμιον Ύψωσιν του θείου Σταυρού, εις
δόξαν του εν αυτώ προσηλωθέντος Χριστού του αληθινού Θεού ημών. Μετά δε
παρέλευσιν τριακοσίων περίπου ετών από της Ευρέσεως και Υψώσεως του Τιμίου
Σταυρού, λεηλατήσαντες οι Πέρσαι την Παλαιστίνην, απήγαγον κατά το έτος 614 και
τον Τίμιον Σταυρόν. Ούτος όμως μάλλον αυτούς κατέκτησεν, καθότι εφώτισε τας
ψυχάς τών κατακτητών και κατήργησε την λατρείαν του πυρός. Έτι δε καθώς όταν οι
Φιλισταίοι αρπάσαντες την Κιβωτόν της Διαθήκης κατετροπώθησαν υπό των
Ισραηλιτών, ούτω και οι Πέρσαι λαφυραγωγήσαντες τον Τίμιον Σταυρόν ενικήθησαν
υπό του βασιλέως Ηρακλείου (το έτος 628) όστις επανελθών νικηφόρος και
θριαμβευτής εις την Κωνσταντινούπολιν ανύψωσε το Ζωηφόρον Ξύλον το δεύτερον ήδη
εν τη Μεγάλη Εκκλησία ενώπιον του επευφημούντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως.
Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016
Ο Όσιος Ιερόθεος ο Νέος
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΙΕΡΟΘΕΟΥ του Νέου
του ασκήσαντος εν τη του Άθω Ιερά Μονή των Ιβήρων και εν ειρήνη
τελειωθέντος.
Ιερόθεος ο μακάριος, ο κατά τους εσχάτους καιρούς ανατείλας εν ασκήσει
ως άλλος ήλιος, εγεννήθη κατά το 1686 έτος από Χριστού εις τας Καλάμας της
Πελοποννήσου από γονε΄ς ευσεβείς και πλουσίους, Δήμον και Ασημίναν
ονομαζομένους. Η μήτηρ αυτού, ότε έφερεν αυτόν ακόμη εις την κοιλίαν της,
ηρώτησεν ημέραν τινά ένα ενάρετον Ασκητήν, όστις ευρίσκετο τότε εις την πόλιν
των και τον είχον όλοι δι’ Άγιον και Προφήτην, τι είδους παιδίον θα γεννηθή από
αυτήν. Και της απεκρίθη εκείνος· «Ύπαγε εις την κατοικίαν σου και θα γεννήσης
υιόν καλόν και θεάρεστον». Αφού δε το παιδίον εγένετο επτά ετών, το έβαλον οι
γονείς του εις το σχολείον και εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλα τα εγκύκλια
εκκλησιαστικά μαθήματα προς θαυμασμόν και έκπληξιν των βλεπόντων, εις τρόπον
ώστε ανεγίνωσκεν έκαστον βιβλίον ελληνικόν, όπερ εις τας χείρας του ελάμβανεν.
Έχων δε εξ αρχής νουν γηραλέον και φρόνημα στερεόν, δεν κατεγίνετο εις άλλα
παιδαριώδη καμώματα, καθώς κάμνουν τα άλλα παιδία, αλλά ήναπτεν η καρδία του
από τον έρωτα των μαθημάτων· αυτά εσκέπτετο, αυτά εφαντάζετο ημέραν και νύκτα,
πιστεύων ότι δι’ αυτών ευκόλως θα ηννόει και τας θείας Γραφάς· τα οποία
μαθήματα ήκουεν ότι και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας παραγγέλλουσι να τα
μανθάνωσιν οι νέοι, κατ’ εξοχήν δε ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεολόγος Γρηγόριος.
