Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Της Οσίας ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ, θυγατρός Παφνουτίου του Αιγυπτίου.

Τη ΚΕ΄ (25η) του αυτού μηνός μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ, θυγατρός Παφνουτίου του Αιγυπτίου.                                                                  
                     
Ευφροσύνη η Οσία μήτηρ ημών εγεννήθη εν Αλεξανδρεία κατά τας ημέρας του βασιλέως Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υι΄ (410). Ο πατήρ της, ονόματι Παφνούτιος, ήτο εις εκ των πλουσιωτέρων και περιφανεστέρων ανδρών της Αλεξανδρείας, έζη δε μετά της γυναικός του εν πολλή αρετή και ευσεβεία. Ούτοι, πριν αποκτήσουν την Ευφροσύνην, ελυπούντο πολύ, διότι δεν είχον κληρονόμον, και καθ’ εκάστην εδέοντο του Θεού με νηστείας, αγρυπνίας, ελεημοσύνας και άλλα όμοια, να δώση εις αυτούς τέκνον. Και η μεν γυνή προσηύχετο εις τον οίκον αυτών μιμουμένη την πάλαι Άνναν, και έλεγε ταύτα δακρύουσα· «Κύριε Σαβαώθ, εάν επιβλέψης επί την δούλην σου και μοι δώσης τέκνον, υπόσχομαι να σου το αφιερώσω ως δώρον τέλειον». Ο δε Παφνούτιος, μεταβαίνων εις ιερά φροντιστήρια, παρεκάλει τους εναρέτους Μοναχούς να δέωνται του Θεού δι’ αυτό. Ακούσας δε ούτος ότι εις εν Μοναστήριον υπήρχεν ενάρετός τις και άγιος Γέρων, έχων προς Θεόν πολλήν παρρησίαν και βίου καθαρότητα, μετέβη εκεί και ασπασάμενος τον Ηγούμενον είπεν εις αυτόν· «Επίβλεψον επ’ εμέ, τίμιε Πάτερ· ίδε την ταπείνωσίν μου, διάλυσον το νέφος της αθυμίας μου δια του φωτός των προσευχών σου, και δεήθητι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να μου δώση τεκνογονίαν, ότι εγώ και η γυνή μου πολλήν θλίψιν έχομεν». Ταύτα ειπών μετά δακρύων, τον ελυπήθη ο άγιος Γέρων συμπαθώς· όθεν ποιήσας ευχήν πολλάκις προς Κύριον δι’ αυτόν, επήκουσεν ο ελεήμων Θεός, και συλλαβούσα η γυνή του Παφνουτίου γεννά θυγάτριον ωραιότατον. Έγινε τότε κοινή χαρά εις αυτόν τον οίκον και πολλή αγαλλίασις, και διότι έλυσε την λύπην αυτών και κατήφειαν ωνόμασαν αυτήν Ευφροσύνην, την οποίαν ο Παφνούτιος ως καρπόν ευχής έτρεφε με αρετήν μάλλον παρά με σαρκικά και πρόσκαιρα βρώματα, και της ηρμήνευε τα ιερά γράμματα, νουθετών αυτήν καθ’ εκάστην εις τας εντολάς του Κυρίου, ήτις όσον ηύξανεν εις την σωματικήν ηλικίαν, τοσούτον επλήθυνε και εις την της ψυχής ωραιότητα. Όταν η Ευφροσύνη έγινε δωδεκαετής, εκοιμήθη η μήτηρ της. Αυτή όμως, ποθούσα τον αληθή Νυμφίον, επεμελείτο το κάλλος της αρετής. Οι δε τα σωματικά μόνα φρονούντες γείτονες, βλέποντες την του σώματος ωραιότητα, τα χρηστά ήθη, την ευταξίαν αυτής και ευγένειαν, εζήτησαν να συμπενθερεύσουν με τον Παφνούτιον. Ο δε υπεσχέθη αυτήν ενός μεγάλου και πλουσίου άρχοντος, και ήξευρε μεν της κόρης την φιλόθεον γνώμην, την οποίαν είχε, να δουλεύση τω Δεσπότη Χριστώ, όμως διότι ήτο ο συμπένθερος εξ ευγενών, απεφάσισε το συνοικέσιον. Ο δε Κύριος, ο αληθής Νυμφίος της κόρης, ζηλών εζήλωσε και αρπάσας αυτήν εκ μέσου αυτών εις βίον κρείττονα και πολιτείαν ισάγγελον καθωδήγησε· και ακούσατε, να λάβητε πολλήν αγαλλίασιν. Όταν έφθασε το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας της η Ευφροσύνη και ήθελον να τελέσουν τους γάμους, λαβών αυτήν ο πατήρ της απήλθεν εις το ρηθέν Μοναστήριον, λέγων ταύτα προς τον Ηγούμενον· «Ιδού, Πάτερ τίμιε, σου παρουσιάζω τον καρπόν της σης ευχής και δεήσεως, να την ευχηθής, διότι την υπάνδρευσα, και θα την στείλω ταχέως εις τον νυμφίον της, και νουθέτησον αυτήν, πώς να ευαρεστήση τω Θεώ». Είπε λοιπόν εις αυτήν ο Ηγούμενος σωτήρια λόγια και ψυχωφελή επί τρεις ημέρας ενώπιον του Παφνουτίου. Εν τούτω δε τω μεταξύ έβλεπεν η Ευφροσύνη την ευταξίαν των αδελφών και την ευλάβειαν εις τας ψαλμωδίας και προσευχάς και ετέρας υπηρεσίας του Πνεύματος, και έλεγε καθ’ εαυτήν ταύτα· «Όντως μακάριοι οι άνθρωποι ούτοι, οίτινες διάγουσιν εις την ζωήν ταύτην δια τον Κύριον πολιτείαν ισάγγελον, και μετά θάνατον πάλιν υπάγουσι να αγάλλωνται αιωνίως εις την Βασιλείαν αυτού την ουράνιον». Μετά τρεις ημέρας, θέλοντος να αναχωρήση του Παφνουτίου, προσέπεσεν η κόρη εις τους πόδας του Ηγουμένου να την ευλογήση. Αυτός δε γνωρίσας με τους διορατικούς οφθαλμούς της ψυχής του την γνώμην της κόρης, έκαμε την κατάλληλον ευχήν, λέγων· «Ο Θεός, τέκνον μου, να οικονομήση το συμφέρον της ψυχής σου, να σε στερεώση εις τον φόβον του, και να σε αξιώση μετά των εκλεκτών αυτού της ουρανίου μακαριότητος». Δια των λόγων τούτων του Ηγουμένου ήναψεν εις την ψυχήν της έτι μάλλον ο θείος έρως· επιστρέψασα δε εις την οικίαν της έλεγε καθ’ εαυτήν· «Μακάριοι οι μισούντες τον πρόσκαιρον κόσμον, και δουλεύοντες τω Θεώ δια την ψυχήν των, ότι πολλήν παρ’ Αυτού την αμοιβήν θα απολαύσωσι». Μελετώσα δε ταύτα διηνεκώς, δεν επεμελείτο ποσώς να στολίση και να καλλωπίση το σώμα, ούτε καν με ύδωρ θερμόν να νίψη το πρόσωπον, αλλά μάλιστα με νηστείας και δάκρυα εφαίδρυνε την της ψυχής ωραιότητα. Όλα της τα στολίδια και περιδέραια και βραχιόλια και ενώτια και δακτυλίδια και πάντα τον χρυσόν και άργυρον διεμοίρασεν εις τους πτωχούς. Δεν εφόρει μεταξωτά ιμάτια, ούτε μαλακά, αλλά τρίχινα· δεν συνωμίλει με φιλοκόσμους και φιληδόνους γυναίκας, ούτε ποσώς ήθελε να ακούση λόγια άσεμνα και άχρηστα παραμύθια, αλλά μόνον όταν ήρχετο εις την οικίαν της Πνευματικός ή Μοναχός, διελέγετο και ήκουε τα θεία διδάγματα. Ότε δε ποτε είχον εορτήν εις το ειρημένον Μοναστήριον και ετέλουν μνημόσυνον των κτιτόρων, εκάλεσαν και τον Παφνούτιον, όστις απελθών έμεινεν εκεί τρεις ημέρας· όθεν εύρεν άδειαν η Ευφροσύνη να εκτελέση εκείνο το οποίον επόθει. Κατ’ εκείνας τας ημέρας ήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν, κατά θείαν οικονομίαν και πρόνοιαν, από τινα σκήτην εις Πνευματικός ενάρετος. Τούτον εκάλεσεν η Ευφροσύνη, χάριν εξομολογήσεως, και είπεν εις αυτόν όλον της τον πόθον, τον οποίον είχε να απαρνηθή τον κόσμον δια την αγάπην του Κυρίου ημών, και τον ηρώτησε, πώς να πράξη εις αυτήν την περίστασιν. Ο δε απεκρίθη· «Γινώσκεις, ω θύγατερ, ότι ο Κύριος λέγει εις το ιερόν Ευαγγέλιον· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». Αφού λοιπόν αυτός ο φιλόστοργος Δεσπότης ήναψε την καρδίαν σου εις τον θείον αυτού και σωτήριον έρωτα, σπεύσον, όσον δύνασαι το συντομώτερον, άρον τον Σταυρόν και ακολούθησον Αυτόν προ του να ψυχρανθή ο πόθος σου. Μη αφήσης να φθείρη την παρθενίαν σου φθαρτός άνθρωπος, αλλά νυμφεύσου τον ουράνιον Βασιλέα, να αγάλλεσαι μετ’ Αυτού εις ζωήν την αιώνιον». Η δε Ευφροσύνη, ως ήκουσεν αυτά, εχάρη πάρα πολύ και παρεκάλεσεν αυτόν να την αξιώση του Αγγελικού Σχήματος. Ο δε προθύμως εξετέλεσε το ζητούμενον, και επιτελέσας ευχήν, εκούρευσεν αυτήν και την ενέδυσε το μοναχικόν σχήμα, δεόμενος του Θεού να την αξιώση να τελειώση τον πόθον της. Ούτω ποιήσας, αυτός μεν απήλθεν εις το ασκητήριόν του, εκείνη δε εσυλλογίζετο που να υπάγη και πώς να κρυφθή, δια να μη την εύρωσιν οι συγγενείς της και την εμποδίσωσι. Ταύτα διαλογιζομένη έκρινεν ότι εάν απέλθη εις Παρθενώνα ή Μοναστήριον γυναικών, ήτο ενδεχόμενον να την εύρωσιν· όθεν εκδυθείσα την ιδίαν στολήν, απέρριψεν ομού με τον χιτώνα και την γυναικείαν ασθένειαν, και ενδύεται εις σχήμα ανδρός ιμάτιον σωτηρίου, διαφεύγει της προσοχής των δούλων αυτής, εγκαταλιμπάνει οικίαν λαμπράν, άργυρον, χρυσόν, μαργαρίτας και πάσαν απόλαυσιν, έτι δε απαρνείται πατέρα, μνηστήρα και συγγενείς, καταφρονεί σαρκός ηδυπάθειαν και ηδονάς του παρόντος βίου, και αναλαμβάνει τον Σταυρόν του Χριστού τον γλυκύτατον, απελθούσα εις εκείνο το Μοναστήριον αυτήν ταύτην την ημέραν, καθ’ ην απ’ εκεί ανεχώρησεν ο Παφνούτιος. Ο δε Προεστώς την ηρώτησε κατά την τάξιν πόθεν ήτο και τι εζήτει. Η δε απεκρίθη· «Σμάραγδος ονομάζομαι, δέσποτα, και είμαι ευνούχος εκ του παλατίου του βασιλέως Θεοδοσίου· επειδή δε εβαρύνθην τους θορύβους και την σύγχυσιν του βίου, ακούσας δε και την καλήν φήμην και τας αρετάς της αγιωσύνης σας, ήλθον να σας παρακαλέσω να με δεχθήτε εις την συνοδείαν σας». Ο δε θεοφιλής Προεστώς ευφρανθείς εις τους λόγους της και βλέπων του ήθους την ευκοσμίαν, είπεν εις αυτήν· «Ιδού το Μοναστήριον, τέκνον, και αν σου αρέση, παράμεινον· πλην επειδή είσαι πολύ νέος και δεν γνωρίζεις την των Μοναχών κατάστασιν, πρέπει να σου δώσωμεν ένα Γέροντα, εις τον οποίον να υποταχθής, έως να μάθης της πολιτείας αυτής την ακρίβειαν». Η δε έκλινε την κεφαλήν και υπεσχέθη να κάμνη αόκνως πάντα τα προσταττόμενα, όχι μόνον του Γέροντος, εις τον οποίον θα υπετάσσετο, αλλά και πάσης της αδελφότητος. Εκάλεσεν όθεν ο Ηγούμενος ένα σοφό εις τα θεία και ενάρετον Γέροντα, ονόματι Αγάπιον, ευρισκόμενον  εις το άκρον της απαθείας και λέγει εις αυτόν· «Δέξου τον νέον αυτόν εις την κέλλαν σου υποτακτικόν, και κάμε τρόπον να γίνη εναρετώτερός σου». Υπετάσσετο δε η Ευφροσύνη εις τον Γέροντα με πολλήν προθυμίαν και φρόνησιν. Ο δε εχθρός και επίβουλος δαίμων εφθόνησεν, ότι μία απαλή κόρη τον ενίκησε και εμηχανάτο να σμικρύνη τον πόθον της, και ποτέ μεν της ενεθύμιζε την αγάπην του πατρός της και τον πόθον του μνηστήρος, ποτέ δε την δόξαν του κόσμου, τον πλούτον και την λοιπήν της σαρκός τρυφήν. Ιδών δε ότι δεν ηδύνατο να χαυνώση τον τόνον της αρετής, έτρωσε τους άλλους Μοναχούς εις έρωτα του κάλλους της, και βλέποντες αυτήν εσκανδαλίζοντο. Όθεν εφανέρωσαν ταύτα εις τον Προεστώτα, όστις διέταξεν τον Σμάραγδον να ησυχάζη εις εν κελλίον αναχωρητικόν, και ούτε αυτός να υπάγη αλλαχού ούτε άλλον αδελφόν να υποδέχεται εις την κέλλαν του, ούτε να συνομιλή με τινα το σύνολον, αλλά να αναγινώσκη μόνος του την ακολουθίαν, και ο Αγάπιος να του κομίζη τα προς την χρείαν, ου μόνον τα πνευματικά, αλλά και τα σωματικά, τουτέστι τροφάς και ενδύματα. Εχάρη λοιπόν η μακαρία, ότι ελυτρώθη πάσης ενοχλήσεως, και επλεόναζε μάλλον εις τον προς Χριστόν έρωτα, προσθέτουσα νηστείαν εις τας νηστείας, και δι’ αγρυπνιών και προσευχών αγωνιζομένη περισσότερον, ώστε εθαύμαζεν ο Αγάπιος και το διηγείτο εις πάσαν την αδελφότητα. Ο δε πατήρ αυτής, επανελθών εις την οικίαν εκ της Μονής και μη ευρών την φιλτάτην του θυγατέρα, έκαμε μεγάλην εξέτασιν εις τους δούλους και τας παιδίσκας, ερωτών μήπως και απήλθεν εις τινα των συγγενών της. Αι δε απεκρίθησαν· «Χθες μετά το δείπνον έκλεισε την θύραν του κοιτώνος αυτής και εκοιμήθη κατά το σύνηθες, σήμερον δε το πρωϊ εισήλθομεν και δεν την ευρήκαμεν». Ευθύς δε έστειλε να ερωτήση, μήπως την επήρεν ο αρραβωνιστικός της, ο οποίος ακούσας το αιφνίδιον αυτό μήνυμα εταράχθη, και δραμών εις τον Παφνούτιον, τον εύρε να ξεσχίζη με τους όνυχας τας σιαγόνας του και να ανασπά το γένειον, λέγων· «Οίμοι! Τέκνον μου φίλτατον, πώς να υπομείνω την στέρησίν σου; Άλλο τέκνον δεν έχω, να λαμβάνω μικράν παράκλησιν. Εγώ σε ανέτρεφον με πόθον πολύν, δια να έχω βακτηρίαν και βοήθειαν εις το γήρας μου, και συ με εγκατέλειψας τον τρισάθλιον; Οίμοι! Ποίος εσκότισε το φως των οφθαλμών μου; Ποίος επήρε τον πλούτον μου; Ποίος λύκος ήρπασε την αμνάδα μου; Ω Ευφροσύνη, η χαρά της ψυχής, η πνοή και ζωή μου και άνεσις! Τις ετόλμησε να εγγίση εις το ευγενικόν σου και ωραιότατον πρόσωπον»; Αλλά και ο μνηστήρ αυτής εθρήνει έτι περισσότερον. Βλέποντες δε ότι τα δάκρυα δε τους έδιδον καμμίαν ωφέλειαν, έστειλαν πεζούς και ιππείς εις