Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιθ΄   Περί Νοητιανού του μάγου.                                                                                                    

 Υπήρχεν εις την πόλιν εκείνην άνθρωπος τις, Νοητιανός ονόματι, έχων και γυναίκα ονομαζομένην Φοράν και δύο υιούς, εκ των οποίων ο πρώτος ωνομάζετο Ράξ, και ο νεώτερος Πολύκαρπος· είχε δε ούτος μεγάλην πείραν μαγικής κακοτεχνίας και πολλά μαγικά βιβλία υπό δαιμόνων συντεθειμένα. Ούτος λοιπόν, ως είδε τον ναόν του Διονύσου πεσόντα δια της προσευχής του Ιωάννου και τους ιερείς καταπλακωθέντας και αποθανόντας, ελυπήθη σφόδρα και εθυμώθη κατ’ αυτού, αναλαβών ζήλον δαιμονιώδη· ο δε λαός δραμών έλυσε τον Ιωάννην και προσπεσών παρεκάλει αυτόν να μη οργισθή και πάθωσι και αυτοί το πάθημα των ιερέων. Ελθών λοιπόν εκεί και ο Νοητιανός είπε προς τον Ιωάννην: «Ιδού πάντες αγαπώμεν σε πειθόμενοι εις τα λεγόμενά σου και δεν ζητούμεν παρά σου λόγον δια την καταστροφήν του ναού· όμως δια να πληροφορηθώμεν τελείως περί της ευθύτητος της καρδίας σου και ότι Θεόν ζώντα κηρύττεις εις ημάς, ανάστησον τους δώδεκα ιερείς τους καταπλακωθέντας εις τον ναόν και αποθανόντας εντός αυτού». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν ήσαν άξιοι να αναστηθώσι, δεν θα απέθνησκον μόνον αυτοί οι δώδεκα εκ του τοσούτου πλήθους του λαού». Απεκρίθη ο Νοητιανός, λέγων: «Εγώ προς δόξαν ιδικήν σου και δια το καλόν και συμφέρον σου φροντίζων, είπον ταύτα προς σε και επαναλαμβάνω· ή ανάστησον τους αποθανόντας δια να πιστεύσω και εγώ εις τον Εσταυρωμένον ή πρέπει να γνωρίζης, ότι θα αναστήσω εγώ τούτους, και συ θα υποβληθής εις την εσχάτην των ποινών θανατούμενος κακώς ως καταστροφεύς του μεγίστου ναού». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Μη πλανάσαι, ω Νοητιανέ, στηριζόμενος εις μαγείας και ψευδείς ελπίδας». Διδάσκοντος λοιπόν του Ιωάννου τον λαόν, ανεχώρησεν εκείθεν ο Νοητιανός εν μεγάλη στενοχωρία και μετέβη να ίδη ποίαν καταστροφήν είχεν υποστή ο ναός· εκεί δε, δια της επικλήσεως των δαιμόνων, εποίησε να παρουσιασθώσιν εις αυτόν δώδεκα δαίμονες εις σχήμα και μορφήν των δώδεκα θανατωθέντων ιερέων, προς τους οποίους είπεν: «Έλθετε οπίσω μου δια να ενεργήσωμεν όπως θανατωθή ο Ιωάννης», είπον δε προς αυτόν οι δαίμονες: «Δεν δυνάμεθα να πλησιάσωμεν προς τον Ιωάννην· αλλ’ ημείς ιδού ιστάμεθα ενταύθα· συ δε μεταβάς φέρε εδώ τον λαόν δια να ίδη ημάς και πιστεύση, και απελθών λιθοβολήση τον Ιωάννην και αποθάνη». Εγνώρισεν ο Ιωάννης πάντα ταύτα δια της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος· όθεν είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, όταν έλθη εδώ ο Νοητιανός, συ ύπαγε δι’ άλλης οδού όπισθεν του κατεστραμμένου ναού, και θα ίδης εκεί δώδεκα άτομα ισταμένους εις σχήμα των θανατωθέντων ιερέων, και ειπέ προς αυτούς: «Λέγει ο Απόστολος του Χριστού Ιωάννης, να αφανισθήτε εκ της νήσου ταύτης μεταβαίνοντες εις ανύδρους τόπους». Ενώ δε ακόμη ωμίλει προς με ο Ιωάννης, έρχεται ο Νοητιανός κράζων και λέγων: «Άνδρες