Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Οι Άγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων

Τη ΙΘ΄(19η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΤΡΟΦΙΜΟΥ, ΣΑΒΒΑΤΙΟΥ και ΔΟΡΥΜΕΔΟΝΤΟΣ.                                                                                             

Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Πρόβου και Αττικού Βικαρίου ηγεμόνος της Αντιοχείας εν έτει σοη΄ (278). Εκ τούτων οι Άγιοι Τρόφιμος και Σαββάτιος ήλθον από ξένον τόπον εις την Αντιόχειαν. Και επειδή είδον όλους τους Αντιοχείς τεταραγμένους και έξω φρενών υπάρχοντας δια την εορτήν, την οποάν ετέλουν, των γενεθλίων του εν τη Δάφνη της Αντιοχείας ευρισκομένου ψευδοθέου Απόλλωνος, τούτου ένεκα ελυπήθησαν εγκαρδίως. Όθεν φωνάξαντες εις τον Θεόν με αναστεναγμούς καρδίας δια την σωτηρίαν της πόλεως, εφανερώθησαν  ότι είναι Χριστιανοί· δια τούτο παρεστάθησαν εις τον Βικάριον. Και πρώτον μεν ερωτάται ο Άγιος Τρόφιμος, όστις παρευθύς ωμολόγησε παρρησία την εις Χριστόν πίστιν και ευλάβειαν. Όθεν γυμνώνεται και τανυσθείς από τα τέσσαρα μέρη του σώματος δέρεται τόσον δυνατά, εις τρόπον ώστε η εκείσε γη εκοκκίνισεν από το αίμα. Έπειτα κρεμασθείς ξέεται εις τας πλευράς· και φυλακισθείς, τανύεται εις τέσσαρας οπάς του βασανιστικού και τιμωρητικού ξύλου. Μετά τούτον παραστέκεται εις τον Βικάριον ο Σαββάτιος· επειδή δε και αυτός παρρησία ωμολόγησε τον Χριστόν, δια τούτο κτυπάται εις τας παρειάς και καταξέεται εις τας πλευράς με σιδηρούς όνυχας· έπειτα εκβάλλονται μεν τα οστά του από τους αρμούς, τόσον ώστε έμειναν γυμνά χωρίς σάρκας, η δε κοιλία και τα σπλάγχνα του κατεπληγώθησαν. Αφ’ ου δε κατεβιβάσθη από το ξύλον ο τρισμακάριστος, μετ’ ολίγον παρέδωκε και το πνεύμα του εις χείρας Θεού και έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως. Ο δε Τρόφιμος επέμφθη εις τα Σύνναδα, τα οποία ήσαν τότε πόλις εν Φρυγία ευρισκομένη, προς Περίννιον τον ηγεμόνα της Φρυγίας Σαλουταρίας, φορών υποδήματα εις τα οποία είχον καρφώσει σιδηρά και οξέα καρφία· παρασταθείς δε εις αυτόν, ανδρειότατα ομολογεί την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν τανυσθείς εκ δευτέρου από τα τέσσαρα μέρη του σώματος, δέρεται πλέον σκληρότερα με λωρία εκ δέρματος βοός· δεθείς δε εις ξύλον, καταξέεται ασπλάγχνως επί πολλάς ώρας. Είτα καταρραντίζεται εις τας πληγάς με όξος και άλας, και κατακαίεται εις τας πληγάς με ανημμένας λαμπάδας· και αφού κατεφαγώθησαν αι σάρκες του, έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν, και συσφίγγουσι τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Τότε δε και ο Δορυμέδων, όστις ήτο πρώτος των άλλων βουλευτών, εμβάς εις την φυλακήν, επεμελείτο τον Μάρτυρα· επειδή δε απουσίασε από την εορτήν και δεν επήγε να θυσιάση εις τα είδωλα ομού με τον ηγεμόνα, ηρωτήθη περί τούτου και ωμολόγησε παρρησία την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν βάλλεται εις την φυλακήν· την δε ερχομένην ημέραν, επειδή ήλεγξε τον τύραννον, δια τούτο εκάρφωσαν τας πλευράς του με σιδηρ΄σουβλία. Έπειτα εκρέμασαν αυτόν και ανηλεώς έξεσαν τας πλευράς και τας παρειάς του· είτα εξερρίζωσαν τους οδόντας του, τας δε τρίχας της κεφαλής του και τα γένεια σκληρότατα κατεμάδησαν· είτα δε ήπλωσαν αυτόν επάνω εις την πυράν. Μετά ταύτα φέρεται πάλιν ο Άγιος Τρόφιμος εις το βήμα· και δεικνύει περισσοτέραν παρρησίαν από το πρώτον. Όθεν πάλιν εκρέμασαν αυτόν και με πεπυρωμένα σουβλία εξώρυξαν ανηλεώς τους οφθαλμούς του και ούτω πάλιν τον έρριψαν εις την φυλακήν. Έπειτα φέρονται εις το βήμα και οι δύο ομού, ο Τρόφιμος και ο Δορυμέδων, και δίδονται τροφή εις μίαν άρκτον αγρίαν εν ταυτώ και πεινώσαν· και επειδή εφυλάχθησαν αβλαβείς, δίδονται εις τροφήν μιας παρδάλεως· και μετά ταύτα δίδονται εις τροφήν ενός λέοντος· ο οποίος επειδή και παρεκινείτο από τον λεοντοκόμον, δια να κατασπαράξη τους Αγίους, εξ εναντίας ώρμησε κατ’ εκείνου, και ευθύς εκείνον κατεσπάραξεν. Όθεν επειδή οι Άγιοι έμειναν αβλαβείς από τόσα φρικτά βάσανα, τούτου ένεκα απεκεφαλίσθησαν και ούτως ετελείωσαν τον τοσούτον αγώνα του Μαρτυρίου. 