πάσαν χώραν και πόλιν να ερευνήσωσιν, εις την Λιβύην, την Παλαιστίνην και την Αίγυπτον, και απανταχού εις λιμένας και Μοναστήρια και εις πάντας τους κρυψώνας, αλλά μάτην εκοπίαζον, ότι ο Κύριος την εσκέπαζε και δεν αφήκε να φανερωθή, όπως μη εμποδισθή ο σωτήριος πόθος της. Αφού δε απηλπίσθησαν δια την εύρεσιν αυτής, επλήσθη έτι μάλλον η οικία θρήνων και οδυρμών, και οσάκις έβλεπεν ο Παφνούτιος κανέν κόσμημα αυτής ή ιμάτιον ηύξανε τον οδυρμόν και τα δάκρυα. Έδραμε δε και εις τον αγιώτατον Ηγούμενον του Μοναστηρίου εκείνου να του αναγγείλη την συμφοράν του, έχων εις αυτόν ελπίδα, ότι καθώς το πρώτον δια των προσευχών αυτού του εχάρισεν ο Κύριος την Ευφροσύνην, ούτω πάλιν ηδύνατο να του φανερώση τι έγινεν. Έρχεται λοιπόν προς αυτόν, και πίπτων εις τους πόδας αυτού εβόησεν· «Οίμοι, Πάτερ, απώλεσα τον καρπόν των ευχών σου! Εχάθη η Ευφροσύνη από τον οίκον μου, και δεν ηξεύρει κανείς των δούλων τι έγινεν. Όταν ήλθον εδώ εις την εορτήν σας, την ημέραν αυτήν εστερήθην το φως των οφθαλμών μου. Λοιπόν δέομαί σου, κάμε μου την χάριν, σχολάσατε πάσαν υπηρεσίαν της Μονής δι’ αγάπην μου, και κάμετε κοινώς άπαντες εις τον Δεσπότην παράκλησιν, να μου αποκαλύψη τι έγινεν η χαρά μου και η της ψυχής μου απόλαυσις». Δακρύσας όθεν και σπλαγχνισθείς αυτόν ο Όσιος συνάγει πάσαν την αδελφότητα, διηγείται την θλίψιν του φίλου των, και προστάσσει να νηστεύσωσιν όλην την εβδομάδα και να προσεύχωνται, έως να αποκαλύψη εις τινα ο Κύριος εις ποίον τόπον ευρίσκεται το ζητούμενον. Ούτω λοιπόν εποίησαν, αλλά ουδεμίαν οπτασίαν είδον, διότι η Οσία Ευφροσύνη εδέετο αφ’ ετέρου να μη την φανερώση ποσώς ο Κύριος. Όθεν παρεχώρησεν ο ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος Κύριος να βασανίζηται ο Παφνούτιος μάλλον και να πενθή οδυρόμενος, παρά να παρηγορήση αυτόν και να λυπήση την ψυχήν εκείνην, η οποία τον επόθησε, και δι’ αγάπην του κατεφρόνησε πατρικήν αγάπην και πάσαν απόλαυσιν. Λέγει δε ο Όσιος εις τον Παφνούτιον· «Μη λυπήσαι, τέκνον μου, μήτε αγενώς και αφρόνως να οδύρησαι, ώσπερ οι άπιστοι οι μη έχοντες άλλην μακαριότητα, ειμή μόνον την της παρούσης ζωής· αλλά πίστευσόν μοι τω γέροντι, ότι εις αγαθήν οδόν και θεοφιλή απήλθεν η θυγάτηρ σου, ότι εάν δεν συνέβαινεν ούτω, δεν θα μας κατεφρόνει ο Κύριος, αλλά θα μας εδείκνυε τι εγένετο· όθεν, δια να μη εμποδίση την σωτηρίαν της, την σκεπάζει. Λοιπόν ευχαρίστει και προσκύνει την Βασιλεία Του, ελπίζω δε εις ολίγον καιρόν να την ίδης εις την ζωήν ταύτην, εάν είναι εις ωφέλειαν της ψυχής σου· ει δε μη θα συναντηθήτε εις την ουράνιον του Χριστού Βασιλείαν, δια να συναγ΄λλεσθε αιωνίως». Παρηγορηθείς όθεν ο Παφνούτιος ολίγον απήλθεν, αλλά και πάλιν ήρχετο πολλάκις εις την Μονήν, δια να βλέπη τους αγίους άνδρας εκείνους και να λαμβάνη μικράν παρηγορίαν από τους θείους αυτών λόγους. Ημέραν τινά λέγει ο Ηγούμενος εις τον Παφνούτιον· «Θέλεις να ίδης ένα αδελφόν όπου έχομεν, νέον την ηλικίαν, εις δε την αρετήν λίαν θαυμάσιον, ονόματι Σμάραγδον, όστις είναι από ευγενούς οικογενείας και εγκατέλειψε τον πλούτον και την δόξαν του κόσμου και τόσον αγωνίζεται εις τας εντολάς του Κυρίου, ώστε δεν είναι άλλος τις όμοιός του»; Ταύτα ακούσας εχάρη ο Παφνούτιος και οδηγηθείς υπό του Αγαπίου, απήλθεν εις το κελλίον εκείνου. Η δε Ευφροσύνη, ως είδε τον πατέρα της, έτρεξαν τα δάκρυά της ποταμηδόν, αλλ’ αυτός δεν την εγνώρισεν, ότι από την πολλήν νηστείαν και κακοπάθειαν ήτο η μορφή της ενηλλαγμένη και οι χαρακτήρες της όψεως μεταβεβλημένοι, ενόμιζε δε ότι τον ελυπήθη δια την συμφορ΄ν του και έκλαυσεν. Αφ’ ου δε έπαυσαν τα δάκρυα έκαμεν ευχήν κατά την συνήθειαν, και είτα λέγει εις τον Παφνούτιον· «Πίστευσόν μοι, άνθρωπε, ότι εάν ήτο η θυγάτηρ σου εις οδόν απωλείας, δεν θα κατεφρόνει ο ελεήμων Θεός τας ευχάς και τας ελεημοσύνας και τα δάκρυα σου και τας δεήσεις ημών των αμαρτωλών του τε Καθηγουμένου και ημών πάντων δι’ αγάπην σου· αλλά πιστεύω εις τον Θεόν, ότι εξελέξατο την αγαθήν μερίδα, υπακούσασα τω προστάγματι του Δεσπότου, λέγοντος εις το Ιερόν Ευαγγέλιον· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, και ουκ αποτασσόμενος πάσι τοις εαυτού, ουκ έστι μου άξιος». Όθεν μη λυπού, αλλ’ έχε υπομονήν. Δυνατός είναι ο Θεός να σου φανερώση τι έγινεν. Ενθυμήσου του Πατριάρχου Ιακώβ, όστις κλαύσας τον υιόν του Ιωσήφ ως νεκρόν πολυετώς, ηξιώθη να τον ίδη ανελπίστως εις τοσαύτην δόξαν, όθεν μετέστρεψε την λύπην εις αγαλλίασιν. Έχε και συ την ελπίδα σου εις τον Κύριον, και σε βεβαιώ, εν φόβω Θεού, να ίδης την θυγατέρα σου πριν αποθάνης». Ταύτα ειπούσα απέλυσεν αυτόν. Ο δε απελθών είπε προς τον Ηγούμενον· «Ευχαριστώ σοι, Άγιε Πάτερ, ότι τόσον ηυφράνθην με τους λόγους του Οσίου Σμαράγδου, ώσπερ να είδον τρόπον τινά αυτό τούτο το τέκνον μου». Έκαμε λοιπόν η Ευφροσύνη αγνώριστος εις το Μοναστήριον χρόνους οκτώ και τριάκοντα, και τότε ησθένησε. Ο δε Παφνούτιος έτυχεν εκεί εκ θείας Προνοίας, και ιδών κλινήρη τον Σμάραγδον, έκλαυσε πικρώς λέγων· «Οίμοι τω αθλίω! Τις να με παρηγορήση εις το γήρας μου; Τριάκοντα και οκτώ έτη είναι όπου έχασα το τέκνον μου, και κανείς δεν μοι έδωσε θάρρος και ελπίδα ότι θα το ίδω, αλλά μόνον συ, φίλτατε αδελφέ, τώρα δε ούτε εκείνο βλέπω, ούτε σε έχω πλέον, όστις ήσο παρηγορία της λύπης μου. Τώρα απελπίζομαι κι δεν πιστεύω να ίδω πλέον την θυγατέρα μου». Η δε είπεν εις αυτόν· «Διατί θλίβεσαι τόσον και απελπίζεσαι; Έχε υπομονήν, και υπόμεινον άλλας τρεις ημέρας, να ίδης του Θεού τα θαυμάσια». Έμεινε λοιπόν ο Παφνούτιος, νομίζων ότι ο Κύριος απεκάλυψεν εις τον Σμάραγδον το ζητούμενον, και δια τούτο του είπε να μείνη τρεις ημέρας. Όταν έφθασεν η τελευταία ώρα της Οσίας Ευφροσύνης, εκάλεσεν αύτη τον Παφνούτιον και του είπεν· «Επειδή ο Παντοδύναμος Θεός ωκονόμησε τα κατ’ εμέ ως ηθέλησε και με ηξίωσε να τελειώσω την καλήν μου πρόθεσιν, τώρα δε απέρχομαι εις την αιώνιον αγαλλίασιν δια να λάβω τον ητοιμασμένον μοι στέφανον, σήμερον θέλω να σε απαλλάξω της φροντίδος. Όθεν γίνωσκε, ότι εγώ είμαι η θυγάτηρ σου, και δια να μη με εμποδίσης ήλλαξα σχήμα, και με εβοήθησεν ο Θεός, και ωκονόμησε να μη με γνωρίσης, και πάλιν τώρα σε έφερε, δια να με ίδης, να παρηγορηθής και να ενταφιάσης το σώμα μου. Όταν ήλθον εδώ εις την Μονήν, υπεσχέθην του Ηγουμένου, ως έχουσα πλούτον πολύν, εάν υποφέρω έως τέλους, να αφιερώσω αυτόν εις την Μονήν. Λοιπόν δέομαί σου, εκπλήρωσον την υπόσχεσίν μου, δος εις τους Πατέρας όσα ήθελες να δώσης εις εμέ, ότι είναι πολλοί ενάρετοι άνθρωποι». Ταύτα δε ειπούσα, παρέδωκε την ψυχήν αυτής εις χείρας Θεού. Ο Παφνούτιος, εκπλαγείς δια το απροσδόκητον του πράγματος, έπεσεν εις την γην ως νεκρός άφωνος και άλαλος. Ο δε Αγάπιος, ακούσας τα διατρέξαντα, έδραμε και τον ερράντισε με ολίγον ύδωρ εις το πρόσωπον, αφού δε συνήλθε, τον ηρώτησε τι έπαθεν. Ο δε έκλαιε λέγων· «Άφες με να ξεψυχήσω, ότι είδον θαύμα εξαίσιον». Είτα αναστάς, έβρεχε το άγιον λείψανον με την ροήν των δακρύων και έλεγεν· «Οίμοι, τέκνον γλυκύτατον! Διατί δεν μοι το ωμολόγησες πρότερον, δια να έλθω και εγώ να γίνω ο άθλιος συνεργάτης σου, αλλ’ έθλιψας τοσούτον τα σπλάγχνα μου; Οίμοι τω αθλίω και άφρονι! Πως είχον εις τας χείρας μου το ζητούμενον και δεν το ηννόησα; Τι να πράξω σήμερον; Να εορτάσω και να ευφρανθώ ότι σε εύρον, ή να θρηνήσω τον θάνατόν σου υπό πατρικών σπλάγχνων νικώμενος; Αλλ’ αμαρτία είναι να κλαίη τις εκείνους, οι οποίοι λυτρώνονται από την λυπηράν ζωήν ταύτην και υπάγουσιν εις κρείττονα και αιώνιον. Μακαρία συ και όντως αοίδιμος, ότι σοφώς και τεχνηέντως ενίκησας τας πανουργίας και τας ενέδρας του δαίμονος και απολαύεις τον Παράδεισον. Η μεν φύσις με αναγκάζει να κλαίω, αλλά θρηνούντα με χαρά διαδέχεται μετατρέπουσα εις ευφροσύνη τα δάκρυα, και επιποθώ να αναχωρήσω του σώματος, να έλθω εις τον Παράδεισον, να αγαλλώμεθα πάντοτε, καθώς ελπίζω εις την φιλανθρωπίαν του Θεού, να με αξιώση δια των σων ευχών και δεήσεων». Ταύτα ιδών ο Αγάπιος, ηννόησεν ότι ο Σμάραγδος ήτο η θυγάτηρ του Παφνουτίου, και σπεύσας το ανήγγειλεν εις τον Προεστώτα και εις πάσαν την Αδελφότητα. Όθεν έδραμον όλοι και διηγωνίζοντο ποίος να πλησιάση πρότερον εις εκείνο το άγιον λείψανον, όπως το ασπασθή δι’ ευλάβειαν. Εις δε Ασκητής, έχων τον ένα οφθαλμόν τυφλόν, ασπασθείς την Αγίαν, ω του θαύματος! ευρέθη με δύο οφθαλμούς και από το τεράστιον αυτό κατεννόησαν πόσης παρρησίας ηξιώθη προς Κύριον, και ηύξησαν μάλιστα την προς αυτήν ευλάβειαν και δοξολογήσαντες ικανώς, ενεταφίασαν εντίμως, ως έπρεπεν, εκείνο το ιερώτατον λείψανον, έλαμψε δε το πρόσωπον της Αγίας ως ο ήλιος. Ο δε Παφνούτιος από τότε δεν ανεχώρησε της Μονής, αλλά διεμοίρασεν όλα του τα υπάρχοντα εις πτωχούς, εις σχολεία και εις Εκκλησίας και κατώκησεν εις το Μοναστήριον, γενόμενος δε Μοναχός, έμεινεν εις το κελλίον της Ευφροσύνης, εις την αυτήν ψάθην κατακλινόμενος. Επέζησε δε ως Μοναχός δέκα έτη εναρετώτατα και ευσεβέστατα. Μετά δε την τελευτήν τούτου, τον ενεταφίασαν εις το μνημείον της Ευφροσύνης, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, ω πρέπει τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Το εξαίσιο θαύμα της Θεοτόκου της Μυρτιδιώτισσας

Τη αυτή ημέρα μνήμην επιτελούμεν του εξαισίου θαύματος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, γεγονότος εν τω πανσέπτω αυτής Ναώ των Μυρτιδίων εν τη νήσω των Κυθήρων, ότε τον παράλυτον ήγειρεν.                                                                               

Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικών της Θεοτόκου ευρεθείσα εν Κυθήροις υπό τας εξής περιστάσεις: Εις ταύτην την νήσον, την κοινώς Τσιρίγον ονομαζομένην, υπήρχεν εις παλαιοτέραν εποχήν εις τόπος έρημος, Μυρτίδια καλούμενος, διότι ήτο πλήρης από μυρσίνας, τας κοινάς λεγομένας μυρτιάς, και μόνον προς βοσκήν των ζώων χρήσιμος. Εις αυτόν λοιπόν τον τόπον οδηγηθείς από μίαν θείαν οπτασίαν, την οποίαν είδε καθ’ ύπνον, εις ευλαβής Χριστιανός έχων πολλήν την ευλάβειαν προς την Κυρίαν Θεοτόκον, μετέβη εκεί και ιστάμενος παρετήρει του τόπου την αγριότητα· και ούτω παρατηρών, ήκουσε φωνήν αοράτως, η οποία του έλεγεν· «Εάν ερευνήσης εδώ πλησίον, θα εύρης την Εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ’ ότου ήλθον και ευρίσκομαι εδώ, δια να δώσω εις τούτον τον τόπον την χάριν και βοήθειάν μου». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο ευλαβής εκείνος Χριστιανός, και στρεφόμενος ένθεν κακείθεν δια να ίδη ποίος του ωμίλησεν, ουδένα έβλεπεν· όθεν φοβηθείς εποίησε το σημείον του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, λέγων συγχρόνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι· και συ Κυρία μου και Δέσποινα, ήτις έχεις πολλήν την παρρησίαν προς τον Μονογενή Σου Υιόν, μη βραδύνης να φανερώσης εις εμέ, εάν είναι θέλημά σου, την σημασίαν της φωνής, την οποίαν ήκουσα». Και ταύτα ειπών προσευχόμενος, ήρχισεν είτα ερευνών εντός του δάσους δια να εύρη το ποθούμενον· και ούτως ερευνών μετά πόθου, βλέπει αίφνης εντός των κλάδων μιάς μυρσίνης (μυρτιάς) μίαν εικόνα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας· ιδών δε ταύτην έλαβε μεγάλην ψυχικήν χαράν, και εγνώρισεν ότι η φωνή, την οποάν ήκουσεν, ήτο της Υπεραγίας Θεοτόκου, και τον ωδήγησεν εκεί δια να εύρη την αγίαν Εικόνα Της. Πεσών λοιπόν ο ευλαβής και καλός εκείνος Χριστιανός προσεκύνησε μετά δακρύων και ευχαριστιών την θεομητορικήν αγίαν Εικόνα και μετ’ ευλαβείας ησπάσθη αυτήν· ησθάνετο δε και πολλήν ευωδίαν θυμιαμάτων εις τον τόπον εκείνον. Επεδόθη όθεν μετά προθυμίας βοηθούμενος και από την θεομητορικήν δύναμιν εις το να κόπτη τα δένδρα και να καθαρίζη το μέρος εκείνο, κτίσας δε εκεί κατά το δυνατόν εις αυτόν μικρόν Ναόν της Θεοτόκου, έθεσεν εντός αυτού την ρηθείσαν αγίαν Εικόνα, την οποίαν επωνόμασε «ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΝ», επειδή εύρεν αυτήν εντός των μυρτιών· όθεν και ο τόπος εκείνος ονομάζεται Μυρτίδια δια την αφορμήν του παλαιού εκείνου δάσους των μυρτιών. Έκτισε δε ο καλός εκείνος Χριστιανός και μικρόν κελλίον πλησίον της Εκκλησίας, και γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εκεί, υπηρετών εις τον θείον της Θεοτόκου Ναόν και προσκυνών μετά πάσης ευλαβείας την αγίαν και θαυμασίαν Εικόνα Της· αποθανόντος δε αυτού, έμεινεν εκεί ύστερον εις ευλαβής Μοναχός, ονομαζόμενος Λεόντιος, όστις εμεγάλωσε τον Ναόν, κτίσας και κελλία πέριξ αυτού, και ούτω κατέστησεν εκεί τέλειον Μοναστήριον. Έκτοτε ολίγον κατ’ ολίγον επλάτυνεν η φήμη περί της Αγίας ταύτης Εικόνος, και εκ διαφόρων μερών προσήρχοντο ευλαβώς οι Χριστιανοί προς προσκύνησιν Αυτής φέροντες και πολλάς ελεημοσύνας και αφιερώματα, διότι και πολλά θαύματα εγίνοντο εις τους μετά πίστεως προσερχομένους, και ούτως η φήμη και η δόξα της Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης εξηπλώθη συν τη παρόδω του χρόνου εις όλον τον κόσμον. Βραδύτερον εις ευλαβής Χριστιανός, ονομαζόμενος Θεόδωρος Κουμπανιός, έχων ιδιαιτέραν ευλάβειαν εις την θαυμασιωτάτην ταύτην Εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης, εκτός των άλλων λειτουργιών και πανηγύρεων, τας οποίας ετέλει εις το Μοναστήριον αυτό, είχε και ταύτην την καλήν συνήθειαν, και λαμβάνων μεθ’ εαυτού πάντας τους συγγενείς και φίλους του, μετέβαινεν εκεί τεσσαράκοντα ημέρας μετά την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ήτοι την κδ΄ (24ην) Σεπτεμβρίου, και ετέλει λειτουργίαν και πανήγυριν· έκτοτε δε εσυνηθίσθη η εορτή αύτη να τελήται εις όλην την νήσον των Κυθήρων. Συνέβη όμως μετά παρέλευσιν καιρού να ασθενήση ο ρηθείς Θεόδωρος, κατασταθείς εκ της ασθενείας παράλυτος, κατακείμενος ούτως εις τον κράββατον χρόνους πολλούς. Όμως και καθ’ όλον το διάστημα της δεινής αυτού ασθενείας δεν παρέλειψε την συνηθισμένην του εορτήν και πανήγυριν· αλλ’ αν και λόγω της ασθενείας δεν ηδύνατο και ούτος να μεταβή εις τον Ναόν της Θεοτόκου, έστελλεν όμως πάντοτε τα τέκνα και τους συγγενείς του και ετέλουν ευλαβώς την πανήγυριν, δίδοντες και ελεημοσύνην πλουσιοπάροχον εις το Μοναστήριον· ούτε δε η πίστις και η ευλάβεια αυτού προς την Κυρίαν Θεοτόκον ωλιγόστευσέ ποτε, αλλά και μακρόθεν ευρισκόμενος εις την κλίνην, μετά δακρύων προσηύχετο λέγων· «Κυρία μου Μυρτιδιώτισσα, ελέησόν με τον αμαρτωλόν, συ ήτις είσαι η βοήθεια των αβοηθήτων, η καταφυγή και η επίσκεψις εκείνων, οι οποίοι σε επικαλούνται, η σκέπη και προστασία των παρακαλούντων Σε, βοήθησον καμέ τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου, και αξίωσόν με της ποθουμένης υγείας, δια να έλθω σωματικώς καν τον ερχόμενον χρόνον, πριν τελειώση η ζωή μου, δια να προσκυνήσω την αγίαν Εικόνα σου». Ταύτα και άλλα περισσότερα μετ’ ευλαβείας και δακρύων έλεγε κατ’ έτος ο ασθενής Θεόδωρος, και πάντοτε δοξάζων τον Θεόν ετέλει την συνηθισμένην πανήγυριν. Μετά δε παρέλευσιν αρκετών ετών, ελθούσης πάλιν της πανηγύρεως, αφού ητοιμάσθησαν πάντα τα απαιτούμενα δι’ αυτήν, και επρόκειτο να εκκινήσωσιν, προσκαλέσας ο Θεόδωρος τα τέκνα του, λέγει προς αυτά κλαίων· «Αδελφοί και τέκνα, φίλοι και συγγενείς μου, εγώ βλέπω τον εαυτόν μου εις ταύτην την πολυχρόνιον παράλυσιν, εκ της οποίας επί τόσα έτη δεν δύναμαι να θεραπευθώ· λοιπόν σας παρακαλώ να ετοιμάσητε κράββατον δια να με σηκώσητε και να με φέρετε εις το Μοναστήριον, ίνα ίδω με τους οφθαλμούς μου και προσκυνήσω την αγίαν Εικόνα της Κυρίας μου Μυρτιδιωτίσσης, ίσως ευσπλαγχνισθή και με θεραπεύση τον άθλιον, καθώς ποιεί εις πάντας τους επικαλουμένους αυτήν». Ακούσαντες τα τοιαύτα λυπηρά και πίστεως, ευλαβείας και κατανύξεως γέμοντα λόγια οι παίδες και οι συγγενείς του Θεοδώρου, ητοίμασαν τον κράββατον, τον οποίον άραντες τέσσαρες έφερον τον ασθενούντα εις τον Ναόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου των Μυρτιδίων και ετοποθέτησαν αυτόν έμπροσθεν της σεβασμίας αυτής Εικόνος, καθώς εζήτησεν. Υψώσας λοιπόν τα όμματα ο Θεόδωρος προς την Εικόνα της Θεοτόκου και κλαίων έλεγε προς αυτήν μετ’ ευλαβείας· «Κυρία μου και Δέσποινα, Βασίλισσα του ουρανού και της γης· Συ είσαι η προφητευθείσα Κόρη, η οποία εγέννησας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον Μονογενή Υιόν και Λόγον του Θεού του ζώντος και αειπάρθενος έμεινας, και έλαβες τόσην χάριν, ώστε έγινες Μήτηρ του Θεού του Υψίστου, τον Οποίον κρατήσασα ως βρέφος εις τας αγίας αγκάλας σου, έχεις τόσην εξουσίαν και το θέλειν και το δύνασθαι, και δίδεις πάσαν χάριν εις εκείνους όπου σου ζητήσουν, διότι έχεις εις τας χείρας σου την πηγήν και την αιτίαν πασών των χαρίτων. Συ λοιπόν όπου είσαι η βοήθεια των αβοηθήτων, των ορφανών η προστασία, των ασθενών η ιατρεία, των θλιβομένων η παρηγορία, των κινδυνευόντων η σωτηρία, ποίησον έλεος και εις εμέ, μεσίτευσον εις τον πολυεύσπλγχνον μονογενή Σου Υιόν, ίνα ελεήση καμέ τον αμαρτωλόν· και καθώς πολλούς ασθενείς ιάτρευσε, πολλούς νεκρούς ανέστησε και παραλύτους ηνώρθωσε δια μόνου του θεϊκού λόγου του, όταν ήτο εις τον κόσμον, ούτω να κάμη και εις εμέ τον ταπεινόν. Σήμερον οπότε πανηγυρίζομεν οι αμαρτωλοί την τεσσαρακοστήν ημέραν απ΄της αγίας Σου Κοιμήσεως, δείξον τα ελέη Σου, δείξον την δυναστείαν σου εις εμέ, καθώς και εις πολλούς άλλους έδειξας κατά ταύτην την αγίαν ημέραν· πολλά γαρ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου· μη παρίδης τα δάκρυά μου, μη παραβλέψης τους στεναγμούς μου· σπλαγχνίσθητι το βάρος της μακράς μου ασθενείας και τους μεγάλους και ανυποφόρους πόνους μη κωλύσωσι τα από νεότητός μου αμαρτήματα την άπειρόν σου αγαθότητα, αλλά χάρισόν μοι την ζητουμένην και ποθουμένην υγείαν». Οι συναθροισθέντες εις τον Ναόν, ακούοντες τα τοιαύτα παρακλητικά λόγια όπου έλεγε μετά δακρύων ο Θεόδωρος, ελυπήθησαν και έκλαυσαν παρακαλούντες και αυτοί δια την θεραπείαν του· και κατά την τάξιν Ιερείς και λαϊκοί έψαλλον τον Εσπερινόν και τον Όρθρον, την ακολουθίαν δηλαδή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου· καθ’ ην δε ώραν εψάλλοντο οι Κανόνες, εξήλθεν εις εκ της Εκκλησίας δια τινα ανάγκην, και επιστρέψας ούτος μετά βίας, είπε προς τους εντός της Εκκλησίας· «Αδελφοί, ήκουσα πολλού λαού ταραχήν και θόρυβον προς το μέρος της θαλάσσης, ως να έρχωνται προς ημάς». Τούτο ακούσαντες εκείνοι εφοβήθησαν μεγάλως· διότι το Μοναστήριον ευρίσκετο πλησίον της θαλάσσης και ηνωχλείτο συχνά από τους πειρατάς· μάλιστα εκ του μέρους εκείνου εξήρχοντο και έκαμνον πολλάς κλοπάς και αιχμαλωσίας εις τα διάφορα χωρία της νήσου. Εξήλθον και άλλοι της Εκκλησίας δια να βεβαιωθώσι περί των λεγομένων, και επιστρέψαντες είπον, ότι «αυτή η ταραχή ουδέν άλλο εστίν ειμή βαρβάρων επιδρομή ερχομένων δια να μας αιχμαλωτίσωσιν». Όθεν εκ του φόβου των, αφήσαντες την ακολουθίαν και την Εκκλησίαν, έφυγον όλοι εις τα βουνά, και άλλοι εκρύβησαν εις τα δάση δια να προφυλαχθώσιν από τοιούτον κίνδυνον, αν και δεν έβλεπον τίποτε, διότι ήτο ακόμη νυξ. Εκ του φόβου και της βίας αναχωρήσαντες πάντες, εγκατέλειψαν τον παράλυτον Θεόδωρον, ως να μη είχεν ούτος τέκνα και συγγενείς, αλλ’ εβιάζοντο ποίος να φύγη πρότερον χωρίς καν να ειδοποιήσωσιν αυτόν· μείνας δε ούτος ακίνητος ωσεί νεκρός και απηλπισμένος από πάσης ανθρωπίνης βοηθείας ήρχισε προσευχόμενος προς την Θεοτόκον μεγαλοφώνως και μετά δακρύων λέγων· «Ω Παρθενομήτορ Μαρία Θεοτόκε, Δέσποινα του κόσμου και ελπίς εμού του δυστυχούς, ιδού πάντες έφυγον και εμέ αφήκαν μόνον και αβοήθητον· δι’ ο παρακαλώ την αγίαν σου Χάριν να με βοηθήσης και να με σκεπάσης υπό την σκέπην των πτερύγων σου, ίνα διαφύγω τας ασπλάγχνους χείρας των αθέων βαρβάρων». Ταύτα λέγων μετά δακρύων θερμών ο Θεόδωρος, του εφάνη ως να ήκουσε φωνήν λέγουσαν εις αυτόν· «Ανάστα και συ και φύγε»· και ούτως (ω του θαύματος!) ήρχισεν ολίγον κατ’ ολίγον να κινήται ο πριν παράλυτος και ακίνητος, και κατελθών του κραββάτου, εφ’ ου κατέκειτο, ήρχισε να τρέχη δρομαίος φροντίζων να φθάση τους άλλους οίτινες έφευγον, και μένων εκστατικός δια την παράδοξον αυτήν μεταβολήν του εαυτού του και θεραπείαν, του εφαίνετο το πράγμα ως όνειρον. Ενώ δε ταύτα εγίνοντο, έφθασε και η ημέρα, και μη βλέπων τινά ο Θεόδωρος ούτε εκ των βαρβάρων, ούτε εκ των Χριστιανών των ελθόντων εις την Εκκλησίαν, εθαύμαζε βλέπων τον εαυτόν του υγιά ωσεί να μη είχε ποτέ ασθένειαν· κατανοήσας δε τέλος πάντων την θαυμαστήν και απροσδόκητον βοήθειαν και θεραπείαν, την οποίαν η Δέσποινα και Κυρία του κόσμου ενήργησεν εις αυτόν, από την πολλήν του χαράν έλεγεν επί πολλήν ώραν το «Κύριε, ελέησον· δοξάζω σε, Θεέ μου· δοξάζω σε, Παναγία μου· δοξάζω, Κυρία μου, την ελεημοσύνην σου· ευχαριστώ, Μυρτιδιώτισσά μου Κεχαριτωμένη, το όνομά σου το άγιον, δια την μεγάλην και υπερθαύμαστον βοήθειαν, την οποίαν εις εμέ τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου έδωκας, επειδή γνωρίζω τον εαυτόν μου όλον υγιά ο προ ολίγου ασθενής και παράλυτος». Μετά την ευχαριστίαν και δοξολογίαν ταύτην, ήρχισε να φωνάζη τους συγγενείς του λέγων· «Τέκνα μου, συγγενείς μου και φίλοι, αδελφοί Χριστιανοί, έλθετε να ευχαριστήσωμεν την Μυρτιδιώτισσαν και να δοξολογήσωμεν το άγιόν Της όνομα, και να μη φοβήσθε· διότι δεν είναι εδώ εχθροί βάρβαροι, καθώς ενομίσατε· αλλ’ έλθετε ίνα ίδητε το εξαίσιον θαύμα, το οποίον ενήργησεν εις εμέ και να δοξάσωμεν την Χάριν Αυτής». Ακούοντες εκείνοι τας τοιαύτας φωνάς και νομίζοντες, ότι προέρχονται αύται εκ των βαρβάρων, προσποιουμένων δια να εξαπατήσωσιν αυτούς, εκρύπτοντο έτι περισσότερον εις τα βαθύτερα μέρη του δάσους, και άλλοι έφευγον τρέχοντες περισσότερον· ο δε Θεόδωρος μετά μεγαλυτέρας φωνής έλεγεν· «Έλθετε, τέκνα μου», κράζων το καθ’ εν εξ ονόματος, και λέγων· «Εγώ είμαι ο πατήρ σας, όστις ήμην παράλυτος, και η Κυρία μας με ιάτρευσε· πλησιάσατε λοιπόν χωρίς φόβον δια να ευχαριστήσωμεν την Χάριν Της». Ακούσαντές τινες και γνωρίσαντες την φωνήν του, και μη βλέποντες εκτός αυτού έτερόν τινα, επλησίασαν αυτόν τον πρώην παράλυτον και ακίνητον, είτα δε εφώναξαν και τους λοιπούς και συνηθροίσθησαν άπαντες· και βλέποντες τελείως αυτόν υγιά, εξέστησαν και έκραξαν το «Κύριε, ελέησον». Ερωτώντες δε τον ασθενή πως ιατρεύθη, ήκουσαν παρ’ αυτού καταλεπτώς όσα ανωτέρω εγράφησαν. Γνωρίσαντες όθεν πάντες την φανεράν θαυματουργίαν της Θεομήτορος, επέστρεψαν μετά του θεραπευθέντος παραλύτου εις το Μοναστήριον· και τελειώσαντες την ακολουθίαν και την θείαν Λειτουργίαν, έδωκαν δόξαν μετά χαράς μεγάλης εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον, ήτις αν και πολλάκις βραδύνει την βοήθειάν Της, δια να ίδη την υπομονήν του παρακαλούντος, δεν λησμονεί όμως, αλλ’ εις την