αδελφοί, έως πότε ακούετε τους διεστραμμένους λόγους του απατεώνος τούτου; ιδού εγώ, καθώς υπεσχέθην, ανέστησα τους ιερείς περί των οποίων είπεν ούτος ότι ήσαν ανάξιοι να ζώσιν· εντός ολίγου δε θέλω ανεγείρει και τον ναόν εάν αυτόν τον πλάνον θανατώσητε. Έλθετε λοιπόν πάντες, εκτός μόνον αυτού του απατεώνος, δια να ίδητε τους αναστηθέντας ιερείς». Ακούσαντες δε οι όχλοι περί της αναστάσεως των ιερέων, ηκολούθησαν τον Νοητιανόν παραιτήσαντες τον Ιωάννην· απερχόμενοι δε εδιδάσκοντο υπό του Νοητιανού πώς να θανατώσωσι τον Ιωάννην. Ελθόντες λοιπόν εις τον τόπον εκείνον και μη ευρόντες τους νομιζομένους ιερείς, εξέστησαν μη γνωρίζοντες τι έγιναν ούτοι· διότι μεταβάς εγώ κατά την εντολήν του ποστόλου, ηφάνισα αυτούς. Ο δε Νοητιανός, μη γνωρίζων τι να πράξη, κατεδαπάνα τον εαυτόν του εις ματαίας επικλήσεις των δαιμόνων· ο δε λαός επί πολλάς ώρας παραμείνας ανωφελώς εις τον τόπον εκείνον, ήρξαντο πλέον να φέρωνται σκληρώς προς τον Νοητιανόν και να λέγωσι προς αυτόν, ότι «πλάνος υπάρχων εξηπάτησας ημάς και μας απεμάκρυνας από της ζωτικής διδασκαλίας του διδασκάλου ημών Ιωάννου· και τώρα με ποίους οφθαλμούς να επιστρέψωμεν και να ίδωμεν αυτόν, ύστερον από τόσην διδασκαλίαν εγκαταλείψαντες αυτόν και ακολουθήσαντες σε τον απατεώνα»; Μερικοί δε εξ αυτών εζήτουν να αποκτείνωσιν αυτόν λέγοντες: «Καθώς ηθέλησας συ να ποιήσης εις τον διδάσκαλον ημών, τοιουτοτρόπως θα ποιήσωμεν ημείς προς σε»· άλλοι δε έλεγον, ότι «άνευ της γνώμης του Διδασκάλου ημών δεν πρέπει να πράξωμεν τι το προπετές». Ελθόντες λοιπόν προς τον Ιωάννην, είπον προς αυτόν: «Διδάσκαλε, παρακαλούμεν την αγαθότητά σου όπως μακροθυμήσης επί τα τέκνα σου δια την ανοησίαν ημών· διότι εγκαταλείψαντες σε την πηγήν της γλυκύτητος, επορεύθημεν οπίσω χολής και πικρίας. Ιδού και ο πλάνος ούτος ο απατήσας ημάς και ετοιμάσας δια σε τον θάνατον· τον έχομεν εδώ και εκείνο, το οποίον θα μας προστάξης, αυτό και θα πράξωμεν εις αυτόν, διότι είναι ένοχος θανάτου». Τότε ο Ιωάννης είπε προς αυτούς: «Τέκνα μου· άφετε την σκοτίαν να υπάγη εις το σκότος· σεις δε, επειδή είσθε υιοί φωτός, πορεύεσθε εις το φως, και η σκοτία δεν θέλει σας καταλάβει, διότι η αλήθεια του Χριστού εντός υμών εστιν». Ούτω δεν αφήκεν αυτούς ίνα θανατώσωσι τον Νοητιανόν. Παρεκάλουν δε οι περισσότεροι εκ του λαού, όπως αξιωθώσι του φωτισμού του Χριστού, ο δε Απόστολος απέλυσεν αυτούς, ίνα μεταβώσιν εις τας οικίας αυτών, διότι ήτο πλέον εσπέρα της ημέρας εκείνης. Την επομένην λοιπόν ημέραν συνήχθησαν πάντες σχεδόν προς τον Ιωάννην, και εζήτουν παρ’ αυτού ίνα βαπτισθώσιν· ούτος δε κατηχήσας εβάπτισεν αυτούς εις τον ποταμόν, οίτινες ήσαν άνδρες διακόσιοι είκοσιν. Όμως ο Νοητιανός, παρ’ όλα τα θαύματα άτινα έβλεπε, δεν έπαυεν από της κακουργίας του, αλλ’ επεχείρει δια πολλών τρόπων να εκκόψη την προθυμίαν των βαπτιζομένων· και τούτο ιδών ο Ιωάννης είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο επί Ελισσαίου του Προφήτου τους επ’ αυτόν παραγενομένους αορασία πατάξας, αυτός πάταξον και τον