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο Άγιος Ρωμύλος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΡΩΜΥΛΟΥ.                                                   

Ρωμύλος ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών, ο εις τους υστέρους χρόνους ασκήσας και αγιάσας, εγεννήθη κατά το ατ΄ (1300) περίπου έτος εις την παραδουνάβιον πόλιν Βιδίνιον, εκ γονέων ευσεβών και φοβουμένων τον Θεόν και εν αυταρκεία ζώντων, του μεν πατρός Έλληνος και εξ Ελλήνων έλκοντος το γένος, της δε μητρός εκ Βουλγάρων· ωνομάσθη δε κατά το άγιον Βάπτισμα Ράϊκος. Παρελθών την βρεφικήν και φθάσας εις επιδεκτικήν μαθήσεως ηλικίαν, εδόθη παρά των γονέων του εις διδάσκαλον ευσεβή προς εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων, τα οποία ως νουνεχής και φρόνιμος εξέμαθεν εις διάστημα ολίγου καιρού, υπερβαλών πάντας τους συμμαθητάς και συνηλικιώτας του, τους οποίους και εδίδασκε μάλιστα να πολιτεύωνται εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Δια τούτο εθαυμάζετο και επηνείτο παρά πάντων «Παιδαριογέρων» ονομαζόμενος και παρ’ αυτού ακόμη του διδασκάλου του, δια την πρόωρον σύνεσιν και ανάπτυξιν. Διελθών την παιδικήν ηλικίαν ο καλός Ράϊκος και φθάσας την νεανικήν, ήρχισε μελετών καθ’ εαυτόν την αναχώρησιν εκ του ματαίου τούτου κόσμου και την μετάβασιν εις Ιεράν Μονήν, ένθα, εξασκών την αρετήν, να αξιωθή της απολαύσεως των εν ουρανοίς δια τους Δικαίους αποκειμένων αγαθών· οι δε γονείς αυτού, καθό σωματικώτεροι και μη γινώσκοντες τον θεοφιλή σκοπόν του νέου, εβούλοντο να νυμφεύσωσιν αυτόν, τον οποίον σκοπόν των και ανεκοίνωσαν εις αυτόν. Τούτο ακούσας ο των αφθάρτων και αιωνίων αγαθών ζηλωτής Ράϊκος, αναχωρεί κρυφίως εκ των γονέων και της πατρίδος αυτού και απέρχεται εις μίαν κατά την επαρχίαν Τιρνόβου κειμένην Ιεράν Μονήν, της Θεοτόκου Οδηγητρίας επιλεγομένην, όπου βαλών μετάνοιαν εις τον Καθηγούμενον και ικανώς δοκιμασθείς, κείρεται Μοναχός και από Ράϊκος μετωνομάσθη Ρωμανός και ετοποθετήθη εις την υπηρεσίαν και φιλοκαλίαν της Εκκλησίας υπό του προεστώτος της Μονής, την οποίαν διακονίαν προθύμως, ευλαβώς και εν φόβω Θεού εξετέλει ανελλιπώς επί τρία κατά σειράν έτη. Επειδή δε κατά την εποχήν εκείνην αναχωρήσας εξ Αγίου Όρους είχεν έλθει εις τα παρόρια εκείνα μέρη ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης κτίσας μάλιστα και Μονήν κατά την έρημον εκείνην των παρορίων, εκ της οποίας, εκτός των προσερχομένων εις αυτόν, και πολλούς άλλους εφώτιζε δια της θεοπνεύστου διδασκαλίας και του θαυμασίου βίου του και παραδείγματος, τούτο, λέγω, μαθών ο θείος Ρωμανός ζητεί επιμόνως και λαμβάνει την άδειαν, ίνα μεταβή προς τελειοποίησιν της αρετής πλησίον του θεοφόρου πατρός Γρηγορίου· διό και μεταβαίνει συμπαραλαβών και έτερόν τινα αδελφόν Ιλαρίωνα καλούμενον. Τούτους αμφοτέρους δεξάμενος ασμένως ο Μέγας Γρηγόριος, τον μεν Ιλαρίωνα, ως φιλάσθενον όντα, έταξεν εις τας ελαφροτέρας υπηρεσίας της Μονής, τον δε Ρωμανόν, ως ρωμαλέον, διώρισεν εις τας βαρυτέρας και επιπονωτέρας· διότι δεν είχεν αποπερατώσει τας οικοδομάς της Μονής ο Όσιος Γρηγόριος. Όθεν και ο θείος Ρωμανός μετέφερεν εκ του όρους ξύλα, λίθους, ύδωρ εκ του εις τους πρόποδας του όρους ρέοντος ποταμού, συνέφυρε την άσβεστον μετά του ύδατος και χώματος ποιών τον πηλόν δια τας οικοδομάς, υπηρέτει εις το μαγειρείον και το ζυμωτήριον της Μονής, επιμελούμενος συγχρόνως και τους εκ των αδελφών ασθενούντας. Και ταύτα πάντα εποίει εις τα προοίμια ακόμη ευρισκόμενος της μοναχικής πολιτείας. Ήτο δε εκεί εις την Μονήν εις παλαιός γέρων, ασθενής κατά το σώμα, πλην εις τοιούτον σημείον θυμώδης, ώστε ουδείς ηδύνατο εκ των εκείσε Πατέρων, ίνα υπηρετήση και αναπαύση αυτόν. Τούτον τον θυμώδη γέροντα διέταξεν ο Μέγας Γρηγόριος, ίνα υπηρετήση ο θείος Ρωμανός, όπερ και εγένετο. Και ήτο να βλέπη τις μετ΄ εκπλήξεως τον νέον τούτον Ακάκιον υπηρετούντα κατά πάντα τον σκληρόν εκείνον γέροντα, και δεχόμενον παρ’ αυτού τα κακολογήματα και λοιπά του θυμού αποτελέσματα, άπερ εδέχετο μετ’ ευχαριστίας και υπέμεινε γενναίως. Και επειδή μεταξύ των άλλων ασθενειών ο γέρων έπασχε και τον στόμαχον, ένεκα του οποίου δεν έτρωγεν έτερόν τι ειμή μόνον ιχθύας (εφ’ όσον το κρέας απαγορεύεται εις τους Μοναχούς), δια τούτο ο καλός αγωνιστής Ρωμανός, ίνα αναπαύση αυτόν, εψάρευεν εις τα εκεί κοιλώματα του ποταμού, τα οποία επιχωρίως βηρούς αποκαλούσι, και εκ των ιχθύων εκείνων παρηγόρει την ασθένειαν του γέροντος. Επειδή δε λόγω του βορείου και ψυχρού εκείνου μέρους καθ’ όλον τον χειμώνα και μέχρι του Απριλίου ακόμη ο ποταμός καλύπτεται υπό πάγων και χιόνων, ο Αθλητής ούτος του Χριστού και της υπομονής και υπακοής εργάτης θείος Ρωμανός, λαμβάνων πτύον και σφυρίον απήρχετο εις τους παγωμένους εκείνους βηρούς· και δια μεν του πτύου απεμάκρυνε τας χιόνας, δια δε της σφύρας έθραυε τους πάγους και ούτως εισήρχετο εις το ψυχρότατον εκείνο ύδωρ, συνταράσσων αυτό δια