Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

H Αγία Μάρτυς Ραϊς

 Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΡΑΪΔΟΣ της παρθένου.                                                          

Ραϊς  η Αγία Μάρτυς και παρθένος κατήγετο από μίαν πόλιν της Αιγύπτου ονομαζομένην Βάταν (ή Τάμαν), θυγάτηρ Πέτρου τινός. Εφόρεσε δε το των Μοναζουσών σχήμα, ότε ήτο ετών δώδεκα. Μίαν φοράν δε, μεταβαίνουσα με άλλας παρθένους εις την πηγήν δια να φέρη νερόν, είδε πλήθος παρθένων γυναικών και ανδρών Πρεσβυτέρων και Διακόνων Μοναχών, τους οποίους είχε δεδεμένους Λουκιανός ο ηγεμών. Ερωτήσασα δε και μαθούσα, ότι δια τον Χριστόν είναι δεδεμένοι, έλαβεν εις την ψυχήν της ανδρείαν και έσμιξε και τον εαυτόν της με τας δεδεμένας παρθένους. Ο δε δεσμοφύλαξ συνεβούλευσεν αυτήν να φροντίση δια την ζωήν της, και να μη θελήση να αποθάνη ακαίρως με τας άλλας παρθένους. Η δε μακαρία Ραϊς, όχι μόνον δεν κατεπείσθη εις την συμβουλήν του, αλλά και παρασταθείσα έμπροσθεν του ηγεμόνος περιεγέλασε τους θεούς του. Επειδή δε εκείνος περιέπαιξε την των Χριστιανών πίστιν, δια τούτο η αοίδιμος Ραϊς, χωρίς να φοβηθή τελείως, έπτυσεν εις το πρόσωπον εκείνου. Όθεν πρώτον βασανίζεται με βασάνους πολλάς, και τελευταίον δια ξίφους την κεφαλήν αποτέμνεται και ούτω λαμβάνει παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

O Άγιος Μάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ μετά των δύο αυτού τέκνων ΠΕΤΡΟΥ και ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ μετά των δύο αυτού τέκνων ΠΕΤΡΟΥ και ΑΝΤΩΝΙΟΥ ο μεν πατήρ ξίφει, οι δε υιοί τα μέλη εκκοπέντες τελειούνται.                            

Ιωάννης ο Άγιος Μάρτυς και τα δύο αυτού τέκνα, Πέτρος και Αντώνιος, ήσαν από τας Συρακούσας, πρωτεύουσαν τότε της νήσου Σικελίας, έζων δε εις αυτήν κατά τας ημέρας του αυτοκράτορος Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ (867). Τότε εις όλην την Αφρικήν εξουσίζον οι Αγαρηνοί, των οποίων άρχων ήτο ο θηριώδης εκείνος και ωμότατος Αβραχίμ. Ούτος λοιπόν, αφού επολέμησε τας Συρακούσας, έλαβεν από εκεί αιχμάλωτον τον άνω ειρημένον Ιωάννην ομού με τους υιούς του Πέτρον και Αντώνιον, νεαράν έχοντας τότε ηλικίαν, Όθεν τους παρέδωκεν εις διδάσκαλον Αγαρηνόν, δια να μανθάνουν τα ιδικά των γράμματα. Όταν δε οι νέοι έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν και υπερέβαλον τους άλλους κατά την φρόνησιν και τας άλλας αρετάς, τότε ο τύραννος, θαυμάζων δια τα τοιαύτα προτερήματά των, τον μεν Αντώνιον κατέστησε Γενικόν, τον δε Πέτρον, Σακελλάριον. Ούτοι λοιπόν κρυφίως μεν ήσαν Χριστιανοί, εις δε το φανερόν υπεκρίνοντο την των Αγαρηνών θρησκείαν. Πλην δεν ηδυνήθησαν να μένωσι κεκρυμμένοι έως τέλους. Δια τούτο, αφού έμαθε τούτο ο Αβραχίμ, ωργίσθη και παρευθύς έκλεισε τους πόδας των Αγίων εις το τιμωρητικόν ξύλον και έδειρεν αυτούς με ακανθωτά ραβδία. Και ο μεν μακάριος Αντώνιος, λαβών τετρακοσίας πληγάς εις τους πόδας και καταπληγωθείς από αυτάς, ηυχαρίστει τον Θεόν· έπειτα τίθεται επάνω εις ένα όνον, και δεθείς εις το σαμάριον με σχοινία, πομπεύεται δια μέσου όλης της πόλεως. Ο δε Πέτρος εκγυμνωθείς δέρεται με ραβδία εις την κοιλίαν και εις την ράχιν. Έπειτα ρίπτεται ομού με τον αδελφόν του Αντώνιον εις την φυλακήν. Μετά ταύτα εκβάλλει αυτούς ο τύραννος από την φυλακήν και κατασυντρίβει με ξύλα σκληρά τους βραχίονάς των έως εις τους ώμους· ομοίως συντρίβει και τους δακτύλους και τας παλάμας των· έπειτα συνθλά και τους μηρούς και τους πόδας, ώστε τα μεν οστά των έγιναν απαλά ως σάρκες, αι δε σάρκες αυτών έγιναν πάλιν ως πηλός· και τόσον πολύ εζυμώθησαν με το αίμα, ώστε έγιναν εν μίγμα. Έπειτα προσκαλέσας ένα χαλκέα ο τύραννος, επρόσταξεν αυτόν να κατασκευάση μίαν λαβίδα και πυρακτώσας καλώς αυτήν (ω σκληροτάτης ψυχής, της και αυτά τα θηρία υπερβαινούσης!) να κόψη τους όρχεις αυτών και να τους βάλη μέσα εις τα στόματά των. Και ούτως οι γενναιότατοι του Κυρίου αθληταί ετελειώθησαν με ταύτην την πολυώδυνον βάσανον και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Ύστερον δε έσυρε παρ’ εαυτώ ο απάνθρωπος τύραννος τον πατέρα αυτών Ιωάννην, και στρέψας οπίσω τον τράχηλον του αοιδίμου με την αριστεράν του χείρα, ενέπηξεν εις τον φάρυγγα του Αγίου την μάχαιράν του· και ούτως ο τρισόλβιος ως ιχθύς ασπαίρων, επάνω εις τα σώματα των ιδίων του τέκνων παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Μετά ταύτα ανάψας ο δυσσεβέστατος πυράς, κατέκαυσε τα των Μαρτύρων σώματα. 