Όθεν και εκεί εις τας Καλάμας, ων ακόμη νέος, έμαθεν ικανώς την ελληνικήν και
λατινικήν διάλεκτον, εξ ίσου χρησίμους και τας δύο πάντοτε και εις την
εκκλησιαστικήν και εις την θύραθεν παιδείαν. Τον εβοήθει δε κατά πολλά εις την
μάθησιν, ομού με την προθυμίαν και ζέσιν που είχε, και η οξύτης του νοός, το μνημονικόν,
η αντίληψις και κρίσις, τα οποία φυσικά χαρίσματα ηνωμένα με την επιμέλειαν
προξενούσι μεγάλην προκοπήν εις τον έχοντα. Και αυτός μεν ούτω προέκοπτεν· οι
δε γονείς του εφρόντιζον να τον νυμφεύσουν, θέλοντες να τον καταστήσουν
ευτυχισμένον τάχα εις την παρούσαν ζωήν, επειδή οι περισσότεροι τοιαύτην ιδένα
έχουσιν, ότι όταν νυμφεύσουν τα τέκνα των, τότε τα καθιστούν ευτυχή, γινόμενοι
αίτιοι να αποκτήσουν γυναίκα και τέκνα και τα άλλα του κόσμου αγαθά, και δεν
ηξεύρουν οι μάταιοι ότι παρακινούντες αυτά εις την παρθενίαν, ήτις είναι αληθής
ελευθερία, τα κάμνουν περισσότερον ευτυχισμένα παρά με τον γάμον, όστις είναι
βαρύς δεσμός· επειδή όσοι νυμφεύονται, θλίψιν θέλουσιν έχει εις την σάρκα, ως
λέγει ο θείος Απόστολος Παύλος, όπερ σημαίνει λύπας και κακουχίας. Οι μεν
γονείς του λοιπόν ευρίσκοντο εις αυτήν την φροντίδα και αφού τον ηρραβώνισαν,
ητοίμαζον και τα του γάμου· ο δε μακάριος ελυπείτο μεν και ηγανάκτει, επειδή
έγιναν οι αρραβώνες χωρίς την θέλησίν του, υπετάσσετο όμως εις τα προστάγματα
των γονέων, κατά το γραφικόν παράγγελμα· «Τα τέκνα υπακούετε τοις γονεύσι κατά
πάντα»· αλλά δεν παρέλειπε και να παρακαλή από καρδίας τον Άγιον Θεόν, οις είδε
τρόποις η πρόνοιά του, να εμποδίση τους γάμους και να μείνη παρθένος εις όλην
του την ζωήν δια να έχη καιρόν να γυμνάζεται ελευθέρως εις τα μαθήματα. Βλέπων
δε ο Κύριος την μεγάλην ευλάβειαν όπου είχεν εις αυτόν ο θείος Ιερόθεος εκ
νεότητος, εξεπλήρωσε τον πόθον του· «Θέλημα γαρ των φοβουμένων αυτόν ποιήσει»·
και εις δεκαέξ ημέρας, καθ’ ας εμελέτων οι γονείς του να τελέσουν τους γάμους,
παρέλαβεν αμφοτέρους εις την άλλην ζωήν· και όχι ότι επόθει αυτός τον θάνατον
των γονέων του, αλλά τοιαύτη απόφασις ευρέθη εύλογος εις εκείνο το
ενεξερεύνητον κριτήριον, ώστε τοιουτοτρόπως και την παρθενίαν να φυλάξη ο Άγιος
και εις τα μαθήματα να προχωρήση. Και σκεφθήτε καρδίαν του γενναιόφρονος! Δια
να μη δώση καμμίαν υποψίαν εις τους γονείς της μνηστής του, ότι έφυγε και
δράμουν κατόπιν του και τον εμποδίσουν, αφήκε τας θύρας της οικίας του
ανοικτάς, και απήλθεν εις την Ζάκυνθον, χωρίς να λάβη τίποτε από τα υπάρχοντά
του. Εκεί δε διατρίβων ολίγον καιρόν, και σχολάζων εις την μάθησιν, παρεκινείτο
από τινας πλουσίους συγγενείς του, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, να υπάγη δι’
εξόδων των εις την Ευρώπην, δια να σπουδάση την φιλοσοφίαν. Αλλ’ αυτός ο
αείμνηστος, αν και είχε διακαή τον έρωτα των μαθήσεων, επειδή ήκουσεν, ότι εις
το Άγιον Όρος ευρίσκονται άνδρες, οίτινες ως άλλαι μέλισσαι εργάζονται το μέλι
των αρετών, προτιμά να υπάγη εκείσε κατά το παρόν, δια να κοινωνήση από το μέλι
εκείνο, με σκοπόν, ότι, αν συναντήση ύστερον εις την Ευρώπην πικρίαν τινά περί
