Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Tου Αγίου Αποστόλου ΚΟΔΡΑΤΟΥ του εν Μαγνησία.

Τη ΚΑ΄ (21η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΚΟΔΡΑΤΟΥ του εν Μαγνησία.                                                                                                                                   
Κοδράτος ο Απόστολος και Μάρτυς ήτο ανήρ σοφός και πολυμαθής. Γενόμενος δε μαθητής των Αποστόλων, εχειροτονήθη Επίσκοπος των Αθηναίων και πολλούς επέστρεψεν εις την αληθή πίστιν του Χριστού, τους δε σοφούς των Ελλήνων, οίτινες υπερηφανεύοντο μεγάλως δια την σοφίαν των, απεστόμωσε και κατήσχυνε με την χάριν του Θεού και με την δύναμιν των λόγων του. Όθεν από τους διώκτας των Χριστιανών τιμωρηθείς με πέτρας, με πυρ και με πολλάς άλλας βασάνους, εδιώχθη από την επαρχίαν και το ποίμνιόν του· και απελθών εις την πόλιν Μαγνησίαν, εδίωξε και από εκεί με τας διδασκαλίας του το σκότος της πλάνης· ύστερον δε κατά τους χρόνους Αδριανού, του καλουμένου Αιλίου, εν έτει ριζ΄ (117), λαμβάνει του Μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον ευρίσκεται εις την Μαγνησίαν, πηγάζον πλουσίως πάσαν ιατρείαν ασθενείας εις όλους τους πλησιάζοντας μετά πίστεως. 

