Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

Ο Άγιος νέος Ιερομάρτυς Αναστάσιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ του εξ Ιωαννίνων, του εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος εν έτει αψμγ΄ (1743) και ξίφει τελειωθέντος.                

Αναστάσιος ο Άγιος νέος Ιερομάρτυς κατήγετο εκ του χωρίου Άγιος Βλάσιος των Ιωαννίνων, ήτο δε εφημέριος εις μίαν Εκκλησίαν έξω της Κωνσταντινουπόλεως. Ιδών δε και ακούσας το μαρτύριον του Μάρτυρος Ιερέως Κωνσταντίνου Ρώσσου, ήλθε και αυτός εις έφεσιν μαρτυρίου και εδέετο εις τον Άγιον Θεόν καθ’ ημέραν να τον αξιώση του ποθουμένου. Συνέβη δε, καθώς λέγουν, εις Ιερομόναχος, Κύπριος το γένος, γέρων εβδομηκοντούτης, αισχρού βίου άνθρωπος και αισχροτέρας διαθέσεως, τυφλός μεν κατά τα όμματα, τυφλότερος δε κατά τον νουν, παραχωρήσει Θεού να γίνη Τούρκος, αν και εις τοιαύτην κατάστασιν και εις τοιαύτην ηλικίαν. Εκ δε της πολλής τιμής και κυβερνήσεως, την οποίαν προσέφερον εις αυτόν, εις τοιαύτην τυφλότητα έφθασεν ο άθλιος, ώστε μετέβαινε και αυτός μετά των άλλων τυφλών, των λεγομένων Σέχηδων και ανήρχετο εις τας βαθμίδας του Γιενή- τζαμίου, εκείθεν δε εδίδασκε τους εισερχομένους Αγαρηνούς τους μύθους της θρησκείας των, με τον σκοπόν να του δίδωσι χρήματα δια να κυβερνάται. Μίαν ημέραν, ενώ κατήρχετο ο ευλογημένος ούτος Αναστάσιος δια να μεταβή εις την αγοράν, διήλθεν έξωθεν του Γιενή-τζαμίου και ιδών τούτον τον νέον Σαπρίκιον να κάθηται εις την κλίμακα του τζαμίου και να διδάσκη τους Τούρκους, επόνεσε κατά την καρδίαν και εστάθη και παρετήρει αυτόν, συλλογιζόμενος και απορών από ποίον ύψος της ουρανίου γνώσεως του Χριστού εκρημνίσθη εις τοιούτον βάθος απογνώσεως, ως άλλος Εωσφόρος. Ιδόντες δε αυτόν οι παρατυχόντες εκεί Αγαρηνοί ιστάμενον εκστατικόν και σιωπώντα, είπον προς τον Άγιον Ιερομάρτυρα με την συνηθισμένην των βαρβαρότητα: «Μπρε, παπά, βλέπεις αυτόν τον Σέχην; Και αυτός παπάς ήτο και εγνώρισε την πίστιν μας και έγινε Τούρκος· έλα να γίνης και συ Τούρκος, δια να κερδίσης τον Παράδεισον». Ταύτα και άλλα έλεγον οι Αγαρηνοί. Ο δε Άγιος Ιερομάρτυς Αναστάσιος ήνοιξε το ευλογημένον στόμα του και απήντησε προς αυτούς· «Ω τυφλοί και πεπλανημένοι, τι τον ακούετε; Αυτά τα οποία σας λέγει είναι όλα ψέματα. Σεις, οίτινες είσθε από προγόνων Τούρκοι, αυτόν τον σαπρόγερον εξελέξατε δια να σας διδάξη την πίστιν, τον οποίον εγκατέλειψεν ο Θεός δια την πολλήν του κακίαν και ηρνήθη την πίστιν του, τώρα εις τα γηρατεία; Που γνωρίζει την πίστιν σας αυτός, ο οποίος ακόμη δεν ιατρεύθη από την τύφλωσίν του; Κρίμα εις την γνώσιν σας, και λέγετε ότι έχετε και πίστιν». Ταύτα και άλλα πλείονα αφού είπεν ο Άγιος Μάρτυς εις τουρκικήν διάλεκτον με μεγάλην τόλμην και παρρησίαν, εσιώπησεν. Οι δε Αγαρηνοί ακούσαντες έτρεξαν εναντίον του με μεγάλην ορμήν, και τον ήρπασαν και τον έφερον εις τον κριτήν, εκείθεν δε εις τον βεζύρην. Ο δε Μάρτυς είπε και εκεί τους ιδίους λόγους, δι’ ο και απεφασίσθη να εξορισθή εις την Χίον. Όταν λοιπόν έμελλον να τον αναβιβάσουν εις το πλοίον δια να τον εξορίσουν, ο Άγιος με φρόνιμον τρόπον ηπάτησεν αυτούς και τον έφεραν πάλιν εις τον βεζύρην, προ του οποίου ο Άγιος είπε ταύτα· «Ενδοξότατε αυθέντα, δια ποίαν αφορμήν  με στέλλεις εις εξορίαν; Διότι σου είπα την αλήθειαν; Μάλιστα έπρεπε να με τιμήσης και όχι να με εξορίσης. Αλλά δεν θέλετε να ακούσετε την αλήθειαν, και δια τούτο έχετε αυτούς τους πεπωρωμένους και τυφλούς και σας διδάσκουν». Αλλά τι να πολυλογώ; Τόσους λόγους είπε, και τόσον εχλεύασε την θρησκείαν των και με τόσην παρρησίαν εκήρυξε την πίστιν των Χριστιανών, και ουτως ωμολόγησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι και όλην την ένσαρκον Αυτού οικονομίαν, ώστε άπαντες οι ακούσαντες έμειναν άφωνοι. Όθεν μη δυνάμενοι να υπομείνουν τον έλεγχον, έστειλαν και τον απεκεφάλισαν εις το Γιενή-τζαμί, κατά την προσταγήν του Μουφτή. Μετά δε την αποτομήν αυτού φως ουράνιον εφαίνετο άνωθεν του λειψάνου του, εν τω καιρώ της νυκτός, κατά τον οποίον οι Τούρκοι το εφύλαττον, οίτινες και βλέποντες τούτο εθαύμαζον. Ούτως ο τρισμακάριστος με πόθον άμετρον και υπερβάλλουσαν προθυμίαν έλαβε χαίρων του μαρτυρίου τον στέφανον κατά την η΄ (8ην) Ιουλίου, εν Χριστώ Ιησού, ω δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Ο Όσιος Θεόφιλος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΘΕΟΦΙΛΟΥ, του αγιοπρεπώς ασκήσαντος και εν ειρήνη τελειωθέντος και μύρον αναβλύσαντος, εν τω κατά τα όρια της Μονής του Παντοκράτορος κελλίω του Αγίου Βασιλείου, εν τω όρει του Άθωνος.                                                                                                                                                 

Θεόφιλος ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών, ο τη αληθεία φίλος Θεού, ο πνευματοφόρος και χριστοφόρος, κατήγετο εκ της πόλεως Ζίχνης της εν τη Μακεδονία, γεννηθείς εκ γονέων ευσεβών και εναρέτων και ανατραφείς εξ αυτών εις ήθη αγαθά και ενάρετα. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν, έστειλαν αυτόν εις το σχολείον προς εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων των λεγομένων κοινών. Αφού συνεπλήρωσε τα μαθήματα ταύτα, έστειλλον αυτόν και εις τα Ελληνικά μαθήματα. Έχων δε ο νέος νουν ευφυά και δεξιόν, έφθασεν εις ολίγον εις μέτρα ικανότητος. Έμαθε δε και την καλλιγραφίαν και έγινε καλλιγράφος άριστος. Υπήρξε δε ο Όσιος από νεότητος φρόνιμος και σύννους, αποφεύγων μεν τας συνομιλίας των ατάκτων νέων, αγαπών δε τας συναναστροφάς των φρονίμων γερόντων και καταγινόμενος πάντοτε εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, κατά την παραγγελίαν του σοφού Σειράχ του λέγοντος: «Μετά συνετών έστω ο διαλογισμός σου, και πάσα διήγησίς σου εν νόμω Υψίστου» (Σειράχ θ: 15). Εις ταύτα καταγινόμενος ο Όσιος Θεόφιλος ηύξανεν ημέραν καθ’ ημέραν και εχλοηφόρει και έπληθεν εις διαφόρους καρπούς των αρετών, ποτιζόμενος εκ της αναγνώσεως των ιερών Γραφών, ως δένδρον πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων· διο και απαρνηθείς πατρίδα κι συγγένειαν και πλούτον και πάσαν κοσμικήν ματαιότητα, έγινε μοναχός· μετ’ ολίγον δε καιρόν έλαβε και το αξίωμα της ιερωσύνης· έκτοτε δε περιεπάτει εις διαφόρους τόπους διδάσκων και ωφελών τους Χριστιανούς δια του λόγου και του παραδείγματος της εαυτού ζωής. Μετά ταύτα ευρών τον Επίσκοπον της Ρενδίνης κύριον Ακάκιον, άνδρα ευλαβή και ενάρετον, συγκατώκησε μετ’ αυτού ο Όσιος. Τούτον δε τον Επίσκοπον Ακάκιον εχειροτόνησεν Αρχιερέα ο αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θείος Νήφων, Θεσσαλονίκης Μητροπολίτης πρώην έτι ων· όθεν εκ τούτου ην φίλος γνήσιος του αγίου Νήφωνος ο θείος Ακάκιος. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας ήλθον εκ της Αιγύπτου γράμματα εις τον αγιώτατον Πατριάρχην κύριον Νήφωνα, διαλαμβάνοντα δια τα μεγάλα και φοβερά εκείνα θαύματα, άτινα ενήργησεν ο παντοδύναμος Θεός δια του τότε Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας κυρίου Ιωακείμ, εις καταισχύνην μεν και όνειδος των θεοκτόνων Ιουδαίων, εις καύχημα δε και στήριγμα της αληθινής και ορθοδόξου ημών πίστεως· η δε υπόθεσις αυτών έχει ούτως, ως εν συντόμω. Εν έτει χιλιοστώ τετρακοσιοστώ ογδοηκοστώ έκτω από Χριστού συνέβει θανατικόν μέγα εις την Αίγυπτον· διό εις ιατρός Εβραίος, έχων ο μιαρός μεγάλην έχθραν και φθόνον κατά των Χριστιανών, εκήρυττεν εις όλους τους Τούρκους και διεφήμιζεν, ότι η αιτία του θανατικού είναι οι Χριστιανοί, ως ποιούντες μαγείας και γοητείας, βάλλοντες εν ξύλον εις τα ύδατα και ραντίζοντες και τούτου ένεκα ακολουθεί το θανατικόν. Η φήμη αύτη διαδοθείσα εις όλους τους Τούρκους, έφθασε και έως τον βασιλέα της Αιγύπτου Μέλεκ Μήναζ, όστις, αν και υπήρξεν Οθωμανός, ηγάπα όμως και εσέβετο κατά πολλά τον αγιώτατον Πατριάρχην, τόσον δια την αρετήν αυτού, όσον και δια την φρόνησιν και αγιότητα. «Οίδε γαρ» (κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον) «και πολέμιος θαυμάζειν ανδρός αρετήν». Όθεν δεν ηθέλησε να ενοχλήση περί τούτου ούτε τον Πατριάρχην ούτε τους Χριστιανούς. Ο θεοκατάρατος όμως Εβραίος, ιδών ότι ουδέν κατώρθωσεν εκ της τοιαύτης ψευδούς φήμης και συκοφαντίας, μετεχειρίσθη άλλον τρόπον και άλλην μέθοδον. Ο υπουργός του βασιλέως έτυχε να είναι εξ Εβραίων Αγαρηνός· τούτον λοιπόν τον υπουργόν, ομού και τον γραμματέα της αυλής, καταπείσας ο παγκάκιστος εκείνος Εβραίος, έφερεν αυτούς εις την γνώμην αυτού. Αυτοί δε πάλιν οι δύο, υπέρμαχοι όντες της ασεβείας και εχθροί της ευσεβείας, κατέπεισαν δια διαφόρων τρόπων τον βασιλέα και έπεισαν αυτόν, ίνα κινηθή κατά του Πατριάρχου των Χριστιανών. Όθεν δια βασιλικής προσταγής παρεστάθη ο Πατριάρχης εις την αυλήν· γενομένης δε εκτεταμένης διαλέξεως περί πίστεως, ανέφεραν οι ασεβείς το του Σωτήρος ρητόν, το: «Ο έχων πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερεί τω όρει τούτω. Μετάβηθι εντεύθεν, και μεταβήσεται». Τούτου ακούσας ο βασιλεύς, επέβαλεν ορισμόν εις τον Πατριάρχην, ίνα ποιήση το τοιούτον θαύμα, εις ένδειξιν της αυτού πίστεως. Όθεν ο Μακαριώτατος Πατριάρχης κύριος Ιωακείμ, έχων πίστιν αδίστακτον εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εδέχθη ευθύς το βασιλικόν πρόσταγμα και προετοιμασθείς τριημέρως δι νηστείας και προσευχής, αυτός τε και όλον το ποίμνιον αυτού, εποίησε το μέγα εκείνο και φοβερόν θαύμα, εν ονόματι του Κυρίου ημών, μετατοπίσας το απέναντι εκείσε όρος, όπερ και έως της σήμερον φαίνεται και ονομάζεται τουρκιστί «ντούρ ντάγ» (στήθι όρος). Τούτο το θαυμάσιον βλέποντες οι ασεβείς εκείνοι βοηθοί του Εβραίου και μη έχοντες τι να πράξουν, κατεσκεύασαν εν θανατηφόρον φάρμακον και πείθουσι τον βασιλέα, ίνα προστάξη τον Πατριάρχην να πίη αυτό, προβάλλοντες αιτίαν, ότι και τούτο υπάρχει γεγραμμένον εις το Ευαγγέλιον. Δεξάμενος και ταύτην την βασιλικήν προσταγήν ο αγιώτατος Πατριάρχης Ιωακείμ έπιεν αδιστάκτως το θανατηφόρον εκείνο φάρμακον εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και ουδέν έπαθε κακόν. Είτα πλύνας το ποτήριον, έδωκε και εις τον Εβραίον τον τούτο κατασκευάσαντα να πίη, όστις, δια προσταγής και βίας βασιλικής τούτο πιών, ευθύς κακώς ο κακός απέθανε. Ταύτα τα δύο μεγάλα θαυμαστά ιδών ο βασιλεύς και λίαν θυμωθείς, ευθύς επρόσταξε και απεκεφάλισαν τον τε Υπουργόν και τον Γραμματέα· αλλά και όλους τους Εβραίους ηθέλησε προσέτι να αφανίση, εάν μη ο Μακαριώτατος Πατριάρχης εμεσίτευεν· έδωκε δε εις αυτούς μόνην δια τούτο ποινήν, ίνα φέρωσι το ύδωρ του Νείλου ποταμού εντός της πόλεως Καϊρου δι’ ιδίων εξόδων· όπερ και εποίησαν κατασκευάσαντες μεγίστους καμαροειδείς υδραγωγούς, οίτινες έως την σήμερον φαίνονται. Εξ εναντίας δε ο βασιλεύς τον Πατριάρχην εδόξασε μεγάλως και όλους τους Χριστιανούς ετίμησε. Προσέτι και αυτός ο βασιλεύς γενόμενος Χριστιανός και αναχωρήσας κρυφίως της πόλεως, εμόνασεν εις το Σιναίον όρος. Αυτά λοιπόν τα θαύματα μαθών ο προρρηθείς Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θείος Νήφων, ευθύς απέστειλεν εις τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας τον Επίσκοπον Ρενδίνης κύριον Ακάκιον, περί του οποίου ανωτέρω ανεφέραμεν, ομού και τον Όσιον τούτον Θεόφιλον και άλλους