Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Η αγία Όλγα βασίλισσα της Ρωσίας

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας ισαποστόλου βασιλίσσης ΟΛΓΑΣ της δια του αγίου Βαπτίσματος μετονομασθείσης ΕΛΕΝΗΣ.                                                                                          

Όλγα η αγία αύτη βασίλισσα της Ρωσίας, η δια του αγίου Βαπτίσματος μετονομασθείσα Ελένη κατά το έτος 957 από Χριστού, υπήρξεν, ως λέγει ο Νέστωρ, η Ηώς και το Άστρον της σωτηρίας της Ρωσίας δια τον ακάματον ζήλον αυτής προς εξάπλωσιν του Χριστιανισμού ως και δια την υψηλήν εν γένει θρησκευτικήν και πολιτιστικήν σταδιοδρομίαν αυτής ομοιάζουσαν προς τον βίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Δύσκολον είναι να περιγράψη τις λεπτομερώς τας αόκνους προσπαθείας και την ενδελεχή διδασκαλίαν αυτής προς διαφωτισμόν του Ρωσικού λαού και του απίστου υιού της Σβιατοσλαύου, τους οποίους εδίδασκε περί της ειρηνικής γαλήνης, της οποίας απολαύει η ψυχή του επιγνόντος τον εν τω Χριστιανισμώ αληθή Θεόν. Ουχί δε μόνον με την διδασκαλίαν, αλλά πολύ περισσότερον με τα καλά έργα ως παράδειγμα και με τας θερμάς ολονυκτίους δεήσεις και τα διάπυρα δάκρυα παρεκάλει τον Θεόν, όπως φωτίση και καθοδηγήση και τον εθνικόν υιόν αυτής και τον Ρωσικόν λαόν εις επίγνωσιν του αληθινού Θεού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αλησμόνητον παράδειγμα της θερμής αυτής διδασκαλίας παρέχουν εις ημάς οι τελευταίοι προς τον υιόν αυτής λόγοι, όμοιοι προς τους συγκινητικούς λόγους της Αγίας Ανθούσης, μητρός του ιερού Χρυσοστόμου, αμφοτέρων ούτως παρακαλουσών τους υιούς αυτών, όπως αναμένωσι τον θάνατόν των και μη εγκαταλείψωσιν αυτάς μόνας. Η Αγία αύτη ελθούσα ποτέ εις το Βυζάντιον μετά της ακολουθίας αυτής έτυχεν εκεί θερμής υποδοχής δια τους υπέρ του Χριστιανισμού αγώνας αυτής· επιστρέψασα είτα εις Ρωσίαν και εις πλείστους έτι αγώνας επιδοθείσα και ψυχάς αναριθμήτους τω Θεώ παραδώσασα παρέδωκε τέλος και την αγίαν αυτής ψυχήν εις χείρας Θεού την ενδεκάτην (11ην) του μηνός Ιουλίου. 

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ο μαρτυρήσας εν έτει αωκ΄ (1820) από Χριστού, μαχαίρα τελειούται.                                                                                                           

Νεκτάριος ο αληθινός Οσιομάρτυς του Χριστού κατήγετο από μίαν επίσημον κωμόπολιν της Μικράς Ασίας, εν τη επαρχία της Μητροπόλεως Εφέσου κειμένην, καλουμένην Βρύουλλα ή Βουρλά. Ορφανός δε ων πατρός και μόνον την πτωχήν μητέρα του έχων, ήτο την ηλικίαν δεκαεπτά ετών, ότε μη δυνάμενος να πορίζηται τα προς το ζην προσεκολλήθη εις ένα συμπολίτην του Αγαρηνόν, όστις του έδωσε τας καμήλους του να τας υπηρετή, ίνα εκ τούτου κερδίζη την ζωοτροφίαν