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

O Νέος Οσιομάρτυς ΙΛΑΡΙΩΝ ο Κρης ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΙΛΑΡΙΩΝ ο Κρης ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει από Χριστού αωδ΄ (1804) ξίφει τελειούται.                                                                                                                                       
Ιλαρίων ο Άγιος Οσιομάρτυς κατήγετο από την περίφημον νήσον Κρήτην, εκ της πόλεως Ηρακλείου, της κοινώς λεγομένης Κάστρον. Ο πατήρ αυτού εκαλείτο Φραντζέσκος, η δε μήτηρ του Αικατερίνα. Είχε δύο αδελφούς, Πολυζώην και Γεώργιον καλουμένους, και δύο αδελφάς. Ανατραφείς από τους γονείς του καλώς και χρηστοηθώς, έμαθε τα ιερά γράμματα και ήτο αγαθής προαιρέσεως, Ιωάννης πρότερον καλούμενος. Έχων θείον ιατρόν, προσελήφθη παρ’ αυτού, όστις απερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν έλαβε μεθ’ εαυτού και τον Ιωάννην, υπό την στέγην του οποίου παρέμεινεν επί δέκα έτη και επέκεινα. Αλλά δυστυχώς ο θείος του ούτε την ιατρικήν τον εμάνθανεν, αλλ’ ούτε και φροντίδα καμμίαν εδείκνυε προς αυτόν και ένεκα τούτου ηναγκάσθη να αποχωρήση εκείθεν και προσελήφθη εις την υπηρεσίαν εμπόρου τινός Χίου, Φραντζέσκου και αυτού λεγομένου. Ο νέος κύριός του Φραντζέσκος δια τινα εργασίαν απήλθεν εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα Χίον, αφήσας τον Ιωάννην με άλλον τινά Χριστιανόν εις το εργαστήριόν του, χωρίς όμως να καταμετρήση τα εν αυτώ πράγματα και παραδώση αυτά λεπτομερώς. Ότε δε επανήλθεν από την χίον, διϊσχυρίζετο και εφιλονίκει προς αυτούς, ότι τα συναχθέντα χρήματα από την πώλησιν δεν συμποσούνται με την τιμήν των πωληθέντων ειδών και ότι έλειπον εξ αυτών τριάκοντα γρόσια. Και δια μεν τον άλλον Χριστιανόν δεν υπωπτεύετο τι, ως έχων δήθεν αυτόν πολλούς χρόνους πλησίον του, όλον δε το βάρος της υποψίας έρριπτεν εις τον Ιωάννην και τον ηπείλει ότι έχει να του προξενήση μεγάλας ζημίας και κακά. Ο Ιωάννης, ευρεθείς εις τοιαύτην δύσκολον θέσιν και στενοχωρηθείς πολύ, έσπευσε προς τον θείον του, τον ιατρόν, ζητών παρ’ αυτού βοήθειαν, αλλ’ εκείνος δεν τον εδέχθη. Ω και τι κακόν είναι η συκοφαντία, αγαπητοί! Ολιγοψυχήσας τότε ο Ιωάννης εκ της πολλής λύπης και μεγάλης στενοχωρίας, απήλθεν εις το βασιλικόν ανάκτορον, δια να συναντήση την μητέρα του βασιλέως των Τούρκων, Βαλιδέ λεγομένην. Και κατά πρώτον παρουσιάσθη εις τον λεγόμενον Μπας Αγάν, όστις, Αιθίοψ ων, εκαλείτο Μερτζάν Αγάς. Εις τούτον, λοιπόν, εμφανισθείς (τον οποίον εκ των προτέρων εγνώριζεν), εδήλωσε την υπόθεσιν ζητών παρ’ αυτού βοήθειαν εις την προκειμένην δυσχερή δι’ αυτόν περίπτωσιν. Εκείνος τότε ο κάκιστος σύμβουλος, δραξάμενος της ευκαιρίας, τον συνεβούλευσε να γίνη Τούρκος και ακολούθως θα του παράσχη πολλάς δωρεάς και αξιώματα, ως πολλά ισχύων προς τον βασιλέα. Τότε ο Ιωάννης, αφ’ ενός μεν από την πολλήν στενοχωρίαν του, αφ’ ετέρου δε