τινάς, ίνα μάθωσι καταλεπτώς και πληροφορηθώσι καλύτερον τα γενόμενα. Έγραψε δε και γράμματα εις τον Αλεξανδρείας Πατριάρχην ο Άγιος Νήφων, δια των οποίων πρώτον μεν ηυχαρίστει τον Θεόν, τον επακούσαντα και ενεργήσαντα δι’ αυτού τοιαύτα θαυμάσια, ώστε να μη καταισχυνθή το γένος των Χριστιανών· δεύτερον δε παρεκάλει αυτόν να δεχθή ευμενώς τους απεσταλμένους. Λαβών λοιπόν τα του Αγίου Νήφωνος γράμματα ο Μακαριώτατος Ιωακείμ, εδέχθη φιλοφρόνως τους απεσταλμένους εις το Πατριαρχείον και μεγάλως ανέπαυσε και επεριποιήθη, και μάλιστα τούτον τον Όσιον πολλά ηγάπησε και ηυλαβήθη ως σοφόν και ενάρετον. Εκείθεν λαβόντες την ευλογίαν του Πατριάρχου ανεχώρησαν δια το θεοβάδιστον όρος Σινά· και προσκυνήσαντες εκεί ευλαβώς, υπέστρεψαν δια ξηράς εις την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ· ποιήσαντες δε και εκεί τα όμοια διήλθον έως της Δαμασκού, εις την οποίαν, ευρόντες τον Πατριάρχην της ντιοχείας και γράμματα παρ’ αυτού λαβόντες, επέστρεψαν πάλιν εις την Ιερουσαλήμ, όπου ασθενήσας ο θείος Ακάκιος εκοιμήθη εν Κυρίω· μετά δε τον θάνατον αυτού, λαβών ο Θεόφιλος και εκ του Πατριάρχου Ιεροσολύμων γράμματα, ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Εύρε δε τότε εν Κωνσταντινουπόλει πατριαρχεύοντα τον από Ζίχνης Μητροπολίτην Παχώμιον (εκθρονισθέντος εκ του θρόνου του Αγίου Νήφωνος), εις τον οποίον και ενεχείρισε τα γράμματα. Ιδών δε τον Θεόφιλον ο Πατριάρχης εχάρη μεγάλως ως συμπατριώτης· και ευλογήσας αυτόν και ευχηθείς, παρεκάλεσεν, ίνα μείμη εις το Πατριαρχείον δια βοήθειαν, ως λίαν χρήσιμος δια την σοφίαν αυτού και την αρετήν. Υπακούσας δε κατά την ώραν εις την παράκλησιν του Πατριάρχου ο Όσιος έμεινεν. Όθεν και διωρίσθη Νοτάριος και Έξαρχος της Μεγάλης Εκκλησίας, και έμεινεν εκεί ικανόν καιρόν εις αυτό το διακόνημα, αγαπώμενος και τιμώμενος υπό πάντων. Καταφρονήσς μετέπειτα ο Όσιος Θεόφιλος τας του Πατριάρχου δόξας και τιμάς, και αναχωρήσας εκείθεν, ήλθεν εις το Άγιον Όρος του Άθωνος. Και πρώτον μεν μετέβη εις την Μονήν του Βατοπεδίου, και συγκατώκησε μετά του αγιωτάτου Επισκόπου Μεθύμνης, εκεί τότε ευρισκομένου, και υπετάχθη εις αυτόν μετά πάσης προθυμίας και ταπεινώσεως· αφού δε εκείνος ετελεύτησεν, απήλθεν εις την Μονήν των Ιβήρων. Εσπούδαζε δε ο αείμνηστος, ίνα συνάξη αφ’ όλων τας αρετάς, ως φιλόπονος μέλισσα εξάγων το μέλι εκ των ανθέων· διο και εις ολίγον καιρόν έγινε σκεύος της εκλογής και δοχείον των αρετών. Εκεί δε εις την των Ιβήρων ευρισκόμενος αντέγραψεν όλα τα της ιεράς Ακολουθίας βιβλία, προσταχθείς υπό των εκεί Πατέρων· διότι ήτο καλλιγράφος άριστος, αντέγραψε δε αυτά μετά μεγάλης επιμελείας και πολλού κόπου, εξ ων και πολλά έως την σήμερον σώζονται. Επειδή δε, καθώς είπε τις των Πατέρων, δεν είναι δυνατόν να κρυβή εις το σκότος εκείνος, όστις βαστάζει ανημμένην λαμπάδα, διότι φανεροί αυτόν το φως της λαμπάδος ή μάλλον ειπείν, κατά τον του Κυρίου λόγον: «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε: 17), ούτω και ο Όσιος ούτος Θεόφιλος, λάμπων πανταχόθεν δια του φωτός των αρετών και της ενθέου πολιτείας, έγινε περίφημος και ονομαστός, όχι μόνον εις το Άγιον Όρος, αλλά και εις τα πέριξ, και εις τα μακράν μέρη. Όθεν και πολλοί, ακούοντες την ένθεον αυτού πολιτείαν και τα θαυμαστά αυτού κατορθώματα, επεθύμουν ίνα έχωσιν αυτόν Ποιμένα και Διδάσκαλον· μάλιστα δε και εξαιρέτως η γειτονεύουσα πόλις της Θεσσαλονίκης, εστερημένη ούσα τότε Ποιμένος, εδίψα ως η έλαφος να απολαύση τα γλυκύτατα νάματα της διδασκαλίας του. Διο και ότε έτυχε τότε διαβαίνων εκ της Θεσσαλονίκης ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κύριος Θεόκλητος, παρεκάλεσαν τούτον οι Θεσσαλονικείς και έγραψεν επιστολήν ιδιόχειρον προς τον Όσιον (διότι ήτο άκρος φίλος αυτού και συμπατριώτης), παρακλών αυτόν να έλθη εις Θεσσαλονίκην, ίνα ίδωσιν αλλήλους, ως παλαιοί φίλοι και συμπατριώται· περί δε της Αρχιερωσύνης ουδέν ανέφερεν. Αναγνώσας την επιστολήν ο Όσιος, ηννόησε τον σκοπόν· όθεν μισών δόξαν ματαίαν και πρόσκαιρα αξιώματα, έγινε πρώτον παρευθύς Μεγαλόσχημος· έπειτα γράφει προς τον Πατριάρχην, ότι ησθένησε βαρέως, και δια τούτο έλαβε το μέγα σχήμα και ότι παρητήθη της ιερωσύνης· διο και δεν δύναται να έλθη ουδέ πεζός ουδέ αναβάτης, ειμή αν τύχη εις κράββατον. Ταύτας και άλλας προφασιολογίας γράψας προς αποφυγήν της ενοχλήσεως, εζήτει την συγχώρησιν και παρεκάλει αυτόν να εύχεται υπέρ αυτού, και ότι δια της χάριτος του Θεού θέλουσιν ιδεί αλλήλους εν τη Βασιλεία των ουρανών. Ταύτην την απάντησιν λαβών ο Πατριάρχης, ελυπήθη μεν διότι δεν επέτυχε του ποθουμένου, αφ’ ετέρου όμως έχαιρε θαυμάζων την μεγίστην του Οσίου ταπείνωσιν· όθεν και ηύχετο υπέρ αυτού, ίνα τελειώση τον θεάρεστον αυτού σκοπόν, τον οποίον επόθει. Πλησίον της Μονής των Ιβήρων ησύχαζε Προηγούμενός τις Διονύσιος ονόματι. Ο δε Όσιος Θεόφιλος, αγαπών την ησυχίαν, εζήτησεν άδειαν παρά του Ηγουμένου και της Αδελφότητος και εποίησε μικράν καλύβην πλησίον του Προηγουμένου· διο και ήσαν μετ’ αυτού ούτως ηνωμένοι ως μία ψυχή εις δύο σώματα, ομιλούντες αεί περί πνευματικών ζητημάτων. Ακούσας δε μετά ταύτα την ενάρετον πολιτείαν Κυρίλλου τινός του κατοικούντος εις τας Καρυάς, ομοίως και των αδελφών αυτού, καταλιπών τας διατριβάς της των Ιβήρων Μονής ήλθε και συγκατώκησε μετ’ αυτών, ώστε να μιμηθή και εκείνων την πολιτείαν και άσκησιν. Εκεί δε ευρισκομένου του Οσίου, ήρχετο συχνάκις και ελειτούργει ο Πρώτος του Αγίου Όρους Ιερομόναχος κύριος Σεραφείμ, όστις εδέχετο και τους λογισμούς αυτών. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης έγινε φίλος και αγαπητός ο Όσιος μετα του ρηθέντος Πρώτου του Αγίου Όρους· διο και εντολήν έβαλον αλλήλοις, ίνα εύχηται ο εις υπέρ του άλλου, την οποίαν και εφύλαξαν έως τέλους. Ο δε θείος Θεόφιλος, έχων πόθον πολύν δι’ ακριβεστέραν ησυχίαν, εζήτησε και εύρεν εν κελλίον του Αγίου Βασιλείου εις τα όρια της Μονής του Παντοκράτορος, επιτήδειον δι’ ησυχίαν· λαβών δε χρήματα παρά του Πρώτου (διότι ήτο ακτήμων ο ευλογημένος), ηγόρασεν αυτό από του Μοναστηρίου. Επειδή δε υπήρχον όλα τα του κελλίου σεσαθρωμένα εκ της πολυκαιρίας, ανεκαίνισεν ο αοίδιμος αυτά όλα, ομού και την Εκκλησίαν, την οποίαν και εζωγράφισεν ένδον μετά πολλών κόπων· εις το εξής δε έμεινεν ησυχάζων μεθ’ ενός αδελφού Ισαάκ ονομαζομένου. Συζηλώσας δε τον Όσιον και ο ρηθείς Πρώτος Σεραφείμ, αφού ωκοδόμησεν εκ βάθρων τον νάρθηκα του Πρωτάτου και το κωδωνοστάσιον και την Εκκλησίαν εζωγράφισε, παρητήθη της του Πρωτάτου αξίας και απελθών εις το κελλίον αυτού ησύχαζε και αυτός μεθ’ ενός αδελφού και συχνότερον συνανεστρέφετο μετά του Οσίου, στηριζόμενοι ο εις υπό του άλλου και εντρυφώντες εις τας θείας Γραφάς και εις τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων. Αφού λοιπόν ησύχασεν εις το ρηθέν κελλίον του Αγίου Βασιλείου ο Όσιος Θεόφιλος, εδόθη εις περισσοτέρους αγώνας της ασκήσεως, μάλιστα δε εξαιρέτως εις την νοεράν προσευχήν, τόσον ώστε έγινεν όλος μετάρσιος, καταφλεγόμενος δε υπό της θείας αγάπης, δεν έζη πλέον αυτός, κατά τον Παύλον, αλλ’ έζη εν αυτώ ο Χριστός· και συντόμως ειπείν, ως ασώματος έγινεν Άγγελος, «φθάσας εις άνδρα τέλειον, και μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Γενόμενος δε πλήρης ημερών ο αοίδιμος, προεγνώρισε τον θάνατον αυτού· διο και έγραψεν ομολογίαν της πίστεως και διαθήκην ιδιόχειρον εποίησεν· έπειτα προσκαλέσας και ιερείς ετέλεσε και το Ευχέλαιον εν ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος· λαβών δε παρά πάντων συγχώρησιν, και εις πάντας δους, κατά την Παρασκευήν ησύχασε. Τω δε Σαββάτω εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και τω Θεώ ευχαριστήσας περί πάντων, εκάλεσε τον μαθητήν του Ισαάκ (όστις ήτο πρόθυμος εις τα πνευματικά, εις την υποταγήν τέλειος και μιμητής του διδασκάλου αυτού), και δίδει εις αυτόν εντολήν τοιαύτην: «Όταν αποθάνω, μη ομολογήσης τούτο εις ουδένα, αλλ’ ουδέ τα έθιμα της ταφής εκτελέσης, μόνον δέσε σχοινίον εις τους πόδας μου, και σύρε με και ρίψε με εις το δάσος εις μέρος κρύφιον, ίνα με φάγωσι τα θηρία· πλην λειτουργίας και μνημόσυνα ποίησον όσα δυνηθής». Τούτο δε εποίησεν ο Όσιος, όπως φύγη την δόξαν και τιμήν των ανθρώπων· διότι εγίνωσκεν ότι οι Αγιορείται, δια την πολλήν ευλάβειαν, την οποίαν είχον προς αυτόν, έμελλον να τιμήσουν το λείψανον αυτού ως άγιον. Ταύτα παραγγείλας ο Όσιος εις τον μθητήν και εξαπλώσας τους ωραίους αυτού πόδας, και «Κύριε Ιησού Χριστέ», ειπών, «δέξαι το πνεύμα μου», εκοιμήθη τον εις τους Οσίους πρέποντα ύπνον, εν έτει από Χριστού αφνη΄ (1558) Ιουλίου η΄ (8η) εν ημέρα Κυριακή, προτού να ανατείλη ο ήλιος. Και τοιουτοτρόπως συνηριθμήθη ο Ιερεύς εις τους Ιερείς, ο Όσιος εις τους Οσίους, ο Δίκαιος εις τους Δικαίους και ο Ισάγγελος εις τους γγέλους, και χαίρει νυν εν ουρανοίς και αγάλλεται, βλέπων πρόσωπον προς πρόσωπον εκείνον τον οποίον εκ ψυχής ηγάπησε, τον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν, δια τον οποίον και κατεφρόνησε τον κόσμον και πάντα τα εν τω κόσμω τερπνά ο μακάριος. Ο δε καλός μαθητής αυτού Ισαάκ εποίησε κατά την εντολήν του Διδασκάλου αυτού Οσίου Θεοφίλου, ρίψας το λείψανον αυτού εις εν απόκρυφον δάσος. Επειδή δε ηκούσθη η φήμη του θανάτου του Οσίου εις όλον το Άγιον Όρος και ήρχοντο πανταχόθεν οι Μοναχοί, μάλιστα δε οι γνωστοί κι φίλοι αυτού, ίνα θεωρήσωσι τον τάφον αυτού και λάβωσιν ευχήν και ευλογίαν (διότι εις τοιαύτην αγιότητα είχον τον Όσιον, ώστε και εκ μόνου του ασπασμού ή και της θεωρίας του τάφου ήλπιζον να λάβουν ευλογίαν και αγιασμόν), δια τούτο και ο μαθητής αυτού κατεσκεύασεν ένα τάφον ως δήθεν του Οσίου, εις τον οποίον προσεκύνουν οι ερχόμενοι αδελφοί. Αλλά τούτο δεν έμεινε πολύν καιρόν, διότι τα δύο Μοναστήρια, το των Ιβήρων και το του Παντοκράτορος, ή ένεκα πολλής περιεργείας και ερεύνης ή ένεκα άλλης αιτίας, έμαθον το γεγονός. Όθεν ερευνώντες και ζητούντες εις το δάσος εύρον το ποθούμενον· λαβόντες δε τούτο κρυφίως, απέθεσαν εις το Μοναστήριον του Παντοκράτορος. Μετά παρέλευσιν τεσσαράκοντα ημερών, ελθών ο μαθητής Ισαάκ προς αναζήτησιν και θεωρίαν του ιερού λειψάνου του θείου Θεοφίλου και μη ευρών τούτο, έμεινε θαυμάζων και λυπούμενος· αλλά μετ’ ολίγας ημέρας, αφού εξήτασε καλώς, έμαθεν, ότι ευρίσκεται εις την Μονήν του Παντοκράτορος. Όθεν απελθών εκεί εζήτει αυτό· αλλ’ οι Πντοκρατορινοί ουδέ να ακούσουν ήθελον τούτο· διο και εμάχοντο περί τούτου ικανόν καιρόν. Ελθόντος δε του Επισκόπου Ιερισσού και Αγίου Όρους κυρίου Μακαρίου εις το Άγιον Όρος, ανέφερε την υπόθεσιν προς αυτόν ο Ισαάκ· ο δε Θεοφιλέστατος Μακάριος, τη γνώμη και των Ηγουμένων των Μοναστηρίων, απεφάσισεν, ίνα δοθή μεν το του Οσίου λείψανον εις τον μαθητήν αυτού Ισαάκ, κρατήσωσι δε μόνον μίαν χείρα οι Παντοκρατορινοί· και τούτου γενομένου, εναπετέθη το λείψανον του Οσίου εις την Εκκλησίαν του Αγίου Βασιλείου υφ’ όλου του Κλήρου μετά παρρησίας και υμνωδιών. Έκτοτε (ω του θαύματος!) ήρχισε να αναβρύη μύρον ευωδέστατον, εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτού πολιτείας, ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Προκόπιος

Τη  Η΄ (8η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ.                      

