Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Του Οσίου Πατρός ημών κι Ομολογητού ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ

Τη ΚΗ΄  (28η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών κι Ομολογητού ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ, διασωθέντος από του μαρτυρικού τέλους εν έτει από Χριστού 276.                                                                                                                                          

Χαρίτων ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη εις το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, εις το οποίον και ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, ανδρωθείς δε εγένετο περιβόητος δια την ευσέβειαν και την αρετήν του και κατέστη πρώτος της πόλεως ταύτης. Κατά την εποχήν εκείνην (σο΄ - σοστ΄ ) (270-276) εβασίλευεν εν Ρώμη ο Αυρηλιανός, όστις κατ’ αρχάς μεν της βασιλείας του, αν και ήτο ειδωλολάτρης, όμως δεν ημπόδιζε τους Χριστιανούς να προσκυνώσι τον αληθινόν Θεόν· κατόπιν όμως παρακινηθείς από τους δαίμονας, τους οποίους ελάτρευεν, εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών, και εις όλας τας επαρχίας της βασιλείας του έστειλεν ασεβή προστάγματα, κελεύοντα τους εξουσιαστάς μεθ’ όλης της δυνατής προσπαθείας να καταπείσωσι τους Χριστιανούς να αρνηθώσι την πίστιν του Χριστού και να επιστρέψωσιν εις την πλάνην της ειδωλολατρίας, τους δε μη υποτασσομένους εις τα ασεβή προστάγματά του να παιδεύωσι διαφοροτρόπως, και τέλος επονειδίστως να τους θανατώνωσι. Τα βασιλικά ταύτα διατάγματα έφθασαν και εις το Ικόνιον· όθεν συλληφθείς και ο Άγιος Χαρίτων ωδηγήθη από τους στρατιώτας έμπροσθεν του βασιλικού κριτηρίου. Παρασταθείς δε εις τον ύπατον, ήτοι εις τον δεύτερον μετά τον βασιλέα, και ερωτώμενος υπ’ αυτού πως ονομάζεται, και τι πιστεύει, αποκρίνεται, ότι ονομάζεται Χαρίτων και πιστεύει εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν· και πάλιν ερωτώμενος, διατί εναντιούται εις τα προστάγματα του βασιλέως και δεν καταπείθεται να θυσιάση εις τους αθανάτους θεούς, αποκρίνεται ευπαρρησιάστως· «Εγώ δεν σέβομαι τα σεβάσματά σας, διότι αυτά δεν είναι τη αληθεία θεοί, αλλά πονηροί δαίμονες και δολερώς σας καταπείθουσι να τους νομίζετε θεούς, δια δύο αίτια· πρώτον μεν, δια να δοξάζωνται αυτοί οι ψεύσται με την ένδοξον ονομασίαν της θεότητος, διότι χαίρονται πολύ να τιμώνται ως θεοί, ως φύσει άκρως υπερήφανοι· δεύτερον δε δια να σύρουν μαζί των και τους προσκυνητάς των εις το άσβεστον πυρ της κολάσεως». Ακούσας ταύτα ο κριτής, του είπεν: «Έπρεπεν, ω Χαρίτων, να θυμωθώ τώρα πολλά και να σου δώσω παρευθύς την μεγίστην παίδευσιν, διότι εβλασφήμησας εις τους θεούς· όμως επειδή και αυτοί είναι μακρόθυμοι και αμνησίκακοι, αυτούς μιμούμενος και εγώ, σε συμβουλεύω να προκρίνης το συμφερώτερόν σου και να θυσιάσης εις τους θεούς, δια να απολαύσης μεγάλην τιμήν και ευτυχίαν από τον βασιλέα». Ο δε γενναίος στρατιώτης του Χριστού απεκρίθη: «Ω δικαστά, εάν αυτά τα κωφά και άψυχα ξόανα είναι θεοί, δεν κάμνεις καλά να μακροθυμής δια τας ύβρεις, τας οποίας τους λέγω· ει δε και δεν είναι θεοί, καθώς και τη αληθεία δεν είναι, ματαίως κοπιάζεις παρακινών με να κάμω παράνομα πράγματα· διότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν θα αρνηθώ ποτέ τον ζώντα αληθινόν Θεόν, και να λατρεύσω τους μιαρούς δαίμονας· διότι είμαι ακόλουθος και μιμητής της περιφήμου εκείνης Θέκλης της Πρωτομάρτυρος, η οποία ως άλλος ήλιος λάμπει με τας ακτίνας του Μαρτυρίου εις ταύτην την πόλιν των Ικονιέων· ομοίως είμαι και μαθητής του μεγάλου κήρυκος της ευσεβείας Παύλου, του παρακινήσαντος ενθέως αυτήν την Θέκλαν να υπομείνη τα βάσανα του Μαρτυρίου, δια την αγάπην του Χριστού· όθεν και εγώ σήμερον εμπρός εις όλους λέγω, κατά τον θείον Παύλον: «Ποίον πράγμα δύναται να με χωρίση από την αγάπην του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός, ή πείνα, ή αρπαγή των υπαρχόντων, ή κίνδυνος ή μάχαιρα, ή άλλο τι κακόν, ή καλόν από τα ανθρώπινα; Όχι! κανέν τοιούτον δεν θα με χωρίση από την αγάπην του Χριστού μου». Ο δε εξουσιαστής, επιθυμών να ελκύση εις εαυτόν τον θείον Χαρίτωνα, του λέγει με πραείαν φωνήν: «Ω καλέ Χαρίτων, εάν τα σεβάσματά μας δεν είναι θεοί, καθώς συ λέγεις, πως οι σεβαστοί βασιλείς, οι προσκυνούντες αυτά και πιστεύοντες ως και ημείς οι εξουσιασταί, απολαμβάνομεν παρ’ αυτών πάσαν δόξαν και ευτυχίαν»; Ο δε Μάρτυς είπε: «Πολλά πεπλανημένοι είσθε σεις οι ειδωλολάτραι, ομολογούντες ότι είναι θεοί τα γλυπτά ξόανα, τα κατεσκευασμένα από τας χείρας των ανθρώπων, τα οποία δεν μετέχουσι παντελώς ούτε από λόγον και νουν ούτε από ζώσαν αίσθησιν· καθώς το λέγει η δική μας Αγία Γραφή, ότι «τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων. Στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν, οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται. Ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται, ουδέ γαρ εστι πνεύμα εν τω στόματι αυτών. Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά, και πάντες οι πεποιθότες επ’ αυτοίς». (Ψαλμ. ρλθ: ιε-ιθ). Εάν αμφιβάλλης, ω δικαστά, ότι δεν είναι αληθή αυτά τα οποία είπον, δοκίμασε πραγματικώς, δια να βεβαιωθής· βάλε πυράν εις τα είδωλα, πρόσταξε να συντρίψωσι τα σκέλη των, και τότε θα πληροφορηθής δια της δοκιμής σου, ότι είναι παντελώς αναίσθητα και δεν δύνανται να σαλεύσωσιν ή να λλήσωσιν ή να βλάψωσιν εκείνους οι οποίοι τα αφανίζουσιν». Εις τους λόγους τούτους του Αγίου εθυμώθη πολλά ο παράνομος κριτής και προστάττει να γυμνωθή ο Άγιος και να τανυσθή κατά γης από τα τέσσαρα μέρη των χειρών και των ποδών, και να δαρή με βούνευρα, και η προσταγή του έγινε παρευθύς έργον. Εν τούτω δε τω μεταξύ ο θηριώδης τύραννος έλεγε προς τον Μάρτυρα: «Θυσιάζεις εις τους θεούς, ή θέλεις να σωρευθώσιν ακόμη εις το σώμα σου περισσότεροι ραβδισμοί»; Ο δε καρτερόψυχος Αθλητής τού απεκρίθη· «Όχι ραβδισμούς, αλλά μυρίους θανάτους, αν είναι δυνατόν, να μου δώσης δια την αγάπην του Ιησού, όλους τους δέχομαι μετά χαράς, παρά να καταδεχθώ να αρνηθώ την θεότητά του και να θυσιάσω εις τα είδωλα». Ακούσας δε ο τύραννος ταύτα, επρόσταξε πάλιν να τον δέρουν περισσότερον. Και τόσον πολύ τον έδειραν οι ραβδούχοι, ώστε εξηφάνισαν όλας του τας σάρκας και εφάνησαν τα σπλάγχνα του, έμεινε δε ο Μάρτυς άφωνος από τους ανυποφόρους ραβδισμούς, εν ω οι φονείς εκείνοι ακόμη τον έδερον· τότε δε είπεν ο εξουσιαστής να τον αφήσουν πλέον, όχι διότι τον ελυπήθη ο θηριόγνωμος, αλλ’ ίνα μη αποθανών, συντόμως απαλλαγή περισσοτέρων βασάνων. Λοιπόν οι υπηρέται τον εσήκωσαν ως ημιθανή και επ’ ώμων αυτόν επάραντες, τον έρριψαν εις την φυλακήν. Και ίνα είπω συντομώτερον, αποσιωπών τας πολλάς του γενναίου ανδραγαθίας, φέρεται πάλιν εις το κριτήριον ο Μάρτυς του Χριστού, υγιής γενόμενος παραδόξως υπό του Κυρίου εις όλον του το συντετριμμένον σώμα εντός της φυλακής. Ο δε ματαιόφρων εξουσιαστής εδοκίμασεν αύθις πρώτον μεν με απατηλάς κολακείας, δεύτερον δε με φρικτάς απειλάς να τον φέρη εις την γνώμην του· αλλ’ επειδή ο Μάρτυς ήτο πλέον στερεώτερος εις την πίστιν του Χριστού, καταγελών τας μωρολογίας του, λαμβάνει πάλιν μεγαλύτερα βάσανα, και κατακαίεται το σώμα με φλογεράς λαμπάδας, και πάλιν κατακλείεται σιδηροδέσμιος εις την φυλακήν. Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός, και ο θεόμαχος βασιλεύς επαιδεύθη δικαίως θεόθεν δι’ όσας ετέλεσε κακίας κατά των Χριστιανών, κάκιστα αποθανών ο παγκάκιστος· ο δε μετ’ αυτόν βασιλεύσας, Τάκιτος ονομαζόμενος, σωφρονισθείς εκ του παθήματος του Αυρηλιανού, και φοβούμενος μήπως καταδιώκων και εκείνος τους Χριστιανούς παιδευθή ως ο προ αυτού, κατέπαυσε τον διωγμόν των Χριστιανών καθ’ όλας τας επαρχίας της βασιλείας του. Τούτο δε έγινε κατ’ οικονομίαν Θεού, ίνα μη θανατωθή ο θείος Χαρίτων, και ζημιωθώσι πολλοί την ωφέλειαν, την οποίαν έμελλον να λάβωσιν ένεκα της μακροημερεύσεώς του· όθεν δια να γίνη τούτο το κοινωφελές καλόν, η θεία πρόνοια, η κυβερνώσα πανσόφως τα πάντα, ωκονόμησε και ελυτρώθη ο Μάρτυς δεσμών τε και φυλακής· διότι το βασιλικόν διάταγμα έδωκεν εις όλους τελείαν ελευθερίαν. Ο δε Άγιος Χαρίτων, αν και δεν έλαβε τον υπέρ Χριστού μαρτυρικόν θάνατον, όμως εβάστασεν επάνω εις το καρτερικόν σώμα του τα νικητικά σημεία και τα στίγματα του Χριστού· όθεν νενεκρωμένος ων σχεδόν εν τη προσκαίρω ταύτη ζωή και ποθών να ζήση εις το εξής μόνος μόνω τω Χριστώ, μετεχειρίσθη μίαν στενήν και ασκητικωτάτην ζωήν. Πλην έπεσε πάλιν εις διαφόρους πειρασμούς· διότι απερχόμενος εις την αγίαν πόλιν των Ιεροσολύμων συνελήφθη υπό κακών και θηριωδών ληστών, οι οποίοι δέσαντες οπίσω τας χείρας του, και βαλόντες εις τον τράχηλόν του σιδηράν άλυσιν, τον έφερον εις το σπήλαιόν των, και αφήσαντες αυτόν εκεί δεδεμένον μετέβησαν εις δημοσίας οδούς, παραφυλάττοντες προς σύλληψιν και άλλων διαβατών. Ο δε θείος Χαρίτων στοχαζόμενος, ότι ο πειρασμός εκείνος συνέβη εις αυτόν κατά συγχώρησιν του Θεού δια το συμφέρον της ψυχής του, πρώτον μεν ηυχαρίστει κατά πολλά τον Θεόν, υπομένων αυτόν μετά χαράς· έπειτα δε στραφείς προς τον πονηρόν διάβολον, τον ωνείδιζε τοιουτοτρόπως: «Ω μιαρέ και ακάθαρτε, δια τι με παρέδωκας εις τούτους τους ληστάς; ίνα με φονεύσωσιν αυτοί ή να με εμποδίσης από του σκοπού μου; Ει μεν σπουδάζης ίνα θανατωθώ, ματαίως κοπιάζεις· διότι το είδες φανερώτατα, ότι εγώ, Χάριτι του Χριστού μου, καταφρονώ τον θάνατον· ει δε θέλης να με αποκόψης από της οδού μου, ίνα μη πολιτευθώ κατά μίμησιν του Χριστού, δεν δύνασαι να κατορθώσης τίποτε, τη βοηθεία του Θεού· επειδή αυτός, ων φύσει αγαθός, ζητεί να ευρίσκη ολίγην πρόφασιν, δια να χαρίζη πλουσιοπάροχα τα αγαθά του εις τους ποθούντας να πολιτεύωνται θεαρέστως». Και ταύτα μεν εμελέτα κατά μόνας ο Άγιος, μία δε έχιδνα φαρμακερά επήγε, χωρίς να την ίδη ο Άγιος, εις εν αγγείον των κλεπτών, γεμάτον οίνον, και εξήμεσεν εντός αυτού όλον το δηλητήριόν της· και όταν επέστρεψαν ούτοι εις το σπήλαιον διψαλέοι, πιόντες το δηλητηριώδες ποτόν εν τω άμα απέθανον όλοι κατά θείαν δίκην, και τοιουτοτρόπως οι κακοί κακώς ετελεύτησαν· ευθύς δε ο θαυμαστός Χαρίτων ελύθη αοράτως από τα δεσμά· και επειδή ο τόπος εκείνος ήτο επιτηδειότατος εις ησυχίαν, έμεινεν εκεί ο Άγιος κληρονομήσας μάλιστα τα κακώς συνηγμένα υπό των ληστών αργύρια, τα οποία οικονομών καλώς εμοίρασε μέρος μεν εις τους πτωχούς και εις τους Οσίους Πατέρας, οίτινες ευρίσκοντο εις την έρημον, δια δε των εναπολειφθέντων ωκοδόμησε το σπήλαιον των ληστών εις ναόν Θεού άγιον, συστήσας εκεί Λαύραν ευαγεστάτην, ήτις επωνομάσθη Φαράν ομού μετά του Ναού της, τον οποίον ενεκαινίασεν ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων, όστις ήτο ο θείος Μακάριος, εις εκ των τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων Πατέρων της Αγίας πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Αγωνιζόμενος λοιπόν ο Όσιος εις το σπήλαιον, έγινε φανερός εις όλους ακουσίως δια την ένθεον πολιτείαν του, και δια τα παράδοξα θαύματα τα οποία έκαμνε καθημερινώς, δι’ ων κατέπειθε πλήθος αναρίθμητον Ελλήνων και Ιουδαίων να δεχθώσι το άγιον Βάπτισμα· πολλοί δε τούτων θαυμάζοντες τους αγώνας και τας αρετάς του ηθέλησαν να τον μιμηθώσι κατά το δυνατόν, και γενόμενοι Μοναχοί υπετάχθησαν εις αυτόν, διότι ήτο τη αληθεία θαύμα εξαίσιον, να βλέπη τις εκείνον τον αξιομακάριστον πως ηγωνίζετο εν ασυγκρίτω προθυμία εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και πως ενόμιζε τρυφήν την εγκράτειαν, και πλούτον αδαπάνητον την ακτημοσύνην, και πως ηγάπα την χαμαικοιτίαν· εις δε τας ολονυκτίους προσευχάς και ψαλμωδίας τόσον πολύ εχαίρετο ο αείμνηστος, ώστε περισσοτέραν ανάπαυσιν εστοχάζετο ότι απελάμβανεν αυτός από των αγρυπνιών του παρά οι φιλόζωοι από της πολυϋπνίας και αναπαύσεώς των επάνω εις τα απαλά στρώματα· και περισσότερον ηυχαριστείτο εκείνος εις το τρίχινόν του φόρεμα, δι’ ου κατέξεε τας μαρτυρικάς πληγάς του, παρά οι φορούντες λαμπρά και μαλακά ιμάτια· διότι η ελπίς της αιωνίου μακαριότητος τον ενεψύχωνε να υπομένη ευχαρίστως τα πάντα, πόνον και κόπον. Ήτο δε ο μακάριος Χαρίτων και πολύ ελεήμων εις τους πτωχούς, και συμπαθής εις τους πταίστας. Φιλόξενος ως ο Αβραάμ, αγαθός, πράος, απλούς, άκακος ως παιδίον, ειρηνικός εις άπαντας, καταδεκτικός, ευπρόσιτος, διδακτικός, πλούσιος εις λόγον και σοφίαν, με τα οποία ηύφραινε τας καρδίας των ακροατών· δια τούτο καθ’ εκάστην έτρεχον οι λαοί προς αυτόν, δια να ακούουν την ψυχοσωτήριον διδασκαλίαν του, και από το πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι συνήγοντο εκείσε, η έρημος επολίσθη και ο Άγιος έγινε πολιστής της ερήμου. Βλέπων ο Όσιος, ότι από την πολλήν ταραχήν του συντρέχοντος πλήθους ημποδίζετο από την ησυχίαν και την θείαν συνομιλίαν, και το περισσότερον, σπουδάζων να φύγη την εξ ανθρώπων δόξαν (διότι εγνώριζεν ότι αύτη