εκ συνεργίας του διαβόλου, σκοτισθείς την διάνοιαν, έδωκε λόγον εξωμοσίας και εν τω άμα ο μιαρός εκείνος ανέφερε τούτο εις την βασιλομήτορα και αύτη εις τον Σουλτάνον. Παραλαβόντες τότε ευθύς τον Ιωάννην, τον ετούρκευσαν και τον ενέδυσαν συγχρόνως ιμάτια λαμπρά, διορίσαντες και Χότζαν τινά να τον μανθάνη τουρκικά γράμματα και τα λοιπά ήθη αυτών, ποιήσαντες χαράν επί τούτω μεγάλην εις τα ανάκτορα. Αλλ’ ο πολυέλεος Κύριος, ο γινώσκων τα πάντα προ του γενέσθαι, διήγειρε τον έλεγχον της συνειδήσεως του Ιωάννου, όστις μετά τρεις ημέρας ελθών εις εαυτόν και ανανήψας, μετενόησεν εκ καρδίας, και ελυπήθη μεγάλως δια το μέγα κακόν όπου έπαθεν· όθεν εζήτει καιρόν και τρόπον να φύγη. Παρελθουσών έκτοτε δώδεκα ημερών εύρε κατάλληλον τρόπον και έφυγεν από το κατηραμένον εκείνο παλάτιον, ευρών δε και πλοίον ανεχώρησε δια την Κριμαίαν, ένθα παρέμεινε δέκα μήνας. Αλλά μη ευρίσκων ουδεμίαν ανάπαυσιν δια το μέγα πτώμα της αρνήσεως, εσκέφθη και απεφάσισε να απέλθη και να μαρτυρήση υπέρ του ονόματος του γλυκυτάτου Σωτήρος ημών Χριστού. Με τοιούτους αγαθούς λογισμούς εμβάς εις πλοίον ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις τινα πνευματικόν πατέρα, παπά Συμεών καλούμενον και σκητήν τινα Ιερεμίαν, εις τους οποίους και εφανέρωσε τον περί μαρτυρίου λογισμόν του. Αλλ’ εκείνοι τον συνεβούλευσαν και ήλθεν εις Άγιον Όρος, εξελθών δε εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων, απεστάλη περά των εκείσε Πατέρων εις την Ιεράν Σκήτην της Θεομήτορος Αγίας Άννης, παραγγείλαντες εις αυτόν να εύρη τον εν αυτή ασκούμενον Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, τον και προ ενός έτους προ της αφίξεως του Ιωάννου συνοδεύσαντα τον Οσιομάρτυρα Λουκάν εις Μιτυλήνην, όπου και εμαρτύρησε. Ταύτα ακούσας ο Ιωάννης και περιχαρής γενόμενος, ήλθεν εις ταύτην την Ιεράν Σκήτην , ένθα ευρών τον ρηθέντα Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, προσέπεσεν εις τους πόδας του δεόμενος και παρακαλών αυτόν να τον δεχθή εις την συνοδείαν του δι’ ολίγον καιρόν, ίνα διορθωθή και ό,τι είναι θέλημα Θεού να γίνη. Ο Βησσαρίων τον εδέχθη, αποφασίσας να τον βοηθήση όσον δύναται, εγκλείσας δε αυτόν εις τι μικρόν κελλίον της καλύβης του, τον διέταξε να ποιή μετανοίας μεγάλας χιλίας το ημερονύκτιον, και να τρώγη μετά την δύσιν του ηλίου μόνον άρτον και ύδωρ, και μετ’ ου πολύ τον ενέδυσε το Μοναχικόν Σχήμα, μετονομάσας αυτόν από Ιωάννην εις Ιλαρίωνα. Πρωϊαν τινά λέγει ο Ιλαρίων προς τον Γέροντά του Ιερομόναχον Βησσαρίωνα· «Άγιε Γέρων, σκεπτόμενος εγώ αφ’ ενός μεν την ματαιότητα του κόσμου, αφ’ ετέρου δε το μέγα πτώμα της αρνήσεως εις ο περιέπεσα, έκρινα, ότι καθώς ηρνήθην τον Ποιητήν και Πλάστην μου, ούτω πάλιν να τον ομολογήσω Θεόν αληθινόν, όπως τον ηρνήθην». Εις τον αγαθόν τούτον λογισμόν και την καλήν κρίσιν και απόφασιν του Ιλαρίωνος συγκατένευσεν ο Γέρων αυτού Βησσαρίων, και ευρόντες πλοίον εισήλθον