των ποδών και αλιεύων δια της απόχης τους ιχθύας προς εξοικονόμησιν της τροφής του ασθενούντος γέροντος. Ταύτα δε πάντα εποίει χάριν της εντολής της αγάπης, ακούων του Δεσπότου Χριστού λέγοντος· «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. ιε: 13). Και τοιουτοτρόπως ο θείος Ρωμανός υπήρξε Μάρτυς κατά προαίρεσιν και όμοιος των εν τη παγερά λίμνη της Σεβαστείας αθλησάντων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων· εάν δε ούτος δεν απέθανεν εις το ύδωρ, ως εκείνοι, όμως εάν δεν έθετε τον θάνατον προ οφθαλμών, δεν θα εισήρχετο εις τους παγωμένους εκείνους λάκκους· και τούτο είναι το να θυσιάση τις την ψυχήν του υπέρ της αγάπης του πλησίον. Παρελθόντος καιρού ανεπαύθη εν Κυρίω ο γέρων ούτος και μετ’ αυτόν και ο θείος Σιναϊτης Γρηγόριος απέρχεται εις τας αιωνίους Μονάς· ο δε Ρωμανός, τον οποίον πάντες πλέον «Καλορωμανόν» εκάλουν, υπετάγη εις άλλον Φέροντα, εις τον οποίον και ο σύμψυχος και ο συνέκδημος αυτού Ιλαρίων υπετάσσετο. Επειδή όμως εν τω μεταξύ λησταί περιεκύκλωσαν τα μέρη εκείνα των παρορίων κατατυραννούντες τους Μοναχούς και δια σιδήρων πεπυρακτωμένων, τα οποία έθετον εις τας κοιλίας αυτών, εζήτουν και ήλπιζον να λάβουν χρήματα, τούτου ένεκα οι Όσιοι ούτοι εγκαταλείπουσι τα παρόρια και έρχονται εις την πόλιν Ζαγοράν, μιας ημέρας οδόν απέχουσαν του Τιρνόβου, και κατοικούσι εκεί εις τόπον Βόγκρην καλούμενον, ένθα μετ’ ου πολύ αναπαύεται εν Κυρίω προβεβηκώς τη ηλικία και ούτος ο γέρων και επιστάτης του θείου Ρωμανού, απόντος αυτού· τούτο δε τοσούτον ελύπησεν αυτόν επιστρέψαντα, ώστε εάν μη ο προρρηθείς Ιλαρίων προελάμβανε να εγείρη αυτόν και παρηγορήση, ίσως θα παρέδιδε και την ψυχήν κλαίων επί του τάφου του Γέροντος, καθώς ποτε τοιούτόν τι έπαθε και ο λέων επί του τάφου του Οσίου Γερασίμου του εν τω Ιορδάνη. Έκτοτε υποτάσσεται ο μακάριος Ρωμανός εις τον Ιλαρίωνα τούτον, ως παλαιότερον κατά την ηλικίαν και περισσοτέρους χρόνους έχοντα εν τη Μοναδική πολιτεία, και μετ’ αυτού επιστρέφουσι πάλιν εις την έρημον των παρορίων, μαθόντες εν τω μεταξύ ότι τους ληστάς εκείνους εξεδίωξεν εκείθεν ο βασιλεύς των Βουλγάρων Αλέξανδρος· πόσον δε ωφέλιμον και εις ανάβασιν θείαν συντελούν είναι η ερημία, μαρτυρεί του Ηλιού ο Κάρμηλος, του Προδρόμου Ιωάννου ή έρημος του Ιορδάνου, και το όρος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εκεί λοιπόν εις την έρημον και ησυχίαν εκείνην ευρισκόμενος και συνομιλών πάντοτε μετά του Θεού δια μέσου της ιεράς προσευχής, της τε νοεράς και της εκφώνου δια του στόματος, ηξιώθη πολλών και μεγάλων χαρισμάτων και μάλιστα του της κατανύξεως, του πένθους και των δακρύων, ως ολίγοι έτεροι· διατελέσας δε επ’ αρκετόν διάστημα εις την υπακοήν του Γέροντος Ιλαρίωνος, μετ’ άδειαν αυτού κατόπιν ησύχασε κατά μόνας δια το απερίσπαστον, ίνα κατά μόνας συνομιλή μετά του Θεού και εντρυφά εις τας θείας θεωρίας. Μετά περέλευσιν δε πολλών ετών εν τη μονώσει, λαμβάνει είτα το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, ο και προ της λήψεως τούτου τέλειος υπάρχων κατά τα έργα, μετονομασθείς Ρωμύλος. Επειδή δε εκτός των ληστών ηνώχλουν τους Μοναχούς των παραμεθορίων και οι Μουσουλμάνοι, οίτινες και την Μονήν του Οσίου Γρηγορίου του Σιναϊτου κατέστρεψαν, τούτου ένεκα ο μαθητής ούτος του Χριστού αναχωρεί εκείθεν και έρχεται εις το Αγιώνυμον Όρος του Άθω, του οποίου πολλά μέρη περιελθών, τελευταίον καταντά εις τα Μελανά, έξωθεν της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, ένθα και ο δομήτωρ αυτής Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης προ της οικοδομής αρκετόν διάστημα εφησύχασε, και ενταύθα κατασκευάσας μικρόν κελλίον, κατώκησεν εις αυτό μετά του μαθητού αυτού Γρηγορίου, του και τον Βίον τούτου κατά πλάτος συγγραψαμένου, στνεχίζων την πεφιλημένην του άσκησιν και ησυχίαν. Μαθόντες δε την έλευσιν αυτού οι του Αγίου Όρους Πατέρες, ήρχοντο προς αυτόν χάριν ωφελείας, τους οποίους και συνεβούλευεν ο Όσιος Ρωμύλος, υποδεικνύων εις αυτούς τι πρέπει να κάμνουν δια την επίτευξιν της ψυχικής των σωτηρίας. Και πρώτον υπεδείκνυεν εις αυτούς, ίνα τηρώσιν αμόλυντον το τριμερές της ψυχής, το λογικόν, το θυμικόν και το επιθυμητικόν, και πως τούτο τηρείται και ποία είναι τα προσβάλλοντα αυτό· είτα δε και πρακτικώτερον ενουθέτει αυτούς λέγων: Αδελφοί και Πατέρες, όταν απέλθητε εις κελλίον φίλου τινός και εύρητε την θύραν ανοικτήν, μη ευθέως εισέλθητε, αλλά κρούσαντες έξωθεν πρότερον και του οικοδεσπότου προστάξαντος, τότε εισέλθετε· εισερχόμενοι δε και καθίσαντες, μη αίρητε τα όμματα ένθεν κακείθεν περιεργαζόμενοι τα εν αυτώ πράγματα, αλλά κάτω την κεφαλήν και το βλέμμα κλίναντες, ούτω διαλέγεσθε μετά του οικοδεσπότου. Εάν ίδητε εκεί χαρτίον γεγραμμένον κείμενον χαμαί, μη λάβητε αυτό και αναγνώσητε παρόντος του οικοδεσπότου ή και απόντος αυτού· διότι τούτο είναι απαιδευσία, και παρά συνείδησιν γίνεται. Εάν ίδητε εκεί βιβλίον, μη ανοίξητε αυτό