Νοητιανόν πηρώσει των του σώματος οφθαλμών, όπως αποβλέψη προς σε δια των οφθαλμών της ψυχής». Ευθέως δε ετυφλώθη ο Νοητιανός, και χειραγωγούμενος ήλθε προς τον Ιωάννην παρακαλών να τύχη ελέους και να αξιωθή της εις Χριστόν πίστεως. Κρατήσας λοιπόν ο Ιωάννης εκ της χειρός τον Νοητιανόν αμνησικάκως είπε προς αυτόν: «Ευχαριστώ τον Θεόν μου, τον πληθύνοντα την χρηστότητα αυτού εις σε, και μη συγχωρήσαντα να κερδηθής υπό του διαβόλου»· και πολλά κτηχήσας εβάπτισεν αυτόν, και ευθέως ανέβλεψε· πεσών δε εις τους πόδας του Ιωάννου, παρεκάλει αυτόν ίνα εισέλθη εις τον οίκον αυτού, το οποίον και εγένετο. Μόλις λοιπόν εισήλθεν ο Ιωάννης εις την οικίαν του Νοητιανού, ευθύς έπεσον εις την γην όλα τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα και συνετρίβησαν κονιορτοποιηθέντα· τούτο δε ιδών ο Νοητιανός περισσότερον εστερεώθη εις την πίστιν του Χριστού, καθώς και η τούτου γυνή, επίσης δε και οι δύο υιοί αυτού πιστεύσαντες εβαπτίσθησαν. Εμείναμεν λοιπόν εις τον οίκον αυτών δέκ ημέρας αγαλλιώμενοι επί τη Χάριτι του Κυρίου· και ευλογήσας αυτούς ο Απόστολος του Χριστού παρέθετο εις τον Κύριον, και εξήλθομεν εκ της πόλεως Μυρινούσης μεταβάντες εις την πόλιν Κάρον, τρία μίλια απέχουσαν εξ αυτής· υπεδέχθη δε ημάς εκεί ανήρ τις Ιουδαίος ονόματι Φαύστος, ο οποίος επίστευσε και εβαπτίσθη μεθ’ όλου του οίκου αυτού και εις τον οίκον του οποίου εμείναμεν αρκετόν καιρόν. 

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιη΄  Καταστροφή του ναού του Διονύσου.                                                                                  

Την τετάρτην ημέραν εξήλθομεν εκ της οικίας εκείνης εις την αγοράν, ένθα συνήχθησαν πολλοί και εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου· γνωρίσας δε ούτος ότι οι ειδωλολάτραι κατ’ εκείνην την ημέραν ετέλουν μεγάλην εορτήν του θεού των Διονύσου, ελθών πλησίον του ναού αυτών εστάθη εκεί διδάσκων τον λαόν ευαγγελιζόμενος την εις τον Θεόν επιστροφήν και μετάνοιαν και την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν πίστιν, λέγων συγχρόνως προς αυτούς: «Ω άνθρωποι, αφού επλάσθητε κατ’ εικόνα Θεού και ετιμήθητε με λόγον, δεν πρέπει να φαίνεσθε και των αλόγων ζώων αλογώτεροι, ρυπαρώτερον εκείνων βίον διάγοντες, και δια της αισχράς σας πολιτείας να ατιμάζητε τον εαυτόν σας και να νοθεύητε τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως». Ταύτα δε και άλλ πολλά τοιαύτα λέγοντος του Ιωάννου προς τον λαόν, ήλθον εκεί οι ιερείς του Διονύσου, λέγοντες προς αυτόν: «Φύγε απ’ εδώ και μη κάμνης σύγχυσιν, εμποδίζων την εορτήν ημών και την τελετήν του θεού Διονύσου». Ο δε Ιωάννης ουδόλως προσείχεν εις τους λόγους αυτών, αλλά περισσότερον εδίδασκε τον λαόν να απομακρύνηται από την σατανικήν εκείνην συνήθειαν και λατρείαν· διότι επεκράτει εις τον ειδωλικόν εκείνον ναόν μία άτακτος και ακάθαρτος παράδοσις, και προσέφερον θύματα φαγητά και ποτά πολλά· εισερχόμενοι δε ΄νδρες και γυναίκες χωρίς παιδιά, αφού έτρωγον και έπινον, έκλειον είτα τας θύρας του ναού και