δύναται να ανεμολικμίση και να αφανίση πάσαν αρετήν), απεφάσισε να αναχωρήση εκείθεν· όθεν παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του όλα τα χρειαζόμενα εις την μοναδικήν πολιτείαν, ήτοι τους διώρισε να τρώγουν άπαξ της ημέρας μετά τον εσπερινόν, και να μη τρώγουν πολύ χορταστικά, αλλά να απέχουν από το φαγητόν, όταν το ζητή ακόμη η όρεξίς των, και η τροφή των να είναι άρτος, το δε άλας προσφάγιον· και ως ποτόν να μεταχειρίζωνται το καθαρόν ύδωρ, αλλά μετά εγκρατείς, δια την ζητουμένην απάθειαν· τους διώρισεν ακόμη και καιρόν δια την ψαλμωδίαν και προσευχήν, τόσον εις τας διωρισμένας ώρας της ημέρας, όσον και τας της νυκτός. Τους παρήγγειλεν ωσαύτως να έχωσι μίσος κατά της αργίας, ως μητρός πάσης κακίας, και έργον εις τας χείρας των παντοτεινόν κατά το ψαλμικόν εκείνο ρητόν του Προφητάνακτος Δαβίδ: «Όλην την ημέραν  διεπέτασα προς σε (τον Θεόν μου) τας χείρας μου» (Ψαλμ. πζ΄ (87), 10), ήτοι να προσεύχωνται πάντοτε δια της υψώσεως των χειρών των. Εάν δε ο κοινός εχθρός σπείρη εις την καρδίαν των, ως ζιζάνιον, κανένα κακόν λογισμόν, τους έλεγε να τον αποκόπτωσιν εκ καρδίας δια της νηστείας και της θεϊκής μαχαίρας της ακαταπαύστου προσευχής, ίνα μη εύρη τόπον αναπαύσεως εις την καρδίαν των και γεννήση φαρμακερόν καρπόν ηδυπαθείας· «Τούτο γαρ το γένος (των δαιμονικών λογισμών) ουκ εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ: 21), λέγει ο Κύριος. Τους παρήγγειλε και τούτο: Να μη εξαποστέλλωσι με κενάς χείρας τους πτωχούς τους ερχομένους εις την θύραν του Μοναστηρίου, ίνα μη λαθόντες ποτέ παραβλέψωσιν αυτόν τον Χριστόν, ενδεδυμένον πολλάκις το σχήμα των πτωχών και ερχόμενον προς δοκιμήν ημών. Αφού λοιπόν τους διέταξε τοιουτοτρόπως και κοινή ψήφω και γνώμη όλης της αδελφότητος διώρισεν Ηγούμενον τον εναρετώτατον και εμπειρότατον κατά πάντα, ητοιμάζετο ν’ αναχωρήση. Οι δε αδελφοί, μη υποφέροντες την στέρησίν του, ελυπούντο άκρως, παρακαλούντες αυτόν μετά θερμών δακρύων, να μη χωρισθή απ’ αυτών· αλλά δεν τους υπήκουσε· διότι απέβλεπεν εις μόνον το συμφέρον της ψυχής αυτού τε και αυτών· όθεν τους παρηγόρει ως εξής: «Μη λυπείσθε, τέκνα μου, δια τον χωρισμόν μου· διότι, εάν εγώ αναχωρήσω απ’ εδώ, δεν έρχεται πλέον κανείς να με ζητή και να ενοχλή και σας, και η αναχώρησίς μου θα γίνη ωφέλιμος και εις εμέ και εις σας· διότι τόσον εγώ, όσον και σεις, έχομεν να ησυχάσωμεν πλέον εις τα κελλία μας και να καρποφορήσωμεν συν Θεώ το μέλι της αρετής». Λοιπόν ασπασθείς αυτούς και παραδώσας εις τον Δεσπότην Χριστόν , ανεχώρησε· περιπατήσας δε μιας ημέρας οδόν, εύρε κτά την Ιεριχώ εν σπήλαιον έρημον και καταλληλότατον εις ησυχίαν, και έμεινεν εκεί κεκρυμμένος πολύν καιρόν και παντελώς άγνωστος, τρώγων τα τυχόντα χόρτα της γης και μετά μόνου του Θεού συνομιλών. Ο πανάγαθος όμως Θεός ο Σωτήρ του κόσμου δεν άφησε κεκρυμμένον τον θησαυρόν, αλλ’ εφανέρωσεν εις τον κόσμον τον δούλον του, δια μέσου των θαυμάτων τα οποία εθαυματούργει δι’ αυτού, ιατρεύων διάφορα πάθη σωματικά και ψυχικά. Επειδή λοιπόν πολλοί των θεραπευομένων, βλέποντες την κατά Θεόν πολιτείαν του και ακούοντες τας ψυχωφελείς νουθεσίας του, ηθέλησαν και ηρνήθησαν τον κόσμον και τα του κόσμου, και γενόμενοι Μοναχοί έμειναν μετ’ αυτού, δια τούτο ίδρυσε και εκεί δευτέραν Λαύραν, την οποίαν επλάτυνε κατόπιν ο Ελπίδιος, ο ευδοκιμήσας πολύ εις τα ασκητικά κατορθώματα, και επονομασθείς και Δούκας· διότι κάποιος Δούκας υπερησπίζετο ταύτην την Ιεράν Λαύραν, και ημπόδιζε τας καταδρομάς, όσας εκίνουν κατ’ αυτής οι τότε γειτονεύοντες Εβραίοι, κατοικούντες το χωρίον το καλούμενον Νοερόν, οι οποίοι υπό του φθόνου κινούμενοι εζήτουν να εξαφανίσωσι το Μοναστήριον. Επειδή όμως συνέτρεχον και εκείσε καθ’ ημέραν πολλοί, και ούτε ο Άγιος, ούτε οι αδελφοί είχον ησυχίαν, δια τούτο, παραγγείλας και εις αυτούς πως πρέπει να πολιτεύωνται, και εγκαταστήσας άξιον επιστάτην και οδηγόν αυτών, ανεχώρησε και από εκεί, και επήγεν εις άλλον τόπον της ερήμου, Θεκώον καλούμενον· διότι ο Κύριος ημών, ζητών πάντων την σωτηρίαν, εξοικονόμει ούτως ώστε να μεταλλάσση ο Άγιος τας κατοικήσεις του, το μεν ίνα τον κάμη πλέον φανερώτερον εις όλους δια την αρετήν του, το δε ίνα πηγαίνοντες προς αυτόν ωφελώνται και άλλοι πολλοί, μάλιστα ειδωλολάτραι, εξ ων άλλοι μεν επίστευον εις τον Χριστόν και εβαπτίζοντο, άλλοι δε ωδηγούντο εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και αφήνοντες την ματαιότητα του κόσμου και τας κοσμικάς φροντίδας εγίνοντο Μοναχοί, σπουδάζοντες να πολιτεύωνται κατά μίμησιν του Οσίου. Δια το πολύ όθεν πλήθος και των εκεί συναχθέντων αδελφών ωκοδόμησε πάλιν και τρίτην Λαύραν, ονομαζομένην Σουκάν. Ένεκα δε της πολλής αγάπης του πάλιν προς την ησυχίαν, διότι εγνώριζεν εκ δοκιμής την γλυκύτητά της, ως συντεινούσης πλείστον εις την απόκτησιν της αρετής, ερευνών εύρεν εν θεόκτιστον σπήλαιον επάνω εις εν βουνόν, κρημνώδες μεν και άβατον, όχι όμως πολύ μακράν της νεοκτίστου Λαύρας, καλούμενον σπήλαιον Κρεμαστόν, καθό υψηλότατον από της γης, εις το οποίον ανέβαινον μόνον δια κλίμακος. Εις αυτό λοιπόν αναβάς ο μεγαλόψυχος Χαρίτων κατώκησεν· ησυχάζων δε εκεί πολύν καιρόν, και μη δυνάμενος δια το γήρας και τους μακροχρονίους κόπους της ασκήσεως να υπηρετήται μόνος του και να κομίζη το ύδωρ, μηδέ θέλων ν’ αναθέση την διακονίαν ταύτην εις μαθητήν του τινά, δια να μη γίνη βαρετός, τι μεθοδεύεται ο θεοχαρίτωτος; Προστρέχει εις τον Θεόν, όστις δύναται να κάμη τα αδύνατα δυνατά, και τα δύσκολα εύκολα, και δια της προσευχής του, ω του θαύματος! ανέβλυσε παρευθύς ύδωρ καθαρώτατον, το οποίον τρέχει έως την σήμερον από μίαν πλευράν του σπηλαίου, και όχι μόνον παρηγορεί την σωματικήν δίψαν, αλλά και ιατρεύει και πάσαν ασθένειαν, και ούτω γίνεται και μαρτυρία ακριβεστάτη της αγιότητος και της παρρησίας, τας οποίας είχεν εις τον Θεόν ο χαριτόβρυτος Άγιος. Ούτω πολιτευόμενος ο Άγιος προεγνώρισε δια θείας αποκαλύψεως την κοίμησιν αυτού· όθεν κατέβη από του σπηλαίου εις την Ιεράν Λαύραν Σουκάν, εκείθεν δε μετά του Ηγουμένου και των αδελφών επήγεν εις το άλλο Μοναστήριον του Ελπιδίου, και συνοδευθείς υπό των ποιμένων τε και των ποιμνίων αμφοτέρων των Μονών, επήγεν εις την Ιερ΄ν Λαύραν Φαράν· και εκεί ένθα έχυσε πρώτον τους ιδρώτας των ασκητικών του παλαισμάτων ηθέλησε να κάμη ύστερον και την διαθήκην του, και να την αφήση ως κληρονομίαν εις όλους τους μαθητάς του, διατάσσων αυτούς τοιουτοτρόπως.