του και να λαμβάνη και κάποιον μισθόν. Επειδή δε κατά τον καιρόν εκείνον ηκολούθησε μέγα θανατικόν εις την πατρίδα του, ανεχώρησαν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης εις τας εξοχάς δια τον φόβον του θανατικού· μεταξύ δε τούτων και ο αγάς του Νικολάου (τούτο ήτο το κοσμικόν όνομά του) και άλλοι Αγαρηνοί, έχοντες ομοίως δια τας καμήλους των οδηγούς άλλους εξ νέους Χριστιανούς, με τους οποίους συνανεστρέφετο και ο Νικόλαος καθ’ όλον το διάστημα του θανατικού. Εκεί συναναστρεφόμενοι οι νέοι μετά των Οθωμανών, ήσαν όλως διόλου απομεμακρυσμένοι από κάθε άλλην συναναστροφήν, καθώς συμβαίνει εις τοιούτους καιρούς, απατηθέντες δε από τους Αγαρηνούς επίστευσαν εις τον ολοκληρωτικόν αφανισμόν των Χριστιανών της πατρίδος των και ότι μόνον αυτοί και οι κύριοί των Αγαρηνοί έμειναν ζώντες εις τον κόσμον. Όθεν συμβουλευθέντες είπον μεταξύ των· «Αι, αδέλφια! Ημείς εχάσαμεν τους γονείς μας· κατάστασιν δεν έχομεν· με αυτούς που ευρισκόμεθα, όποιαν πίστιν έχουν αυτοί ας έχωμεν και ημείς, δια να ημπορούμεν να ζήσωμεν». Ούτως εξώμοσαν και οι επτά παίδες, φευ της ανοησίας των! και περιετμήθησαν, διάγοντες οθωμανικώς μετά των Οθωμανών. Αφού δε κατέπαυσε το θανατικόν, επέστρεψαν άπαντες εις τας οικίας των, ομού και ο αγάς του Νεκταρίου. Μετά παρέλευσιν ικανών ημερών, ερευνών ο καλός Νικόλαος περί της μητρός του, έμαθεν ότι ζη και είναι υγιής· περιχαρής γενόμενος ο νέος έτρεξεν ευθύς και επήγε να συναντήση την γλυκυτάτην μητέρα του, ενδεδυμένος με τα τουρκικά του φορέματα, Τούρκος ων, χωρίς να στοχάζεται παντελώς τι κακόν ήτο εκείνο όπου έκαμε. Συνήντησε λοιπόν την μητέρα του με μεγάλην χαράν· αλλ’ η ευσεβεστάτη εκείνη γυνή και καλή μητέρα, ευθύς ως είδεν αυτόν με τέτοιαν παράστασιν, δεν έχασεν ούτε στιγμήν, αλλά λέγει προς αυτόν· «Μη έλθης πλησίον μου. Ποία εμφάνισις είναι αυτή που βλέπω εις σε»; Εκείνος αμέσως αποκρίνεται εις αυτήν αδιαφόρως, ότι έγινε Τούρκος, φευ! μη ειδώς ο ελάλει. Η καλή Χριστιανή, χωρίς άλλον λόγον, «φεύγε, του λέγει· φεύγε απ’ εδώ ως τάχιστα! Εγώ δεν εγέννησα Τούρκον, αλλά εγέννησα Νικόλοαν Χριστιανόν· φεύγε, να μη σε βλέπουν οι οφθαλμοί μου». Ομοίως του είπε και άλλα πολλά τοιαύτα, με ψυχροτάτην αποστροφήν. Ο καλός υιός υπήκουσεν· υπετάχθη εις την αποστροφήν της καλής μητρός· δεν απεκρίθη λόγον ουδένα, αλλά παρευθύς ηννόησε το μέγα κακόν όπου έκαμε και τα σκληρά λόγια της καλής μητρός ως φαρμακερά βέλη διεπέρασαν την καρδίαν του καλού υιού. Περίλυπος γενόμενος έως θανάτου ανεχώρησεν· απεχωρίσθη την γλυκυτάτην μητέρα, εις εαυτόν δε ελθών, προσεκολλήθη η ψυχή αυτού προς τον γλυκύτατόν μας Ιησούν, και φεύγων κατά διάνοιαν έλεγεν· «Πηγή του ελέους! Άβυσσος της αγαθότητος! Πατήρ των οικτιρμών! Ελέησόν με! Την ανομίαν