εις αυτό και ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν. Περί δε τας πρωϊνάς ώρας της αυτής ημέρας εκοινώνησε παρά του Γέροντός του των Αχράντων Μυστηρίων και μετά απήλθεν εις το βασιλικόν παλάτιον, ένθα είχεν εξωμόσει, εχάρησαν δε χαράν μεγάλην οι εκεί όντες ως τον είδον. Αμέσως δε ο Άγιος παρουσιάσθη εις τον Αγάν του και λέγει ευθαρσώς· «Γνωρίζεις τον ερχομόν μου»; «Όχι», είπεν εκείνος. Επαναλαμβάνει ο Ιλαρίων· «Ευθύς τότε που εδέχθην τον Μουσουλμανισμόν, μετά τρεις ημέρας μετενόησα πικρώς και αμέσως αφήκα το σκότος της πλάνης και επανήλθον εις το φως το θαυμαστόν της αληθείας· όθεν αναθεματίζω την θρησκείαν σας και την ομολογίαν σας». Ταύτα ακούσας εκείνος και τρόπον τινά εμβροντηθείς, λέγει εις τον Μάρτυρα· «Και τις είσαι συ, βρε»; Ο δε Μάρτυς· «Χριστιανός ήμην και είμαι και αναθεματίζω την θρησκείαν και το σαλαβάτι σας». Και ρίψας κατά γης το σαρίκι, εφόρεσε τον μαύρον σκούφον, τον οποίον είχεν εις τον κόλπον του. Ιδών τότε ο Οθωμανός εκείνος άρχων το αμετάθετον της γνώμης του, προσέταξε και τον εβασάνισαν με διαφόρους βασάνους και σκληράς τιμωρίας, αίτινες είναι εξαρθρώσεις των αρμονιών και μελών όλου του σώματος και άλλαι δειναί τιμωρίαι, τας οποίας υπομείνας ο Μάρτυς γενναίως τελευταίον απετμήθη την κεφαλήν αυτού τη κ΄ (20η) Σεπτεμβρίου του έτους 1804. Και ούτως έλαβεν ο αξιάγαστος Οσιομάρτυς Ιλαρίων, τελέσας τον κάλλιστον δρόμον, διπλούν στέφος εκ χειρός του Κυρίου, της ασκήσεως και της αθλήσεως. Ο δε Θεός θέλων να δοξάση τον Άγιον, πολλά θαυμάσια ετέλεσε δι’ αυτού, τα οποία δια συντομίαν αφήσαντες, εν μόνον σημειούμεν, το εξής. Χριστιανός τις, ονόματι Κωνσταντίνος, πιττάρης το αξίωμα, παρεκάλεσε τον Γέροντα του Αγίου Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, να υπάγη εις τον οίκον του δια να ευλογήση τα τέκνα του. Ο δε απήλθε με άλλον αδελφόν ομού, Ιωάννην καλούμενον. Ως δε εισήλθον και εκάθησαν, ήλθεν η γυνή του καλέσαντος αυτούς μετά των τριών τέκνων της και ησπάσθησαν ευλαβώς την χείρα του Αγίου Γέροντος. Έπειτα ήλθεν έτερον κοράσιόν των, έως οκτώ ετών, Αλεξάνδρα καλούμενον. Λέγει ο πατήρ του κορασίου· «Ευλόγησον το τέκνον μου, άγιε Πνευματικέ»· ηυλόγησε δε και αυτό. Τούτο όμως είχε δαιμόνιον κρυφόν και ευθύς ως το ηυλόγησεν, το εν αυτώ οικούν δαιμόνιον το έρριψε χαμαί, το δε πρόσωπόν του εμαύρισε και εξήμει και άλλα συγχρόνως άτακτα σημεία εποίει, έως ου έμεινεν ως νεκρόν. Ταύτα ιδόντες ο τε Γέρων και ο μετ’ αυτού Ιωάννης έμειναν έντρομοι. Τότε ενεθυμήθη ο Γέρων, ότι είχεν αίμα και τρίχας του Αγίου Ιλαρίωνος εις τι πανίον και μόλις ανοίξας αυτά, πριν φθάση να σφραγίση την πάσχουσαν δι’ αυτών, ω του θαύματος! αμέσως εξήμεσεν αίμα εκ του στόματός του και εν τω άμα ηγέρθη υγιές το κοράσιον. Ένθους τότε ο πατήρ αυτού έκραξε μεγαλοφώνως· «Άγιέ μου Ιλαρίων, ευχαριστώ σοι». Και ούτως εδόξασεν ο Κύριος τον δια μαρτυρικού τέλους δοξάσαντα Αυτόν άγιον Ιλαρίωνα. 