Ότε εβασίλευεν ο ασεβέστατος Διοκλητιανός, αγριώτατα εφέρετο προς τους Χριστιανούς και δεινότατος πολέμιος αυτών εγένετο. Διότι άλλον σκοπόν δεν είχον άπαντες, ηγεμόνες και άρχοντες, ειμή μόνον να εκριζώσουν την ευσέβειαν και να αφανίσουν τους Χριστιανούς, οι άχρηστοι. Επειδή ο παράνομος αυτοκράτωρ έστειλεν εις όλην την οικουμένην προστ΄γματα, τα οποία έγραφον εις τους αρχηγούς να φροντίσουν με πάσαν επιμέλειαν την τοιαύτην υπόθεσιν. Εξόχως δε έγραψε δόγμα κατά της πόλεως Αιλιέων ταύτα λέγων· «Ο μέγας βασιλεύς και αυτοκράτωρ Διοκλητιανός προστάσσω όλους εκείνους, οίτινες εις εμέ υποτάσσονται, να σπουδάζουν επιμελώς να θεραπεύουν τους μεγάλους και ανικήτους θεούς, να κτίζουν εις αυτούς ναούς, να τους εορτάζουν και να θυσιάζουν καθ’ εκάστην ενώπιον παντός του λαού με την πρέπουσαν παρρησίαν. Και όσοι δεν υποταχθούν εις τούτο το πρόσταγμα, να λαμβάνουν κακόν και επώδυνον θάνατον. Όσοι δε πάλιν φανώσι προς ημάς και προς τους θεούς ευγνώμονες, να απολαμβάνουν πολλών δωρεών». Ταύτα αφ’ ου έγραψεν ο τύραννος, απέστειλε τον Μαξιμιανόν εις τα έθνη τα εκείθεν των Άλπεων και τον Γαλέριον εις την Περσίαν. Ούτος δε, συνάξας τους ικανωτέρους στρατιώτας, απήλθεν εις την Αίγυπτον, όπου είχε πόλεμον μετά τινος γενναίου, Αχιλλέως ονόματι, ο οποίος εζήτει να γίνη βασιλεύς τυραννικώς. Αλλ’ ο Διοκλητιανός ενίκησεν αυτόν. Έπειτα, ερχόμενος εις την Αντιόχειαν, επληροφορήθη ότι οι περισσότεροι των κατοίκων ταύτης της πόλεως επίστευσαν εις τον Χριστόν, καταφρονούντες τα είδωλα. Ούτω δε γράφει και ο θεηγόρος Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων. Ότι, δηλαδή, πρότερον εξ όλων των χωρών ο Χριστός ωνομάσθη Θεός εις την Αντιόχειαν. Ταύτα και ο Διοκλητιανός ακούσας εθυμώθη σφόδρα, ο ανόητος. Αλλά δεν ηθέλησε τότε να ερευνήση ταύτα, διότι είχε πόθον να υπάγη πρώτον εις την Δάφνην, να προσκυνήση τον Απόλλωνα, προς τον οποίον εθυσίασε βόας χιλίους, ο μωρός και ανόητος. Έπειτα, ως επέστρεψεν εις την Αντιόχειαν, υπεδέχθησαν αυτόν άπαντες με πολλήν τιμήν, επειδή έπρεπε να τον τιμήσουν ως βασιλέα. Εις ταύτην την πόλιν της Αντιοχείας έζη μία ευγενής γυνή, Θεοδοσία ονόματι, συγκλητική το αξίωμα, εκ των πρώτων αρχοντισσών της πόλεως, ήτις είχε πλούτον πολύν και ένα υιόν, Νεανίαν καλούμενον. Αλλ’ ήτο χήρα και προσεκύνει τα είδωλα. Ο δε ανήρ αυτής εκαλείτο Χριστοφόρος κατά το όνομα και την πράξιν, όστις και απέθανεν εις την ευσέβειαν. Αλλ’ ο Νεανίας ανετράφη και εδιδάχθη παρά της μητρός, μετά την τελευτήν του πατρός. Όθεν επίστευε και αυτός εις τα είδωλα, καθώς αυτή τον εδίδαξεν. Έχουσα δε πόθον η Θεοδοσία να τιμήση ο βασιλεύς τον υιόν της, μετέβη προς αυτόν, προς τον οποίον, παραδώσασα χρυσίον πολύ, παρεκάλει να δώση εις τον υιόν της μέγα αξίωμα. Ο Διοκλητιανός τότε, εξετάσας ακριβώς τον Νεανίαν, και ιδών ότι ήτο πολύ φρόνιμος και καλώς κατηρτισμένος εις την Ελληνικήν παιδείαν και ότι δεν προσεκύνει τον Χριστόν, ως ο πατήρ του, αλλ’ είχεν εις τα άψυχα ξόανα πολλήν ευλάβειαν, έλαβε το χρυσίον από την μητέρα του και ωνόμασεν αυτόν δούκα εις όλην την Αλεξάνδρειαν. Εις την οποίαν και τον απέστειλε, παραχωρήσας συνοδείαν στρατιωτών εκ δύο ταγμάτων και προστάσσων αυτόν, όσους Χριστιανούς εύρη και δεν αρνηθούν τον Εσταυρωμένον, πρώτον να αρπάζη όλα τα πράγματα και τα υπάρχοντα αυτών και έπειτα με πολλά βασανιστήρια να δίδη εις αυτούς πικρόν και επώδυνον θάνατον. Ενώ δε ο Νεανίας απήρχετο μεθ’ όλου του πλήθους των στρατιωτών προς την Αλεξάνδρειαν, κινών την κεφαλήν κατά των Χριστιανών και πνέων κατ’ αυτών εκδίκησιν, ως ανόητος, έτυχε τον καιρόν εκείνον ο ήλιος να καίη πολύ την ημέραν. Όθεν μη δυνάμενος να περιπατή την ημέραν, διότι οι ίπποι εδίψων πολύ και εκινδύνευον να αποθάνουν, ηναγκάζετο να οδοιπορή καθ’ όλην την νύκτα δι’ ολιγώτερον κόπον. Όταν έφθασαν εις την Απάμειαν της Συρίας, εξήλθεν όλη η πόλις και με πολλήν τιμήν προϋπήντησαν αυτόν κατά την σθνήθειαν. Έπειτα το εσπέρας ανεχώρησαν εκείθεν και πορευόμενοι τον δρόμον των, όταν διήνυσαν τριάκοντα στάδια, την τρίτην ώραν της νυκτός εγένετο σεισμός και κεραυνός κατέπεσε φοβερώτατος, εκ δε της αστραπής εξήλθε φωνή μεγάλη, λέγουσα· «Νεανία, που θελεις να υπάγης και κατά τίνος μάχεσαι»; Ταύτα ακούσαντες πάντες ετρόμαξαν. Ο δε Νεανίς ωμολόγησε με γνώμην ελευθέραν, τοιαύτα ειπών· «Ο βασιλεύς με διώρισε δούκα Αλεξανδρείας και με απέστειλεν εκεί να θανατώσω άπαντας τους Χριστιανούς, όσοι πιστεύουσι τον Εσταυρωμένον και να στερήσω τούτους εξ όλων των πραγμάτων των». Τότε πάλιν απεκρίθη ο Κύριος, λέγων· «Λοιπόν ήλθες και συ να με πολεμήσης»; Ο Νεανίας τότε απήντησε· «Τις είσαι, Κύριε; Διότι δεν ημπορώ να σε εννοήσω». Τότε εφάνη εις αυτόν εις Σταυρός εκ κρυστάλλου και φωνή εξήλθεν εκ του Σταυρού, λέγουσα· «Εγώ είμαι Ιησούς ο Εσταυρωμένος, ο Υιός του Θεού».  Ο δε Νεανίας, ταύτα ακούσας, ηρώτησεν: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, διατί σε κατεδίκασαν εις θάνατον οι αρχιερείς των Εβραίων και πως κατεδέχθης να σε ποτίσουν όξος και χολήν»; Και πάλιν η φωνή είπε: «Νεανία, επειδή μέλλεις να γίνης και συ σκεύος μου εκλελεγμένον, άκουσον το μυστήριον της οικονομίας μου. Γίνωσκε λοιπόν ότι δια την σωτηρίαν των ανθρώπων έπαθον ταύτα εκουσίως, διότι εάν εγώ δεν απέθνησκον επί του Σταυρού, ο κόσμος δεν θα εσώζετο». Δια των λόγων τούτων ο Χριστός επλήρωσε την ψυχήν του νέου ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Έπειτα είπε προς αυτόν: «Δια του τύπου τούτου του Σταυρού, τον οποίον σου έδειξα, θέλεις νικήσει τους πολεμούντας σε και ας είναι η ειρήνη και αγάπη μου μετά σου». Τότε, ο μεν Ιησούς ανήλθεν εις τα ουράνια, ο δε Νεανίας και οι λοιποί έμειναν χαίροντες. Επορεύθη λοιπόν ο Νεανίας εις την Σκυθόπολιν όπου συναθροίσας όλους τους χρυσοχόους, είπεν εις αυτούς: «Έχω πόθον να μου κατασκευάσητε με πάσαν επιμέλειαν εν σκεύος πολύτιμον. Όστις λοιπόν είναι ο καλλίτερος τεχνίτης να κατασκευάση τούτο πολύ ωραίον και θα του δώσω όσα αργύρια μου ζητήση». Οι δε χρυσοχόοι έδειξαν εις αυτόν ένα ονομαζόμενον Μάρκον, όστις εγνώριζε την τέχνην καλώς, ειπόντες: Ούτος είναι άξιος να εργασθή κατά τον πόθον σου. Τότε ο Νεανίας εκάλεσε μόνον τον Μάρκον εις το δωμάτιόν του κρυφίως και παρήγγειλεν εις αυτόν να κατασκευάση ένα Σταυρόν, καθώς είδεν αυτόν εις την θείαν οπτασίαν. Ο δε Μάρκος είπε: «Φοβούμαι να τον κατασκευάσω, διότι, εάν το μάθη ο βασιλεύς, θα με θανατώση». Ο Νεανίας τότε ώμοσεν όρκους φοβερούς να τον φυλάττη κρυφά και να μη ομολογήση τίποτα εις ουδένα. Όθεν ο Μάρκος ησφαλίσθη εις την οικίαν του Νεανίου και κατεσκεύασε κρυφίως τον Σταυρόν. Και όταν ετελείωσεν αυτόν, είδεν εν εξαίσιον θέαμα. Ανεφάνησαν εις τον Σταυρόν εκείνον τρεις εικόνες, ήτοι μορφαί με εβραϊκά γράμματα, άτινα έγραφον εις μεν το επάνω μέρος: «Του Δεσπότου η μόρφωσις». Εις το δεξιόν εφαίνετο εις Άγγελος και εγράφετο «Μιχαήλ» και εις το αριστερόν «Γαβριήλ». Τας οποίας εικόνας με επιμονήν προσεπάθησε να εξαλείψη ο χρυσοχόος και όχι μόνον δεν ηδυνήθη, αλλά μάλλον εμαράνθη η χειρ του και έμεινεν ανενέργητος. Μεταβάς δε μίαν νύκτα ο Νεανίας να ίδη εάν ετελείωσεν ο Σταυρός και ιδών τούτον εχάρη πολύ και ευθύς προσεκύνησεν αυτόν, ερωτήσας δε δια τα μορφώματα και τα γράμματα, τι εσήμαινον, έλαβε την απάντησιν ότι δεν εγνώριζεν ο Μάρκος, επειδή αυτός δεν κατεσκεύασε ταύτα, αλλά μόνα των, με τρόπον θαυμάσιον, ετυπώθησαν. Τότε ο Νεανίας, ως γνωστικός, ηννόησεν ότι ταύτα εγένοντο εκ θεϊκής ενεργείας, και πεσών επί της γης προσεκύνησεν αυτά με πολλήν ευλάβειαν. Έπειτα έδωκε του χρυσοχόου πολλά εργύρια με φιλότιμον γνώμην, ευχαριστών αυτόν και τυλίξας τον Σταυρόν με πορφύραν πολύτιμον ανεχώρησεν ομού μετά των στρατιωτών αυτού δια την πόλιν Αλεξάνδρειαν. Έτυχε δε να ευρεθή εκεί εις μίαν μεγάλην ανάγκην, λυτρώσας πολλάς γυναίκας από την αισχύνην και τον ψυχικόν θάνατον. Διότι εκείνον τον καιρόν όλοι οι Αγαρηνοί ήρπαζον δυναστικώς τας θυγατέρας των επισήμων ανδρών και έκαμνον ταύτας συζύγους των, οι μιαρώτατοι. Μη δυνάμενοι δε οι γονείς να εναντιωθούν, έκλαιον δια την τοιαύτην συμφοράν και ευρίσκοντο εις απορίαν τι να πράξουν. Καθώς δε έφθασαν οι βαρβαροι εις την συνοικίαν όπου διέμενεν ο Νεανίας, ίνα αρπάσουν και εκείθεν όσα κοράσια εύρισκον, συνηθροίσθησαν οι πολίται και εδέοντο του νέου δουκός να συμπονέση εις την συμφοράν των και να πολεμήση τους αδίκους εκείνους, ως δίκαιος. Ο δε Νεανίας, ως συμπαθής και εύσπλαγχνος, ελυπήθη τα δάκρυά των και τρέχει παρευθύς με τους στρατιώτας του, κρατών τον τίμιον Σταυρόν, εις τον οποίον είχε τας ελπίδας του περισσότερον παρ’ όσον είχεν ο Ηρακλής και ο Αχιλλεύς εις το ξίφος. Και καθώς ήθελε να κτυπήση τους βαρβάρους είπε ταύτα με θάρρος και πίστιν, ο αξιοϋμνητος: «Τώρα θέλω γνωρίσει εάν είσαι Υιός του Θεού του ζώντος Συ, όστις εφάνης καθ’ οδόν και με συνεβούλευσες τα σωτήρια». Ταύτα δε ειπών, ήκουσε φωνήν εξ ουρανού λέγουσα: «Έχε θάρρος, διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, και είμαι μετά σου». Τούτο ακούσας έλαβε θάρρος και είπεν εις τους στρατιώτας του. «Ας πολεμήσωμεν τους εχθρούς επειδή, με την δύναμιν του Εσταυρωμένου τούτου, ελπίζω να τους νικήσωμεν». Και ο λόγος του έργον εγένετο. Διότι τόσος φόβος ενέσκηψεν εις τους βαρβάρους, ώστε εκόπτοντο ως τα χόρτα και δεν ηδύνατο τις να αντισταθή εις τον πόλεμον, αλλ’ έπιπτον εις την γην νενικημένοι. Ούτως εφονεύθησαν περισσότεροι από εξ χιλιάδας. Και το θαυμασιώτερον, ότι εκ των στρατιωτών του Νεανίου όχι μόνον ουδείς εφονεύθη, αλλ’ ουδέ κατ’ ελάχιστον επληγώθη. Όθεν ο Νεανίας ενίκησε χωρίς δάκρυ, με του Εσταυρωμένου την δύναμιν. Τότε ο Νεανίας διεμήνυσεν εις την μητέρα του τας καλάς ειδήσεις, ήτις ελθούσα και ακούσασα πρότερον τας ανδραγαθίας του υιού αυτής εχάρη και τον εδέχθη με πολλήν αγαλλίασιν, καταφιλούσα δε τούτον, ως μήτηρ φιλότεκνος, έλεγε: «Πρέπει να ευχαριστήσης τους θεούς τέκνον μου, τους οποίους παρεκάλεσα, όταν ήρχισες τον αγώνα, και σου έδωσαν τα νικητήρια». Είπε τότε ο Νεανίας· «Ευλογημένος να είναι ο αληθινός Θεός, ο δώσας μοι την βοήθειαν». Εκείνη δε απεκρίθη· «Μη λέγης, τέκνον μου γλυκύτατον, ότι σε εβοήθησεν ένας Θεός, δια να μη οργισθούν οι άλλοι και σε κακοποιήσωσι». Τότε ο Νεανίας, έχων πόθον να επιστρέψη την μητέρα του προς την ευσέβειαν, ίνα δώση εις ταύτην το ευ είναι, καθώς εκείνη προσέφερεν εις αυτόν το απλώς είναι, ενουθέτησε ταύτην δια λόγων σωτηρίων να μισήση την προτέραν πλάνην. Δια να βεβαιωθή δε την αλήθειαν, έφερεν αυτήν εις το δωμάτιόν της, όπου είχε τα μιαρά είδωλα, και είπε προς αυτά ο μακάριος· «Σας ερωτώ, τις μου έδωκε την νίκην; Εάν είσθε θεοί, αποκριθήτέ μοι». Εκείνα, ευλόγως, έμειναν άφωνα ως λίθοι. Τότε λέγει προς την μητέρα· «Βλέπεις, ότι δεν δύνανται ούτε να αποκριθώσιν»; Η δε είπε· «Δεν απεκρίθησαν, διότι δεν τους ηρώτησες με ευλάβειαν, αλλά τους περιγελάς». Είπε τότε ο Άγιος· «Λοιπόν ερώτησέ τους συ ευλαβώς, δια να σου δώσουν απόκρισιν». Ευθύς η γυνή προσεκύνησε τα είδωλα, ούτω λέγουσα· «Παρακαλώ σας, θεοί επουράνιοι, Ζεύ παντοκράτωρ και Ποσειδών, όστις ορίζεις την θάλασσαν, μαντικέ Ήλιε και όσοι άλλοι θεοί ευρίσκεσθε, δεν είσθε σεις οι βοηθήσαντες τον υιόν μου»; Αλλ’ εκείνοι πάλιν έμειναν βωβοί και άλαλοι. Τότε ο Νεανίας εξεδύθη την χλαμύδα και ενδυθείς ζήλον ένθεον, απωθήσας την μητέρα, εκρήμνισε τα είδωλα και έκοψεν αυτά εις μέρη λεπτά, επειδή ήσαν όλα χρυσά και αργυρά και διένειμεν εις τους πτωχούς, τα ανωφελή κάμνων ωφέλιμα και τα άχρηστα χρησιμώτατα. Στραφείς δε είπε προς την μητέρα του· «Εγώ μεν έλαβον από τον Εσταυρωμενον βοήθειαν, αυτά δε ας απολεσθούν κακώς, ως των κακών αίτια». Ταύτα ως είδεν η Θεοδοσία, ησθάνθη να μαραίνωνται σχεδόν από τον πόνον τα μέλη της, έτρεμεν όλη και ωργίζετο, αστοχήσασα δε σπλάγχνα μητρικά εκ της ματαίας και ψυχοβλαβούς ευλαβείας, την οποίαν είχεν εις τα ανόητα ξόανα, έτρεχεν ως δαιμονιζομένη να καταγγείλη προς τον βασιλέα το τέκνον της. Και ουδέ τον τοσούτον δρόμον υπελόγισεν, αλλ’ έτρεχε σπουδάζουσα. Ως έφθασεν εις τον Διοκλητιανόν, προσεκύνησεν αυτόν, ταύτα λέγουσα· «Γίνωσκε, βασιλεύ, ότι απώλεσε τας φρένς του το τέκνον μου και επίστευσεν εις τον Εσταυρωμένον, ο άγνωστος. Τα δε είδωλα, τα οποία είχον εις τον κοιτώνα μου, κατέκοψεν εις λεπτά μέρη». Ο βασιλεύς, ακούσας ταύτα, έστειλεν ευθύς προς Ουλκίωνα, τον ηγεμόνα της Παλαιστίνης, γράμματα, προστάσσων ούτω· «Λάβε τους επισημοτέρους ανθρώπους αυτών των πόλεων και ύπαγε προς τον δούκα της Αλεξανδρείας Νεανίαν, τον υιόν της Θεοδοσίς, ήτις, καθώς μας είπεν, απώλεσεν ούτος τας φρένς του και προσκυνεί ως πεπλανημένος ένα θνητόν άνθρωπον κακοθάνατον. Προσπάθησον δε, όσον δυνηθής, να τον εξαγάγης από ταύτην την πλάνην. Άλλως