Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Του Αγίου πατρός ΙΟΥΒΕΝΑΛΙΟΥ Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΙΟΥΒΕΝΑΛΙΟΥ Πατριάρχου Ιεροσολύμων.                                                                                                                                      
Ιουβενάλιος ο εν Αγίοις πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υη΄ (408), αρχιερατεύσας εις τα Ιεροσόλυμα τρίτος μετά τον Άγιον Κύριλλον, και φθάσας μέχρι της βασιλείας Μρκιανού του εν έτει υν΄ (450) βασιλεύσαντος, και Λέοντος του Μεγάλου, του βασιλεύσαντος εν έτει υνη΄ (458). Παρευρέθη δε ούτος και εις την εν Εφέσω τρίτην Οικουμενικήν Σύνοδον, την εν έτει υλα΄ (431) συγκροτηθείσαν, εις ων των εν αυτή διακοσίων Πατέρων, και διέλαμψεν εις τα δόγματα της πίστεως μετά του θεσπεσίου Κυρίλλου του Αλεξανδρείας· έφθασε δε και έως εις την τετάρτην Σύνοδον των εξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων, την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν εν έτει υνα΄ (451), κατά την οποίαν ετιμήθη υπό του βασιλέως Μαρκιανού δια την σοφίαν και αρετήν του. Όταν δε έκτισε τας Βλαχέρνας ο βασιλεύς Μαρκιανός μετά της Πουλχερίας, ηρώτησε τότε παρόντα τον Άγιον τούτον Ιουβενάλιον, μήπως γνωρίζει που ετέθη το σώμα της Θεοτόκου. Ο δε απεκρίθη ότι από εγγράφου μεν ιστορίας δεν ηξεύρει, λέγεται όμως ανέκαθεν, το οποίον άλλως τε είναι βέβαιον, ότι αφ’ ου το σώμα της Θεοτόκου ενεταφιάσθη υπό των Αποστόλων, ηκούετο εντός του τάφου Της αγγελική υμνωδία μέχρι της τρίτης ημέρας, μετά την οποίαν, επειδή εις των Αποστόλων (ο Θωμάς) δεν ήτο παρών εις τον ενταφιασμόν της Θεοτόκου, ηνοίχθη ο τάφος και δεν ευρέθη το σώμα Της, ει μη μόνον τα εντάφια. Όθεν παρεκάλεσεν ο βασιλεύς τον Άγιον να σφραγίση και να στείλη τουλάχιστον εις την Κωνσταντινούπολιν το κιβώτιον, όπου ετέθη το σώμα της Θεοτόκου, ομού με τα εντάφιά της, τούθ’ όπερ και εγένετο. Ο δε Άγιος Ιουβενάλιος πατριαρχεύσας τριάκοντα οκτώ έτη, εν ειρήνη εκοιμήθη.

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Η κατάθεσις της τιμίας ΕΣΘΗΤΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου

Τη Β΄ (2α) του αυτού μηνός η ανάμνησις της εν τη αγία σορώ καταθέσεως της τιμίας ΕΣΘΗΤΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ εν ταις Βλαχέρναις.                                                                                                   


Η Βασιλίς των πόλεων, η περικαλλεστάτη Κωνσταντινούπολις, ευθύς απ’ αρχής της κτίσεώς της υπό του ευσεβεστάτου και αγιωτάτου βασιλέως Κωνσταντίνου αφιερώθη πρεπόντως με πολλήν ευλάβειαν εις το όνομα της Δεσποίνης και Βασιλίσσης πάντων των βασιλέων, ως πασών των πόλεων βασιλεύουσα. Ένεκα τούτου υπερβαίνει και εις την ευλάβειαν πάσας τας άλλας πόλεις της οικουμένης· ευρίσκονται δε εις αυτήν Ναοί περισσότεροι ή εις οίον δήποτε άλλον τόπον, καλλωπισμένοι, κεκοσμημένοι από τους ευσεβείς οικήτορας, και σχεδόν ουδείς ευρίσκεται τόπος βασιλικός και δημόσιος ή οίκος άρχοντος, όστις να μη έχη Ναόν ή ευκτήριον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ότι πανταχού εις την οικουμένην άπασαν, όπου και αν εκηρύχθη το μυστήριον της του Θεού Λόγου σαρκώσεως, υμνείται δια παντός η υπερύμνητος Θεοτόκος και κατά χρέος δοξάζεται, επειδή κατώκησεν εις αυτήν άπαν το πλήρωμα της Θεότητος. Εξαιρέτως δε εις ταύτην την Πόλιν ευρίσκονται Ναοί αναρίθμητοι, αφιερωμένοι εις το πανάγιον αυτής Όνομα. Αλλά από όλας τας Εκκλησίας της τα πρωτεία κατέχει η των Βλαχερνών, ήτις υπερβαίνει τους υπολοίπους Ναούς εις την ωραιότητα, ως τους αστέρας ο ήλιος. Ούτος ο Ναός των Βλαχερνών πιστεύεται ότι είναι ώσπερ τι βασίλειον ιερώτατον της Παναγίας και θειότατον καταγώγιον· δια τούτο και εις άλλας θέσεις ή πόλεις κτίζοντες οι ευσεβείς Εκκλησίς, Βλαχέρνας ταύτας ωνόμασαν, πιστεύοντες ότι η πανάμωμος Δέσποινα ευδοκεί εις ταύτας και χαίρεται και φαιδρύνει και λαμπρύνει αυτάς με την ένθεον παρουσίαν Της. Και πάντες οι αρχιερείς και άρχοντες και ο ευσεβής λαός εις τας Βλαχέρνας συντρέχουσι, προσφέροντες εις τον Θεόν και την Θεοτόκον χαριστήρια και λαμβάνουσι πάντων των λυπηρών λυτήρια, οι εν θλίψεσιν ευρίσκουσι παραμυθίαν και οι ασθενείς την ίασιν, και απλώς ειπείν ο εν Βλαχέρναις θείος Ναός της Πανυμνήτου Θεομήτορος είναι εις όλους μας πάσης ελπίδος σωτηριώδους αποθήκη και θησαυροφυλάκιον, εις το οποίον και από το οποίον παν αγαθόν απολαμβάνομεν. Ηγιάσθη και η Βηθλεέμ, και εδοξάσθη θεοπρεπέστατα, επειδή εκεί εγέννησε σαρκικώς τον Θεόν η Θεοτόκος, Παρθένος μείνασα· εν Κωνσταντινουπόλει δε καθ’ εκάστην ώραν εις τούτον τον ιερόν οίκον παρέχει εις τους δεομένους την του Θεού φιλανθρωπίαν και βοήθειαν. Και φαίνεται τούτο το οικητήριον αγιώτερον από την σκηνήν του μαρτυρίου, εις την οποίαν ήτο η Κιβωτός και αι πλάκες της Διαθήκης, η Στάμνα του μάννα και η ράβδος του Ααρών, ήτις ανεβλάστησεν. Επειδή εκείνη είχε τας πλάκας, τας οποίας ο Μωϋσής κατεσκεύασε, και ενταύθα, εις τας Βλαχέρνας, ευρίσκεται το σεβάσμιον ιμάτιον της Θεοτόκου, το θεοδόχον και άχραντον, το οποίον όχι μόνον αυτή η βασίλισσα των Αγγέλων εφόρεσε και εζώσθη, αλλά και τον Υιόν και Λόγον του Θεού ετύλιξε νήπιον και Τον εθήλασεν· εις το οποίον ιμάτιον έσταξαν και πολλαί ρανίδες από το θείον εκείνο γάλα, με το οποίον έθρεψε Τον τροφέα πάσης της κτίσεως. Εκεί ήτο η καρίνη ράβδος του Ααρών· εδώ έχομεν τον Τίμιον Σταυρόν, το αήττητον τρόπαιον. Εκεί ήτο το Μάννα εις έλεγχον του λαού, όστις ετράφη εις την έρημον, και εδώ είναι ο θείος Άρτος ο ουράνιος, όστις τρέφει τους πιστούς άπαντας. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και πάσα νόσος και πάσα λύπη και κατήφεια εδώ λαμβάνει την ίασιν· και όσοι εισέρχονται μετά λύπης τινός και θλίψεως, εξέρχονται χαρούμενοι και επιστρέφουν εις τον ίδιον οίκον αγαλλόμενοι. Αλλά ας είπωμεν εν λεπτομερεία από την αρχήν πως συνέβη και έφεραν εις τας Βλαχέρνας από τα Ιεροσόλυμα τοιούτον θησαυρόν πολυτίμητον, ήτοι την Αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος, ίνα λάβητε ψυχικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Εις τους χρόνους του ευσεβεστάτου βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, όστις ήτο και εν τοις λόγοις και τοις έργοις επίσημος, στολίζων με την αγαθήν αυτού πολιτείαν την αλουργίδα και το διάδημα, ήσαν δύο πατρίκιοι στρατοπεδάρχαι αυτάδελφοι, Γάλβιος και Κάνδιδος καλούμενοι, οίτινες εις μεν την αξίαν του σώματος και ευγένειαν ήσαν ευγενείς, περιφανείς τε και αξιόλογοι, εις δε την ψυχήν, ήτις είναι το τιμιώτερον και πολυτιμότερον εν τω ανθρώπω, είχον μώμον και καταφρόνησιν ως κακόφρονες, επειδή ευρίσκοντο βεβυθισμένοι εις την αίρεσιν Αρείου του ματαιόφρονος, ως συγγενείς και απόγονοι του Αρδαβουρίου και Ασπάρεως, οι οποίοι ετυράννησαν εκείνον τον καιρόν τα βασίλεια και τους οποίους ως Αρειανούς ήλεγξεν η αλήθεια. Τον δε Γάλβιον και Κάνδιδον δεν αφήκεν η θεία χάρις να παραμένουν εις το σκότος της αιρέσεως ταύτης, αλλά τους εφώτισε (διότι είχον πολλάς καλωσύνας και αρετάς) και τους ωδήγησε προς την αλήθειαν. Όθεν και αυτοί δεν εφάνησαν προς τοιαύτην ευεργεσίαν αχάριστοι, αλλ’ εδείχθησαν μετ΄την επιστροφήν εν πολλοίς ζηλωταί της αμωμήτου πίστεως. Και όχι μόνον αυτοί ωμολόγουν την ορθοδοξίαν, αλλά και άλλους όσον ηδύναντο ενουθέτουν εις το αυτό, διδάσκοντες, ότι η Αγία Τριάς είναι ομοούσιος και συνάναρχος, και ότι η Παναγία Παρθένος εγέννησε κατά σάρκα τον Θεόν Λόγον, τω Πατρί και Θεώ ομοούσιον, και ούτω καθωδήγησαν και άλλους πολλούς εις την αλήθειαν. Διένεμον δε και ελεημοσύνας πολλάς καθ’ εκάστην εις πένητας, δια να εξαλείψουν την αμαρτίαν της προτέρας αιρέσεως. Η δε πνύμνητος Μήτηρ του Χριστού, βλέπουσα τας πολλάς αγαθοεργίας αυτών, ένευσεν εις την καρδίαν των, και τους παρεκίνησε να προσκυνήσουν τα Ιεροσόλυμα, δια να εύρουν την τιμίαν αυτής Εσθήτα και να την φέρουν εις την Βασιλεύουσαν Πόλιν, όπου υπήρχον και άλλα πολλά και αξιέραστα πράγματα. Έλαβον λοιπόν από τον βασιλέα Λέοντα και από την βασίλισσαν Βερίναν συγχώρησιν και συνοδείαν πολλήν, κατά την αξίαν των, και εκίνησαν εις την οδοιπορίαν προθύμως. Φθάσαντες εις τα μέρη της Παλαιστίνης, επέρασαν από την Γλιλαίαν, δια να ίδουν και την Ναζαρέτ και την Καπερναούμ. Αλλά τούτο ήτο οικονομία άνωθεν, δια