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Tου Οσίου ΙΩΑΝΝΟΥ του εν τη νήσω των Κρητών διαλάμψαντος.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ του εν τη νήσω των Κρητών διαλάμψαντος.                                                                              

Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εκ γονέων ευσεβών και πλουσίων, εν τω χωρίω Σίββα, της επαρχίας Πυργιωτίσσης Κρήτης, κατά τον δέκατον μετά Χριστόν αιώνα, επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου, βασιλεύσαντος εν Κωνσταντινουπόλει από του έτους 951 μέχρι του έτους 959. Εκ παιδικής ηλικίας αγαπήσας τον μοναχικόν βίον και αρνηθείς γονείς, αδελφούς και λοιπούς συγγενείς, ως και πλούτον και δόξαν πρόσκαιρον και πάσαν άλλην του κόσμου ευμάρειαν, ανεχώρησεν εις τας ερήμους της Κρήτης, διάγων βίον ερημικόν και ισάγγελον, προσευχόμενος μόνος προς μόνον τον Θεόν, υπέρ της αγάπης του οποίου εβάσταζεν υποφέρων τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετόν της νυκτός, ωσεί να ήτο πέτρινος ο γενναίος· εν τοιαύτη δε πολιτεία διάγων, ένευσεν ο Θεός εις την καρδίαν αυτού και ανήλθεν εις το όρος το καλούμενον Ράξος. Εν τη τοποθεσία εκείνη και εντός σπηλαίου ο Όσιος κατά θείαν αποκάλυψιν έκτισεν Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι των αυταδέλφων Αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού Επισκόπων Αρκαδίας της Κρήτης· ενταύθα δε καρείς Μοναχός υπό ευλαβούς τινος Γέροντος και αφήσας επιστάτην της Εκκλησίας ενάρετόν τινα Μοναχόν, ανεχώρησεν εκείθεν και περιπατών από τόπου εις τόπον, ανήλθεν εις την κορυφήν του όρους Μυριοκεφάλου. Εις το όρος λοιπόν τούτο του Μυριοκεφάλου έκτισεν ο Όσιος Ιωάννης εξ αποκαλύψεως την και σήμερον εισέτι σωζομένην Ιεράν Μονήν της Θεοτόκου Αντιφωνητρίας επονομαζομένην, την οποίαν και αποπερατώσας αφιέρωσεν εις αυτήν πάσαν την τε κινητήν και ακίνητον αυτού περιουσίαν, και όσας συνδρομάς και αφιερώματα συνέλεξεν εκ των ευλαβών Χριστιανών. Είτα παραδώσας την Μονήν εις τους εν τω μεταξύ προσελθόντας εξ Μοναχούς, των οποίων διώρισε προϊστάμενον Λουκάν τινα Ιερομόναχον, ανεχώρησεν αυτός εκείθεν, αφ’ ενός μεν εκ ταπεινοφροσύνης δια τας αποδιδομένας εις αυτόν μεγάλας τιμάς υπό των Χριστιανών, και αφ’ ετέρου ίνα και αλλαχού προσφέρη παρόμοια θεάρεστα έργα. Όθεν ελθών εις τόπον λεγόμενον Μέλικα εις Χαμοβούνι, έκτισεν εκεί Εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου. Επίσης εις τοποθεσίαν καλουμένην Αρρήου έκτισεν ετέραν Εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου Ψαροπιάστου επιλεγομένην, δι’ αιτίαν τοιαύτην, κατά την σωζομένην παράδοσιν. Ότε παρουσιάσθη έλλειψις τροφίμων κατά την οικοδομήν του Ναού, ο κτίτωρ Άγιος απέστειλε τους αλιείς του χωρίου εις την πλησίον θάλασσαν ίνα αλιεύσωσιν επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου· ούτοι δε αλιεύσαντες, συνέλαβον τοσούτον πλήθος ιχθύων, ώστε πάντες ωμολόγησαν ότι τούτο προήλθεν εκ θαύματος του Αγίου Γεωργίου, Ψαροπιάστου έκτοτε επονομασθέντος. Αφήσας ενταύθα επιστάτην της Εκκλησίας ο Όσιος Ιερομόναχον τινα, Ευτύχιον ονομαζόμενον, αυτός επέστρεψεν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων· εκείθεν δε αναχωρήσας αύθις, μετέβη εις θέσιν καλουμένην Μουσσέλα, ένθα έκτισεν ετέραν Εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου Παταπίου, την οποίαν κατέστησεν ακολούθως Μοναστήριον· πάσας δε τας Εκκλησίας και τα Μονύδρια ταύτα αφιέρωσεν ο Όσιος Ιωάννης εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων. Θέλων όμως ο Όσιος ίνα καταστήση την Μονήν ταύτην ανεξάρτητον, ανενόχλητον και απείρακτον από παντός προσώπου εκκλησιαστικού και πολιτικού, απήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν επί αυτοκράτορος Ρωμανού του Β΄ (959 – 963) και Οικουμενικού Πατριάρχου Αλεξίου, των οποίων δεηθείς, έλαβε χρυσόβουλλον και σιγγιλλιώδες γράμμα, ίνα η Μονή αύτη λαμβάνη κατ’ έτος εκ του βασιλικού τελωνείου νομίσματα ημίσειαν λίτραν και άλλα τινά, και να τελή αύτη του λοιπού απείρακτος, ανεμπόδιστος, ανενόχλητος και παντελώς ελευθέρα μετά των συνηνωμένων μετ’ αυτής Μονυδρίων, επί των οποίων να μη έχωσιν ουδέν δικαίωμα οι κατά καιρούς Μητροπολίται και Επίσκοποι, αλλά να έχη αύτη το δικαίωμα ίνα αναφέρεται ελευθέρως προς τον Πατριάρχην επί πάσης υποθέσεως αυτής. Εδώρησαν δε εις αυτόν και οι Χριστιανοί της Κωνσταντινουπόλεως ιεράς Εικόνας, ιερά σκεύη, βιβλία και άλλα Εκκλησιαστικής φύσεως πράγματα, τα οποία πάντα έφερε και αφιέρωσεν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων, εκ της οποίας αναχωρήσας πάλιν, μετέβη προς τα μέρη των Χανίων, ένθα εις θέσιν Κουφόν έκτισεν ετέραν Μονήν επ’ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής, σωζομένην μέχρι σήμερον και φέρουσαν χρονολογίαν αδ΄ (1004) και όπισθεν αυτής προς τον αιγιαλόν έκτισεν ετέραν εις το χωρίον Αζωγυρέ επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου. Προβλέπων δε ο θείος Ιωάννης, ότι έφθασεν ο καιρός ίνα εγκαταλείψη τον μάταιον τούτον κόσμον και να μεταβή προς τον ποθούμενον Χριστόν, ανεχώρησεν εις το δυτικόν μέρος της επαρχίας Κισσάμου, εις χωρίον καλούμενον Ακτή, και εκεί ευρών μέρος ακατοίκητον και αρεστόν εις αυτόν, έκτισε κατοικητήριον πολύ ησυχαστικόν, και κατόπιν μέγα Κοινόβιον του Αγίου Ευσταθίου, περιέχον εντός και Ναούς του Αγίου Φωτίου, των Γενεθλίων της Θεοτόκου και του Αγίου Νικολάου. Ενταύθα συνέταξε την διαθήκην αυτού και εκοιμήθη εν ειρήνη μεταβάς προς τον αυτώ ποθούμενον Χριστόν. Σώζεται εισέτι εν τη Ακτή και εντός σπηλαίου Ιερός Ναός επ’ ονόματι του Οσίου τούτου τιμώμενος, περιέχων μεταξύ των άλλων και αρχαίαν βυζαντινήν ιεράν αυτού εικόνα φέρουσαν την επιγραφήν «ο Άγιος κυρ Ιωάννης ο εν Κρήτη» και παριστάνουσαν τον Άγιον ιστάμενον όρθιον και εις σχήμα γέροντος ερημίτου, κρατούντα εις μεν την δεξιάν χείρα Σταυρόν, εις δε την αριστεράν τεμάχιον χάρτου γράφοντος «Φυλάξωμεν εαυτούς, αδελφοί, από λογισμούς ρυπαρούς και ως παρακαταθήκην λαβόντες τηρήσωμεν τω Κυρίω την ψυχήν». Αυτού αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν. 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Ο Άγιος Οσιομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο Αιγύπτιος