δια πικρών βασάνων θανάτωσέ τον, δι να λάβουν οι άλλοι παράδειγμα και να μη τολμήσουν να πράξουν τα ίδια». Ούτος ο Ουλκίων κατήγετο εξ Ιταλίας, σκολιός εις την γνώμην και αγριώτατος. Παρέλβε λοιπόν τους πρώτους της Συγκλήτου και μετέβη εις το παλάτιον του δουκός, όπου, χαιρετήσας αυτόν, έδωσεν εις χείρας τα βασιλικά γράμματα. Διότι τον εσεβάσθη και δεν ηθέλησε να είπη δια στόματος τα προσταχθέντα. Ο δε Άγιος, αναγνώσας τα γράμματα, κατέσχισε ταύτα και ρίπτων κατά γης με περιφρόνησιν είπε· «Χριστινός είμαι και πράξον το προσταττόμενον». Ο Ουλκίων τότε προσέβλεψε προς τον Άγιον μετ’ ευσπλαγχνίας ειπών· «Εγώ ευλαβούμαι και την ευγένειάν σου και τον βασιλέα φοβούμαι και δεν ηξεύρω τι να κάμω. Λοιπόν σε συμβουλεύω εγώ και όλοι οι άρχοντες να κάμης ότι δήθεν θυσιάζεις, δια να φανή ότι ετέλεσες το πρόσταγμα του βασιλέως, ίνα λυτρωθώμεν και ημείς και συ από τον κίνδυνον της ζωής». Αλλ’ ο Άγιος απήντησε· «Καλά είπες να θυσιάσω, διότι έτοιμος είμαι να υπομείνω πάσαν κόλασιν και να παραδοθώ εις θάνατον, ίνα γίνω θυσία δια τον Χριστόν, τον οποίον ηγάπησα εξ όλης μου της ψυχής. Όθεν μη αμελήσης να μου δώσης τας σκληροτέρας βασάνους, δια να λάβω από τον Δεσπότην Χριστόν μισθόν περισσότερον». Είπε τότε ο δικαστής· «Μη θελήσης να καταφρονηθής, περιφανής ων, ευγενέστατος και γνήσιος φίλος του βασιλέως». Τότε ο Νεανίας, δια να παρακινήση προς θυμόν τον άρχοντα και να μη διστάση να παραδώση αυτόν, έλυσε την ζώνην του και έρριψε ταύτην κατά πρόσωπον του Ουλκίωνος, ειπών· «Σου είπα, ότι είμαι δούλος του Εσταυρωμένου, τον οποίον προσκυνώ ως Θεόν αληθέστατον». Ο άρχων τότε ευθύς επρόσταξε και τον έδεσαν, δια ν τον οδηγήσουν εις την Καισάρειαν Φιλίππου, όπου έκτιζαν ναόν των ειδώλων και ήθελε να ίδη τούτον ο έπαρχος. Αυτήν την πόλιν οι Φοίνικες καλούσιν από το πλησίον όρος του Πανέου, Πανεάδα. Αλλ’ επειδή ανεφέραμεν δια ταύτην την πόλιν, ας γράψωμεν εν ψυχοσωτήριον γεγονός, το οποίον εγένετο εις ταύτην την πόλιν. Η αιμορροούσα εκείνη γυνή, την οποίαν ο Δεσπότης Χριστός εθεράπευσεν, κατήγετο εκ ταύτης της Πανεάδος, εις την οποίαν σώζονται ακόμη αι οικοδομαί της και εις την θύραν του οίκου της επί μιας πέτρας έχουσι τοποθετήσει μίαν γυναίκα χαλκίνην γονατιστήν, απέναντι δε ταύτης ένα άνδρα, ομοίως χάλκινον, όστις είναι ενδεδυμένος με διπλοϊδα και με πολλήν ευκοσμίαν. Και ομολογούσιν όλοι κοινώς, ότι ο ανδριάς εκείνος ομοιάζει τελείως προς τον Χριστόν, τον οποίον κατεσκεύασεν η γυνή εκείνη με πολλήν δαπάνην και ευλάβειαν, δια την λατρείαν της. Εις τους πόδας της στήλης ταύτης φύεται εις χόρτος θαυμάσιος, όστις ανήρχετο μέχρι της ποδίας του ενδύματος και όστις θεραπεύει πάσαν ασθένειαν, όσοι δε άρρωστοι έφαγον εκ τούτου ιατρεύθησαν. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Ελθόντες λοιπόν εις την Καισάρειαν, ανήλθεν ο Ουλκίων επί του βήματος, επρόσταξε δε και έφερον ενώπιον όλου του λαού τον Άγιον και κρεμάσαντες αυτόν εξέσχιζον το σώμα αυτού σπλάγχνως. Τινές δε των περιεστώτων συνεπόνουν και έκλαιον. Αλλ΄τούτο ήτο τέχνασμα του διαβόλου, δια να κάμη τον Άγιον να δειλιάση. Εκείνος όμως ίστατο γενναίος και εδίδασκε πάντας, ταύτα λέγων· «Μη κλαίετε δι’ εμέ, αλλά μάλλον την απώλειαν των ψυχών σας να κλαίετε. Εγώ πρέπει να χαίρωμαι ευφραινόμενος. Διότι καθώς ο γεωργός, όταν σπείρη τον σπόρον αυτού, δια την ελπίδα του θέρους χαίρεται, ούτω και αύται αι πρόσκαιροι βάσανοι προξενούν εις εμέ αιώνιον αγαλλίασιν». Ταύτα ειπών προσηύχετο προς τον Χριστόν να αποστείλη εξ ύψους βοήθειαν. Διότι έως το εσπέρας κατεξέσχιζον τον Άγιον οι αχόρταγοι, τόσον ώστε εφαίνοντο τα οστά αυτού. Αι δε σάρκες έκειντο κατά γης, τήδε κακείσε, ελεεινόν, φευ! και φρικτόν θέαμα. Αισθανόμενοι δε ότι δεν έβλεπον πλέον εκ του σκότους να τον βασανίσωσι, κατεβίβασαν μετα βίας τον Άγιον από του ξύλου και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Ο δε δεσμοφύλαξ, ονόματι Τερέντιος, ήτο φίλος του Αγίου, ευεργετηθείς παρ’ αυτού. Όθεν, ενθυμούμενος την καλωσύνην του, ητοίμασεν εις την φυλακήν, κρυφίως, απαλόν στρώμα και σινδόνας, και επεμελείτο τον Άγιον εις ό,τι ηδύνατο. Κατά δε το μεσονύκτιον κατήλθεν ο Βασιλεύς των ουρανίων δυνάμεων εν μέσω των Αγγέλων ίνα επισκεφθή τον δούλον Αυτού, πάσχοντα δια την αγάπην Του. Ευθύς τότε ηνοίχθη η φυλακή αφ’ εαυτής και ελύθησαν τα δεσμά όχι μόνον του Αγίου, αλλά και των άλλων καταδίκων. Τότε προσεκάλεσαν αυτόν οι Άγγελοι, λέγοντες· «Νεανία, ανάβλεψον προς ημάς». Ιδών δε αυτούς ο Άγιος, ηρώτησε τίνες ήσαν. Οι δε είπον· «Άγγελοι του Θεού είμεθα και απέστειλεν ημάς ίνα σε χαιρετήσωμεν». Ο δε Άγιος είπεν· «Εάν είσθε Άγγελοι του Χριστού, κάμετε τον σταυρόν σας και προσκυνήσατε». Εκείνοι τότε υπήκουσαν. Έπειτα είπον εις αυτόν· «Διατί εδίστασες και δεν μας επίστευσες»; Τότε ο Άγιος, ως να είχε λησμονήσει τα χθεσινά κολαστήρια, εκ του πόθου τον οποίον είχε να λάβη και άλλα δια τον Κύριον, απεκρίθη· «Εις τους τρεις Παίδας ο Κύριος απέστειλε τους Αγγέλους και εδρόσισαν αυτούς, διότι εμάχοντο με το πυρ εις την κάμινον. Αλλ’ εγώ, όστις δεν επολέμησα με το πυρ, πως ηξιώθην τόσης παρακλήσεως»; Ταύτα είπεν, ως ταπεινόφρων και μέτριος. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εφάνη εις αυτόν με μορφήν ανθρωπίνην και φωτίσας αυτόν δια λαμπροτάτου φωτός, ερράντισε δι’ ύδατος εις το πρόσωπον και ανέστησεν αυτόν. Λαμβάνων δε εκ της χειρός, είπε προς τον Άγιον· «Όχι πλέον Νεανίας, αλλά Προκόπιος θέλω να ονομάζεσαι. Λοιπόν ανδρίζου και έχε δύναμιν. Διότι κατά την επωνυμίαν ταύτην θα προκόψης, προσφέρων εις τον Πατέρα μου ποίμνιον». Ο Άγιος τότε τρέμων εκ χαράς έπεσεν έμπροσθεν του Δεσπότου γονατιστός, λέγων· «Δέομαι, Δέσποτα, εις την ανείκαστόν Σου φιλανθρωπίαν να δυναμώσης της ψυχής μου την ασθένειαν, διότι φοβούμαι μήπως δειλιάσω προ των βασάνων και κινδυνεύσω εις την ομολογίαν Σου». Είπε τότε προς αυτόν ο Κύριος· «Μη φοβού, διότι εγώ είμαι πλησίον σου». Ταύτα ο Κύριος ειπών και εμπλήσας την ψυχήν του Αγίου θάρρους και αγαλλιάσεως, ανήλθεν εις τους ουρανούς. Ο δε Άγιος ευρέθη όλως υγιής και όχι μόνον πληγήν δεν είχε πλέον εις το σώμα αυτού, αλλ’ ούτε καν σημείον εφαίνετο. Και έμεινεν ισχυρός εις την προτέραν του δύναμιν, διότι ήλπισεν επί τον Θεόν και εβοηθήθη και ανέθαλεν η σαρξ αυτού, κατά τον Προφήτην. Την επαύριον ο Ουλκίων έστειλεν εις την φυλακήν να ίδη εάν ο Νεανίας απέθανεν. Ο δε Τερέντιος είπεν εις τον απεσταλμένον όσα εγράψαμεν και εισελθών είδε τον Άγιον όλως υγιά και χαίροντα. Όθεν έδραμεν εις το παλάτιον και διηγείτο εις πάντας τουτο το θαυμάσιον. Τότε προστάσσει ο ηγεμών να φέρωσι τον Άγιον εκεί, ότε ιδόντες αυτόν υγιά και λάμποντα εις το πρόσωπον ως ο ήλιος, εξεπλάγησαν. Και έλεγον πολλοί στρατιώται· «Ο Θεός του Αγίου τούτου βοήθει ημάς». Ο δε τύραννος, εγερθείς εκ του θρόνου, είπε προς το πλήθος, ως αφρονέστατος· «Αδελφοί μου, τι παράξενον βλέπετε και θαυμάζετε; Το ότι οι φιλάνθρωποι θεοί ελυπήθησαν τούτον τον αλιτήριον και τον εθεράπευσαν»; Αλλ’ ο Άγιος είπε προς αυτόν· «Φανερόν είναι ότι εξεπλάγης. Δεν γνωρίζω όμως τις εποίησε το τοιούτον θαυμάσιον. Πλην, ας υπάγωμεν εις τον ναόν, δια να γνωρίσωμεν την αλήθειαν». Ο ανόητος ηγεμών εχάρη τότε, πιστεύσας ότι ο Άγιος ήθελε να θυσιάση. Και προστάσσει να στολίσουν όλον τον δρόμον, από του παλατίου έως του ναού να στρώσουν την γην με λευκά υφάσματα και οι κήρυκες να κραυγάζουν ταύτα· «Ο Νεανίας μεταβαίνει εις τον ναόν δια να προσκυνήση τους αθανάτους θεούς». Συνηθροίσθη λοιπόν όλη η πόλις, χαίροντες δια τούτο. Και ως έφθασαν προ του ναού, εισήλθε μόνος ο Άγιος, ειπών προς τους άρχοντας· «Μείνατε έξω δια να κάμω προσευχήν μόνος μου μετά δακρύων, ίνα με συγχωρήσωσιν οι θεοί δια την ύβριν μου προς αυτούς και τότε να έλθετε και σεις». Όθεν εκείνοι έμειναν έξω. Κλείσας δε τας θύρας του ναού ο Άγιος, εστάθη κατ’ Ανατολάς και υψώσας προς τους ουρανούς τα αισθητά και νοητά όμματα ηύχετο ούτως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του αοράτου Πατρός, ο κτίσας όλον τον κόσμον δι’ ενός λόγου ως Παντοδύναμος, Αυτός και τώρα άπλωσον την παντουργόν χείρα Σου και σύντριψον τα μιαρά ταύτα των ψευδωνύμων θεών αγάλματα, δια να μη πλανώσι το πλάσμα Σου και δια να καταισχυνθή ο βασιλεύς μετά του ηγεμόνος και να γνωρίσουν όλοι, ότι Συ μόνος είσαι Θεός αληθής και Βασιλεύς αιώνιος και αθάνατος». Ταύτα δε ειπών, ετύπωσε τον Σταυρόν εις τον αέρα και αρπάσας από την δεξιάν τον Απόλλωνα κατεθρυμμάτισεν αυτόν, ειπών και ταύτα· «Εις το όνομα του Θεού μου, διαλυθήτε πάντα και γίνετε ύδωρ δια να φύγετε από τον ναόν τούτον, ανίσχυρα». Ευθύς τότε, ω του θαύματος! Κατέπεσαν πάντα τα ξόανα, τριάκοντα τον αριθμόν, και εγένοντο ύδωρ όπερ εχύνετο από την θύραν εις τα έξω. Ιδόντες οι παρεστώτες τούτο το θαυμάσιον εξέστησαν και εκραύγαζον· «Ο Θεός των Χριστιανών, βοήθει μας». Εξόχως δε οι στρατιώται, οι συνοδεύοντες τον Άγιον, μετά των δύο δικαστών, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτους ήθελε να θανατώση ο τύραννος, αλλά αφήκεν αυτούς έως την άλλην ημέραν, δια να καλέση προς ασφάλειάν του πολλούς στρατιώτας, επειδή εφοβήθη μήπως αυτοί τον φονεύσουν ως άδικον. Επρόσταξε δε και εφυλάκισαν πάλιν τον Άγιον. Κατά δε την νύκτα οι δικασταί μετά των στρατιωτών μετέβησαν κρυφίως προς τον Άγιον και είπον εις αυτόν να τους βαπτίση, διότι επίστευσαν εις τον Χριστόν εξ όλης καρδίας. Ο Άγιος τότε εχάρη, και παρεκάλεσε τον φύλακα, όστις και εξήγαγεν αυτόν εκ της φυλακής, υποσχεθέντα να επιστρέψη πριν εξημερώση. Και μεταβάς μετ’ αυτών εις τον Επίσκοπον, όστις εκαλείτο Λεόντιος, είπεν εις αυτόν να τους βαπτίση καθώς εβάπτισε και αυτόν πρότερον. Ο δε Αρχιερεύς εκατήχησεν αυτούς και εβάπτισεν άπαντας, κοινωνήσας και δια των Θείων Μυστηρίων. Αφού εβαπτίσθησαν ωδήγησε πάντας αυτούς ο θείος Προκόπιος εις την φυλακήν και εδίδασκεν όλην την νύκτα όσα το Πνεύμα το Άγιον εφώτιζεν αυτόν, ταύτα λέγων· «Αδελφοί, γινώσκετε καλά τίνος βασιλέως εγένεσθε στρατιώται και ποίας συνθήκας ωμολογήσατε. Φροντίσατε λοιπόν να φυλάξετε αληθινήν την ομολογίαν σας και να μη νικηθήτε από όσα δύνανται να ευφράνουν ή να λυπήσουν. Αλλά να προτιμάτε την φιλίαν του Θεού υπέρ άπαντα, συλλογιζόμενοι ότι πάντα ταύτα τα πρόσκαιρα βασανιστήρια, συγκρινόμενα με τα μέλλοντα αγαθά, λογίζονται ως μύθοι. Τούτο το πυρ κρτεί μίαν ώραν, αλλά το της γεέννης είναι άσβεστον και αιώνιον. Ομοίως και τα χαρμόσυνα του κόσμου τούτου, συγκρινόμενα προς τα αιώνια του Παραδείσου, είναι ως όνειρα. Διότι άλλο τίποτε δεν είναι αρκετόν να ευφράνη την ψυχήν, ειμή μόνος ο Θεός, του οποίου το κάλλος είναι άρρητον και η δόξα ανεκδιήγητος. Και ως Πανάγαθος δωρίζει εις εκείνους, οίτινες αγαπούν Αυτόν, μεγάλην μακαριότητα και τόσην απόλαυσιν, όσην να εννοήση δεν δύναται ανθρώπινος νους». Ταύτα και έτερα λέγων ο Άγιος, έθελγε τας καρδίας των ακουόντων. Διότι ήτο χαρίεις κατά την όψιν, έμπειρος εις την διδαχήν και γλυκύτατος εις τον λόγον. Όταν δε εξημέρωσεν, ο τύραννος έστειλεν ανθρώπους δια να φέρουν τον Άγιον και τους στρατιώτας εις το κριτήριον. Ως δε τούτο εγένετο, είπε προς αυτούς με βλέμμα άγριον· «Μετενοήσατε δια την χθεσινήν πλάνην, εις την οποίαν σας έρριψεν ούτος ο κατάρατος»; Οι δε στρατιώται, θέλοντες να δείξουν ότι ο Άγιος δεν έρριψε τον λόγον εις τους λίθους ούτε εις τας ακάνθας, αλλ’ εις  γην καλήν, απεκρίθησαν· «Ποίαν ωφέλειαν να λάβωμεν από τοιούτους θεούς, οίτινες ουδέ τους εαυτούς των δεν ηδυνήθησαν να σώσουν, αλλά κατεκρήμνισεν αυτούς ένας δεσμώτης και ηφανίσθησαν; Τις λοιπόν εξ όσων έχουσι γνώσιν θέλει δεχθή ποτέ να αρνηθή τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον κόσμον όλον και να προσκυνήση κωφούς και αδυνάτους θεούς»; Ταύτα ακούσας, πολύ εθυμώθη ο τύραννος και προστάσσει ευθύς τους δημίους να αποκεφαλίσουν πάντας προ των ομμάτων του Μάρτυρος, τον οποίον είχον δεδεμένον με βαρύτατα σίδηρα. Όστις, βλέπων τους Αγίους να τρέχωσι προς την σφαγήν πρόθυμοι, προσηυχήθη υπέρ αυτών ίνα ο Κύριος συναριθμήση τούτους μετά των άλλων Αυτού Μαρτύρων. Και τότε ήλθε φωνή εξ ουρανού λέγουσα· «Επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς Σου, Προκόπιε». Απέκοψαν λοιπόν τας κεφαλάς πάντων των μακαρίων εκείνων στρατιωτών και των δύο δικαστών, Νικοστράτου και Αντιόχου, εις τας κβ΄ (22) του μηνός Μαϊου. Τον δε Προκόπιον πάλιν εφυλάκισαν έως δευτέραν εξέτασιν. Έκλεισαν δε μετά του Αγίου εις την φυλακήν και γυναίκας συγκλητικάς δώδεκα, διότι ωμολόγησαν και αύται εις το θέατρον τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Τας οποίας, ιδών σκυθρωπάς ο Άγιος, εδίδασκε καθ’ όλην την νύκτα να μη δειλιάσουν εις τα πρόσκαιρα κολαστήρια, δια να λυτρωθούν από τα αιώνια