άνευ αδείας του οικοδεσπότου· αλλά πρότερον είπετε εις αυτόν και εάν προστάξη εκείνος, τότε ανοίξατε· εάν δε μη είπη, μη ανοίξητε σεις αφ’ εαυτών. Εάν εμπιστευθή και δώση εις υμάς φίλος βαλάντιον χρυσίου ή αργυρίου προς φυλακήν, μη θελήσητε να ανοίξητε και να ιδήτε τι περιέχει· ει δε και άλλο τι οιονδήποτε σκεύος είναι, μη βάλητε τας χείρας υμών ένδον και ψηλαφήσητε τα έσωθεν κείμενα· διότι τούτο είναι απαιδευσία, ως είπον, και πνεύμα περιεργείας και βλάβη της ψυχής, εκ του οποίου ερχόμεθα και εις το να κλέπτωμεν. Εάν εύρετε σκεύος τι πλησίον υμών ή ένδον του Μοναστηρίου κείμενον, ή ερριμμένον εις την οδόν, ή τυχόν και εις έρημον τόπον, μη κρατήσητε αυτό εις υπηρεσίαν υμών, αλλ’ ευθέως δότε τούτο εις τον κύριον αυτού, ει δε μη, ως κλοπή θελει τούτο λογισθή εν τη ημέρα του θανάτου». Ταύτα και τα τοιαύτα εδίδασκε τους προς αυτόν προσερχομένους ο Όσιος Ρωμύλος, οίτινες και ωφελούμενοι ανεχώρουν επιστρέφοντες· επειδή δε εκ των πολλών προσερχομένων διεκόπτετο η φιλτάτη εις αυτόν ησυχία, δια τούτο προσέταξε τον μαθητήν του Γρηγόριον, ίνα μεταβή εις τους πρόποδας του Άθωνος, κατά τα βορειότερα μέρη, και εύρη εκεί τόπον έρημον, απομεμονωμένον και κατάλληλον προς κατοικίαν, δια να μετοικήσωσιν εκεί χάριν ησυχίας· όπερ και εγένετο, ευρεθέντος τόπου καταλλήλου έχοντος και πλησίον πηγήν ύδατος διαυγεστάτου, ένθα και κτίσαντες μικρόν κελλίον μετεφέρθησαν πλην επ’ ολίγον μόνον διάστημα· διότι καθώς είπεν ο Κύριος· «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», διότι όρος πράγματι είναι το ύψος των αρετών, εις το οποίον αναβαίνοντες οι ενάρετοι, λάμπουσιν ως φως· όθεν και έτρεχον πάλιν προς αυτόν οι άνθρωποι ωφελείας ένεκα, και επληρούντο το λόγιον το λέγον· «Όσον φεύγει τις την δόξαν των ανθρώπων, τοσούτον αύτη καταλαμβάνει αυτόν». Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός και εκινήθη ο υπό των Τούρκων κατά των Βουλγάρων και Σέρβων πόλεμος, οπότε και ο χριστιανικώτατος εκείνος Ουγκλέσης εφονεύθη· διο και πολλοί Μοναχοί του Αγίου Όρους, και μάλιστα οι εκτός των Μονών ευρισκόμενοι, φοβηθέντες την σύγχυσιν, ανωμαλίαν και ακαταστασίαν των πραγμάτων, ανεχώρησαν εκείθεν κατευθυνθέντες εις διάφορα μέρη. Τότε και ο Όσιος Ρωμύλος, παρακινηθείς υπ’ εκείνων, ανεχώρησεν εκ του Αγίου Όρους μεταβάς εις έτερον τόπον, Αυλώνα καλούμενον (ίσως την εν Αλβανία κειμένην), ένθα εύρε λαόν αμαθή, απαίδευτον, βάρβαρον και εις φόνους και ληστείας συνειθισμένον, πολλούς δε και εις την Ορθόδοξον και αληθή πίστιν σφάλλοντας. Οι τοπάρχαι και άρχοντες του τόπου εκείνου πολλάς αδικίας και φόνους ανθρώπων αθώων εποίουν, οι Μοναχοί εις πλάνας, μνησικακίας και πολλά άλλα πάθη ήσαν βεβυθισμένοι και πλείστοι Ιερείς αναξίως ιερουργούντες. Τούτους δε πάντας δια του κεχαριτωμένου αυτού λόγου εις ενότητα της αληθούς πίστεως και της υγιούς εν Χριστώ αναστροφής συνεκάλεσεν, ώστε πάντες μικροί τε και μεγάλοι να λέγουν· «Δόξα σοι ο Θεός, ο εξαποστείλας εις ημάς τον φωστήρα σου τούτον, όστις εκ του σκότους εις το φως συνήγαγε». Και πάντως δια τούτο απέστειλεν αυτόν εκεί ο Κύριος, ίνα πολλάς ψυχάς διορθώση. Ευρισκόμενος λοιπόν εκεί ο Όσιος, ήλθεν εις αυτόν λογισμός να αναχωρήση πάλιν εκείθεν· και μη θέλων να υπακούση εις τον λογισμόν τούτον, γράφει προς γνωστόν του γέροντα πνευματικόν Αγιορείτην, εν Κωνσταντινουπόλει ευρισκόμενον, ζητών γνώμην περί του πρακτέου· όστις και απήντησεν εις αυτόν· «Επειδή μετά πίστεως ηρώτησας, τούτον μοι φαίνεται κρείττον, ίνα απέλθης εις έτερον τόπον, ένθα αν ο Θεός οδηγήση σε». Ταύτην την απάντησιν λαβών ο Όσιος ανεχώρησεν εκ της Αυλώνος μετά των μαθητών του και μετέβη εις την Σερβίαν, εις τόπον καλούμενον Ραβένιτσα, ένθα υπάρχει και Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, πλησίον της οποίας κατώκησε. Μηδείς δε ας κατηγορήση τον θείον τούτον άνδρα δια τας συνεχείς μετοικήσεις και αναχωρήσεις, ας δια τον Κύριον και κατά θείαν οικονομίαν εποίει· διότι γράφει που ο θείος Ιωάννης της Κλίμακος· «Είδον ύλην, υπομονήν Μοναχοίς εν τόπω γεννήσασαν· εκείνων δε εγώ, τους δια τον Κύριον πελαζομένους πλέον μεμακάρικα». Χρόνον λοιπόν όχι πολύν εν Σερβία ζήσας ο Όσιος Ρωμύλος απαίρει των επιγείων και προς τας αιωνίους κατασκηνώσεις απέρχεται, την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού παραθέμενος· το δε πολύαθλον αυτού σώμα υπό των μαθητών του παρεδόθη εις τον τάφον, όστις ευωδίαν άρρητον εκπέμπει και σημεία και τέρατα καθ’ εκάστην επιτελεί εις τους μετά πίστεως και ευλαβείας προσερχομένους· διότι όφεις εκ των εγκάτων των ανθρώπων δι εμετού εξεβλήθησαν, δαίμονες εξ ανθρώπων απεδιώχθησαν, χωλοί ηνωρθώθησαν, τυφλοί ανέβλεψαν, και απλώς ειπείν πάσα ασθένεια και παν πάθος ιάται δια της χάριτος του Θεού, τον οποίον ο Άγιος ζων δια των έργων ευηρέστησεν· ούτω γαρ αντιδοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας ο Κύριος. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