μου εγνώρισα και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι δια παντός· οδήγησόν με εν γη ευθεία». Δεν επέστρεψε λοιπόν πλέον εις την κατηραμένην οικίαν του αγά, αλλ’ επήγεν εις την Σμύρνην. Κατ’ οικονομίαν δε του αγίου Θεού ευρήκεν εκεί καθ’ οδόν ένα θείον του πλοίαρχον, ανεγνωρίσθησαν ευθύς και εφανέρωσεν ο νέος μυστικώς εις αυτόν την φρικώδη αμαρτίαν, εις την οποίαν από ανοησίαν υπέπεσεν. Ο θείος του ελυπήθη σφόδρα, αλλά τον ευσπλαγχνίσθη, τον ενέδυσε φράγκικα ιμάτια και τον επεβίβασεν εις ένα πλοίον, το οποίον επήγαινεν εις Κωνσταντινούπολιν. Απ’ εκεί τον συνεβούλευσε και τον παρεκίνησε να υπάγη εις την Ρωσίαν, να μετανοήση δια το μέγα αμάρτημα, να διορθωθή ψυχικώς και να ησυχάση εκεί, έχων προ οφθαλμών εις όλην του την ζωήν τον φόβον του Θεού, χωρίς να λησμονήση ποτέ αυτό το ανόμημα, του είπε δε και άλλα πολλά. Ο δε νέος επήγεν εις την Πόλιν· απ’ εκεί κατήντησεν εις την Βλαχίαν, συμβουλευόμενος από άλλους, ότι και εκεί χριστιανικοί τύποι είναι και ευρίσκει την σωτηρίαν της ψυχής του. Έφυγεν όμως και από εκείνους τους τόπους, βλέπων ότι, αντί να ωφεληθή, εκινδύνευε περισσότερον να απολεσθή ψυχικώς και επέστρεψε πάλιν εις Σμύρνην, συλλογιζόμενος με μεγάλην φροντίδα περί του πώς να οικονομήση την σωτηρίαν του. Εις Σμύρνην ευρισκόμενος συνήντησε δια δευτέραν φοράν τον προαναφερθέντα θείον του, όστις βλέπων αυτόν ανέλπιστα εκ δευτέρου τον απεστράφη και τον απεδίωξε, διότι δεν τον ήκουσε, να πράξη καθώς τον είχε συμβουλεύσει. Όλα όμως αυτά εγίνοντο κατά θείαν βούλησιν και πρόνοιαν, επειδή απελπιζόμενος ο καλός Νικόλαος όλως διόλου από ανθωπίνης βοηθείας, ήρχισε να κλαίη θερμώς και να λέγη με ακροτάτην κατάνυξιν εκ βαθέων ψυχής· «Θεέ μου εύσπλαγχνε! Παντοκράτορ και ελεήμον! Φώτισόν με, ίνα γνωρίσω οδόν εν η πορεύσομαι· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού· μη νικήση το μέγεθος των αμαρτιών μου την άμετρον ευσπλαγχνίαν σου». Ταύτα παρακαλών τον Κύριον επρόφθασε σύντομα και το έλεος του Θεού και τον ωδήγησαν τινές Χριστιανοί εις τινα αγιορείτην  πνευματικόν πρακτικώτατον, όστις ευρέθη τότε εις την Σμύρνην, εις τον οποίον και εξωμολογήθη με συντριβήν καρδίας όσα εκ νεότητος ήμαρτεν· έκλαυσε δε πικρώς την μεγάλην ανομίαν, την οποίαν ανοήτως είχεν εκτελέσει. Ο δε πνευματικός, αφού τον κατήχησεν αρκούντως, τον παρηγόρησεν· είτα τον συνεβούλευσε να υπάγη εις το Άγιον Όρος, εκεί δε αναμφιβόλως θέλει εύρει την σωτηρίαν του και ψυχικώς και σωματικώς. Τέλος πάντων κατευωδώθη θεία δυνάμει εις Άγιον Όρος και εκεί ευρήκεν ένα συμπατριώτην του κελλιώτην , όστις τον εδέχθη μετά φιλαδελφίας και τον ανέπαυσε σωματικώς. Έπειτα τον παρουσίασεν εις πολλούς πνευματικούς Πατέρας αγίους, κατά ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένους και πεφωτισμένους υπό του Παναγίου Πνεύματος, ώστε να δύνανται με τας ψυχοσωτηρίους διδασκαλίας και πατρικάς νουθεσίας των να επιστρέφωσι τους προσερχομένους από την αμαρτίαν, να τους φωτίζωσιν εις παν έργον αγαθόν και να τους στερεώνωσιν εις την αρετήν. Με τας συχνοτέρας λοιπόν κατανυκτικάς εξομολογήσεις όπου έκαμνεν ο τρισμακάριος και την τελείαν μετάνοιαν της εξ αγνοίας μεγάλης του αμαρτίας, επέλαμψεν εν τη καρδία του έρως θεϊκός και καταφλέγετο ακαταπαύστως πότε και πώς να αξιωθή να χύση το αίμα του υπέρ της αγάπης του γλυκυτάτου μας Ιησού Χριστού. Τούτο εφανέρωσεν εις τους αγίους εκείνους πνευματικούς, οίτινες, κατά την συνήθειαν και το χρέος των, ημπόδιζον αυτόν από τούτο, προβάλλοντες τους πολλούς κινδύνους και τας δυσκολίας όπου έχει το μαρτύριον. Εδοκίμασε δε ο αείμνηστος εις το Άγιον Όρος πολλούς και διαφόρους πειρασμούς και θλίψεις, διωκόμενος και αποστρεφόμενος, φθόνω του μισοκάλου, αλλά πάντα υπέμεινεν αγογγύστως με άκραν του ευχαρίστησιν, δοξάζων τον Άγιον Θεόν και την Κυρίαν Θεοτόκον, με λογισμόν ότι όλα αυτά του εγίνοντο δι’ άφεσιν των αμαρτιών του και σωτηρίαν της ψυχής του. Ούτως έχων, έμαθεν ότι εις την περιβόητον σκήτην της Αγίας Άννης ευρίσκετο ένας συμπατριώτης του οσιώτατος Χατζή Στέφανος καλούμενος, συναγωνιζόμενος εκεί επ’ αρετή μετά των λοιπών οσιωτάτων Πατέρων. Όθεν εσκέφθη ότι ημπορούσε να εύρη εκεί την πεποθημένην του ησυχίαν και να αγωνισθή όσον βούλεται, κατά τας δυνάμεις του. Όθεν έτρεξεν ευθύς, επήγεν εκεί και ευρήκε τον ποθούμενον. Ο δε οσιώτατος Χατζή Στέφανος τον υπεδέχθη ασμένως, αυτός δε του εφανέρωσεν όλα όσα του συνέβησαν απ’ αρχής, έως εις αυτήν την ώραν όπου ηνταμώθησαν. Ο ευλογημένος αυτός και ευσπλαγχνικώτατος, ακούων αυτόν, έκλαυσε μεν κατά τούτο, ότι ένας τοσούτον νέος εδοκίμασε τοιαύτα δεινά, εχάρη δε ταυτοχρόνως, ότι τον είδεν εις τοιαύτην μετάνοιαν και επιστροφήν· δια ταύτα και τον εκράτησαν εις την οικίαν των να συναγωνίζεται μετ’ αυτών, ούτω δε να καθαρισθή τελείως από κάθε ρύπον και μολυσμόν σαρκός και πνεύματος. Εδοκίμασεν όμως πολλούς πειρασμούς και ο Χατζή Στέφανος, συνεργεία του Σατανά, και γογγυσμούς από την συνοδείαν του, η οποία δεν ήθελε κατ’ ουδένα τρόπον να μείνη μαζί των ο προ του μαρτυρίου Μάρτυς τη προαιρέσει Νεκτάριος· αλλ’ ο χριστομίμητος Στέφανος πάντα υπέμεινε με άκραν υπομονήν δια την αγάπην του Χριστού, ομού και την του αδελφού Νεκταρίου. Τέλος η χάρις του Παναγίου Πνεύματος εφώτισε τους συναδέλφους του ασκητάς και ησύχασαν αναμεταξύ των, ευχαριστηθέντες να έχωσι και τον ξένον αυτόν και πτωχόν μεθ’ εαυτών να συναγωνίζεται. Ω των σοφών κριμάτων, Χριστέ Βασιλεύ! η πρώην ανησυχία και ταραχή, η αποστροφή και το μίσος, έγιναν ύστερον γαλήνη και