ώραν, κατά την οποίαν δεν ελπίζει τις, λαμβάνει την ποθουμένην υγείαν. Εώρταζε λοιπόν ο Θεόδωρος ούτος κατ’ έτος την ημέραν ταύτην της θεραπείας του εις όλην του την ζωήν, κάμνων μεγάλην πανήγυριν· και μετά τον θάνατόν του αφήκεν εντολήν εις τα τέκνα του, ίνα τελώσι την εορτήν ταύτην, την οποίαν μέχρι και σήμερον οι απόγονοί του τελούσι κατά το δυνατόν· έκτοτε δε η ευλάβεια των Χριστιανών προς την θείαν ταύτην Εικόνα της Μυρτιδιωτίσσης εξηπλώθη εις όλον τον κόσμον, και εις μνήμην του θαύματος τούτου κατά την ημέραν ταύτην συναθροίζεται πς ο λαός της νήσου των Κυθήρων εις το Μοναστήριον των Μυρτιδίων και τελεί μεγάλην εορτήν και πανήγυριν προς δόξαν της Κυρίας ημών Θεοτόκου της Μυρτιδιωτίσσης, της οποίας να διηγήται τις τα άπειρα θαύματα, άπερ καθ’ εκάστην τελεί εις τους μετά πίστεως προσερχομένους, είναι αδύνατον· αλλ’ όμως ημείς να είπωμεν ολίγα προς δόξαν αυτής και ούτω να καταπαύσωμεν τον λόγον. Μίαν φοράν ήλθον οι βάρβαροι δια θαλάσσης, ίνα λεηλατήσωσι το Μοναστήριον των Μυρτιδίων, και πλησιάσαντες την νύκτα αντικρύ αυτού, είδον πολλάς πυράς πέριξ του Μοναστηρίου· όθεν νομίσαντες ότι τους ηννόησαν οι άνθρωποι της νήσου και κατήλθον εκεί δια να τους πολεμήσωσι, φοβηθέντες μεγάλως οι βάρβαροι επέστρεψαν άπρακτοι και ούτως εσώθη το Μοναστήριον και όλη η νήσος δια της προστασίας της Κυρίας ημών Θεοτόκου. Άλλοτε πάλιν εταξίδευεν εν πλοίον εις την θάλασσαν και εκεί απέναντι ακριβώς του Μοναστηρίου των Μυρτιδίων συνήντησε φοβεράν τρικυμίαν και μέγαν κλύδωνα της θαλάσσης, ώστε εκινδύνευε τούτο να καταποντισθή αύτανδρον. Τότε οι άνθρωποι του πλοίου επεκαλέσθησαν την Κυρίαν Θεοτόκον την Μυρτιδιώτισσαν και τον μέγαν Άγιον Νικόλαον να τους βοηθήσωσιν, όπως διασωθώσιν εκ του κινδύνου, υποσχόμενοι να υπάγωσιν έκαστος εις τον οίκον Της ελεημοσύνην το κατά δύναμιν προς βοήθειαν του Μοναστηρίου, και εν τω άμα έπαυσεν η τρικυμία, και διασωθέντες οι άνθρωποι μετέβησαν άπαντες εις το Μοναστήριον, αποδώσαντες τας ευχαριστίας των εις την Κυρίαν Θεοτόκον και αρκετήν χρηματικήν βοήθειαν, εκ της οποίας εκτίσθη ο Ναός του Αγίου Νικολάου εις τον «μαύρον βράχον», προς ενθύμησιν του θαύματος. Πολλάκις εγένετο εις την νήσον ταύτην των Κυθήρων πείνα μεγάλη, ένεκα της αφορίας της γης και της αστοχίας των καρπών, και δια της προμηθείας της Κυρίας Θεοτόκου, της οποίας την βοήθειαν και αντίληψιν επικαλούνται πάντες, ήρχοντο καρποί εκ μακρινών μερών και εκυβερνάτο ο λαός. Δια τας πολλάς ευεργεσίας και χάριτας, τας οποίας ελάμβανον και λαμβάνουσιν οι Χριστιανοί προστρέχοντες εις την θαυματουργόν Εικόνα της Μυρτιδιωτίσσης, εξ ευγνωμοσύνης προς την Χάριν Αυτής, άλλοι έκτισαν κελλία, άλλοι αφιέρωσαν κτήματα και άλλα πράγματα εις μνημόσυνον αυτών και τοιουτοτρόπως έφθασε το Μοναστήριον εις την οποίαν κατάστασιν και ευπρέπειαν φαίνεται σήμερον. Βλέπων δε ο λαός τα άπειρα θαύματα τα γινόμενα υπό της αγίας ταύτης Εικόνος, εξ ευλαβείας προς αυτήν και δι’ ευχαριστίαν προς την Θεοτόκον, απεφάσισαν ίνα ενδύσωσι την Εικόνα δι’ αργυρού επενδύματος· όθεν έστειλαν εις την Κρήτην την απαιτουμένην ύλην προς κατασκευήν του επενδύματος· ότε δε ητοιμάσθη τούτο, το πλοίον το οποίον έφερεν αυτό προς τα Κύθηρα, έξω του λιμένος της νήσου, του λεγομένου «Καψάλη», υπέστη επίθεσιν εκ μέρους Τουρκικών πλοίων εχόντων σκοπόν ίνα αιχμαλωτίσωσιν αυτό. Τούτο έβλεπον οι Χριστιανοί ιστάμενοι επί της ξηράς, χωρίς βεβαίως να γνωρίζωσιν, ότι εντός του κινδυνεύοντος πλοίου υπήρχεν το επένδυμα της αγίας Εικόνος, και ο διοικητής της νήσου, όστις φωτισθείς ασφαλώς υπό της Κυρίας Θεοτόκου, δια να δώση ολίγον θάρρος, διέταξεν ίνα πυροβολήσωσιν εκ του φρουρίου δια μιας μικράς λουμπάρδας (είδους μικρού πυροβόλου της εποχής εκείνης). Η σφαίρα της μικράς λουμπάρδας εκείνης κατευθυνθείσα υπό αοράτου δυνάμεως έφθασε πλησίον των Τουρκικών πλοίων, τα οποία φοβηθέντα υπεχώρησαν, αφήσαντα το καταδιωκόμενον πλοίον ανενόχλητον δια να εισέλθη εις τον λιμένα· ιδών δε ο διοικητής και οι λοιποί το διάστημα όπερ διήνυσεν η σφαίρα χωρίς το εκπέμψαν αυτήν πυροβόλον όπλον να έχη την προς τούτο απαιτουμένην δύναμιν, ηννόησαν ότι συμβαίνει τι το θαυμαστόν και παράδοξον· διο κατελθόντες εις τον λιμένα και μαθόντες, ότι εντός του πλοίου εκείνου υπήρχε το επένδυμα της αγίας Εικόνος, εχάρησαν χαράν μεγάλην δια την Χάριν Της και το θαύμα όπερ έκαμε, διαφυλάξασα εκ των χειρών των Αγαρηνών το υπό των πιστών προσφερόμενον εις αυτήν δώρον. Και ούτω μετ’ ευχαριστιών μεγάλων επενέδυσαν την θαυματουργόν Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου Μυρτιδιωτίσσης. Πολλάκις, όταν συμβή ανομβρία, οι κάτοικοι της νήσου ποιούσι λιτανείας δια περιφοράς της αγίας Εικόνος, και ευθύς έρχεται βροχή δροσίζουσα την γην, ήτις δίδει τους καρπούς της προς συντήρησιν των ευλαβών προσκυνητών της Θεοτόκου. Επίσης και όταν επιδημήση λοιμική θανατική νόσος δια λιτανειών και παρακλήσεων προς την Θεοτόκον οι κάτοικοι της νήσου και δια περιφοράς της θαυματουργού Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης αποδιώκουσι το κακόν της νόσου, χωρίς να προξενήση φθοράν εις τους ανθρώπους, όπως συμβαίνει εις άλλας χωρας και επαρχίας· και ταύτα ουχί άπαξ και δις εγένοντο, αλλά πλειστάκις, καθώς και αι προφορικαί παραδόσεις και αι έγγραφοι μαρτυρίαι βεβαιούσιν. Ότε οι Τούρκοι επολέμουν εις την νήσον Κρήτην, ήλθεν ο στόλος αυτών εις τα Κύθηρα, και εξήλθε πλήθος πολύ την νύκτα εις εν χωρίον ονόματι της «Κυράς» εις τον ποταμόν, έχοντες σκοπόν ίνα αιχμαλωτίσωσιν όσους δυνηθώσιν εκ των κατοίκων. Κατ’ οικονομία όμως του Θεού και της Κυρίας Μυρτιδιωτίσσης τους αντελήφθησαν τινες, οίτινες δια φωνών ειδοποίησαν τους κατοίκους· όθεν αι μεν γυναίκες και τα παιδιά εκρύβησαν εις τα δάση, οι δε άνδρες ετοιμασθέντες εξήλθον προς πόλεμον. Οι δε Τούρκοι είχον διαταγήν παρά του πασά των όπως επιστρέψωσιν εις τα πλοία, μόλις ακούσωσι δύο κανονιοβολισμούς. Δεν παρήλθεν όμως ώρα πολλή και ηκούσθησαν οι δύο κανονιοβολισμοί· οι δε Τούρκοι, νομίσαντες ότι είναι το σύνθημα του πασά, επέστρεψαν εις τα πλοία των κατά διαταγήν, χωρίς να προφθάσωσι να βλάψωσι τινά Χριστιανόν εκτός μόνον των όσων έκαυσαν και έκλεψαν. Εθαύμασεν ο πασάς δια το αιφνίδιον της επιστροφής του στρατού του, και ηρώτα να μάθη την αιτίαν· εκείνοι δε εβεβαίωνον, ότι ήκουσαν δύο κανονιοβολισμούς, και δια τούτο επέστρεψαν· αυτός όμως έλεγεν ότι βεβαίως αυτός δεν επυροβόλησε και αδυνατεί να εννοήση πως συνέβη τούτο. Όμως οι Χριστιανοί πάντες ηννόησαν, ότι αι εις είδος κανονιοβολισμών ακουσθείσαι δύο βρονταί εκείναι προήλθον εκ της προστασίας της Θεοτόκου, της οποίας επεκαλέσθησαν την βοήθειαν, ψάλλοντες κατά την ώραν εκείνην μετ’ ευλαβείας παράκλησιν έμπροσθεν της αγίας Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης. Όχι μόνον ταύτα τα θαύματα, αλλά και άλλα πλείστα ετέλεσεν η Κυρία Θεοτόκος, μεταξύ των οποίων είναι και η κατά το έτος αψλβ΄ (1732) θεραπεία του εκ της νήσου ταύτης πλουσίου ετοιμοθανάτου ασθενούς Ιωάννου Καλούτση. Έτι δε και μέχρι σήμερον καθ’ εκάστην τελεί η πανάμωμος Δέσποινα δια της ιεράς Της ταύτης Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης, της οποίας και η θεωρία μόνη φανερώνει την ην έχει μεγάλην χάριν. Και τόση είναι η ευλάβεια των Χριστιανών προς Αυτήν, ώστε εκ των πολλών αφιερωμάτων έχει καταστή ολόχρυσος· και κρέμανται έμπροσθέν της διάφορα χρυσά και αργυρά αφιερώματα υπό διαφόρων θεραπευθέντων ή άλλο τι αίτημα λαβόντων απ΄την θεομητορικήν μεγαλειότητα· και παρ’ όλον ότι η νήσος αύτη είναι πτωχή, η ευλάβεια όμως των κατοίκων αυτής προς την Θεοτόκον είναι πολλή και μεγάλη· δια τούτο και το Μοναστήριον έχουσι πεπροικισμένον δια πολλών και διαφόρων κτημάτων, ευρισκόμενον και τούτο εις τόπον έρημον και ήσυχον και ψυχικής χαράς και αγαλλιάσεως γέμοντα· εκείθεν δε ώσπερ άλλος ήλιος η Πάναγνος Δέσποινα εφαπλοί τας ακτίνας των θαυμάτων Της δια της χαριτοβρύτου αυτής Εικόνος της Μυρτιδιωτίσσης· ης ταις αγίαις πρεσβείαις σωθείημεν άπαντες. Αμήν. 

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Ο Όσιος Κόπρις

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών  ΚΟΠΡΙΟΣ.                                                   

Κόπρις ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη  εις τινα κοπρίαν, ευρισκομένην έξωθεν του Μοναστηρίου του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, διότι διωκομένη η μήτηρ αυτού από τους Αγαρηνούς, ομού με άλλους πολλούς πλησιοχώρους και καταφεύγουσα προς τον Άγιον Θεοδόσιον δια να σωθή από τας χείρας των ασεβών, εκρατήθη από τα κοιλοπονήματα. Και ευρίσκουσα την εκεί κοπρίαν, εγέννησεν επάνω εις αυτήν. Αφού δε επέρασαν οι Αγαρηνοί, ευρίσκοντες οι Μοναχοί το βρέφος εν τη κοπρία, κατά προσταγήν του Αγίου Θεοδοσίου έλαβον αυτό και επωνόμασαν Κόπριν. Έτρεφον δε αυτό με γάλα αιγός, η οποία έβοσκε μεν ομού με τας άλλας αίγας, όταν δε ήρχετο ο καιρός δια να θηλάζη το παιδίον, τότε διεχωρίζετο από τας άλλας και μόνη κατέβαινεν από το βουνόν. Και αφού εθήλαζε το παιδίον, πάλιν επέστρεφεν εις την συνήθη της βοσκήν. Και τούτο εποίει, έως ου το παιδίον ηύξησε και έτρωγε στερεωτέραν τροφήν. Ούτος λοιπόν, όταν έφθασεν εις ηλικίαν τελειοτέραν, έγινεν αγαπητός εις τον μέγαν Θεοδόσιον. Και επειδή εφύλαξεν αμόλυντον το κατ’ εικόνα, δια τούτο ηξιώθη και της του Πνεύματος Χάριτος, και τα θηρία υπέτασσε. Διότι μίαν φοράν ευρίσκων άρκτον τινά, ήτις έτρωγε τα μαρούλια του κήπου, έλαβεν αυτήν από το ωτίον και εξήγαγε του κήπου. Και επιτιμήσας αυτήν με την ευχήν του μεγάλου Θεοδοσίου την άκαμε να μη έμβη πλέον εις τον κήπον. Αλλά και αναβαίνων ποτέ εις το βουνόν ομού με τον όνον του Μοναστηρίου δια να κόψη ξύλα, επειδή μία άρκτος επλήγωσε τον όνον εις το μηρίον, εκράτησεν ο Όσιος την άρκτον, και εφόρτωσεν εις αυτήν τα ξύλα, ειπών· «Δεν θα σε αφήσω πλέον, αλλά συ θα κάμνης την υπηρεσίαν του όνου, τον οποίον επλήγωσας, έως ου υγιάνη εκείνος». Και λοιπόν δια της ευχής του Αγίου Θεοδοσίου υπετάσσετο εις αυτόν η άρκτος και έφερε τα ξύλα. Ούτος μίαν φοράν υπηρετών εις το μαγειρείον και βλέπων, ότι ο λέβης έβραζε και εχύνετο έξω το μαγειρευόμενον όσπριον, επειδή δεν εύρε την συνειθισμένην χουλιάραν, έβαλε γυμνήν την χείρα του μέσα εις τον λέβητα εκείνον και, ω του θαύματος! ευθύς έπαυσε το υπερβολικόν βράσιμον, χωρίς να πάθη παραμικράν βλάβην η χειρ του. Επειδή δε ήτο εστολισμένος με παν είδος αρετής, και μέχρι του γηρατείου του, δεν ημέλησε την άσκησιν (διότι αν και ήτο ετών ενενήκοντα, όμως ο τρισμακάριστος πάντοτε ίστατο εις τόπον απόκρυφον και προσηύχετο), δια ταύτα, λέγω, τα ένθεα αυτού κατορθώματα ηξιώθη να βλέπη τον μέγαν Θεοδόσιον, μετά τον εκείνου θάνατον, ο οποίος εφαίνετο εις αυτόν και συνέψαλλε μετ’ αυτού. Ακολούθως ήκουσε και μίαν φωνήν αυτού του ιδίου Θεοδοσίου, ήτις έλεγεν εις αυτόν ταύτα· «Αδελφέ Κόπρι, ιδού έφθασεν ο καιρός του θανάτου σου. Όθεν ελθέ προς εμέ, δια να αναπαυθής εις τον ετοιμασθέντα σοι τόπον της αναπαύσεως». Λάμψας λοιπόν ο Όσιος ούτος μεταξύ των Αγίων εκείνων Πατέρων ως ήλιος, εστολισμένος μάλιστα και με το λαμπρόν της ιερωσύνης αξίωμα, μετ’ ολίγας ημέρας, αφού ήκουσε την άνωθι φωνήν, ησθένησεν ολίγον. Και αποχαιρετήσας όλους τους Πατέρας και αδελφούς, απήλθε προς Κύριον. 