H Αγία Μάρτυς Αριάδνη

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΡΙΑΔΝΗΣ ην πέτρα ραγείσα υπεδέξατο αυτήν τελειωθείσαν.                                                                                             

Αριάδνην η Αγία Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Αδριανού και Αντωνίνου των βασιλευσάντων, από του έτους ριζ΄ (117) έως έτους ρξα΄ (161) δούλη ενός άρχοντος, Τερτύλλου ονομαζομένου, πρώτου όντος της Πρυμνησέων πόλεως, της ευρισκομένης εις το θέμα της Φρυγίας Σαλουταρίας. Eπειδή δε αύτη ηναγκάσθη από τον αυθέντην της να συνεορτάση με αυτόν εις τον ναόν των ειδώλων δια τα γενέθλια του τέκνου του και δεν επείσθη, δια τούτο εξέσθη δυνατά εις το σώμα και έπειτα αφέθη. Επειδή δε πάλιν εδιώκετο από τον ηγεμόνα, δια τούτο, πλησιάσασα εις μίαν πέτραν, προσηυχήθη η αοίδιμος δια να φυλαχθή από τους διώκοντας δημίους· και, ω του θαύματος! ευθύς ερράγη η πέτρα κατά θείον νεύμα και εδέχθη αυτήν. Οι δε διώκοντες συνετρίβησαν και ηφανίσθησαν υπό φοβερών Αγγέλων, οίτινες φανέντες καθήμενοι επάνω εις ίππους και έχοντες δόρατα εις τας χείρας των εκτύπων τους διώκοντας την Αγίαν. 