ησυχία και αγάπη κατά Χριστόν ειλικρινεστάτη και καθαρά· όθεν όλη η Συνοδεία των αδελφών εφιλοτιμήθησαν ολοψύχως να αναδείξουν τον διωκόμενον και μισούμενον ξένον σκεύος καθαρόν και άξιον εργάτην των εντολών του Χριστού. Αλλά δόξα σοι, Θεέ υπεράγαθε! Συ επιστρέφων λυπείς, ως σοφός ιατρός, αλλά και θεραπεύεις ως θαυμαστός οικονόμος. Όλοι εφρόντισαν δια την ψυχικήν σωτηρίαν του νέου· τον εφωδίασαν από όλα τα χρειώδη μυστήρια της λαμπράς και αληθούς ημών πίστεως, δια τον δρόμον της ασκήσεως· ουδείς δε ο αίτιος των τοιούτων καλών, ειμή η υπομονή βέβαια και των δύο, και του νέου αγωνιστού Νεκταρίου και του Γέροντος οσιωτάτου Στεφάνου. Υπομονή λοιπόν, αρετή αξιάγαστε! Συ γίνεσαι των θλιβομένων ψυχών η μόνη παραμυθία και ανάπαυσις. Αφού ηξιώθη να ενδυθή το των Μοναχών Αγγελικόν Σχήμα ο όντως Νεκτάριος, τις διηγήσεται τας νηστείας, χαμευνίας, γονυκλισίας, ολονυκτίους προσευχάς, όπου έκαμνεν αδιακόπως ο τρισμακάριστος; Τας δε χύσεις των δακρύων των αδύνατον λόγος να παραστήση· δύο πηγαί αείρρυτοι έγιναν οι δύο οφθαλμοί του· πάντες δε εθαύμαζον του νέου εκείνου την θείαν όντως αλλοίωσιν· ούτοι δε οι αγώνες και τα θεληματικά μαρτύρια, όπου καθ’ εκάστην εδοκίμαζεν ο και προ του μαρτυρίου Μάρτυς του Χριστού, συντόμως και εις βραχύτατον καιρόν αποκατέστησαν αυτόν να δείξη την κλήσιν τη πράξει φερώνυμον· να αφαιρέση, δηλαδή, κάθε γήϊνον και θνητόν φρόνημα αφ’ εαυτού και να μιμηθή το πάθος του Εσταυρωμένου γλυκυτάτου μας Ιησού Χριστού και Θεού όσον τάχιστα. Και ακούσατε προσεκτικώς να θαυμάσητε, πόσα δύναται η μετάνοια η αληθινή και τελεία. Είσθε βέβαιοι ότι ένας ληστής, με το «Μνήσθητί μου» μόνον, εκέρδησε τον Παράδεισον, αλλ’ εις τον ίδιον καιρόν, εννοήσατε καλώς ή ερωτήσατε να μάθετε, το τι ήξιζεν εκείνος ο λόγος, εκείνη η μετάνοια του ευλογημένου ληστού; Ούτω λέγει ο χρυσορρήμων διδάσκαλος και λαμπρότατος φωστήρ της Οικουμένης, εις ένα του λόγον περί Εξομολογήσεως και Μετανοίας· «Τον ημαρτηκότα, επειδάν ομολογήση τα ημαρτημένα και την εξής ασφάλειαν επιδείξηται, αθρόον ο Θεός δίκαιον αποφαίνει, προωρισμένον και άξιον των ουρανίων αγαθών». Ώστε λοιπόν και ούτος ο ένδοξος Οσιομάρτυς Νεκτάριος, ένας τοιούτος νέος, μεταξύ ασεβών αναστρεφόμενος και ανατρεφόμενος, έτι δε και της ασεβείας εκείνων τρόφιμος γενόμενος, να αξιωθή μετά ταύτα τοιαύτης μετανοίας, πρώτον μεν με αγώνας ιεράς ασκήσεως, ύστερον δε και μετά μαρτυρικού τέλους, με τοιαύτα βάσανα, σώμα νεώτατον και απαλόν, επειδή δεν είχε πολύ περισσότερον από μίαν εικοσαετή ηλικίαν, άραγε δεν συνομολογείτε πάντες, ότι ήτο βέβαια προωρισμένος από τον δίκαιον Κριτήν των απάντων Θεόν, να δοξασθή και ούτος μετά των λοιπών αγίων Μαρτύρων; Ώστε λοιπόν ας μη φαίνεται εις κανένα παράξενον και φοβερόν, όταν