Η  Διαθήκη του Αγίου.                                                                                                         
Επειδή κι έφθασεν ο καιρός της εμής αναλύσεως, εγώ μεν υπάγω προς τον Θεόν, σεις δε, ω τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά, σπουδάσατε επιμελέστατα να ετοιμασθήτε καλώς, τώρα όπου έχετε καιρόν, γινώσκοντες ότι μετά θάνατον δεν ωφελεί παντάπασιν η μετάνοια· «Εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια» («Εν τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι»; ) (Ψαλμ. στ: 6). Διότι εν τη μελλούση ζωή είναι ο καιρός της ανταποδόσεως, εις δε την παρούσαν είναι ο καιρός της μετανοίας και των αγώνων προς απόκτησιν της αρετής. Όμως όλα τα λυπηρά και επίπονα του κόσμου τούτου συντόμως εξαφανίζονται, ομοίως και όλα του τα χαροποιά και ηδονικά ταχέως διαφθείρονται και αυτά και εξαφανίζονται· των δε μελλόντων η κληρονομία, τόσον η απόλαυσις των αγαθών, όσον και τα βάσανα της κολάσεως, είναι αιώνια και παντοτεινά. Όθεν σας παραγγέλλω προ πάντων να φυλάττητε ακριβώς την θεοπαράδοτον πίστιν, χωρίς να κλονίζησθε παντελώς ή να σαλεύητε από καιρικής περιστάσεως ή κινδύνου· διότι μετ’ ολίγον καιρόν, καθώς μοι απεκάλυψεν ο Κύριος, μέλλει να γίνη μεγάλη ταραχή εις τας αγίας του Χριστού Εκκλησίας υπό των αιρετικών, οι οποίοι θα παρασύρωσι πολλούς εις τα αιρετικά των φρονήματα· σεις όμως να ίστασθε στερεοί εις τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας και μέχρις αίματος, αν το καλέση ο καιρός και η ανάγκη. Έπειτα να φυλάττητε την ζωήν σας ακατηγόρητον και αμέτοχον πάσης κακίας, και αν δεν εφθάσατε ακόμη εις τούτο, να την καθαρίζητε προθυμότατα πάσαν ημέραν· την δε παρθενίαν και τον αγιασμόν του σώματος να τα φυλάττητε τόσον πολύ, ώστε να γίνησθε ναοί αμόλυντοι, ίνα επιθυμήση ο καθαρώτατος Θεός να κατοικήση εις τας καρδίας σας και να γεμίση τας ψυχάς σας δια του αγιασμού και της ανεκλαλήτου ευωδίας του. Ο θυμός και η οργή είναι μεγαλώτατον κακόν, και κανέν άλλο πάθος δεν βλάπτει τόσον την φιλαδελφίαν, όσον αυτό· σεις δε, ω γνήσια σπλάγχνα μου, να φυλάττητε επιμελέστατα την ομόνοιαν, την ειρήνην, την χριστομίμητον πραότητα και την φιλανθρωπίαν· αν όμως και από πειρασμού του μισοκάλου ακολουθήση καμμίαν φοράν μεταξύ σας σκάνδαλον, σπουδάσατε, όσον δύνασθε, ίνα ανακαλέσητε το ταχύτερον το πάντιμον καλόν της αγάπης και της φιλαδελφίας, ίνα μη τύχη και βασιλεύση ο ήλιος και σας αφήση σκανδαλισμένους και εσκοτισμένους εις το μίσος της μνησικακίας· διότι εάν αποθάνωμεν αίφνης την νύκτα εκείνην, δεν είναι δυνατόν, χωρίς την αγάπην, να ίδωμεν τον ήλιον της δικαιοσύνης, τον Διδάσκαλόν μας Χριστόν, ο οποίος ορίζει εν τω ιερώ Ευαγγελίω: «Εν τούτω γνώσονται πάντες, ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 35). Εάν δε ο διάβολος, ο ψυχοφθόρος σπορεύς, σπείρη εις τας ψυχάς σας λογισμόν κακής επιθυμίας, σπουδάζετε επιμελέστατα να τον εκριζώνητε παρευθύς και να τον απορρίπτητε μακράν· διότι εάν προφθάσητε συντόμως, θα τον ποδιώξητε ευκόλως· ει δε και τον αφήσητε να πολυκαιρίση εντός της καρδίας σας, δυσκολώτατα θα τον εκριζώσητε. Όπλα δε ίνα πολεμήτε επιτήδεια είναι το να μεταχειρίζησθε την νηστείαν, την προσευχήν, τα δάκρυα και την ενθύμησιν του θανάτου και του ασβέστου πυρός της κολάσεως, επειδή η τοιαύτη ενθύμησις είναι φονεύτρια παντοίου κακού και το ισχυρότατον πάντων των όπλων και φοβερώτατον εις τους εχθρούς μας, είναι το ένδυμα του Ιησού μας, ήτοι η νικοποιός ταπείνωσις, την οποίαν μας προστάττει ο ίδιος επιτακτικώς να μάθωμεν ούτω λέγων· «Μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια: 29). Το δε ακίνδυνον καταφύγιον, όπως μη αιχμαλωτιζώμεθα υπό λογισμών χωριζόντων ημάς από του Θεού, είναι η φύλαξις και προσοχή του νοός και όλων των αισθήσεων, και το περισσότερον της οράσεως και της ακοής· διότι δια των δύο τούτων αισθητηρίων εμβαίνουσιν εις την καρδίαν μας όλαι σχεδόν αι κακαί επιθυμίαι· και καθώς λέγει ο Προφήτης Ιερεμίας: «Ότι ανέβη θάνατος δια των θυρίδων υμών» (Ιερεμ. θ: 21), δια της απροσεξίας δηλαδή των θυρίδων, ήτοι των αισθήσεων, εισδύει εντός ημών ο ψυχικός θάνατος. Τιμιώτατον απόκτημα είναι εις τον Μοναχόν η ακτημοσύνη, και πλούτος εις τον ευγενή τη αληθεία και ελεύθερον η απροσπάθεια, και το να μη είναι δεδεμένος εις καμμίαν επιθυμίαν των φθαρτών πραγμάτων, αλλά να μεταχειρίζηται