τοιαύτα. Και τόσα είπεν, ώστε έκαμεν αυτάς και εχαίροντο, αποδεχόμεναι τον θάνατον δια να γίνουν αθάνατοι. Το πρωϊ επρόσταξεν ο τύραννος και ωδήγησαν τας γυναίκας εις το θέατρον προς εξέτασιν. Ήλθε δε η μήτηρ του Αγίου Μάρτυρος Θεοδοσία, δια να ίδη τι θέλει γίνει έως τελους. Ο τύραννος τότε ηρώτησεν αυτάς εάν ήθελον να θυσιάσουν εις τους θεούς, δια να προσφέρη εις ταύτας τιμάς, ο άτιμος. Αι δε συγκλητικαί απεκρίθησαν· «Έχε την τιμήν ταύτην δια σε. Ημείς έχομεν τον Εσταυρωμένον ως τιμήν και καύχημά μας». Τότε προστάσσει ο τύραννος να τας κρεμάσουν εις ξύλα και να κατακαίουν τας πλευράς και τας μασχάλας των. Καταφλεγόμεναι λοιπόν υπό του πυρός και δεινώς οδυνώμεναι, ελάφρυνον δια της προσευχής τους πόνους και τας οδύνας των. Αλλ’ ο αχόρταγος δεν εχόρτασεν εις ταύτα. Δι’ ο επρόσταξε να κόψουν και τους μαστούς των, λέγων· «Τάχα δεν έρχεται ο Εσταυρωμένος να δώση εις αυτάς βοήθειαν»; Αι Άγιαι τότε ανέκραξαν· «Και εβοήθησε και θέλει βοηθήσει, καθώς γνωρίζουν τούτο οι φρόνιμοι. Διότι εάν έλειπεν η θεία βοήθεια, πως θα ημπορούσαμεν ημείς αι αδύνατοι γυναίκες να υπομείνωμεν τόσα δεινά κολαστήρια»; Εις ταύτα πάλιν ο άδικος δικαστής εθυμώθη και επρόσταξε να πυρώσουν σφαίρας σιδηράς και να θέσουν ταύτας υπό τας μασχάλας των. Τούτου δε γενομένου περιέπαιζε ταύτας ο αφρονέστατος, λέγων· «Σας έκαυσε το πυρ ή ακόμη δεν το αισθάνεσθε»; Αι δε απεκρίθησαν· «Σε, ταλαίπωρε, θέλει καύσει το άϋλον πυρ της κολάσεως, το οποίον δεν σβύνει ποτέ. Ημείς δε ολίγον φροντίζομεν δια ταύτα τα πρόσκαιρα παιδευτήρια, διότι ο αληθής και Πανάγαθος Θεός παρίσταται άνωθεν και δίδει εις ημάς βοήθειαν, τον Οποίον συ δεν ημπορείς να ίδης, καθώς ο τυφλός δεν δύναται να ίδη τον ήλιον». Πάντα ταύτα παρηκολούθει εκ του πλησίον η μήτηρ του Αγίου, Θεοδοσία, ως είπομεν. Ήτις, βλέπουσα τόσην καρτερίαν εις εκείνας τας μακαρίας, του να υπομένουν με τόσην ανδρείαν τοιαύτας οδύνας, ησθάνθη την καρδίαν της πληρουμένην υπό θείου έρωτος και φωτισθείσα υπό της θείας Χάριτος ηννόησε την δύναμιν του Θεού, μεταστραφείσα προς την ευσέβειαν. Όθεν ευθύς αφήκε την προτέραν δόξαν, τιμήν και ευγένειαν, καταφρονήσασα πάσαν πρόσκαιρον της σαρκός ηδυπάθειαν και απόλαυσιν, δια να φυτεύση εις την καρδίαν της τον Χριστόν. Ον ωμολόγησεν εις το θέατρον Θεόν αληθή, ούτω λέγουσα · «Δούλη και εγώ είμαι του Εσταυρωμένου». Ταύτα βλέπων ο ηγεμών εθαύμασε δια την αιφνίδιον αυτής επιστροφήν, ειπών προς ταύτην· «Κυρία Θεοδοσία, πως επλανήθης και αφήκες τους πατρώους θεούς, και ήλλαξες την προτέραν ευσέβειαν»; Η δε ευσεβής Θεοδοσία απεκρίθη· «Δεν επλανήθην, αλλά μάλιστα ήμην πεπλανημένη πρότερον, επειδή δεν εγνώριζα τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον κόσμον, αλλ’ επροσκύνουν αναίσθητα είδωλα». Ιδών όθεν ο άρχων το στερρόν της ομολογίας της, εφυλάκισε ταύτην ομού με τας άλλας γυναίκας. Ήτις και εφίλει τας πληγάς αυτών με πολλήν ευλάβειαν και εμακάριζεν, επεμελείτο δε τας τροφάς και ενδύματα και με ιατρικά διάφορα, επειδή εγνώριζε κάλλιστα την ιατρικήν τέχνην. Ταύτην ως είδεν ο Προκόπιος ηγαλλίασεν η ψυχή του και την ηρώτησε τις ήτο αιτία και ηλλοιώθη προς ταύτην την θείαν αλλοίωσιν. Η δε μακαρία Θεοδοσία απεκρίθη· «Η θαυμασία καρτερία και η μεγάλη υπομονή των μακαρίων τούτων γυναικών με ωδήγησαν να εννοήσω την αλήθειαν και εσκέφθην ότι η αδύνατος φύσις του θήλεος δεν ηδύνατο αφ’ εαυτής να υπομείνη τόσα δεινά κολαστήρια, εάν δεν εβοήθει ταύτην, αοράτως, δύναμις άρρητος. Τούτο με έκαμε να πιστεύσω και εγώ εις τον Χριστόν, γλυκύτατον τέκνον μου». Ο Άγιος τότε επήνεσε ταύτην πολύ και την ηυχαρίστει. Έπειτα την ωδήγησεν εις τον Επίσκοπον, όστις και την ετελείωσε Χριστιανήν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Και ότε επέστρεψαν εις την φυλακήν, εδίδασκεν αυτήν και τας άλλας γυναίκας να υπομείνουν ανδρείως τα κολαστήρι δια την Βασιλείαν των ουρανών. Μετά ταύτα έφεραν ταύτας προ του ηγεμόνος, όστις είπε προς την Θεοδοσίαν· «Βλέπεις ότι σε ευσπλαγχνίζομαι και δεν σε παιδεύω. Μετανόησον λοιπόν και συ και παρακάλεσον τους θεούς να σε συγχωρήσουν». Η δε απεκρίθη μετά θάρρους· «Δεν εντρέπεσαι να ονομάζης θεούς τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, με τα οποία και συ θα γίνης όμοιος»; Τότε προστάσσει ο άδικος δικαστής να δείρουν την μακαρίαν εις το στόμα, να την τανύσουν γυμνήν, να την ραβδίζωσι τέσσαρες άνδρες και να καταξεσχίζωσι τας πλευράς της δια σιδηρών ονύχων. Τούτων γενομένων, αι άλλαι γυναίκες εδάκρυον από συμπάθειαν, περισσότερον δε όταν είδον τα αίματα, τα οποία ως ρύακες έτρεχον εκ των πλευρών της. Εδεήθησαν δε προς τον Κύριον να της προσφέρη βοήθειαν και αναψυχήν. Ο δε τύραννος επρόσταξε να δέρουν με μολυβδίνας σφαίρας τας σιαγόνας των αγίων γυναικών δια να μη προσεύχωνται. Έπειτα, βλέπων ότι ενικάτο αυτός υπ’ αυτών και ότι ήτο κίνδυνος με την επιμονήν των γυναικών να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν, έκαμε δι’ αυτάς, αν και παρά την θέλησίν του, φιλανθρωπίαν ο μισάνθρωπος και εξέδωσε κατ’ αυτών την τελευταίαν απόφασιν, να δέσουν απάσας δια μιάς αλύσου και να κόψουν τας κεφαλάς αυτών. Αίτινες, τούτο ακούσασαι, έχαιρον και έτρεχον εις τον θάνατον με φαιδρόν και αγαλλόμενον πρόσωπον. Διότι εγνώριζον ότι απεμακρύνοντο από τας λύπας της παρούσης ζωής και μετέβαινον εις τα χαρμόσυνα και ευφρόσυνα, ίνα συμβασιλεύσουν μετά του ουρανίου νυμφίου Χριστού αιωνίως. Όταν λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, έκλιναν τας κεφαλάς χαίρουσαι και εδέχθησαν το μακάριον τέλος εις τας κθ΄ (29) του Μαϊου μηνός. Μετ’ ολίγας ημέρας επρόσταξεν ο άρχων να οδηγήσωσι προς αυτόν τον Προκόπιον και τότε είπεν εις αυτόν· «Δεν εχόρτασες με το να απολέσης τόσας ψυχάς»; Ο Άγιος απήντησε· «Δεν ωδήγησα αυτάς εις την απώλειαν, αλλ’ από την απώλειαν ελύτρωσα ταύτας». Τότε ο άρχων επρόσταξε να ξεσχίσουν του Αγίου το πρόσωπον δια σιδηρών ονύχων. Και οι μεν δήμιοι εξέσχιζον τας σάρκας αυτού ως άγρια θηρία. Αλλ’ ο Άγιος ίστατο καρτερικώς υποφέρων τας πληγάς, ως να ήτο λίθος ή σίδηρος. Και έτρεχον μεν τα αίματα και επότιζον την γην, αλλά στεναγμός ουδόλως ηκούετο. Μετά τούτο έδειραν τον Άγιον εις τον αυχένα δια σχοινίων, εξ ων εκρέμαντο τεμάχια μολύβδου και έπειτα εφυλάκισαν αυτόν έως ότου συνεννοηθή ο ανόητος ποίαν έτι χαλεπωτέραν βάσανον να ορίση δι’ αυτόν. Και ο μεν Άγιος προσηύχετο εις την φυλακήν, ίνα ο Θεός τον στερεώση την ευσέβειαν και τελειώση καλώς την ομολογίαν αυτού. Ο δε Ουλκίων, λυπούμενος και αισχυνόμενος, διότι δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, προσεβλήθη υπό πυρετού. Ήτο δε εκ Θεού η πληγή, ίνα παιδευθή δικαίως ο άδικος. Όθεν, ούτω κακώς ο κακός και τρισάθλιος οδυρόμενος, εξεψύχησεν. Ο δε Άγιος έχων την άδειαν εδίδασκεν εις την φυλακήν τους προσερχομένους αόκνως και ούτως ηύξανεν η ευσέβεια. Διότι όχι μόνον δια των λόγων ενήργει, αλλά και άπειρα θαύματα ετέλεσε, θεραπεύων πάσαν ασθένειαν και διώκων ακάθαρτα πνεύματα. Όχι δε μακρόν χρόνον εξοδεύων ή βότανα χρώμενος αλλά μόνον το σημείον του Σταυρού χαράττων εις τον πάσχοντα, ευθύς δια της του Κυρίου χάριτος την ασθένειαν ηφάνιζε και τα δαιμόνια έφευγον. Μετά δε τον θάνατον του Ουλκίωνος, ο βασιλεύς εψήφισε δια την Παλαιστίνην έτερον έπαρχον, Φλαβιανόν ονομαζόμενον, όστις και αυτός κατήγετο εξ Ιταλίας, ομότροπος του προτέρου εις την της ψυχής αγριότητα και σκολιότητα. Ως δε έφθασεν εις την Καισάρειαν, οι ειδωλολάτραι ανέφερον εις τούτον τα του Αγίου. Ευθύς τότε εκείνος επρόσταξε να τον φέρωσι προς αυτόν και ως ηρώτησε τον Άγιον πως ωνομάζετο, εκείνος ο ευλογημένος απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι κυρίως και καλούμαι Προκόπιος, όνομα το οποίον δεν μου έδωκεν άνθρωπος, αλλ’ αυτός ο Κύριος και Δεσπότης μου». Ο Φλαβιανός είπε πάλιν· «Δεν ηξεύρεις, ότι ο βασιλεύς επρόσταξεν ότι εκείνος, όστις δεν προσκυνεί τους θεούς, να λαμβάνη επώδυνον θάνατον; Και συ πιστεύεις εις ένα, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και τον εσταύρωσαν; Είναι πρέπον να προσκυνήται ο τοιούτος, ως Θεός, ο κατακριθείς εις θάνατον»; Ο Άγιος απήντησε· «Έπρεπεν, ω ηγεμών, να γνωρίζης ότι εις Θεός είναι μόνον, ο δημιουργήσας τον κόσμον όλον και πάντα τα εν αυτώ και να μη ονομάζης πολλούς θεούς αφρονέστατα, τους οποίους περιπαίζουν οι φιλόσοφοί σας και κατακρίνουν εις τα γνωστικά των συγγράμματα. Αν δε θέλης, σου αποδεικνύω τούτο με τας μαρτυρίας αυτών, του Αριστοτέλους, λέγω, και του Πλάτωνος, καθώς και άλλων πολλών διδασκάλων σας, οι οποίοι ομολογούν όχι πολλούς, αλλ’ Ένα και μόνον Θεόν αθάνατον. Ομοίως και δια τον Χριστόν, δια τον οποίον είπες εις όνειδος ότι εγεννήθη εκ γυναικός και τον εσταύρωσαν, θα σου είπω. Εάν θέλης να ακούσης το μέγα τούτο Μυστήριον, δος μοι καιρόν και μακροθύμησον, ίνα σου διηγηθώ επιμελέστατα». Τους αληθείς τούτους του Αγίου λόγους λήρους ενόμισεν ο ληρώδης και είπεν εις τον Άγιον οργιζόμενος· «Εκείνος όστις μετέβη εις τους ουρανούς και του έδωσαν τας κλείδας εκείνης της μακαριότητος, αυτός είναι άξιος να εξηγή τα θεία πράγματα. Αλλά συ κάμε εκείνο το οποίον σε προστάσσω. Προσκύνησον τους θεούς. Άλλως γίνωσκε, ότι τόσας βασάνους θέλω σου δώσει, ώστε να το πράξης και παρά την θέλησίν σου». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Επειδή λοιπόν δεν θέλεις να γνωρίσης τον αληθή Θεόν και γίνεσαι τυφλός με την επιμονήν και την ασέβειάν σου, σφάξε, μαγείρευε και τρώγε ανθρώπινα κρέατα, αλλ’ εγώ δεν προσκυνώ λίθους και χειροποίητα είδωλα, ειμή μόνον τον Χριστόν τον αληθή Θεόν, Ον και σέβομαι». Ταύτα και έτερα πλείονα λέγων ο Άγιος, ήλεγχε τον δόλον των ειδώλων, αδόλως και αληθέστατα. Όθεν εθυμώθη ο τύραννος και μη υποφέρων την πολλήν και εύτολμον αυτού παρρησίαν, επρόσταξεν ένα στρατιώτην, ονόματι Αρχέλαον, να θανατώση δια του ξίφους τον Άγιον, καθώς εκείνος επλήγωσεν αυτόν δια του ξίφους των λόγων του. Έσπευσε λοιπόν ο Αρχέλαος να τον θανατώση. Αλλ’ ευθύς ως ήγειρε την σπάθην, ω του θαύματος! Εξηράνθη η χειρ αυτού και πεσών εις την γην εξεψύχησεν. Όθεν εξεπλάγησαν άπαντες ως είδον το τοιούτον θαυμάσιον. Ο δε ψυχοβλαβής Φλαβιανός εθυμώθη έτι σφοδρότερον κατά την ομοίωσιν του όφεως και δέσας τον Άγιον Μάρτυρα κατά τας χείρας και τους πόδας δια σιδήρων εφυλάκισεν αυτόν. Αλλ’ ούτος ο μακάριος και ούτω σιδηροδέσμιος δεν ημέλει, διότι και εις την γην έτι κειτόμενος προσηύχετο, ευχαριστών τον Κύριον, πρώτον δι’ όλην την ανθρωπότητα, την λυτρωθείσαν από της προπατορικής αμαρτίας δια του εκουσίου πάθους Του, έπειτα πάλιν εδέετο ίνα αξιώση αυτόν να τελειώση καλώς το μαρτύριον. Και ούτως, ω του θαύματος! ήκουσε φωνήν, ήτις ενισχύουσα αυτόν παρεκίνει και ενεδυνάμωνε προς το μαρτύριον. Μετά εξ ημέρας ωδήγησαν τον Άγιον εις το κριτήριον. Είπε τότε ο τύραννος· «Πριν αναλώσω τας σάρκας σου, υπάκουσον εις το θέλημά μου». Απήντησεν ο Άγιος· «Εδώ είναι το σώμα μου και καταξέσχιζε και δέρε τούτο δια να θεραπεύσης τους ομοίους σου δαίμονας». Είπεν ο άρχων· «Με ταύτας τας ύβρεις με παροργίζεις χειρότερον και με παρακινείς να σου επιβάλω σκληροτάτας τιμωρίας. Και μη νομίσης ότι, επειδή εθανάτωσες με τας μαγείας σου τον Αρχέλαον, θα σωθής από τας χείρας μου, φλύαρε». Ταύτα δε ειπών, επρόσταξε να τανύσουν τον Άγιον του Χριστού Μάρτυρα εις την γην και να τον δέρουν τέσσαρες άνδρες ρωμαλέοι με ωμά βούνευρα, έπειτα να θέσουν επί της ράχεως αυτού πεπυρακτωμένους άνθρακας. Ο δε Άγιος, όχι μόνον δεν εσυλλογίζετο τας βασάνους, αλλά εξύβριζε και τον ηγεμόνα δια τούτων των λόγων· «Υιέ ανομίας και ύλη πυρός της αιωνίου κολάσεως, κόλασον τας σάρκας μου, διότι άλλο δεν επιθυμώ, ειμή μόνον να βασανισθώ δια τον Δεσπότην μου». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, εδαιμονίζετο φοβερώτερον ο φρενοβλαβής Φλαβιανός και σφόδρα εξωργίζετο κατ’ αυτού. Όθεν, ο κάκιστος, ητοίμαζε πυρ εις το πυρ και κακόν εις το κακόν. Και προστάσσει να πυρώσουν σουβλία, δια των οποίων να κατακαίουν τα ξεσχισμένα μέλη του Αγίου και να ρίπτουν άλας επί των πληγών αυτού. Έπειτα δι’ άλλων σουβλίων να κατακεντώσιν όλα του τα μέλη. Όμως ο Άγιος πάντα ταύτα τα επώδυνα υπέφερε γενναίως και ανδρικώτατα, μυκτηρίζων πάλιν τα είδωλα. Όθεν ο αιμοδιψής ακόλαστος και πολυμήχανος τύραννος εύρεν άλλον τρόπον τιμωρίας. Ητοίμασαν ένα βωμόν και έθεσαν επ’ αυτού ανημμένους άνθρακας και εις την δεξιάν χείρα του Μάρτυρος επέθεσαν λίβανον και εκράτουν ταύτην βιαίως δια σιδήρων άνωθεν του βωμού, όπως, μη υποφέρων των ανθράκων την θερμότητα, ρίψη επ’ αυτών τον λίβανον, δια να φανή ότι εθυσίασεν εις τα είδωλα. Ο δε Άγιος εσταμάτησε την χείρα ακίνητον, έως ότου, ω της καρτερίας και γενναιότητος αυτού! Κατηναλώθη εκ του πυρός η δεξιά αυτού χειρ, ενώ ο Αγιος παρατηρών και δακρύων εστέναζεν όχι εκ μικροψυχίας, αλλά προς ευχαριστίαν, λέγων· «Εκράτησε της χειρός της δεξιάς μου», «και κατάξας τόξον χαλκούν εν βραχίονί μου, και έδωκάς μοι υπερασπισμόν σωτηρίας μου» (Β΄ Βασιλ. κβ: 35-36), «και η δεξιά σου αντελάβε τόμου». Ο δε άδικος δικαστής, θαυμάζων την ανδρείαν του Αγίου, είπε προς αυτόν· «Αφού είπες ότι δεν υπολογίζεις τας τιμωρίας ουδέ αισθάνεσαι αυτάς, διατί εστέναξες από τώρα και εδάκρυσες»; Και ο Άγιος απήντησε· «Μη νομίσης ότι ενικήθην από τον πόνον της σαρκός και εδάκρυσα, συ, άξιε δακρύων. Αλλ’ επειδή τούτο μου το σώμα είναι πηλός και ο πηλός όταν πλησιάση προς το πυρ αποξηραίνεται, απορρίπτων το ύδωρ αυτού, ούτω λοιπόν συνέβη και εις την σάρκα μου. Αλλά περισσότερον εδάκρυσα δια την αγνωσίαν σου και την βεβαίαν απώλειάν σου, διότι αγνοείς τον αληθή Θεόν και προσκυνείς δαίμονας, δια να θεραπεύσης πρόσκαιρον βασιλέα και διότι δια την αιτίαν αυτήν σε περιμένει το πυρ το αιώνιον». Τότε μετά την φρικτήν αυτήν βάσανον, χαλεπωτέραν επινοείται ο παράνομος. Και όπως επρόσταξεν εκρέμασαν αυτόν από τας χείρας, έδεσαν δύο λίθους βαρείς εις τους πόδας του, δια να διασπασθώσι και αποχωρισθούν αι αρθρώσεις. Αλλ’ ως είδεν ότι ενίκησε και ταύτην την φρικτήν βάσανον ο αήττητος, επρόσταξε να καύσουν μέχρι πυρακτώσεως μίαν κάμινον και να ρίψουν οι δήμιοι τον Άγιον εντός αυτής. Όταν δε τον μετέφερον προ του στομίου της φλεγομένης καμίνου εποίησε το σημείον του Σταυρού επ’ αυτού και ευθύς, ως ύψωσε τας χείρας, η φλοξ διεσκορπίσθη προς τα έξω και έκαυσεν όσους ήσαν πλησίον. Οι δε ειδωλολάτραι ιδόντες τούτο το θαυμάσιον ετρόμαξαν. Και φοβούμενοι μη πάθωσι και αυτοί τα αυτά, εκραύγαζον· «Ας θανατωθή ο μάγος να μη κινδυνεύση η πόλις άπασα από τας μαγείας του». Ο δε τύραννος εφοβήθη και αυτός και εξεπλήσσετο. Πλην τότε μεν εφυλάκισε τον Άγιον εις το Πραιτώριον. Αλλά μετ’ ολίγας ημέρας, μη έχων πλέον ελπίδα ότι ο Άγιος του Χριστού μάρτυς Προκόπιος θα ήλλασσε γνώμην, έγραψε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να κόψουν την μακαρίαν αυτού κεφαλήν έξω της πόλεως. ‘Οτε δε έφθασεν ο τρισόλβιος εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησε χάριν από τον φονέα, να τον αφήση ολίγην ώραν, δια να δεηθή προς τον Κύριον. Και σταθείς κατ’ Ανατολάς, ύψωσε προς τον ουρανόν τα όμματα και παρεκάλεσε τον Θεόν να φυλάξη την πόλιν από τας επιβουλάς του δαίμονος, να φωτίση τους πολίτας άπαντας να επιστρέψουν εις την ευσέβειαν, να θεραπεύση τους ασθενείς, να βοηθήση τους πένητας και άλλα παρόμοια δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, τέλος δε εδεήθη δι’ όσους ήθελον εορτάζει την μνήμην αυτού, να λυτρώνη τούτους από όλας τας οδύνας και να αξιώση της Βασιλείας Αυτού. Ταύτα δε ευξάμενος, ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εισηκούσθη η δέησίς σου Προκόπιε, και θέλουν πληρωθή όσα εζήτησες. Ελθέ τοίνυν, ίνα λάβης τον ητοιμασμένον σοι στέφανον, ως κληρονόμος της ουρανίου μακαριότητος». Ταύτα ακούσας ο Άγιος Μάρτυς έκλινε τον αυχένα προθύμως και έκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν, κατά τας η΄ (8) του μηνός Ιουλίου. Και η μεν μακαρία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τα ουράνια· το δε τίμιον αυτού λείψανον παρέλαβον δια νυκτός φιλόχριστοί τινες και αλείψαντες ευλαβώς δια μύρων και αρωμάτων, το παντός αρώματος ευωδέστερον, απέθεσαν εις τόπον επιτήδειον, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της Μίας και αληθούς Θεότητος, Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις. Αμήν. 

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Περεγρίνος και οι συν αυτώ Λουκιανός, Πομμήϊος, Ησύχιος, Παππίας, Σατορνίνος και Γερμανός

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΥ Και των συν αυτώ, ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ, ΠΟΜΠΗΙΟΥ, ΗΣΥΧΙΟΥ, ΠΑΠΠΙΟΥ, ΣΑΤΟΡΝΙΝΟΥ και ΓΕΡΜΑΝΟΥ.                           

Περεγρίνος και οι συν αυτώ Λουκιανός, Πομμήϊος, Ησύχιος, Παππίας, Σατορνίνος και Γερμανός, οι Άγιοι Μάρτυρες, κατήγοντο εξ Ιταλίας και ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Τραϊανού, εν έτει 98. Γενομένου δε τότε διωγμού κατά των Χριστιανών, επεβιβάσθησαν εις πλοίον και έπλευσαν εις την πόλιν του Δυρραχίου. Εκεί ιδόντες τον Άγιον Αστείον, τον Επίσκοπον Δυρραχίου, κρεμάμενον εις σταυρόν, ηλειμμένον με μέλι και κεντώμενον υπό σφηκών και μυιών δια την πίστιν του Χριστού και μακαρίσαντες αυτόν, συνελήφθησαν. Ομολογήσντες δε ότι είναι Χριστιανοί, ερρίφθησαν, κατά προσταγήν του ανθυπάτου Αγρικόλα, εις το Αδριατικόν πέλαγος, το από Βενετίας μέχρι Κυθήρων εκτεινόμενον, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους αμαράντους στεφάνους του μαρτυρίου. Τα δε άγια αυτών λείψανα, ριφθέντα έξω υπό της θαλάσσης, κατεχώσθησν εις την άμμον. Αφ’ ου δε παρήλθον εβδομήκοντα έτη, εφανερώθησαν εις τον Επίσκοπον της Αλεξανδρείας, όστις, παραλαβών ταύτα, έθαψεν εντίμως, κτίσας εις το όνομά των και μικράν Εκκλησίαν. 

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Η Αγία Μεγαλομάρτυς ΚΥΡΙΑΚΗ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΚΥΡΙΑΚΗΣ.                                                             

Από δύο αιτίας παρακινείται ο άνθρωπος να κάμνη εις άλλον άνθρωπον το αγαθόν. Ή εκ φύσεως, ή εκτελών την εντολήν του Θεού. Και εκ φύσεως μεν πράττει το κλόν, όταν επί παραδείγματι ο πατήρ αγαθοποιή τον υιόν του, και ο υιός τον πατέρα, και ο αδελφός τον αδελφόν, ή συγγενής τον συγγενή. Διότι ούτοι ουχί τόσον δια την εντολήν του Θεού αγαθοποιούσιν αλλήλους, όσον κινούμενοι από την αγάπην της φύσεως. Τούτον τον φυσικόν τρόπον όχι μόνον οι άνθρωποι έχουσιν, αλλά και τα άλογα ζώα, διότι και αυτά, αναγκαζόμενα υπό της φύσεως, αγαπώσι τα όμοιά των, καθώς λέγει και ο σοφός Σειράχ (Κεφ. ιγ: 15). «Παν ζώον αγαπά το όμοιον αυτώ και πας άνθρωπος τον πλησίον αυτού». Δια την εντολήν του Θεού πράττει το καλόν ο άνθρωπος, αν και δεν έχει συγγενή, όμως δια την παραγγελίαν του Χριστού, την οποίαν αναφέρει εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον «Παντί τω αιτούντί σε δίδου», προσφέρει προς τον πλησίον ελεημοσύνην ή άλλην τινά συνδρομήν. Εξ αυτής λοιπόν της δευτέρας αιτίας παρεκινήθην και εγώ σήμερον, αγαπητοί μου αδελφοί, να προσφέρω προς υμάς την διδασκαλίαν μου ταύτην (ήτις υπερβαίνει πάσαν άλλην σωματικήν δωρεάν αγαθού). Διότι ακούω τι είπεν ο Άγγελος Ραφαήλ προς τον Τωβίτ (Κεφ. ιβ: 7) «Μυστήριον βασιλέως καλόν κρύψαι, τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως». Δια τούτο παρεκινήθην ίνα διηγηθώ προς την γάπην υμών, καθ’ όσον μοι είναι δυνατόν, περί της σήμερον εορταζομένης Αγίας Κυριακής, ίνα από την διήγησιν ταύτην γνωρίσητε τα θυμάσια έργα του Θεού και την άπειρον Αυτού δύναμιν. Διότι πως δεν είναι θαυμαστόν έργον Θεού, γυνή, γένος ασθενέστερον, να νικήση τον νοητόν εχθρόν, τον διάβολον; Ή πως δεν ήτο τούτο έργον παραδόξου δυνάμεως, σώμα γυναικείον, φύσει ασθενές, να υπομένη τοσαύτας τιμωρίας; Επειδή εάν ανήρ τις υπομείνη τας τοσαύτας βασάνους δεν είναι θαυμαστόν, αφού εκ φύσεως έχει την ανδρείαν του σώματος. Αλλά δια να τύχη γυνή να υπομείνη θεληματικώς τιμωρίας και βάσανα, φανερόν είναι ότι ουχί εκ φύσεως ηδυνήθη να υπομείνη ταύτα, αλλ’ εκ της απείρου δυνάμεως του Θεού. Ίνα λοιπόν εννοήσητε τα του Θεού θαυμάσια και την δύνμιν Αυτού, ακούσατε μετά πάσης προθυμίας την περί της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακής διήγησιν, ίνα και Εκείνον δοξάσητε και την Αγίαν Αυτού επαινέσητε. Μετά την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά τα τ΄ (300) έτη ήσαν δύο βασιλείς πολύ ασεβείς και χριστομάχοι, ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, το ζεύγος του διαβόλου. Και ο μεν Διοκλητιανός εβασίλευεν εις πάσαν την Ανατολήν, ο δε Μαξιμιανός, όστις είχε γυναίκα την θυγατέρα του Διοκλητιανού τούτου, εις την Δύσιν. Οι ασεβέστατοι λοιπόν ούτοι βασιλείς φρικτήν βουλήν ηβουλήθησαν, ήτοι να σβέσωσι παντελώς το όνομα του Χριστού, και να αφανίσωσι το γένος των Χριστιανών από προσώπου της γης. Διότι ούτε πόλεις είχον εις τον νουν των να προσθέσωσιν εις την εξουσίαν των, ούτε έθνη ήθελον να υποτάξωσιν εις την βασιλείαν των, αλλά μόνον ένα σκοπόν ασεβέστατον είχον και εν έργον παρανομώτατον, να τυραννώσι τους Χριστιανούς. Ποίον κακόν δεν εγένετο τότε εις τους αγαπώντας τον Χριστόν! Επληρούντο αι φυλακαί από του πλήθους των καθ’ εκάστην τιμωρουμένων Χριστιανών! Αι οικίαι, όσαι είχον κυρίους Χριστιανούς, ηρημώνοντο. Αι ερημίαι και τα όρη μετεβάλλοντο εις πόλεις εκ του πλήθους των Χριστιανών, οίτινες έφευγον εκεί. Οι πτωχοί Χριστιανοί και οι της αληθείας φίλοι επαιδεύοντο ως οι μεγαλύτεροι κακούργοι. Τα χρήματα των Χριστιανών διηρπάζοντο υπό των ειδωλολατρών. Οι νόμοι της ανθρωπίνης φύσεως ηλλοιούντο, διότι οι πατέρες ειδωλολάτραι παρέδιδον τους υιούς των εις θάνατον, επειδή επίστευον εις τον Χριστόν. Οι παίδες κατηγόρουν τους πατέρας των ως Χριστιανούς, και, ίνα δι’ ολίγων είπω, σκότος και σύγχυσις μεγάλη υπήρχεν εις όλον τον κόσμον. Διότι οι μεν εχθροί του Χριστού είχον ελευθερίαν να τιμούν τους δαίμονας, οι δε φίλοι της αληθείας Χριστιανοί εδιώκοντο, και ο αληθής Θεός, ο Χριστός, υβρίζετο ως πλάνος. Τότε τινές μεν εφοβούντο και ηρνούντο τον Χριστόν, και εθυσίαζον εις τα είδωλα. Όσοι δε δεν ηδύναντο ούτε να μαρτυρήσωσιν, ούτε ήθελον να γίνωσιν ειδωλολάτραι, έφευγον εις τα όρη και σπήλαια και εκεί εκρύπτοντο, αναμένοντες τον καιρόν, κατά τον οποίον θα εγνώριζον ότι είναι θέλημα Θεού να παρουσιασθώσι. Κατ’ εκείνον λοιπόν τον καιρόν εις τα μέρη της Ανατολής έζη Χριστιανός τις, Δωρόθεος ονόματι, όστις είχε σύζυγον Χριστιανήν καλουμένην Ευσεβίαν. Ο άνθρωπος ούτος ήτο πλούσιος και ελεήμων, πλην τέκνον δεν είχεν, ούτε άρρεν ούτε θήλυ, και δια τούτο πάντοτε μετά της συζύγου του ήσαν λυπημένοι. Όσοι έχουσι πλούτον και δεν γεννώσι τέκνον, αυτοί γνωρίζουσιν οποία θλίψις είναι η έλλειψις τέκνου. Τι λοιπόν συνέβη; Παρεκάλουν και οι δύο τον Θεόν να δώση εις αυτούς τέκνον, ουχί μόνον προς κληρονομίαν του πλούτου των, αλλά μάλλον προς παρηγορίαν των θλίψεων αυτών. Όθεν ο Θεός, ο ευλογήσας την στείραν Σάρραν να γεννήση τον Ισαάκ, την Ελισάβετ να γεννήση τον Πρόδρομον και την Άνναν να γεννήση την Παρθένον Μαριάμ, επήκουσε και της δεήσεως αυτών και μετ’ ολίγας ημέρας, συλλαβούσα η Ευσεβία, εγέννησε εις τον διωρισμένον καιρόν την Αγίαν ταύτην εν ημέρα Κυριακή. Δια τούτο, όταν την εβάπτισαν, έδωσαν εις αυτήν το όνομα Κυριακή. Εκ μικράς ακόμη ηλικίας, η σεμνή αύτη κόρη εδείκνυεν οποία ήθελε καταστή αργότερον. Διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, καθώς τα άλλα κοράσια, ούτε ησχολείτο εις απρεπή παιχνίδια, ούτε εις αργολογίας, καθώς σήμερον πράττουσι πολλά κοράσια, ούτε τους περιπάτους ηγάπα, αλλά καθημένη εις την οικίαν των γονέων της, μετά πολλής ευλαβείας και προσοχής ηκροάτο τας νουθεσίας αυτών. Ότε δε έφθασεν εις ώριμον ηλικίαν, τότε περισσότερον εφάνη η σωφροσύνη της, την οποίαν είχεν εις την ψυχήν της. Διότι όσον ηύξανε το σώμα της, τοσούτον και η γνώσις αυτής επλήθυνε και το κάλλος έλαμπεν. Ουδόλως ηκούετο εκ του στόματος αυτής αργολογία ή κατάκρισις ή ψεύδος, καθώς συμβαίνει σήμερον με πολλάς γυναίκας, αι οποίαι, ενώ πρέπει να ίστανται μετά πολλής ευλαβείας εις την Εκκλησίαν, συνομιλούσι και κατακρίνουσιν η μία την άλλην. Εις τους γάμους, ενώ πρέπει να κάθηνται σωφρόνως και ευτάκτως, άδουσι και χορεύουσιν. Εις τας εορτάς, ενώ πρέπει να ακροάζωνται μετά πάσης ησυχίας την ψαλμωδίαν και τους βίους των Αγίων, συναθροίζονται και χορεύουσι. Το παράδοξον είναι ότι έχουσι προς έπαινόν των το ποία θα στολισθή και θα χορεύση καλλίτερον. Ουαί της απωλείας! Αλλ’ η Αγία δεν έπραττε τοιουτοτρόπως, ουδέ μετεχειρίζετο το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, δηλαδή να στολίζεται ή να ψιμυθιούται δια να αρέση εις τους νέους, ούτε παρέκυπτεν από τα παράθυρα δια να αγρεύη τας ψυχάς των ανδρών. Και πάντοτε εν έργον είχεν ως απαραίτητον, να στολίζη την ψυχήν αυτής με νηστείας, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσευχήν, με την φύλαξιν των οφθαλμών, και με το να συγκρατή την γλώσσαν. Πολλοί άρχοντες εκείνου του καιρού επεθύμησαν να δώσωσιν αυτήν ως νύμφην εις τους υιούς των, αλλ’ αύτη, αγαπώσα την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν ήθελεν ούτε καν να ακούση λόγον περί γάμου. Πολλάκις, όταν οι γονείς αυτής ωμίλουν περί γάμου, διότι την είχον μονογενή και ήθελον να ίδωσιν εξ αυτής κληρονομίαν του γένους, αύτη έλεγε προς αυτούς τοιούτους λόγους, μετά πάσης ευλαβείας και συνέσεως· «Ω τιμιώτατοι γονείς! Όχι