τα δόγματα ή περί τα ήθη, να υπερνικήση η γλυκύτης των αρετών την πικρίαν
εκείνην. Ελθών όθεν εις το Άγιον Όρος συγκατώκησε με ένα ερημίτην εις το
κελλίον Άγιος Αρτέμιος λεγόμενον, ένθα ησυχάζων ανεγίνωσκε συχνά με πολλήν
έφεσιν τας Γραφικάς και οσιακάς βίβλους, εις τας οποίας ευρίσκων, ότι εις
Ασκητής, αφού ηγωνίσθη εις την έρημον είκοσιν έτη, και άλλος τεσσαράκοντα, και
έτερος εξήκοντα, έπειτα επλανήθησαν από τον διάβολον, και εγένοντο πτώμα
ελεεινόν και τρισάθλιον, εσκέπτετο να εύρη άλλην οδόν, δι να σώση την ψυχήν
του, συντομωτέραν και ακινδυνοτέραν· όθεν επενόησεν ως τοιαύτην το υπέρ Χριστού
μαρτύριον. Αλλ’ επειδή και το μαρτύριον πρέπει να γίνη κατά την τάξιν και κατά
τους νόμους, και όχι να υπάγη τις απλώς και ως έτυχε να προδώση την ζωήν του,
υβρίζων δηλονότι τους ασεβείς, και ζητών τοιουτοτρόπως τον θάνατον, όπως και ο
θείος Παύλος εμποδίζει λέγων· «Εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη
νομίμως αθλήση», αλλά να προέλθη από εκείνους η αιτία, και τότε να γίνη το υπέρ
Χριστού μαρτύριον νόμιμον. Τοιουτοτρόπως εσκέπτετο ο μακάριος· όθεν πορευθείς
εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων ερρασοφόρεσεν εκεί, και συνοδεύων ένα προεστώτα
εκείνης της Μονής, μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν ομού με αυτόν, όστις είχε
και άλλους αδελφούς εις την υποταγήν του, έβαλε δε εις τον νουν του, ότι
βλέποντες αυτόν οι αλλόπιστοι Μοναχόν, αναστρεφόμενον εις την πόλιν, θα του
δώσουν αφορμήν τυχόν μίαν ημέραν, ή κτυπώντες, ή υβρίζοντες αυτόν, οπότε ούτος
θα αντισταθή με τρόπον συνετόν, ώστε να φέρη εις τέλος το μαρτύριον· όθεν και προσηύχετο
κατ’ ιδίαν πολλάκις, αν είναι θέλημα Κυρίου, ο τοιούτος σκοπός να λάβη καλήν
έκβασιν. Διατρίβοντος λοιπόν τούτου αρκετόν καιρόν εις την Κωνσταντινούπολιν
εντός τοσαύτης ασεβείας, οι μεν άλλοι συνάδελφοί του υβρίζοντο και εκτυπώντο
από τους αντιχρίστους, αυτός δε μόνος έμεινεν από εκείνους απείρακτος κατά
πάντα τρόπον, αν και πολλάκις έδωκεν αφορμάς από μακρόθεν δια να πειρασθή,
καθώς δε φαίνεται η θεία Πρόνοια τον εφύλαττε και δι’ άλλων πολλών ωφέλειαν.
Όθεν βλέπων ότι δεν πραγματοποιείται ο πόθος του, αναχωρεί περίλυπος εκ
Κωνσταντινουπόλεως, και μεταβαίνει εις τα βόρεια μέρη μετά των συν αυτώ· και
εκείθεν επιστρέφει εις την Βλαχίαν, και πάλιν αρχίζει τα μαθήματα διδασκόμενος
παρά του διδασκάλου τού εκείσε σχολείου Μάρκου του Κυπρίου, ένθα εχειροτονήθη
και Ιεροδιάκονος από τον Μητροπολίτην Σόφιας Αυξέντιον· μετ’ ολίγον δε καιρόν
επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν, και από τον εκ του Άργους διδάσκαλον τού
εκεί σχολείου ονόματι Γιακουμήν εδιδάχθη τα φιλοσοφικά μαθήματα· όμως μη
ευχαριστηθείς αρκούντως, επορεύθη εις την Βενετίαν προς τελειοποίησίν του,
ακούων ότι εκεί και περισσότεραι και ακριβέστεραι επιστήμαι παραδίδονται από
όσας έως τότε είχε διδαχθή. Αφού όθεν εκόρεσεν εκεί την μαθηματικήν δίψαν του,
επανέκαμψε πάλιν εις το Άγιον Όρος, πλούσιος εις παντοίαν μάθησιν και ποικίλην