μετρίως την αναγκαίαν χρείαν του σώματος, ως μας συμβουλεύει ο Παύλος: «Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. στ: 8), μη γογγύζοντες ακρίτως κατά του ευεργέτου ημών. Το μεγαλώτατον δε κακόν από όλα τα άλλα είναι η υψηλοφροσύνη και υπερηφάνεια, εξαλείφουσα παν ό,τι καλόν έχει ο άνθρωπος· η οποία, αν και τας περισσοτέρας φοράς ακολουθεί φύσει εις τους πλουτούντας από πολλών αρετών, όμως ενίοτε προσκολλάται και εις τον παντέρημον καλών έργων. Αύτη η υπερηφάνεια προξενεί φοβερόν κρημνισμόν εις τον κάτοχον αυτής· δια τούτο και ο θείος Παύλος, δίδων εις ημάς χείρα βοηθείας, μας υποδεικνύει τον τρόπον της εξ αυτής απαλλαγής λέγων· «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση» (Α΄ Κορ. ι: 12). Πρέπει επίσης να προσέχωμεν πολύ να μη κατακρίνωμεν τον αδελφόν μας, αλλά να τον συλλυπώμεθα και να τον διορθώνωμεν· διότι η κατάκρισις είναι γέννημα ψυχής ανθρώπου υπερηφάνου, ο οποίος καταδικάζει δια του λογισμού του όλους τους ανθρώπους, κι ζητεί δια της κατακρίσεως των άλλων να δικαιώση και να δοξάση εαυτόν επί το φαρισαϊκώτερον· «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων…, ή και ως ούτος ο τελώνης» (Λουκά ιη: 11). Αν σοι αρέσκη, αδελφέ, να κρίνης και να εξετάζης, πολύ πλησίον έχεις τον εαυτόν σου, και μη παύσης ποτέ κρίνων και εξετάζων πάντοτε όλα σου τα απόκρυφα, ήτοι τους λογισμούς σου και τους λόγους σου και τα έργα σου, διορθώνων τα σφάλματά σου· διότι εάν κρίνωμεν εδώ τον εαυτόν μας εις την παρούσαν ζωήν και διορθωθώμεν, δεν θα κατακριθώμεν από τον Θεόν εις την άλλην ζωήν, ούτε θα καταδικασθώμεν εις την κόλασιν, κατά τον μακάριον Παύλον λέγοντα· «Ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν» (Α΄ Κορινθ. ια: 31-32). Όποιος ωσαύτως κολακεύει έξω από του πρέποντος την κοιλίαν του, ευκόλως κρημνίζεται εις τα σαρκικά πάθη, και λαμβάνει παρ’ αυτής κακήν ανταπόδοσιν· οι κόποι όμως και η αγρυπνία την ατονίζουσι και η νηστεία την καταδαμάζει τελείως, και παρεμποδίζει τα άτακτά της κινήματα· αγαπάτε δε την φιλοξενίαν, μεταχειριζόμενοι αυτήν πάντοτε, διότι είναι έργον θεάρεστον· δεχόμενοι δε ξένους, πλύνετε τους πόδας των, επειδή το νίψιμον των ποδών είναι διακόνημα και εντολή του Χριστού, όστις πρώτος ένιψε τους πόδας των Μαθητών του, προστάξας έπειτα να πράττωμεν και ημείς το αυτό· το οποίον όχι μόνον προξενεί ανάπαυσιν εις τους κεκοπιασμένους, αλλά και δύναται ακόμη να ιατρεύση περισσότερον παντός άλλου επιχειρήματος το βλαπτικώτατον ασθένημα της ψυχής, την κενοδοξίαν. Τα δε καθαρτικά, τα καθαρίζοντα την ψυχήν από των μολυσμών της αμαρτίας, είναι πολλά· ήτοι τα δάκρυα, οι αναστεναγμοί, η συντριβή της καρδίας, η εξομολόγησις, η νηστεία, η προσευχή, η χαμαικοιτία, και όλα τα άλλα ιατρικά των μετανοούντων· όμως είναι μετρίως κοπιαστικά, αν και προξενούσι πολλήν ωφέλειαν εις τους διακριτικούς. Εν δε μόνον γνωρίζω πολύ μεν ακοπίαστον, αλλά πολύ δυνατόν να καθαρίση τους μολυσμούς της ψυχής· και τούτο είναι το να συμπαθή τις εις τα σφάλματα εκείνων, οι οποίοι του πταίουσι· διότι η συμπάθεια όχι μόνον προξενεί την άφεσιν των αμαρτημάτων εις τον συμπαθούντα, κατά το «Άφετε και αφεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ: 14), αλλά και πολλάκις σωφρονίζει αύτη και τον πταίστην περισσότερον από την παίδευσιν, και από ελεύθερον τον κάμνει δούλον του συμπαθούντος· καθώς λέγουν οι Έλληνες συγγραφείς, ότι: «Η συγγνώμη είναι κρείττων και αμείνων της τιμωρίας». Ταύτα και τα τοιαύτα διδάσκων τους μαθητάς του ο θείος Χαρίτων, τους ηυχήθη εξ ύψους σωτηρίαν ψυχής· έπειτα χωρίς καμμίαν ασθένειαν, ουδέ κανένα πόνον εις τα μέλη του σώματός του, πεσών επάνω εις τον κράββατον και απλώσας τους πόδας του, παρέδωκεν ευθύς την αγίαν του ψυχήν χαίρουσαν εις τους Αγίους Αγγέλους, και ούτω μετέβη εις την ατελεύτητον μακαριότητα, εκεί ένθα διαδέχεται ανάπαυσις ευτυχεστάτη εκείνους, οι οποίοι ίδρωσαν και εκοπίασαν εις τον αμπελώνα του Κυρίου, και περιεπάτησαν την στενήν και τεθλιμμένην οδόν της αρετής. Όσα λοιπόν έργα και θαύματα του αειμνήστου Χαρίτωνος διέφυγον τον πανδαμάτορα χρόνον και την παλαιότητα και την λήθην, αυτά παρεδώκαμεν εις τας φιλομαθείς ακοάς σας, αγαπητοί, δια της παρούσης Βιογραφίας, εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητος και Βασιλείας· η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Η Αγία Νεομάρτυς ΑΚΥΛΙΝΑ