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

O Όσιος Ευμένιος Επίσκοπος Γορτύνης

Τη ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΕΥΜΕΝΙΟΥ Επισκόπου Γορτύνης του θαυματουργού.                                                                       

Ευμένιος ο αοίδιμος πατήρ ημών εκ νεαράς ηλικίας υπέβαλεν εαυτόν εις πολλάς σκληραγωγίας και ασκήσεις και πολλήν επιμέλειαν μεταχειρισθείς, απέκτησεν ακραν ταπείνωσιν· δια τούτο  και ηξιώθη να γίνη Επίσκοπος της κατά την νήσον Κρήτην Γορτύνης και εν ταυτώ ηξιώθη να λάβη θεόθεν και την των θαυμάτων χάριν και δύναμιν. Όθεν μίαν φοράν με ανημμένας λαμπάδας κατέκαυσεν ένα δράκοντα, όστις ώρμησε κατ’ αυτού· πορευθείς δε εις την Ρώμην, κατεφώτισεν αυτήν με τας θείας διδασκαλίας του ως λαμπρός φανός και με σημεία και θαύματα τους εκεί πιστούς εστερέωσεν. Από την Ρώμην δε αναχωρήσας μετέβη εις Θηβαϊδα, και χωρίς να θέλη παρευθύς διέλυσε την ξηρασίαν, ήτις επεκράτει εις εκείνα τα μέρη, δια της προσευχής του· εκεί λοιπόν ευρισκόμενος, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Οι δε εν τη Θηβαϊδι κατοικούντες απέστειλαν το άγιον αυτού λείψανον εις την ιδικήν του πατρίδα και την ποίμνην αυτού, ήτοι εις την Γορτύνην, το οποίον και ενεταφιάσθη εις ένα τόπον ονομαζόμενον Ράξος, ένθα ευρίσκεται έως του νυν και το σεπτόν λείψανον του θείου Κυρίλλου.   

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Των Αγίων Ιερομαρτύρων ΗΡΑΚΛΕΙΔΟΥ και ΜΥΡΩΝΟΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Ιερομαρτύρων ΗΡΑΚΛΕΙΔΟΥ και ΜΥΡΩΝΟΣ, Επισκόπων Ταμάσου της Κύπρου.                                                                                            
Ηρακλείδης ο γενναίος του Χριστού Ιερομάρτυς κατήγετο από την νήσον Κύπρον, ήτο δε υιός ιερέως τινός των ειδώλων ονομαζομένου Ιερόκλεω. Επειδή δε οι της αληθείας πρόβολοι, Βαρνάβας και Μάρκος ομού, κατόπιν δε και Παύλος, ελθόντες εις την Κύπρον, ήρχισαν να κηρύττουν αδιστάκτως και θαρραλέως τον σωτήριον λόγον της ευσεβείας περιερχόμενοι από τόπου εις τόπον και ούτω ποιούντες έφθασαν μέχρι Σολέας, εύρον εις εν χωρίον αυτής, Λαμπαδιστού καλούμενον, τον Ιερόκλεων, όστις φιλόξενος ων υπεδέχετο τους ξένους και εκάλει αυτούς εις τον οίκον του, παρέχων εις αυτούς τροφήν και ανάπαυσιν. Καλεί όθεν κατά την συνήθειάν του ο Ιερόκλεως τους Αγίους τούτους Αποστόλους δια να τους φιλοξενήση, αλλ’ ούτοι δεν εδέχθησαν ούτε να μεταβούν εις τον οίκον του ούτε να συμφάγωσι μετ’ αυτού, καθόσον ούτος ήτο ιερεύς των ειδώλων· όθεν ζητούσι μόνον παρ’ αυτού να μάθουν την οδόν την οποίαν επεθύμουν να ακολουθήσουν. Ο δε Ιερόκλεως φιλανθρώπως φερόμενος έδωκεν εις αυτούς τον υιόν του Ηρακλείδην δια να τους καθοδηγήση ασφαλώς εις την οδόν, επειδή όλος ο τόπος εκείνος ήτο δύσβατος κατά πολύ. Ο Ηρακλείδης προθύμως τούτο ποιών ηκολούθει τους Αγίους Αποστόλους και καθωδήγει αυτούς εις την οδόν, συμβαδίζων δε ήρχισε να συνδιαλέγηται μετ’ αυτών περί της Ελληνικής παιδείας και θρησκείας. Οι δε θειότατοι Απόστολοι και μύσται του Σωτήρος, βλέποντες τούτον καλοπροαίρετον και ζηλωτήν της αληθείας προθυμότατον, ανταποδίδουσι την ευεργεσίαν πολλαπλάσιον και κηρύττουσιν εις αυτόν τον Ιησούν Χριστόν, τον επί γης σαρκωθέντα και παθόντα και αναστάντα, Θεόν αληθή, εις τον οποίον και μόνον οφείλει να πιστεύη. Δεν έπεσε δε ο σπόρος της αληθείας εις πέτραν, αλλ’ ευρών γην αγαθήν εκαρποφόρησεν αμέσως, διότι ο Ηρακλείδης, έχων εκ των προτέρων αμφιβολίαν δια την θρησκείαν των ειδώλων, πείθεται ευθύς εις το κήρυγμα των Αποστόλων και άνευ αναβολής ή δισταγμού πιστεύσας εις τον Χριστόν βαπτίζεται υπ’ αυτών και προχειρίζεται πρώτος ποιμήν της Εκκλησίας Ταμασέων. Ελκύσας δε και τους ιδίους γονείς δια της καλής του νουθεσίας, εβάπτισεν αυτούς. Αφού δε ο Άγιος εγένετο Επίσκοπος, ειργάσθη να εξαπλώση το όνομα του Χριστού, ωκοδόμησεν Εκκλησίας και καλώς το ποίμνιον αυτού εδίδαξε, πολλούς δε των Ελλήνων καθωδήγησεν εις θεογνωσίαν· ποικίλα δε πάθη θεραπεύων, νεκρούς ανιστών, δαίμονας διώκων και μυρία άλλα τεράστια θαύματα ενεργών, εμισήθη υπό των ειδωλολατρών και κατεκάη υπ’ αυτών μαζί με τον Μύρωνα παραδώσας την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Το δε ιερώτατον και τίμιον αυτού λείψανον ενταφιασθέν υπό των ευσεβών Χριστιανών πλείστα όσα θαύματα ενήργησε και ενεργεί εις τους μετά πόθου και πίστεως προσερχομένους εις τον Ιερόν αυτού Ναόν, τα οποία εάν θελήσωμεν να περιγράψωμεν ενταύθα εν προς εν δεν θέλει επαρκέσει εις ημάς ο χώρος, εκ των πολλών δε θα αναφέρωμεν ένα και μόνον υπερθαύμαστον και φρικώδες, το οποίον ο θαυμάσιος ούτος ετέλεσεν, ίνα εκ του ελαχίστου τούτου γνωρίσωμεν την προς Θεόν παρρησίαν του Αγίου. Κατά το έτος αψξθ΄ (1769) εν παιδίον, Ιωάννης καλούμενον, υιός τινος Χατζή Σάββα από της πόλεως Λευκωσίας και εκ της ενορίας Πεφανερωμένης, κατείχετο υπό αγρίου δαίμονος και εβασανίζετο συνεχώς καθ’ ημέραν. Οι δε γονείς του παιδίου εκ της πολλής αυτών θλίψεως έφεραν αυτό εις τον άγιον Ναόν του θαυματουργού Επισκόπου Ηρακλείδου, κατά την ημέραν κατά την οποίαν ετελείτο η μνήμη αυτού. Εν τω καιρώ δε της θείας λειτουργίας, ω του θαύματος! συνετάραξε σφοδρώς ο πονηρός δαίμων το παιδίον, το οποίον καταληφθέν υπό εμέτου εξέβαλεν εκ του στόματος ένα όφιν σπιθαμιαίον και δύο καρκίνους (καβούρια), τα οποία αναρτήσαντες κατόπιν εντός του Ναού διεφύλαττον αυτά, ίνα το θαυμάριον του Αγίου διακηρύττηται· από δε της ώρας εκείνης εθεραπεύθη τελείως το παιδίον, πάντες δε οι παρευρισκόμενοι εξεπλάγησαν εις το φρικώδες τούτο θαύμα και εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Θεόν και τον αυτού Ιεράρχην θαυματουργόν Ηρακλείδην, όστις και πολλάς άλλας θαυματουργίας καθ’ εκάστην επιτελεί εις δόξαν Χριστού του αληθινού Θεού ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Οι Άγιοι πεντήκοντα ΜΑΡΤΥΡΕΣ, οι εκ Παλαιστίνης, (Πηλεύς, Νείλος, Πατερμούθιος, Ηλίας και άλλοι ομού με αυτούς όντες τον αριθμόν εκατόν) πυρί τελειούνται.