διότι η παρακοή των παίδων προς τους γονείς είναι καλή, δια τούτο δεν σας ακούω να λάβω σύζυγον, αλλά διότι εγώ προτιμώ καλλίτερον την παρθενίαν και θέλω να γίνω νύμφη του Χριστού και Θεού μου. Εξ άλλου εις τι θα ωφελήση ο γάμος; Ποία γυνή υπανδρεύθη και δεν μετενόησε; Ποία έγινε μήτηρ και δεν ελυπήθη; Διότι ή το παιδίον αυτής αποθνήσκει, ή ο σύζυγος αυτής ή ο συγγενής του και αναγκαίως θα έχη θλίψιν. Η παρθενία όμως δεν έχει λύπην, ούτε φροντίδας πολλάς. Διότι γυνή, ήτις νυμφεύεται, προσέχει πώς να αρέση εις τον σύζυγόν της, καθώς λέγει ο Απόστολος Παύλος. Έχει φροντίδα πώς να ενδύση τα τέκνα της, και πώς να τα διαθρέψη. Εάν δε μείνη χήρα, αλλοίμονον εις την συμφοράν της! Τότε έχει περισσοτέραν θλίψιν και μέριμναν. Εκείνη δε ήτις παρθενεύει, άλλην φροντίδα δεν έχει, ει μη μόνον πώς να είναι αρεστή εις τον Χριστόν. Διατί λοιπόν θέλετε, γονείς μου, να με υποβάλετε εις τοσαύτας φροντίδας; Η Κυρία Θεοτόκος δεν ήτο παρθένος; Αφήτε λοιπόν και εμέ να γίνω δούλη Εκείνης. Αρκεί η χάρις Αυτής να με διαφυλάξη· διότι δυνατή είναι η βοήθεια Αυτής, ίνα και εμέ ενισχύση. Έχω θάρρος εις τον μονογενή Αυτής Υιόν, όστις αγαπά την παρθενίαν». Τοιούτους λόγους ακούοντες οι γονείς της Αγίας εκ του στόματος αυτής ηυχαρίστουν και εδόξαζον τον Θεόν, τον δωρήσαντα εις αυτούς τοιούτον ευλογημένον τέκνον. Κατ’ εκείνας τας ημέρας άνθρωπός τις, ειδωλολάτρης μεν κατά την θρησκείαν, πλούσιος δε πολύ, ευρίσκετο εις την πόλιν εκείνην, εις την οποίαν ευρίσκοντο και οι γονείς της Αγίας. Ούτος λοιπόν ο άρχων, ακούων περί της Κυριακής ότι είναι νέα και ωραιοτάτη, και ότι ουδεμία άλλη κόρη υπερέχει αυτής κατά το κάλλος και την γνώσιν, απεφάσισε να την δώση ως νύμφην εις τον υιόν του, αφ’ ενός μεν δια το κάλλος και την γνώσιν της, αφ’ ετέρου δε διότι ήτο μονογενής και έμελλεν ο πολύς πλούτος των γονέων αυτής να περιέλθη εις τας χείρας του. Έχων λοιπόν τον τοιούτον σκοπόν ο άρχων εκείνος εμήνυσεν εις τους γονείς της Αγίας, ίνα στέρξωσι και αυτοί εις το συνοικέσιον. Αλλ’ η Αγία, επειδή ήτο αφιερωμένη εις τον Θεόν ψυχή τε και σώματι, δεν ηθέλησεν ουδόλως να ακούση τον τοιούτον λόγον. Μόνον είπεν: «Εγώ είμαι νύμφη καθαρά του Χριστού μου και επιθυμώ να αποθάνω παρθένος». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθυμώθη σφόδρα, κι αμέσως μετέβη εις τον βασιλέα Διοκλητιανόν και είπεν εις αυτόν. «Βασιλεύ, ζήθι εις τον αιώνα. Ο κόσμος όλος είναι υποτεταγμένος εις το θέλημα της βασιλείας σου και προσκυνεί τους μεγάλους θεούς. Μία όμως κόρη ενντιούται εις το πρόσταγμά σου και υβρίζει τα είδωλα, λέγουσα ότι ο Χριστός είναι Θεός. Όχι μόνον δε αυτή καταφρονεί τον ορισμόν της βασιλείας σου, αλλά και οι γονείς αυτής είναι Χριστιανοί, και ούτε εις τα είδωλα θυσιάζουσιν, ούτε υποτάσσονται εις την βασιλείαν σου». Ο βασιλεύς Διοκλητιανός, ακούσας ταύτα, επλήσθη θυμού και αμέσως, αποστείλας στρατιώτας, έφερε την Αγίαν και τους γονείς αυτής έμπροσθεν αυτού και είπεν εις αυτούς: «Διατί δεν τιμάτε τους μεγάλους θεούς, τους οποίους τιμά και η βασιλεία μου, αλλά κηρύττετε άλλον θεόν, τον Χριστόν, ον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον»; Απεκρίθη ο Δωρόθεος· «Ημείς, βασιλεύ, δεν εμάθομεν εκ των προγόνων ημών να προσκυνώμεν ψευδωνύμους θεούς, αλλ’ ένα Θεόν αληθή, τον Χριστόν, τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς. Όστις δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη ως άνθρωπος, και ανελήφθη, και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα, και αποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττομεν, Αυτόν ομολογούμεν αληθινόν Θεόν. Οι δε θεοί, οίτινες τον ουρανόν και την γην δεν εποίησαν, απολέσθωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ο βασιλεύς τότε διέταξε τους στρατιώτας, μετ’ οργής, να απλώσωσι κατά γης τον Δωρόθεον και να τον δείρωσι τοσούτον, ώστε ή να θυσιάση εις τους θεούς ή να αποθάνη από τον δαρμόν. Τότε οι στρατιώται, εκτελούντες την διαταγήν του βασιλέως, ήπλωσαν αυτόν και τον έτυπτον ανηλεώς, έως ότου απέκαμον. Ο δε Άγιος, έχων τον Χριστόν ενδυναμούντα αυτόν, ουδέ το παράπαν ελογίζετο τας βασάνους αυτών, μάλιστα δε εμυκτήριζε και περιεγέλα τα είδωλα ως κωφά και αναίσθητα. Τότε ιδών ο βασιλεύς ότι δεν νικάται ο πατήρ της Αγίας ούτε υπό των πληγών, ούτε υπό της κολακείας, αυτόν μεν και την σύζυγον αυτού Ευσεβίαν, την μητέρα της Αγίας Κυριακής, απέστειλεν εις τον άρχοντα της πόλεως Μελιτηνής, Ιούστον καλούμενον, ίνα εκείνος τιμωρήση αυτούς, ως ανηλεής και ανήμερος. Την δε Αγίαν Κυριακήν, βλέπων ωραίαν, απέστειλεν εις τον γαμβρόν αυτού, τον Μαξιμιανόν, όστις ευρίσκετο τότε εις την Νικομήδειαν, ίνα εκείνος ανακρίνη αυτήν. Και ο μεν άρχων Ιούστος, δις και τρις εξετάσας τους γονείς της Αγίας και μη δυνηθείς ούτε με τιμωρίας, ούτε με κολακείας, ούτε με άλλον τινά τρόπον να αποστρέψη αυτούς από της εις Χριστόν πίστεως, απέκοψε τας κεφαλάς αυτών δια ξίφους και ούτως έλαβε τέλος η ζωή αυτών. Ο δε Μαξιμιανός, δεξάμενος παρά των υπηρετών του πενθερού αυτού Διοκλητιανού την Αγίαν Κυριακήν, πρώτον μεν εθαύμασε το κάλλος αυτής, έπειτα δε, παρουσιάσας αυτήν επί του κριτηρίου αυτού, ήρξατο να λέγη προς αυτήν τοιαύτα : «Τούτο πρέπει να ηξεύρης, ω κόρη, ότι ο μέγας βασιλεύς Διοκλητιανός, διότι ελυπήθη το κάλλος σου, δεν ηθέλησε να σε τιμωρήση ως Χριστιανήν, αλλά σε απέστειλεν εδώ προς με· μη λοιπόν θελήσης μόνη σου να γίνης εχθρά του εαυτού σου και να παραδώσης τοιούτον σώμα εις τιμωρίας και βάσανα, αλλά προσκύνησον τους θεούς, να έχης την ζωήν σου και τότε όχι μόνον θα σου χαρίσω και άλλον πλούτον πλέον του πατρικού, αλλά και νύμφη θα γίνης του βασιλέως εις ένα συγγενή του». Και ο μεν βασιλεύς Μαξιμιανός τοιαύτα και άλλα περισσότερα είπε κολακεύων την Αγίαν, εκείνη δε απεκρίθη· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τους τοιούτους φοβερισμούς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος, ούτε τιμωρία, ούτε παίδευσις, η οποία να με χωρίση από την αγάπην αυτού· όχι ο πατρικός μου πλούτος ή άλλος, τους οποίους θέλετε να μοι δώσητε, αλλά και αυτήν την επίγειον βασιλείαν σας εάν μου δώσητε δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ εγώ την ευσέβειαν των πατέρων μου· αλλ’ ουδέ άλλον νυμφίον θέλω στέρξει να προτιμήσω εκτός του Χριστού μου, εις τον Οποίον εχάρισα τον εαυτόν μου, ίνα ζήσω και αποθάνω παρθένος». Ταύτα ως ήκουσεν ο Μαξιμιανός επλήσθη όλος θυμού, και παρευθύς διέταξε να τανύσωσι την Αγίαν εις τέσσαρα μέρη εκ των χειρών και των ποδών και να την δείρωσι με ωμά βούνευρα, έως ου ή να αρνηθή τον Χριστόν ή να αποθάνη εκ των βασάνων. Ταύτα ειπών ο βασιλεύς εκάθητο αναμένων το τέλος, διότι ήλπιζεν ότι ως ασθενεστάτη γυνή θέλει δειλιάσει εις τας βασάνους· η δε Αγία, ποιήσασα το σημείον του Σταυρού επί του σώματός της, οικειοθελώς μετά πάσης ευκοσμίας κατέπεσεν εις την γην. Τότε οι στρατιώται του βασιλέως, λαβόντες τα νεύρα εκείνα των βοών, τοσούτον ανηλεώς έτυπτον την Αγίαν, ώστε και δύο και τρεις φοράς ενηλλάχθησαν· και οι μεν στρατιώται ηγανάκτουν τύπτοντες αυτήν, η δε Αγία, έχουσα τον Χριστόν ενδυναμούντα αυτήν, ουδόλως εφαίνετο ότι εδάρη, αλλά τουναντίον τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής, ως εάν ήτο εις τερπνόν και ωραίον περιβόλιον. Βλέπων ταύτα ο βασιλεύς και νομίζων ότι οι στρατιώται λυπούνται αυτήν και δεν την δέρουσι με όλην αυτών την δύναμιν, εβόησε προς αυτούς μετά μεγάλου θυμού· «Διατί, ω κάλιστοι στρατιώται λυπείσθε την υβρίστριαν των θεών»; Απεκρίθη η Αγία· «Μη πλανάσαι, Μαξιμιανέ, μηδέ νόμιζε ότι θέλεις με νικήσει με τας τοιαύτας τιμωρίας, διότι ο Χριστός μου ίσταται αόρατος και μοι δίδει δύναμιν, ώστε να μη συλλογίζωμαι τας βασάνους σου». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, εντραπείς τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν νέαν κόρην, καθώς εκείνην, εσκέφθη να στείλη αυτήν εις τον διοικητήν της Βιθυνίας, Ιλαρίωνα λεγόμενον. Η δε Βιθυνία είναι επαρχία της Χαλκηδόνος και των άλλων πέριξ πόλεων. Ήτο δε ο Ιλαρίων ούτος άνθρωπος θηριωδέστερος παντός αγρίου θηρίου, διότι τούτο πάντοτε εσκέπτετο, πώς να φανή πλέον φοβερώτερος εις τους Χριστιανούς από τους άλλους ηγεμόνας της Ανατολής. Αφ’ ενός μεν ενόμιζεν ότι τιμωρών τους Χριστιανούς, θέλει αρέσει εις τους θεούς των Ελλήνων, αφ’ ετέρου δε ότι θέλει ακουσθή και το όνομα αυτού εις τους άλλους βασιλείς και εις τους άλλους άρχοντας ως μέγα και πολύ. Εις αυτόν λοιπόν τον Ιλαρίωνα έστειλε την Αγίαν, έγραψε δε και γράμμα προς αυτόν, παραγγέλλων να φροντίση παντοιοτρόπως, όπως αποστρέψη την Αγίαν από της πίστεως των Χριστιανών· εάν δε κατορθώση τούτο, να αποστείλη αυτήν οπίσω προς αυτόν, αυτός δε θέλει τιμήσει και υψώσει αυτόν εις μεγαλύτερα αξιώματα. Αφού ο έπαρχος Ιλαρίων έλαβε το γράμμα του βασιλέως, εκάθισεν επί θρόνου φοβερού και διέταξε να φέρωσι την Αγίαν έμπροσθεν αυτού, εις την οποίαν είπεν· «Άρά γε γνωρίζεις, ω Κυριακή, διατί ο πολυχρονημένος βασιλεύς Μαξιμιανός σε έστειλεν εδώ προς ημάς; Βεβαίως δια την πολλήν ημερότητα και πραότητα, την οποίαν έχει· διότι λυπούμενος να βλέπη τιμωρούμενον τοιούτον ωραιότατον σώμα, σε απέστειλε προς ημάς τους πιστούς δούλους του· αλλά και ημείς αυτήν την γνώμην έχομεν, μάρτυρας δε έχω τους μεγάλους θεούς και τους περιεστώτας άρχοντας, ότι και εγώ εις πάντας τους υπακούοντας εις τους ορισμούς των βασιλέων είμαι φιλάνθρωπος. Μη λοιπόν θελήσης συ σήμερον να μετατρέψης την καλήν μου γνώμην, και να με δείξης ανήμερον και απάνθρωπον· διότι, εάν μείνης π΄λιν εις την προτέραν σου πλάνην, είναι ανάγκη να γίνω εχθρός σου και να σε τιμωρήσω με βασανιστήρια, τα οποία και μόνον ακουόμενα και θεωρούμενα καταπλήττουσι τον άνθρωπον, πολλώ μάλλον και να υποστή ταύτα». Ταύτα ως ήκουσεν η Αγία απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νόμιζε, Ιλαρίων, ότι θέλω αλλάξει εγώ την προτέραν μου γνώμην και την ευσέβειαν, διότι ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μεταβάλης τον σκοπόν μου· τούτο δε γνώριζε, ότι, εάν ο βασιλεύς Διοκλητιανός και Μαξιμιανός δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την δύναμιν του Χριστού, πως θέλεις δυνηθή συ να με νικήσης; Δια τούτο μη ματαιοπονής λέγων τοιούτους λόγους, αλλά δοκίμασε και με το έργον να ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Τότε ο έπαρχος, ακούσας τούτους τους λόγους, διέταξε τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν από τας τρίχας της κεφαλής, ούτω δε να μείνη κρεμαμένη πολλάς ώρας όχι δε μόνον να έχη ταύτην την βάσανον, αλλά και να κατακαίωσι το σώμα αυτής με ανημμένας λαμπάδας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τιμωρουμένη η Αγία υπέμεινε πάντα γενναίως υπέρ της αγάπης του Χριστού και ως αν έβλεπεν αυτήν μακρόθεν. Βλέπων δε ο Ιλαρίων ότι δεν κατορθώνει τίποτε, μάλλον δε ότι εγίνετο γενναιοτέρα η Αγία με τας τοιαύτας βασάνους, καθώς ο καλός σίδηρος εις το ύδωρ, διέταξε να καταβιβάσωσιν αυτήν και να την οδηγήσωσιν εις την φυλακήν. Κατά δε την νύκτα εις την φυλακήν φαίνεται ο Χριστός εις την Αγίαν, λέγων εις αυτήν· «Μη φοβού, Κυριακή, τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επαύριον, αποστείλας ο Ιλαρίων στρατιώτας, έφερε την Αγίαν εις το κριτήριον. Ως δε είδεν αυτήν όλως υγιά, εθαύμασε και είπε προς αυτήν. «Μοι φαίνεται, ότι όλοι οι περιεστώτες εννοούσι το ότι οι μεγάλοι θεοί πολύ σε αγαπώσι, διότι ιδού. Δια  να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης ασχημίαν τινά. Μη λοιπόν φανής αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών και προσκύνησον αυτούς». Ως ήκουσε ταύτα, απεκρίθη η Αγία· «Δεν είναι οι θεοί σου, Ιλαρίων, εκείνοι οι οποίοι έδωκαν εις εμέ την υγείαν μου, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, τον οποίον πιστεύω και προσκυνώ. Αλλ’ επειδή θέλεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους θεούς λέγεις να προσκυνήσω». Ταύτα ακούσας ο Ιλαρίων εχάρη, διότι ενόμισεν ότι η Αγία μετενόησεν. Αφ’ ου δε εισήλθον εις τον ναόν, η Αγία έκλινε τα γόνατα και είπε προσευχομένη· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου, ο μόνος έχων την εξουσίαν του ουρανού και της γης, επάκουσόν μου της δούλης Σου και ας κρημνισθώσι τα είδωλα ταύτα, τα άψυχα, ίνα γνωρίσωσιν οι περιεστώτες ότι Συ ει μόνος αληθινός Θεός». Ταύτα της Αγίας ειπούσης, ευθύς σεισμός μέγας εγένετο και εκρημνίσθησαν πάντα τα είδωλα, και συνετρίβησαν εις τεμάχια, οπότε ελθών ισχυρός ανεμοστρόβιλος διεσκόρπισε ταύτα. Τότε οι μεν άλλοι Έλληνες εφοβήθησαν και φεύγοντες εξήλθον του ναού. Μόνον ο έπαρχος Ιλαρίων, αντί να πιστεύση εις τον Χριστόν, ίστατο και εβλασφήμει κατ’ υτού ως αφανίσαντος τους θεούς του. Αλλ’ επήλθεν