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΑΝΔΡΕΑΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΑΝΔΡΕΑΣ λόγχη τελειούται.                                                

Ανδρέας ο μακάριος Μάρτυς, γέρων ων κατά την ηλικίαν, έζη κατά τας ημέρας του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ΄ (867), συλληφθείς δε υπό των Αγαρηνών, οίτινες κατά την εποχήν εκείνην εξουσίαζον όλην την Αφρικήν και είχον φθάσει μέχρι της Σικελίας, παρεστάθη ενώπιον του άρχοντος αυτών, του θηριώδους και ωμοτάτου Αβραχίμ. Επειδή δε ωμολόγησε παρρησία την εις Χριστόν πίστιν, ερρίφθη εις την φυλακήν και εκεί έμεινεν πολλά έτη, έως ου κατεξηράνθη όλος από την πείνν και δίψαν, και από τας άλλας ταλαιπωρίας της φυλακής. Μετά ταύτα, επειδή δεν επείθετο να αρνηθή την ευσέβειαν, το άσπλαγχνον εκείνο θηρίον, ο Αβραχίμ, ανέβη επάνω εις ίππον, και λαβών εν ακόντιον, έστησε τον Άγιον κατ’ ευθείαν έμπροσθεν εις τον δρόμον. Έπειτα τρέχων με τον ίππον, κτυπά εις το στήθος τον Μάρτυρα με το ακόντιον. Επειδή δε ήκουσεν ότι εφώναζεν από καρδίας ο Άγιος μίαν φωνήν ευχαριστήριον εις τον Θεόν, δια τούτο στρέφει ο αιμοβόρος από το όπισθεν μέρος του Μάρτυρος, και κτυπά δεύτερον αυτόν εις την ράχιν με άλλο ακόντιον. Όθεν επειδή και τα δύο ακόντια διήλθον τα σπλάγχνα του έσωθεν έως έξω, έπεσε κατά γης ο γενναίος αγωνιστής· είτα αποτμηθείς την κεφαλήν, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού και ανέβη νικηφόρος εις τα ουράνια. 

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Η Σύλληψις του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Τη ΚΓ΄ (23η) του αυτού μηνός η Σύλληψις του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.                                                                                                              

Ο Κύριος ημών και Θεός, ο του Πατρός Μονογενής Υιός και Λόγος, όταν έμελλε να καταβή από τους ουρανούς και να συλληφθή ασπόρως και παραδόξως εις την παρθενικήν κοιλίαν της Παναμώμου Αυτού Μητρός, ηθέλησε να προβεβαιώση την εν τη Παρθένω ιδικήν του άσπορον σύλληψιν με άλλο θαύμα παράδοξον. Τούτου ένεκα εξ μήνας προς της ιδικής του συλλήψεως απέστειλε τον Αρχάγγελον Γαβριήλ εις τον Προφήτην και Αρχιερέα Ζαχαρίαν, όστις ευρίσκετο τότε εις τον Ναόν και εθυμία και προσηύχετο υπέρ του λαού, και διεμήνυσεν εις αυτόν την παράδοξον σύλληψιν του ιδικού του Προδρόμου, η οποία έμελλε να γίνη εν τη κοιλία της στείρας και γηραιάς γυναικός του, της Ελισάβετ, και την οποίαν σύλληψιν εορτάζομεν  σήμερον. Ο δε Ζαχαρίας, επειδή δεν επίστευσεν εις την παρ’ ελπίδα ταύτην αγγελίαν του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, δια τούτο κατεδικάσθη εις αφωνίαν και σιωπήν, έως ου ίδη δια των έργων γενόμενον το αρχαγγελικόν μήνυμα. 