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Οσιομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο Αιγύπτιος και οι συν αυτώ τεσσαράκοντα ΜΑΡΤΥΡΕΣ ξίφει τελειούνται.                                                                       

Ιωάννης ο Άγιος Μάρτυς ήτο μέγας Αιγύπτιος ομολογητής· επειδή δε ο παράνομος και ασεβής Μαξιμιανός δεν ηδύνατο να υπομείνη την δια Χριστόν παρρησίαν αυτού, επρόσταξε να θανατώσουν αυτόν δια ξίφους ομού με άλλους τεσσαράκοντα εν έτει 295. Και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο Όσιος ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο Επίσκοπος Κύπρου

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο Επίσκοπος Κύπρου εν ειρήνη τελειούται.                                                                                                                          

Μελέτιος ο Όσιος και μακάριος Πατήρ ημών γέγονεν Επίσκοπος της Εκκλησίας Κύπρου, ευλαβής ων και φοβούμενος τον Θεόν, είχε δε έργον ακατάπαυστον ο αοίδιμος το να διδάσκη τον λαόν τα θεία του Χριστού λόγια, και το να διαμοιράζη εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά του· ούτω λοιπόν ποιών εις όλην του την ζωήν, εν ειρήνη ανεπαύσατο.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Των Αγίων Ομολογητών ΘΕΟΔΩΡΟΥ και ΕΥΠΡΕΠΙΟΥ,

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Ομολογητών ΘΕΟΔΩΡΟΥ και ΕΥΠΡΕΠΙΟΥ, μαθητών του αυτού Αγίου Μαξίμου.                                                                                        