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Η Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος Θέκλα

Τη ΚΔ΄ (24η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου ΘΕΚΛΗΣ.                                                                                                              

Θέκλα η ένδοξος Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος του Χριστού, η πιστή του θείου Παύλου μαθήτρια, ήτο από το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, θυγάτηρ ούσα ευγενούς τινος και επιφανούς Ελληνίδος γυναικός ονόματι Θεοκλείας, είχε δε και αρραβωνισθή με άνδρα τινά ονόματι Θάμυριν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν παρεγένετο από την Αντιόχειαν εις το Ικόνιον ο μέγας κήρυξ και ευαγγελιστής της αληθείας Παύλος, η πολύφθογγος σάλπιγξ του Χριστού, δια να κηρύξη τον σωτήριον λόγον, έχων εις την συνοδείαν του δύο άνδρας, Δημάν τε και Ερμογένην, οίτινες ήσαν πονηροί και υποκριταί, δεικνύοντες ότι τον ηυλαβούντο εις το φαινόμενον, ενώ η γνώμη των ήτο όλως διεστραμμένη. Ο δε θείος Παύλος, ως του Ιησού Χριστού μιμητής και αγαθός άνθρωπος, δεν είχε πανουργίαν τινά, αλλά τους ηγάπα ως αδελφούς και τους εδίδασκε πάσαν την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πως του απεκαλύφθη ο Κύριος ενώ εβάδιζε προς Δαμασκόν και πως επίστευσεν εις Εκείνον. Όταν λοιπόν έφθασαν εις την πόλιν του Ικονίου και το έμαθεν ο εκεί διαμένων ευσεβής και αγαθός άνθρωπος Ονησιφόρος, εξήλθεν ευθύς με την γυναίκα και τους παίδας αυτού ζητών τον Παύλον, τον οποίον δεν είδε ποτέ του, και μόνον από τον μαθητήν του Τίτον είχεν ακούσει τίνος είδους ήτο εις την θεωρίαν, δηλαδή μικρός το ανάστημα, φαλακρός εις την κεφαλήν, καμπυλομύτης και απλώς ειπείν όλος Πνεύματος Αγίου πεπληρωμένος και χάριτος. Ιδών λοιπόν αυτόν, τον εγνώρισεν από τα ρηθέντα σημεία, και εχαιρέτησεν αυτόν, λέγων: «Χαίροις, υπηρέτα του ευλογημένου Χριστού». Ο δε Παύλος απεκρίθη με σεμνόν και χαρούμενον πρόσωπον: «Η Χάρις του Θεού είη μετά του οίκου σου». Δημάς δε και Ερμογένης, οι άνωθι αναφερόμενοι, είπον εις αυτόν· «Άρα δεν είμεθα και ημείς δούλοι του Χριστού; Διατί μόνον αυτόν εχαιρέτησες»; Ο δε Ονησιφόρος από ταύτα τα λόγια εννοήσας την κακίαν αυτών είπεν· «Εγώ δεν βλέπω εις σας καρπόν δικαιοσύνης· όμως καλώς ήλθετε· κοπιάσατε και σεις έως τον οίκον μου να αναπαυθήτε». Απελθόντες δε, έβαλε τράπεζαν, και τους εφιλοξένησεν επιμελώς ο Ονησιφόρος· έπειτα ήρχισε να διδάσκη ο Απ. Παύλος το Ευαγγέλιον, λέγων· «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Μακάριοι οι σώφρονες και εγκρατείς, οίτινες δεν εμόλυναν την παρθενίαν αυτών· διότι οι τοιούτοι γίνονται Ναοί και οικητήρια του Παναγίου Πνεύματος. Μακάριοι οι το θείον του Χριστού δεξάμενοι Βάπτισμα και τηρούντες τα σώματα αυτών άσπιλα και καθαρά έως τέλους· διότι οι τοιούτοι θα αξιωθώσι μεγάλης δόξης εις τον Παράδεισον, και δεν θα δοκιμάσωσι βάσανόν τινα της αιωνίου κολάσεως». Τοιαύτα του Παύλου διδάσκοντος, μεταξύ των άλλων ακροατών ήτο και η Θέκλα, ήτις ίστατο εις το παράθυρον και ηκροάζετο του θείου Παύλου τα λόγια, αλλά το πρόσωπόν του δεν έβλεπεν· όμως με τα ζωήρρυτα εκείνα και γλυκύτατα λόγια ετρώθη την ψυχήν έρωτα θείον και υπερθαύμαστον, αλλοιωθείσα την καρδίαν τοιουτοτρόπως, ώστε ημέλησε πάσαν φροντίδα και μέριμναν σώματος, και ίστατο εις την θυρίδα τρία ημερονύκτια και τόσην γλυκύτητα ησθάνετο εις τα λόγια του Αποστόλου, ώστε έμενεν ώσπερ εις έκστασιν και ούτε ποσώς απεκρίνετο εις την μητέρα αυτής, ήτις επάσχισε πολλά να την ποσύρη από τον τόπον εκείνον, αλλά δεν ηδυνήθη· όθεν νομίζουσα η μήτηρ της, ότι παρεφρόνησε, παρήγγειλε του γαμβρού της, όντος μεγάλου άρχοντος, από τους πρώτους της πόλεως· ούτος δε απήλθεν ευθύς εις τον οίκον της πενθεράς αυτού, η οποία του είπε: «Γίνωσκε, ότι τρεις ημέρας καθέζεται η μνηστή σου εις το παράθυρον ακλινώς, ακροωμένη την διδαχήν αυτού του ξένου, και ούτε να φάγη ηθέλησεν, ούτε να πίη· ύπαγε, κάμε ό,τι δύνασαι να την εκβάλης απ’ εκεί συντομώτερα». Ο δε απελθών επάσχισε πολλά, και της είπε λόγια πρώτον παραπονετικά έρωτος και αισθηματικά, κατά την συνήθειαν των νέων, έπειτα βλέπων, ότι δεν τα έβαλε ποσώς εις τον νουν της, την εφοβέρισε με απήνειαν και πολλήν αυστηρότητα, να την κακοποιήση· αλλά εκείνη ίστατο στερεά ως αδάμας και ούτε καν λόγον ψιλόν απεκρίνετο εις αυτόν. Λοιπόν είχον όλοι οι συγγενείς θλίψιν πολλήν. Ο δε Θάμυρις εθυμώθη κατά του Παύλου, και απήλθε να τον κακοποιήση ως τούτου αίτιον. Καθ’ οδόν δε συνήντησε τους δύο πανούργους, Δημάν και Ερμογένην, και τους ηρώτησε τι άνθρωπος είναι ο Παύλος και ποία η διδασκαλία του. Οι δε απεκρίθησαν· «αυτός πόθεν είναι δεν ηξεύρομεν, μόνον διδάσκει, ότι όστις φυλάξη παρθενίαν μένει αθάνατος, και δια τα λόγια αυτά κάμνει τας γυναίκας και χωρίζονται από τους άνδρας αυτών, καθώς το έπαθεν η Θέκλα· αλλ’ ε΄ν θέλης να την φέρης εις το θέλημά σου, ύπαγε εις τον ηγεμόνα της πόλεως, διάβαλε τον Παύλον, να τον παιδεύση, καθώς του πρέπει, και τότε θέλει φοβηθή η μνηστή σου και θα υπακούση εις το συνοικέσιον». Εκάλεσε λοιπόν ο Θάμυρις αυτούς τους δύο, και τους εφίλευσεν εις το δείπνον, και το πρωϊ έδραμεν ως άγριον θηρίον μετά όχλου πολλού εις την οικίαν του Ονησιφόρου, και αρπάσας τον Παύλον τον επήγεν εις τον ηγεμόνα, λέγων ότι είναι κακοποιός άνθρωπος, και πλανά τας γυναίκας, και τας χωρίζει από τους άνδρας των. Ο δε άρχων είπεν εις τον Παύλον· «Ειπέ μας ποίος είσαι και ποία είναι η διδασκαλία σου»; Ο δε απεκρίθη· «Ο αληθής και ζωοποιός Θεός, όστις ποθεί την σωτηρίαν των ανθρώπων, με απέστειλε, να κηρύττω τον Υιόν αυτού Ιησούν Χριστόν, όστις έπαθε δια την αγάπην ημών, και μας παρήγγειλε να απέχωμεν από όλα τα πονηρά έργα, και να διάγωμεν εν παρθενία, σωφροσύνη τε και αγάπη προς αλλήλους. Λοιπόν, ω ανθύπατε, τι άδικον κάμνω να κηρύττω όσα ο Κύριος και ο Θεός με επρόσταξε»; Τότε ο ηγεμών διώρισε να τον βάλουν εις την φυλακήν δεδεμένον επί τινας ημέρας και να τον κρίνη έπειτα. Ταύτα μαθούσα η Θέκλα εξήφθη από θείον έρωτα, και απεφάσισε να μαρτυρήση δια την αγάπην του Χριστού. Λαβούσα όθεν τα χρυσά στολίδια και τους μαργαρίτας αυτής, απήλθεν εν ώρα μεσονυκτίου εις την φυλακήν, και τα έδωσε του δεσμοφύλακος δώρον, δια να την αφήση να ίδη τον Παύλον· όθεν αφήκεν αυτήν, και εισελθούσα εις την φυλακήν κατεφίλει τα δεσμά του Παύλου με πολλήν ταπείνωσιν και ευλάβειαν, δεομένη τούτου και ικετεύουσα να την διδάξη επιμελώς και να την οδηγήση προς την ευσέβειαν. Ο δε θείος Απόστολος έχων όλως την πίστιν εις τον Θεόν, ελάλει περί της ενσάρκου οικονομίας αυτού υψηλά νοήματα, και περί καταφρονήσεως κόσμου, παρακινών αυτήν προς σωφροσύνην και παρθενίαν σαρκός και πνεύματος. Η δε ηκροάζετο με τόσον πόθον, ώστε της εφαίνετο ο Απόστολος ώσπερ να ήτο αυτός ο Κύριος, και τα λόγια του εδέχετο εις την καρδίαν, και τα είχε γλυκύτερα της ανβροσίας και του νέκταρος. Το πρωϊ, όταν είδον οι συγγενείς αυτής, ότι έλειπεν από την οικίαν, έδραμον όλοι και την εζήτουν εις όλην την πόλιν, νομίζοντες ότι έφυγε με κακόν σκοπόν και αγάπην έρωτος. Ο δε Θάμυρις, ερευνών εις τόπους διαφόρους, έμαθε τέλος παρά τινος δούλου του, ότι ήτο εις την φυλακήν με τον ξένον δέσμιον. Όθεν απελθών και ευρών αυτήν καθεζομένην παρά τους πόδας του Παύλου με δεσμά πόθου συνδεδεμένην, εθυμώθη, και λαβών όχλον ικανόν, απήλθεν εις τον ανθύπατον και ανήγγειλε ταύτα. Ο δε εκέλευσε και έφεραν τον Απόστολον. Η δε ,άρτυς του Χριστού έμεινεν εις την φυλακήν και εκάθητο εις τον τόπον του Παύλου δια ευλάβειαν. Εις ολίγην ώραν παρουσίασαν και αυτήν εις το κριτήριον, και εβόησεν όχλος πολύς προς τον άρχοντα· «Φόνευσον τον μάγον αυτόν και γόητα»! Ο δε άρχων ήκουε τα λόγια του Παύλου ηδέως και εβούλετο να τον απολύση, αλλ’ εφοβείτο τον όχλον. Λοιπόν είπε προς την Θέκλαν· «Διατί δεν θέλεις τον μνηστήρα σου»; Αυτή δε ούτε τον ηγεμόνα εκοίταξεν, ούτε τινά απόκρισιν έδωκε, μόνον τον Παύλον έβλεπεν, ώσπερ να ήτο αυτός η αναψυχή της· όθεν η μήτηρ αυτής Θεόκλεια, από τον πολύν της θυμόν, εβόησε προς τον άρχοντα· «Καύσε την άνομον εις το μέσον του θεάτρου, δια να φοβηθούν αι άλλαι γυναίκες, να μη καταφρονώσι τους άνδρας των». Όταν λοιπόν είδεν ο άρχων, ότι όχι μόνον ο όχλος, αλλά και αυτοί οι συγγενείς της την κατέκριναν, έδωκε κατ’ αυτής την απόφασιν να την καύσωσι, τον δε Παύλον να φραγγελώσωσι και έπειτα να τον διώξουν έξω της πόλεως. Ταύτα κελεύσας ο ανθύπατος ανέστη του θρόνου και απήλθεν εις το θέατρον με τον δήμον όλον, ίνα ίδωσι της κόρης τον θ΄νατον, η οποία δεν εσκέπτετο τόσον εαυτήν όσον τον πνευματικόν της πατέρα· όθεν εκοίταξε πέριξ να τον ίδη. Τότε εμφανίζεται εις αυτήν ο Δεσπότης Χριστός εις σχήμα του Παύλου καθεζόμενος εν μέσω του όχλου. Τούτον ιδούσα έλαβε θάρρος εν εαυτή, λέγουσα κατά μόνας· «Επειδή είμαι ολιγόψυχος και ανυπόμονος, ήλθεν ο διδάσκαλός μου Παύλος να με ενθαρρύνη». Ταύτα σκεπτομένη βλέπει τον Κύριον ανερχόμενον εις τους ουρανούς. Λαβούσα όθεν βεβαίαν πληροφορίαν δια την διδασκαλίαν του Παύλου, επορεύετο γαλλιωμένη εις το μαρτύριον. Οι δε παίδες και αι νεάνιδες εσύναξαν ξύλα δια να την κατακαύσουν. Εγύμνωσαν όθεν αυτήν και την έρριψαν εις το μέσον της φλογός. Ο δε ηγεμών, ιδών ταύτης το κάλλος και την ωραιότητα, εξεπλάγη και ελυπείτο σφόδρα, διότι έμελλε να απολεσθή τοιαύτη παρθένος υπέρκαλος και τόσον επόνεσεν η ψυχή του, ώστε εδάκρυσεν. Η δε μεγαλόψυχος κόρη, έχουσα έσω αυτής τον ένθεον έρωτα, όστις κατέκαιε την καρδίαν της, δεν εδειλία πυρ ένυλον και ομόδουλον, αλλ’ ίστατο άφοβος, και είχε τας χείρας και τα όμματα υψωμένα προς τον ουρανόν, προσευχομένη νοερώς και αναμένουσα εκείθεν την βοήθειαν· όθεν δεν απέτυχε της ελπίδος, αλλ’ εδροσίζετο μάλλον υπό του πυρός και δεν κατεφλέγετο. Έτι δε και βρονταί φοβεραί και αστραπαί εγένοντο εις τον αέρα, και ήλθε σκότος μέγα, συγχρόνως δε βροχή ραγδαία και χάλαζα τοσαύτη εις το θέατρον, ώστε εφόνευσε πολλούς ποθούντας να ίδωσι ταύτης την απώλειαν, το δε πυρ κατεσβέσθη και οι όχλοι διεσκορπίσθησαν. Η δε Αγία του Χριστού Μάρτυς μείνασα μόνη έβαλε τα ιμάτιά της και ανεχώρησεν εκείθεν, ζητούσα τον Παύλον, και ερωτώσα να μάθη που ευρίσκετο. Ο δε θείος Παύλος, αφού τον εμαστίγωσαν και τον έξωσαν της πόλεως, απήλθε μετά του Ονησιφόρου, της γυναικός και των τέκνων αυτού, και εκρύβησαν εις ένα παλαιόν τάφον, νηστικοί τρεις ημέρας. Εν δε παιδίον του Ονησιφόρου είπε προς τον Παύλον· «Κύριε, ο πατήρ μας δεν φροντίζει πλέον δι’ ημάς, και ιδού αποθνήσκομεν από την πείναν· λοιπόν βοήθησέ μας». Ο δε Παύλος, εκδυθείς το επανωφόριόν του, του το έδωσε να το πωλήση, δια να αγοράση άρτους. Απελθών λοιπόν ο νέος εις την αγοράν, και ιδών την Αγίαν υγιά και ελευθέραν, εθαύμασε, διότι ενόμιζεν ότι πλέον είχε γίνει πυρίκαυστος. Όθεν την ηρώτησε περί τούτου· η δε είπεν εις αυτόν ότι ο Κύριος την ελύτρωσε και εζήτει τον Απόστολον. Ο δε νέος είπεν· «Ακολούθει μοι, να σου δείξω αυτόν, όστις έχει τώρα ημέρας εξ νηστικός και προσεύχεται εις τον Θεόν δια σε». Η δε απελθούσα, εύρεν αυτόν γονυκλινή και λέγοντα ταύτα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, παρακαλώ την Χάριν σου, βοήθησον την δούλην σου Θέκλαν, και φύλαξον αυτήν, ίνα μη εγγίση αυτήν το πυρ». Αυτή δε ακούσασα ταύτα απ’ έξω του τάφου, εβόησε λέγουσα· «Ευλογητός ο Θεός ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην, διότι με ελύτρωσες του πυρός, ίνα ίδω τον Απόστολόν σου». Ο δε ακούσας την φωνήν και ιδών αυτήν, ηγαλλιάσατο λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου καρδιογνώστα, ότι επήκουσας της δεήσεώς μου». Ευφρανθέντες λοιπόν άπαντες εφιλεύθησαν άρτον και ύδωρ και ολίγα χόρτα και ενδυναμωθέντες ή μάλλον ειπείν από την θείαν Χάριν και δύναμιν, ήτις έτρεφε και υπέρ πάντα τα βρώματα, εδόξασαν  τον Θεόν. Μετά την ευχαριστίαν είπεν η Αγία προς τον Απόστολον· «Δέομαί σου να κόψης τας τρίχας της κεφαλής μου, δια να ενδυθώ ανδρικήν στολήν και να σε ακολουθήσω όπου απέλθης». Ο δε είπεν εις αυτήν· «Ο καιρός είναι αισχρός, και οι άνθρωποι εις το κακόν πρόθυμοι, και συ ωραία την