Τη αυτή ημέρα η Αγία Νεομάρτυς ΑΚΥΛΙΝΑ ράβδοις συνθλασθείσα τελειούται εν έτει 1764.
                                                                                                                              
Ακυλίνα η Αγία Νέα Παρθενομάρτυς του Χριστού ήτο εκ Θεσσαλονίκης, από χωρίον καλούμενον Ζαγκλιβέρι, κείμενον εν τη Επισκοπή Αρδαμερίου, γεννηθείσα από γονείς ευσεβείς· το μαρτύριον αυτής συνέβη υπό τοιαύτας περιστάσεις. Ημέραν τινά ο πατήρ της Αγίας διεπληκτίσθη μεθ’ ενός Τούρκου γείτονός του (επειδή εκεί κατώκουν τότε και Χριστιανοί και Τούρκοι), κτυπήσας δε αυτόν εκ συνεργείας του μισοκάλου τον εφόνευσεν· όθεν τον συνέλαβον οι εξουσιασταί του τόπου και τον ωδήγησαν εις τον πασάν της Θεσσαλονίκης, δια να τον θανατώση· ούτος δε φοβηθείς τον θάνατον, και θέλων να απαλλαγή, φευ του πτώματος! ετούρκευσεν· όθεν δεν τον εφόνευσαν. Ήτο δε τότε η Αγία Ακυλίνα βρέφος θηλάζον το μητρικόν γάλα· αφ’ ου δε παρήλθε καιρός ικανός, οι Τούρκοι έλεγον εις τον πατέρα της να τουρκεύση και την θυγατέρα του· ο δε απεκρίθη εις αυτούς: «Μη σας μέλη δια την θυγατέρα μου· αυτή είναι υπό την εξουσίαν μου και όταν θελήσω την τουρκεύω». Η δε μήτηρ της Αγίας, μείνασα εις την πίστιν του Χριστού, δεν έπαυε καθ’ εκάστην ώραν διδάσκουσα την θυγατέρα της να ίσταται στερεά εις την πίστιν του Χριστού και να μη αρνηθή τον Ιησούν Χριστόν. Όταν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν δεκαοκτώ ετών, έλεγον πάλιν οι Τούρκοι τα αυτά εις τον πατέρα της, ούτος δε καλέσας την Ακυλίναν της λέγει· «Τέκνον μου, οι άλλοι Τούρκοι μού λέγουν καθ’ εκάστην ημέραν να τουρκεύσης· όθεν ή τώρα ή ολίγον υστερώτερα, συ θα τουρκεύσης, μόνον κάμε την απόφασιν μίαν ημέραν πρότερον, δια να μη με ενοχλούν οι Τούρκοι». Η δε Αγία, φλεγομένη από τον του Χριστού διάπυρον έρωτα, με μεγάλην γενναιότητα απεκρίθη: «Μήπως νομίζεις ότι είμαι εγώ ολιγόπιστος ως και συ, δια να αρνηθώ τον ποιητήν και πλάστην μου, τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος υπέμεινε δι’ ημάς Σταυρόν και θάνατον; Μη μοι γένοιτο τούτο ποτέ. Εγώ είμαι έτοιμος να υπομείνω οίαν δήποτε βάσανον, ακόμη και θάνατον, δια την αγάπην του Χριστού μου». Ω λόγοι αξιοθαύμαστοι, όχι θυγατρός ενός τοιούτου τρισαθλίου πατρός, αλλά θυγατρός αληθώς του επουρανίου Βασιλέως Χριστού! Βλέπων τότε ο πατήρ της Αγίας το αμετάθετον της γνώμης αυτής επήγεν εις τους Τούρκους και τους λέγει: «Εγώ μεν δεν ηδυνήθην να καταπείσω την θυγατέρα μου εις το να τουρκεύση, σεις δε ό,τι θέλετε κάμετε εις αυτήν». Τούτο ακούσαντες εκείνοι εταράχθησαν, και παρευθύς στέλλουν ανθρώπους του κριτηρίου, δια να φέρουν την Μάρτυρα· η δε ευλογημένη μήτηρ της Αγίας, ιδούσα τους απεσταλμένους Τούρκους, παραλαβούσα την κόρην της, λέγει προς αυτήν την τελευταίαν ταύτην παραγγελίαν· «Ιδού, τέκνον μου παμφίλτατον, και γλυκυτάτη μου θύγατερ Ακυλίνα· ιδού, σπλάγχνον μου, έφθασεν η ώρα εκείνη, δια την οποίαν πάντοτε σε ενουθέτουν· ποίησον λοιπόν ως τέκνον υπακοής, και υπάκουσον εις τας νουθεσίας μου, δείξον ανδρείαν εις τας βασάνους, τας οποίας έχεις να πάθης, κι μη αρνηθής τον Χριστόν». Η δε παρομοίως μετά δακρύων απεκρίθη· «Μη φοβού, μήτερ μου, και εγώ τον αυτόν σκοπόν έχω, και ο πανάγαθος Θεός έστω βοηθός μου και εύχου υπέρ εμού»· και ούτως απεχαιρετίσθησαν μεταξύ των θρηνούσαι και δακρύουσαι. Οι δε υπηρέται του κριτού, δέσαντες την Μάρτυρα την ωδήγησαν εις το κριτήριον, παρηκολούθει δε και η φιλόστοργος μήτηρ την φιλτάτην θυγατέρα της απαγομένην εις τον τόπον της σφαγής· επειδή μητρικά σπλάγχνα δεν την άφινον να χωρισθή· αλλ’ οι υπηρέται της εξουσίας την μεν μητέρα της απέκλεισαν έξω του προαυλίου, την δε Ακυλίναν εισήγαγον εντός του κριτηρίου και παρουσίασαν αυτήν ενώπιον του κριτού, όστις με βάναυσον τρόπον της λέγει· «Αι, συ, γίνεσαι Τούρκα»; Η Αγία απεκρίθη: «Όχι, δεν γίνομαι· μη γένοιτο ποτέ να αρνηθώ την πίστιν μου και τον Δεσπότην μου Χριστόν». Ταύτα ακούσας ο κριτής εθυμώθη· όθεν διέταξε και εξέδυσαν την Αγίαν και την αφήκαν μόνον με το υποκάμισον· είτα δέσαντες αυτήν εις ένα στύλον την ερράβδισαν δύο υπηρέται επί ώραν πολλήν· αλλ’ η Μάρτυς υπέμεινεν ανδρειότατα ταύτην την βάσανον. Μετά ταύτα ο κριτής και άλλοι Τούρκοι φέροντες την Μάρτυρα έμπροσθέν των, ήρχισαν να την κολακεύουν και να της υπόσχωνται μεγάλας δωρεάς, εάν αρνηθή την πίστιν της· αλλ’ η του Χριστού νύμφη, εγκάρδιον έχουσα τον έρωτα προς τον νοητόν Νυμφίον της Χριστόν, εις ουδέν ταύτα ελογίζετο· και επειδή εις μεγιστάν πλούσιος, θρασύτατος πάντων, της είπε: «Τούρκεψε, Ακυλίνα, και εγώ να σε κάμω νύμφην εις τον υιόν μου», η του Χριστού Μάρτυς μετά τόλμης ανεικάστου απεκρίθη: «Ο υιός σου συν σοι εις την απώλειαν»· όπερ ακούσαντες εκείνοι ήναψαν από τον θυμόν, και δέσαντες πάλιν την Αγίαν ως πρότερον, την ερράβδισαν επί ώραν πολλήν· έπειτα λύσαντες αυτήν, πάλιν την εξετάζουσιν εκ τρίτου· και λέγει προς αυτήν ο κριτής: «Δεν εντρέπεσαι, δυστυχισμένη, να δέρεσαι γυμνή ενώπιον τόσων ανδρών»; Τούτο είπε, διότι εκ των πολλών ραβδισμών εξεσχίσθη το υποκάμισόν της και έμεινε γυμνή· της λέγει δε πάλιν: «Ή τούρκεψε ή θα συντρίψω τα κόκκαλά σου εν προς εν»· η δε αποκριθείσα του λέγει: «Και τι ωρέχθην από την πίστιν σας, δια να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου, ή από ποία θαύματα της πίστεώς σας να πιστεύσω; Αφού σεις βρωμείτε ακόμη ζώντες»· ω τόλμη μρτυρική! Ω μεγαλοψυχί ουρανίων επαίνων αξία! Ω απόκρισις, ουχί ενός απαλού κορασίου, αλλ’ ενός γίγαντος ανδρειοτάτου!  Ταύτα ακούσαντες εκείνοι κατησχύνθησαν άπαντες, αναγκαζόμενοι υπό της φαεινοτάτης των λόγων αληθείας και μη έχοντες τι άλλο να κάμωσιν, οργισθέντες ερράβδισαν εκ τρίτου την Αγίαν τόσον ασπλάγχνως, ώστε την αφήκαν ως νεκράν· η δε γη εκοκκίνισεν από τα αίματα και αι σάρκες της έπιπτον χαμαί. Κατόπιν λύσαντες την Μάρτυρα, την εφόρτωσαν εις ένα Χριστιανόν παρόντα εκεί, δια να την οδηγήση εις τον οίκον της μητρός της. Αυτή δε εναγκαλισθείσα την θυγατέρα της, ευρισκομένην εις τας εσχάτας αναπνοάς, την ηρώτα: «Τι έκαμες, τέκνον μου»; Η δε Μάρτυς μόλις και μετά βίας ελθούσα εις εαυτήν, ανοίξασα τους οφθαλμούς, και την μητέρα της ιδούσα, είπε: «Και τι άλλο ήθελον να κάμω, ω μήτερ μου, εκτός εκείνου το οποίον μοι παρήγγειλας; Ιδού κατά την εντολήν σου εφύλαξα την ομολογίαν της πίστεώς μου»· η δε μήτηρ της υψώσασα τας χείρας και τους οφθαλμούς της εις τον ουρανόν εδόξασε τον Θεόν· συνομιλούσα δε η Μάρτυς μετά της μητρός της παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού την κζ΄ (27ην) Σεπτεμβρίου του έτους αψξδ΄ (1764) και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε πάντιμον και άγιον λείψανόν της, ω του θαύματος! ευωδίασε παρευθύς ευωδίαν θαυμασιωτάτην και τόσην πολλήν, ώστε όλαι αι οδοί, όθεν διέβαινον μετά του μαρτυρικού λειψάνου προς κηδείαν και ενταφιασμόν, ευωδίαζον· την δε νύκτα κατήλθε φως ουρανόθεν και έλαμπεν επάνω εις τον τάφον τής Μάρτυρος, ως άστρον λαμπρότατον· όσοι δε Χριστιανοί το είδον, εδόξασαν τον Θεόν, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΜΑΡΚΟΥ, ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ και ΖΗΝΩΝΟΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΜΑΡΚΟΥ, ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ και ΖΗΝΩΝΟΣ.    