συνεφθείροντο διαπράττοντες παν είδος αισχράς πράξεως και ακολασίας, ωσάν ίπποι θηλυμανείς και αναίσχυντοι. Ιδόντες οι ιερείς της αισχύνης τον Ιωάννην επιμένοντα εις την διδαχήν αυτού και τον λαόν ιστάμενον και ακούοντα αυτού, ελθόντες εκεί, τον μεν λαόν δια κολακειών και παρακλήσεων απεμάκρυναν εκείθεν, τον δε Ιωάννην δέσαντες έφερον μακράν του τόπου εκείνου, και δώσαντες πολλάς πληγάς, άφησαν αυτόν κατά γης δεδεμένον και ημιθανή· αυτοί δε μετέβησαν εις την εορτήν της αισχροπραξίας των, και εισήλθον εις τον ναόν αυτοί μόνοι, κατά την συνήθειαν, δια να τελέσωσι πρώτον τα δαιμονικά μυστήρια και να γευθώσιν εκ των μιαρών και ειδωλοθύτων φαγητών. Εκείτετο λοιπόν ο Ιωάννης κατά γης· εκείθεν δε ηύξατο προς τον Θεόν λέγων: «Ο Θεός και πατήρ της ελπίδος ημών Ιησού Χριστού, ο δια του γενναίου Σαμψών τους μεγίστους οίκους των αλλοφύλων καταβαλών, αυτός και νυν ευδόκησον ίνα καταστραφή ο ναός της ασωτείας». Έτι δε του Ιωάννου προσευχομένου, ιδού ο ναός όλος κατέπεσεν εκ των θεμελίων, και κατεπλακώθησαν εντός αυτού αποθανόντες οι δώδεκα ιερείς μόνον, χωρίς εκ του λαού να πάθη κανείς. 

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιζ΄   Η θεραπεία του πάσχοντος υιού της χήρας.                                                                       

Διαμείναντες εκεί ημέρας επτά χαίροντες και αγαλλόμενοι δια πάντα τα θαυμάσια, τα οποία εποίησεν ο Θεός δια του Ιωάννου, εξήλθομεν εκείθεν και ήλθομεν εις τόπον καλούμενον «Φλογείον», συνήχθη δε εκεί πάσα σχεδόν η πόλις δια να ακούση την διδασκαλίαν του Ιωάννου. Κατ’ εκείνην την ώραν μία γυνή χήρα, διασχίσασα το πλήθος του λαού και ελθούσα έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγουσα: «Δούλε του Θεού, ορκίζω σε εις τον Θεόν τον οποίον πιστεύεις και κηρύττεις, ελέησόν με»· είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τι θέλεις ίνα ποιήσω προς σε»; Απεκρίθη η γυνή λέγουσα: «Αποθανών ο ανήρ μου μοι εγκατέλειψεν ορφανόν παιδίον τριών ετών, το οποίον μετά κόπων και μόχθων πολλών ανέθρεψα και ανέδειξα τέλειον άνδρα· τούτον δε εκτύπησε πονηρός δαίμων· και κατεξώδευσα πάντα τα υπάρχοντά μου δίδουσα εις τους ναούς και εις τα ιερά των λεγομένων θεών και εις τους κακογνώμονας ιερείς, και ουδόλως παρ’ αυτών ωφελήθη. Όθεν παρακαλώ σε, Απόστολε του μεγάλου Θεού, λυπήσου με την αθλίαν και θεράπευσον τον υιόν μου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Πήγαινε και φέρε αυτόν εις εμέ δια να τον θεραπεύσω». Πιστεύσασα η γυνή εις τους λόγους του Αποστόλου έδραμεν ευθύς εις τον οίκον αυτής, και είπε προς τον πάσχοντα υιόν της· «Ελθέ ίνα υπάγωμεν προς τον Ιωάννην τον Απόστολον του Χριστού δια να σε θεραπεύση», και ευθύς με τον λόγον τούτον εξήλθεν ο δαίμων απ’ αυτού προ του να έλθη προς τον Ιωάννην. Λαβούσα όμως τούτον η μήτηρ έφερεν αυτόν σωφρονούντα προς τον Ιωάννην· ιδόντες δε οι όχλοι εξεθαμβήθησαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δια του Αποστόλου αυτού ενεργούντα τοιαύτα παράδοξα θαύματα· πολλοί δε ένεκα τούτου επίστευσαν εις τους λόγους του Ιωάννου και εβαπτίσθησαν υπ’ αυτού. Και λαβών εκ της χειρός ο Ιωάννης τον θεραπευθέντα νεανίσκον εισήλθε μετ’ αυτού και της μητρός εις τον οίκον αυτών, και κατηχήσας εβάπτισεν αυτούς και πάντας τους εν τω οίκω αυτών, και εμείναμεν εκεί πλησίον αυτών ημέρας τρεις. 