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

οι Άγιοι Εικοσιέξ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ Ζωγραφίται

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Εικοσιέξ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τους λατινόφρονας, τον τε βασιλέα Μιχαήλ και τον Πατριάρχην Βέκκον, επάνωθεν του Πύργου πυρί τελειούνται.                                                                                    

Επειδή το Άγιον Όρος πάντοτε και ήτο και είναι ο πρόβολος και το στήριγμα της πασχούσης εν τη Ανατολή Εκκλησίας, δια τούτο οι Λατίνοι, ίνα καταστρέψωσι το θεμελιώδες τούτο στήριγμα της Ορθοδοξίας, εισεπήδησαν ποτε και εις αυτό, πείθοντες δια λόγων, εξαπατώντες δια χρημάτων και υποσχέσεων, και καταναγκάζοντες δια των απειλών και της τυραννικής μέχρι μαρτυρίου βίας, όπως αναγνωρισθή και εν τω Αγίω Όρει η εξουσία του Πάπα της Ρώμης. Πλην όμως ολίγοι τινές δειλοκάρδιοι επείθοντο εις τούτο· οι δε πλείονες αυτών επεσφράγισαν δια του ιδίου αίματος την εαυτών ομολογίαν, και δια της σταθερότητος αυτών εξήλεγξαν την ιερόσυλον του Πάπα οικειοποίησιν της εξουσίας και του πεπλασμένου ονόματος ως τοποτηρητού του Χριστού, όστις εις και μόνος και ήτο και είναι και θα είναι εις τους αιώνας, η κεφαλή της Αγίας αυτού Εκκλησίας. Ίνα δε παρεκκλίνωσι οι Μοναχοί του Αγίου Όρους εις τα της Ρώμης και του Πάπα σαθρά δόγματα, συνήργει δυστυχώς και ο τότε αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, και ο Πατριάρχης αυτής Ιωάννης Βέκκος. Ούτοι λοιπόν ήλθον εις το Άγιον Όρος μετά στρατιωτικής δυνάμεως, και αφού έπραξαν εκείνα τα οποία έπραξαν εις τας άλλας Μονάς, ήλθον τελευταίον και εις την Ιεράν Μονήν του Ζωγράφου, πυρ και μανίαν πνέοντες κατά των οικούντων αυτήν Μοναχών. Κατ’ εκείνον δε τον φρικτόν και φοβερόν δια το Άγιον Όρος καιρόν, πλησίον της Μονής Ζωγράφου ηγωνίζετο κατά μόνας εις Μοναχός, έχων συνήθειαν ιεράν να αναγινώσκη πολλάκις καθ’ εκάστην τον Ακάθιστον Ύμνον της Θεοτόκου ενώπιον της θείας Εικόνος αυτής. Εν μια λοιπόν των ημερών, ότε εις τα χείλη του Γέροντος αντηχούσεν ο Αρχαγγελικός ασπασμός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το «Χαίρε», ακούει αίφνης ο Γέρων εκ της αγίας αυτής Εικόνος τους εξής λόγους· «Χαίρε και συ, Γέρων του Θεού»! ο δε Γέρων εγένετο έντρομος. «Μη φοβού», εξηκολούθησεν ησύχως η εκ της Εικόνος θεομητορική φωνή, «αλλ’ απελθών ταχέως εις την Μονήν, ανάγγειλον εις τους αδελφούς και εις τον Καθηγούμενον ότι οι εχθροί εμού τε και του Υιού μου επλησίασαν. Όστις λοιπόν υπάρχει ασθενής τω πνεύματι, εν υπομονή ας κρυφθή, έως ότου παρέλθη ο πειρασμός· οι δε επιθυμούντες μαρτυρικούς στεφάνους ας παραμείνωσιν εν τη Μονή· άπελθε λοιπόν ταχέως». Υπακούσας ο Γέρων εις τε την φωνήν και την θέλησιν της Πανάγνου Δεσποίνης ημών, και καταλιπών την κέλλαν αυτού, έδραμεν όσον ηδύνατο ταχύτερον εις την Μονήν, ίνα παράσχη εις τους αδελφούς τρόπον και καιρόν να εμψυχωθώσι και να σκεφθώσιν ωρίμως έκαστος αυτών περί του προκειμένου κινδύνου· αλλά μόλις ο Γέρων έφθασεν εις την πύλην της Μονής, και ιδού βλέπει την εις το κελλίον αυτού αγίαν Εικόνα της Θεομήτορος, ενώπιον της οποίας ανεγίνωσκε προ ολίγου τον Ακάθιστον Ύμνον, και παρ’ αυτής ήκουσε την ανωτέρω φωνήν, ισταμένην επί των πυλών της Μονής. Όθεν μετά κατανύξεως και ευλαβείας πεσών ενώπιον αυτής και προσκυνήσας έλαβεν αυτήν· και ούτω ομού με την αγίαν Εικόνα παρουσιάσθη προς τον Καθηγούμενον. Ακούσαντες δε οι αδελφοί τον επικείμενον κίνδυνον εταράχθησαν μεγάλως· και οι μεν ασθενέστεροι αυτών ταχέως εκρύβησαν εις τα όρη και σπήλαια· είκοσι δε και εξ Μοναχοί, μετά των οποίων και ο Καθηγούμενος, έμειναν εις την Μονήν και εισήλθον εντός του Πύργου, αναμένοντες τους εχθρούς αυτών και προσδοκώντες τους μαρτυρικούς στεφάνους. Μετ’ ολίγον έφθασαν και οι Λατίνοι μετά των λατινοφρόνων, οίτινες κατ’ αρχάς δι’ όλης της δυνάμεως και της ρητορικής τέχνης των Δυτικών παρεκίνουν τους Μοναχούς, ίνα ανοίξωσιν εις αυτούς τας πύλας της Μονής και αναγνωρίσωσι τον Πάπαν κεφαλήν της οικουμενικής Εκκλησίας, υποσχόμενοι το έλεος αυτού του Πάπα και πλήθος χρυσίου· οι δε Μοναχοί ηρώτησαν από τον Πύργον τους Λατίνους, λέγοντες: «Και τις είπεν εις υμάς ότι ο ιδικός σας Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας; πόθεν η τοιαύτη παρ’ υμίν διδασκαλία; Εις ημάς κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός! Ευκολώτερον ημείς αποφασίζομεν ίνα αποθάνωμεν ή να υποχωρήσωμεν, ώστε να μολυνθή ο ιερός ούτος τόπος υπό της ιδικής σας βίας και τυραννίας· δεν ανοίγομεν τας πύλας της Μονής. Αναχωρήσατε εντεύθεν»! Οι δε Λατίνοι εφώνησαν μανιωδώς· «Και λοιπόν, αφού το θέλετε, απαθάνετε». Και ευθύς συναθροίσαντες πλήθος φρυγάνων και ξύλων περί τον Πύργον, κατέκαυσαν αυτούς·  και η μεν φλοξ εξαρθείσα υψηλά διεχύθη εις τον αέρα· οι δε Μοναχοί ουδόλως υποχωρήσαντες της πνευματικής αυτών κατοικίας, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Κύριον και ευχόμενοι υπέρ των εχθρών αυτών παρέδωκαν τας αγίας αυτών ψυχάς εις χείρας Θεού. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Του Οσίου ΚΟΣΜΑ του Ζωγραφίτου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν τω Αγίω Όρει του Άθω Οσίου ΚΟΣΜΑ του Ζωγραφίτου, ασκήσαντος εν έτει ατκγ΄ (1323).                                                                         