να μείνουν εις τι χωρίον εκεί πλησίον, εις το οποίον ο θησαυρός εκρύπτετο. Λοιπόν, όταν ενύκτωσεν, έμειναν εις το μικρόν εκείνο χωρίον και διέμειναν εις τον οίκον μιας γυναικός, έως την επαύριον. Η τιμία εκείνη γερόντισσα, Άννα ονόματι, ήτο Εβραία το γένος, αλλά Χριστιανή εις την πίστιν, ευλαβής και ενάρετος, ως άλλη Άννα θυγάτηρ του Φανουήλ, προσδεχομένη την παράκλησιν του Ισραήλ και προσευχομένη νύκτα και ημέραν προς Κύριον, όχι εις το του Σολομώντος ιερόν, αλλ’ εις το ιερόν εργαστήριον της καρδίας αυτής. Καθώς λοιπόν ητοίμασαν οι υπηρέται οι άλλοι το δείπνον, είδον οι λαρχοντες οίκον τινά κεκλεισμένον, εις τον οποίον ήτο πολλή φωτοχυσία, και εκείτοντο εκεί άνδρες και γυναίκες ασθενείς. Ταύτα βλέπων ο Κάνδιδος από μίαν θυρίδα, ηννόησεν ότι ήτο άγιος τόπος, εις τον οποίον οι ασθενείς ιατρεύοντο, επειδή εξήρχετο από τον οίκον εκείνον και ευωδία θαυμάσιος. Καθήσαντες λοιπόν εις τον δείπνον προσεκάλεσαν και την γερόντισσαν, ίνα την περιποιηθούν καλώς, δια να τους ομολογήση μετά ταύτα πάσαν την αλήθειαν. Αυτή δε μετά βίας πολλής έστερξε να συνδειπνήση με τους άρχοντας, επειδή την παρεκάλεσαν και σχεδόν την εβίασαν δια να τους ομολογήση φιλαλήθως την υπόθεσιν. Αφ’ ου λοιπόν εδείπνησαν, την ηρώτησαν δια τον εσώτερον οίκον, παρακαλούντες να τους είπη την αλήθειαν. Αύτη δε απεκρίνατο λέγουσα· «Βλέπετε το πλήθος των ασθενών; Ο Θεός επρόσταξε και γίνονται εις τούτον τον οίκον μεγάλα θαυμάσια· δαίμονες από τους ανθρώπους διώκονται, τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πάσα άλλη ανίατος ασθένεια θεραπεύεται». Οι δε είπον αυτή· «και πόθεν έλαβεν εξ αρχής ούτος ο τόπος αυτό το χάρισμα; Παρακαλούμεν σε, σεβαστή γερόντισσα, να μας είπης δια την αγάπην του Θεού την αλήθειαν· ότι και ημείς, δια να δοξάσωμεν τα θεία Μυστήρια ήλθομεν από τόπον μακρινόν να προσκυνήσωμεν τα Ιεροσόλυμα». Η δε γυνή δεν ήθελε να φανερώση την υπόθεσιν, αλλά επροφασίζετο λέγουσα· «άλλο δεν ηξεύρω να σας είπω, ει μη μόνον, ότι ο τόπος είναι πεπληρωμένος της θείας χάριτος». Τότε οι άρχοντες εγνώρισαν από το σχήμα της αλλά και τους λόγους, ότι μέγα τι μυστήριον ενυπήρχε και το έκρυπτεν. Έχοντες όθεν πόθον να μάθωσι την αλήθειαν (επειδή η καρδία των ανεφλέγετο, ως του Λουκά και του Κλεώπα, εις τον ένθεον έρωτα), την επήραν οι δύο ιδιαιτέρως από τους άλλους ανθρώπους εις θέσιν απόμερον, και λέγουσι ταύτα προς αυτήν δακρύοντες· «Ορκίζομέν σε ω θεοφιλεστάτη γυνή κι πάντιμος, εις αυτήν την θείαν δύναμιν, ήτις εις τούτον τον οίκον ευρίσκεται, την οποίαν επιστεύθης ως ευλαβής και ενάρετος, να μας είπης όλην την αλήθειαν· και μη φοβηθής, διότι ουδεμίαν βλάβην ή ζημίαν θα υποστής εκ μέρους ημών· μάλιστα θα σε ανταμείψωμεν ως αρμόζει πλουσιοπάροχα». Τότε η γραία, εκ βάθους καρδίας στενάξασα, είπε ταύτα προς αυτούς δακρύουσα· «Από την ώραν όπου επιστεύθην τούτο το θείον Μυστήριον δεν το εφανέρωσα τινός ουδέποτε, καθώς και αι πρόγονοί μας δεν το ωμολόγησαν τινός ανδρός, κατά τον όρκον όπου αλληλοδιαδόχως ελάβομεν· αλλά επειδή βλέπω από τους λόγους και τας πράξεις σας, ότι είσθε άνθρωποι ευλαβείς και αιδέσιμοι, θέλω να σας είπω εξ αρχής την υπόθεσιν· αλλά σας ορκίζω και εγώ εις τον Θεόν, να μη ομολογήσετε το πράγμα εις άλλον τινά ενταύθα ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, αλλά φυλάξατε πιστώς κεκρυμμένον το μυστήριον. Γινώσκετε ότι εις τούτον τον ταπεινόν οικίσκον είναι πεφυλαγμένον ένα ιμάτιον της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας εις μικρόν κιβώτιον, του οποίου η Χάρις και θεία δύναμις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια». Έφριξαν οι Γάλβιος και Κάνδιδος ακούσαντες ταύτα, και από τον τρόμον και την έκστασιν τους περιέχυσε ψυχρότατος ιδρώς. Η δε γυνή πάλιν ήρχισε να διηγήται καταλεπτώς εξ αρχής την υπόθεσιν, ούτο λέγουσα· «Αύτη η θεία και Παναγία Παρθένος και Θεοτόκος, τον καιρόν της Αγίας αυτής Μεταστάσεως, είχε δύο γυναίκς παρθένους, αίτινες πολλάκις την υπηρέτησαν εις τας ανάγκας του σώματος με πολλήν ευλάβειαν και επιμέλειαν, εις τας οποίας εχάρισε δύο χιτώνας, τους οποίους εφόρει η Δέσποινα, να έχουν αντί αυτής χάριν ευλογίας εκείνα τα θεία ιμάτια. Μία λοιπόν από ταύτας τας δύο γυναίκας ήτο από το γένος μου, και εις τον θάνατόν της αφήκεν άλλης παρθένου συγγενούς αυτής αυτό το θείον ιμάτιον, κι αυτή άλλης κατά διαδοχήν, παραγγέλλουσα να μη το ομολογήσουν ανδρός τινος, αλλά να το φυλάττουν ακριβώς, με τιμήν μεγάλην, θεοπρεπέστατα· και ούτω κατήντησεν εις εμέ την ναξίαν την σήμερον, και τώρα δεν υπάρχει άλλη παρθένος να της αφήσω τον θησαυρόν αυτόν τον πολύτιμον». Τότε  οι δύο αδελφοί την επροσκύνησαν λέγοντες· «Δέσποινα και κυρία μας, ήξευρε, ότι καθώς ώρισες δεν ομολογούμεν άλλου τινός εδώ εις τα όριά σας αυτό το μυστήριον· μόνον αυτήν την χάριν ποίησον εις ημάς σε παρακαλούμεν· να κατακλιθώμεν εκεί μέσα εις το ιερόν οικητήριον, δια να προσευχηθώμεν με ησυχίαν και κατάνυξιν κατά την νύκτα». Η δε γυνή έστερξε και έστρωσαν εκεί την κλίνην οι δούλοι των, και έμειναν όλην την νύκτα οι άρχοντες, ουχί κοιμώμενοι, αλλά αγρυπνούντες μετά δακρύων και προσευχόμενοι, ευχαριστούσαν δε κατά χρέος την Αειπάρθενον Θεοτόκον, ότι τους ηξίωσε να προσκυνήσωσι τοιούτον Μυστήριον. Όταν δε είδον, ότι εκοιμώντο όλοι οι ασθενείς, επήραν όλα τα μέτρα του κιβωτίου εκείνου, ήτοι μάκρος, πλάτος και ύψος και ει τι άλλο ήτο αναγκαίον επιμελέστατα και ακριβώς περιεργαζόμενοι εσημείωσαν. Το πρωϊ ευχαριστούντες την γυναίκα την απεχαιρέτησαν λέγοντες, ότι είχον κατά νουν να επιστρέψωσι πάλιν απ’ εκεί, δια να λάβωσι χάριν και ευλογίαν από την Θεομήτορα, ίνα επιστρέψουν εις την χώραν των κατευόδιον. Αφ’ ου λοιπόν επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ευρήκαν ξυλουργόν και ξύλον παλαιόν, το οποίον ωμοίαζε με το ξύλον του κιβωτίου, και τον παρεκάλεσαν να το κάμη κρυφίως κατά τα μέτρα, όπου του έδωσαν. Έγινε δε τούτο απολύτως όμοιον ως το πρωτότυπον, και λαβόντες αυτό επέστρεψαν εις το χωρίον χαρούμενοι, με δώρα προς την γυναίκα πολύτιμα, εξόχως δε θυμιάματα και αρώματα ευωδέστατα, δια την θείαν ιερουργίαν αρμόδια. Τούτους υπεδέχθη η γραία χαίρουσα, και εδείπνησαν από κοινού πάλιν και συνηυφράνθησαν. Έπειτα τους έβαλε να κοιμηθούν εις το ιερόν οικητήριον, χωρίς να έχη υποψίαν τινά ποσώς προς αυτούς. Ούτοι  δε έχοντες, ως επόθουν, ευκαιρίαν, έκλαιον όλην την νύκτα σχεδόν ευχόμενοι και βρέχοντες την γην με τα δάκρυά των, έκειντο δε πρηνείς εις την γην και εδέοντο της Παναγίας Θεοτόκου, ταύτα λέγοντες ταπεινώς και ησύχως· «Ηξεύρομεν, ω θειοτάτη και υπερένδοξε Δέσποινα, ότι επειδή ετόλμησεν ο Ζαν εκείνος να εγγίση της Κιβωτού, εστερήθη της παρούσης ζωής με εξαφνικόν και ελεεινόν θάνατον· πως λοιπόν να τολμήσωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, να λάβωμεν εις τας μεμολυσμένας χείρας ημών την άχραντον και αγίαν Εσθήτα σου, χωρίς να μας δώσης συγχώρησιν; Πλην επειδή πιστεύομεν βέβαια, ότι είναι ορισμός σου και θέλημα, να έλθη και ούτος ο πολύτιμος θησαυρός εις την τιμώσαν σε Πόλιν, την σην επώνυμον, εις ασφάλειαν και περιποίησιν των πιστών βασιλέων και πάντων των ορθοδόξων δούλων σου, και σωτηρίαν διαιωνίζουσαν, δια τούτο τολμώμεν να εγγίσωμεν οι ανάξιοι εις το άγιον τούτο Κιβώτιον, και η χάρις σου να μας συγχωρήση την τόλμην μας». Αυτά και άλλα όμοια ολονυκτίς λέγοντες, και το έδαφος όλον της γης με δάκρυα βρέχοντες, επληρώθησαν εξαίφνης θάρσους συγκερασμένου με ευλάβειαν· όθεν τρέμοντες άμα και χαίροντες, επλησίασαν με δάκρυα, και λαμβάνοντες εκείνο το ιερόν κιβώτιον, όταν όλοι οι ασθενείς εκοιμώντο, αφήκαν εκεί το άλλο, όπερ κατεσκεύασαν όμοιον, το οποίον εσκέπασαν με χρυσούν δέρμα ωραίον, το οποίον είχον φέρει μεθ’ εαυτών. Η δε γυνή νομίζουσα ότι δια ευλάβειαν το έκαμαν, δεν υπωπτεύθη τίποτε. Και με τον τρόπον τούτον ηδυνηθησαν να τελέσουν το έργον, χωρίς να εννοήση την κλοπήν η απονήρευτος γερόντησσα. Πλην ήτο και Θεού θέλημα να έλθη ο πολυτίμητος αυτός θησαυρός εις την βασιλεύουσαν. Το πρωϊ  λοιπόν, αποχαιρετήσαντες την γυναίκα, εκίνησαν εις οδοιπορίαν προς το Βυζάντιον, οδεύοντες με χαράν ανεκλάλητον. Και όταν έφθασαν εις την Πόλιν, συναπεφάσισαν αυτοί οι δύο αυτάδελφοι να μη ομολογήσουν τον άσυλον αυτόν θησαυρόν, έως ότου γίνη άλλος βασιλεύς και Αρχιεπίσκοπος, δια ν μη τον πάρουν αυτοί εις τα βασίλεια, και τους στερήσουν από τοιούτον πλούτον πολύτιμον. Έχοντες λοιπόν τόπον ίδιον επιτήδειον, πλησίον του θαλασσίου κόλπου του Κέρατος, ο οποίος τόπος Βλαχέρναι επωνομάζετο, έκτισαν εκεί Εκκλησίαν, την οποίαν επωνόμασαν των Αγίων Πέτρου και Μάρκου των Αποστόλων, και όχι της Θεοτόκου, ως έπρεπε, δια να μη καταλάβουν οι άνθρωποι την υπόθεσιν. Εκεί δε εις τον ναόν αυτόν έκρυψαν αυτό το θείον μυστήριον, φροντίζοντες με πολλήν επιμέλειαν να μη λείψη από την Εκκλησίαν εκείνην η ιερά υμνωδία και φωτοχυσία ουδέποτε. Ούτω λοιπόν τελέσαντες, έκρυψαν ολίγον καιρόν το θείον τούτο μυστήριον. Αλλ’ ο κρατήρ της χάριτος υπερεξεχείλισε και εξεχύνετο, και δεν άφησεν η πληθύς των θαυμάτων, τα οποία καθ’ εκάστην εγίνοντο, να κρύπτεται πλέον τοιούτος θησαυρός πολυτίμητος. Όθεν οι δύο αδελφοί εξ ανάγκης ανήγγειλαν προς τον βασιλέα καταλεπτώς την υπόθεσιν άπασαν, όστις ακούσας τοιούτον χαρμόσυνον και πανευφρόσυνον μήνυμα εχάρη υπερβαλλόντως, και με πολλάς τιμάς ετίμησε τον Γάλβιον και Κάνδιδον, μακαρίζων αυτούς, διότι τους ηξίωσεν ο Θεός να υπηρετήσουν τοιούτο μυστήριον. Πορευθείς όθεν ευθύς επροσκύνησαν μαζί με την βασίλισσαν Βερίναν την Αγίαν Εσθήτα με θερμότατα δάκρυα, και έκτισαν εις εκείνον τον τόπον Ναόν ωραίον στολίσαντες αυτόν πλουσιοπαρόχως, εις το όνομα και προς δόξαν της Θεομήτορος, και κατασκευάσαντες κουβούκλιον με χρυσίον άδολον, εφύλαξαν εις αυτό την θείαν εκείνην Εσθήτα με φόβον πολύν και δάκρυα, τον οποίον Ναόν ετίμησαν με πλούσια δώρα και βασιλικά εισοδήματα. Εις αυτόν τον Ναόν ευρίσκετο η αγία σορός, ήτοι το κιβώτιον εντός του οποίου ήτο αποτεθησαυρισμένη η τιμία Εσθής και  το άγιον Παλλίον, ήτοι το επανωφόριον της Θεομήτορος. Περιτυλίξας δε την Εσθήτα ο βασιλεύς με πορφυρίδα βασιλικήν, έβαλεν αυτήν εντός άλλου μικρού κιβωτίου εξ ηλέκτρου (κεχριμπαρίου), και εσφράγισεν αυτό με βασιλικάς σφραγίδας. Το μικρόν δε αυτό κιβώτιον είναι μέχρι της σήμερον φυλακτήριον της βασιλίδος των πόλεων, και διωκτήριον πάσης ασθενείας και πολεμίων εχθρών. Όσους δε χρόνους έζησαν οι ευσεβείς εκείνοι βασιλείς, ο Λέων και η Βερίνα οι αξιοϋμνητοι, έτι δε και οι δύο αυτοί αδελφοί, οι τοσαύτης κοινής μακαριότητος πρόξενοι, δεν έλειψαν από τον θαυμάσιον εκείνον Ναόν δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Κύριον και την Δέσποιναν, ήτις τους ηξίωσε και απήλαυσαν τοιούτον πλούτον πολύτιμον. Ωσαύτως και οι μεταγενέστεροι βασιλείς τε και άρχοντες, και ο κοινός λαός διαπαντός άπαντες συνέτρεχον εις τον Ναόν αυτόν με πολλήν ευλάβειαν προσευχόμενοι δια τας θαυματουργίας, τας οποίας πολλάκις ετέλεσε και τελεί καθ’ εκάστην η παντοδύναμος Δέσποινα, περισκέπουσα και διαφυλάττουσα την Πόλιν ταύτην από διαφόρους κινδύνους και πολέμους, λιμούς και λοιμούς, και από άλλα πολλά εναντία και λυπηρά συναντήματα. Αλλά αφήνοντες τα παλαιά και πρότερα θαυμασιουργήματα, όσα έκαμεν η Παντάνασσα, καθώς εις διαφόρους βίβλους αναγινώσκονται, ας γράψωμεν μόνον τούτο το ύστερον, το οποίον με τους οφθαλμούς μας είδομεν, και ούτω να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Όταν επολιόρκησαν κατά την τελευταίαν φοράν την Κωνσταντινούπολιν οι πολέμιοι και περιεκύκλωσαν τα τείχη, αφού συνεσκέφθησαν, απεφάσισαν τινές Χριστιανοί να αφαιρέσουν από τον Ναόν αυτόν των Βλαχερνών το χρυσίον και το αργύριον, με τα οποία ήτο ο Ναός εστολισμένος, δια να μη το αρπάσουν οι φιλοχρήματοι βάρβαροι. Αφ’ ου λοιπόν αφήρεσαν όλον τον στολισμόν της Εκκλησίας, ετόλμησαν δια την ανάγκην να εγγίσουν και εις την Αγίαν Σορόν. Την οποίαν ανοίξαντες, ήτοι την χρυσήν, εύρον μέσα εις αυτήν και την μικράν σορόν, ήτοι το εξ ηλέκτρου κιβώτιον, όπερ ήτο εις την χάριν και ωραιότητα θαυμάσιον και λαμπρότατον. Και ανοίξαντες αυτό ανεδόθη τόση ευωδία μύρων, ώστε εγέμισεν όλη η Εκκλησία. Εύρον δε εντός αυτού και το τεμάχιον εκ της βασιλικής αλουργίδος με το οποίον είχον περιτυλίξει την αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος. Με το σημείον αυτό εφάνη, ω του θαύματος! το αψευδές του μυστηρίου και της Θεοτόκου η δύναμις. Ότι η μεν βασιλική αλουργίς, ήτις ήτο και μεταξωτή, ευρέθη από την πολυκαιρίαν εφθαρμένη και άχρηστος· η δε θεία Εσθής, ήτοι της Θεοτόκου το ένδυμα, όπερ ήτο μάλλινον (το δε έριον γίνεται από την βρώσιν εις εξ μήνας σητόβρωτον), ήτο όλον και το στημόνιον και το υφ΄διον άφθαρτον και ομόχροον, μαρτυρούν το απαθές της Θεοτόκου και αδιάφθορον. Ούτω κατά αλήθειαν έπρεπε να διαφυλαχθή το ιμάτιον της Παναγίας αδιάφθορον, καθώς Αυτή έχει την ψυχήν και το σώμα, και τον λογισμόν, και το ήθος, και τον λόγον και τον τρόπον, και τα λοιπά κθαρά τε και αδιάφθορα. Ότι εάν η σκιά του Απ. Πέτρου και του Παύλου, το αίμα και τα σουδάρια έλαβον τόσον αγιασμόν, και ιάτρευον τους αρρώστους, πόσην χάριν έπρεπε να έχη της Θεοτόκου το πανάγιον φόρεμα, με το οποίον όχι μόνον αυτή η Δέσποινα εσκεπάσθη, αλλά και τον Δεσπότην ενίοτε ή και πολλάκις, όταν ήτο νήπιον, ετύλιξε μητροπρεπώς και τον εγαλούχησε. Πρεπόντως λοιπόν έμεινεν αυτό το θείον ιμάτιον απαθές τε και αδιάφθορον, δια να κηρύττεται με την θαυματουργίαν ταύτην της αφθορίας και με τα άλλα τερατουργήματα, όσα τελεί καθ’ εκάστην, ιατρεύον πάσαν ασθένειαν, και να φαίνεται με τα σημεία ταύτα η αφθαρσία της Θεοτόκου και η απάθεια σαφέστατα. Ταύτα βλέπων ο Πατριάρχης, από την χαράν του ένθους γενόμενος, δεν έκρυψε το μυστήριον, δεν αφήκεν αμάρτυρον τον πλούτον της χάριτος, αλλά εμήνυσεν εις τον βασιλέα και ήλθεν εκεί με όλην την Σύγκλητον και τότε τρέμοντες όλοι και κλαίοντες, οι τε Αρχιερείς, ο αυτοκράτωρ και οι επίλοιποι, επροσκύνησαν ως έπρεπε με πολλήν ευλάβειαν το ιερόν Κιβώτιον. Επειδή δε δια τον φόβον των πολεμίων δεν είχον τότε την δυνατότητα να προσκυνήση και ο κοινός λαός, καθώς εδέοντο προς τον βασιλέα με δάκρυα, τους υπεσχέθη εις ολίγας ημέρας, όταν λυτρωθώσιν από τον κίνδυνον, ν την εξαγάγη ο Πατριάρχης από το κιβώτιον και να την ασπασθούν όλοι εις αγιασμόν της ψυχής και ίασιν· ούτω δε ησύχασαν. Κλείσαντες όθεν πάλιν το κιβώτιον το απέθεσαν εις το Άγιον Βήμα της Μεγάλης Εκκλησίας. Μετ’ ολίγον καιρόν, όταν έκαμε μεγάλην θαυματουργίαν η παντοδύναμος Δέσποινα και εσκόρπισαν οι βάρβαροι, επρόσταξεν ο βασιλεύς κήρυκα και έδωκεν εντολήν να συναχθή ο λαός την ορισθείσαν ημέραν, ίνα ασπασθούν την αγίαν Εσθήτα της Θεοτόκου, καθώς τους υπεσχέθη· τόσος δε λαός συνήχθη την ορισθείσαν ημέραν, άνδρες τε και γυναίκες, ώστε δεν έμεινε καν μία αρχόντισσα εις τον οίκον της, δια την αγάπην και τον πόθον, τον οποίον είχεν όλη η Πόλις προς την Παρθένον και Θεομήτορα, ήτις εβοήθησε και ουδείς άνθρωπος εφονεύθη. Διότι εις άλλας περιπτώσεις, όταν συνήγοντο οι άνθρωποι δια τινα υπόθεσιν, εφονεύοντο τινές από τον συνωστισμόν, ενώ τότε δεν απέθανε καν ένα παιδίον με την θείαν βοήθειαν. Όταν λοιπόν συνήχθησαν άπαντες Αρχιερείς, Ιερείς και Μονάζοντες και οι λαϊκοί μικροί και μεγάλοι, άνδρες τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, εποίησαν πρότερον αγρυπνίαν εις τον Ναόν του Αγίου Λαυρεντίου όλην την νύκτα ψάλλοντες, εκεί δε είχον την αγίαν εκείνην σορόν, εντός της οποίας ήτο η Εσθής της Παναγίας, και την ησπάζοντο ο λαός όλος, καταφιλούντες το κιβώτιον έξωθεν. Κατά δε την πρωϊαν την εσήκωσεν ο Πατριάρχης ασκεπής, και ο πιστότατος βασιλεύς εκράτει την ουρανίαν (Ombrella) ασκεπής και αυτός, περιπατών χωρίς στέμμα με πολλήν ταπείνωσιν, με κόπον των πολύν και ιδρώτα από το πλήθος του λαού, όστις ηκολούθει, και κράζοντες όλοι το «Κύριε, ελέησον», έφθασαν εις τον Ναόν των Βλαχερνών. Τότε αποθέσας ο Πατριάρχης τον θησαυρόν όπου εσήκωνεν, έπεσεν εις την γην πρηνής και έκειτο ώραν πολλήν με δάκρυα θερμά προσευχόμενος. Έπειτα εσηκώθη, και ανοίξας την αγίαν θήκην, τρέμων από τον φόβον του, εξήγαγε το άγιον εκείνο φόρεμα, και το εσήκωσεν εις τόπον υψηλόν ιστάμενος, δια να τον ίδουν άπαντες, οίτινες έκραζον όλοι το «Κύριε, ελέησον». Τόσα δε δάκρυα έχυσαν, ώστε υγράνθη όλον το έδαφος· είτα πάλιν εφύλαξεν αυτό εις την θήκην· και λειτουργήσας ο Πατριάρχης, εκοινώνησεν ο βασιλεύς, και όσοι άλλοι ήσαν άξιοι· ούτω δε απήλθον εις τας οικίας αυτών, ευχαριστούντες τον Κύριον. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις αιώνα τον ατελεύτητον. Αμήν. 

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού και των συν αυτώ.                                                                                                                     

Κωνσταντίνος ο Μάρτυς και οι συν αυτώ αθλήσαντες Μάρτυρες κατήγοντο από διάφορα μέρη, εις δε τον αριθμόν ήσαν τριακόσιοι. Απήλθον δε εις την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ δια να προσκυνήσουν, και αφ’ ου επροσκύνησαν όλα τα αγιάσματα εξήλθον από την Ιερουσαλήμ, και ανεχώρησαν εις την έρημον του Ιορδάνου, και εκεί διέτριβον. Ελθόντες δε μια των ημερών όλοι εις το επίνειον Ιόππην, εύρον πλοίον, εις το οποίον επεβιβάσθησαν και πλέοντες έφθασαν εις την περίφημον νήσον Κύπρον, εις τον λιμένα της Πάφου. Όμως το πλοίον, κλυδωνιζόμενον από δυνατόν και μεγάλον άνεμον, συνετρίβη, οι δε Άγιοι θεί χάριτι διεσώθησαν όλοι αβλαβείς, και διεμοιράσθησαν εις όλην την νήσον της Κύπρου. Ο δε Άγιος Κωνσταντίνος, μετ’ άλλων τριών, ήλθον εις μέρος τι, λεγόμενον της Τραχειάδος, και περιήρχοντο αποστολικώς την χώραν, κηρύσσοντες τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ακούσας τούτο ο ηγεμών της Κύπρου, Σαβίνος ονόματι, διέταξε να προσαχθώσιν ενώπιόν του, οι δε Άγιοι εξετασθέντες ωμολόγησαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Επειδή δε ηρνήθησαν να υποταχθώσιν εις τα κελεύσματα του ηγεμόνος και να αρνηθώσι τον Χριστόν, δέρονται με ωμά βούνευρα, έπειτα εγκλείονται εις φυλακήν. Την άλλην ημέραν ο ηγεμών διέταξε να τους παρουσιάσουν και πάλιν προ αυτού. Επειδή δε και πάλιν δεν επείθοντο να θυσιάσουν εις θεόν αλλότριον, προστάσσει να τους κρεμάσουν κατακέφαλα, και να καταξέουν τας σάρκας αυτών μέχρις ότου εκοκκίνισεν όλη η γη από το χυθέν αίμα των. Έπειτα πάλιν απλώνονται εις πυρακτωμένας σιδηράς πλάκας, και τούτου γενομένου έμεινν με την χάριν του ζωοδότου Χριστού αβλαβείς. Μετά δε ταύτα ενεκλείσθησαν και πάλιν εν φυλακή και μετά παρέλευσιν ημερών τινων, προστάξει του ηγεμόνος, ήγαγον αυτούς επί του βήματος· ακριβώς δε εξετάσας ο ηγεμών και ευρών αυτούς αμετασαλεύτους, μάλλον δε σταθερωτέρους εις την του Χριστού πίστιν, έδωκε την απόφασιν, και απέκοψαν τας τιμίας κεφαλάς αυτών. Τινές δε ευλαβείς Χριστιανοί δια νυκτός παρέλαβον τα σώματα των Αγίων και τα ενεταφίασαν εντίμως εις εν χωρίον λεγόμενον Ορμήδιαν. Μετά χρόνους ικανούς εφανερώθησαν τα άγια αυτών λείψανα ως πηγή βρύουσα άφθονα ιάματα, ώστε καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα ετέλουν και διαφόρους νόσους και πάθη εθεράπευον, και κωφοί παραυτίκα την ιατρείαν ελάμβανον δι’ ενεργείας των αγίων λειψάνων· προς τούτοις ο ηγεμών της Κύπρου του τότε καιρού, πάσχων εκ δυσεντερίας και κωφότητος, προήλθε με πόθον εις τα των γίων λείψανα, και ω του θαύματος! εν τω άμα έλαβε την υγείαν του και εδόξαζε τον Θεόν, τον δοξάζοντα τους αυτόν αντιδοξάζοντας, και εκχέοντας το αίμα αυτών δι’ αυτόν, ο οποίος άρχων, επειδή ιατρεύθη και από τας δύο νόσους, εξ ων έπασχεν, την δυσεντερίν, λέγω, και την κωφότητα, έκτισεν Εκκλησίαν μεγάλην εκ θεμελίων εις το όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου του θαυματουργού, καθώς το μαρτυρεί και ο τάφος του, όστις ευρίσκεται εις το δεξιόν μέρος του αγίου Βήματος της Εκκλησίας, εις δόξαν και ύμνον του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· γινώσκετε προσέτι, φιλευσεβείς Χριστιανοί, ότι όσοι ασθενείς προσέρχονται με πολλήν και μεγάλην ευλάβειαν ιατρεύονται από κάθε είδους ασθένειαν, δια πρεσβειών και ικεσιών του Αγίου ενδόξου και μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου. 

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Του Οσίου ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου, του γενομένου εν τοις Ευάνδρου.                                                                                             

Πέτρος ο Όσιος πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου και Ειρήνης της ευσεβεστάτης Αυγούστης εν έτει ψπ΄ (780), υιός γονέων μεγαλοπρεπών και ενδόξων. Επειδή ο πατήρ του ήτο Πατρίκιος του Βασιλέως και στρατηγός, Κωνσταντίνος ονομαζόμενος. Εκ νεαράς ηλικίας φοιτών ο Άγιος εις τα σχολεία, εσύναξεν εις την ψυχήν του ως μέλισσα όλα τα κάλλιστα μαθήματα της Γραμματικής και Φιλοσοφίας. Έπειτα συζευχθείς γυναίκα νόμιμον, ετιμήθη και έγινε Δομέστικος των σχολών και Πατρίκιος, αφού ο πατήρ του απέθανεν. Όταν δε ο Νικηφόρος Πατρίκιος έγινε Βασιλεύς εν έτει ωβ΄ (802), κατέστησε τον Όσιον τούτον Δομέστικον των Κανάτων, και παρέλαβεν αυτόν μεθ’ εαυτού εις Βουλγαρίαν, όπου επολέμει κατά των Βουλγάρων. Συγκροτηθέντος λοιπόν του πολέμου, ενίκησαν μεν οι Ρωμαίοι, συνελήφθη όμως ούτος ο Όσιος υπό των Βουλγάρων μετά πεντήκοντα αρχόντων και ερρίφθη εν τη φυλακή, ίνα τιμωρηθή· εφάνη όμως ο Άγιος Ιωάννης, ο επιστήθιος και Ευαγγελιστής, και ηλευθέρωσε αυτόν από τα δεσμά και τον συνώδευσε μέχρι της γης των Ρωμαίων. Έκτοτε λοιπόν, καταφρονήσας ο μακάριος ως σκύβαλα όλα τα του κόσμου, ανέβη εις το όρος του Ολύμπου, και ενδυθείς το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών μετά του Οσίου και μεγάλου Ιωαννικίου, εγυμνάσθη εις πάσαν αρετήν. Αφού δε εκεί διήλθε τριάκοντα τέσσαρα έτη, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν και έπειτα απήλθεν εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα Ναόν τον καλούμενον του Ευάνδρου· επειδή δε η γυνή του και ο υιός του είχον αποθάνει, αυτός έκτισε μικράν καλύβην και διήλθεν εν αυτή οκτώ έτη. Ούτος ο Όσιος εφόρει τρίχινα φορέματα εις σκέπην του σώματος, υποδήματα δε εις τους πόδας δεν εφόρεσεν ο αοίδιμος καθ’ όλον τον χρόνον της ασκήσεώς του και εξήρανε το σώμα του με νηστείας και αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας. Καλώς λοιπόν και θεαρέστως πολιτευσάμενος ανεπαύθη εν Κυρίω· λέγουσι δε, ότι ο Όσιος ούτος, υπό το τρίχινον φόρεμα, ήτο ενδυμένος άλλο πεπλεγμένον εκ ψάθης, μετά του οποίου και ενεταφιάσθη. 

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Των Αγίων Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ των Ρωμαίων

Τη Α΄ (1η) του μηνός Ιουλίου μνήμη των Αγίων και θαυματουργών Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ των Ρωμαίων.                                                                                   

Κοσμάς και Δαμιανός οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους Καρίνου και Νουμεριανού των αυταδέλφων Βασιλέων εν έτει σπδ΄ (284), κατήγοντο δε εκ της μεγαλουπόλεως Ρώμης. Αυτάδελφοι όντες μετήρχοντο και οι δύο την ιατρική και εθεράπευον όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και τα κτήνη και άλογα ζώα· δι’ αντιμισθίαν δε της ιατρείας εζήτουν το να πιστεύωσιν εις τον Χριστόν οι ιατρευόμενοι, χωρίς να λαμβάνωσι παρ’ αυτών ουδεμίαν υλικήν αμοιβήν. Διαβληθέντες δε εις τον βασιλέα Καρίνον, ότι ενεργούσι τας ιατρείας και τα θαύματα με μαγικήν τέχνην, και μη θέλοντες να παραδοθώσιν άλλοι αντί αυτών, προσήλθον αυτόκλητοι και παρεδόθησαν εις χείρας του βασιλέως. Όχι δε μόνον αυτοί δεν επείσθησαν να αρνηθώσι τον Χριστόν, αλλά και τον βασιλέα Καρίνον κατέπεισαν να αρνηθή την ασέβειαν, διότι έτυχε και αυτός της παρά των Αγίων ιατρείας. Όταν δηλαδή ήρχισεν ο βασιλεύς να ερωτά τους Αγίους και να απειλή αυτούς, ότι θα τους θανατώση, εάν δεν αρνηθώσι τον Χριστόν, τότε, ω της θείας δίκης! Μετετοπίσθη η θέσις του προσώπου του, και εστράφη οπίσω προς την ράχιν του· ιατρεύθη δε υπό των Αγίων εκ της ασθενείας ταύτης. Όθεν δια το θαύμα τούτο επίστευσαν εις τον Χριστόν και οι εκεί παρεστώτες και ο ιατρευθείς βασιλεύς με τους οικείους του, και μετά τιμών απέστειλε τους Αγίους εις τους συγγενείς και οικείους των. Ύστερον δε ο της ιατρικής τέχνης των Αγίων διδάσκαλος, φθονήσας αυτούς δια την δόξαν και προκοπήν των, τους ανεβίβασεν εις εν όρος, ίνα συλλέξωσι δήθεν ιατρικά βότανα, εκεί δε εξαναστάς ο δόλιος κατά των Αγίων εθανάτωσεν αυτούς με πέτρας ως ο Κάϊν τον Άβελ. Τελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτών Ναόν τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον του Παυλίνου. 

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Των Αγίων Μαρτύρων ΡΙΨΙΜΙΑΣ, ΓΑΪΑΝΗΣ και των συν αυταίς ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΡΙΨΙΜΙΑΣ, ΓΑΪΑΝΗΣ και των συν αυταίς ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ, τον αριθμόν τριάκοντα δύο.  

                                                    
Ριψιμία, Γαϊανή και αι συν αυταίς αθλήσασαι Άγιαι Παρθένοι και μονάζουσαι Γυναίκες ήσαν κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, εν έτει 292. Προεστώσα δε τούτων και Καθηγουμένη ήτο η Γαϊανή. Όταν δε έμελλεν ο Διοκλητιανός να συζευχθή, μαθών ότι η Ριψιμία ήτο ωραιοτάτη και περικαλλεστάτη, πέμψας ανθρώπους έκαμεν εις αυτήν λόγους περί γάμων. Η δε Αγία, αγαπώσα θερμώς την παρθενίαν, φεύγει κρυφίως μαζί με την Καθηγουμένην Γαϊανήν και με άλλας παρθένους, τον αριθμόν εβδομήκοντα, αίτινες φθάσασαι εις την πόλιν της Αρμενίας Αραράτ, εκεί εκρύπτοντο μέσα εις τινας ληνούς. Ο Διοκλητιανός λοιπόν, μη δυνάμενος να ησυχάση από τον έρωτα της Ριψιμίας, και μαθών περί αυτής ότι έφυγε, γράφει εις τον βασιλέα της Αρμενίας Τιριδάτην, ζητών από αυτόν να στείλη την Ριψιδίαν ή, αν θέλη, να την λάβη αυτός εις γυναίκα του. Ο δε Τιριδάτης ερευνήσας και μαθών από εκείνους, οι οποίοι είδον αυτήν, πόσον ήτο ωραία και εύμορφος, παρευθύς και αυτός ηχμαλωτίσθη από τον προς αυτήν έρωτα. Όθεν έστειλεν εις αυτήν φορέματα βασιλικά, ίνα φορέσασα ταύτα έλθη προς αυτόν. Η δε Αγία ουδέ να ακούση ήθελε το τοιούτον, αλλά μόνον κατεγίνετο εις την προς τον Θεόν προσευχήν. Όθεν εις τον τόπον εις τον οποίον ευρίσκοντο αι παρθένοι αιφνιδίως έγινε μία φοβερά βροντή. Και μετά της βροντής ηκούσθη και μία θεϊκή φωνή, η οποία ενεδυνάμωσε τας παρθένους τόσον, ώστε αυταί μεν έλαβον εκ ταύτης μεγάλον θάρρος, πολλοί δε από τους απίστους, τους απεσταλμένους δηλαδή υπό του Τριδάτου, έμειναν άφωνοι, εκπλαγέντες δια το αιφνίδιον της βροντής· άλλοι δε πεσόντες από τους ίππους, και υπ’ αυτών καταπατηθέντες, εθανατώθησαν. Ο δε Τιριδάτης, ταύτα μαθών, δεν ήλθεν εις συναίσθησιν, μεθύων από τον έρωτα. Δια τούτο και βιαστικώς έφερεν εις τα βασίλεια την παρθένον, εμβάς δε εις τον κοιτώνα, με παντοίους τρόπους εκολάκευε και παρεκίνει την Οσίαν να κλίνη εις τον σκοπόν του· η δε γία κατήσχυνεν αυτόν και άφθορος έμεινε με την του Χριστού δύναμιν. Αλλ’ ο Τιριδάτης, μη υποφέρων τον σατανικόν έρωτα, επρόσταξε να έλθη η Καθηγουμένη Γαϊανή και να συμβουλεύση την Ριψιμίαν, ίνα πεισθή εις την κακήν γνώμην του. Παρασταθείσα δε έμπροσθέν του η Γαϊανή, έκαμεν όλως το εναντίον, παρακινούσα την Ριψιμίαν και ενισχύουσα αυτήν εις το να αντισταθή ανδρείως, και να μη κλίνη εις την βίαν του βασιλέως. Τούτου ένεκα προστάττει ο βασιλεύς να κτυπήσωσι με πέτρας τους οδόντας της Γαϊανής και να τους θραύσωσιν, ούτω δε να στείλωσιν αυτήν εξόριστον εις μακρινόν τόπον. Ο βασιλεύς λοιπόν, επειδή απέτυχε του ποθουμένου, εκυλίετο κατά γης από τον ακράτητον έρωτα. Η δε αοίδιμος Ριψιμία, εξελθούσα νικήτρια από το παλάτιον, όταν εγένετο νυξ, επήγεν εις τας άλλας συμπαρθένους. Και παραλαβούσα αυτάς, μεταβαίνει εις άλλον τόπον, εκεί πλησίον ευρισκόμενον, ένθα ισταμένη προσηύχετο. Αφού δε παρήλθεν ολίγη ώρα της νυκτός, ιδού και έρχεται εις τας παρθένους ο του βασιλέως αρχιμάγειρος, ομού με πολλούς δορυφόρους, κρατούντες λαμπάδας πολλάς. Και ευθύς αρπάζουσι την Ριψιμίαν, και δέσαντες οπίσω τας χείρας της κόπτουσι την γλώσσαν της. Έπειτα απλώνουσιν αυτήν επάνω εις ξύλα όρθια και την κατακαίουσι με λαμπάδας. Είτα σχίζουσι την κοιλίαν της με ξύλον οξύτατον, και εκχύνουσι κατά γης τα σπλάγχνα της. Επειδή δε ακόμη ολίγον εσπάραττεν η Αγία, εξορύττουσι και τους οφθαλμούς της. Τέλος όλον το σώμα της κατακόπτουσιν εις λεπτά τεμάχια και ούτως η σωφρονεστάτη Ριψιμία μεταβαίνει παρθένος και άφθορος προς ον επόθησε Νυμφίον Χριστόν. Μετ’ αυτής εφονεύθησαν και άνδρες Χριστιανοί εβδομήκοντα. Επειδή δε τριακονταδύο συμπαρθένοι Μοναχαί επήγαν να συνάξωσι τα λείψανα της Αγίας, δια τούτο γνωρισθείσαι από τους ασεβείς ξίφει τας κεφαλάς απετμήθησαν. Την δε μακαρίαν Γαϊανήν, ομού και άλλας δύο παρθένους, ρίψαντες κατά γης, ετέντωσαν τας χείρας και τους πόδας των και ετρύπησαν τους αστραγάλους των. Έπειτα φουσκώσαντες αυτάς ως ασκούς δια μέσου τινών συρίγγων, εξέδαραν όλον το δέρμα του σώματός των και έκοψαν τας γλώσσας των. Μετά ταύτα έσχισαν τας κοιλίας των με πέτρας και με σιδηρά όργανα, και έδειξαν έμπροσθέν των κεχυμένα όλα των τα εντόσθια. Τελευταίον δε ξίφει τας κεφαλάς των απέκοψαν, και ούτως έλαβον αι μακάριαι της αθλήσεως τους στεφάνους. Εις τιμήν δε των πρθένων τούτων τρεις Ναούς έκτισεν ύστερον ο της μεγάλης Αρμενίας Γρηγόριος και άλλοι δε Ναοί τούτων εκτίσθησαν εφεξής εις διάφορα μέρη της Αρμενίας.   

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας.                                                                                            

Γρηγόριος ο της Μεγάλης Αρμενίας λαμπρότατος φωστήρ ήτο από γένος βασιλικόν υιός ων Ανάκ, Πάρθου το γένος, γεννηθείς περί το έτος σμ΄ (240). Ούτος ήτο συγγενής του βασιλέως της Αρμενίας Κουσαρώ, τον οποίον εθανάτωσε δια δόλου ο ίδιος ο Ανάκ, αποσταλείς και παρακινηθείς εις τούτο από τον Αρτασύραν βασιλέα των Περσών. Όθεν δια τον βασιλικόν τούτον φόνον εθανατώθη όλη η γενεά του Ανάκ, μόνος δε ο θείος Γρηγόριος ούτος και εις έτερος αδελφός του ελυτρώθη από του θανάτου, πεμφθείς παις μικρός εις την επικράτειαν των Ρωμαίων, δια μέσου συγγενούς των τινός. Ευρισκόμενος λοιπόν ο θείος ούτος πατήρ εν Καισαρεία της Καππαδοκίας, εμάνθανε και την άλλην παιδείαν των γραμμάτων και τα των Χριστιανών δόγματα και διδάγματα, και βαπτισθείς έγινε Χριστιανός. Επειδή δε εις των υιών τού φονευθέντος Κουσαρώ, Τιριδάτης ονομαζόμενος, διωχθείς εκ της Αρμενίας υπό του βασιλέως των Περσών, διέτριβεν εκεί συναριθμούμενος εις τους πρώτους άρχοντας των Ρωμαίων, δια τούτο ο θείος Γρηγόριος επήγε μετ’ αυτού προκρίνων θεληματικώς να τον υπηρετή. Όθεν κατά μεν τα άλλα πάντα εθεράπευε τον Τιριδάτην και τον ανέπαυεν, επειδή δε ήτο Χριστιανός, κατά τούτο μόνον πολλά τον ελύπει και τον παρώξυνεν. Επειδή δε ο Τιριδάτης έκαμε μίαν μεγάλην ανδραγαθίαν εις βοήθειαν των Ρωμαίων, δια τούτο εις ανταπόδοσιν της χάριτος εκείνης αποκατεστάθη υπ’ αυτών εις την αρχήν και εξουσίαν του πατρός του βασιλέως της Αρμενίας. Ανελθών ο Τιριδάτης εις τον θρόνον της Μεγάλης Αρμενίας, επέδειξε μεγάλον ζήλον προς τα είδωλα και επεθύμει να εύρη τρόπον, ώστε να πιστεύσωσιν εις αυτά όλοι οι υποκείμενοι εις αυτόν και μάλιστα οι επιφανέστεροι και χρησιμώτεροι των αρχόντων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος Γρηγόριος· όθεν καλέσας αυτόν μετεχειρίζετο πάντα τρόπον να τον καταστήση κοινωνόν της θρησκείας του, αλλ’ ο Άγιος, κρατών στερεώς την ευσεβή πίστιν, ωμολόγει παρρησία ότι ποτέ δεν θα την απαρνηθή. Βλέπων δε ο Τιριδάτης, ότι δεν υπετάσσετο, θυμωθείς του λέγει· «Εγώ σε ετίμησα, Γρηγόριε, και σε έχω συγκοινωνόν εις την τιμήν και τον πλούτον μου, και συ γίνεσαι προς τον ευεργέτην αχάριστος»; Ο δε Άγιος του λέγει· «Ο Δεσπότης Χριστός ο Βασιλεύς πάσης κτίσεως μας προστάσσει να υποτασσώμεθα εις τους επιγείους βασιλείς και άρχοντας (τα του Καίσαρος τω Καίσαρι) ως προς τας σωματικάς υπηρεσίας, αι οποίαι την ψυχήν δεν βλάπτουσι, καθώς είδες ότι σου υπήκουσα έως τώρα προθύμως εις τους πολέμους και τας άλλας χρείας της πόλεως και δεν ημέλησα πώποτε· αλλά τώρα, όπου με προστάσσεις και παρακινείς εις την ασέβειαν, δεν πρέπει να σου υποταχθώ, διότι αν πράξω ούτω, θέλει κατακριθή η ψυχή μου εις την αιώνιον κόλασιν». Ταύτα και έτερα λέγοντος προς αυτόν του Αγίου, εθυμώθη ο Τιριδάτης υπέρ το μέτρον· όθεν έβαλε και έδεσαν οπίσω τους αγκώνας του Αγίου και τεντώσαντες άνω και κάτω το στόμα του δια ξύλου, εφόρτωσαν εις τους ώμους του βώλους μεγαλωτάτους άλατος μεταλλικού, το οποίον εξάγεται εις την Αρμενίαν· έπειτα κρεμάσαντες τον Άγιον υψηλά δια σχοινίου τον ετιμώρουν πικρώς έως ημέρας επτά. Την δε εβδόμην τον κατεβίβασαν, και τον ηρώτησαν εάν έστεργε να θυσιάση εις τα είδωλα· και επειδή ποσώς δεν έστεργε, του έδωσαν δεινότερα κολαστήρια, τα οποία υπέμεινεν ανδρειότατα ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής. Είτα εκρέμασαν τον Άγιον αντιστρόφως από του ενός ποδός, και τον έδειραν ασπλάγχνως με ραβδία χονδρά ροζάρικα· κάτωθεν δε εκάπνιζον αυτόν με κόπρον βρωμερωτάτην,  ώστε ουδέ να αναπνεύση ηδύνατο, αλλ’ ο τρισμακάριος υπέμενε ταύτα μεγαλοψύχως, ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, και διδάσκων τους παρόντες την του Δεσπότου Χριστού ενανθρώπησιν και την δόξαν του Παραδείσου, η οποία αναμένει τους Χριστιανούς, και την αιώνιον κόλασιν της οποίας γίνονται κληρονόμοι όσοι αποθνήσκουσιν αμετανόητοι. Αφού λοιπόν άλλας επτά ημέρας εβασανίσθη ούτω, τον κατεβίβασαν, ελπίζοντες να τον φέρωσιν εις την μιαράν των γνώμην οι μάταιοι· και επειδή δεν έστεργε, πάλιν συνέσφιγξαν τας κνήμας του δια σανίδων και σχοινίων τόσον ισχυρώς, ώστε ένεκα της πολλής συνθλίσεως έσταζε το αίμα από τα άκρα των δακτύλων των ποδών του. Ύστερον εκάρφωσαν εις τα πέλματα των ποδών του σιδηρά καρφία, και τον ηνάγκασαν ούτω να τρέχη όσον ηδύνατο. Εις ταύτην την τιμωρίαν ησθάνετο οδύνην πολλήν ο τρισόλβιος, και εκοκκίνιζεν εκ της ροής των αιμάτων όλον το έδαφος· ο δε Τιριδάτης έβαλε πάλιν και τον έδειραν ωμότερον, απλώσαντες αυτόν υπτίως κατά γης. Έπειτα έθλιψαν την κεφαλήν του δια μηχανικού οργάνου και έβαλον εις τους ρώθωνας αυτού δια μιάς σύριγγος σαπωνόχωμα (σόδαν ή ποτάσσαν) και όξος δριμύ ηνωμένα μεθ’ άλατος και νίτρου, των οποίων εισήλθεν η δριμύτης έως εις αυτά τα βαθύτατα μέρη της κεφαλής και έως εις αυτόν τον εγκέφαλόν του. Είτα κατέκαιον την κεφαλήν του επί εξ ημέρας δια θυλάκου δερματίνου πλήρους θερμοτάτης στάκτης της καμίνου, εντός της οποίας έβαλον τον Άγιον· την δε εβδόμην, αφού τον εξήγαγον, είπεν ο Τιριδάτης προς καταφρόνησιν· «Τάχα επήγες εις τα βασίλεια του Χριστού σου, και απήλαυσας ολίγην από την θαυμασίαν εκείνην μακαριότητα»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ακόμη δεν υπάγομεν εις εκείνην την δόξαν και άρρητον αγαλλίασιν, παρά όταν έλθη ο Δεσπότης Χριστός εν τη Δευτέρα υτού Παρουσία, ίνα κρίνη άπαντας, και τότε οι μεν ευγνώμονες δούλοι του θα λάβωσι πλουσίαν την ανταπόδοσιν, συ δε, άθλιε, θα λάβης την τιμωρίαν, η οποία σου πρέπει κατά τας πράξεις σου». Θυμωθείς όθεν ο Τιριδάτης τα μέγιστα προσέταξε και εκρέμασαν τον Άγιον κατακέφαλα, και δια του αφεδρώνος έρριπτον άφθονον ύδωρ εντός της κοιλίας του προς καταισχύνην οι αλιτήριοι· μετά ταύτα τον εκολάκευσε πάλιν ο Τιριδάτης, είτα δε τον εφοβέρισε να τον θανατώση με δεινά κολαστήρια· επειδή δε ο Άγιος δεν επείθετο εις το να υπακούση, τον εκρέμασαν πάλιν και με σιδηρούς όνυχας εξέσχιζον τας πλευράς του ασπλάγχνως και έτρεχαν κρουνηδόν τα αίματα· κατόπιν έστρωσαν εις την γην σιδηρούς τριβόλους, επάνω εις τους οποίους σύροντες αυτόν υπτίως ολόγυμνον του έλεγον· «Που είναι τώρα ο Θεός σου, και δεν σε λυτρώνει από τας χείρας μας»; Πάλιν δε τον εφυλάκισαν και την επιούσαν ιδών ο Τιριδάτης αυτόν υγιά εις όλας του τας πληγάς, εθαύμασε και διέταξε να βάλωσι σιδηράς κνημίδας εις τα γόνατά του, σιδηρά υποδήματα εις τους πόδας του και να τον κρεμάσωσιν, Ούτω δε κρεμάμενος διέμενεν ο Άγιος τρεις ολοκλήρους ημέρας. Εν ω δε πάλιν περιεπαίζετο υπό του Τιριδάτου, διότι δεν του έδιδεν ο Χριστός βοήθειαν, είπεν εις αυτόν· «Εγώ έχω εις χαράν μου τα κολαστήρια ταύτα, διότι είναι ψυχοσωτήρια· αλλά συ επισωρεύεις εις την κεφαλήν σου πυρ καταφλέγον αιωνίως». Διο θυμωθείς σφόδρα ο Τιριδάτης λέγει· «Επειδή απειλείς να με καύσης δια πυρός ασβέστου, εγώ θα σε καύσω τώρα εις το πυρ το σβεννύμενον, ίνα σε διδάξω να μη είσαι τόσον αυθάδης και αναίσχυντος προς εμέ». Ανέλυσαν λοιπόν εντός χαλκώματος μόλυβδον και τον έχυσαν όλον βραστόν εις τον Άγιον, όστις υπέμεινε γενναίως και ταύτην την βάσανον, δοξάζων τον Κύριον. Ιδών ο Τιριδάτης, ότι με κολαστήρια δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, εδοκίμασε πάλιν δια κολακειών να τον διαστρέψη εις την ασέβειαν· αλλά εις από τους σατράπας και άρχοντας αυτού τον συνεβούλευσε λέγων· «Δεν είναι δίκαιον ούτε πρέπον, ω βασιλεύ, να ζήση πλέον ούτος ο άνθρωπος, ούτε να βλέπη τον ήλιον, επειδή είναι υιός του Πάρθου Ανάκ, όστις με δόλον εφόνευσε τον πατέρα σου, και κατέστησε την Αρμενίαν όλην αιχμάλωτον των Περσών». Ταύτα ακούσας ο Τιριδάτης εμίσησεν εξ όλης ψυχής τον Γρηγόριον, και διατάσσει να δέσουν τας χείρας, τους πόδας και τον τράχηλόν του, και να τον ρίψουν εις τον βαθύν βορβορώδη λάκκον (ήτοι εις ξεροπήγαδον) της πόλεως Αρταξά. Ούτος δε ο λάκκος, αδελφοί κι πατέρες, ήτο εν φοβερόν και ελεεινόν θέαμα, ότι τον είχον οι Αρμένιοι επί ταυτού κατεσκευασμένον, δια να ρίπτουν εκεί τους καταδίκους, κι ήτο γεμάτος όφεις θανατηφόρους και σκώληκας, και δυσωδίαν είχε πολλήν από την λάσπην των θηρίων, όπου δεν ήτο δυνατόν να υποφέρη τις εκεί καν μίαν ημέραν από την άμετρον δυσωδίαν. Εις τούτον τον φοβερόν και απαράκλητον λάκκον έκλεισαν τον θαυμάσιον και θείον Γρηγόριον, και έμεινεν εκεί εις τον δυσωδέστατον και σκοτεινόν εκείνον τόπον χρόνους ολοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως από μίαν γυναίκα χήραν, την οποίαν προσέταξεν  Άγιος Άγγελος να καταβιβάζη καθ’ εκάστην ημέραν τεμάχιον άρτου, ίνα τρώγη ο Άγιος, δια να μη αποθάνη από την πείναν ούτε από άλλην τινά κάκωσιν, και ούτως ετρέφετο καθ’ όλον εκείνο το διάστημα. Επειδή δε ο βασιλεύς Τιριδάτης έχασε τας φρένας του και δαιμονισθείς έτρωγε τας σάρκας του, μεταβαλών δε την νθρωπίνην μορφήν εις μορφήν χοίρου, εβόσκετο μαζί με τους χοίρους εις τα βουνά (ω του παραδόξου τερατουργήματος! ), δια να μαρτυρήται με το έξω σχήμα η έσω της ψυχής σκληρότης και ο βόρβορος αυτής. (Μη δε απιστήση τις εις τούτο, ότι όπου Θεός ενεργεί, το αδύνατον αργεί, ότι ως Παντοδύναμος έκαμε και τούτο το θαυματούργημα καθώς το του Ναβουχοδονόσορος, και άλλα θαυμασιώτερα εις δόξαν αυτού και μεγαλοπρέπειαν). Ήτο λοιπόν εις την πόλιν της Αρμενίας θλίψις πολλή και στενοχωρία δια την χοιρείαν μορφήν του βασιλέως, και την άλλην των αρχόντων από την των δαιμόνων μάστιγα (διότι και οι άρχοντές του εδαιμονίσθησαν). Είχε δε ο Τιριδάτης αδελφήν Κουσαροδούκταν ονόματι, ήτις είδεν ενύπνιον και ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Εάν δεν εξέλθη ο Γρηγόριος από τον λάκκον, ούτε ο αδελφός σου ούτε οι άρχοντες θεραπεύονται». Την δε πρωϊαν επήγεν ευθύς εις την αγοράν και ανήγγειλε την οπτασίαν εις τους άρχοντας· οι δε νομίζοντες φαντασίαν το ενύπνιον, την εχλεύαζον λέγοντες, ότι ούτε καν οστούν του Γρηγορίου ευρίσκετο. Αλλά πάλιν και άλλας νύκτας ακούσασα εν οράματι τα όμοια, κατέπεισε τον λαόν, και έστειλαν ένα σατράπην, Αυτάϊαν καλούμενον, ελθών δε ούτος εις τον λάκκον, εφώνησε τον Γρηγόριον, όστις ευθύς απεκρίνατο· όθεν κρεμάσας σχοινία, τον παρεκάλεσεν ο άρχων να δεθή με ταύτα δια να τον σύρωσιν έξω, επειδή ο Θεός του ούτως επρόσταξεν. Εξελθών ο Άγιος του λάκκου και λουσάμενος ενεδύθη και τον έφεραν εις την πόλιν των· ο δε Τιριδάτης και οι άλλοι άρχοντες έπεσαν όλοι εις τους πόδας του δεόμενοι να τους λυτρώση της δαιμονικής μάστιγος. Αυτός δε ηρώτησεν αυτούς και του έδειξαν τον τόπον εις τον οποίον είχον ρίψει τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, τα οποία εύρον σώα και ακέραια και απείρακτα από τα πετεινά και θηρία και ευωδίαζον, και τα ενεταφίασαν εντίμως, ως έπρεπε, μετά πολυτίμων ιματίων, τα οποία τους έδωκεν ο βασιλεύς· και την άλλην ημέραν έκαμεν ευχήν υπέρ αυτών, ίνα τους συνετίση ο Κύριος (και μάλιστα τον βασιλέα) και εννοήσωσι το τηε θείας αυτού οικονομίας μυστήριον, έπειτα τους εδίδαξε και ικανώς ενουθέτησε να μισήσωσι τα πονηρά είδωλα, και να γνωρίσωσι τον μόνον Θεόν, όστις ως ελεήμων και παντοδύναμος τον εφύλαξε τόσα έτη εις τον λάκκον αβλαβή και απήμαντον, και να πιστεύσωσιν εις Αυτόν, ίνα μη κολασθώσιν αιωνίως· και τους υπεσχέθη ότι, εάν βαπτισθώσι, θα λάβωσι της ψυχής και του σώματος ίασιν· διηγήθη δε προς αυτούς και οπτασίαν θαυμάσιον, την οποίαν είδεν εις τον λάκκον, και δια της οποίας του εφανερώθη, πως έμελλον να πιστεύσωσιν εις τον Δεσπότην Χριστόν όλοι οι Αρμένιοι, προς λύτρωσιν από της αιωνίου κολάσεως, την οποίαν χάριν συντομίας παραλείπομεν. Αυτά και έτερα λέγων ο μέγας Γρηγόριος περί της Ορθοδόξου πίστεως, τους έπεισε και επίστευσαν άπαντες. Έκτισαν δε Εκκλησίαν πλουσίαν εις τιμήν της Οσίας Ριψιμίας και των λοιπών Οσιομαρτύρων, και έθεσαν εκεί τα τίμια λείψανα. Ο δε Τιριδάτης παρεκάλει τον Άγιον να τον μεταστρέψη από της φρικτής εκείνης χοιρείας μορφής εις το πρότερον  είδος του· ει δε μη, καν τας χείρας μόνον και τους πόδας του, ίνα υπηρετή και αυτός κατά δύναμιν εις την οικοδομήν της Εκκλησίας, την οποίαν έκτιζον. Ελυπήθη λοιπόν ο Άγιος, και ποιήσας ευχήν υπέρ αυτού προς Κύριον, μετέστρεψεν εις την προτέραν μορφήν τας χείρας και τους πόδας του· όστις, ίνα μη φανή προς την ευεργεσίαν αχάριστος, έτι δε ίνα τύχη της συγχωρήσεως παρά των Αγίων Μαρτύρων, τας οποίας δεινότατα εκόλασεν άλλοτε, έσκαπτε μόνος του τον τόπον βαθύτατα όπου έμελλον να βάλωσι τας σορούς τας εμπεριεχούσας τα άγια των λείψανα και εσήκωνεν εις τον ώμον του τους βαρείς και μεγάλους λίθους, επειδή ήτο ανήρ ισχυρός. Η δε αδελφή του Κουσαροδούκτα και η βασίλισσα, Ασιχήνη ονόματι, ειργάζοντο και αυταί και εξήγον το χώμα δια των κρασπέδων των ιματίων των μετά πολλής ταπεινώσεως. Ο δε Άγιος, βλέπων την πολλήν αυτών ευλάβειαν, συνήγαγεν όλον το πλήθος της πόλεως, και έκαμαν κοινήν λιτανείαν προς Κύριον μετά δακρύων δεόμενοι, ίνα θεραπεύση τον βασιλέα, μεταστρέφων αυτόν εις την προτέραν μορφήν, και απολυτρών των δαιμόνων αυτόν τε και τους άλλους. Επακούσας δε αυτών ο Θεός, ο παντελεήμων και πανάγαθος, εξήγαγεν από του Τιριδάτου τον έξωθεν επικείμενον χοίρον και απεδίωξε τον ένδοθεν δαίμονα· και όχι μόνον έως εδώ έδειξε την φιλανθρωπίαν Αυτού ο πανοικτίρμων Θεός και πανάγαθος, αλλά και όλους τους άρχοντας και σατράπας ιάτρευσε και ηλευθέρωσεν από τους πονηρούς δαίμονας· και όσοι άλλοι ήσαν λεπροί, λωβοί και παράλυτοι ή άλλην ασθένειαν είχον, εθεραπεύθησαν άπαντες, όχι μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς, όπερ το συμφερώτατον· διότι ιδόντες τοιαύτα θαυμάσια, έδραμεν όλον το πλήθος του λαού, μυριάδες αναρίθμητοι, ζητούσαι το άγιον Βάπτισμα· οίτινες όλοι (και μάλιστα ο βασιλεύς και οι πρόκριτοι) ίνα φανερώσωσιν, ότι επίστευσαν ολοψύχως εις τον Χριστόν, εχάλασαν από τα θεμέλια όλους τους ναούς των ειδώλων, και λαβόντες από τα σκευοφυλάκια όλους τους θησαυρούς, ήτοι χρυσίον, αργύριον, σκεύη αργυρά και χρυσοϋφαντα ιμάτια, τα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας, τας οποίας εις δόξαν Χριστού ωκοδόμησαν· και όχι μόνον τα κινητά, αλλά και τα ακίνητα, ήτοι χωράφια και άλλα όμοια, και έκαμαν την άτιμον ύλην και ανωφελή, ύλην ψυχωφελή και πολύτιμον. Ούτω λοιπόν του Δεσπότου Χριστού και Παντοδυνάμου Θεού συνεργούντος εδιώχθησαν εκείθεν οι ανίσχυροι δαίμονες, φοβούμενοι την αξουσίαν Αυτού, και τρέμοντες έφυγον απ’ εκείνα τα όρια. Και όχι μόνον η Αρμενία όλη επίστευσεν, αλλά και πολλά άλλα έθνη γειτνιάζοντα εγνώρισαν την αλήθειαν και εμίσησαν την προτέραν πλάνην και εβαπτίσθησαν, χάριτι όχι μόνον του μεγάλου Γρηγορίου, αλλά και του βασιλέως Τιριδάτου, όστις έγινεν εις τους άλλους καλόν παράδειγμα· διότι ενθυμούμενος πόσας αμαρτίας και πόσους φόνους έκαμεν εις τους Αγίους δούλους του Χριστού, ηγωνίζετο πάση δυνάμει να υπερβάλη δια των τελευταίων αγαθοεργιών του τας πρώτας κακοεργίας του, τας οποίας εν αγνοία έπραξε. Βλέποντες δε οι επίλοιποι άπαντες εζήλωσαν το καλόν, κατά το αρχαίον λόγιον, «φιλεί το αρχόμενον συνεξομοιούσθαι τοις άρχουσιν»· όθεν προϊόντος του χρόνου ηύξανε και η ευσέβειά των. Επειδή δε δεν είχον Αρχιερέα, έλαβον βουλήν αγαθήν να ψηφίσωσιν Αρχιερέα τον μέγαν Γρηγόριον, ίνα γίνη κυβερνήτης των ψυχών αυτών, να τους βαπτίση, να τους χειροτονήση Ιερείς και να οδηγήση αυτούς προς σωτηρίαν, διότι αυτός ήτο αίτιος και εγνώρισαν την αλήθειαν· αλλ’ ο Άγιος απεποιείτο δειλιών υπό ταπεινοφροσύνης και μετριοπαθείας να λάβη τοσούτων ψυχών φροντίδα και μέριμναν, γινώσκων ότι το φυτόν της πίστεως ήτο απαλόν, και εχρειάζετο πότισμα και επιμέλειαν μεγίστην. Πλην ο Κύριος έστειλεν ουρανόθεν Άγγελον προς τον βασιλέα Τιριδάτην και τον μέγαν Γρηγόριον, προστάσσων τον δεύτερον να λάβη την αξίαν ως άξιος, διο και έστερξεν ίνα μη γίνη του Θεού παρήκοος. Έστειλεν όθεν ο βασιλεύς τον θείον Γρηγόριον μετά δεκαέξ μεγιστάνων εις τον Μητροπολίτην Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιον, γράψας προς αυτόν και επιστολήν ταύτα λέγουσαν· «Σκότος πολύ της ασεβείας ετύφλωνεν ημάς πρότερον, και επομένως δεν ηδυνάμεθα να γνωρίσωμεν τον Δημιουργόν και κοινόν Δεσπότην της κτίσεως, έως ου Αυτός μάς εξαπέστειλεν ως άλλον ήλιον τον μέγαν Γρηγόριον και Παρθένους Αγίας, ίνα γνωρίσωμεν δια μέσου τούτων την Εκείνου φιλανθρωπίαν και χρηστότητα, ημείς δ’ εβασανίσαμεν αγριώτατα και τας τιμίας εκείνας Παρθένους και τον ιερόν τούτον Γρηγόριον, φονεύσαντες μάλιστα ελεεινώς (φευ!) αυτάς· επί τέλους δε ο θείος Γρηγόριος ενίκησε την ασπλαγχνίαν και ωμότητα ημών δια της αμάχου δυνάμεως του Θεού, του οποίου η άπειρος ευσπλαγχνία και των οικτιρμών η άβυσσος δεν μας αφήκε να απολεσθώμεν, και δια των διδασκαλιών και προσευχών αυτού τε και των Παρθένων εκείνων εδίωξε το σκότος των ψυχών ημών, και προς το φως της αληθείας μάς εχειραγώγησε. Τούτον λοιπόν τον της σωτηρίας ημών αίτιον, όστις τόσα αγαθά προυξένησεν εις ημάς, εψηφίσαμεν διδάσκαλον και ποιμένα μας, και ουχί μόνον ημείς, αλλά και ο Κύριος άνωθεν ταύτην την ψήφον επεσφράγισεν· όθεν στέλλομεν αυτόν εις την σην πανιερότητα, να μας τον χειροτονήσης Αρχιερέα και να μας τον στείλης ταχέως». Ταύτην την επιστολήν λαβών ο Λεόντιος υπεδέχθη φιλοτίμως τους πρέσβεις και τον μέγαν Γρηγόριον και παρευθύς τον εχειροτόνησεν εν πολλή δόξη και τον έστειλεν εις τον Τιριδάτην. Επιστρέφων ο θείος Γρηγόριος εις την Μεγάλην Αρμενίαν συμπαρελάμβανεν άνδρας εναρέτους από τας πόλεις και χώρας, όθεν διήρχετο, και τους εδίδασκεν όσα εγνώριζεν ότι ήσαν χρήσιμα, ίνα τους χειροτονήση Ιερείς και ιεροδιδασκάλους. Ότε δ’ έφθασεν εις τα όρια της Αρμενίας του ανήγγειλαν οι εγχώριοι, ότι ήτο εκεί παρά τον ποταμόν Ευφράτην λαός ειδωλολατρικός έχων βωμόν των ειδώλων εις το όνομα του Ηρακλέους, εις τον οποίον εθυσίαζον εις τους δαίμονας και ότι οι Χριστιανοί δεν ηδύναντο να κρημνίσωσι τον βωμόν τούτον κωλυόμενοι υπό των διαφόρων φαντασιών και μηχανορραφιών του σατανά. Τότε ο Άγιος, ζήλω θείω κινούμενος, παρευθύς επήγεν εκείσε και έκαμε προς τον παντοδύναμον Θεόν δέησιν, και έπεσεν εκ θεμελίων ο ναός ο ειδωλολατρικός χωρίς να εγγίση χειρ ανθρώπου τελείως· και κτίσας Εκκλησίαν εις τον Κύριον την εθρονίασε και ενεκαινίασε δια των αγίων λειψάνων του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Αθηνογένους, εις την οποίαν ελειτούργησε και εβάπτισε τους σατράπας, τους οποίους είχεν εις την συνοδείαν του· μείνας δε εκεί ημέρας είκοσιν, εβάπτισεν ένδεκα μυριάδας ανθρώπων και εχειροτόνησεν Ιερείς τε και Διακόνους εις όλην την περίχωρον. Ο δε βασιλεύς Τιριδάτης, ακούσας ότι ήρχετο ο Άγιος, εξήλθε της πόλεως μεθ’ όλης της συγκλήτου και της αδελφής του και της βασιλίσσης, και φθάσαντες έως τας όχθας του Ευφράτου μετά πολλής ταπεινώσεως και ευλαβείας τον προσεκύνησαν και ηυφράνθησαν· αφού δε τους εδίδαξε και κατήχησε και τους έβαλε και ενήστευσαν τριάκοντα ημέρας προσευχόμενοι, έπειτα εβάπτισεν άπαντας, εν αρχή μεν τον βασιλέα, την αδελφήν του και την ομόζυγον, τας σατράπας και άρχοντας, έπειτα δε τον κοινόν λαόν άπαντα· και αφού έκτισεν εκεί παρά τον Ευφράτην ετέραν Εκκλησίαν, και ελειτούργησε, τους εκοινώνησε και έγιναν υιοί φωτός και ημέρας οι πριν εσκοτισμένοι και άφρονες. Ο δε παντοδύναμος Κύριος, ίνα στερεωθώσιν εις την πίστιν οι νεοφώτιστοι, έδειξε και εκεί, ότε εβαπτίζοντο, δύο μεγάλα και φρικτά θαύματα, ήτοι εστάθη ο ποταμός, και δεν έτρεχον τα ύδατα ως εις τον Ιορδάνην ποταμόν και εις την Ερυθράν θάλασσαν, εφαίνετο δε και μέγας στύλος φωτός εις τα ύδατα, εις τα οποία το πλήθος του λαού εβαπτίζετο, εις δε την κεφαλήν του στύλου ήτο Σταυρός λαμπρότατος και εξαστράπτων υπέρ τον ήλιον, τον οποίον έβλεπον όλην την ημέραν οι βαπτιζόμενοι, όντες τον αριθμόν μυριάδες δεκαπέντε και πλέον· έμεινε δε εκεί ο Άγιος ημέρας επτά βαπτίσας πλήθος αμέτρητον. Αφού ετακτοποίησεν όλους αυτούς ο θείος Γρηγόριος επήγεν εις τας άλλας πόλεις και χώρας της Αρμενίας εις τας οποίας έκτιζεν Εκκλησίας, και ελειτούργει απανταχού και εβάπτιζε και εχειροτόνει Ιερείς καθ’ εκάστην, και ωκοδόμει Μοναστήρια, Ησυχαστήρια και άλλα ψυχοσωτήρια οικήματα, εις τα οποία όλα είχε τον βασιλέα Τιριδάτην επιμελητήν και αντιλήπτορα βοηθόν, διότι εχάριζεν εισοδήματα πλούσια προς αυτάρκτη διατήρησιν Ιερέων τε και Μοναζόντων. Προς τούτοις δε και διδασκαλεία και παιδευτήρια ανήγειρεν, ίνα μανθάνωσιν οι παίδες τα ιερά γράμματα. Όθεν όχι μόνον η Αρμενία επίστευσεν εις τον Παντελεήμονα Θεόν, αλλά και Πέρσαι και Μήδοι και Ασσύριοι και άλλα έθνη υπέκλινον τους αυχένας αυτών υπό τον ζυγόν του Χριστού τον χρηστόν και γλυκύτατον· διότι η ευγνωμοσύνη του βασιλέως και η πλουσία μετάδοσις των χρημάτων προς τους ενδεείς και πένητας, και του Αρχιερέως η ευσπλαγχνία και συμπάθεια προς τους ασθενείς έσυρεν αυτούς προς την ευσέβειαν. Ότι ο μεν Αρχιερεύς ιάτρευε τους ασθενείς από πάσης ασθενείας, ο δε βασιλεύς έδιδεν ελεημοσύνας πλουσιοπαρόχους εις τους αναξιοπαθούντας, και απεφυλάκιζε τους χρεοφειλέτας, ξεσχίζων τα χρεόγραφα τα εις χείρας δανειστών και εξοφλών αυτά εκ του βασιλικού θησαυρού. Εκ της χρηστής όθεν διοικήσεως του Αγίου και του βασιλέως απέλαβε βαθείαν ειρήνην άπασα η Αρμενία και επολιτεύοντο οι άνθρωποι ως αρνία ήμερα, απταίστως, ευσεβώς και θεαρέστως· πολλοί δε εξ αυτών έγιναν και Μοναχοί, και κτίζοντες Μοναστήρια και Ησυχαστήρια απέδιδον εις τον ευεργέτην Θεόν τα ευχαριστήρια, και πολλά παιδία των πρώην απίστων συναγαγών ο μέγας Γρηγόριος επιμελώς τα εξεπαίδευσε και έγιναν τοσούτον ενάρετοι άνθρωποι, ώστε κατόπιν προεχειρίσθησαν και Επίσκοποι. Και εις μεν τον Ευφράτην εχειροτόνησεν Αρχιερέα τον Αλβίνον, εις δε την περίχωρον των Βασηνών τον Ευστάθιον και Βάσσον, και ίνα μη μακρηγορώ ένα προς ένα, εις ολίγα έτη εχειροτινήθησαν Αρχιερείς τετρακόσιοι. Τότε ο μέγας Γρηγόριος, έχων πόθον πολύν να υπάγη να ησυχάση εις τα υψηλότερα όρη της Αρμενίας, αφήκε τον Αλβίνον εις τα βασίλεια επίτροπόν του, ως απάντων εναρετώτατον, παραγγείλας εις αυτόν να επιμελήται το ποίμνιον ως να ήτο ο ίδιος. Ο δε βασιλεύς ελυπείτο δια την αναχώρησιν του Αγίου και τον παρεκάλει δακρύων να μη αποχωρισθώσιν αλλήλων, αλλ’ ο πόθος της ησυχίας ενίκα την δέησιν, και δεν έκαμε τον λόγον του· όθεν και μη θέλων επέτρεψε την αναχώρησιν. Λαβών λοιπόν ο Άγιος ολίγους μαθητάς απήλθε και κτίσας δι’ αυτών μικρόν οικητήριον εις εν σπήλαιον ησύχαζεν εκεί τρώγων μόνον άρτον μίαν φοράν ανά τεσσαράκοντα ημέρας. Προς παρηγορίαν δε της υπερβολικής λύπης του ο Τιριδάτης δια την του Αγίου στέρησιν, μαθόν ότι όταν ήτο νέος ο Γρηγόριος εγέννησε δύο παίδας εκ γυναικός νομίμου, ων ο μεν Ορθάνης ονόματι ήτο Ιερεύς, ο δε την κλήσιν Αριστάνης αγαπήσας την ερημικήν εκ νεότητος εμόναζε τρώγων μόνον χόρτα και φορών εν μόνον ιμάτιον, έστειλε τρεις άρχοντας εις την Καισάρειαν προς αναζήτησίν των απανταχού και ανεύρεσιν. Οι δε, απελθόντες ταχέως και ευρόντες τον μεν ένα διδάσκοντα τον λαόν, τον δε άλλον αγωνιζόμενον εις την έρημον, μετά μεγάλων παραινέσεων και παρακλήσεων συμπαρέλαβον και τους δύο και τους προσήγαγον εις τον βασιλέα, όστις τους υπεδέχθη χαίρων και παρεκάλεσε τον ιερόν Γρηγόριον να χειροτονήση τον υιόν του Αριστάνην Μητροπολίτην Αρμενίας, ως εικόνα εαυτού και αρχέτυπον. Ο δε Άγιος, γνωρίσας ότι ήτο ο Αριστάνης πολύ ενάρετος, τον εχειροτόνησε παρευθύς· και πορευθείς μετ’ αυτού εις όλην την περίχωρον, εστήριξε καλλίτερα εις την ευσέβειαν· έπειτα απεχαιρέτησεν άπαντας, και ανελθών πάλιν εις το ασκητήριόν του, μετ’ ολίγον απεδήμησε προς Κύριον τη λ΄ (30) Σεπτεμβρίου ολίγον μετά το έτος τκε΄ (325) και απέλαβε παρ’ Αυτού πλουσίας τας αμοιβάς των αγώνων του. Τον καιρόν εκείνον και ο Μέγας Κωνσταντίνος, όστις έγινε βασιλεύς των Χριστιανών δια της θείας δυνάμεως και βοηθείας και κρημνίσας όλα τα ειδωλεία εκ θεμελίων, ωκοδόμησεν Εκκλησίας εις δόξαν Θεού, συνήγαγεν εις Οικουμενικήν Σύνοδον τους τιη΄ (318) Θεοφόρους Πατέρας προς στερέωσιν της ευσεβείας και εκρίζωσιν των ζιζανίων της ετεροδοξίας. Έλαμπον δε τότε οι δύο βασιλείς ως αστέρες λαμπρότατοι, ο μεν Τιριδάτης εις τους τόπους της Ανατολής, ο δε Μέγας Κωνσταντίνος εις τα εσπέρια· διότι και ο Τιριδάτης κατά αλήθειαν εφύλαττεν όλας τας αρετάς και τας εντολάς του Κυρίου απαρασαλεύτους, μάλιστα και αποκρύφως ηγωνίζετο, ενήστευε και ηγρύπνει ως τους Ασκητάς, μετά δακρύων του Κυρίου δεόμενος, ίνα συγχωρήση την προτέραν ασέβειάν του. Ήλθε λοιπόν εις την Αγίαν ταύτην Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον και αυτός ο Μητροπολίτης Αριστάνης και ο Τιριδάτης άμα λαβόντες τας επιστολάς του Μεγάλου Κωνσταντίνου και συνηυφράνθησαν μετ’ αλλήλων. Αφού δε η Σύνοδος εκείνη έληξεν, έλαβον τα θρησκευτικά δόγματα γεγραμμένα και τα εκόμισαν προς τους Αρμενίους, οίτινες τους υπεδέχθησαν χαίροντες, και τοιουτοτρόπως εστερεώθησαν περισσότερον εις την Ορθοδοξίαν και διέμεινεν εις την Αρμενίαν επί χρόνους πολλούς η ευσέβεια εις δόξαν της υπερουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός και μόνου Θεού· ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.