σοφίαν, και εισήλθεν εις την ευαγή Μονήν των Ιβήρων, το πρώτον στάδιον των
εισαγωγικών του αγώνων· εγκαταλείπει το εξωτερικόν σχολείον, και έρχεται εις το
πνευματικόν, εις το οποίον ευκόλως δύναταί τις να διδαχθή την αληθινήν τέχνην
των τεχνών, και την επιστήμην των επιστημών, την κατά Θεόν προκοπήν, δηλαδή την
παμπόθητον αρετήν. Και παρευθύς ήρχισε με το πτύον της πνευματικής διακρίσεως,
την οποίαν εδιδάσκετο καθ’ εκάστην από τας θείας Γραφάς, να λικμίζη την
θημωνίαν των δεδιδαγμένων μαθημάτων, και το μεν άχυρον και το άχρηστον να
εκρίπτη έξω ωσεί χνούν κατά πρόσωπον ανέμου, τον δε σίτον και το χρήσιμον να
συνάγη εις τας ψυχικάς του αποθήκας, και ούτω να καταγίνηται μετά χαράς και
αγαλλιάσεως εις την θείαν μελέτην. Γνωρίζων όμως ότι δια να καθαρίση τις κατ’
ακρίβειαν τον νουν του εις την τοιύτην μελέτην και να τον υψώση εις την
ουράνιον θεωρίαν, πρέπει να προγυμνασθή με τας άλλας αρετάς, τόσον τας
σωματικάς, όσον και τας ψυχικάς, ανέλαβεν εξ αρχής υπερβαλλόντως την αγρυπνίαν
και την προσευχήν, ηξιώθη δε και του θείου χαρίσματος της ιερωσύνης κανονικώς,
όταν ήτο ετών τριάκοντα, από τον Νεοκαισαρείας Μητροπολίτην Ιάκωβον, όστις ησύχαζε τότε εις την αυτήν
Μονήν των Ιβήρων· και τότε προσθέτων αγώνας επάνω εις αγώνας και ιδρώτας επάνω
εις ιδρώτας, προσεπάθει να γίνη τύπος των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν
διδασκαλία και ούτω καθεξής. Επειδή δε εγνώριζεν ότι η νηστεία είναι το
θεμέλιον πασών των αρετών, διότι και αυτός ο Κύριός μας την μακαρίζει, λέγων·
«Μακάριοι οι πεινώντες νυν, ότι χορτασθήσεσθε» (είτε με την προαιρετικήν δηλαδή
πείναν, είτε με την απροαίρετον, όμως μετ’ ευχαριστίας υποφερομένην), άλλοτε
μεν εις τας δύο ή τρεις ημέρας έτρωγε μίαν φοράν τον επιούσιον άρτον του,
άλλοτε δε εις τας τέσσαρας, και αυτόν ανάλατον και κρίθινον ή εκ πιτύρων· και
άλλοτε μεν αντί άρτου έτρωγεν φακήν πολυήμερον και βρωμεράν, ώστε μόλις και
μετά βίας την κατέπινεν, όθεν και ελεγχόμενός ποτε παρά του γνησίου του μαθητού
Μελετίου, ότι εγίνετο αυτοφονεύς, τω απεκρίθη· «Όχι! αυτοφονεύς είναι εκείνος,
όστις δεν τρώγει τίποτε και αποθνήσκει εκ πείνης, αλλ’ εγώ, λέγει, δίδω εις την
κοιλίαν μου, αδιαφορών αν της αρέση ή ου». Όθεν και την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν
μίαν φοράν την εβδομάδα έτρωγε, προθυμοποιούμενος να υπερβή και αυτούς τους
παλαιούς Ασκητάς, τους οποίους εν πολλοίς και υπερέβη νηστεύων και έως
δεκαπέντε ημέρας συνεχώς. Εν δε τη κοινοβιακή τραπέζη καθήμενος έτρωγεν από όλα
όσα είναι συγκεχωρημένα εις τους Μοναχούς, και δια να μη φαίνηται εις τους
άλλους η αρετή του, και δια να ταπεινώνηται το κέρας της υπερηφανείας, κατά τον
Άγιον Ιωάννην τον συγγραφέα της Κλίμακος, αλλά και τότε μετά μεγάλης
εγκρατείας. Αναλόγως δε μετελάνβανε και του ύπνου, έχων τύπον και υπογραμμόν
του μεγάλου Αρσενίου την γνώμην, όστις λέγει· «Αρκετόν τω Μοναχώ, ίνα κοιμάται
μίαν ώραν» (το ημερονύκτιον δηλαδή), εάν είναι αγωνιστής. Επετηδεύετο δε ταύτα