Εις τον Μάρκον                                                                                                                          Μάρκος ο Απόστολος, όστις και Ιωάννης ονομαζάζεται, και τον οποίον αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων λέγων: «Συνιδών τε (ο Πέτρος) ήλθεν εις την οικίαν Μαρίας της μητρός Ιωάννου του επικαλουμένου Μάρκου» (ιβ΄ : 12). Ούτος, λέγω, χειροτονηθείς από τους Αποστόλους  Επίσκοπος της Βύβλου, εφάνη δόκιμος εν τη εργασία του Ευαγγελίου. Τόσον δε ήτο φίλος και οικείος του Θεού ο μακάριος, ώστε η σκιά μόνον του ιερού σώματός του εθεράπευε τας αρρωστείας των ασθενών. 

Εις τον Αρίσταρχον                                                                                                                         Αρίσταρχος δε ο Απόστολος ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα, τον οποίον ενθυμείται ο πόστολος Παύλος τόσον εν τη προς Κολασσαείς Επιστολή λέγων: «Ασπάζεται υμάς Αρίσταρχος ο συναιχμάλωτός μου» (δ : 10 ), όσον και εν τη προς Φιλήμονα, λέγων: «Ασπάζεταί σε… Μάρκος, Αρίσταρχος… οι συνεργοί μου» (24 ). Ούτος λοιπόν εφάνη άλλος δεύτερος Ιωάννης Βαπτιστής κατά την τροφήν. Καθότι και αυτός έτρωγεν, ως εκείνος, μόνον ακρίδας, ήτοι άκρας των δένδρων και ακρόδρυα και μέλι, χόρτον δηλαδή το καλούμενον μελέαγρον, ή κατ’ άλλους μέλι άγριον· και καθότι και αυτός ήτο ενδεδυμένος ένδυμα δερμάτινον. Έγινε δε ούτος Επίσκοπος Απαμείας της εν Συρία, και όλους τους εκεί ευρισκομένους απίστους επέστρεψεν εις την της αληθείας και ευσεβείς επίγνωσιν.


Εις τον Ζήνωνα                                                                                                                          
Ζήνων δε είναι ο ίδιος νομικός εκείνος Ζηνάς, περί του οποίου γράφει ο μακάριος Παύλος εν τη προς Τίτον Επιστολή, λέγων: «Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον» (γ: 13). Επίσκοπος δε γενόμενος ούτος υπό του Αποστόλου Πέτρου της Διοσπόλεως (ήτις είναι η αυτή προς την Λαοδίκειαν, κατά τον γεωγράφον Μελέτιον) έγινεν οικητήριον του Αγίου Πνεύματος, και πολλούς ηλευθέρωσεν από την πλάνην της ειδωλολατρίας. Ούτοι λοιπόν και οι τρεις Απόστολοι καλώς και θεαρέστως ποιμάναντες τα ιδικά των ποίμνια, και πολλαπλασιάσαντες το παρά Θεού δοθέν εις αυτούς τάλαντον, προς Κύριον εξεδήμησαν, ίνα απολαύσωσι την Αυτού χαράν και μακαριότητα. 

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Του Οσίου Πατρός ημών ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού της επιλεγομένης του Βαθέος Ρύακος.  

                                             
Ιγνάτιος ο Όσιος πατήρ ημών ήτο από της δευτέρας επαρχίας των Καππαδοκών, κατά τους χρόνους Νικηφόρου Β΄ του Φωκά εν έτει 963-969 και Ιωάννου Α΄ του Τσιμισκή, εν έτει 969-976. Εκ νεαράς δε ηλικίας αφιερωθείς εις τον Θεόν ως άλλος Σαμουήλ, επήγεν εις το Μοναστήριον το καλούμενον του Βαθέος Ρύακος, και έμαθεν όλην την ασκητικήν ακρίβειαν από τον Όσιον Βασίλειον τον Ηγούμενον και κτίτορα της Μονής ταύτης. Επειδή δε έφθασεν εις το άκρον της αρετής, δια τούτο χειροτονείται βαθμηδόν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος. Έπειτα προβάλλεται και Ηγούμενος του Μοναστηρίου τούτου. Όθεν δια της καλής του διοικήσεως ηύξησε το Μοναστήριον και επλήθυνεν αυτό, τόσον εις τα εισοδήματα, όσον και εις τας λοιπάς βελτιώσεις. Έκτισε δε και ναούς διαφόρους, του Ταξιάρχου Μιχαήλ, του Θεόπτου Ηλιού και των Αγίων Αποστόλων εις εν μετόχιον του Μοναστηρίου. Έκτισεν επίσης και περιτείχισμα εις την εκείσε ευρισκομένην τότε Μονήν των Καλογραιών δυνατόν και ωραιότατον. Ούτος ο Όσιος ήλεγξε και κατήσχυνε με παρρησίαν και γενναιότητα τους άρχοντας, τους οποίους διώρισεν ο τότε τύραννος, ονόματι Σκληρός. Ότε δε εσηκώθη από του μέσου ο Σκληρός ούτος, τότε επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν ο Όσιος, ένθα κατασκευάσας ιερά κειμήλια, και εν σίγνον ήτοι σημείον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ομοίως και εν περιηργυρωμένον Ευαγγέλιον, έπεμψεν αυτά όλα εις το Μοναστήριον. Εκεί δε εις Κωνσταντινούπολιν ευρισκόμενος ησθένησεν από ασθένειαν δυσεντερίας, διο και εσπούδαζε να φθάση μίαν ώραν ταχύτερον εις το Μοναστήριόν του. Φθάσας δε εις το Αμόριον, ετελείωσε την παρούσαν ζωήν· όθεν και θάπτεται εκεί εις ένα σεβάσμιον οίκον. Αφού δε παρήλθεν εν έτος, ηθέλησαν οι Πατέρες του Μοναστηρίου να κάμωσιν ανακομιδήν του λειψάνου του. Και ανοίξντες τον τάφον εύρον το λείψανόν του σώον και ολόκληρον, και γεμάτον από πνευματικήν ευωδίαν. Τούτο δε φέροντες εις το Μοναστήριον απεθησαύρισαν εις τον νάρθηκα του Ιερού Ναού. 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Η Αγία Μάρτυς Επίχαρις

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΕΠΙΧΑΡΙΤΟΣ.                                                         

Επίχαρις η Αγία Μάρτυς ήτο εν τη Ρώμη κατά τους χρόνους Διοκλητιανού, εν έτει 298, συνελήφθη δε ως Χριστιανή από τον έπαρχον Καισάριον, και ομολογήσασα παρρησία το όνομα του Χριστού κρεμάται και ξέεται. Έπειτα συνέτριψαν τα μέλη της με σφαίραν μολυβδίνην τέσσαρες στρατιώται. Επειδή δε η Αγία προσηυχήθη, δια τούτο ήλθον Άγγελοι και εθανάτωσαν τους πιδεύοντας αυτήν τέσσαρας στρατιώτας. Τελευταίον καταδικάζεται η Αγία να αποκεφαλισθή. Όθεν όταν έφθασεν εις τον τόπον της καταδίκης και εστάθη επάνω εις μίαν πέτραν, ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσεν ύδωρ. Αποκεφαλισθείσα δε παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. 