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιστ΄  Ανάστασις του εν λουτρώ πνιγέντος νέου.                                                                         

Εισελθόντες λοιπόν πάντες εντός της πόλεως, εστάθη ο Ιωάννης εις ένα τόπον ονομαζόμενον «Μικρά Στοά» και συνήχθη πέριξ αυτού λαός πολύς· λαβών δε τον λόγον ήρχισε να διδάσκη και να ευαγγελίζηται προς αυτούς τον Χριστόν· όθεν και πολλοί ακούσαντες επίστευσαν εις τους λόγους αυτού και εδόξασαν τον Θεόν δια την σωτηρίαν του παιδίου και την εξαφάνισιν του κακούργου και φονευτού των αθώων πονηρού δαίμονος. Οι ιερείς όμως της αισχύνης επικραίνοντο σφοδρώς κατά του Ιωάννου· εις δε εξ αυτών είχεν υιόν ονόματι Μονάν, ο οποίος λουόμενος κατά την ημέραν εκείνην εις το λουτρόν το ευρισκόμενον εις το μέσον της πόλεως, επνίγη υπό δαίμονος πονηρού εκείσε παραμένοντος· και τούτο μαθών ο ιερεύς, έδραμεν εις το λουτρόν· και ευρών το πτώμα του υιού του, έρχεται δρομαίος προς τον Ιωάννην, λέγων προς αυτόν: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, ιδού ήλθεν ο καιρός δια να πιστεύσω και εγώ εις τον υπό σού κηρυττόμενον Θεόν· διότι ο υιός μου επνίγη υπό πονηρού πνεύματος εντός του λουτρού, και γνωρίζω ότι, εάν θέλης, δύνασαι να αναστήσης αυτόν· διότι έχομεν ακούσει π΄ντα όσα εποίησας εις την πόλιν των Φλωρών». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πιστεύεις ότι δύναμαι να ποιήσω τούτο»; Απεκρίθη ο ιερεύς, ειπών: «Ναι, κύριε, πιστεύω», και λαβών τον Ιωάννην εκ της χειρός έφερεν αυτόν εις το λουτρόν όπου ευρίσκετο το πτώμα του πνιγέντος νέου, το οποίον έρριψαν εις τους πόδας του Αποστόλου· ο δε πατήρ αυτού εδέετο μετά δακρύων πικρών του Ιωάννου, λέγων: «Δια τον Θεόν σου, τον οποίον κηρύττεις, λυπήσου με και ανάστησον τον υιόν μου». Τότε ο Ιωάννης, προσευχηθείς, έλαβεν εκ της χειρός τον νεκρόν, και είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ανάστηθι», και ευθέως ανέστη ο νεκρός, προς τον οποίον είπεν ο Ιωάννης: «Τι συνέβη εις σε; Πως έπαθες τούτο»; Απεκρίθη ο αναστηθείς νέος: «Κύριε, καθώς ελουόμην εντός του λουτρού, ήλθεν εκ της θύρας εις αιθίοψ ανήρ και με έπνιξεν». Ηννόησε δε ο Ιωάννης ότι ήτο εκεί ο δαίμων, τον οποίον εδίωξεν εκ του λουτρού του Διοσκορίδου εν τη Εφέσω· όθεν εισελθών εντός του λουτρού, είπε: «Προς σε λέγω, πονηρόν πνεύμα να είπης προς ημάς, πόσους χρόνους έχεις ενταύθα»; Ο δε δαίμων ανέκραξε λέγων: «Έξ έτη έχω· εγώ δε είμαι όστις πριν κατώκουν εις το λουτρόν του Διοσκορίδου εν Εφέσω και τον υιόν εκείνου πνίξας, υπό σου δε εκείθεν εκδιωχθείς· αλλά παρακαλώ σε, να μη με διώξης εκ του τόπου τούτου»· είπε δε ο Ιωάννης προς το πονηρόν πνεύμα: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου παραγγέλλω σοι να εξέλθης εκ της νήσου ταύτης, και να μη κατοικήσης πλέον μεταξύ των ανθρώπων, αλλά να μεταβής εις τόπους αγρίους και ακατοικήτους», και εν τω άμα εξηφανίσθη ο δαίμων κατά τον λόγον του Αποστόλου. Ταύτα πάντα ιδών ο ιερεύς έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγων: «Κύριε, ιδού εγώ, ο υιός μου και πας ο οίκος μου, ενώπιόν σου είμεθα, και ό,τι εάν είπης προς ημάς θα υπακούσωμεν και θα ποιήσωμεν». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Αληθώς εγνώρισα ότι δια την ωφέλειαν  των ψυχών σας ωκονομήθη παρά του Θεού το πάθημα τούτο του υιού σου· διότι δια του γεγονότος τούτου ωδηγήθητε προς την επίγνωσιν της αληθείας, επειδή προηγουμένως εφέρεσο σκληρώς προς τον λόγον της ευσεβείας. Τώρα λοιπόν πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον, και θα σωθής συ και ο οίκος σου». Απεκρίθη ο ιερεύς, λέγων: «Και επίστευσα και πιστεύω, Μαθητά του αληθινού Θεού»· και παραλαβών ημάς εισήγαγεν εις τον οίκον αυτού ζητών ίνα βαπτισθή. Διδάξας λοιπόν και κατηχήσας αυτόν ικανώς ο Ιωάννης, εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιε΄  Περί της τελουμένης θυσίας εις τον λύκον κατά την πρώτην εκάστου μηνός εις την πόλιν Μυρινούσαν.                                                                                                       

Εξελθόντες εκ της πόλεως Φλωράς και περιπατήσαντες, εισήλθομεν εις την πόλιν Μυρινούσαν κατά την πρώτην του Λώου (Αυγούστου) μηνός, και ελθόντες εις τον τόπον καλούμενον «Πιαστήριον» εύρομεν  εκεί τους πρώτους της πόλεως έχοντας ένα νέον σιδηροδέσμιον κείμενον κατά γης· ηρώτησε δε ο Ιωάννης ένα εκ των εκεί παρισταμένων, λέγων: «Δια ποίον λόγον είναι δεμένος ούτος ο νέος»; Απεκρίθη εκείνος ειπών: «Εκάστην πρώτην του μηνός προσφέρεται εις νέος καθαρός θυσία εις τον ευεργέτην λύκον».  Είπε δε ο Ιωάννης: «Και ποίος είναι ο λύκος ούτος; Επεθύμουν να μάθω». Λέγει πάλιν εκείνος: «Περί την τετάρτην ώραν της ημέρας έρχονται οι ιερείς και λαμβάνουσι τον νέον προς θυσίαν και ακολουθεί αυτούς όλος ο λαός· εάν λοιπόν θέλης να ακολουθήσης και συ, δύνασαι να ίδης τον λύκον και την θυσίαν την τελουμένην εις αυτόν». Είπε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Άνθρωπε, βλέπω σε άνθρωπον φρόνιμον, γνωστικόν και με πάσαν αρετήν εστολισμένον· επειδή δε εγώ είμαι ξένος και επιθυμώ να ίδω τον λύκον αυτόν, δείξον αυτόν παρακαλώ εις εμέ, και δια την χάριν ταύτην θα σοι δώσω μέγα δώρον»· τούτο δε ακούσας εκείνος, εδέχθη ίνα δείξη τον λύκον προς τον Ιωάννην. Όθεν ελθόντες εις τον τόπον εκείνον και συνομιλούντες μετά του ανθρώπου, αίφνης ο δαίμων ο καλούμενος λύκος ανέβη εκ του ποταμού εστολισμένος κατά φαντασίαν δια ποικίλου στολισμού. Ιδών ο Ιωάννης τον λύκον είπε: «Προς σε λέγω, πνεύμα πονηρόν, άκουσον»· και ευθύς εστάθη ο δαίμων· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πόσα έτη έχεις εις τον τόπον τούτον»; απεκρίθη ο δαίμων λέγων: «Εκατόν εξήκοντα πέντε». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού του ζώντος, όπως εξέλθης εκ της νήσου ταύτης και εις ερήμους κι ακατοικήτους τόπους πλέον να έχης την διαμονήν σου»· και ευθέως το πονηρόν πνεύμα εγένετο άφαντον απ’ έμπροσθεν ημών. Ιδών δε ο άνθρωπος εκείνος το σημείον το οποίον εποίησεν ο Ιωάννης, έπεσεν εις τους πόδας αυτού λέγων: «Παρακαλώ σε, κύριε, ειπέ εις εμέ ποίος είσαι; Διότι βλέπω ότι και τους θεούς διατάσσεις και μετά τρόμου σού υπακούουσι». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εγώ είμαι Ιωάννης ο Απόστολος Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού· ούτος δε, τον οποίον σεις λέγετε λύκον, είναι πνεύμα πονηρόν και διαφθείρει τας ψυχάς των ανθρώπων· δια τούτο απέστειλέ με ο Χριστός ίνα διώξω τους δαίμονας και υποδείξω εις τους ανθρώπους την οδόν της αληθείας». Ταύτα ακούσας  ο άνθρωπος λέγει προς τον Απόστολον: «Πρακαλώ σε, άνθρωπε του Θεού, όπως ποιήσης και εμέ δούλον του Χριστού». Κατηχήσας δε τούτον ο Ιωάννης, εβάπτισεν αυτόν εις τον ποταμόν. Ενώ δε ακόμη ο Ιωάννης επεστήριζε δια λόγων πνευματικών τον φωτισθέντα αδελφόν, ιδού έρχονται οι ιερείς της αισχύνης φέροντες μεθ’ εαυτών σιδηροδέσμιον τον νέον δια να θυσιάσωσιν αυτόν εις τον δαίμονα· και δέσαντες αυτού τους πόδας και ετοιμάσαντες κατά πάντα, έλαβον εις χείρας το ξίφος και ανέμενον την εμφάνισιν του δαίμονος· διότι εφαίνετο πρώτον εις αυτούς ο δαίμων δι’ εκστάσεως και φαντασίας, κατελάμβανε δε αυτούς φόβος και τρόμος, και τότε έσφαζον τον νέον. Επειδή όμως ο δαίμων δεν εφαίνετο και εκείνοι ανέμενον, πλησιάσας αυτούς ο Ιωάννης είπεν: «Ω άνδρες, οι ευρισκόμενοι εις την πλάνην των δαιμόνων, αυτόν τον οποίον σεις νομίζετε ότι είναι θεός, τον δαίμονα αυτόν λύκον, εγώ εδίωξα μακράν εκ της νήσου ταύτης εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού μου· τι λοιπόν επιμένετε εις την παράνομον ταύτην θυσίαν; Λύσατε τον νέον και άφετε να υπάγη· εγώ δε θα σας εξηγήσω περί του δαίμονος, ο οποίος σας επλάνα μέχρι τούδε και διέφθειρε τας ψυχάς σας». Ταύτα ακούσαντες οι ιερείς εξέστησαν· διότι ουδείς ποτε  ετόλμησεν εις τον τόπον εκείνον ν ομιλήση ούτως ελευθέρως, δια τον φόβον του δαίμονος. Πάλιν λοιπόν ο Ιωάννης είπε προς αυτούς· «Υπακούσατέ μου, ω άνδρες, και λύσατε τον νέον· παύσατε δε και την ανόητον και φρενοβλαβή ταύτην λατρείαν των δαιμόνων δια της σφαγής ανθρώπων κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντων· διότι ο λεγόμενος λύκος εδιώχθη παρ’ εμού και απεστάλη εις το σκότος το εξώτερον δια της δυνάμεως του Θεού μου»· προς ταύτα δε οι ιερείς ούτε καν ετόλμησαν να αποκριθώσι. Τότε λοιπόν ο Ιωάννης πλησιάσας έλυσε τον νέον εκ των δεσμών, και είπε προς αυτόν: «Ύπαγε προς τους γονείς σου εις την πόλιν», διότι δεν επετρέπετο εις ουδένα εκ των συγγενών του θυσιαζομένου ίνα παρευρίσκεται κατά την τελετήν της θυσίας του λύκου· είτα δε πλησιάσας έλαβε τας μαχαίρας εκ των χειρών των ιερέων, και πάντες οι ευρισκόμενοι εκεί εθαύμασαν· ουδείς όμως ετόλμησε να είπη προς τον Ιωάννην λόγον σκληρόν· διότι κατέλαβε πάντας θάμβος και έκστασις μεγάλη δια την εξαφάνισιν του θεού των. 