εις αυτόν σύντομος η θεία δίκη, διότι, αστραπή εκ του ουρανού πεσούσα, κατέκαυσε το πρόσωπον αυτού και ευθύς, πεσών κατά γης, απέθανεν. Ούτω κακώς αποθανών ο κάκιστος Ιλαρίων, απήλθεν εις την αιώνιον κόλασιν. Μετά τον θάνατον του Ιλαρίωνος ήλθεν άλλος έπαρχος εις την Βιθυνίαν, Απολλώνιος ονόματι, όστις, ακούσας περί της Αγίας Κυριακής, ότι κηρύττει παρρησία τον Χριστόν και ότι διδάσκει τους ανθρώπους να επιστρέφωσιν εις Αυτόν, απέστειλε στρατιώτας, οίτινες συνέλαβον αυτήν. Ως δε ωδηγήθη προ αυτού, αυτός, πότε με κολακείας και πότε με απειλάς, ήρχισε να συζητή μετ’ αυτής. Αλλ’ η Αγία, εις ουδέν λογιζομένη τους τοιούτους λόγους, τον μεν Χριστόν ωμολόγει Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα εμυκτήριζε. Τότε, θυμωθείς ο Απολλώνιος, διέταξε να ανάψωσι πυράν μεγάλην και να ρίψωσιν εντός αυτής την Αγίαν. Τι όμως συνέβη μετά ταύτα; Ο Θεός, ο διαφυλάξας τους τρεις παίδας εν τη καμίνω, ίνα μη κατακαώσιν, εθαυματούργησε και τώρα εις την Αγίαν. Διότι, ενώ η Αγία προσηύχετο, βροχή μεγάλη καταπεσούσα, χωρίς να είναι πρότερον ουδέν νέφος εις τον ουρανόν, έσβεσεν ευθύς την φλόγα εκείνην. Ως είδεν ο Απολλώνιος ότι η Αγία ουδέν έπαθεν εκ του πυρός, διέταξε να φέρωσι δύο λέοντας και να απολύσωσιν αυτούς κατ’ αυτής εν τω μέσω του συνεδρίου. Αλλ’ ο Θεός, ο ημερώσας ποτέ τους λέοντας εν τω λάκκω της Βαβυλώνος, ώστε να μη καταφάγωσι τον Δανιήλ, Αυτός και τότε διεφύλαξε την Αγίαν. Διότι οι λέοντες εκείνοι, κατ’ αρχάς μεν ώρμησαν μετ’ αγρίας λύσσης, κατόπιν δε, όταν επλησίασαν την Αγίαν, ευθύς εξημερώθησαν ως αρνία και πεσόντες παρά τους πόδας αυτής, εκυλίοντο παίζοντες. Όθεν πολλοί των περιεστώτων, ιδόντες το παράδοξον τούτο θαύμα, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτους απαξάπαντας ο έπαρχος Απολλώνιος εθανάτωσεν, άλλους μεν φονεύσας δια του ξίφους, άλλους ρίψας εις την θάλασσαν, την δε Αγίαν διέταξε να κλείσωσιν εις την φυλακήν, έως ότου συλλογισθή ο μιαρώτατος με ποίαν βάσανον να θανατώση αυτήν. Την επαύριον, αφού εκάθισεν ο Απολλώνιος επί του βήματος, είπε και ωδήγησαν προ αυτού την Αγίαν, και πρώτον ήρχισεν να κολακεύη ταύτην, λέγων· «Εγώ, ω Κυριακή, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, και την νεότητά σου λυπούμαι, και το κάλλος σου θαυμάζω, και δια τούτο έως της στιγμής αυτής ελπίζω πάντοτε να επιστρέψης από την ματαίαν θρησκείαν των Χριστιανών. Λοιπόν μη προτιμήσης να χάσης ταύτην την γλυκυτάτην ζωήν δια της επιμονής σου, αλλά γενού υπήκοος εις τους βασιλικούς ορισμούς και θυσίασε εις τους μεγάλους και αθανάτους θεούς, οι οποίοι σοι έδωκαν την καλλονήν ταύτην, ίνα και οι βασιλείς, όταν πληροφορηθώσι την επιστροφήν σου, ευφρανθώσι μεγάλως και σε ανταμείψωσι με πλουσίας δωρεάς». Ταύτα και άλλα πλείονα λέγων ο έπαρχος, ενόμιζεν ότι δια τούτων θέλει καταπείσει την Αγίαν. Όμως η μακαρία Κυριακή, ατενίσασα εις αυτόν και μεγάλως στενάξασα, απεκρίθη· «Υιέ διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης, με τοιαύτας κολακείας θέλεις να μεταστρέψης την ιδικήν μου γνώμην; Με τοιαύτας ψευδολογίας θέλεις να με χωρίσης του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού; Γνώρισε, ασεβέστατε, ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε τιμωρία, ούτε πλούτος, ούτε πτωχεία, ούτε άλλο τι δύναται να με χωρίση της αγάπης Αυτού. Μη λοιπόν κοπιάς ματαίως, έχων τοιαύτην ελπίδα να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου και να επιστρέψω εις την πεπλανημένην θρησκείαν σου· διότι και εις το πυρ αν με βάλης και εις θηρία αν με παραδώσης, ή εις θάλασσαν με ρίψης, ή δια ξίφους με φονεύσης, δεν θέλεις δυνηθή να μεταστρέψης την γνώμην μου. Διότι, εάν μεν εις το πυρ με ρίψης, έχω τους τρεις παίδας παράδειγμα και δεν θέλω φοβηθή· εάν με παραδώσης εις τα θηρία, έχω τον Προφήτην Δανιήλ εις παρηγορίαν· εάν εις την θάλασσαν με ρίψης, ενθυμουμένη τον Προφήτην Ιωνάν, τον οποίον εφύλαξεν ο Θεός, δεν θέλω δειλιάσει· εάν με ξίφος με φονεύσης, θέλω μιμηθή τον τίμιον Πρόδρομον. Τι λοιπόν με φοβερίζεις με τον πρόσκαιρον θάνατον, ο οποίος είναι ζωή ιδική μου; Τι μου υπόσχεσαι τιμήν, η οποία είναι ατιμία δι’ εμέ; Εγώ μίαν ζωήν έχω, μίαν τιμήν, μίαν ανάπαυσιν, μίαν χαράν, τον υπέρ Χριστού θάνατον· τας δε ιδικάς σου τιμάς και αναπαύσεις και τον μάταιον πλούτον ακόμη λογίζομαι όσον κι τον πηλόν της γης». Ταύτα ως ήκουσεν ο έπαρχος Απολλώνιος, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας, ούτε με απειλάς, ούτε με άλλον τινά τρόπον να καταπείση αυτήν, απεφάσισε κατ’ αυτής τον δια ξίφους θάνατον. Λαβόντες λοιπόν αυτήν οι δήμιοι εξήγαγον έξω της πόλεως, ίνα αποκεφαλίσωσιν αυτήν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, παρεκάλεσεν η Αγία ίνα αφήσωσιν αυτήν ολίγην ώραν ίνα προσευχηθή εις τον Θεόν· εκείνοι δε υπακούσαντες άφησαν αυτήν. Τότε η Αγία, κλίνασα τα γόνατα αυτής, και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο υπό των ουρανίων δυνάμεων συν Πατρί τε και Πνεύματι ανυμνούμενος, Ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται κατά την Θεότητα, ο ευδοκήσας κατελθείν επί της γης, και φανήναι τοις ανθρώποις κατά σάρκα, ο και εμέ την ταπεινήν και αναξίαν δούλην σου ενδυναμώσας βαστάσαι σου το άγιον όνομα ενώπιον βασιλέων και τυράννων, ο διαφυλάξας με παρθένον αγνήν μέχρι της ημέρας ταύτης. Συ δεσπόζεις του ουρανού και της γης, συ υπάρχεις ζωής και θανάτου εξουσιαστής, συ είσαι των ψυχών και σωμάτων δημιουργός, συ παράλαβε και την ιδικήν μου ψυχήν, και κατάταξον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων· ου γαρ έσβεσα τον λύχνον της παρθενίας, ως αι μωραί παρθένοι, ουκ ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας εις την οδόν του κόσμου τούτου· οπίσω σου έδραμον και Σοι ηκολούθησα· εν τη οδώ των μαρτυρίων σου επορεύθην. Λοιπόν δέξαι το πνεύμα μου εις τας χείρας Σου, και ανάπαυσον αυτό ένθα εστίν η των ευφραινομένων πάντων κατοικία εν Σοι. Σύνταξόν με εν τη αθανάτω Σου τρυφή μετά των γονέων μου, των προαθλησάντων υπέρ του Ονόματός Σου. Μνήσθητι και των επικαλουμένων το Όνομά Σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης Σου εν καιρώ θλίψεως. Μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως. Αντάμειψον αυτούς με τα πλούσιά σου χαρίσματα. Επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως. Πλήρωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα και εν τούτοις δοξασθή το Όνομά Σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, Άγγελοι φωτεινοί παρέλαβον την αγίαν αυτής ψυχήν. Ιδόντες δε οι δήμιοι και οι περιεστώτες ότι ομού με την φωνήν παρέδωκε και την ψυχήν της εκουσίως, εξεπλάγησαν λέγοντες· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, ότι έχει την εξουσίαν της ζωής και του θανάτου· διότι, εάν δεν ήθελεν αύτη με το θέλημά της να αποθάνη, εξ άπαντος ήθελε νικήσει και το ξίφος, καθώς και πρότερον ενίκησε το πυρ και τους λέοντας». Ως δε έμελλον ούτοι να επιστρέψουν εις τον έπαρχον Απολλώνιον, ίνα είπωσιν εις αυτόν τα συμβάντα, φωνή ηκούσθη αοράτως λέγουσα· «Πορεύεσθε, αδελφοί, και διηγείσθε πάσι του Θεού τα μεγαλεία». Και οι μεν υπηρέται πορευθέντες απήγγειλαν τω Απολλωνίω πάντα καταλεπτώς. Χριστιανοί δε τινες, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, έλαβον το λείψανον της Αγίας και ενεταφίασαν εις επίσημον τόπον, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Κυριακής, ευλογημένοι Χριστανοί· ούτως ηγωνίσθη, ούτως ετελειώθη, ούτως έτυχε και της αδιαδόχου βασιλείας των ουρανών. Λοιπόν και ημείς, οίτινες εορτάζομεν την μνήμην αυτής και θέλομεν να δεχθή ο Θεός την πανήγυρίν μας, ας μη καμνωμεν πράγματα, τα οποία έκαμνον οι Έλληνες εις τας πανηγύρεις αυτών, δηλαδή χορούς, παιγνίδια, άσματα και άλλα δαιμονικά έργα, αλλά μετά συντετριμμένης καρδίας, μετά καθαρού συνειδότος ας πανηγυρίσωμεν και ας εορτάσωμεν την μνήμην της Αγίας. Μη στολιζώμεθα άνδρες τε και γυναίκες, ότι γη είμεθα και εις την γην θα υπάγη το σώμα μας· μη υπερηφανευώμεθα δια ενδύματα και κοσμήματα, διότι ο θάνατος μάς περιμένει· μη πορνεύωμεν και μιαινώμεθα, διότι το πυρ το αιώνιον ετοιμάζεται δια τους τοιούτους· μη πολυπίνωμεν και μεθύωμεν, διότι θέλομεν διψήσει εις το πυρ το άσβεστον μετά του πλουσίου. Τι κερδαίνομεν από την μέθην; Τι καλόν αποκτά η ψυχή μας, εάν πολυφάγωμεν και κακώς εξοδεύωμεν; Πόσοι επέρασαν τοιαύτας ημέρας, ως την σήμερον, με παιχνίδια, με χορούς, μεθυσμένοι, εξωδιασμένοι; Αλλά τώρα είναι χώμα και κόνις εις την γην· δια τούτο καλότυχοι είναι όσοι έκαμον καλόν εις την ψυχήν των. Τους γυμνούς ας ενδύσωμεν, τους πεινώντας ας χορτάσωμεν, τους διψώντας ας ποτίσωμεν, τους ασθενείς ας επισκεπτώμεθα, τους φυλκισμένους ας οικονομώμεν, και τους ξένους ας δεχώμεθα, και τότε θα δεχθή ο Θεός την εορτήν μας, τότε θα χαρώσιν οι Άγγελοι και θα λυπηθώσιν οι δαίμονες. Διότι τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν πολυφάγωμεν ημείς και οι πτωχοί πεινώσι; Τι το κέρδος, εάν πολυπίνωμεν ημείς και οι αδελφοί του Χριστού διψώσι; Μία είναι η καθολική ανάπαυσις, η Βασιλεία των ουρανών, η αιώνιος ζωή, η απόλαυσις των μελλόντων αγαθών· τα δε άλλα είναι ως σκιά, ως καπνός και ως όνειρον. Λοιπόν, αδελφοί, ας εργασθώμεν καλώς τα πρόσκαιρα, δια να κληρονομήσωμεν τα αθάνατα· ας ποιήσωμεν τα ολιγοχρόνια, δια να κληρονομήσωμεν τα αιώνια. Η αρετή είναι ολιγοχρόνιος, αλλ’ η Βασιλεία των ουρανών είναι αιώνιος· η ζωή μας είναι πρόσκαιρος, αλλ’ η μέλλουσα ανάπαυσις είναι αθάνατος. Έκαστος Χριστιανός ας κτίση τον οίκον της ψυχής του, καθώς δύναται, και καθώς προαιρείται, ας σπουδάση να ποιήση το αγαθόν, ας βάλη θεμέλιον την εξομολόγησιν, ας κτίση τοίχον με τας αρετάς, ας το σκεπάση με την χάριν του Θεού· προθυμίαν μόνον θέλει ο Θεός από τον άνθρωπον και αυτός το τελειώνει. Μη θαρρώμεν, ότι χωρίς το θέλημα του Θεού κατορθώνομεν τίποτε· διότι, εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν  οι οικοδομούντες. Ημείς ας επιχειρήσωμεν· ημείς, επικαλεσθέντες την βοήθειαν του Θεού, ας αρχίσωμεν, και Αυτός είναι βοηθός, Αυτός κτίστης, Αυτός δημιουργός, Αυτός και τελειωτής. Ταύτα ας έχωμεν κατά νουν, ευλογημένοι Χριστιανοί, ταύτα ας συλλογιζώμεθα νύκτα και ημέραν, και ταύτα ο εις τον άλλον ας διδάσκωμεν. Ταύτα ας διδάσκη ο ανήρ την εαυτού γυναίκα· οι γέροντες τους παίδας· οι πατέρες τους υιούς· αι μητέρες τας θυγατέρας· οι ιερείς τους εαυτών ενορίτας· οι Επίσκοποι τους ιερείς· ο εις τον άλλον ας παρακινώμεν εις το αγαθόν· ο εις τον άλλον ας προτρέπωμεν εις την αρετήν, διότι αυτόν τον δρόμον περιεπάτησαν οι Άγιοι, αυτά εσπούδασαν να κατορθώσωσι. Δια τούτο και εκ Θεού ετιμήθησαν και εξ ανθρώπων· δια τούτο απέλαβον και τα άρρητα και αιώνια αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν, ως λέγει ο Απ. Παύλος. Και ημείς λοιπόν, δια να ευφράνωμεν τον Θεόν, και να τιμήσωμεν τους Αγίους, αυτά ας σπουδάσωμεν να κατορθώσωμεν, ίνα, ούτω πολιτευόμενοι, εδώ μεν περάσωμεν ζωήν ειρηνικήν, ασκανδάλιστον και απείραστον από εχθρούς ψυχικούς και σωματικούς, εκεί δε καταξιωθώμεν της Βασιλείας των ουρανών μετά πάντων των Αγίων· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Ο Όσιος Θωμάς

Τη  Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και εν θαύμασι μεγίστου ΘΩΜΑ του εν τω Μαλεώ.                                                                                                                       

Θωμάς ο Όσιος και εν θαύμασι μέγιστος κατά μεν την προτέραν ζωήν του εγένετο περιφανής ένεκα του πλούτου και της δυναστείας, την οποίαν είχεν, ότε και κατά των βαρβ΄ρων έστησε πολλά και μέγιστα τρόπαια και νίκας. Κατόπιν δε ποθήσας τον Χριστόν, εγκατέλειψε την πικράν θάλασσαν του βίου και υπέβαλεν εαυτόν υπό τον γλυκύν και ελαφρόν ζυγόν του Χριστού, ενδυθείς το σχήμα των Μοναχών, μιμούμενος την πτωχείαν του Δεσπότου Χριστού. Δια τούτο ηξιώθη να οδηγηθή νύκτωρ υπό στύλου πυρός παρά του Προφήτου Ηλιού, του οποίου ήτο μιμητής και ακόλουθος, και δια της οδηγίας εκείνου ανήλθεν επί τινος όρους, Μαλεού ονομαζομένου, από του οποίου εφάνη ως αστήρ λαμπρός φωτίζων την περίγειον δια των προσευχών και αγρυπνιών αυτού διαλύων το σκότος της αμαρτίας και των δαιμόνων. Ηξιώθη δε ο αοίδιμος να λάβη παρά Θεού και χάριν θαυμάτων, διότι και πηγήν ύδατος δια προσευχής ηξιώθη να κάμη να αναβλύση, το φως των οφθαλμών των εις τυφλούς εχάρισε, χωλούς ανώρθωσε, και όταν προσηύχετο εφαίνετο μακρόθεν εις τους καθαρούς την διάνοιαν ως στύλος πυρός. Ταύτα και άλλα θαύματα εργασάμενος ο μακάριος απήλθε προς Κύριον. Αλλά και μετά θάνατον δεν παύει καθ’ εκάστην να λυτρώνη από διάφορα πάθη και ασθενείας τους μετά πίστεως προστρέχοντας προς το άγιον και σεπτόν αυτού λείψανον.