όψιν· λοιπόν φοβούμαι μη σου τύχη άλλος πειρασμός χειρότερος του προτέρου και δεν δυνηθής να τον υπομείνης». Η δε απεκρίθη· «Μόνον σημείωσον εις εμέ την σφραγίδα του Χριστού, και ελπίζω εις αυτόν, μη μου άψηται ουδεμία βάσανος». Ο δε είπεν αυτή· «Μακροθύμησον, και θα έλθη εις σε η δωρεά του Θεού». Έπειτα λέγει του Ονησιφόρου· «Υπάγετε εις την οικίαν σας, και ευχαριστώ την αγάπην σας, εγώ δε υπάγω όπου με προστάξη ο Κύριος». Αποχαιρετήσας λοιπόν αυτούς, απήλθεν ο Παύλος εις ντιόχειαν, ακολουθούσης αυτόν της Αγίας· και καθώς εισήλθον εις την πόλιν, τους υπήντησεν ο πρώτος των μεγιστάνων, το όνομα Αλέξανδρος, πολύς εις την κακίαν και εις την πολιτείαν άσωτος, όστις, ιδών την Θέκλαν τοσούτον ωραίαν, εμέθυσεν εξ έρωτος και λέγει του Παύλου· «Λάβε, άνθρωπε, όσα χρήματα θέλες απ’ εμού, και δός μοι την κόρην αυτήν». Ο δε απεκρίθη: «Εγώ, κυριέ μου, δεν την ηξεύρω, ούτε την ορίζω». Ο δε Αλέξανδρος, ως παρρησίαν πολλήν έχων και ηγεμών υπάρχων της πόλεως, ήρπασε την κόρην με αναισχυντίαν και κατεφίλει αυτήν. Η δε έσπρωχνεν αυτόν ανδρείως και έλεγε μεγαλοφώνως· «Μη δυναστεύης την δούλην του Θεού, αναιδέστατε, ότι εγώ είμαι πρώτη των Ικονίων, και διότι δεν θέλω να υπανδρευθώ με έδιωξαν της πόλεως». Ταύτα λέγουσα και σύρουσα το ιμάτιόν του το εξέσχισε, και κατήσχυνεν αυτόν ενώπιον πάντων. Ο δε εντραπείς, εφοβέρισεν αυτήν λέγων, ότι, εάν δεν του υπακούση θα την δαβάλη εις τον ανθύπατον να την θανατώση, όπερ και εγένετο. Κατέκριναν λοιπόν αυτήν να την ρίψουν εις τα θηρία ως ιερόσυλον, καθό τολμήσασαν να σχίση του ηγεμόνος το ιμάτιον. Η Αγία εζήτησε χάριν παρά του ανθυπάτου, να την παραδώση εις χείρας τινός γυναικός εντίμου, να την φυλάττη αμόλυντον έως την τρίτην ημέραν, οπότε ήθελε να θηριομαχήση. Ο δε υπήκουσε και παρέδωκεν αυτήν μιάς γυναικός χήρας ευγενεστάτης και πλουσίας, Τρυφαίνης ονόματι, της οποίας απέθανε προ ολίγου μία θυγάτηρ, Φαλκονίλλα ονομαζομένη. Έλαβε λοιπόν την Θέκλαν η Τρύφαινα και τόσον την ηγάπησεν εκείνας τας τρεις ημέρας, βλέπουσα τοιούτον αγγελικόν πρόσωπον και ακούουσα τοιαύτα μελίρρυτα λόγια, ώστε επόνει η ψυχή της να την χωρισθή, και έκλαιεν όταν την ωδήγουν εις τον τόπον της καταδίκης. Καταφρονήσασα δε την αξίαν του γένους της, ηκολούθησε και αυτή με άλλας γυναίκας, και επήγαν εις το θέατρον να ίδωσι το αποβησόμενον. Έκλαιον δε αι νεάνιδες πάσαι, και εσυμπονούσαν αυτήν, και κατελάλουν την αδικοκρισίαν ταύτην. Οι δε υπηρέται έδεσαν την Μάρτυρα και την έρριψαν εις το μέσον των θηρίων, όπου ήτο μία λέαινα αγριωτάτη πάντων, η οποία, ως έφθασε πλησίον της Αγίας, μετέβαλε την αγριότητα εις πραότητα και έλειχε με την γλώσσαν τους πόδας της. Ήτο δε η επιγραφή της καταδίκης αύτη: «Ως ιερόσυλος κατεδικάσθη εις θάνατον». Ταύτα βλέπων ο μεν όχλος εξίσταντο λέγοντες· «αδίκως κατεκρίθη η ανεύθυνος»· η δε Τρύφαινα, ενδυναμωθείσα υπό της θείας Χάριτος, εισήλθεν ανδρείως εις τα θηρία και λαβούσα την Μάρτυρα απήλθον εις την οικίαν της αγαλλιώμεναι. Την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι την θυγατέρα της η Τρύφαινα κατ’ οικονομίαν Θεού και φιλανθρωπίαν ανείκαστον, ήτις λέγει εις αυτήν· «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την αντ’ εμού θυγατέρα σου, ότι είναι δούλη του Θεού, και δύναται να κάμη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος εις τον τόπον των Δικαίων». Έξυπνος δε γενομένη η Τρύφαινα, είπε της Αγίας· «Τέκνον μου δεύτερον, κάμε μου παρακαλώ σε την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου του Χριστού σου να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιον, ότι μου το εζήτησε δια οράματος». Τότε η Αγία ευθύς άρασα τας χείρας και την φωνήν εις ουρανούς, είπε: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου της δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις την ζωήν την αιώνιον, κατά το θέλημά σου το άγιον». Εχαίρετο όθεν η Τρύφαινα ακούουσα ταύτα, ελυπείτο όμως δια την Θέκλαν και έκλαιε, μαθούσα ότι ήρχετο πάλιν ο Αλέξανδρος δια να την συλλάβη και να την θανατώσουν. Πράγματι δε εις ολίγην ώραν έφθασε λέγων ταύτα: «Κυρία, ο ανθύπατος κάθηται εις το κριτήριον, και όλος ο δήμος συνήχθη να ίδωσι της Θέκλης τον θάνατον. Λοιπόν απόστειλον αυτήν τάχιστα». Η δε υβρίσασα αυτόν, απεδίωξεν άπρακτον. Μετά δε ολίγον διάστημα ήλθον οι υπηρέται του ανθυπάτου, να την αρπάσουν βιαίως. Η δε Τρύφαινα, μη δυναμένη ν’ αντισταθή, έλαβεν αυτήν εκ της χειρός, και απήρχετο κλαίουσα και λέγουσα ταύτα· «Οίμοι τη αθλία! Προ ολίγων ημερών συνώδευσα εις τον τάφον την Φαλκονίλλαν μου, και πάλιν τώρα στερούμαι σε την δευτέραν φιλτάτην μου θυγατέρα». Η δε Αγία, βλέπουσα της Τρυφαίνης την ευσπλαγχνίαν τε και συμπάθειαν, εδάκρυσε λέγουσα· «Κύριέ μου και Βασιλεύ, εις τον οποίον πιστεύω, απόδος τον μισθόν άξιον της Τρυφαίνης, διότι τοσούτον με ηγάπησε και εφύλαξε την παρθενίαν μου». Θόρυβος δε και βοή μεγάλη εγένετο, όταν ήρπασαν οι δήμιοι την Θέκλαν· και γυμνώσαντες αυτήν έρριψαν εις τα θηρία, και απέλυσαν κατ’ αυτής λέοντας και άρκτους φοβεράς. Η δε λέαινα εκείνη η αγριωτάτη εστάθη πλησίον της Αγίας, απαντώσα τα άλλα θηρία, και δεν τα άφηνε να την εγγίσωσι. Τότε μία άρκτος μεγάλη έδραμε να ξεσχίση την Μάρτυρα, η δε λέαινα ηναντιώθη ισχυρώς και την εθανάτωσε. Ταύτα ιδών ο Αλέξανδρος έρριψεν έσω εις τον λάκκον ένα λέοντ μεγαλώτατον και φοβερόν, όστις ήτο συνηθισμένος να τρώγη ανθρώπους, και τότε τον είχεν από σκοπού νηστικόν επί πολλάς ημέρας. Η δε λέαινα πάλιν επανέστη κατά του λέοντος και επολέμησαν ώραν πολλήν τοσούτον ισχυρώς και ανδρείως, ώστε εξέψυχαν και τα δύο την αυτήν ώραν. Ταύτα βλέπων ο ηγεμών εκέλευσε να βάλουν και άλλα θηρία πολλά· αλλά μάτην εκοπίαζεν ο δύστηνος, ότι όλα εστέκοντο ως αρνία ήμερα έμπροσθεν της Αγίας. Λαβόντες όθεν εκείθεν την Αγίαν την ωδήγησαν εις μίαν βαθυτάτην και φοβεράν λίμνην, εντός της οποίας ήσαν φώκαι πολλαί. Η δε Αγία, ως είδε την λίμνην, έπεσε εις αυτήν λέγουσα ταύτα: «Εις το όνομά σου, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, λαμβάνω σήμερον το άγιον Βάπτισμα». Αι δε γυναίκες έκλαιον νομίζουσαι ότι θα φαγωθή από τας φώκας, και θ’ αφανισθή τοσούτον κάλλος, και την παρεκίνουν να μη εισέλθη· αλλ’ ευθύς κατήλθεν εξ ύψους θεία βοήθεια, εν είδει πυρός και αστραπών, εκ του οποίου ενεκρώθησαν αι φώκαι, νεφέλη δε εσκέπασε την Θέκλαν δια να μη την βλέπουν γυμνήν οι περιεστώτες. Έρριψαν δε εις την λίμνην άλλα θηρία αγριώτατα, αλλά αι γυναίκες έρριψαν έσω νάρδον, κασίαν και άμωμον, δια να αποκοιμηθούν τα θηρία από την ευωδίαν των μύρων και να μη την βλάψωσιν, όπερ και εγένετο. Τότε ο Αλέξανδρος είπε προς τον ανθύπατον· «Έχω δύο ταύρους αγριωτάτους και φοβερωτάτους, και ας την δώσωμεν εις αυτούς να την θανατώσουν». Ο δε απεκρίθη· «Κάμε ό,τι θέλεις εις αυτήν συ, ότι εγώ πλέον δεν βάλλω χείρα επ’ αυτής». Δέσαντες λοιπόν αυτήν την έβαλον εις τους ταύρους, τους οποίους κατέκαιον με πεπυρωμένα σίδηρα και τους εκέντων δια να αγριεύσουν χειρότερα· αλλά και τότε αυτοί μεν έμειναν άπρακτοι, τα δε δεσμά της Αγίας ελύθησαν, το πυρ εσβέσθη και αυτή ίστατο αβλαβής. Η δε Τρύφαινα, βλέπουσα όλα ταύτα τα μαρτύρια και τας θλίψεις, ελιποθύμησε και έπεσεν εις την γην ως νεκρά. Ο δε Αλέξανδρος εφοβήθη, διότι η Τρύφαινα ήτο συγγενής τού Καίσαρος, και λέγει εις τον ανθύπατον· «Κέλευσον να εκβάλωσιν έξω την Θέκλαν, και ας υπάγη όπου θέλει, να μη το μάθη ο βασιλεύς δια την Τρύφαιναν και μας θανατώση». Προσκαλέσας δε ο άρχων την Αγίαν, είπεν εις αυτήν· «Τις είσαι; Δια ποίαν αιτίαν  δεν σε έβλαψαν τα θηρία»; Η δε απεκρίθη· «Δούλη είμαι Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, όστις έχει ζωής και θανάτου την εξουσίαν, και όστις πιστεύει εις αυτόν, δεν του εγγίζει τις βάσανος, ο δε απιστήσας λαμβάνει τον αιώνιον θάνατον». Ταύτα ακούσας ο άρχων εκέλευσε και την ενέδυσαν. Η δε είπεν εις αυτόν: «Ο Θεός να σε ενδύση σωτηρίαν εν ημέρα κρίσεως». Τότε έγραψε γράμμα ο άρχων προς τους Ικονίους λέγων: «Σας χαρίζω την θεοσεβή Θέκλαν». Εχάρησαν όθεν πάσαι αι γυναίκες, και φωνή μεγάλη εδόξαζον τον Κύριον, λέγουσαι: «Εις Θεός μέγας ο λυτρώσας εκ τόσων κινδύνων την δούλην Του». Η δε Τρύφαινα συνελθούσα ενηγκαλίσατο την Θέκλαν αγαλλομένη και λέγουσα· «Τώρα πιστεύω, ότι ζη και η θυγάτηρ μου Φαλκονίλλα. Ελθέ λοιπόν εις τον οίκον μου, φίλτατον τέκνον, να σου γράψω όλα μου τα υπάρχοντα». Έμειναν δε ομού ημέρας τινάς, διδάσκουσαι τον σωτήριον λόγον, και επέστρεψαν πολλάς εις θεογνωσίαν αληθινήν. Η Θέκλα όμως δεν ηδύνατο να υπομένη την του Αποστόλου στέρησιν, αλλά απέστειλεν εις διαφόρους τόπους ζητούσα τούτον και μαθούσα ότι εδίδασκεν εις τα Μύρα της Λυκίας, ενεδύθη ανδρικήν στολήν και λαβούσα μετ’ αυτής πολλούς νέους απήλθε προς αυτόν μετά πόθου και θερμού πνεύματος. Ο δε Παύλος, ιδών αυτήν εξαίφνης με τόσον πλήθος ανδρών, εθαύμασεν, ακούων μάλιστα όσα έπαθεν εις Αντιόχειαν. Η Θέκλα είπεν εις τον Απόστολον περί της Τρυφαίνης και του πολλού χρυσίου και αργυρίου, τα οποία διεμοίραζεν εις πτωχούς Χριστιανούς. Αφού δε ηυφράνθησαν πνευματικώς ημέρας τινάς, ο Παύλος λέγει εις αυτήν· «Γινώσκω, φιλτάτη μου θύγατερ, ότι ελυπήθης, διότι σε εγκατέλειψα· αλλά ήξευρε, ότι δια το συμφέρον σου το έκαμα, δια να μη θαρρής εις εμέ, αλλά εις τον Κύριον να ελπίζης εξ όλης καρδίας σου και όχι εις φίλους και συγγενείς σου· και ούτως εγένετο και εφάνης ανωτέρα τόσων βασάνων με την δύναμιν και βοήθειάν Του». Η δε απεκρίθη· «Την αυτήν γνώμην είχον και εγώ, μάρτυς μου ο Κύριος, ότι το έκαμες δια το όφελός μου και δεν εφοβούμην καμμίαν βάσανον. Μόνον δια την παρθενίαν μου ελυπούμην, μήπως και πάθω βιαίως τίποτε· αλλά ο Δεσπότης μου Χριστός, ο εκ της Αειπαρθένου γεννηθείς, με εφύλαξε καθαράν και άμωμον». Τότε της είπεν ο Απόστολος: «Θέλημα του Κυρίου είναι να υπάγης ταχέως εις την πατρίδα σου». Η δε, ως μαθήτρια καλή και υπήκοος δεν ηθέλησε να εναντιωθή ποσώς εις το πρόσταγμά του, αλλά κλίνασα την κεφαλήν προσεκύνησε, και ευλογηθείσα παρ’ αυτού ανεχώρησε, και απήλθεν εις Ικόνιον εις την οικίαν του Ονησιφόρου, και πίπτουσα εις το έδαφος, όπου πρώην εκάθητο διδάσκων ο θείος Απόστολος, κατέβρεχεν αυτό δια θερμών δακρύων εξ ευλαβείας λέγουσα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, διότι εφώτισάς με εις τούτον τον οίκον και εγνώρισά Σε. Συ μόνος είσαι Θεός αληθής, ότι εκ του πυρός και εκ των θηρίων με έσωσας, και σοι μόνω πρέπει δόξα τε και προσκύνησις εις τους αιώνας· αμήν». Ο Ονησιφόρος και πάντες οι μετ’ αυτού ηυφράνθησαν, ακούσαντες τα κατ’ αυτήν, και εδόξασαν τον Κύριον. Η δε Μάρτυς, ευρούσα νεκρόν τον Θάμυριν, την δε μητέρα της έτι ζώσαν, απήλθε προς αυτήν, και επάσχισε πολύ να την επιστρέψη προς την ευσέβειαν, αλλά δεν ηδυνήθη. Όθεν εξελθούσα της πόλεως, επήγεν εις το μνημείον όπου ήτο ο Παύλος κεκρυμμένος μετά του Ονησιφόρου, και προσευχομένη εδέετο του Κυρίου να την οδηγήση όπου είναι ευάρεστον. Έπειτα ανεχώρησεν εις την Σελεύκειαν πλησίον, επάνω εις εν όρος λεγόμενον Καλαμών, εις το οποίον την ωδήγησε μία νεφέλη φωτεινή· όθεν εννοήσασα ότι ήτο θέλημα του Κυρίου να κατοικήση εις εκείνο το όρος, ένθα εύρε και σπήλαιον, εισήλθεν εντός αυτού και διέτριψεν εκεί έτη πολλά, υπομείνασα διαφόρους και χαλεπούς πειρασμούς υπό των δαιμόνων, αλλά νικήσασα αυτούς Χάριτι και βοηθεία του Θεού. Εξήλθε δε η φήμη της Αγίας εις τόπους και πόλεις και ήρχοντο προς αυτήν γυναίκες πολλαί, και διδασκόμεναι τα προς σωτηρίαν άφηναν την δόξαν του κόσμου και ήρχοντο εκεί και ησκήτευον. Όχι δε μόνον τας ψυχάς εθεράπευεν η μακαρία, αλλά και τα σώματα, ει τι πάθος είχον, ιάτρευε δια της παρρησίας της προς Κύριον, και ήτο θαύμα εξαίσιον, ότι μόλις ως επλησίαζεν ο ασθενής εις το σπήλαιον, ευθύς εθεραπεύετο. Τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί περιεπάτουν και παράλυτοι ηγείροντο και δαιμονιώντες εθεραπεύοντο, και πάντες οι εν Σελευκεία οικούντες ηυχαρίστουν, ευρόντες ιατρόν τοσούτον εύσπλαγχνόν τε και άμισθον και μόνον οι ιατροί εσκανδαλίζοντο, ότι εις την Θέκλαν έτρεχον οι άρρωστοι πάντες, και επομένως εκινδύνευον να πτωχεύσωσι. Φθονήσαντες