Κοσμάς ο Όσιος πατήρ ημών ήτο Βούλγαρος το γένος, και εγεννήθη εξ επαγγελίας από γονείς ευσεβείς και ευγενείς, οι οποίοι, αφού τον ανέθρεψαν καλώς, τον έβαλαν και έμαθε τα γράμματα της ελληνικής γλώσσης και της των Βουλγάρων· έπειτα εβούλοντο και να τον νυμφεύσωσιν. Όμως αυτός, έχων πόθον να γίνη Μοναχός, έφυγε κρυφίως από την πατρίδα του και απήλθεν εις το Άγιον Όρος, ενώ δε κατευωδούτο εις τον προς ον λορον του, εις την αρχήν του Αγίου Όρους ο μισόκαλος και φθονερός διάβολος, θέλων να τον κάμη να επιστρέψη εις τα οπίσω, εσχημάτισε κατά φαντασίαν έμπροσθέν του ως μίαν θάλασσαν από του ενός άκρου της αληθινής θαλάσσης έως εις το άλλο άκρον, και του έδειξε το Όρος ως νήσον· ο δε μακάριος Κοσμάς διαλογιζόμενος άρα γε πως εμβαίνουν οι Μοναχοί εις το Όρος, με σκάλαν ή με λέμβον, και μη έχων τινά να ερωτήση, έκαμεν εις τον Θεόν προσευχήν ούτω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δια πρεσβειών της παναχράντου σου Μητρός, δείξον μοι την οδόν, από την οποίαν εμβαίνουν οι Μοναχοί εις το Όρος». Και παρευθύς η φαινομένη εκείνη θάλασσα έγινεν άφαντος, και αναγνωρίσας την μηχανήν του διαβόλου ηυχαρίστησε τον Θεόν και την Θεοτόκον. Αφού δε εμβήκεν ανεμποδίστως εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις την σεβασμίαν Μονήν του Ζωγράφου, και εγένετο δεκτός από τον προεστώτα και από όλους τους αδελφούς. Μείνας δε ικανόν καιρόν, ενεδύθη το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών από τον τότε Ηγούμενον, ο οποίος τον διώρισε να υπηρετή εις την Εκκλησίαν ομού με τους άλλους διακονητάς. Ότε δε επλησίασεν η εορτή του Ευαγγελισμού, λαβών συγχώρησιν παρά του προεστώτος, επορεύθη μετ’ άλλων αδελφών εις την Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου, εις προσκύνησιν της αγίας Ζώνης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και των ευρισκομένων εκεί σεβασμίων λειψάνων των Αγίων· εμβάς δε εις την Εκκλησίαν, είδε μίαν γυναίκα υπηρετούσαν και επιμελουμένην της Εκκλησίας, ομοίως και της τραπέζης του Μοναστηρίου· και μη γινώσκων ότι αύτη ήτο η Υπεραγία Θεοτόκος, ελυπήθη πολύ, διότι δήθεν οι Μοναχοί δέχονται και γυναίκας μέσα εις τα Μοναστήρια, όπερ είναι πράγμα κινδυνώδες. Αφού λοιπόν επέστρεψε πάλιν εις του Ζωγράφου, βλέπων αυτόν ο Ηγούμενος περίλυπον σφόδρα, τον ηρώτησε την αιτίαν· ο δε Όσιος είπεν εις αυτόν τα άνωθι· τότε ο Ηγούμενος του λέγει: «Γίνωσκε, τέκνον, ότι εκείνη η γυνή, την οποίαν είδες, ήτο η Υπεραγία Θεοτόκος, η προστάτις του Μοναστηρίου εκείνου, και παντός του Όρους τούτου». Ταύτα ακούσας ο Κοσμάς ηυχαρίστησε την Παναγίαν, ήτις κατεδέχθη να φανή εις αυτόν. Παρελθόντος ολίγου χρόνου εχειροτονήθη Διάκονος και Ιερεύς· και από τότε ήρχισε να αγωνίζηται περισσότερον, ποιών προθυμότατα όλας τας υπηρεσίας του Μοναστηρίου αγογγύστως. Εν μια δε των ημερών, μόνως ων εις την Εκκλησίαν, είπεν εις την εικόνα της Παναγίας: «Υπεραγία Θεοτόκε, παρεκάλεσε τον Υιόν σου και Θεόν ημών, να με οδηγήση πώς να σωθώ». Και ήκουσεν ευθύς φωνήν εκ της εικόνος λέγουσαν: «Υιέ και Θεέ μου, οδήγησον τον δούλον σου, πώς να σωθή»· ο δε Χριστός είπε προς την Θεοτόκον· «Ας αναχωρήση από το Μοναστήριον και ας ησυχάση κατά μόνας». Εξελθών λοιπόν από την Εκκλησίαν ανέφερε πάντα όσα ήκουσεν εις τον Ηγούμενον. Ο δε έδωκεν εις αυτόν εν κελλίον