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιδ΄   Απελευθέρωσις της επιτόκου γυναικός του ηγεμόνος.                                                          

Συνέβη κατ’ εκείνας τας ημέρας, ώστε η γυνή του ηγεμόνος, η οποία ήτο έγκυος, να μη δύναται να γεννήση, ταλαιπωρουμένη δεινώς τρεις ημέρας, εκινδύνευε δε εις θάνατον. Πέστειλε λοιπόν ο ηγεμών προς τον Ιωάννην ανθρώπους παρακαλών αυτόν και λέγων: «Άνθρωπε του Θεού, ελθέ συντόμως δια να βοηθήσης ημάς». Επορεύθη δε ο Ιωάννης, και μόνον ως επλησίασεν εις τον οίκον του ηγεμόνος, ευθέως εγέννησεν η γυνή αυτού· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Δια ποίον λόγον προσεκάλεσας ημάς»; Απεκρίθη ο ηγεμών: «Όπως ευλογηθή ο οίκος μου δια σού». Λέγει προς αυτόν ο Απόστολος: «Εάν πιστεύσης εις τον Σωτήρα Χριστόν, θα γίνη εις τον οίκον σου σωτηρία»· είπε πάλιν ο ηγεμών: «Και επίστευσα και πιστεύω εις τον αποστείλαντά σε Χριστόν δια την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων». Διδάξας λοιπόν αυτόν ο του Χριστού Απόστολος και κατηχήσας, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· επειδή δε παρεκάλει αυτόν και η γυνή του ηγεμόνος, ίνα και ταύτην βαπτίση, απεκρίθη εις αυτήν ο Ιωάννης λέγων: «Δεν δύνασαι τώρα να βαπτισθής πριν παρέλθωσιν ημέραι τεσσαράκοντα». Ο δε ηγεμών έδιδεν αρκετά χρήματα προς τον Ιωάννην, λέγων: «Δέχου ταύτα, Πάτερ, εκ του τέκνου σου και ευλόγησον τον οίκον μου»· απεκρίθη δε προς αυτόν ο Απόστολος του Χριστού: «Δεν δύναται ο οίκος σου να ευλογηθή δια χρημάτων· αλλ’ ύπαγε συ μόνος και διαμοίρασον αυτά εις τους πτωχούς, και τοιουτοτρόπως θα είναι ο οίκος σου ευλογημένος». Εμείναμεν δε εκεί εις την οικίαν του ηγεμόνος τρεις ημέρας, και εξελθόντες εκείθεν επανήλθομεν εις την οικίαν του Μύρωνος, ένθα υπήρχον πολλοί συνηγμένοι, τους οποίους πάντας εδίδαξεν ο Ιωάννης· αφού δε εδίδαξεν αυτούς ικανώς και εχειροτόνησεν εις αυτούς πρεσβυτέρους, είτα επιτελέσας την θείαν Λειτουργίαν και μεταδώσας εις πάντας τα θεία Μυστήρια, παρέδωκεν αυτούς εις την Χάριν του Κυρίου· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν. 

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιγ΄  Θεραπεία του υδρωπικού.                                                                                                       

Άλλην πάλιν ημέραν ήλθομεν εις μίαν στοάν καλουμένην Δομεστίαν, και ήλθον εκεί πολλοί τους οποίους εδίδασκεν ο Ιωάννης· ήτο δε εκεί πλησίον άνθρωπος υδρωπικός, έχων έξ έτη εν τη ασθενεία ταύτη, και τόσον ήτο ούτος καταβεβλημένος υπό της ασθενείας, ώστε δεν ηδύνατο ούτε καν να ομιλήση, αλλά μόνον δια νεύματος ζητήσας χάρτην και μελάνην έγραψε δύο στίχους προς τον Ιωάννην ούτω: «Τω Αποστόλω και Μαθητή του Χριστού, ο ταλαίπωρος εγώ, ελέησόν με και ανάστησόν με από της ασθενείας μου». Λαβών δε ο Ιωάννης τον χάρτην και αναγνούς, ηυσπλαγχνίσθη αυτόν και αντέγραψε λέγων: «Τω ανθρώπω τω έχοντι το πάθος του ύδρωπος, Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού· εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος να γίνης υγιής». Λαβών ο υδρωπικός τον χάρτην και αναγνώσας ευθέως ηγέρθη ως εάν μη είχεν ουδέποτε ασθενήσει. Και τούτο ιδών ο λαός, έκραξε λέγων: «Μέγας είναι ο Θεός του Ιωάννου, ο οποίος ενεργεί τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια», πολλοί δε εξ αυτών και εβαπτίσθησαν. Επίσης και ο θεραπευθείς υδρωπικός, ελθών και πεσών εις τους πόδας του Αποστόλου, εζήτει και αυτός ίνα βαπτισθή, τον οποίον και κατηχήσας εβάπτισε κατ’ αυτήν την ιδίαν ημέραν.