λοιπόν και πολλά θυμωθέντες, συμβούλιον έλαβον λέγοντες· «Αύτη η παρθένος είναι ιέρεια της μεγάλης Αρτέμιδος και δια την παρθενίαν της βοηθεί η θεά και τελεί τοιαύτα θαύματα· ας την μολύνωμεν σαρκικώς, να χάση ταύτην την χάριν». Ταύτα διασκεψάμενοι οι παμμίαροι, επλήρωσαν νέους τινάς ακολάστους να την βιάσωσιν, οίτινες απήλθον ευθύς εις το σπήλαιον, και έκρουσαν την θύραν· όθεν εξήλθεν η Αγία, γινώσκουσα εκ θείας Χάριτος την αιτίαν, δι’ ην εκείνοι οι αναίσχυντοι ήλθον εκείσε· πλην ηρώτησεν αυτούς τι εζήτουν. Οι δε είπον εις αυτήν ότι να κοιμηθώσι μετ’ αυτής παρεγένοντο. Η δε την αναισχυντίαν αυτών ακούσασα, είπεν· «Εγώ είμαι γραία δούλη ταπεινή του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, και εάν βουληθήτε και πράξητε πονηρόν εις εμέ, ζημίαν πολλήν θα πάθητε». Οι δε απεκρίθησαν· «Αδύνατον είναι να επιστρέψωμεν άπρακτοι». Ταύτα λέγοντες απεπειρώντο να την προσελκύσωσιν, η δε είπεν εις αυτούς εν ταπεινώσει· «Κ΄μετε υπομονήν, τέκνα μου, ολίγον, να ίδητε την δόξαν του Θεού». Ταύτα ειπούσα και εις τους ουρανούς τα όμματα άρασα ηύξατο· «Κύριε Παντοκράτορ, ο μόνος δυνατός και οίκτίρμων, η ελπίς των απηλπισμένων, η των αβοηθήτων βοήθεια, ο εκ πυρός και θηρών, Θαμύριδός τε και Αλεξάνδρου και βυθού διασώσας με, και ευδοκήσας εν εμοί να δοξασθή το Σον Πανάγιον όνομα, ρύσαι με εκ των χειρών των ανόμων τούτων, και μη αφήσης να υβρίσωσι την παρθενίαν μου, την οποίαν εις σε αφιέρωσα, ότι σε επιποθώ, Νυμφίε μου άμωμε, και σε προσκυνώ συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας· αμήν». Τότε γίνεται φωνή ουρανόθεν προς αυτήν λέγουσα· «Μη φοβού, Θέκλα δούλη μου αληθής, μετά σου γαρ ειμι· ιδού αυτή η πέτρα, η οποία είναι έμπροσθέν σου, ανοίγεταί σοι, ίνα είναι κατοικία σου αιώνιος». Τότε η Μάρτυς, ως είδε την πέτραν διανοιγείσαν, ευθύς εισήλθεν εις το σχίσμα, η δε πέτρα πάλιν εκλείσθη ως πρότερον και δεν εφαίνετο ποσώς ρήγμα. Εκείνοι δε οι βέβηλοι τούτο το θαύμα ορώντες εξεπλήττοντο, και μη δυνάμενοι τι άλλο να κάμωσιν, ήρπασαν το ωμόφορον αυτής, και έσχισαν μέρος τι ολίγον, και τούτο κατά θείαν οικονομίαν, άμα μεν εις πίστιν του γενομένου, άμα δε εις ευλογίαν και παραμυθίαν των μεταγενεστέρων ευσεβών τε και φιλοχρίστων. Ήτο δε η Αγία δέκα οκτώ ετών όταν ήρχισε το μαρτύριον, έκαμε δε την οδοιπορίαν εις τας περιόδους και εις την άσκησιν επί έτη εβδομήκοντα δύο (72), ώστε ήτο ενενήκοντα (90) ετών, όταν απήλθε προς Κύριον. Τοιούτον ήτο το τέλος της Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου Θέκλης, τοιούτος ο Βίος, τα έπαθλα, και το υπέρ του Κυρίου μαρτύριον. Αυτήν ας έχωμεν και ημείς άγρυπνον αεί των ψυχών ημών φύλακα, και πρέσβυν ευπρόσωπον προς Θεόν, και οξείαν εν κινδύνοις αντίληψιν. Ης ταις πρεσβείαις και των αιωνίων τύχοιμεν αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα και το κράτος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΙΩΑΝΝΟΥ, καταγομένου από της κώμης Κονίτσης της παλαιάς Ηπείρου και αθλήσαντος εν τω Βραχωρίω της Αιτωλίας εν έτει αωιδ΄ (1814) από Χριστού.                                                                           

Ιωάννης ο Άγιος Νεομάρτυς εγεννήθη εις την κωμόπολιν Κόνιτσαν την εις την παλαιάν Ήπειρον κειμένην, η οποία είναι θρόνος του Βελλάς Επισκόπου υπό τον Μητροπολίτην Ιωαννίνων, ανετράφη δε εν αυτή από γονείς ασεβείς Μωαμεθανούς. Ο πατήρ αυτού ήτο εις των παρ’ αυτοίς εις άκρων τιμωμένων, δερβίσης δηλαδή και σέχης το αξίωμα· ομοίως και η μήτηρ αυτού εκ των απογόνων της Άγαρ. Αφού δε ο μακάριος ούτος εγένετο σχεδόν εικοσαετής την ηλικίαν, καταλιπών την γεννήσασαν αυτόν Κόνιτσαν, μετέβη εις την Μητρόπολιν των Ιωαννίνων, απολαμβάνων το σέβας των συμπολιτών του και αυτός ουχί ολιγώτερον από τον πατέρα του (διότι συνετάγη και αυτός εις το βδελυρόν εκείνο τάγμα των δερβίσηδων παρά του πατρός του σέχη). Διατρίψας δε εκεί εν Ιωαννίνοις ικανόν καιρόν, είτα ανεχώρησεν εκείθεν, και δια της Άρτης έφθασεν εις την κωμόπολιν της Αιτωλίας, Αγρίνιον, το παρ’ ημίν κοινώς λεγόμενον Βραχώριον, όπου κατώκησεν εις το αυθεντικόν οίκημα, το λεγόμενον Μουσελίμ σεράϊ. Το έτος εκείνο εξουσίαζε πάσαν την Αιτωλίαν και Ακαρνανίαν ο εν Βερατίω της Αλβανίας την ζωήν καταστρέψας ταμίας Ισούφ ο Άραψ, όστις γινώσκων τον πατέρα του νέου, μάλλον δε σεβόμενος αυτόν ως σέχην και αρχηγόν της θρησκείας των, τον εδέχθη μετ’ αγάπης πολλής και εις τιμήν τον κατέστησεν όχι ολίγην, ονομάζων αυτόν δερβίσην ιδικόν του. Όθεν και ο νέος έμεινεν παρ’ αυτώ αρκετόν καιρόν, και εις υπηρεσίας εστέλλετο ακαταπαύστως, διότι το έτος αυτό ήτο η εις την Επτάνησον Ιονικήν Πολιτείαν μεταξύ Τούρκων και Ρώσων μάχη, ότε και αντικρύ της νήσου Λευκάδος, ου μακράν της Αγίας Μαύρας, συνήφθησαν εις πόλεμον τα δύο στρατεύματα, ένθα έπεσον νεκροί υπέρ τους εκατόν πεντήκοντα Τούρκοι, τρεις δε μόνοι εκ των ημετέρων. Αρχιστράτηγος δε αυτών ήτο ο προρρηθείς Ισούφ. Ο δε τόπος εις τον οποίον συνεκροτήθη ο πόλεμος λέγεται Τεκές, όπου μετ’ ολίγον δι’ αδείας των τας νήσους κρατησάντων Βρεταννών εκτίσθη το εκεί φρούριον. Ο δε μακάριος ούτος νέος, αν και έζη εις την ασέβειαν και εις το σκότος της πλάνης, είχεν εν τούτοις το χριστιανικόν πολίτευμα έμφυτον, μεταχειριζόμενος πολλάκις τα νηστήσιμα βρώματα των Χριστανών και αγαπών την καθ’ ημάς πολιτείαν. Είχε δε εν τη καρδία και τον φόβον του έθνους, μήποτε φωραθείς υποπέση εις κίνδυνον. Συνέβη δε μετά παρέλευσιν διετίας να γίνη η αλλαγή των αρχών της Ακαρνανίας και Αιτωλίας· όθεν ο μεν Ισούφ απήλθεν εις Ιωάννινα προς τον ηγεμόνα, αντ’ αυτού δε έλαβε την εξουσίαν ο Σουλεϊμάν μπέης, Βρυώνης το επίθετον. Ο δε νέος ούτε τον διάδοχον της εξουσίας ηκολούθησεν, ούτε τον ίδιον αυθέντην Ισούφ, αλλ’ έμεινεν εις την επαρχίαν της Αιτωλίας, περιεφέρετο δε ενδεδυμένος δια χριστιανικών ιματίων το δε δερβίσικον κιουλιάφι ομού και τα λευκοπράσινα, τα οποία εφόρει πρότερον, απεκδυθείς και απορρίψας κατεπάτησε και μετά των Χριστιανών φυλάκων του γένους, των και καπεταναίων λεγομένων, εχριστιάνιζεν εν πάσι, στερούμενος μόνον το άγιον Βάπτισμα, το οποίον βουλόμενος προ πολλού να το αξιωθή εις τα μέρη αυτά, δεν έγινε δυνατόν να το απολαύση, επειδή εφοβούντο οι Χριστιανοί από το βάρβαρον της εξουσίας, ίνα μη υποπέσωσιν εις κίνδυνον, εάν γνωρισθή το πράγμα. Δια τούτο όθεν ο νέος διέβη εις την νήσον της Ιθάκης, όπου ανεγεννήθη δια του θείου τούτου Βαπτίσματος, μετονομασθείς Ιωάννης· και κατηχηθείς εκεί ικανώς παρά του Πνευματικού τον λόγον του Θεού και την Ορθόδοξον πολιτείαν, επανέστρεψεν εις το Ξηρόμερον. Ελθών δε εν τινι χωρίω, όπερ λέγεται Μαχαλάς, έμεινεν εις τάξιν δούλου παρά τω εκεί προϊσταμένω Πάνω Γαλάνη, και εν τω ιδίω χωρίω ενυμφεύθη, προφυλαττόμενος πάντοτε και προσέχων από τους Αγαρηνούς. Όθεν και το περισσότερον του καιρού παρέμεινε κρυπτόμενος, ασκών το επάγγελμα του αγροφύλακος, εξ ης αιτίας και σπανίως εφαίνετο εις το άνωθι χωρίον, μόλις δε εις σύναξιν πολλών. Κατά δε το 1813 έτος, μαθών ο πατήρ αυτού σέχης την άρνησιν της θρησκείας του Μωαμεθανισμού, θρηνήσας απαρηγόρητα επί τούτω, πέμπει δύο του τάγματός του δερβίσηδες, ίνα ελθόντες προσπαθήσωσι διαφόρως δια ταξιμάτων και υποσχέσεων ίσως απομακρύνουν αυτόν του Χριστιανισμού και τον επιστρέψωσιν εις την πλάνην των. Οίτινες ελθόντες και μαθόντες την οικίαν του κατέλυσαν εις αυτήν· αυτός δε ουδόλως βουληθείς να ίδη αυτούς ή ν’ ακούση τας μυθολογίας και φλυαρίας των, απέστρεψε το πρόσωπον αυτού απ’ αυτών, κατά τον Δαβίδ, και επί καθέδραν λοιπών ουκ εκάθισεν. Όθεν οι δερβίσηδες καταισχυνθέντες έτι μάλλον δια την καταφρόνησιν ταύτην ανεχώρησαν άπρακτοι. Τι δε μετά ταύτα ο μισόκαλος διάβολος κατά της μάνδρας του Χριστού, ως λέων ωρυόμενος, εμεθοδεύθη; Παρακινεί ένα Αγαρηνόν, όστις ήτο νεροκράτης εις το ειρημένον χωρίον Μαχαλάν, ίνα διαβάλη και κατηγορήση τον νέον εις τον εν Βραχωρίω μουσελίνην, ότι έγινε Χριστιανός, ων πρότερον Τούρκος και μάλιστα ενός περιφήμου σέχη και δερβίση υιός. Δεν αναβάλλει δε τελείως την ώραν ούτος, αλλά δι’ εγγράφου αναφοράς κάμνει γνωστόν τούτο εις τον μουσελίνην τον εκ Τεπελενίου Ελμάζαγα Μπόνον, προσθέτων και αυτός ο κατάρατος άπειρα τα εναύσματα, ίνα παρακινήση αυτόν εις περισσοτέραν οργήν. Ο δε μουσελίμης, ιδών τα περί του νέου γεγραμμένα, εταράχθη όλος από τον θυμόν, και μετακαλεσάμενος τον κριτήν και τον παρ’ αυτοίς νομοκράτορα μουφτήν, κοινολογεί την υπόθεσιν εις αυτούς. Όθεν και αυθημερόν αποστέλλει στρατιώτας δια να τον συλλάβουν, οίτινες επί προφάσει άλλη απαντήσαντες αυτόν, ευθύς χωρίς αναβολήν τον έδεσαν, και ούτω δέσμιον τον παρέστησαν εις το κριτήριον. Ηρώτησε λοιπόν αυτόν ο μουσελίμης το γένος, την πατρίδα, το όνομα και την θρησκείαν, και ο νέος εις όλα δι’ ενός λόγου απεκρίθη· «Είμαι Χριστιανός και ονομάζομαι Ιωάννης». «Δεν είσαι συ, ανταποκρίνεται ο μουσελίμης, ο δερβίσης, ο υιός του σέχη Κονίτσης»; «Ναι, εγώ, αλλά τώρα είμαι Χριστιανός και Χριστιανός μέλλω να αποθάνω». «Εγελάσθης από την γυναίκα, του λέγει ο μουσελίμης, και ήλλαξας την πίστιν σου· πλην τώρα ελθέ εις τον νουν σου, και κήρυξον παρρησία την ομολογίαν της παλαιάς πίστεώς σου της αληθινής, και τότε θα γνωρίσης καλώς πόσον θα τιμηθής από μέρους μου». «Μη πιστεύης, αγά μου, αποκρίνεται ο νέος, να ευρεθώ τόσον ανόητος και μωρός, ώστε να αφήσω την αγίαν πίστιν των Χριστιανών, και να τυφλωθώ πάλιν να έλθω εις τον βόρβορον του Μωαμεθανισμού. Μόλις έγινε δυνατόν να την γνωρίσω, και τώρα πως είναι τρόπος να την παραιτήσω; Ποτέ, ποτέ, μη γένοιτο εις εμέ τοιούτον κακόν». Ο δε μουσελίμης και οι περί αυτόν, θαυμάσαντες επί τη παρρησία του Μάρτυρος και οιονεί εντροπιασθέντες, δεν ηθέλησαν να εκταθώσιν εις πλειοτέρας ομιλίας. Όθεν ο μουσελίμης διέταξεν ευθύς να τον δέσουν και να τον ρίψουν εις την φυλακήν και εκεί να τον βασανίσουν πανδείνως και σκληρότατα, ως να εντρέπετο τάχα να τον τιμωρήση εις το φανερόν. Λαβόντες δε αυτόν οι υπηρέται ούτω δέσμιον, έθηκαν επί τον τράχηλον αυτού και την βαρυτάτην άλυσιν, περάσαντες τους πόδας αυτού εις το ξύλον. Αφήνω λοιπόν να φαντασθήτε, Χριστιανοί, τι άραγε έπαθεν ο ευλογημένος εκεί εις την φυλακήν από αυτούς τους σεσωματωμένους διαβόλους! Δεσμά δεινότατα, ραπίσματα, ραβδισμούς ανεικάστους, κολαφισμούς δια χειρών και ποδών, και όσα ακόλουθα εδίδαξεν αυτούς ο πατήρ αυτών σατανάς. Ο δε Μάρτυς ευχαριστών τον Θεόν υπέμεινε ταύτα ανδρείως, ψιθυρίζων πάντοτε· «Ο Θεός, βοήθησόν μοι». Μαθών δε ο μουσελίμης την αμετάθετον γνώμην του Μάρτυρος και φοβηθείς μη εντροπιασθή πλειότερον, αν τον παραστήση εις δευτέραν ανάκρισιν, συνεκάλεσεν εις συμβούλιον τους ουλεμάδες (σοφούς) του γένους του, ένθα απεφασίσθη ότι «ο άνθρωπος ούτος ουκ έξεστι ζην, δια την της θρησκείας του εξωμοσίαν και άρνησιν». Όθεν διέταξε την δια ξίφους αποκεφάλισίν του. Παραλαβόντες όθεν αυτόν οι δήμιοι μετά του αρχιφύλακος δέσμιον ως τον είχον, τον έφερον εις τον τόπον της καταδίκης εν τη πλατάνω, τη μέσον της λεωφόρου, όπου εζήτησε μεν ο Μάρτυς να τον λύσωσιν ολίγον δια να κάμη τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, αλλά δεν επείσθησαν οι κατάρατοι. Εκβοήσας λοιπόν τότε ως ο του Ευαγγελίου ληστής το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου», έκλινε την κεφαλήν και εδέχθη τον δια ξίφους θάνατον, κατά την κγ΄ (23ην) του Σεπτεμβρίου μηνός, ημέραν Τετάρτην, εν έτει από Χριστού γεννήσεως αωιδ΄ (1814). Το δε τίμιον σώμα πεσόν ύπτιον, δεν τολμά τις των Χριστιανών να το πλησιάση, επειδή και εδόθη προσταγή να μείνη εξ άπαντος άταφον, και να γίνη βορά κυνών· επομένως σύραντες οι δήμιοι αυτό εκείθεν το έρριψαν μαζί με την σφαδάζουσαν κεφαλήν εις ένα ρύακα, ου μακράν της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου. Μεσιτεία όμως τινών φιλοχρίστων έπειτα συνεχωρήθη από τον μουσελίμην να μεταφερθή ατίμως εις μέρος ουδέτερον, επί τη προφάσει ότι ούτε Τούρκος ούτε Χριστιανός ήτο ο Μάρτυς. Ευλαβεία δε τινες φερόμενοι, κρυφίως ορύξαντες λάκκον έθηκαν ευλαβώς μετά της κεφαλής το μαρτυρικόν λείψανον του Αγίου εν τινι αγρώ, ον οι Βραχωρίται έκτοτε τιμώσι και περιέπουσιν. 