ήσυχον πλησίον του Μοναστηρίου· και ησυχάσας εκεί ο Όσιος, εις ολίγα έτη, Θεού βοηθεία, κατώρθωσεν όλας τας αρετάς, ώστε ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος· όθεν και πολλοί ήρχοντο προς αυτόν χάριν εξομολογήσεως. Εκεί ευρισκομένου του Αγίου ήλθον προς αυτόν δύο Ιερομόναχοι εκ της Μονής του Χιλιανδαρίου προς επίσκεψίν του, οίτινες προηγουμένως έκρυψαν εις την οδόν εν κολοκύνθιον γέμον οίνου, ίνα το εύρωσιν εις την επιστροφήν· αφού δε λαβόντες την ευχήν του Αγίου ητοιμάσθησαν να αναχωρήσουν, ο Άγιος, ως προορατικός όπου ήτο, τους είπε: «Το κολοκύνθιον όπου αφήκατε εις την οδόν, να το θραύσητε, ότι εμβήκεν όφις μέσα εις αυτό, και μη πίετε εξ εκείνου του οίνου, ίνα μη φαρμακωθήτε»·  ποιήσαντες δε κατόπιν οι Ιερομόναχοι ούτω και συντρίψαντες το κολοκύνθιον, εύρον τον όφιν, και εδόξασαν τον Θεόν τον σώσαντα αυτούς από του θανάτου, ευχαριστούντες και τον Όσιον Κοσμάν. Έτερος Μοναχός ενάρετος, Δαμιανός ονόματι, ασκητεύων πλησίον της Μονής του Εσφιγμένου, εις τόπον λεγόμενον Σαμάρεια, είχεν εντολήν να μη κοιμάται εις ξένον κελλίον· και εν μια των ημερών επήγεν εις ένα γνώριμόν του δια τινα αναγκαίαν υπηρεσίαν, και επειδή εκείνος έλειπε, τον ανέμενεν έως εσπέρας μέχρι της ελεύσεώς του. Αφού δε ήλθε και απεπεράτωσε την υπηρεσίαν του, ήθελε να υπάγη εις το κελλίον του· ο δε φίλος του τον εβίασε να μείνη εκεί, ότι ενύκτωσε πολύ, και ήδη ήρχισε και να βρέχη· όμως ο Δαμιανός δεν έμεινε δια την εντολήν, αλλ’ εκίνησε να υπάγη, και τόσον πολύ εσκοτείνιασε, και τόσον ραγδαία βροχή έπιπτεν, ώστε δεν ήξευρε τελείως που ευρίσκεται και που υπάγει· όθεν μη έχων άλλο τι να κάμη, εβόησε προς τον Κύριον λέγων· «Κύριε, σώσον με, απόλλυμαι». Ταύτα ειπών, ευθέως ευρέθη εις το κελλίον του· και το πρωϊ επήγεν εις τον Όσιον, και διηγήθη εις αυτόν εκείνο όπου έπαθεν, ίνα μάθη πόθεν προήλθε τούτο, μήπως και έσφαλε τι προς τον Θεόν και δεν το γνωρίζει. Ο δε Άγιος τω είπεν· «Αδελφέ, συ εφύλαξας την εντολήν, την οποίαν είχες, και ο Θεός εφύλαξέ σε εκ του θανάτου». Θεραπευθείς λοιπόν ο Δαμιανός εκ της απορίας του επήγεν εις το κελλίον του δοξάζων τον Θεόν. Ασθενήσας ποτέ ο Όσιος, επεθύμησεν ως άνθρωπος και αυτός να φάγη οψάριον, και ευθύς, ω του θαύματος! βλέπει αετόν, όστις του έφερεν οψάριον· διότι εκεί πλησίον ησκήτευε τις πνευματικός, Χριστοφόρος ονόματι, όστις ασθενήσας εμήνυσε εις τινα να του φέρη οψάριον, ο οποίος και του το έφερε και ενώ το έπλυνε, πετάσας ο αετός το ήρπασεν από τας χείρας του Χριστοφόρου, και φέρων το έβαλεν έμπροσθεν του Κοσμά· ο δε ευχαριστήσας τον Θεόν, το έψησε και καθίσας δια να φάγη, ακούει φωνήν λέγουσαν· «Φύλαξον το μερίδιον του Χριστοφόρου, ότι αυτός το εφρόντισε». Και το πρωϊ επήγεν ο Χριστοφόρος προς τον Όσιον, και έκρουσε την θύραν του, ο δε Κοσμάς απεκρίθη έσωθεν· «Είσελθε, ότι σε προσμένω, δια να φάγης το μερίδιόν σου από το οψάριον όπου εφρόντισες». Τότε ο Χριστοφόρος θαυμάσας ηρώτησε να μάθη καταλεπτώς την υπόθεσιν· ο δε είπεν εις αυτόν πάσαν την αλήθειαν· αφού λοιπόν συνηυφράνθησαν και ηγαλλιάσαντο εν Κυρίω, απήλθεν ο Χριστοφόρος εις το κελλίον του. Άλλοτε πάλιν την Μεγάλην Πέμπτην πρωϊ είδε μίαν ψυχήν εις τον αέρα, ήτις εβασανίζετο υπό των δαιμόνων, και γνωρίσας ότι ήτο του Ηγουμένου του Χιλιανδαρίου, απέστειλε τον μαθητήν του