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι πεντήκοντα ΜΑΡΤΥΡΕΣ, οι εκ Παλαιστίνης, (Πηλεύς, Νείλος, Πατερμούθιος, Ηλίας και άλλοι ομού με αυτούς όντες τον αριθμόν εκατόν) πυρί τελειούνται.  
                                                                                                                                 
Πηλεύς , Νείλος και οι λοιποί ως άνω ρηθέντες Άγιοι Μάρτυρες συνελήφθησαν, όταν εκινείτο ο κατά των Χριστιανών διωγμός υπό των ασεβών ειδωλολατρών, ήτοι από μεν την Αίγυπτον συνελήφθησαν δύο Επίσκοποι, Πηλεύς και Νείλος ονομαζόμενοι, και δύο ενδοξότατοι άρχοντες, Πατερμούθιος και Ηλίας καλούμενοι, και άλλοι ομού με αυτούς όντες τον αριθμόν εκατόν. Από δε την Παλαιστίνην συνελήφθησαν πεντήκοντα. Και οι μεν Άγιοι Πηλεύς και Νείλος, ομοίως και ο Πατερμούθιος και ο Ηλίας, και οι από την Παλαιστίνην πεντήκοντα, όλοι αυτοί δια πυρός ετελείωσαν το Μαρτύριον, και έλαβον τους στεφάνους παρά Κυρίου. Οι δε από την Αίγυπτον καταγόμενοι εκατόν, πρότερον μεν ετυφλώθησαν· διότι εξέβαλον τους οφθαλμούς των οι εθνικοί και απέκοψαν τας αγκύλας των αριστερών των ποδών· έπειτα παρέδωκαν αυτούς δια να δουλεύωσιν εις τα μεταλλεία. Τελευταίον δε τους απεκεφάλισαν, και ούτως έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως. 

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Η Αγία Μάρτυς ΘΕΟΔΟΤΗ η εν Νικαία

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς ΘΕΟΔΟΤΗ η εν Νικαία ξίφει τελειούται.                                  