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΝΙΚΟΛΑΟΣ ο παντοπώλης, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει αχοβ΄ (1672), ημέρα Δευτέρα, ξίφει τελειούται.                                                                                                                               

Νικόλαος ο ένδοξος του Χριστού Νεομάρτυς εγεννήθη από γονείς ευσεβείς και φιλοθέους, πατρίδα έχων την περίφημον πόλιν, την ονομαζομένην Καρπενήσιον, ήτις είναι θρόνος της επαρχίας Λιτζάς και Αγράφων, καλώς δε ανατρεφόμενος υπό των γονέων του εστάλη εις το σχολείον και έμαθε τα ιερά γράμματα· αφού δε έγινεν ετών δέκα πέντε, τον επήρεν ο πατήρ του εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα ήτο παντοπώλης και τον είχεν εις το εργαστήριόν του, εις τόπον λεγόμενον Ταχτά Καλέ· είχε δε ο πατήρ του απέναντι εις το εργαστήριόν του ένα φίλον Αγαρηνόν κουρέα έμπειρον και κατέχοντα την των Αγαρηνών διάλεκτον· εις αυτόν λοιπόν ηθέλησεν ο πατήρ του να βάλη τον θαυμάσιον τούτον νέον δια να μάθη και τουρκικά γράμματα· τούτο δε ήτο τέχνη του διαβόλου, ίνα παρασύρη τον νέον ή εις κακά ήθη ή και τελείως εις την ασέβειαν (επειδή τοιαύτα είναι πάντοτε του πονηρού διαβόλου τα τεχνάσματα, να παρακινή τους ταλαιπώρους Χριστιανούς τάχα δια κάποιον σωματικόν κέρδος να βάλλωσιν εις τας παγίδας του εχθρού τα τέκνα των, και ούτω να τα χωρίζωσιν ολίγον κατ’ ολίγον από την πίστιν του Χριστού). Εις τον Άγιον όμως τούτον νέον Νικόλαον συνέβη όλως το εναντίον· διότι πίπτων αυτός μέσα εις τας παγίδας του διαβόλου, συνέτριψεν εκείνον όστις τας έστησε και ανήλθε στεφανηφόρος εις τα ουράνια. Διδασκόμενος λοιπόν ο Μάρτυς τα τουρκικά γράμματα, και ευφυής ων εις τον νουν, τα εμάνθανε τόσον ευκόλως, ώστε τον εθαύμαζεν ο Αγαρηνός και τον εφθόνει δια την ταχείαν πρόοδόν του, και έβαλα βουλήν ο επάρατος, αν εύρη τρόπον, να τουρκεύση τον νέον· όθεν τεχνεύεται το εξής κακούργημα. Μίαν ημέραν έκραξε και άλλους τινάς Τούρκους, τους λεγομένους υπ’ αυτών Γενιτσάρους, και τους λέγει· «Ούτος ο παντοπώλης έχει υιόν κατά πολλά φρόνιμον και εις τα γράμματα τόσον επιτήδειον, ώστε καθώς του παραδώσω το μάθημα, ευθύς το μανθάνει·  όθεν σας παρακαλώ, αδελφοί, να συνεργήσετε και σεις δια να τουρκεύσωμεν ένα τοιούτον προκομμένον παιδίον». Εύρε δε αυτός και τον τρόπον και τους τον ηρμήνευσεν, οίτινες υπεσχέθησαν ότι θα τον βοηθήσωσιν εις τούτο όσον δύνανται. Μετ’ ολίγας ημέρας έγραψεν ο κουρεύς το σαλαβάτι, ήτοι την ομολογίαν της πίστεώς των, και το είχεν έτοιμον· ότε δε ήλθεν ο Νικόλαος δια το μάθημα, κατά την συνήθειαν, και αφού του παρέδωσε τούτο ο διδάσκαλος, εγχειρίζει το σαλαβάτι εκείνο εις τον Νικόλαον λέγων εις αυτόν· «Ανάγνωσε αυτόν τον τεσκερέν».  Ήσαν δε και οι Γενίτσαροι εκείνοι παρόντες· επήρεν ο Νικόλαος το γράμμα εκείνο και το ανέγνωσε, μη γινώσκων, ότι είναι το σαλαβάτι των· και πάραυτα οι Τούρκοι εκείνοι, κατά την εντολήν του κουρέως, φωνάζουν και λέγουν· «Τούρκος έγινες, Νικόλαε, επειδή το σαλαβάτι ανέγνωσες». Ο δε Νικόλαος εκπλαγείς δια το τέχνασμα έλεγε· «Χριστιανός είμαι, και όχι καθώς σεις λέγετε· εγώ ό,τι μάθημα μου δώση ο διδάσκαλός μου χρεωστώ να το αναγνώσω». Τότε εκείνοι και άλλοι πολλοί συνηγμένοι εκείσε ήρπασαν τον νέον, και τον ωδήγησαν βιαίως εις τον καϊμακάμην, ήτοι εις τον επίτροπον του βεζύρη. Απάγοντες λοιπόν τον μακάριον Νικόλαον εις τον καϊμακάμην, άλλοι μεν εφώναζον, άλλοι δε εψευδομαρτύρουν, και άλλοι αγωγήν ποιούντες έλεγον· «Ο άνθρωπος ούτος, εφέντη, έκαμε σαλαβάτι έμπροσθέν μας, και αν θέλης να πιστωθής την αλήθειαν, ιδέ και τον τεσκερέν, εις τον οποίον το έχει γεγραμμένον και το αναγινώσκει καθ’ εκάστην ώραν· και τώρα τον προτρέπομεν να γίνη Τούρκος, και αυτός περιγελά την πίστιν μας». Ο δε καϊμακάμης του λέγει· «Νικόλαε, διατί, αφού έγραψας το σαλαβάτι και το αναγινώσκεις, έπειτα Τούρκος δεν γίνεσαι»; Αποκρίνεται ο Νικόλαος εντόνως, χωρίς καμμίαν δειλίαν, και λέγει προς τον κριτήν· «Σήμερον, μετά το μάθημα, ο διδάσκαλός μου μού έδωσε και αυτό το γράμμα, και μου είπε να το αναγνώσω, αλλ’ εγώ δεν ήξευρα, ότι είναι το σαλαβάτι σας· εγώ ενόμιζα, ότι επειδή είναι διδάσκαλός μου, ό,τι γράμμα μου δώση, ανάγκη είναι να το αναγνώσω». Ο δε καϊμακάμης του λέγει· «Επειδή, Νικόλαε, ανέγνωσες το σαλαβάτι, πρέπει να γίνης Τούρκος· εγώ δε θα σου δώσω οφφίκιον μεγάλον, όποιον θέλεις· θα σε πλουτίσω, θα σε τιμήσω, και θα σε δοξάσω μέσα εις τα βασίλεια». Και ο Άγιος λέγει· «Εγώ Χριστιανός είμαι, και τον Χριστόν μου πιστεύω Θεόν αληθινόν· αι δε τιμαί και τα οφφίκια, τα οποία μοι υπόσχεσαι, δεν μοι χρειάζονται· εγώ τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι· εις τον Χριστόν μου πιστεύω· δια το όνομά Του αποθνήσκω· Τούρκος δεν γίνομαι». Όντως εις τούτον τον Άγιον ηλήθευσεν ο λόγος του Δεσπότου Χριστού όστις λέγει· «Προ δε τούτων πάντων επιβαλούσιν εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου· αποβήσεται δε υμίν εις μαρτύριον. Θέσθε ουν εις τας καρδίας υμών μη προμελετάν απολογηθήναι· εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν , η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκά, κα: 12-15). Βλέπων λοιπόν ο καϊμακάμης, ότι δεν κατορθώνει τίποτε, τι κάμνει; Προστάζει να δέσουν τας χείρας του οπίσω και να τον κρεμάσουν εις ένα στύλον του μεγάρου του, και τον ερωτά: «Νικόλαε, βλέπε τι θέλομεν να σε κάμωμεν, μόνον γενού με το καλόν Τούρκος». Ο Άγιος του αποκρίνετα: «Εξουσιαστής είσαι, και ό,τι θέλεις κάμε· εγώ Χριστιανός είμαι· δεν λέγει το κιτάπι σας (το Κοράνιον) ότι δυναστικώς να μη κάμνητε τινά Τούρκον»; Τότε διέταξε και τον περιέτεμον, νομίζοντες ότι θα καταπεισθή ούτω να ομολογήση την θρησκείαν των ως αληθινήν· αλλ’ αυτός ο μακάριος εφώναζε πλέον εντονώτερον· «Τι με κόπτετε; Εγώ Χριστιανός είμαι· εις τον Χριστόν μου πιστεύω ως Θεόν αληθινόν· εάν και το σώμα μου όλον κατακόψητε εις λεπτά τεμάχια, τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι· εις Αυτόν πιστεύω, Αυτόν λατρεύω, Αυτόν έχω βοηθόν, όστις στέκεται αοράτως και με ενδυναμώνει». Οι δε Τούρκοι του έλεγον: «Συ, Νικόλαε, σαλαβάτι έκαμες, και ημείς περιτομήν σου εκάμαμεν, είσαι Τούρκος». Και ο Άγιος έλεγε: «Ψεύματα λέγετε· εγώ Χριστιανός είμαι, και τον Χριστόν μου πιστεύω». Ω μακαρίας φωνής μακαριώτερον στόμα, όπερ έλαμψε λαμπρότερον του ηλίου. Ιδών ο καϊμακάμης, ότι και δια της περιτομής τίποτε δεν κατώρθωσε, διέταξε να τον βάλουν εις την φυλακήν των κακούργων και φονέων, παραγγείλας εις τους φύλακας να μη του δώσουν ούτε άρτον, ούτε ύδωρ· διέμεινε δε εις αυτήν επί όλας ημέρας εξήκοντα πέντε· έπειτα τον απεφυλάκισαν και τον επήγαν πάλιν εις τον καϊμακάμην· ήτο δε όλος φαιδρός και χαριέστατος, ως να ήτο εις συμπόσιον γάμου, εφώναζον δε οι κατήγοροι: «Ή Τούρκος να γίνη ή να θανατωθή». Τον ηρώτησε πάλιν ο καϊμακάμης, αν τυχόν μετενόησε και στέργη την πίστιν του Μωάμεθ· αλλ’ αυτός ο γενναίος έτι μάλλον αναθαρρήσας μετά πλειοτέρας τόλμης και καρδίας εβόησε· «Χριστιανός είμαι και εις τον Χριστόν μου πιστεύω· τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι, αν και μυρίας βασάνους μου δώσητε». Όθεν πάλιν τον εφυλάκισαν και τον ερράβδιζον συχνά. Ευρισκομένου του Αγίου εις την φυλακήν και δεινώς μαστιγουμένου υπό των ασπλάγχνων εκείνων και θηριογνωμόνων δημίων, επήγεν ο Αγαρηνός, ο ιδιοκτήτης του εργαστηρίου, και καθό υπέρπλουτος υπέσχετο να του δώση την θυγατέρα του ομού και προίκα μυριάριθμον και εργαστήρια πολλών χρημάτων αξίας, εάν γίνη  Τούρκος· αλλά ταύτα πάντα ο γενναίος Νικόλαος ως όνειρα και ως κονιορτόν και σκιάν τα ελογίσθη. «Εγώ, έλεγεν, έχω πλούτον άσυλον εντός της καρδίας μου την πίστιν του Χριστού μου, όστις μου έχει ετοιμασμένα εις τους ουρανούς καθαρόν θάλαμον, δόξαν αμάραντον, τρυφήν αδαπάνητον, τιμήν ανυπέρβλητον, χαράν ανεκλάλητον, και βασιλείαν αδιάδοχον, και δια το πολλοστημόριον της οποίας δεν είναι όλος ο κόσμος αντάξιος· ταύτην την βασιλείαν επηγγείλατο ο Άγιος Θεός να δώση εις τους αγαπώντας και μη αρνουμένους αυτόν, προς κατοικίαν εν αυτή και συμβασιλείαν μετ’ αυτού αιωνίως».  Ταύτα ακούσας εκείνος εκ μέρους του Μάρτυρος απήλθεν άπρακτος· μετέπειτα πάλιν δια προσταγής του καϊμακάμη απεφυλάκισαν τον Μάρτυρα και τον επήγαν εις τον κριτήν· ο δε κριτής βλέπων τον μακάριον πολύ νέον, και το πρόσωπόν του απαστράπτον, ήρχισε να τον κολακεύη με πολλήν ημερότητα· «Άκουσέ μου, ω νέε, και μη θέλης να χάσης την ζωήν σου άωρα· έλα εις την ιδικήν μας πίστιν, και τότε θα μάθης την ωφέλειαν και το καλόν της, επειδή τώρα ως ανήλικος δεν δύνασαι να κατανοήσης την αλήθειαν». Ο δε μακάριος του Χριστού Μάρτυς τα αυτά πάλιν επανελάμβανε παρρησία λέγων: «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός επιθυμώ να αποθάνω· τι βραδύνετε; Τι χασομεράτε; Ταύτην την χάριν μόνον σας ζητώ, να μου δώσετε όσον τάχιστα τον θάνατον». Ταύτα ακούσας ο κριτής και βλέπων και το αμετάθετον της γνώμης του, ότι δεν ήτο δυνατόν να παρασαλεύση από την πίστιν του Χριστού, ούτε καν με λόγον, δια να μη καταισχύνηται περισσότερον, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, παραδώσας αυτόν εις τον έπαρχον, όστις τον έδεσε και τον έφερεν εις το εργαστήριόν του, κατά τον Ταχτά Καλέ, κείμενον έμπροσθεν  της λεωφόρου. Εκείσε δε ερχόμενος ο Μάρτυς ήτο όλος χαρά, χωρίς ποσώς να δειλιάση τον θάνατον, και θαύμα μέγα έδιδεν εις τους παρόντας και βλέποντας την αυτού προθυμίαν, επειδή ήστραπτε το πρόσωπόν του από την ένδοθεν φαιδρότητα της ψυχής του, ως ποτε και του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου· αληθώς δε εφαίνετο ότι εις γάμον μετέβαινε και όχι εις θάνατον· τόσον ήτο όλος ηλλοιωμένος· τόσον επόθει και εδίψα τον υπέρ Χριστού θάνατον, ως η Δαβιτική εκείνη έλαφος τρέχει διψώσα εις τας πηγάς των υδάτων· διότι είχε το πυρ της αγάπης του Χριστού εις την καρδίαν, από το οποίον αναφλεγόμενος έκραζε και αυτός κατά τον Παύλον: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού, θλίψις; Ή στενοχωρία; Ή λιμός; Ή διωγμός; Ή γυμνότης; Ή μάχαιρα;». Ότε λοιπόν έφθασαν εις τον ωρισμένον τόπον έκλινεν ο μακάριος Νικόλαος τα γόνατα και όσον ηδύνατο εξήπλωσε τον λαιμόν του, δια να τον αποκεφαλίση ο δήμιος ευκόλως και ταχέως· προσευχόμενος δε απετμήθη την μακαρίαν αυτού κεφαλήν εις τας κγ΄ (23) Σεπτεμβρίου, ημέραν Δευτέραν, εν έτει αχοβ΄ (1672) και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. Και η μεν αγία και καθαρά και άμωμος αυτού ψυχή ανέβη εις τα ουράνια ευπαρρησίαστος, όλη φως ουράνιον απαστράπτουσα, όλη ακτίνας αστραποηλιοχρυσομαργαροφαιδροειδείς εκπέμπουσα, όλη στεφανηφόρος και συνοδευομένη υπό ταγμάτων των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων, ένθα και απολαμβάνει τρανότατα το φως της Αγίας Τριάδος· η δε θεία Χάρις έμεινεν εις το άγιον αυτού και σεβάσμιον λείψανον· δι’ ο και έβλεπον άπαντες ολοφάνερα φως θείον, όπερ κατέβαινεν επάνω εις αυτό ουρανόθεν επί τρεις ολοκλήρους νύκτας, υπό του οποίου καταυγαζόμενον εφαίνετο το μαρτυρικόν εκείνο λείψανον όλον φως. Και οι μεν Χριστιανοί βλέποντες αυτό έχαιρον και ηγαλλιώντο· οι δε Αγαρηνοί διεπρίοντο τας καρδίας, και βουλόμενοι να συσκιάσωσι το θαύμα έλεγον· «Ημείς τον εκόψαμεν, και ο Θεός έρριψε πυρ και τον καίει». Βλέποντες οι Χριστιανοί το άγιον εκείνο φως, ηυλαβήθησαν και επήγαν τινές εξ αυτών εις τον κριτήν και έδωκαν εις αυτόν ικανά αργύρια, επήραν δε το άγιον λείψανον και μετά μεγάλης παρουσίας μετακομίσαντες έθαψαν εις το Μοναστήριον της Παναγίας, το οποίον ονομάζεται Χάλκη· μετά ταύτα δε όστις ήθελεν, έδιδεν εν φλωρίον και έβαφε μετά πίστεως το μανδήλιόν του εις το αίμα του Μάρτυρος, εκεί όπου τον απέτεμον, και ό,τι δήποτε νόσημα και αν είχεν, ω του θαύματος! ελάμβανε την υγείαν του· ευλαβής δε τις λαβών το μανδήλιον δι’ ου είχον δεδεμένους τους οφθαλμούς του Μάρτυρος, κατά την αποκεφάλισίν του, ως είναι συνήθεια, και βαλών αυτό επάνω εις άνθρωπον έχοντα θέρμην πολυκαιρινήν, ιάτρευσε παρευθύς τον νοσούντα δια της χάριτός του. Μετ’ ολίγον έκαμον την ανακομιδήν του αγίου λειψάνου του Μάρτυρος, και επήραν την αγίαν αυτού κάραν εις την Εκκλησίαν της Παναγίας, ήτις ονομάζεται Κοντοσκάλι· έτυχε δε και ήτο εκεί εις την Εκκλησίαν ο Σύγκελλος της Μεγάλης Εκκλησίας, ονόματι Γρηγόριος, εκ της του Αγιωνύμου Όρους Μονής του Ξηροποτάμου, άνθρωπος σοφώτατος και ενάρετος, τον οποίον υπερηγάπα ο Πατριάρχης. Ούτος εζήτησε την κάραν του Μάρτυρος από τους Χριστιανούς, δια να την φέρη εις το Μοναστήριόν του, και του την έδωσαν· πλην πάλιν την είχεν εκεί εις την Εκκλησίαν δια αγιασμόν και ευλάβειαν των προσερχομένων Χριστιανών· μετά δε τον θάνατον του Συγκέλλου, την επήραν οι επίτροποι της Εκκλησίας, ομού και άλλα δύο μέρη άγια λείψανα έλαβεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης· οι δε Πατέρες της Μονής του Ξηροποτάμου επήγαν δια την κληρονομίαν του Συγκέλλου, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Επί τέλους μετά πολλού κόπου ύστερον άλλοι Πατέρες έλαβον τα άγια λείψανα παρά του Πατριάρχου. Την δε αγίαν κάραν του Μάρτυρος απεφάσισεν όλη η συνοικία να την παραδώση, αλλ’ άρχων τις, επίτροπος της Εκκλησίας πρώτος, δεν την άφηνε, λέγων ότι έχουσιν εις το Μοναστήριον οι Πατέρες και άλλα πολλά άγια λείψανα, ημείς δε έχομεν περισσοτέραν από εκείνους ανάγκην να την έχωμεν ενταύθα. Επικραίνοντο λοιπόν οι πτωχοί Πατέρες, πλην είχον την ελπίδα εις τον Θεόν και εις τον Άγιον· το δε πρωϊ, ω του θαύματος! εκτύπησεν η πανώλη τον άρχοντα εκείνον, και στείλας κράζει τους Πατέρας, και ευθύς έγινεν υγιής μετά τον ψαλέντα αγιασμόν, οι δε του εζήτησαν την αγίαν κάραν, αλλά ματαίως· όθεν τον εκτύπησε και δεύτερον η πανώλης, και πάλιν δεν απέδωκε την αγίαν κάραν· εσπέρας δε γενομένης φαίνεται ο Άγιος εις τον ύπνον τού προηγουμένου παπά Μακαρίου ως εν παιδίον νέον, ολίγον ξανθόν, και του λέγει· «Αύριον λαμβάνεις εκείνο το οποίον ποθείς, Πάτερ»· το πρωϊ εκτύπησε τρίτον η πανώλης και τον άρχοντα και την γυναίκα του· όθεν έστειλε πάλιν και έκραξε τους Πατέρας και εσταύρωσαν αυτόν τε και την γυναίκα του, και παρευθύς έγιναν υγιείς. Τότε λοιπόν τους παρέδωσε την αγίαν κάραν, και άλλα πολλά αφιερώματα εχάρισεν εις το Μοναστήριον, τα οποία συμπαραλαβόντες ομού οι Πατέρες ήλθον εν μεγάλη χαρά εις το Μοναστήριόν των, και εκεί απέθεσαν την αγίαν κάραν μετά των διαλειφθέντων λειψάνων, όπου ευρίσκονται έως την σήμερον και επιτελούσι διάφορα θαύματα εις τους πιστώς αυτοίς προστρέχοντας, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν. 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Tων Οσίων γυναικών ΞΑΝΘΙΠΠΗΣ και ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Οσίων και αυταδέλφων γυναικών ΞΑΝΘΙΠΠΗΣ και ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ.                                                                                                                                         

Ξανθίππη και Πολυξένη αι Άγιαι αδελφαί ήσαν από μίαν πόλιν της Ισπανίας, έζων δε κατά τους χρόνους του Κλαυδίου Καίσαρος, εν έτει ξη΄ (68), και η μεν Ξανθίππη ήτο γυνή του άρχοντος της χώρας εκείνης, Πρόβου ονομαζομένου, μετά του οποίου εδιδάχθη την εις Χριστόν ευσέβειαν από τον Απόστολον Παύλον, όταν εκείνος επήγεν εις την Ισπανίαν. Η δε Πολυξένη, παρθένος ούσα και αρπαγείσα από ένα κακότροπον άνθρωπον και μιαρόν, χάριτι Θεού έμεινεν άφθορος απ’ αυτού. Επειδή δε έτυχε να εύρη τον πρωτόκλητον Ανδρέαν τον Απόστολον, εβαπτίσθη από αυτόν· όθεν πολλά ποιούσα θαύματα, πολλούς επέστρεψεν εις την του Χριστού πίστιν. Έπειτα ακολουθήσασα τον Απόστολον Ονήσιμον, ήλθεν ομού με αυτόν εις την πατρίδα της Ισπανίαν, είχε δε μεθ’ εαυτής και ετέραν τινά γυναίκα ονόματι Ρεβέκκαν, μετά της οποίας ομού εβαπτίσθη. Ύστερον δε από τας πολλάς δυσκολίας και πειρασμούς, τους οποίους εδοκίμασαν εις την θάλασσαν, συνήντησεν επί τέλους την αδελφήν της Ξανθίππην. Όθεν ομοίως και αι δύο διεπέρασαν το επίλοιπον της ζωής των κηρύττουσαι πανταχού το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πολλούς οδηγήσασαι εις το φως της θεογνωσίας και πολλά ποιήσασαι θαύματα, τελευταίως εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησαν.