Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Ο Άγιος Ανδρέας Αρχιεπίσκοπος Κρήτης ο Ιεροσολυμίτης

Τη  Δ΄ (4η) του αυτού μηνός μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΑΝΔΡΕΟΥ Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου.                                                                                               

Ανδρέας ο θείος πατήρ ημών ήκμασε περί το χπ΄ (680) από Χριστού έτος, πατρίδα έχων την περίφημον Δαμασκόν, και γεννηθείς από γονείς θεοσεβείς και εναρέτους, Γεώργιον και Γρηγορίαν ονομαζομένους. Ούτος  ο εν Αγίοις πατήρ ημών Ανδρέας έως του εβδόμου έτους της ηλικίας αυτού ήτο άφωνος, μη δυνάμενος να λαλήση ουδόλως. Όθεν ένεκα τούτου οι γονείς του ελυπούντο πάρα πολύ, νομίζοντες ότι θα μείνη βωβός δια παντός του βίου αυτού. Αλλά αφ’ ου παρήλθον τα επτά έτη, μεταβάς κάποτε μετά των γονέων αυτού ίνα μεταλάβη το πανάχραντον Σώμα και Αίμα του Κυρίου, ω του θαύματος! ευθύς ως μετέλαβεν, ελύθη η γλώσσα του και ελάλει ανεμποδίστως. Έκτοτε οι γονείς του έστειλλον αυτόν εις το σχολείον, δια να μάθη τα ιερά γράμματα. Ο δε καλός Ανδρέας, ως οξύς τον νουν, κατεγίνετο εις τα μαθήματα με πολλήν προθυμίαν και επιμέλειαν και γυμναζόμενος με πόθον υπερβολικόν εις πάσαν μάθησιν, επροχώρησε με μεγάλην σύνεσιν και εις την φιλοσοφίαν. Ίνα δε είπω συντόμως, επειδή είχε διδασκάλους καλώς κατηρτισμένους, εδιδάχθη τα καλλίτερα μαθήματα, και τοιουτοτρόπως εκαθάρισε την γλώσσαν του, δια να ομιλή μετά τέχνης και γλυκύτητος, την ψυχήν του εκαλλιέργησεν εις σημείον ώστε να αποκτήση την αρετήν και την αλήθειαν και τον νουν του εις το να προχωρήση εις τας υψηλοτέρας θεωρίας. Έπειτα μελετών επιστημονικώς τας θείας και ιεράς Γραφάς, και φωτισθείς εξ αυτών κατά την διάνοιαν, εγένετο θερμός εραστής της αληθούς και θείας σοφίας και όλως διόλου απέβλεπε προς εκείνην. Στοχαζόμενος δε εξ άλλου, ότι δεν θα ηδύνατο κατ’ άλλον τρόπον να ενωθή με εκείνην την θείαν σοφίαν, ει μη με το να ελευθερωθή από τα γήϊνα και υλικά αγαθά, παρεκάλεσε τους γονείς του να τον αφιερώσουν εις τον Θεόν, επειδή ουδεμίαν ησθάνετο κλίσιν και αγάπην προς τα του κόσμου πράγματα. Οι δε γονείς του, κινηθέντες παρά Θεού, μετέβησαν μετ’ αυτού και αφιέρωσαν αυτόν εις τον Ζωοδόχον Τάφον του Κυρίου, ως ευπρόσδεκτον προσφοράν. Ήτο δε τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων αγιώτατος τις άνθρωπος και πολύ ενάρετος, Θεόδωρος ονομαζόμενος, ο οποίος μετά πολλής χαράς προσδεξάμενος τον νέον έκαμεν αυτόν πνευματικόν τέκνον του, και ενδύσας αυτόν δια του Μοναχικού σχήματος εχειροτόνησε διάκονον και επεμελείτο όλως διόλου την προκοπήν του, φροντίζων να αναθρέψη αυτόν με αρετάς και να ναβιβάση εις άνδρα τέλειον, και εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού. Όθεν, επιτυχών γην καλήν, την ψυχήν του νέου, είχεν ελπίδας καλάς, ότι δια του θείου λόγου της διδασκαλίας του και δια του καλού παραδείγματος της αρετής, έχει να θερίση και καρπόν εκατονταπλάσιον. Αλλά προ του να απολαύση την τοιαύτην ποθουμένην του νέου τελειότητα, ελύθη από τον δεσμόν του σώματος και εκδημήσας με χαράν εις χείρας του πνευματικού του τέκνου, απήλθε προς τον Δεσπότην Χριστόν, δια να λάβη τους λαμπρούς στεφάνους της καλής οικονομίας ην ήσκησεν εις την Εκκλησίαν Αυτού. Άφησε δε τον θείον Ανδρέαν, ομού μετά του οικονόμου της Εκκλησίας, κυβερνήτην και επίτροπον των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Διότι η νεότης του Αγίου δεν επέτρεπε να αφήση αυτόν μόνον διάδοχον του θρόνου του. Αλλ’ ο Άγιος, αν και κατά την ηλικίαν ήτο νέος, κατά την αρετήν όμως, την κοινήν πρόνοιαν, την επιστασίαν και ωφέλειαν της Εκκλησίας, δεν ήτο ελλιπέστερος ουδενός άλλου προστάτου της Εκκλησίας, διότι δια την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων υπήρξε και πατήρ και διδάσκαλος και οικονόμος και υπηρέτης και παράδειγμα λαμπρόν πάσης ιδέας καλού. Επειδή δε δια προσταγής του ευσεβούς βασιλέως Κωνσταντίνου, του εγγόνου του Ηρακλείου, συνήχθη τότε εις την Κωνσταντινούπολιν η Αγία και Οικουμενική Έκτη Σύνοδος, ήτις ανήρεσε λαμπρώς την αίρεσιν των Μονοθελητών, και έγραψεν εις τόμον ιερόν τα δόγματα της ευσεβείας, εστέλλοντο εις πάσαν Εκκλησίαν γράμματα βασιλικά επισφραγίζοντα τον Συνοδικόν Τόμον και παρακινούντα πάντας τους ευσεβείς να ακολουθούν αυτόν, έφθασαν τα γράμματα ταύτα και εις την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων και επλήρωσαν αυτήν χαράς πνευματικής, διότι έβλεπεν, ότι η ευσέβεια, ήτις επολεμείτο πρότερον από τους αιρετικούς, εστερεώθη πάλιν λαμπρώς. Όθεν άπαντες οι εν Ιεροσολύμοις πρόκριτοι, σκεφθέντες ότι πρέπει να αποστείλουν εις την Κωνσταντινούπολιν άνθρωπον και δια μέσου αυτού να δείξουν, ότι και αυτοί είναι σύμφωνοι προς τα δόγματα της ιεράς εκείνης Συνόδου, έκριναν, δια κοινής ψήφου, να αποστείλουν δια την πρεσβείαν ταύτην τον μέγαν Ανδρέαν ομού μετ’ άλλων δύο κληρικών, επειδή αυτός ήτο γεγυμνασμένος εις τα δόγματα της ευσεβείας, ενημερώτερος παντός άλλου εις τα τοιαύτα και δια της δυνάμεως του λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Όθεν συμπαραλαβών δύο ελλογίμους Κληρικούς, τους οποίους αυτός εξέλεξε, μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά δεν επρόφθασεν εν ζωή τον βασιλέα, εύρε δε τον υιόν του Ιουστινιανόν τον ρινότμητον κληρονόμον της βασιλείας, προς ον, αφού ενεχείρισε την ομολογίαν της εν Ιερουσαλύμοις Εκκλησίας, τα ελλείποντα της ομολογίας ανεπλήρωσεν ο ίδιος δια της καλής αυτού γλώσσης. Θαυμασθείς δε παρ’ όλων δια την αγιότητα και την σοφίαν αυτού, και διοικήσας καλώς την πρεσβείαν, τους μεν δύο Κληρικούς τους συντροφεύσαντας αυτόν απέστειλε πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα, δι να αναγγείλουν εις τους άλλους ποίον αποτέλεσμα έλαβεν η πρεσβεία των, αυτός δε παρέμεινεν εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να ελευθερώση τον εαυτόν του από τας Εκκλησιαστικάς υποθέσεις και να διέλθη εις το εξής ζωήν ήσυχον και μοναχικήν. Όθεν συγκεντρώσας τον εαυτόν του και εγκαταλείψας πάσαν μέριμναν εύλογον και ανεύλογον, αφωσιώθη όλος εις την θείαν μελέτην και θεωρίαν, αγωνιζόμενος με νηστείας, αγρυπνίας και δάκρυα. Τοιουτοτρόπως εξηγνίσθη κατά το σώμα, εκαθαρίσθη κατά την ψυχήν, και εφωτίσθη έτι μάλλον κατά τον νουν, κατά πάντα δε τρόπον ανυψώθη εις τον Θεόν, ηνώθη μυστικώς μετ’ υτού, και απήλαυσε τους αρραβώνας των μελλόντων αγαθών. Διελθών δε πολύν καιρόν εις την ησυχίαν κατέστησεν εαυτόν δεκτικόν των τελείων μέτρων της αρετής, και ακολούθως επροξένει πολλήν ωφέλειαν εις εκείνους, οίτινες προσήρχοντο προς αυτόν. Αλλ’ επειδή ο λαμπρός εις τα έργα και εις τους λόγους, ο θείος πατήρ ημών Ανδρέας, δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη της προσοχής των πολλών και να κρυβή έως τέλους υπό τον μόδιον της ησυχίας, απεκαλύφθη τόσον εις τον βασιλέα, όσον και εις την Εκκλησίαν, και χωρισθείς μετά βίας από την ήσυχον ζωήν, διωρίσθη, αν και μη θέλων, εις την διακονίαν της Μεγάλης Εκκλησίας. Έπειτα ενεπιστεύθη εις αυτόν και η οικονομία και διοίκησις του ορφανοτροφείου, εις την οποίαν, φανείς ευδόκιμος, ελέγετο πατήρ και τροφεύς των ορφανών και των πτωχών, και επεμελήθη μετά ενδελεχούς φροντίδος και τα δύο ορφανοτροφεία της Κωνσταντινουπόλεως. Και όχι μόνον ηύξησε τα σιτηρέσια αυτών, αλλά και την στενότητα του χώρου, ην είχον τα οικήματά των, μετέβαλεν εις ευρυχωρίαν δια των μεγάλων οικοδομών τας οποίας κατεσκεύασεν. Όθεν, ως άξιος κατά πάντα, έλαβε και μεγαλύτερον αξίωμα, ανελθών εις τον υψηλόν θρόνον της Αρχιερωσύνης. Και εγένετο Μητροπολίτης της περιφήμου νήσου Κρήτης, ή, αληθέστερον, δια μέσου μιας νήσου, ποιμήν και διδάσκαλος απάσης της του Χριστού Εκκλησίας. Απελθών λοιπόν εις την επαρχίαν αυτού, ήρχισε να εκτελή το έργον του και να επιμελήται αόκνως της διοικήσεως της επαρχίας του, αφοσιωθείς τελείως εις την πρόοδον και την σωτηρίαν του ποιμνίου του. Και πρώτον μεν έφερεν εις πολύ σεμνήν τάξιν πανσόφως τους ιερωμένους, εκφωνήσας λόγον γλυκύτατον περί λειτουργικής τάξεως, δια του οποίου υπεδείκνυεν οποίος πρέπει να είναι ο ιερεύς, ο αξιούμενος όχι μόνον αυτός να πλησιάζη εις το πρώτον και απρόσιτον φως, ήτοι τον Θεόν, αλλά να φωτίζη και άλλους, και να συμφιλιώνη μετά του Θεού. Έλεγε, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι λαμπρός και καθαρός αυτός, καθώς ο καθρέπτης, δια να ημπορή να δέχεται εντός εαυτού τας ακτίνας του θείου φωτός, και δια μέσου αυτού να μεταδίδη και εις άλλους τον φωτισμόν του. Κατόπιν έφερεν εις τάξιν τους Παρθενώνας και τα Μοναστήρια, ορίσας νόμους συμφώνως προς τους οποίους να πολιτεύωνται. Είτα επεμελείτο τους κοσμικούς, διδάσκων αυτούς να προσπαθούν να προσεγγίζουν προς τον Θεόν, και όχι να δεσμεύωνται εις την σάρκα και εις τα του κόσμου. Και τας μεν κοσμικάς ηδονάς να καταφρονούν, τας δε εντολάς του Θεού να φυλάττουν και να αγωνίζωνται δια την σωτηρίαν των. Επαιδαγώγει τους νέους, εσωφρόνιζε τους γέροντας, επέστρεφεν εις μετάνοιαν τους αμαρτωλούς, έδιδεν ελπίδ θείου ελέους εις τους μετανοούντας, παρεκίνει εις τους αγώνας της αρετής τους αγωνιζομένους, τους πολεμουμένους εβοήθει, τους κινδυνεύοντας να υποπέσουν εις την αμαρτίαν εβάσταζε, τους πεσόντας ανήγειρεν. Εις τους ασθενείς εγένετο δύναμις, εις τους λυπουμένους παρηγορία, εις τους λιποθυμούντας αναψυχή, εις τας χήρας προστάτης, εις τα ορφανά πατήρ, εις τους πτωχούς θησαυρός, εις τους πεινώντας τροφή, εις τους γυμνούς ένδυμα. Αλλά διατί να μακρηγορώ; Εις πάντας τα πάντα προσέφερεν, ίνα σώση πάντας. Και καθώς ο Κύριος μέλλει να γίνη εις τον μέλλοντα αιώνα φως εις τους Αγίους, και ζωή και δόξα και τροφή και ένδυμα και χαρά, και παν άλλο αγαθόν της μακαριότητος, ούτω και ο μέγας ούτος Ανδρέας ήτο δια τα πνευματικά τέκνα της επαρχίας του η πηγή παντός αγαθού, όχι μόνον ψυχικού, αλλά και σωματικού, δια του οποίου είναι δυνατόν να διανύση τις την παρούσαν ζωήν χωρίς λύπην. Ήνοιξε δε και τον αγαθόν θησαυρόν της καρδίας του, και εσκόρπιζεν εξ αυτού λόγους αγαθούς, και πλατύνας το στόμα του, επλήρωσεν υτό εκ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Όθεν εν σοφία και συνέσει δια της θείας εμπνεύσεως συνέθεσε βιβλία, εις τα οποία παρουσιάζεται και ρήτωρ εξαίσιος, και ιερολόγος θεόπνευστος. Διότι δια των λόγων αυτού εγκωμιάζει λαμπρώς την υπέραγνον Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, κατά τας διαφόρους Θεομητορικάς εορτάς. Εγκωμιάζει ομοίως και τον ζωοποιόν Σταυρόν του Σωτήρος, επί του οποίου, υπομείνας ο απαθής Θεός τα Άγια Πάθη και τον εκούσιον θάνατον, κατέστησεν ημάς κοινωνούς της Βασιλείας και της δόξης Αυτού. Εγκωμιάζει ακόμη και πολλάς άλλας Δεσποτικάς εορτάς, προς δε τούτοις εγκωμιάζει και μερικούς Αγίους, και δια των εγκωμίων τούτων έκαμεν ως ιδικά του τα μαρτύρια εκείνων. Αλλ’ εξαιρέτως εγκωμιάζει τον μέγαν Πρόδρομον Ιωάννην. Συνέθεσε δε και κατά μουσικήν και εναρμόνιον τέχνην πολλούς κανόνας και τροπάρια, δια των οποίων όχι μόνον λαμπρύνει τας εορτάς και παρακινεί τους Χριστιανούς εις πνευματικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν, αλλά προξενεί και κατάνυξιν, και κάμνει τους ψάλλοντας και αναγινώσκοντας να χύνουν πηγάς δακρύων. Εκτός δε των άλλων συνέθεσε και τον μέγαν εκείνον και αξιέπαινον Κανόνα, τον οποίον ψάλλομεν κατά την Πέμπτην της πέμπτης εβδομάδος των Νηστειών, ο οποίος όχι μόνον προξενεί μετάνοιαν και κατάνυξιν, αλλά και πολυμάθειαν παρέχει και διδάσκει τους Χριστιανούς με ποίαν διάθεσιν πρέπει να αναγινώσκουν τας ιεράς Ιστορίας της θείας Γραφής, και πως πρέπει να μεταχειρίζωνται αυτάς ως ύλην και αφορμήν υψηλοτέρων και ηθικών θεωριών. Όχι δε μόνον με τους λόγους του εκόσμησεν ο Άγιος την ποίμνην του, και ηύφρανε πάσαν άλλην Εκκλησίαν Χριστιανών, αλλά και με έργα και κατορθώματα μεγαλοπρεπή. Διότι και τους κατεστραμμένους ναούς του Θεού ανεκαίνισε με πλουσίαν και φιλότιμον βοήθειαν, και ναόν εκ θεμελίων ωκοδόμησεν ωραιότατον προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, ονομάσας αυτόν Βλαχέρνας. Αλλά και ξενοδοχείον εκ θεμελίων έκτισεν, εις ανάπαυσιν των γερόντων, εις θεραπείαν των ασθενών, εις σκέπην των ξένων και πτωχών, προς τους οποίους όχι μόνον έδιδε πλουσιοπάροχα τα προς χρείαν άπαντα και τροφήν, εξοδεύων πανσόφως και θεαρέστως τα χρήματα του Θεού. Αλλ’ όπως εις τα άλλα εμιμείτο τον Χριστόν, τον ιδικόν του Δεσπότην και διδάσκαλον, ούτω και εις ταύτα εμιμείτο Αυτόν. Και υπηρέτει εις το ξενοδοχείον τους ασθενείς και τους ξένους δια των ιδίων του χειρών, περιζωννύμενος το χειρόμακτρον, και πλύνων τας χείρας, τους πόδας και τας κεφαλάς αυτών και καθαρίζων τας πληγάς των αρρώστων, και λείχων σχεδόν δια της γλώσσης του το σεσηπός πύον και τα αίματα. Τόσον εθέρμαινεν αυτόν η προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπη. Δεν είναι υπερβολικόν το να αναφέρωμεν εν ή δύο θαύματα υπό του Αγίου δια της χάριτος του Θεού τελεσθέντα, ίνα αποδείξωμεν την αγιότητα και την παρρησίαν, δι’ ων ήτο κεκοσμημένος ο θείος Ανδρέας. Βαρβαρικός στόλος έπλευσε μίαν φοράν εις την Κρήτην, δια να αιχμαλωτίσουν και ερημώσουν την ποίμνην του Αγίου, και περισφίγξαντες αυτήν δια φοβεράς πολιορκίας, μετεχειρίσθησαν όλας τας πολεμικάς μηχανάς εναντίον της. Ο δε Άγιος δια των ευπροσδέκτων προσευχών του όχι μόνον διεφύλαξε την ποίμνην του εκτός παντός κινδύνου, αλλά και εις τας καρδίας των βαρβάρων τόσον μεγάλον φόβον ενέβαλεν, ώστε ηνάγκασε τούτους να φύγουν, χωρίς να τους διώξη κανείς. Πό την ταχείαν και άτακτον φυγήν των πολλοί ηφανίσθησαν τόσον από τα κύματα της θαλάσσης, όσον και από τους πολεμουμένους Χριστιανούς. Και άλλοτε, ενώ ήρχιζε το θέρος και η γη εφλογίζετο εκ του καύσωνος, δεν ήτο δυνατόν να βρέξη. Όθεν τα σπαρτά εμαράνθησαν και εκινδύνευον να ξηρανθούν τελείως. Οι δε άνθρωποι εκ του φόβου του λιμού και εκ της ανομβρίας ξηρανθέντες, από δε τας θερμάς ακτίνας του ηλίου κατακαιόμενοι, ήσαν εκλελυμένοι και σχεδόν απηλπισμένοι. Εις την τοιαύτην λοιπόν δυστυχίαν, τι έπραξεν η συμπθής εκείνη και ελεήμων του Αγίου ψυχή; Μήπως παρέβλεψε την ποίμνην του, κινδυνεύουσαν να αφανισθή; Όχι. Αλλά υψώσας εις τον ουρανόν χείρας και οφθαλμούς, επεκαλέσθη τον Θεόν εξ όλης του της ψυχής, δια να δώση βροχήν εις την γην, και, ω του θαύματος! Ευθύς εκαλύφθη ο ουρανός από νέφη και έβρεξε τόσην βροχήν, ώστε και τα σπαρτά εποτίσθησαν και εκάρπισαν θαυμασίως και οι άνθρωποι έλαβον αναψυχήν και παρηγορίαν. Άλλοτε πάλιν, εις καιρόν ότε ενέσκηψεν εις την επαρχίαν του μεγάλη επιδημία πανώλους και εθανάτωνε πολλούς, ο Άγιος δια των προς τον Θεόν ικεσιών και δακρύων αυτού ημπόδισε την ορμήν της θανατηφόρου ασθενείας. Αλλά και άλλα πάμπολλα θαύματα ετέλεσεν ο μέγας Ανδρέας, τα οποία αν διηγούμην δεν θα εξήρκει όλη μου η ζωή. Διότι, ως έχων εγκάτοικον εις την ψυχήν του τον Θεόν, εις μεν τους επαρχιώτας του προσέφερε πάντα τα εκ Θεού αγαθά, λυτρώνων αυτούς από κάθε κακόν, εις δε τον Θεόν πάλιν προσέφερε τας σεσωσμένας ψυχάς των επαρχιωτών του, ως προσφοράν ευπρόσδεκτον και αξίζουσαν περισσότερον από όλον τον κόσμον. Επειδή δε παρουσιάσθη ανάγκη, ηναγκάσθη ο Άγιος να μεταβή εις την Κωνσταντινούπολιν. Φθάσας δε εκεί, εγένετο δεκτός με πάσαν τιμήν και σέβας, τόσον από όλον το ιερόν σύστημα της Εκκλησίας, όσον και από τον βασιλέα και όλους τους άρχοντας. Διατρίβων δε εκεί ολίγον καιρόν διεμοίραζεν εις τους πεινώντας τον ουράνιον άρτον, ήτοι τον λόγον της διδασκαλίας, και επότιζε τους διψώντας εκ του ζωοποιού ύδατος του Αγίου Πνεύματος. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και σωματικώς εχόρταινε τους πεινώντας, εβοήθει τους αδικουμένους, υπερησπίζετο τας χήρας, επροστάτευε τα ορφανά και παρηγόρει τους τεθλιμμένους. Τέλος ητοιμάζετο να επνέλθη εις την επαρχίαν του. Επειδή δε προεγνώρισεν, ότι δεν θέλει ιδεί πλέον το ποίμνιόν του, παρέδωκε τον εαυτόν του εις το Πνεύμα το Άγιον το κινούν αυτόν. Ούτω εισελθών εις πλοίον εξεκίνησε δια την Κρήτην. Αλλ’ όταν το πλοίον έφθασεν εις την Μυτιλήνην, εστάθη εκεί. Ο Άγιος τότε ηρώτησε πως ονομάζεται ο τόπος εκείνος, και μαθών ότι καλείται Ερεσσός, απεκρίθη: «Εδώ πρέπει να αποδώσω εις τον Θεόν την εικόνα ην μοι έδωκεν Εκείνος, ήτοι εδώ μέλλω να αποθάνω». Όπερ και εγένετο. Όθεν ελύθη από τον δεσμόν του σώματος και ανήλθε χαροποιός προς τον ποθούμενον Θεόν, καταλαμπρυνόμενος από το απρόσιτον φως της Θεότητος και απολαμβάνων τα ανεκλάλητα αγαθά της ουρανίου Βασιλείας του Θεού. Το δε ιερόν αυτού λείψανον κατετέθη εν τω Ναώ της Αγίας και καλλινίκου Μάρτυρος Αναστασίας, ως θησαυρός ασύλητος και πηγή ιαμάτων αέναος, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν. 

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

H σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ της επονομαζομένης ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΗΣ.

Τη αυτή ημέρα η σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ της επονομαζομένης ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΗΣ.                                                                         

Η Αγία εικών της Υπεραγίας Θεοτόκου της επιλεγομένης Γαλακτοτροφούσης ευρίσκετο, κατά τας προφορικάς παραδόσεις, τας εν τη Ιερά Μονή του Χιλιανδαρίου φυλαττομένας, κατ’ αρχάς εν τη Λαύρα του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου, τη ευρισκομένη 25 σχεδόν στάδια μακράν της Ιερουσαλήμ. Ότε δε ο μέγας καθηγητής και κτίτωρ της μοναδικής καθ’ όλην την Ανατολήν Λαύρας, Σάββας ο Ηγιασμένος, έμελλεν εκ του προσκαίρου τούτου βίου να απέλθη προς Κύριον, προφητικώς είπεν εις τους περικυκλώσαντας τον κράββατον αυτού αδελφούς, ότι μετά παρέλευσιν καιρού μέλλει να επισκεφθή την Λαύραν αυτού βασιλόπαις τις, Σέρβος το γένος και συνώνυμος αυτώ, Σάββας δηλαδή ονόματι· όθεν η Εικών της Θεοτόκου η Γαλακτοτροφούσα να δοθή εις αυτόν εκ της Λαύρας ευλογίας χάριν· και ούτως ο Ηγιασμένος Σάββας ησύχως και ιλαρώς απήλθε προς Κύριον κατά το τέταρτον έτος της του Μεγάλου Ιουστινιανού βασιλείας, δηλαδή κατά τον στ΄ αιώνα. Παρήλθον έκτοτε υπέρ τους εξ αιώνες και επί της θαυμασίας αυτού Λαύρας ίστατο ακίνητος η θεία Εικών της Γαλακτοτροφούσης, εν τη ιδία αυτής θέσει, και επί τη προσδοκία της εκπληρώσεως των προφητικών και τελευταίων υπέρ αυτής διατάξεων του Ηγιασμένου Σάββα, αίτινες μετεβιβάζοντο προφορικώς από αιώνος εις αιώνα, εν τη ρηθείση αυτού Λαύρα. Τέλος κατά τον ιγ΄ (13ον) αιώνα έρχεται εις την Παλαιστίνην ο Άγιος Σάββας ο κτίτωρ της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου προς τον οποίον εγνωστοποίησαν τας του Ηγιασμένου Σάββα προφητικάς διατάξεις και ευλογήσαντες αυτόν του προσέφερον ομού μετά της θαυματουργού Εικόνος της Γαλακτοτροφούσης και την Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου της επιλεγομένης Τριχειρούσης. Επιστρέφων δε ο Άγιος Σάββας εκ Παλαιστίνης εις Σερβίαν επεσκέφθη και το Άγιον Όρος του Άθω, εν ω είχε και την ιδίαν αυτού Μονήν του Χιλιανδαρίου, όπου και αφιέρωσεν εις αναφαίρετον διαδοχήν και ως ανεκτίμητον κόσμημα την Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου την «Γαλακτοτροφούσαν», θέσας αυτήν εις την Εκκλησίαν της εν Καρυαίς ευρισκομένης Κέλλης υποκειμένης εις την Μονήν του Χιλιανδαρίου, και επιλεγομένης Τυπικαρείον, την δε Εικόνα της Τριχειρούσης έφερε μεθ’ εαυτού εις Σερβίαν. Άξιον δε σημειώσεως είναι ότι η Αγία αύτη Εικών, εναντίον του κοινού έθους καθ’ όλην την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν, ετέθη υπό του Αγίου Σάββα και μέχρι της σήμερον ίσταται επί του καταπετάσματος (τέμπλου) ουχί επί του αριστερού μέρους των βασιλικών Πυλών, αλλ’ επί του δεξιού, όπου δηλαδή συνήθως και πανταχού ίσταται η Εικών του Παντοκράτορος Ιησού Χριστού· και όμως εν ταύτη τη Εκκλησία ο Παντοκράτωρ Κύριος κατέχει την αριστεράν θέσιν εκ των βασιλικών πυλών επί του καταπετάσματος, εκεί όπου έπρεπε να ίσταται η της Θεοτόκου Εικών. Η εν τη ιερά ταύτη εικόνι περιγραφή του προσώπου της Θεοτόκου και του θείου βρέφους υπάρχει λίαν εμφαντική και ωραία, και όλως γραφίδος εκκλησιαστικής· και είναι το καλλίτερον σχέδιον της Βυζαντινής σχολής, σπανιώτατον ενταύθα κατά την παρούσαν εποχήν. 

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Ο νέος Οσιομάρτυς Γεράσιμος

Τη αυτή ημέρα η άθλησις του Αγίου Οσιομάρτυρος ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ του Νέου, του Καρπενησιώτου.                                                                                                                                               

Γεράσιμος, ο νέος ούτος Οσιομάρτυς του Χριστού, κατήγετο εκ κώμης καλουμένης Μέγα, εγγύς ούσης της πόλεως Καρπενησίου, υιός γονέων ευσεβών και φιλοχρίστων, Γεώργιος κληθείς εν τω Αγίω Βαπτίσματι. Ότε δε εγένετο ενδεκαετής παρέλαβεν αυτόν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αθανάσιος  και έφερεν εις την βασιλεύουσαν πόλιν Κωνσταντινούπολιν. Και ο μεν Αθανάσιος μετ’ ου πολύ εις την ιδίαν αυτού πατρίδα επανήλθεν, τούτον δε τον Άγιον Οσιομάρτυρα Γεράσιμον τον νέον παρέδωσεν  επί μισθώ εις τινα παντοπώλην συμπολίτην του, το παντοπωλείον του οποίου ευρίσκετο περί την τελευταίαν άκραν του Κερατίου κόλπου, εις θέσιν καλουμένην οθωμανιστί  Ίππ. Μίαν ημέραν, ενώ εξετέλει τα του υπηρέτου καθήκοντα, εξήλθε καθ’ οδόν πωλών και έχων επί της κεφαλής, κατά το συνηθιζόμενον, δίσκον χάλκινον, εφ’ ου ήσαν πινάκια πλήρη γάλακτος πεπηγότος· περιπατών δε προσέκρουσεν εις πέτραν τινά και ωλίσθησε. Τότε κατέπεσαν και συνετρίβησαν τα πινάκια, πλην του χαλκίνου δίσκου. Διο και καθήμενος εν τη οδώ εθρήνει, καθό νεανίσκος, φρονών ότι ένεκα της ζημίας ταύτης έμελλε να υποστή τιμωρίαν υπό του αυστηρού κυρίου του. Τούτον δε ούτω θρηνούντα είδεν εκ των θυρίδων του πλησίον μεγάρου της επίσημός τις κυρία Οθωμανού μεγιστάνος και ευθύς, κατελθούσα εις την πύλην, ήνοιξεν αυτήν και εισήγαγεν εις την οικίαν τον παίδα, τον οποίον κατεκράτει επιδαψιλεύουσα εις αυτόν μυρίας γυναικείας θυπείας, και δίδουσα πλουσίας υποσχέσεις δελεασμάτων. Μετά παρέλευσιν δε δύο μηνών, ο μεγιστάν σύζυγός της ετέλει την τελετήν της περιτομής των δύο αυτού τέκνων, μεθ’ ων ταυτοχρόνως δια της βίας και δια πολλών υποσχέσεων περιετμήθη και ο νεανίσκος Γεώργιος, προς ον αμφότεροι, ανήρ και γυνή, υπόσχοντο να έχωσι και να αγαπώσιν αυτόν ως τα ιδικά των τέκνα, και υποσχόμενοι ελευθερίν ίνα μεταβή εις την πατρίδα του και επισκεφθή την μητέρα του. Δια τοιούτων όθεν υποσχέσεων και κολακειών εξαπατηθείς ο μικρός Γεώργιος, εδέχθη και ησπάσθη, φευ! τον Ισλαμισμόν, παραμείνας εις τους νέους αυτού κυρίους αρκετούς χρόνους. Αλλά κατόπιν έλαβεν ο κύριος αυτού την υπόνοιαν μήπως η σύζυγος αυτού μοιχευθή μετά του νέου και παρέδωκεν αυτόν εις έτερον Οθωμανόν, τυχόντα τότε εις βασιλικήν αποστολήν, όστις και συνεταξίδευε μετ’  αυτού, περιοδεύσαντος την Βουλγαρίαν, την Βοσνίαν, Πελαγονίαν (Βιτώλια), Λάρισαν, Εύβοιαν και ακολούθως επανακάμψαντος εις Κωνσταντινούπολιν. Αφού όμως παρήλθεν ολίγος καιρός, συνήλθεν ο νέος και ενδομύχως συναισθανόμενος το μέγιστον αυτού αμάρτημα της εξωμοσίας, εδάκρυε και εθρήνει γοερώς μόνος, δια τον λόγον τούτον. Όθεν μετελθών πάντα τρόπον και δραπετεύσας εκ της βασιλευούσης έφθασεν εις την πατρίδα του, ένθα παρέμεινε μετά των οικείων του επί ολόκληρον τριετίαν, ουχί εν ανέσει και αδιαφορία, αλλά νηστείαις, αγρυπνίαις και θερμοίς δάκρυσι πενθών και οδυρόμενος δια την συμφοράν την οποίαν υπέστη. Αλλά και διάπυρον ευλάβειαν είχε προς τον συνώνυμον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον, ον επεκαλείτο και καθικέτευεν ενθέρμως, ίνα πρεσβεύση δι’ αυτόν παρά τω οικτίρμονι Θεώ, όπως τύχη και ούτος του μαρτυρικού στεφ΄νου. Είχε δε την συνήθειαν ανά πάσαν εσπέραν, ενώ πάντες οι του πατρικού οίκου του εκοιμώντο, να εξέρχεται κρυφίως και να μεταβαίνη μέχρις ημιώρου αποστάσεως εις τι ηρειπωμένον παρεκκλήσιον ωκοδομημένον επ’ ονόματι του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, και να προσεύχεται καθ’ όλην την νύκτα. Είχε δε και μικράν εικόνα του Αγίου εκεί και κανδήλαν ανημμένην τοποθετημένην υπ’ αυτού καταλλήλως εις κόγχην τινά του τοίχου, ενώπιον της οποίας προσηύχετο μετά θερμών δακρύων καθ’ όλην την νύκτα, ικετεύων τον Άγιον Γεώργιον όπως φωτίση αυτόν και επιστρέψη εις οδόν σωτηρίας. Κάποτε δε καθ’ όλην την νύκτα προσευχόμενον κατέλαβεν αυτόν η πρωϊα εις το μέρος εκείνο, και τότε είδον αυτόν δύο παίδες, διερχόμενοι εκ της οδού. Μη γνωρίζοντες δε ποίος ήτο, έκραζον καλούντες αυτόν Καλόγηρον. Ούτος δε ο μακάριος, ως ήκουσε τούτο, έσπευσεν ευθύς εις τον οίκον του, αποφασίσας να γίνη Μοναχός κατά την των παίδων πρόρρησιν, υπό Θεού φωτισθέντων να είπωσι τον λόγον τούτον. Εφ’ ω και εδήλωσεν εις την μητέρα αυτού τον σκοπόν του. Τούτο εκείνη ακούσασα ελυπήθη και δεν συνεφώνει προς την επιθυμίαν του, επιμένουσα μάλλον να νυμφεύση αυτόν. Αλλ’ ο Γεώργιος μη ειπών λόγον εις ουδένα απεφάσισε να φύγη κρυφίως. Μαθών δε ότι εις αδελφός εκ της Ιεράς Μονής του Πυρσού, Γεράσιμος καλούμενος, εσκέπτετο να απέλθη εις το αγιώνυμον όρος του Άθω χάριν προσκυνήσεως, ηδυνήθη και ούτος να συναπέλθη μετά του αδελφού εκείνου. Όταν λοιπόν έφθασεν εις Άθω, μετέβη εις την ιεράν Σκήτην του Αγίου Παντελεήμονος, και υπετάγη εις ενάρετον γέροντα, Κύριλλον Ιερομόναχον, συμπατριώτην του. Κατηχήθη τότε υπ’ αυτού και δεόντως παρηγορήθη δια το φρικτόν δυστύχημα το οποίον έπαθεν. Επεμελήθη ωσαύτως ο γέρων πνευματικός και ήσκησεν αυτόν κατά μικρόν εις την ανάγνωσιν, ώστε κατέστη ικανός να αναγινώσκη ελευθέρως, ιδίως δε το περί Χριστού μιμήσεως βιβλιάριον, και το Νέον Μαρτυρολόγιον. Αφού παρήλθε κατ’ αυτόν τον τρόπον ολόκληρον έτος, παρεκάλει θερμώς να λάβη το Μοναχικόν άγιον σχήμα, αλλ’ ο γέρων αυτού είπεν: «Δεν είναι ακόμη καιρός, τέκνον μου, ίνα τύχης του τοιούτου, αλλά μόνον μετά τριετή δοκιμασίαν, ή τουλάχιστον διετή, συμφώνως προς τους κανόνας των θεοφόρων αγίων Πατέρων». Ο δε Γεώργιος και πάλιν επιμόνως και με δάκρυα εζήτει να λάβη το άγιον σχήμα, επί τριμηνίαν όλην χύνων δάκρυα και ικετεύων. Βλέπων λοιπόν ο γέρων τον ένθερμον ζήλον του, λέγει προς αυτόν: «Έστω, Γεώργιε· ας εκπληρωθή η αίτησίς σου, με την παρατήρησιν ότι το αρχικόν στοιχείον του ονόματός σου, όπερ είναι το Γ. θέλω μεταβάλει εις Κ. ίνα μη είσαι γνωστός ως πρότερον λαϊκός». Ο δε τούτο ακούσας με βαρύν στεναγμόν λέγει: «Ω πνευματικέ μου πάτερ, ίνα εύρω τον Γεώργιον προτιμώ μυρίους θανάτους, συ δε λέγεις να σβύσης αυτόν ολοτελώς; Μη, σεπτέ μοι πάτερ, ποιήσης τούτο δια τον Κύριον». Επί τέλους βλέπων ο γέρων την μεγίστην και θερμήν ευλάβειάν του, έκειρεν αυτόν Μοναχόν κατά την δευτέραν Κυριακήν των Νηστειών, καλέσας αυτόν από Γεωργίου Γεράσιμον. Αφού παρήλθον εν τούτοις τρεις ημέραι, ήρχισε να ζητή άδειαν δια να απέλθη εις το μαρτύριον, όπερ προ πολλού επόθει, ο δε γέρων αφού επετίμησεν αυτόν είπεν: «Δεν επέρασεν ακόμη αρκετός χρόνος και μετά τρεις ημέρας από της αναδοχής του σχήματος ήρχισε να σε πειράζη ο σατανάς και ανθρωποκτόνος, δια να σε αρπάση εκ δεξιών και να σε οδηγήση εις χειρότερον ίσως ολίσθημα; Επειδή σε βλέπει ότι διέφυγες εκ των χειρών του, είναι φανερόν ότι ορύεται ως λέων κατά σου και βρυχάται, ίνα σε καταπίη, όθεν και μέλλει να μεταχειρισθή κάθε μέσον εναντίον σου. Συ όμως να σταθής ανδρείος και να μη παράσχης ώτα ακοής, ότι ταύτα πάντα  είναι μηχανουργήματα του μεγάλου δράκοντος, του διαβόλου, επειδή δια να μαρτυρήσης τυγχάνει δυσκατόρθωτον, και μη διανοηθής ότι, άμα παρουσιασθής, αμέσως θα αποκοπή η κεφαλή σου και θα μεταβής εις τον Παράδεισον, αλλά όλως τουναντίον· δια τούτο σου λέγω να αφήσης τον λογισμόν, όστις σε κατέχει τώρα, ίνα μη εμπέσης εις παγίδα του σατανά· ει δε και διστάζεις υπέρ της σωτηρίας σου, εγώ τουλάχιστον σου υπόσχομαι ότι θα τύχης συγχωρήσεως υπό του Θεού. Δια τούτο και ησύχασον, επιμελούμενος των κανόνων του μοναστικού βίου, τους οποίους υπεσχέθης ενώπιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να φυλάξης, διότι και η μοναδική πολιτεία μαρτύριον λογίζεται υπό των Θεοφόρων αγίων Πατέρων, και μαρτυρικούς στεφάνους λαμβάνει παρά του Ιησού Χριστού ο καλός Μοναχός, εξαιρέτως δε ο υποτακτικός».  Με τοιούτους λοιπόν και παρομοίους διδακτικούς λόγους κατήχει ο γέρων τον Γεράσιμον, εμποδίζων αυτόν από του μαρτυρίου, ως γνωρίζων αυτόν απλούν και ευμετάβολον κατά την γνώμην, και φοβούμενος μη η εσχάτη πλάνη γίνη χείρων της πρώτης. Όθεν και ο Γεράσιμος εσιώπα μεν κατά το φαινόμενον, έκρυπτεν όμως εν τη καρδία αυτού τον προς το μαρτύριον πόθον. Παρήλθε μικρόν διάστημα χρόνου, και πάλιν ήρχισε να ζητή το μαρτύριον. Αλλ’ ούτε ο γέρων αυτού ούτε άλλος τις των πνευματικών έδωσαν ακρόασιν εις τους λόγους αυτού, επειδή πάντες ενόμιζον αυτόν έχοντα παιδαριώδη γνώμην. Διήρκεσαν δε ταύτα επί τρία έτη και ουδείς ετόλμα να είπη εις αυτόν να μεταβή εις το μαρτύριον, ενώ τουναντίον εδόθη εις αυτόν παρά του γέροντός του άδεια και ελευθερία να διάγη επί του Όρους ή όπου αλλού θέλει, μακράν όμως του κόσμου. Περιεφέρετο όθεν εις τας ιεράς Μονάς ο καλός Γεράσιμος, αλλ’ ως αλλότριος του κόσμου τούτου, οτέ μεν εις την του Δοχειαρίου, οτέ δε εις την του Γρηγορίου. Δεν ευηρεστείτο όμως εκ της πνευματικης ταύτης διατριβής και περιηγήσεως, καταφλεγόμενος την καρδίαν και κατακεντώμενος ανά πάσαν στιγμήν δια την άρνησιν του Ιησού Χριστού. Τοσούτον δε ηλλοιώθη κατά την μορφήν του προσώπου, ως τυπτόμενος υπό της συνειδήσεως, ώστε οι βλέποντες αυτόν έλεγον, ότι μέγιστον κκόν έχει πάθει ούτος. Ούτω διάγων απήλθε τέλος εις τινα πνευματικόν, Δανιήλ καλούμενον, προς τον οποίον εξωμολογήθη τα πάντα και αφού μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων επανήλθεν εις τον γέροντά του Κύριλλον, και είπε τεχνηέντως ταύτα: «Επειδή διατελώ υπό τον υμέτερον Κανόνα να μη εξέλθω εις τον κόσμον, συγχώρησόν μοι ήδη να σε καθικετεύσω όπως μοι δώσης την άδειαν να απέλθω εις την πατρίδα μου, ίνα ίδω την μητέρα μου, τους συγγενείς και φίλους, και ελπίζω εις τον Θεόν να μη σε λυπήσω δια την αναχώρησίν μου ταύτην». Και πατρίδα μεν εννόει ο ευλογημένος την άνω Ιερουσαλήμ, την Εκκλησίαν των πρωτοτόκων, μητέρα δε την Κυρίαν Θεοτόκον, ως συγγενείς τους Μάρτυρας και φίλους πάντας τους Αγίους. Δι’ ο και έλαβε την ευχήν του γέροντος, ως άλλος Ιακώβ. Εξερχόμενος δε ο μακάριος του Αγίου Όρους δεν εφρόντισε περί της προσωρινής αυτού πατρίδος, ουδέ εσυλλογίσθη τα άφθονα δάκρυα της σαρκικής μητρός, ουδέ της εικοσιπενταετούς του νεότητος, αλλά τα πάντα περιφρονών και ως σκύβαλα λογιζόμενος δια τον αρνηθέντα Χριστόν, ευθύς απήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν, σκοπεύων αμεταθέτως να παρουσιασθή όπου πρέπει και να ομολογήση μεγάλη τη φωνή ότι είναι Χριστιανός. Φθάσας λοιπόν εκεί έμεινε κεκρυμμένος ημέρας τινάς προς τον σκοπόν να συναντήση τον αδελφόν του και προ της παρουσιάσεώς του απηύθυνεν επιστολήν προς τον εν τη Σκήτη Γέροντά του, ίνα αναγινώσκη παράκλησιν. Έπειτα έσπευσε προς την θύραν του ποτέ Οθωμανού κυρίου του, ενδεδυμένος με διαφορετικόν σχήμα, ώστε δεν διεκρίνετο αν ήτο λαϊκός ή Μοναχός. ΑΑλλ’ οι παρά την θύραν υπηρέται απεδίωξαν αυτόν. Ούτος όμως είπε προς αυτούς: «Διατί με αποδιώκετε, ενώ εγώ ήλθον φέρων χαροποιόν αγγελίαν εις τον κύριόν σας»; Τότε οι υπηρέται, ως ήκουσαν τούτο, είπον εις αυτόν: «Ποίος άνθρωπος είσαι συ, όστις φέρεις αγαθάς αγγελίας εις τον κύριον ημών»; Ο δε είπεν: «μικρός μεν και ταπεινός φαίνομαι, έχω όμως μέγαν αυθέντην». Όθεν οι υπηρέται εκείνοι ειδοποίησαν τον κύριόν των, και ούτως εδόθη η άδεια και παρουσιάσθη εις τον άλλοτε κύριόν του Οθωμανόν. Ο Οθωμανός, ως τον είδεν, είπε προς αυτόν: «Ποίος άνθρωπος είσαι συ, και πως ήλθες ενταύθα»;  «Εγώ είμαι εκείνος ο άκακος μικρός Γεώργιος, ο οποίος εκ της ακακίας μου και της νηπιότητός μου εδέχθην τους δολερούς και ασεβείς λόγους της γυναικός σου, και σου του ιδίου, και από Χριστιανού με εκάμετε Τούρκον. Διο και τώρα ήλθον να ομολογήσω ενώπιόν σας την αλήθειαν, ότι τότε μεν ως μικρός και άκακος εξηπατήθην, ήδη δε ότε ελθών εις ηλικίαν εγνώρισα το φως από του σκότους, ομολογώ και κηρύττω ότι Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω» είπεν ο Μάρτυς μετά παρρησίας. Ταύτα ακούσας ο Οθωμανός έμεινεν εκστατικός. Γνωρίζων όμως την ιδιότητα του Μάρτυρος, όστις παρεδέχετο ευκόλως τας κολακείας, δεν ωνείδισεν αυτόν αμέσως, αλλά τον εδέχθη με λόγους θωπευτικούς, και εκράτησεν αυτόν εις τον οίκον του επί τρεις ημέρας, προτρέπων αυτόν με ποικίλους τρόπους και υποσχόμενος εις αυτόν πλούτον και τιμάς, με την ελπίδα να επαναφέρη αυτόν εις τον Ισλαμισμόν. Αλλ’ ο Μάρτυς έμεινε στερεός και ακλόνητος εις την πίστιν του Χριστού, εις ουδέν λογιζόμενος τα επίγεια και πρόσκαιρα αγαθά. Ιδών λοιπόν ο άλλοτε κύριός του το αμετάθετον της γνώμης του Μάρτυρος, ή και διότι ηθέλησε να τον δοκιμάση, λέγει προς αυτόν: «Επειδή θέλεις να είσαι Χριστιανός, ύπαγε εις έτερον τόπον να ζήσης. Αλλ’ έως ότου εξέλθης εντεύθεν, πρέπον είναι να λέγης ότι είσαι Μουσουλμάνος, δια να μη κινδυνεύση η ζωή σου, διότι λυπούμαι την νεότητά σου και δεν επιθυμώ να ίδω τον θάνατόν σου, αφού σε είχον ως τέκνον μου». Ο Μάρτυς όμως είπεν εις αυτόν· «ευχαριστώ σε, διότι μου χαρίζεις την ζωήν, και μου δίδεις την άδειαν να ζήσω ως Χριστιανός. Τούτο δε το οποίον μου λέγεις να είπω, ότι είμαι Οθωμανός μέχρις ότου εξέλθω της πόλεως, είναι τελείως αδύνατον και ακατόρθωτον. Αντιθέτως, οφείλω να γίνω μεγαλόφωνος κήρυξ της πίστεώς μου, της πίστεως του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, εις την οποίαν και εγεννήθην, εβαπτίσθην και μέλλω να αποθάνω». Ταύτα ακούσας ο πρώην κύριός του Οθωμανός, διέταξε και ήλθεν εις τον οίκον του ο κατηχητής και ιερεύς του, ήτοι εκείνος όστις ανέγνωσεν επί του Μάρτυρος τας βεβήλους οθωμανικάς ευχάς, όστις και περιέτεμεν αυτόν νέον όντα, και εις χείρας του οποίου παρέδωκεν αυτόν, όπως ούτος δήθεν απαλλαγή εκ του χρέους του. Ο δε οθωμανός ιερεύς, παραλαβών μεθ’ εαυτού τον Μάρτυρα, παντοίας και ποικιλοτρόπους προσπαθείας κατέβαλεν όπως πείση τον Μάρτυρα να επανέλθη εις τον Ισλαμισμόν. Όμως έμεινε νενικημένος και κατησχυμμένος. Όθεν, ιδών και ούτος το αμετάθετον φρόνημα του Μάρτυρος, παρέδωκεν αυτόν υπό την εξουσίαν του τότε υπουργού των στρατιωτικών της Τουρκίας, όπως δώση εις αυτόν την πρέπουσαν τιμωρίαν. Παραλαβών λοιπόν ούτος τον άγιον Μάρτυρα, καθυπέβαλεν εις μύρια βασανιστήρια ως ζοφερός και άσπλαγχνος δαίμων, επί δεκαπέντε ολόκληρα ημερονύκτια, μετά την παρέλευσιν των οποίων εξεδόθη η τελευταία κατ’ αυτού θανατική απόφασις, δια ξίφους. Όθεν λαβόντες τον ευλογημένον Γεράσιμον οι υπηρέται του σατανά και του σκότους και έχοντες μεθ’ εαυτών και τον δήμιον δεν έπαυσαν προτρέποντες αυτόν εις την ασέβειαν καθ’ όλον το διάστημα, έως ότου έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης. Αλλ’ ο μαθητής του Χριστού ουδόλως απεκρίνετο εις αυτούς, εξαιτούμενος μόνον συγχώρησιν από των εν τη οδώ Χριστιανών, και ως πρόβατον επί σφαγήν  ήγετο εκεί όπου έμελλε να θανατωθή. Τότε διέταξεν αυτόν ο δήμιος να γονατίση και ευθύς ο Μάρτυς πλήρης χαράς και αγαλλιάσεως εγονάτισε κατ’ Ανατολάς έχων εστραμμένον το πρόσωπον και λέγων: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου». Αλλ’ ο δήμιος εννοήσας τον σκοπόν του Μάρτυρος δι’ ον εστράφη προς Ανατολάς, επέστρεψεν αυτόν προς Δυσμάς, αλλά και πάλιν ο άγιος Μάρτυς προσποιούμενος, ότι δεν ίστατο καλώς, έστρεψεν το δεύτερον κατά Ανατολάς. Και πάλιν όμως ο δήμιος έστρεψεν αυτόν προς Δυσμ΄ς, αλλά και πάλιν, το τρίτον, ο Μάρτυς έστρεψε προς Ανατολάς. Διο και σφόδρα αγανακτήσας ο δήμιος μετά βίας και ορμής κατήγαγε το ξίφος, και ούτως απέτεμε την πάντιμον και αγίαν αυτού κεφαλήν, ήτις και μετά τον χωρισμόν από του σώματος έμεινε φαιδρά κατά την όψιν επί ικανόν χρόνον. Το δε άγιον και μαρτυρικόν αυτού σώμα έμεινε γονατιστόν και όρθιον εν σχήματι προσευχομένου πλέον του ενός τετάρτου της ώρας και κατόπιν έπεσεν ήρεμα ως κοιμηθέν, ουδόλως δε ταραχθέν ή τιναχθέν, ως ταράττονται φυσικώς τα σώματα των αποτεμνομένων καταδίκων. Συνέδραμε δ’ εκεί όπου ήτο ο νεκρός του ενδόξου Μάρτυρος Γερασίμου πλήθος ικανόν ευσεβών Χριστιανών, και οι μεν έλαβον μέρος εκ των ιματίων αυτού, οι δε εκ των τριχών της ιεράς αυτού κεφαλής. Ταυτοχρόνως δε εις Χριστιανός εκ της νήσου Μυκόνου, καλούμενος Χριστόδουλος, λαβών ολίγας τρίχας εκ της μαρτυρικής κεφαλής μετέβη εις τον οίκον ένθα κατέλυε, όπου ευρίσκετο γυνή πυρέσσουσα και δεινώς κλονιζομένη, πάσχουσα επί συνεχή έτη, ήτις αφού εκαπνίσθη δια των τριχών τούτων, ως ευλαβής, έλαβε την ίασιν αυτής. Ούτω λοιπόν ετελείωσεν ο ένδοξος Οσιομάρτυς και του Χριστού στρατιώτης Γεράσιμος, ο εκ της του Καρπενησίου γης, το κλεινόν μαρτύριον δεχθείς εν τη βασιλίδι των πόλεων, τη του Κωνσταντίνου του πρώτου Ορθοδόξου βασιλέως, εν έτει σωτηρίω  αωιβ΄ (1812) μηνός Ιουλίου γ΄ (3η) ημέρα Τετάρτη, εν τόπω καλουμένω οθωμανιστί Μπαμπά χουμαϊ  εγγύς της πλατείας του περιωνύμου ιερού ποτε Ναού της Αγίας Σοφίας. Το δε πάντιμον και σεπτόν αυτού λείψανον μετά της αγίας αυτού κεφαλής παρέλαβον Χριστιανοί φιλομάρτυρες και φιλόχριστοι, αφού έδωσαν αρκετά χρήματα εις φύλακας και ενεταφίασαν εν τη μικρά νήσωΠρώτη, τη κατέναντι του Βυζαντίου, εντός του Ναού της εκεί ιεράς Σταυροπηγίου Μονής, της σεμνυνομένης εν τω ονόματι της θείας Μεταμορφώσεως. Μετά τριετίαν δε μετεκομίσθη υπό του Γέροντος του Μάρτυρος Κυρίλλου Ιερομονάχου εις την Πατριαρχικήν και σεβασμίαν Μονήν του Πυρσού εν Καρπενησίω, ως ο του Αγίου Οσιομάρτυρος πόθος και όπερ αναδίδει ευωδίαν άρρητον, παρέχον ιάματα δαψιλή εις τους μετά πίστεως και ανυποκρίτου ευλαβείας προς αυτό προσερχομένους. Ου ταις ακοιμήτοις πρεσβείαις και θερμαίς ικεσίαις προς τον οικτίρμονα και επουράνιον ημών Θεόν αξιωθείημεν άπαντες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί της ουρανίου και αλήκτου Βασιλείας. Αμήν. 

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Μάρκος και Μωκιανός

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΡΚΟΥ και ΜΩΚΙΑΝΟΥ.                                               

Μάρκος και Μωκιανός οι Άγιοι Μάρτυρες, αναγκασθέντες υπό του επάρχου Μαξίμου να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα και μη πεισθέντες, αλλά παρρησία ομολογήσαντες το όνομα του Χριστού, απεκεφαλίσθησαν. Και όταν μεν ο Άγιος Μωκιανός απήγετο εις τον τόπον της καταδίκης ηκολούθει αυτώ η γυνή και τα τέκνα του κλαίοντα, ο δε Άγιος συνεβούλευσεν αυτά να σιωπώσι και να μη κλαίωσιν. Όταν δε ο Άγιος Μάρκος απεκεφαλίσθη, παρίστατο και η γυνή αυτού, ήτις χαίρουσα έλαβεν εις τας χείρας της την κεφαλήν αυτού, ως πολύτιμον θησαυρόν. Ούτως απήλθον αμφότεροι οι γενναίοι του Χριστού αθληταί νικηφόροι εις τα ουράνια. 

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Θεόδοτος, Θεοδότη και οι συν αυτοίς ΔΙΟΜΗΔΗΣ, ΕΥΛΑΜΠΙΔΟΣ και ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΕΟΔΟΤΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΗΣ, ΔΟΛΙΝΔΟΥΧ και των συν αυτοίς ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, ΕΥΛΑΜΠΙΔΟΥ και ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ.                                               

Θεόδοτος, Θεοδότη και οι συν αυτοίς Άγιοι Μάρτυρες, επειδή επίστευον εις τον Χριστόν και ωμολόγουν Αυτόν, συνελήφθησαν υπό του βασιλέως Τραϊανού εν έτει 98, υπό του οποίου εξηναγκάζοντο να αρνηθώσι την ευσέβειαν και να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα. Όμως μη πεισθέντες υπεβλήθησαν εις διαφόρους τιμωρίας, κατόπιν δε ενεκλείσθησαν εις την ιδίαν φυλακήν , εις την οποίαν ήτο εγκάθειρκτος και ο Άγιος Μάρτυς Υάκινθος ο Κουβικουλάριος, παρά του οποίου και εστηρίχθησαν εις την πίστιν του Χριστού. Αφού δε ετελειώθη ο Άγιος Υάκινθος και έλαβε τον στέφανον του μαρτυρίου, τότε εξήγαγον τους Αγίους εκ της φυλακής και εβίαζον αυτούς να φάγωσιν εκ των σφαγίων της θυσίας. Όμως οι καρτερόψυχοι όχι μόνον δεν επείσθησαν, αλλά μάλλον ήλεγχον την θρησκείαν των ειδώλων. Όθεν, δια την αιτίαν ταύτην, κρεμάσαντες αυτούς επί ξύλων και ξεσχίσαντες, κατεβίβασαν κατόπιν και απέκοψαν τας τιμίας αυτών κεφαλάς, ούτω δε απήλθον νικηφόροι εις τα ουράνια. Τα δε τίμια αυτών λείψανα ενεταφίασαν εντίμως Χριστιανοί τινες εις τον τόπον εκείνον ένθα και εμαρτύρησαν. 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Του εν Αγίοις πατρός ημών ΑΝΑΤΟΛΙΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΑΝΑΤΟΛΙΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.                                                                                                                            

Ανατόλιος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και εν Αγίοις πατήρ ημών ήτο πρότερον πρεσβύτερος και αποκρισιάριος της εν Αλεξανδρεία Εκκλησίας. Μετά ταύτα εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κατά τους τελευταίους χρόνους της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού, του υιού Αρκαδίου, εν έτει υμζ΄ (447) προβληθείς, ως Πατριάρχης, υπό του μονοφυσίτου Διοσκόρου. Προέβαλε δε αυτόν Πατριάρχην ο μονοφυσίτης Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος, διότι ήλπιζεν, ο μάταιος, ότι θέλει έχει αυτόν σύμφωνον και ομόφρονα της κακοδοξίας του. Όμως όχι μόνον απέτυχε της ελπίδος του, αλλά και τα εναντία συνέβησαν, διότι ο μακάριος ούτος Ανατόλιος καθήρεσε τον κακόδοξον Διόσκορον, το δε όνομα του αοιδίμου αγιωτάτου Φλαβιανού, του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τον οποίον ο Διόσκορος καθήρεσε παραλόγως και εθανάτωσεν εις την εν Εφέσω  ληστρικήν Σύνοδον, συνηρίθμησεν ούτος εις τα δίπτυχα μετά των άλλων αοιδίμων Πατριαρχών, επειδή, ως είπομεν, ο Άγιος Φλαβιανός καθηρέθη παραλόγως από τον Διόσκορον εις την ρηθείσαν εν Εφέσω ληστρικήν Σύνοδον. Ούτος ενήργησεν ίνα και το τίμιον λείψανον του Αγίου Φλαβιανού ανακομισθή και αποθησαυρισθή εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Όχι δε μόνον τούτο έπραξεν, αλλά και δι’ εγκυκλίων επιστολών εξέθεσε τα της Ορθοδόξου πίστεως, και απέστειλε ταύτας προς τους εις πάσαν πόλιν Επισκόπους, παρακινών αυτούς να αναθεματίσωσι τους πρώτους και αρχηγούς της αιρέσεως, ήτοι τον Νεστόριον, τον Ευτυχή και τον Διόσκορον και όλους εκείνους όσοι εδογμάτιζον ότι έπαθε σύγχυσιν ή τροπήν η θεία φύσις επί της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Ο Ανατόλιος λοιπόν ούτος, διάδοχος γενόμενος του ρηθέντος Αγίου Φλαβιανού και ποιμάνας την Εκκλησίαν του Χριστού έτη οκτώ, απήλθε προς Κύριον, διάδοχον αφήσας τον αγιώτατον Πατριάρχην Γεννάδιον. 

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Το κατά πλάτος Μαρτύριον του Αγίου ΥΑΚΙΝΘΟΥ του Κουβικουλαρίου

Το κατά πλάτος Μαρτύριον του Αγίου ενδόξου Μάρτυρος ΥΑΚΙΝΘΟΥ του Κουβικουλαρίου (Θαλαμηπόλου).                                                                                                         

Ότε εβασίλευεν ο Τραϊανός, διωγμός μέγας εγένετο κατά των Χριστιανών· διότι ούτος έδωσε προσταγήν, ώστε πάντες οι υπήκοοι της βασιλείας του ή να θυσιάζωσιν εις τους θεούς ή να υποβάλλωνται εις σκληροτάτας τιμωρίας. Πολλοί δε εγένοντο δούλοι του Χριστού κατά τον καιρόν εκείνον, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Μάρτυς του Χριστού Υάκινθος, όστις καταλεγόμενος εν τω καταλόγω των υπηρετών του παλατίου και υπηρετών εις την τράπεζαν του βασιλέως, αν και διήγε το εικοστόν έτος της ηλικίας αυτού, ενετρύφα, ως αθλητής, εις τους αγώνας της ευσεβείας. Όθεν παρά το νεαρόν της ηλικίας και της εν τω στρατώ διατριβής αυτού, κατεκόσμει τον εαυτόν του δι’  ήθους αρμόζοντος εις γέροντα και έχων ως αγαθόν στήριγμα την εγκράτειαν, και διέπλασσε τον βίον αυτού εν σεμνότητι και ευπρεπεία. Ότε δε ο Τραϊανός έκαμνεν εορτήν εις τα είδωλα και πάντες συνεώρταζον μετ’ αυτού, ο Άγιος ούτος του Χριστού Μάρτυς Υάκινθος, απελθών κατά μόνας, προσηύχετο εις τον αληθινόν Θεόν. Εις δε, συνυπηρετών μετ’ αυτού εν τω στρατώ, Σουρβίκιος το όνομα, ως πράγματι θερμότατος υπηρέτης του σατανά, ιδών τον μακάριον Υάκινθον προσευχόμενον και επικαλούμενον το όνομα του Δεσπότου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ανέφερε τούτο εις τον βασιλέα, ειπών· «Αυτοκράτορ, ο υπό την σην αήττητον εξουσίαν επιστρατευμένος Υάκινθος δεν υπακούει εις τας προσταγάς σου, και ούτε εις τους θεούς θυσιάζει, ούτε εκ των σφαγίων των προσφερομένων εις τους θεούς γεύεται. Αλλά προσευχόμενος μόνος, Χριστόν τινα ως Θεόν επικαλείται». Ως δε ήκουσε ταύτα ο Τραϊανός, ευθύς επρόσταξε να εισαγάγουν τον Υάκινθον εις το γεύμα αυτού. Τούτου γενομένου ο ασεβής βασιλεύς προσέφερεν εις αυτόν εκ των ειδωλοθύτων και εξηνάγκαζεν αυτόν να φάγη εκ τούτων, παρουσία του. Αλλ’ ο γενναίος του Χριστού αθλητής Υάκινθος, αφού εσφράγισεν εαυτόν δια του σημείου του Σταυρού, είπεν ενώπιον του βασιλέως δια στόματος και καρδίας· «Μη γένοιτο, βασιλεύς, εγώ Χριστιανός ων, να μιαροφάγω. Αντιθέτως επεθύμουν και συ, βασιλεύς, να απομακρυνθής εκ της πλάνης και να εγκαταλείψης την εορτήν και τας θυσίας των δαιμόνων και να κατανοήσης τον μόνον αληθινόν Θεόν και Αυτόν μόνον να λατρεύης». Εξοργισθέντων δε των παρευρισκομένων ειδωλολατρών δια την παρρησίαν μεθ’ ης ωμίλει ο Άγιος Μάρτυς Υάκινθος, είπεν ο Τραϊανός· «Υάκινθε, το νεαρόν της ηλικίας σου σε παροτρύνει εις το να φέρεσαι με αλαζονείαν. Συ, ανόητε, συμβουλεύεις να μη λατρεύωμεν τους μεγίστους θεούς, και να λατρεύωμεν τον Χριστόν, τον οποίον ούτε ημείς ούτε οι πρόγονοι ημών εγνωρίσαμεν»; Απήντησε τότε ο Υάκινθος· «Πόθεν ήλθεν εις σε τον ανάξιον η τοιαύτη γνώσις, ώστε να κατονομάσης τον αληθινόν Θεόν τον ποιήσαντα τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς; Τον ποιήσαντα τον άνθρωπον κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Αυτού; Άρα ορθώς λέγεις, ότι αγνοείς τούτον, τον οποίον και οι πατέρες σου, ως τέκνα οργής, δεν κατενόησαν. Ενώ εγώ, ανατραφείς υπό φιλοχρίστων γονέων, ούτω να λατρεύω και να προσκυνώ έχω διδαχθή». Τότε ο τύραννος, εξοργισθείς σφόδρα δια τας τοιαύτας αποκρίσεις του Αγίου Μάρτυρος, επρόσταξε τους υπηρέτας να κτυπούν αυτόν εις το στόμα και να βασανίζωσιν εις όλον το σώμα του. Οι δε υπηρέται του σατανά, εξερεθισθέντες τας φρένας, ως να κατεκαίοντο αύται υπό καυστήρος, εκτύπων με βάρβαρον τρόπον το στόμα του Αγίου, εξυβρίζοντες και λέγοντες εις αυτόν· «Δεν γνωρίζεις, Υάκινθε, ότι ευρίσκεσαι προ του μεγάλου βασιλέως; Πως λοιπόν τολμάς να είπης όσα λέγεις»; Ρίψαντες δε αυτόν κατά γης κατελάκτιζον αγρίως δια των ποδών των και διανοίγοντες δια των ονύχων των το στόμα του Αγίου Μάρτυρος ενέβαλλον εντός αυτού τα ειδωλόθυτα. Ο δε Άγιος Μάρτυς, ως έχων επί του στόματος αυτού την του Χριστού σφραγίδα, ουδέν έπαθε και ούτε εμιάνθη, φαγών τα ειδωλόθυτα. Ιδών τότε ο Τραϊανός ότι η άδικος αυτού κρίσις κατενικήθη, έξαλλος εξ οργής γενόμενος, εγκατέλειψε το πολυτελές γεύμα και τους πολλούς του συνδαιτημόνας και επρόσταξε να φρουρήται ο του Θεού Μάρτυς νυχθημερόν δέσμιος εν τω δεσμωτηρίω με τους πόδας αυτού τεταμένους επί του τιμωρητικού ξύλου, την δε επομένην, της αυτής εορτής των ειδώλων τελουμένης, επρόσταξεν ο Τραϊανός να οδηγηθή ο Άγιος Μάρτυς εκ του δεσμωτηρίου εις το θέατρον και εκεί να δεχθή παν είδος βασανιστηρίων. Ως δε, κατά την προσταγήν του Τραϊανού, ωδηγήθη ο Μάρτυς εκεί, είπε προς αυτόν ο βασιλεύς· «Υάκινθε, επείσθης, ότι το ασθενές της ηλικίας σου φρόνημα και η αλαζονεία σε ωδήγησαν εις σκληροτάτας τιμωρίας; Δέχθητι λοιπόν και θυσίασον εις τους θεούς πριν ή κακήν κακώς αποθάνης». Ο δε του Χριστού Μάρτυς, καθώς ο αδάμας ισχυροποιηθείς κατά την ψυχήν και το σώμα, μάλλον δε εμπνευσθείς υπό θείας δυνάμεως, απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ, επειδή είμαι Χριστιανός, περιφρονώ όλα τας τιμωρίας και τας βασάνους σου. Και δεν θέλεις με πείσει να ανταλλάξω την αιώνιον ζωήν και την ατελεύτητον βασιλείαν δια της προσκαίρου ζωής. Πράξον λοιπόν ό,τι θέλεις». Τότε ο Τραϊανός, πλησθείς υπό θυμού, επρόσταξεν όπως ο Άγιος καταπληγώνεται επί πολύ. Τοσούτον δε εμαστιγώθη, ώστε οι βασανισταί του, ραντιζόμενοι υπό του αίματός του, ημαυρώθησαν κατά τας όψεις. Ότε δε οι δήμιοι εξηντλήθησαν βασανίζοντες τον Άγιον Μάρτυρα, επρόσταξεν ο τύραννος να κρεμασθή και να κατασχίζεται εις τας πλευράς. Ενώ δε κατεξεσχίζοντο αι σάρκες αυτού μέχρι του μυελού και εδέρετο εις το πρόσωπον, έλεγε, μεγάλη τη φωνή, ο Άγιος Μάρτυς· «Χριστιανός είμαι, ω Τραϊανέ! Δούλος του Χριστού είμαι και δεν θα αρνηθώ Αυτόν. Χωρίς να θέλης με ευηργέτησας, μαθών με να υπομένω τα του Χριστού πάθη. Μεγαλυτέρας λοιπόν τιμωρίας επινόησον, ώστε εκ τούτων να πιστεύσω ακόμη περισσότερον ότι το όνομα του Χριστού βοηθεί πάντας τους επικαλουμένους τούτο». Ότε ήλθεν η εβδόμη ώρα και πάντες οι εν τω θεάτρω εξεπλήσσοντο σφόδρα δια την τοσαύτην του Αγίου Μάρτυρος ανδρείαν και αντοχήν, καθώς και δια την μη υποχώρησιν αυτού προ των τοιούτων βασάνων, επρόσταξεν ο Τραϊανός να οδηγηθή πάλιν δέσμιος εις την φυλακήν, πραγγείλας εις τους στρατιώτας να φρουρώσιν αυτόν, ώστε ούτε καμμιάς να τύχη περιποιήσεως, ούτε και άρτος ή ύδωρ να εισαχθή προς αυτόν, μόνον δε δια του ρχιφύλακος να προσφέρωνται εις αυτόν αι ειδωλόθυτοι τροφαί. Ο δε Άγιος Μάρτυς, ως εις ρυπαρότητας αποβλέπων προς τας τροφάς ταύτας και επί πολλάς ημέρας υπομένων εν νηστείαις και προσευχαίς ουδέν ήγγισεν, οι δε υπηρέται εισερχόμενοι καθ’ εκάστην εύρισκον άθικτα τα εδέσματα. Του δε Τραϊανού επιθυμούντος να πληροφορηθή παρά των εισερχομένων εις το δεσμωτήριον και φερόντων προς τον Μάρτυρα τας τροφάς αν τρώγη ταύτας, εκείνοι ανέφερον λέγοντες· «Καθ’ εκάστην προσφέρομεν εις τον Υάκινθον τας τροφάς, ως προσέταξες. Την δε επομένην, μεταβαίνοντες πάλιν προς αυτόν, τας μεν τροφάς ευρίσκομεν ως τας αφήσαμεν την προτεραίαν, αυτόν δε χαίροντα και προσευχόμενον». Ο δε βασιλεύς μη δυνάμενος να πεισθή, ότι δια της δυνάμεως του Θεού ενδυναμούται ο Μάρτυς, ωργίζετο κατά των στρατιωτών λέγων, ότι τρώγει άλλας τροφάς, εισαγομένας προς αυτόν έξωθεν και απειλών να υποβάλη τους στρατιώτας εις κεφαλικήν ποινήν, αν ούτω πράγματι συμβαίνη. Ούτως ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς υπέμενεν εις την φυλακήν νήστις και διψών επί πολλάς ημέρας. Την δε τριακοστήν ογδόην ημέραν από της φυλακίσεώς του, εισελθών, κατά την συνήθειάν του, ο αρχιφύλαξ και φέρων αυτώ τας ειδωλοθύτους τροφάς, βλέπει φως λαμπρότατον εντός της φυλακής και τον Άγιον του Χριστού Μάρτυρα καθήμενον, με το πρόσωπον φαιδρόν, δύο δε Αγγέλους παρισταμένους, εξ ων ο μεν εις εσκέπαζε το σώμα του Αγίου, ο δε έτερος απέθετε στέφανον επί της κεφαλής αυτού. Έντρομος τότε γενόμενος και απορρίψας τας τροφάς, τας οποίας εκράτει, επέστρεψε ταχέως προς τον βασιλέα και ανέφερεν εις αυτόν εκείνα τα οποία είδεν. Ο δε βασιλεύς δυσπιστών εις τα λεγόμενα και νομίσας, ότι ταύτα είναι φαντασίαι, απειλών δε να υποβάλη τον Μάρτυρα εις φρικτοτέρας τιμωρίας, παρήγγειλεν εις τους στρατιώτας να προκαλώσιν εις τον Μάρτυρα θλίψεις σφοδροτάτας και ουδεμιάς παρηγορίας να αξιούται. Μετά δύο ημέρας επρόσταξε να προσαχθή εκ της φυλακής ενώπιόν του, λέγων· «Θα ίδω, πάντως, εάν βοηθή αυτόν ο ον επικαλείται Χριστός και εάν σώζη αυτόν εκ των χειρών μου κκώς θανατούμενον». Εισελθόντες δε οι στρατιώται εις την φυλακήν εύρον τον μεν Άγιον του Χριστού Μάρτυρα ήδη τελειωθέντα, Αγγέλους δε ισταμένους πέριξ αυτού εν μορφή ανθρώπων, κρατούντας λαμπάδας. Ταύτα ιδόντες οι υπηρέται εξεπλάγησαν σφόδρα, και πλήρεις φόβου, σπεύσαντες προς τον βασιλέα, ανέφερον εις αυτόν τα γενόμενα, λέγοντες· «Κατά την προσταγήν της εξουσίας σου, βασιλεύ, μεταβάντες εις την φυλακήν, εύρομεν τον Υάκινθον τεθνεώτα, πλήθος δε ανθρώπων, ενδεδυμένων λευκά ενδύματα, ίσταντο πέριξ αυτού και εκράτουν λαμπάδας». Τότε ο ασεβέστατος τύραννος προσέταξε το μεν σώμα του μακαρίου Μάρτυρος να ρίψωσιν εις τι όρος, όπου ευρίσκοντο πλήθος σαρκοβόρων θηρίων, οι δε στρατιώται να φρουρούσιν εκεί, μήπως, ως έλεγεν, ελθόντες οι οικείοι αυτού και οι όμοιοι προς αυτόν μάγοι παραλάβωσι το σώμα αυτού και ως θεόν τούτο προσκυνήσωσιν. Ιερεύς δε τις, ονόματι Τιμόθεος, ανήρ ευλαβής και δια πάσης αρετής κεκοσμημένος, συγγενής ων του Αγίου Υακίνθου, έσπευσε μετ’ εμού, ίνα εγώ μεν ως Αιγύπτιος εξαπατήσω τους στρατιώτας, εκείνος δε κλέψη το σώμα του Αγίου και εντίμως ενταφιάση τούτο εις επίσημον τόπον, εις θεραπείαν πολλών ασθενούντων. Όμως δεν ηδυνήθη να πραγματοποιήση την επιθυμίαν του, τόσον διότι εφύλαττον οι στρατιώται, όσον και εκ του φοβερού κινδύνου των θηρίων. Μετά περισσοτέρου δε πόθου ανεμένομεν ημείς, διότι το σώμα του Αγίου διεφυλάττετο υπό αγίων Αγγέλων και ουδέν εκ των αγρίων θηρίων ετόλμα να πλησιάση τούτο. Νύκτα δε τινα Άγγελος Κυρίου, κρατών φωτεινήν λαμπάδα, εμφανισθείς εν σχήματι ανθρώπου, ωδήγησε τον ευλαβέστατον ιερέα του Θεού Τιμόθεον, έως ότου ήλθεν εις τον τόπον όπου έκειτο το τίμιον του Αγίου λείψανον, το οποίον παραλαβών ευθύς, κατά την αυτήν νύκτα, εκήδευσε μετά ψαλμωδιών, αρωμάτων και πολλών θυμιαμάτων. Μέλλων δε να τελευτήση ο του Θεού θεράπων και φιλομάρτυς Τιμόθεος, ενεπιστεύθη τούτο εις γυναίκα τινά, χήραν, ευσεβεστάτην και αξίαν του να παραλάβη τον του Χριστού Άγιον Μάρτυρα. Ήτις  και αποδεχθείσα μετά πολλής ευλαβείας το τίμιον λείψανον του ενδοξοτάτου Μάρτυρος Υακίνθου, δεν παρέλειπε και ανα πάσαν ημέραν και νύκτα παρεκάθητο πλησίον αυτού αγρυπνούσα μετά φόβου και θερμών δακρύων και δια λαμπάδων ανημμένων τιμώσα αυτό, αδιαλείπτως θυμιώσα και προς το άγιον λείψανον πάσαν τιμήν και επιμέλειαν προσφέρουσα. Αλλά και το του Αγίου Μάρτυρος Υακίνθου λείψανον πολλήν ευωδίαν ανέπεμπεν, εμφαίνουσαν την χάριν ης ηξιώθη δια την υπέρ Χριστού άθλησιν αυτού. Η μεν λοιπόν πιστοτάτη εκείνη γραία εις ουδένα ουδέ το ελάχιστον ενεπιστεύθη να είπη περί του τιμίου τούτου λειψάνου, και είχε τούτο κεκρυμμένον, διότι η πόλις εις την οποίαν κατώκει είχεν ακόμη πλήθος ειδωλολατρών. Αφού δε παρήλθε πολύς καιρός, συνέβη εις συγκλητικόν τινα των εκ της πόλεως εκείνης, να φλογισθούν εκ πάθους αμφότεροι οι οφθαλμοί του, καθ’ όλον δε το έτος υποφέρων εκ φοβερών οδυνών έμενεν εν τελεία τυφλώσει και ουδεμίαν ηδύνατο να ίδη θεραπείαν παρά των εκεί ιατρών, αν και ούτοι πάσν ιατρείν έκαμνον εις αυτόν. Ο δε μακαριώτατος αθλητής του Χριστού Υάκινθος, ότε ήθλει, ητήσατο παρά Θεού να ευδοκήση, ίνα, μετά την τελείωσιν αυτού, το τίμιον αυτού λείψανον αποδοθή εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα Καισάρειαν. Όθεν μίαν νύκτα, εμφανισθείς ο Άγιος Μάρτυς εις τον τυφλωθέντα συγκλητικόν, είπεν εις αυτόν· «Άνθρωπε, θέλεις να ιατρευθής»; Ο συγκλητικός τότε εξυπνήσας απήντησε· «Ναι, σε ικετεύω». Ηρώτα δε τον Άγιον, συ τις είσαι; Ο δε αθλητής του Χριστού απεκρίθη· ο Υάκινθος είμαι, ο ιατρός, ο δούλος του Θεού. Παρεκάλει τότε αυτόν ο τυφλός συγκλητικός λέγων· «Λάβε όσα χρήματα θέλεις, αρκεί μόνον να ίδω το φως των οφθαλμών μου. Διότι ζω εν τω σκότει, εν φρικταίς οδύναις και πόνω ψυχής». Αλλ’ ο Άγιος Υάκινθος απήντησεν· «Ο Θεός μου σε ιατρεύει δωρεάν. Μόνον τούτο, το οποίον σου λέγω, πράξον. Αφού παραλάβης το σώμα μου, το φυλαττόμενον υπό της τάδε γραίας, απόστειλον αυτό εις την πρώτην των Καππαδόκων χώραν, ήτις είναι η Μητρόπολις Καισάρεια». Πιστεύσας τότε εις τους λόγους τούτους ο συγκλητικός ηγέρθη εκ της κλίνης κατά τον όρθρον και χειραγωγούμενος μετέβη εις τον οίκον της χήρας. Εισελθών δε εύρε κανδήλαν ανημμένην άνωθεν του λειψάνου του Αγίου. Όθεν λαβών μετά πίστεως έλαιον εκ της κανδήλας περιέχρισε τους οφθαλμούς αυτού και ευθύς, ω του θαύματος! παραχρήμα νέβλεψε. Παρελθόντος του χρόνου και του ανδρός λησμομήσαντος και μη εκπληρώσαντος την υπόσχεσιν, ήρχισε πάλιν ούτος να καταλαμβάνεται ωσάν υπό σκοτεινού νέφους και να τυφλούται. Πορευθείς  όθεν εκ νέου προς το λείψανον του Αγίου εδέετο να θεραπευθή. Ήκουσε τότε φωνήν λέγουσαν. «Εχλεύασας και εχλευάσθης». Ενθυμηθείς τότε την προς τον Άγιον υπόσχεσιν έλεγε· «Δος μοι την χάριν και θέλω εκπληρώσει το υποσχεθέν». Ο δε Άγιος του Θεού Μάρτυς, έχων θερμόν πόθον να δωρήση εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα το άγιόν του λείψανον, ιάτρευσε και πάλιν αυτόν, δια της ευλογίας του εκαίου της κανδήλας, δι’ ου χρίσας ο ανήρ ούτος τους οφθαλμούς του ευθύς ανέβλεψεν ως και πρότερον. Τότε παραλαβών το τίμιον λείψανον του Αγίου Μάρτυρος, αφού απέθεσε τούτο εφ΄αμάξης, απέστειλε δια πιστών ανθρώπων, εις ους παρήγγειλε να μεταφέρουν εις την Καισάρειαν και καταθέσουν αυτό εν τη πύλη τη λεγομένη Σεβαστιανή, οπόθεν θα εξορμήσουν τα ζώα, τα σύραντα την άμαξαν εφ’ ης εφέρετο το άγιον λείψανον. Διότι και τούτο είχε παραγγείλει ο Μάρτυς. Τα δε ζώα, οδηγηθέντα δια της χάριτος του Μάρτυρος, ώρμησαν προς το λεγόμενον Στενάδιον, ένθα ήτο και η οικία του ενδοξοτάτου τούτου Μάρτυρος Υακίνθου. Τούτο εννοήσαντες οι συνοδεύοντες το άγιον λείψανον απέθεσαν τούτο εκεί, εντός καταλλήλου μαρμαρίνης λάρνακος, ήτις ευρέθη εν τω κήπω της οικίας του Αγίου Μάρτυρος. Ημείς λοιπόν οι ιδόντες ιδίοις όμμασιν και υπηρέται του Μάρτυρος συνεγράψαμεν τα της αθλήσεως αυτού, ίνα αποκαλύψωμεν ταύτην προς υμάς, τους επιδείξαντας ζήλον προς τον ένδοξον τούτον Μάρτυρα του Χριστού, ίνα, μετά πολλής σπουδής και πίστεως προσερχόμενοι, από κοινού πάντες εορτάζητε την μνήμην αυτού, εις δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ετελειώθη δε ο του Χριστού Άγιος Μάρτυς Υάκινθος ο Κουβικουλάριος εν Ρώμη, την 3ην του μηνός Ιουλίου, μη γευθείς ουδεμίαν τροφήν ουδέ πόσιν επί τεσσαράκοντα ημέρας, τρεφόμενος μόνον υπό του Αγίου Πνεύματος δια της πίστεως και της προσευχής, βασιλεύοντος του ασεβεστάτου Τραϊανού, καθ’ ημάς δε βασιλεύοντος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.