ακούη από το στόμα του Χριστού, είτε τον ουράνιον Παύλον λέγοντα· «Ον μεν θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει», επειδή όσον δύσληπτον νόημα περιέχει τούτο το ρητόν, τόσον πάλιν είναι και εύληπτον. «Η γαρ δικαία του Θεού κρίσις ταις ημετέραις διαθέσεσιν εξομοιούται οία περ δε τα παρ’ ημών η, τοιαύτα ημίν εκ των ιδίων παρέχει». Είναι λόγος του Νυσσαέων φωστήρος μεγάλου Γρηγορίου· όμως ο λόγος ετράπη εις παρέκβασιν προς περισσοτέραν πληροφορίαν σας, αλλ’ επί το προκείμενον επανέλθωμεν. Δεν ηυχαριστήθη δε ο νέος ούτος ασκητής Νεκτάριος μέχρι τούτου, με μόνους τους αγώνας της ασκήσεως, καθώς τους ηκούσατε· αλλ’ αφού έπιεν άπαξ το θείον νέκταρ εκ των πηγών του σωτηρίου νάματος, ενθουσιών εις το εξής πλέον, έκλαιε και εδέετο: «Βασιλεύ δίκαιε, οικτίρμον και πολυέλεε! Σπλαγχνίσθητί με τον αχρείον δούλον σου· πλάσμα σου είμαι· κληρονομία σου είναι η ψυχή μου. Ενίσχυσον και ενδυνάμωσον τούτο το εξ αγνοίας μου μολυνθέν σώμα μου, να καθαρισθή με την χύσιν των αιμάτων μου και καθώς σε ηρνήθην ανοήτως, ούτω πάλιν αξίωσόν με να σε κηρύξω λαμπρώς Θεόν αληθέστατον ενώπιον των αθέων Αγαρηνών, Χριστέ μου γλυκύτατε, δια προστασίας της Παναχράντου σου Μητρός, της μόνης ελπίδος μου». Ούτως εδέετο καθ’ εκάστην ώραν με θερμότατα και άφθονα δάκρυα. Εφάνη δε η μεγάλη κατάνυξις και συντριβή της καρδίας του, ότι έγινε με την συνέχειαν του ολίγου καιρού της ασκήσεώς του ως μία φλόγα άσβεστος, ήτις κατέκαιε την ψυχήν του, βιάζουσα αυτόν να τρέξη όσον τάχιστα, ως διψώσα έλαφος εις τας πηγάς των μαρτυρικών υδάτων· εφανέρωσε δε εις τον οσιώτατον Χατζή Στέφανον τον υπερζέοντα πόθον του. Ο δε ευλογημένος ούτος ανήρ τον εμποδίζει αποβλέπων εις την τρυφεράν ηλικίαν του, αλλ’ ο θείος νέος δεν καταπείθεται και λέγει· «Είναι αδύνατον, Γέροντα, να εμποδισθώ. Φλογίζεται η καρδία μου και σπεύδω να χύσω το αίμα μου, με όσα είναι δυνατόν διάφορα κολαστήρια, υπέρ του ονόματος του γκυκυτάτου μου Δεσπότου, Κυρίου Ιησού Χριστού, τον οποίον ηρνήθην ο ταλαίπωρος». Τον παραλαμβάνει τότε ο χριστομίμητος Στέφανος, τον πηγαίνει εις διαφόρους πνευματικούς, αλλά και εκείνοι ομοίως τον εμποδίζουν, προβάλλοντες μυρία όσα, φοβούμενοι οι ιερώτατοι άνδρες το άδηλον της του μαρτυρίου εκβάσεως δια την νεότητά του· τους αποκρίνεται δε ο καλός αθλητής· «Είναι αδύνατον, θειότατοι και σεβασμιώτατοί μου πνευματικοί, να εμποδισθώ, έχων ενδυναμούσαν με την δύναμιν του γλυκυτάτου μου Ιησού και Θεού, έχων ενισχύουσάν με την άμαχον προστασίαν της Υπεραγίας Θεοτόκου· εγώ θέλω αρχίσει, η δε θεία δύναμις εκείνων θέλει τελειώσει τον αμετάθετον πόθον μου· ελπίζω εις την ευσπλαγχνίαν αυτών και του γλυκυτάτου Υιού, ως και της γλυκυτάτης Μητρός, να μη με εγκαταλείπωσιν αβοήθητον».  