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

Τη ΚΖ΄  (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.  
                                                                   
Καλλίστρατος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από της χώρας των Καρχηδονίων, της εν τη Αφρική ευρισκομένης, συναριθμούμενος εις το στρατιωτικόν τάγμα, το καλούμενον των Καλανδών, εν έτει σπη΄ (288). Πορευόμενος δε εις την Ρώμην μεθ’ όλου του στρατιωτικού τάγματος, μόνος αυτός έλαμπε μεταξύ των άλλων απίστων στρατιωτών, δια την πίστιν του Χριστού, καθώς και ο αστήρ λάμπει εν μέσω της σκοτεινής και ασελήνου νυκτός. Ήτο δε εκ προγόνων πεφωτισμένος εις την πίστιν του Χριστού ο μακάριος. Διότι εις εκ πατρός προπάππος του, πορευθείς εις Ιεροσόλυμα, ότε ήτο επί γης ο Κύριος, και θεωρήσας με τους ιδίους του οφθαλμούς τα θαυμάσια, άπερ εποίει, επίστευσεν. Όθεν επιστρέψας εις τον οίκον του, έδωκεν εις όλους τους συγγενείς και απογόνους του την καλήν ταύτην πραγματείαν και τον φωτισμόν της θεογνωσίας. Επειιδή δε ο του Χριστού Μάρτυς Καλλίστρατος εφανερώθη εις τους συστρατιώτας του ότι ήτο Χριστιανός, διαβάλλεται προς Περσεντίνον τον στρατηλάτην, ότε Διοκλητιανός και Μαξιμιανός οι βασιλείς εφέροντο μανικώς κατά των Χριστιανών. Παρασταθείς λοιπόν έμπροσθεν του Περσεντίνου και ερωτηθείς, ομολογεί παρρησία την εις Χριστόν ευσέβειαν. Όθεν εξαπλωθείς κατά γης, τόσον άσπλαγχνα εδάρη ο τρισόλβιος, ώστε έτρεχε το αίμα του ποταμηδόν. Έπειτα σύρεται ύπτιος επάνω εις λεπτά τεμάχια τούβλων και καταξεσχίζεται τας πρότερον πληγωθείσας σάρκας του. Είτα ποτίζεται δια χωνίου το ύδωρ μιας ολοκλήρου λεκάνης και φουσκώνεται ως ασκός. Μετά ταύτα τίθεται ο μακάριος μέσα εις ένα σάκκον και ρίπτεται εις το μέσον της θαλάσσης, θεωρούντος και του στρατηλάτου. Επειδή δε ο σάκκος εσχίσθη κατά θείαν δύναμιν, δια τούτο ο Άγιος εφέρθη υπό δύο δελφίνων υγιής έξω εις την παραλίαν. Τότε οι μετ’ αυτού όντες στρατιώται, τεσσαράκοντα εννέα τον αριθμόν, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, επίστευσαν και προσφέρονται εις τον Χριστόν δια μέσου του Αγίου. Όθεν όλοι αυτοί δέρονται και συντρίβονται τα μέλη των. Έπειτα ρίπτονται εις την φυλακήν, και εκεί διδάσκονται από τον Άγιον Καλλίστρατον τα δόγματα της θείας του Χριστού οικονομίας και τα περί κρίσεως και ανταποδόσεως, και περί άλλων αξίων μαθήσεως. Και προς τούτοις παρακινούνται από αυτόν εις το να υπομείνωσιν ανδρείως το μαρτύριον. Μετά δε μίαν ημέραν παρασταθέντες προς τον στρατηλάτην, και αποδειχθέντες πλέον άφοβοι ή πρότερον, δέρονται πάλιν. Είτα δεθέντες τας χείρας και τους πόδας, ρίπτονται μέσα εις την εκεί ευρισκομένην κολυμβήθραν, ήτις ωνομάζετο Ωκεανός. Ο δε Άγιος Καλλίστρατος προσηυχήθη να γίνη βάπτισμα εις αυτούς η κολυμβήθρα εκείνη. Και, ω του θαύματος! ευθύς ελύθησαν τα δεσμά, και εξήλθον οι Άγιοι από του αγιάσματος της κολυμβήθρας ενδεδυμένοι στολάς λαμπράς. Ο δε Μάρτυς Καλλίστρατος εφάνη φορών επί της κεφαλής του ευπρεπέστατον στέφανον. Ήκουσε δε και θείαν φωνήν, ήτις παρεθάρρυνεν αυτόν. Εκ δε της φωνής το εκεί πλησίον ευρισκόμενον είδωλον έπεσε κατά γης και διελύθη εις κονιορτόν. Δια τούτου δε του θαύματος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν άλλοι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται. Φυλακισθέντων δε πάλιν των τεσσαράκοντα εννέα στρατιωτών ομού με τον Άγιον Καλλίστρατον, εφοβήθη ο στρατηλάτης μήπως κάμωσι και άλλα θαυμάσια, και πιστεύσωσι εις τον Χριστόν και άλλοι πολλοί· δια τούτο έπεμψε την νύκτα και κατέκοψεν εις λεπτά τεμάχια τα σώματα των Αγίων. Τούτων δε τα ιερά λείψανα κηδεύσαντες οι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται, έκτισαν εις αυτούς και Ναόν ωραιότατον. 

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Μέρος Δ΄ -- Η εις Έφεσον επιστροφή και Μετάστασις του Ιωάννου.

β΄ Η Μετάστασις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.


Αφού επεστρέψαμεν εις την Έφεσον από την εξορίαν, διεμείναμεν εις αυτήν έτη είκοσιν εξ· εμείναμεν δε και εις την νήσον Πάτμον έτη δέκα πέντε· και προ της εξορίας ημών διετρίψαμεν εις την Έφεσον έτη εννέα· ήτο δε ο Ιωάννης ότε ανεχωρήσαμεν εξ Ιεροσολύμων ετών πεντήκοντα. Και αφού συνεπληρώθησαν είκοσιν εξ έτη από της επιστροφής ημών εκ της εξορίας εις την Έφεσον, μίαν ημέραν παραλαβών ο Ιωάννης εμέ και ετέρους εξ μαθητάς αυτού, είπε: «Λάβετε σκαπτήρια εις τας χείρας σας και ακολουθήσατέ με»· ελάβομεν δε δύο σκαπτήρια και ακολουθήσαντες αυτόν εξήλθομεν της πόλεως· φθάσαντες δε εις ένα τόπον, είπε προς ημάς ο Ιωάννης: «Καθήσατε ενταύθα»· και εκαθήσαμεν, αυτός δε επροχώρησεν ολίγον δια να έχη ησυχίαν, και εκεί προσηύχετο· ήτο δε ώρα του όρθρου, νυξ δηλαδή αρκετή προ της ανατολής του ηλίου. Και μετά την ευχήν ελθών προς ημάς λέγει: «Σκάψατε εις την γην εις μέτρον του αναστήματός μου σταυροειδώς». Αφού λοιπόν ημείς εσκάψαμεν, προσηύξατο ο Ιωάννης· και μετά την ευχήν εισήλθεν εις τον τάφον τον οποίον εσκάψαμεν, και εκείθεν είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, να υπάγης εις τα Ιεροσόλυμα· διότι εκεί πρέπει να τελειώσης τον βίον»· διδάξας δε ημάς και ασπασάμενος, είπε: «Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με»· ημείς δε ασπασάμενοι αυτόν, και σύραντες χώμα εσκεπάσαμεν μέχρι των γονάτων. Πάλιν εκείνος ασπασάμενος ημάς, είπε: «Σύραντες χώμα σκεπάσατέ με έως του τραχήλου» «Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με»· και ασπασάμενοι αυτόν εποιήσαμεν ούτω· είτα δε πάλιν είπε προς ημάς: «Φέρετε λεπτόν πανίον και σκεπάσατε δι’ αυτού το πρόσωπόν μου, και ασπάσασθέ με δια τελευταίαν φοράν· διότι δεν θα με ίδητε πλέον εις την ζωήν ταύτην». Και ποιήσαντες ούτως, ησπασάμεθα αυτόν πάλιν κλαίοντες· αυτός δε δους εις ημάς την ειρήνην απέλυσεν ημάς. Και ούτω κλαίοντες πικρώς εσκεπάσαμεν όλον το σώμα του. Τότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του. Επιστρέψαντες ημείς εις την πόλιν ηρωτήθημεν παρά των αδελφών: «Που ευρίσκεται ο Διδάσκαλος ημών»; Ημείς δε διηγήθημεν προς αυτούς λεπτομερώς πάντα τα γεγονότα· και εκείνοι παρεκάλεσαν ημάς ίνα δείξωμεν εις αυτούς τον τόπον. Απελθόντες όθεν μετά των αδελφών εις τον τόπον εκείνον, τον μεν Ιωάννην δεν εύρομεν, εύρομεν δε μόνον τα υποδήματα αυτού. Και τότε ενεθυμήθημεν τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον είπε προς τον Πέτρον περί του Αποστόλου τούτου, ότι: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Και εδοξάσαμεν δια ταύτα πάντα τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα τον ένα Θεόν· ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.