δια να δύναται με αυτάς τας δύο αρετάς, ως με δύο πτέρυγας, να αναβαίνη ευκόλως
και εις τας άλλας υψηλοτέρας αρετάς· ότε δε εβιάζετο πολύ από τον ύπνον,
εγύριζε την νύκτα μόνος του εις το Μοναστήριον προσευχόμενος μετά δακρύων
πολλών και στεναγμών την προσευχήν ταύτην· «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού,
ελέησόν με», και προσπαθών άνευ διαλείμματος και διακοπής, αν ήτο τρόπος και
εάν δεν ημποδίζετο από τους ανθρώπους εκάστοτε, να μη την αφήνη ούτε από τον
νουν του ούτε από το στόμα του. Από τους υπερβολικούς όθεν τούτους αγώνας της
ασκήσεως εις τόσην αδυναμίαν κατήντησεν, ώστε εν ω φύσει ήτο ανδρείος πολύ και
ταχύς εις τους πόδας, ύστερον ηναγκάζετο εξ αδυναμίας το διάστημα το μικρόν και
ομαλώτατον από τον αιγιαλόν εις το Μοναστήριον να το κάμνη δύο και τρεις και
τέσσαρας σταθμούς· έφθασε δε εκ τούτων και εις το μακάριον πένθος και εις τα
χαροποιά δάκρυα, και εις την υψοποιόν ταπείνωσιν και εις την καταφρόνησιν
εαυτού· τέλος δε ανέβη και εις την θεομίμητον αγάπην. Όθεν δεν είχε φόβον εις
το εξής να εκπέση, κατά τον θείον Απόστολον, διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»·
δια τούτο και όταν του εζήτει πτωχός τις ελεημοσύνην, επειδή δεν είχεν αργύριον
ή χρυσίον να του δώση, εξέβαλλε το ράσον του και του το έδινε, ενίοτε δε έδιδε
και το νυκτερινόν του σκέπασμα· το δε Μοναστήριον μανθάνον τούτο έδιδεν εις
αυτόν άλλα, τα οποία πάλιν εμοίραζεν ο Άγιος εις τους πτωχούς. Αύτη η αγάπη τον
έκαμε να υποκύψη εις τας παρακλήσεις των Σκοπελιτών, εις των οποίων την νήσον
μεταβάς με άλλους πολλούς Μοναχούς, εξ αιτίας μεγάλου θανατικού, διέμεινεν οκτώ
έτη, διδάσκων μαθήμτα εις το σχολείον, κηρύττων λόγους επ’ Εκκλησίαις,
δεχόμενος λογισμούς εξομολογουμένων και εφαρμόζων εντελέστατα το προφητικόν
εκείνο ρητόν· «Ο εξάγων άξιον εξ αναξίου, ως το στόμα μου έσται». Απ’ αυτάς
λοιπόν τας σωματικάς και ψυχικάς αρετάς του υψώθη εις την θεωρίαν των ουρανίων,
μη θέλων παντελώς να τιμά τα γήϊνα· και καθ’ εκάστην ώραν καταλαμπόμενος με τας
αϋλους και θεαυγείς εννοίας, έχαιρε χαρά ανεκλαλήτω, και τα θεία κάλλη θεωρών
εθεώνετο κατά χάριν ο αξιοϋμνητος, ων ακόμη εις την παρούσαν ζωήν μετά σώματος·
και όταν έπαυεν από την προσευχήν και την νοεράν του Θεού θεωρίαν, τον
διεδέχετο η μελέτη των θείων Γραφών· όταν δε άφηνε την μελέτην, κατεγίνετο εις
την παράδοσιν μαθημάτων και εις ηθικήν διδασκαλίαν, αρκούντως ηρτυμένην. Μεθ’
όλα ταύτα, θέλων να έχη βαθείαν την ησυχίαν, δια να σχολάζη εις τας θείας
θεωρίας και να συνενώνηται μετά του Θεού δια μέσου αυτών τελειότερον, ή και
προβλέπων τον σύντομον θάνατον, δια να μη δοξασθή, παραλαβών τον αγαπητότατόν
του μαθητήν Μελέτιον Ιερομόναχον, ο οποίος έλαμπε και αυτός όχι ολίγον εις την
αρετήν και ήτο ως εκτύπωμα των κατορθωμάτων εκείνου του μάκαρος, αναχωρεί εις
εν ερημονήσι, Γιούρα λεγόμενον, το οποίον οι βασιλείς είχον τόπον επιτήδειον
εις εξορίαν· και εκεί συνασκούμενος ολίγον καιρόν ομού μετ’ άλλων δύο αδελφών,
Ιωάσαφ και Συμεών, ησθένησεν ολίγας ημέρας επί ποδός, χωρίς να καταπέση εις