Οι άγιοι πνευματικοί τότε, ακούοντες τοιαύτα λόγια, με τοιούτον ένθερμον ζήλον, έκαστος ηύχετο αυτώ εκ ψυχής, επευλογών αυτόν πατρικώς, δεόμενοι του Αγίου Θεού να τον στηρίξη και να τον ενδυναμώση εις τον αγώνα του μαρτυρίου μέχρι της τελείας αθλήσεως, δια να αξιωθή και των ουρανίων και μαρτυρικών στεφάνων. Εφοδιασθείς λοιπόν με τας ευχάς και ευλογίας των τε αγιωτάτων εκείνων πνευματικών και των λοιπών οσιωτάτων Πατέρων, με τας εγκαρδίους δεήσεις των προς τον Άγιον Θεόν, έλαβε την άδειαν να απέλθη δια το μαρτύριον. Ο δε φιλομάρτυς και οσιώτατος Στέφανος, λέγει προς τον αθλητήν του Χριστού Νεκτάριον· «Αδελφέ! την ψυχήν μου υπέρ σου θύσω· καν δέη με συν σοι αποθανείν, ου μη σε απαρνήσομαι». Ευθύς λοιπόν κινούν αμφότεροι, λαβόντες τας ευχάς του οσιωτάτου Γέροντος και των λοιπών συνασκουμένων Πατέρων, δεόμενοι εξ όλης ψυχής, ίνα κατευθύνη Κύριος ο Θεός τα διαβήματα αυτών εις οδόν σωτηρίας μέχρι τέλους. Απεχωρίσθησαν λοιπόν αμφότεροι μετά δακρύων από την Ιεράν Συνοδείαν των, μηδέν προτιμήσας ο χριστομίμητος και πολλών επαίνων άξιος αυτός Χατζή Στέφανος εκ πάντων ων είχεν, υπέρ της αγάπης του Χριστού και του αδελφού Νεκταρίου, μηδέ εις νουν βαλλόμενος τον προκείμενον εις αυτούς αγώνα· αλλά τα πάντα παριδών και σκύβαλα λογισάμενος, ηκολούθει ο φιλομάρτυς τον Μάρτυρα και ούτως υπήγον εις διαφόρους οθωμανικούς τόπους, έτι δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν επί Πατριαρχίας του Παναγιωτάτου Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄. Πόσους δε πειρασμούς και οία δεινά οι τρισόλβιοι εδοκίμασαν είναι αδύνατον να εκφράσωμεν δια λόγων, δια τούτο και όλα παραιτούμεν, δια να μη γίνη η διήγησις απέραντος και προξενήση δυσαρέσκειαν εις τους ακούοντας. Εις όσα μέρη των Αγαρηνών επήγαν, ο μεν με σκοπόν δια να μαρτυρήση κατά τον πόθον του, ο δε δια να στέκη προς παρηγορίαν του και να τον επιστηρίζη με τα πρόσφορα και χρειώδη της αγιωτάτης ημών Πίστεως, δεν ήτο ευδοκία του Αγίου Θεού. Ήτο δε αποφασισμένον και προωρισμένον εκ θείας προνοίας, δια να πολεμήσωσι κατά του αλάστορος και κοσμοκράτορος διαβόλου και να δοκιμάσωσι πολλάς θλίψεις, στενοχωρίας, ύβρεις, διωγμούς και φυλακάς δια να φανώσι τέλειοι Μάρτυρες, ο μεν θείος Νεκτάριος ενεργεία και πράξει, ο δε Οσιώτατος Στέφανος τη κατά Θεόν γνώμη και προαιρέσει, ενθυμούμενοι πάντοτε, ότι ουδείς στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση· ύστερον δε από όλα αυτά, επήγαν και εις την πατρίδα των. Πάλιν δε ομοίως, αλλά και πολύ περισσότερον, έστησεν ο πονηρός δαίμων όλας τας παγίδας του κατ’ αυτών· αλλ’ εκεί και κατησχύνθη τελείως, και όλαι του αι δυνάμεις ως βέλη νηπίων εφάνησαν. Πρώτον διήγειρεν ο παγκάκιστος κατά των μακαρίων ανδρών όλους, συγγενείς, φίλους, γνωρίμους, μικρούς, μεγάλους, άνδρας, γυναίκας, ως