Μάξιμος ο σοφώτατος Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής είναι εκείνος, όστις επρωτοστάτησε δια την συγκρότησιν της εν Ρώμη Συνόδου, ήτις συγκληθείσα υπό του Αγίου Μαρτίνου Πάπα Ρώμης κατά το έτοςχμε΄ (645) ανεθεμάτισε την α΄ρεσιν Κώνσταντος του εγγόνου του Ηρακλείου, του μίαν θέλησιν επί Χριστού δογματίζοντος. Την απόφασιν ταύτην της Συνόδου μαθών ο βασιλεύς, πρώτον μεν έστειλε και έφερεν από την Ρώμην τον Άγιον τούτον Μάξιμον και τους δύο μαθητάς του, Αναστασίους καλουμένους, και ύστερον από πολλάς θλίψεις, όπου τους επροξένησεν, εξώρισεν αυτούς εις την Θράκην· και πάλιν εκείθεν αυτούς μετακαλέσας και βλέπων, ότι ήσαν απτόητοι και πάσης κολακείας ανώτεροι, του μεν Αγίου Μαξίμου και του ενός Αναστασίου, του μεγαλυτέρου, κόπτει τας δεξιάς χείρας και τας γλώσσας, και εξορίζει τούτους ομού με τους άλλους τρεις μαθητάς του εις διαφόρους τόπους. Και ο μεν θείος Μάξιμος, εξορισθείς εις την Λαζικήν χώραν και τρία έτη διανύσας εις την εξορίαν, πλήρης ων ημερών, ανεπαύθη εν Κυρίω· ο δε Πρεσβύτερος Αναστάσιος, ο μαθητής αυτού, εξωρίσθη εις τι φρούριον της Αλβανίας και διαπεράσας είκοσιν έτη εν τη εξορία, ετελειώθη εν Κυρίω· ο δε νεώτερος Αναστάσιος, πεμφθείς εις τι φρούριον της Θράκης, ετελείωσε την ζωήν του εν τη ομολογία της πίστεως. Θεόδωρος δε, ο τρίτος μαθητής του Αγίου, είκοσιν έτη διελθών εν τη εξορία, απήλθε προς Κύριον· ο δε τέταρτος μαθητής του Ευπρέπιος, εν μόνον έτος ταλαιπωρηθείς εν τη εξορία, προς Κύριον εξεδήμησε και ούτως έλαβον όλοι τους της ομολογίας στεφάνους. Μετά ταύτα δε έστειλενο αιρετικός βασιλεύς και έφερεν από την Ρώμην Μαρτίνον τον αγιώτατον Πάπαν, ομού με άλλους δυτικούς Επισκόπους, περί του οποίου είπομεν εις την δεκάτην τρίτην του Απριλίου, καθ’ ην ιδιαιτέρως εορτάζεται η μνήμη αυτού. 

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Των Αγίων Ομολογητών ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου και ΑΝΔΡΕΟΥ Πρεσβυτέρου.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Πατέρων ημών και Ομολογητών ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου και ΑΝΔΡΕΟΥ Πρεσβυτέρου.                                                                               

Υπάτιος ο Επίσκοπος και Ανδρέας ο Πρεσβύτερος κατήγοντο από την χώραν των Λυδών, όταν δε ήσαν παιδία επήγαιναν εις εν σχολείον, και με τας συνεχείς νηστείας και αγρυπνίας, τας οποίας έκαμνον, και με την καθαράν ζωήν και την πολλήν ταπεινοφροσύνην και την εις πάντας αγάπην, όπου μετεχειρίζοντο οι αοίδιμοι, υπερέβαλλον όλους τους εκεί μαθητάς· και ο μεν Υπάτιος ηγάπησε την μοναδικήν ζωήν, ο δε Ανδρέας ενεπιστεύθη την διακονίαν της Εκκλησίας. Επειδή δε ο Επίσκοπος Εφέσου έμαθε την ενάρετον αυτών πολιτείαν, έστειλε και τους έφερε· και τον μεν Υπάτιον εχειροτόνησεν Επίσκοπον, τον δε Ανδρέαν Πρεσβύτερον, ήτοι Ιερέα. Λέων δε ο δυσσεβής και εικονομάχος, μαθών περί αυτών, ότι είναι κήρυκες της αληθείας και διδάσκουσι πάντας να σέβωνται και να προσκυνώσι τας αγίας Εικόνας, έστειλε και τους έφερε· και πρώτον μεν τους έβαλεν εις την φυλακήν· έπειτα δε επρόσταξε να σύρωνται κατά γης και να διασπαράττωνται. Μετά ταύτα απέσπασε μεν τα δέρματα των ιερών αυτών κεφαλών, επάνω δε των γυμνών κεφαλών των κατέκαυσε πολλάς αγίας Εικόνας ο αλιτήριος, ύστερον δε έχρισε τα γένειά των με πίσσαν και έσυρεν αυτούς δια μέσου της πόλεως. Τελευταίον  δε κατέσφαξεν αυτούς εις τα μέρη τα λεγόμενα του Ξηρολόφου· και μετά τον θάνατον, δεν αφήκεν ο θηριώνυμος να τους ενταφιάσουν, αλλά τους έρριψεν εις τους κύνας δια να τους φάγουν.