κλίνην και τη δεκάτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου μηνός εν έτει από Χριστού αψμε΄
(1745) αφήκε την πρόσκαιρον ζωήν και μετέβη εις την αιώνιον, ζήσας επί γης έτη
πεντήκοντα εννέα. Και αυτός μεν επορεύθη εις την χαρμόσυνον εκείνην δόξαν τε και
λαμπρότητα, δια τους υπερβολικούς κόπους και αγώνας, τους οποίους ενταύθα
ετέλεσε· τους δε συναγωνιστάς του, μάλιστα τον προδηλωθέντα Μελέτιον, αφήκεν
εις λύπην άφατον, ο οποίος, αφού τον ενεταφίασεν, επέστρεψε πάλιν εις την Μονήν
των Ιβήρων. Όταν δε έφθασεν ο καιρός της ανακομιδής των λειψάνων του Οσίου,
επήγεν ο Μελέτιος εις την νήσον εκείνην και έκαμε την ανακομιδήν· βλέπων δε την
θείαν Χάριν, την οποίαν είχον τα άγια αυτού λείψανα, επήρε την σεβασμίαν του
κάραν, και την σιαγόνα, και τας έφερεν εις το Μοναστήριόν του, ένθα τας
απεθησαύρισεν και όπου έως την σήμερον διαφυλάττονται τιμώμεναι και
προσκυνούμεναι, επειδή ο Άγιος Ιερόθεος όχι μόνον έτι ζων ηξιώθη να λάβη παρά
Χριστού την δύναμιν των ιαμάτων, αλλά και μετά την κοίμησίν του τα λείψανά του
πλείστα ενεργούσι θαύματα και ευωδίαν εκπέμπουσιν ανείκαστον. Τρεις μάλιστα
μαθηταί τού Αγίου, δύο Ιεροδιάκονοι και εις λαϊκός, μεταβάντες εις την Ιεράν
Μονήν των Ιβήρων και ζητήσαντες από τον σεβαστόν Μελέτιον, τον μαθητήν τού
Αγίου, να προσκυνήσουν την τιμίαν κάραν του αοιδίμου γέροντός του, ευθύς ως
ούτος εξήγαγεν αυτήν από την θήκην της, ω της εξαισίου Χάριτος! Κατά αλήθειαν
όλον το κελλίον επληρώθη ευωδίας τόσον λεπτής και τόσον γλυκείας, ώστε οίκοθεν
εγνωρίζετο ότι είναι δώρον του Ουρανού, οι δε μαθηταί εκείνοι, εξιστάμενοι εις
το παράδοξον του θαύματος, αυτό είχον πολλάκις επί στόματος και αυτό εκήρυττον
πανταχού και πάντοτε, λέγοντες ότι ουδέποτε άλλοτε ησθάνθησαν τοιαύτην ευωδίαν.
Σημεία δε ολίγα της δοθείσης εις αυτόν Χάριτος είναι τα εξής ρηθησόμενα. Κατά την
νεότητά του, όταν ηγωνίζετο τον καλόν αγώνα, φιλοκατήγορός τις Μοναχός, επειδή
εις την σωφροσύνην αυτού φθονερώς και επιβούλως τον κατέκρινεν, ευθύς εδοκίμασε
την θείαν αγανάκτησιν, και επρήσθη το σώμα του, τα δε χείλη εκείνα, ω των
κριμάτων σου, Κύριε ! τα λαλήσαντα κατά του δικαίου ανομίαν, εκλείσθησαν τόσον,
ώστε οι γνωστοί του δεν ηδύναντο ούτε φαγητόν ούτε ποτόν να βάλωσιν εις το
στόμα του, αλλά ανοίγοντες αυτό με μάχαιραν, έχυναν μέσα ολίγον χυλόν, και ούτω
μόλις έζη· έως ότου μαθών τούτο ο ανεξίκακος Όσιος ήλθε προς αυτόν αυτόκλητος,
και προσευξάμενος υπέρ αυτού, τον εθεράπευσε. Το αυτό συνέβη και εις άλλον
Μοναχόν, ο οποίος την αυτήν συκοφαντίαν έκαμε κατά του Αγίου, και την αυτήν
οργήν παρά Θεού εδοκίμασεν, αλλά και την θεραπείαν τοιουτοτρόπως από τον Όσιον
έλαβεν. Μετά δε την του Οσίου κοίμησιν, Καλλίνικος ο Ιβηρίτης, ευρισκόμενος εις
την Κωνσταντινούπολιν, είχε μέρος εκ του ιερού λειψάνου του Οσίου· όταν δε μία
γυνή, παθούσα εις τους οφθαλμούς από κακόν χυμόν, όχι μόνον εσκοτίσθη, αλλά και
πόνους δριμυτάτους υπέφερε, την ιάτρευσε παραδόξως δια του τεμαχίου του Αγίου