εις το Χιλιανδάριον, δια να δώση είδησιν εις τους αδελφούς, να κάμουν δέησιν εις τον Θεόν υπέρ της ψυχής αυτού· ο μεν λοιπόν μαθητής του Αγίου επήγε και ανέφερεν εις αυτούς την οπτασίαν του Οσίου· οι δε απιστήσαντες έλεγον· «Ο Ηγούμενος τώρα εξήλθε της Εκκλησίας και επήγεν εις το κελλίον του, δια να φέρη τα χρειαζόμενα εις την λειτουργίαν και να μεταδώση εις τους αδελφούς, και εκείνος ο πεπλανημένος λέγει να κάμωμεν δέησιν υπέρ αυτού»; Απελθόντες όμως εις το κελλίον του να ίδωσι, τον εύρον νεκρόν. Άλλοτε πάλιν επήγεν ο Χριστοφόρος προς αυτόν, δια να ακούση λόγον Θεού, και πλησιάσας εις την θύραν ακούει ομιλίαν και νομίσας ότι είναι τις εντός, χάριν εξομολογήσεως, περιέμενεν έξω ώραν πολλήν, έως ου έπαυσεν η ομιλία, και τότε έκρουσε την θύραν και εξήλθεν ο Όσιος και ασπασθέντες αλλήλους εισήλθον, και ποιήσαντες ευχήν εκάθισαν· και επειδή ο Χριστοφόρος δεν είδεν άλλον τινά, ηρώτησε τον Άγιον με ποίον συνωμίλει προ ολίγου. Ο δε γνωρίσας, ότι δεν ήτο δυνατόν να το κρύψη, του είπε· «Μετά του Χριστού, όστις μοι είπεν εκείνα τα οποία μέλλω να πάθω από τους δαίμονας μετ’ ολίγον, και ότι έχω να μετοικήσω εντός ολίγων ημερών και να υπάγω εις την βασιλείαν του· συ λοιπόν πορευθείς εν ειρήνη, μη αμελήσης να έλθης την δείνα ημέραν πάλιν έως εδώ». Απελθών ο Χριστοφόρος κατά την διωρισμένην ημέραν επήγε πάλιν προς τον Άγιον, και ευρών αυτόν κοιτόμενον και ημιθανή, ηρώτησε την αιτίαν. Ο δε είπεν εις αυτόν· «Ο άρχων των δαιμόνων ήλθε χθες ούσης οψίας μετά πολλών δαιμόνων, κλαίων και λέγων· «ω ανίσχυροι και αμελέστατοι, πως δεν ηδυνήθη ουδείς εξ υμών να φονεύση τον μέγαν  τούτον εχθρόν μου, όστις με επίκρανε τόσον πολλά, και τέλος μου ήρπασε και τον θρόνον τον οποίον είχον»; Ταύτα ειπών ο πονηρός επήρε μίαν ράβδον και με έδειρεν ισχυρότατα εις όλον το σώμα, καθώς το βλέπεις». Τότε έμεινεν ο Χριστοφόρος εκεί και τον επεμελείτο εις την ασθένειαν. Μετά δύο ημέρας εζήτησεν ο Όσιος να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων και κοινωνήσας ευλαβώς, και ευχαριστήσας τον Θεόν, παρέδωκεν εις χείρας αυτού το πνεύμα αυτού, εν μηνί Σεπτεμβρίου τη εικοστή Δευτέρα, κατά το ατκγ΄ (1323) έτος από Χριστού. Όπερ μαθόντες οι Πατέρες του Μοναστηρίου μετέβησαν οι τε Ιερείς και Μοναχοί δια να ενταφιάσουν το ιερόν λείψανον του Οσίου· ο δε Θεός, ο δοξάζων τους Αυτόν δοξάζοντας, εδόξασε και τούτον τον Άγιον και μετά θάνατον ως εξής: Όταν οι αδελφοί έψαλλον το σεβάσμιον λείψανον, συνήχθησαν εκεί όλα τα ζώα της ερήμου, χερσαία τε και εναέρια και ίσταντο ήσυχα, έως ου το έθαψαν· και τότε εφώναξαν έκαστον την φωνήν του δυνατώτατα, και ούτω διεσκορπίσθησαν πάλιν εις την έρημον. Μετά δε τεσσαράκοντα ημέρας ήλθον οι αδελφοί του Μοναστηρίου εις το κελλίον εκείνο, και έκαμαν αγρυπνίαν· έπειτα ήνοιξαν τον τάφον του Οσίου, ίνα άρωσι το τίμιόν του λείψανον εις την Ιεράν Μονήν και, ω των αρρήτων θαυμάτων σου, Χριστέ Βασιλεύ! δεν το εύρον εν τω τάφω. Τι έγινεν; Ουδείς γινώσκει μέχρι της σήμερον, αλλά μόνος ο Θεός· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΦΩΚΑΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΩΚΑ του κηπουρού, ξίφει τελειωθέντος.                                                                                                                                      

Φωκάς ο τρισμακάριος και πανένδοξος ούτος Μάρτυς εγεννήθη και ανετράφη εν τη κατά την Μαύρην θάλασσαν μεγαλουπόλει Σινώπη, η οποία πόλις είναι επαινετή και δια πολλά άλλα προτερήματα, όμως περισσότερον μεγαλύνεται λμπρώς με τούτον τον μέγαν και αήττητον αριστέα Φωκάν, δια τα άπειρα θαύματα όπου τελεί καθ’ εκάστην. Ούτος ο μακάριος από νεότητός του ειργάζετο κήπον και απ’ αυτόν επορίζετο την ζωοτροφίαν του· είχε δε τον κήπον και δι’ εαυτόν και δια τους άλλους ξένους και πτωχούς. Το οικίδιόν του ήτο εμπρός εις την πύλην του κάστρου προς τον λιμένα· δια τούτο δεν έλειπον ποτέ ξένοι και πτωχοί, τους οποίους εφίλευε και εδέχετο πτωχικά, καθώς ηδύνατο, από την εργασίαν του κήπου. Και με όλον όπου εδέχετο καθ’ ένα πτωχικά, η προαίρεσις όμως της φιλοξενίας του εσύναζε πλουσίους θησαυρούς εις τα ταμεία της ουρανών βασιλείας· η φιλοξενία λοιπόν τον εχειραγώγησε και τον απέδειξεν εις το ύστερον Μάρτυρα και θαυματουργόν εν γη και εν θαλάσση διαπρύσιον. Τον καιρόν εκείνον εφρύαξαν άρχοντες και λαοί ειδωλολάτραι κατά του Κυρίου και κατά των Χριστιανών· όθεν πανταχού όπου ήθελον ακούσει όνομα Χριστιανού, ώσπερ οι λύκοι τα πρόβατα, ούτω και αυτοί εφόνευον τους Χριστιανούς χωρίς εξέτασιν και χωρίς κρίσιν. Ηκούσθη δε και ο πτωχός ούτος κηπουρός, ο ιερός, λέγω, Φωκάς, ως Χριστιανός· και ευθύς απεστάλησαν στρατιώται παρά των αρχόντων και κριτών της αδικίας, να φέρουν την κεφαλήν του τρισολβίου Φωκά. Ελθόντες λοιπόν εκείνοι οι φονείς, τους εδέχθη ως ξένους ο μακάριος Φωκάς, χωρίς να γνωρίση αυτός εκείνους και αυτοί εκείνον. Είχον οι λύκοι το πρόβατον εις το χέρι, αλλά δεν το εγνώριζον· η πάρδαλις με τον έριφον και οι λέοντες με τον μόσχον συνεβόσκοντο· οι φονείς με τον κατάδικον φιλεύονται εις μίαν τράπεζαν. Αφού παρήλθον ημέραι τινές και εφιλιώθησαν προς αλλήλους, ηρώτησεν ο ιερός Φωκάς τους στρατιώτας, δια ποίαν αφορμήν επήραν τον κόπον και ήλθον εις τούτον τον τόπον. Εκείνοι δε, δια την φιλίαν την οποίαν έδειξεν εις αυτούς και πεποίθησιν, ως φίλον μυστικόν του εφανέρωσαν την υπόθεσιν· ότι δηλαδή είναι απεσταλμένοι υπό της εξουσίας να εύρουν τον Φωκάν να τον αποκεφαλίσουν ως Χριστιανόν και τον παρεκάλεσαν να μη είπη τινός, και μάλιστα του είπον, ότι «μεγάλην χάριν θα μας έκαμνες, αδελφέ, ανίσως τον γνωρίζης και μας τον φανερώσης». Ήκουσε ταύτα ο όντως δούλος του Χριστού και αντί να φοβηθή, έλαβε προθυμίαν, εχάρη και ηγαλλιάσατο, και εμελέτα καθ’ εαυτόν λέγων· «Ήλθεν ο ποθούμενος καιρός, εφάνη η λαμπρά ημέρα να δείξω με το έργον ότι είμαι αληθινός Χριστιανός και γνήσιος δούλος Κυρίου». Ω μακαρία ψυχή! Ευθύς ότε ήκουσε το πικρόν μήνυμα του θανάτου, είχε και τον τρόπον και τον καιρόν να αναχωρήση· δεν έδειξεν όμως τοιαύτην δειλίαν ο όντως υιός της βασιλείας, αλλά και υπεσχέθη εις τους φονείς του, μετά προθυμίας, λέγων προς αυτούς ταύτα· «Εγώ φίλοι μου, να σας συμβοηθήσω εις ταύτην την υπόθεσιν δια την εύρεσιν του Φωκά, τον οποίον ηξεύρω πολύ καλά και είναι ευκολώτατον να τον εύρω, και όχι με πολυκαιρίαν, αλλά αύριον θέλετε τον έχει εις τας χείρας σας· μόνον σεις μείνατε εις τον πτωχικόν μου οικίσκον και εγώ θέλω σας ελευθερώσει από ταύτην την φροντίδα». Ταύτα ειπών μετέβη και ητοίμασε να φιλεύση τους φίλους και φονείς, και έσκαψε με τας χείρας του και ητοίμασε τον τάφον του· το δε πρωϊ λέγει εις τους στρατιώτας· «Γνωρίσατε, ω φίλοι μου, ότι με πολλήν επιμέλειαν εξήτασα τον Φωκάν και τον εύρον· λοιπόν το κυνήγιον είναι έτοιμον εις την παγίδα σας». Εκείνοι δε καθώς ήκουσαν, εχάρησαν κατά πολύ και τον ηρώτησαν που ευρίσκεται. Λέγει εις αυτούς ο Φωκάς· «Δεν είναι μακράν, αλλά συνομιλεί με σας, διότι εγώ είμαι ο ίδιος, και κάμετε το έργον δια το οποίον εκάμετε τόσην οδοιπορίαν με κόπον έως εδώ». Εκείνοι δε, καθώς ήκουσαν τον λόγον, επληγώθησαν την καρδίαν και έμειναν ως εκστατικοί, ευλαβηθέντες την περιποίησιν και φιλοξενίαν του Μάρτυρος, και εντρέποντο καν να τον ίδωσιν εις το πρόσωπον. Ο Άγιος όμως τους παρεκίνει, παρακλών αυτούς και λέγων· «Εις τούτο, φίλοι μου, μη έχετε κανένα δισταγμόν δια τον φόνον, εις τον οποίον δεν είσθε σεις αιτία, αλλ’ εκείνοι όπου σας έστειλαν». Με τοιούτους παρακινητικούς λόγους κατέπεισε τους στρατιώτας και τον απεκεφάλισαν· και η μεν μακαρία του ψυχή ανήλθεν εις τα ουράνια, δια να λάβη παρά της δεξιάς του Υψίστου τον στέφανον του Μαρτυρίου· το δε υπέρτιμον αυτού σώμα έμεινεν εις την γην, μέγα και άσυλον ιατρείον εις όσους εις αυτό προστρέχουσι μετ’ ευλαβείας και πίστεως. Οι δε φιλομάρτυρες Χριστιανοί έκτισαν εις τον τόπον εκείνον Εκκλησίαν μεγαλοπρεπή, και κατέθεσαν το πάνσεπτον λείψανον, το οποίον έγινε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος των θλιβομένων παρηγορία, των ασθενούντων ιατρείον και των πεινώντων τροφή. Ούτος ο Άγιος επρόφθασε και έφερε δωρεάν σίτον εις την πατρίδα του, όταν εκινδύνευον εκεί να αποθάνουν από πείναν, αλλά και εις όλους τους χρείαν έχοντας δωρεάν χαρίζεται. Αυτός ο Άγιος Φωκάς εφάνη και εις ναύτας, οίτινες εκινδύνευον να καταποντισθώσιν εις το πέλαγος, κι τους ελύτρωσεν από τον πνιγμόν. Άλλοτε πάλιν εφάνη την νύκτα και παρεκίνησε πηδαλιούχον κοιμηθέντα να είναι έτοιμος εις το πηδάλιον, επειδή έμελλε να γίνη τρικυμία εξαφνική. Και άλλας φοράς τον έβλεπον οι ναύται φανερά εις τας μεγάλας ταραχάς, ότι εβοήθει, πότε εις τα σχοινία των σιδήρων και πότε εις τα ιστία, και άλλοτε εφύλαττε το πλοίον να μη πέση εις αβαθή ή εις βράχους. Όθεν έγινε συνήθεια και νόμος εις τους ναύτας να έχουν τον Άγιον Φωκάν ομοτράπεζον. Όθεν, όταν εκάθιζον εις την τράπεζαν, ηγόραζεν εις εκ των ναυτών το μερίδιον του Αγίου, την άλλην ημέραν το ηγόραζεν άλλος, την άλλην άλλος και ούτω συνεκέντρωνον αργύρια, τα οποία, όταν έφθανε το πλοίον εις τον προορισμόν του, τα εμοίραζον εις τους εκεί υπάρχοντας πένητας. Ποίος ακόμη ημπορεί ν διηγηθή τας ιατρείας των εν ανάγκαις, εις άλλους φαινόμενος καθ’ ύπνον, και εις άλλους ενεργών αοράτως τας ιάσεις εις τους με ευλάβειαν αυτόν επικαλουμένους; Στοχασθήτε, αδελφοί, την δύναμιν και την αξίαν της αρετής, εις πόσην δόξαν και τιμήν φέρει εκείνον, όστις την εργάζεται με προαίρεσιν άδολον και καθαράν, είτε μέγας τύχοι να είναι ούτος, είτε μικρός, καθώς ο μακάριος Φωκάς, όστις ήτο εις άνθρωπος πτωχός και αφανής και ευτελέστατος κηπουρός, και η απλή και άκακος προαίρεσις τον ηξίωσε να τον προσκυνώσι βασιλείς, αξιωματικοί και ιδιώται, ευγενείς τε και βάρβαροι. Και ημείς προβαλλόμεθα αυτόν πρέσβυν προς Κύριον, όπως γένηται ίλεως ημίν εν τε τω παρόντι βίω, και εν τω μέλλοντι και ατελευτήτω αιώνι. Αμήν.