Θεοδότη η Αγία Μάρτυς κατήγετο από τα μέρη του Ευξείνου Πόντου, έζη δε κατά τας ημέρας του Αλεξάνδρου Σεβήρου βασιλεύοντος εις την παλαιάν Ρώμην εν έτει σκβ΄ (222). Ότε δε ούτος απέστειλεν εις την χώραν των Καππαδοκών ως ηγεμόνα τον Σιμπλίκιον δια να κινήση διωγμόν εναντίον των Χριστιανών, διεβλήθη εις αυτόν η Αγία αύτη Θεοδότη, ήτις ήτο γυνή πολύ πλουσία κι περιφανεστάτη. Παρεστάθη λοιπόν η μακαρία έμπροσθεν του Σιμπλικίου, και επειδή δεν επείσθη να αρνηθή την εις Χριστόν πίστιν, δια τούτο κρεμάται εις τόπον υψηλόν και ξέεται κατά τας πλευράς επί πολλάς ώρας. Η δε Αγία δεν ενδιεφέρετο τελείως δια τους πόνους, αλλά μάλλον εδόξαζε τον Θεόν, και εφαίνετο ότι άλλος τα μαρτύρια έπασχε και όχι αυτή. Έπειτα βάλλεται εις φυλακήν, και μετά οκτώ ημέρας βλέποντες οι φύλακες ότι ηνοίχθησαν μόναι των αι θύραι της φυλακής, εξέστησαν. Όθεν σπεύσαντες ανήγγειλαν τούτο εις τον Σιμπλίκιον· ο δε Σιμπλίκιος δεν επίστευσεν εις αυτούς· την δε ερχομένην ημέραν παρέστησε πάλιν έμπροσθέν του την του Χριστού Μάρτυρα, και καθώς είδεν ότι ήτο όλη υγιής, χωρίς να έχη κανέν σημείον πληγής εις το σώμα της, λέγει προς αυτήν· «Ποία είσαι συ»; Η δε Αγία απεκρίθη· «Εσκοτίσθη η διάνοιά σου, ω ηγεμών, και δεν βλέπεις· διότι αν ο νους σου ήτο καθαρός, θα εγνώριζες ότι εγώ είμαι η Θεοδότη». Ταύτα τα λόγια ως ήκουσεν ο Σιμπλίκιος, προστάζει να καύσουν ένα κλίβανον και να βάλουν την Αγίαν μέσα εις αυτόν. Τούτου δε γενομένου, καθώς η Αγία εμβήκε μέσα εις τον κλίβανον, ευθύς εξεχύθη η φλοξ εκτός αυτού και έκαυσεν έως εβδομήκοντα ανθρώπους. Όσοι δε άνθρωποι δεν εκάησαν, αυτοί κλείσαντες την θύραν του κλιβάνου ανεχώρησαν. Κατά δε την ερχομένην ημέραν απέστειλεν ο ηγεμών δύο ιερείς των ειδώλων με άλλους τινάς, δια να εύρουν την στάκτην της Μάρτυρος και να την σκορπίσουν εις τον αέρα, να μη φανή πουθενά, νομίζων ο άφρων, ότι η Αγία κατεκάη από πυρ. Όταν λοιπόν ήνοιξαν τον κλίβανον, εχύθη έξω η φλοξ, και οι μεν ιερείς κατεκάησαν, οι δε άλλοι, βλέποντες την Αγίαν, ότι εκάθητο εν μέσω δύο νέων λευκοφόρων και έψαλλεν, εξεπλάγησαν, και από τον φόβον των έμειναν ως νεκροί· τότε η Αγία εξήλθεν από τον κλίβανον αβλαβής, χαίρουσα και ψάλλουσα. Αλλά πάλιν μετά ταύτα κλείεται η μακαρία εις φυλακήν· και επειδή ο Σιμπλίκιος έμελλε να υπάγη εις το Βυζάντιον, ήτοι εις την Κωνσταντινούπολιν, δια τούτο επρόσταξε την Αγίαν να ακολουθή αυτόν δεδεμένη. Ότε δε ο Σιμπλίκιος έφθασεν εις την Άγκυραν και εκάθισεν επί του θρόνου, τότε έφερε την Αγίαν έμπροσθέν του, και λέγει εις αυτήν· «Εάν δεν πεισθής να θυσιάσης εις τους θεούς, ήξευρε ότι επάνω εις αυτήν την πεπυρωμένην εσχάραν (δείξας αυτήν με την χείρα του) χωρίς ευσπλαγχνίαν θα σε αφανίσω». Η δε Αγία απεκρίθη· «Εάν έμβη και ο αξιωματικός Λιβελλήσιος μαζί με εμέ εις την κάμινον, και νικήση αυτήν, θα θυσιάσω και εγώ εις τους θεούς σου». Τότε ο Σιμπλίκιος λέγει προς Δωρόθεον τον Λιβελλήσιον (ούτως εκείνος ωνομάζετο)· «Κύριε Δωρόθεε Λιβελλήσιε, έχων μαζί σου την βοήθειαν των θεών, έμβα εις το πυρ»· ευθύς λοιπόν άμα ο Λιβελλήσιος εμβήκεν ομού με την Αγίαν εις το πυρ, εκείνος μεν κατεκάη αμέσως υπό του πυρός, η δε Αγία έμεινεν αβλαβής. Απορήσας λοιπόν ο Σιμπλίκιος και μη γνωρίζων τι να κάμη, προστάζει να δέσουν πάλιν την Αγίαν και να την βιάζουν να τρέχη οπίσω αυτού έως της Βιθυνίας. Όταν δε έφθασαν εις την Νίκαιαν, επρόσταξε την Αγίαν να έμβη εις τον ναόν των ειδώλων και να προσευχηθή· η δε Αγία εποίησε τούτο περιχαρώς· κι ω του θαύματος! άμα προσηυχήθη, έπεσαν τα είδωλα εις την γην και συνετρίβησαν. Επειδή δε εξεπλάγησαν όλοι όσοι συνήχθησαν εκεί και είδον το τοιούτον θαύμα, δια τούτο θυμωθείς ο Σιμπλίκιος επρόσταξε να εξαπλωθή η Αγία εις τέσσαρα μέρη, και να πριονισθή· αλλά το μεν πριόνιον ευθύς ημβλύνθη και να πριονίση δεν ηδύνατο, οι δε δήμιοι ηδυνάτησαν και απέκαμον. Τότε ο σκληροκάρδιος ηγεμών απορήσας δι’ όλα αυτά τα θαυμάσια, και σκοτισθείς την διάνοιαν, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν την Αγίαν. Και ούτως η γενναία Μάρτυς του Χριστού προς Κύριον εξεδήμησε, και έλαβε τον στέφανον της αθλήσεως.