λειψάνου, και εδόξαζεν η πτωχή τον Θεόν, και ηυχαρίστει τον Όσιον, διότι
δαπανήσασα πρότερον πολλά εις πολλούς ιατρούς κανέν όφελος δεν είχεν ίδει. Και
άλλη πάλιν γυνή κατέκειτο τρία έτη ασθενής μετά πολλών πόνων, ο αυτός δε
Καλλίνικος, δια του αυτού αγίου λειψάνου, και από τους πόνους την ηλευθέρωσε
και από τον κράββατον την ήγειρε. Βρέφος δε τι κλαίον ακαταπαύστως και τρίζον
τους οδόντας του έτος ολόκληρον, δι’ αυτού του θείου λειψάνου, ωσαύτως
εθεραπεύθη. Και εις το Άγιον Όρος του Άθωνος εθεράπευσέ τινας ενοχλουμένους υπό
σαρκικών παθών και άλλους υπό οδοντοπόνων κατατρυχομένους. Τοσούτον ισχύει
δέησις δικαίου και μάλιστα μετά θάνατον, όταν ευπαρρησιάστως κάμνη τας δεήσεις
του προς Κύριον δι’ εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται μετά πίστως θερμής και
ζήλου κατ’ επίγνωσιν. Ούτος είναι, αδελφοί, ο βίος του Οσίου πατρός ημών
Ιεροθέου· τοιουτοτρόπως επάλαισε, τοιουτοτρόπως εκοπίασε και ούτως ενίκησεν,
ώστε μετά πλειοτέρας παρρησίας και αυτός δύναται να λέγη κατά τον Απόστολον
Παύλον· «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν
τετήρηκα· λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι
Κύριος εν εκείνη τη ημέρα ο δίκαιος κριτής»· επειδή και Μάρτυς αναίμακτος
υπήρξε τη προαιρέσει, παραδώσας εαυτόν δια Χριστόν, αλλά και ως Όσιος πολλήν
και άκραν σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν υπέμεινε, γενόμενος τοις πάσιν αληθώς
κανών και τύπος της αρετής, καθώς ο Κύριος κελεύει λέγων· «Ούτω λαμψάτω το φως
υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον
Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Τω όντι κατά την εποχήν εκείνην της
σκοτεινής δουλείας ετίμησε το γένος του το Ορθόδοξον, ετίμησε την πατρίδα του·
ετίμησε το Μοναστήριόν του· ετίμησε τον ίδιον τον Θεόν· δεν έχουσι τώρα στόμα
οι αμελείς και φιλόσαρκοι να λέγωσιν, ότι παρήλθον εκείνοι οι παλαιοί καιροί,
ότε εγίνοντο Άγιοι, ότε έδιδεν ο Θεός την Χάριν του, ότε ανθίσταντο μέχρις
αίματος οι ευσεβείς κατά της αμαρτίας και κατά των ασεβών. Αλλ’ ω πάτερ
θειότατε, καθώς εις όλην σου την ζωήν εφρόντισας μάλλον υπέρ της ωφελείας των
αδελφών σου ή υπέρ της ιδικής σου, τοιουτοτρόπως και τώρα, ότε παρίστασαι εις
τον θείον θρόνον, μεσίτευσον, παρακαλούμεν, μεσίτευσον προς Κύριον και δι’ ημάς
τους αμαρτωλούς, οι οποίοι ακόμη ταξιδεύομεν τούτο το πολυτάραχον του βίου
πέλαγος· εισέτι εις την επίγειον ταύτην πανήγυριν πραγματευόμεθα· ακόμη εις το
επικίνδυνον τούτο νοερόν στάδιον αντιπαλαίομεν· και τριτεύοντες παρακαλούμεν,
μεσίτευσον προς Κύριον, ίνα καταντήσωμεν εις λιμένα εύδιον· ίνα λυθή η
πανήγυρις ευτυχώς και επωφελώς, ίνα φανώμεν νικηταί των ορατών τε και αοράτων
εχθρών ημών, και επομένως λάβωμεν αξιοπρεπώς τον της νίκης στέφανον παρά του
αγωνοθέτου Θεού, σε μεν δοξάζοντες και μνημονεύοντες και εορτάζοντες ετησίως,
τω δε εν Τριάδι Θεώ προσφέροντες ακαταπαύστως τας λατρείας τε και ευχαριστίας·
ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος και αίνεσις εις τους αιώνας Αμήν.
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016
Οι Άγιοι Μάρτυρες ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΖΩΤΙΚΟΣ και ΗΛΕΙ
Οι Άγιοι Μάρτυρες ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΖΩΤΙΚΟΣ και ΗΛΕΙ ξίφει τελειούνται.
Λουκιανός, Ζωτικός και Ηλεί οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εν τη πόλει Τομέων,
κατά προσταγήν δε του ηγεμόνος Μαξίμου πολλάς βασάνους έλαβον πρότερον, ύστερον
δε απεκεφαλίσθησαν· όλοι δε οι ανωτέρω Μάρτυρες έλαβον το μαρτυρικόν τέλος κατά
τους χρόνους Λικινίου του τυράννου, εν έτει τιε΄ (315).
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016
Οι Άγιοι Μάρτυρες ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΛΕΟΝΤΙΟΣ, ΣΕΡΑΠΙΩΝ, ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ, ΣΕΛΕΥΚΟΣ και ΟΥΑΛΛΕΡΙΟΣ ή ΟΥΑΛΛΕΡΙΑΝΟΣ
Οι Άγιοι Μάρτυρες ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΛΕΟΝΤΙΟΣ, ΣΕΡΑΠΙΩΝ, ΓΟΡΔΙΑΝΟΣ, ΣΕΛΕΥΚΟΣ
και ΟΥΑΛΛΕΡΙΟΣ ή ΟΥΑΛΛΕΡΙΑΝΟΣ τω πόθω
των Μαρτύρων τελειούνται,
Κρονίδης ο Άγιος Μάρτυς μεγάώς διαλάμπων εις το αξίωμα του Διακόνου εν
τη πόλει της Αλεξανδρείας είχε μαθητάς τον Λεόντιον και τον Σεραπίωνα, οίτινες,
επειδή εδιδάχθησαν την ευσέβειαν παρ’ εκείνου, δια τούτο συνελήφθησαν από τους
απίστους ομού με τον διδάσκαλόν των Κρονίδην, και αφού υπέστησαν πολλάς και
διαφόρους βασάνους, τελευταίον δεθέντες τας χείρας και τους πόδας ερρίφθησαν
εις την θάλασσαν και ούτω ετελείωσαν το μαρτύριον επί Λικινίου του τυράννου εν
έτει τιε΄ (315). Άγγελοι δε εξέβαλον από την θάλασσαν τα τίμια αυτών λείψανα
και προσέταξαν δι’ οπτασίας Χριστιανούς τινας να τα ενταφιάσωσι. Ο δε Σέλευκος
και Γορδιανός ο Καππαδόκης και Μακρόβιος ο εκ Παφλαγονίας ήσαν και ούτοι επί
Λικινίου, αφού δε ετιμωρήθησαν διαφοροτρόπως εις την επαρχίαν της Γαλατίας, και
αφού με πυρ και στρέβλας εξήρθρωσαν τα μέλη του σώματός των, τελευταίον έδωκαν
αυτούς βοράν εις τα θηρία και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Χριστού
εν έτει τιε΄ (315). Ο δε φίλος και ομόψυχος αυτών Ουαλλέριος, θρηνών και κλαίων
επάνω εις τους τάφους των ηγαπημένων του Μαρτύρων, από τον πόθον ον είχε προς
αυτούς, απήλθε προς Κύριον.
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016
Ο Άγιος ΣΤΡΑΤΩΝ
Ο Άγιος ΣΤΡΑΤΩΝ κέδροις προσδεθείς και διαμερισθείς τελειούται.
Στράτων ο θαυμάσιος, εν Βιθυνία
συλληφθείς από τον άρχοντα ταύτης, εβασανίσθη με διαφόρους τιμωρίας· είτα
έδεσαν τας χείρας του από τους κλάδους δύο κέδρων, τους οποίους έκλιναν εις την
γην με βίαν πολλήν· έπειτα τους απέλυσαν εις τον τόπον των και ούτω διεμέλισαν
εις δύο τον Άγιον, όστις και παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, εν ταις
ημέραις Λικινίου του τυράννου εν έτει τιε΄ (315).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)