θηρία ανήμερα να τους καταφάγωσι· τους απέβαλον τέλος πάντων, κακήν κακώς απ’ εκεί, δια να πληρωθώσιν εις αυτούς τα των Αποστόλων παθήματα «διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» και τα λοιπά. Όθεν επειδή δεν υπήρξε τρόπος να ευρίσκωνται ομού και οι δύο, έγινεν απόφασις του Αγίου Θεού να λάβωσι τέλος οι αγώνες των· και ο μεν Μάρτυς, εκεί όπου ηρνήθη ου κατ’ επίγνωσιν, εκεί και λαμπρώς να κηρύξη και να ομολογήση το σωτήριον όνομα του γλυκυτάτου Χριστού· ο δε φιλομάρτυς να σταθή εις άλλο μέρος, μέχρι της πεποθημένης ευτυχεστάτης εκβάσεως του μαρτυρίου, ίνα κομίσηται εκ Θεού και τέλειον τον μισθόν των βασάνων του και την απόλαυσιν της σορού των λειψάνων του Μάρτυρος Νεκταρίου του. Ο μεν λοιπόν οσιώτατος Στέφανος επήγεν εις την Σμύρνην με την γνώμην του Μάρτυρος, όχι κενώς και εις μάτην, αλλά δια να ενεργή απ’ εκεί παντοιοτρόπως τα τελεσιουργικά, όσα χρειώδη, προς σωτηρίαν της λαμπράς ημών πίστεως· ο δε Μάρτυς έμεινεν εις την πατρίδα του, ης ουδέν γλυκύτερον, κατά τον ειπόντα, να την αγιάση και να την λαμπρύνη με τον τέλειον σωματικόν αποχωρισμόν της ιεράς του αθλήσεως. Και ακούσατε! Δια να ησυχάση τους συμπατριώτας του και να παύση τον φόβον τον μέγαν όπου έλαβον δια τους Αγαρηνούς, παρουσιάσθη εις τους Τούρκους εν σχήματι οθωμανικώ, ζων μετ’ αυτών μέχρι του μπαϊραμίου των, πλην σύννους αείποτε και σκυθρωπός. Ελθούσης δε της παμμιάρου ταύτης εορτής των και αυτός συνεορτάζων εφαίνετο τρόπον τινά, δια να αποβάλη πάσαν υποψίαν από αυτούς, ότι είχε ποτέ συναναστροφήν μετά των Χριστιανών ή παρεκινήθη όλως υπ’ αυτών εις το έργον τούτο. Μετά τρεις ημέρας από της μιαράς εορτής του μπαϊραμίου, ημέρα Σαββάτω, κατά τας τρεις του Ιουλίου μηνός, προσευχόμενος ολονυκτίως εν κατανύξει και συντριβή καρδίας μετά θερμοτάτων δακρύων, ενδυναμωθείς υπό του θείου τούτου όπλου της προσευχής, παρουσιάσθη εις τον Κριτήν· χαιρετήσας δε αυτόν τουρκιστί, ως σύνηθες, είπεν εις αυτόν με θάρρος μέγα· «Εφέντη, εγώ εγεννήθην και ήμην Χριστιανός, Νικόλαος ονομαζόμενος· μικρός δε την ηλικίαν και ανόητος ων, επλανήθην υπό τινος των ενταύθα Χουσεϊν αγά, όστις υποσχεθείς εις εμέ πολλά πράγματα, υποστατικά, πλούτη χρημάτων, ιμάτια λαμπρά και άρματα καλά, με ηπάτησεν ως παιδί ανόητον και ηρνήθην, φευ! τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν και έγινα Τούρκος. Αφού ήλθον εις ηλικίαν μεγαλυτέραν και τον εγνώρισα ψεύστην εις τας υποσχέσεις του, ανεχώρησα από αυτόν και από τον τόπον τούτον και διέτριβον μέχρι τούδε εις Κεζάερλι (τούτο δε είπε δια να μη φανερωθή που διέτριβε)· τώρα δε, όπου έφθασα εις αυτήν την ηλικίαν όπου με βλέπεις, συλλογιζόμενος το μέγα κακόν όπου έπαθον, να αρνηθώ την αμώμητον και λαμπράν πίστιν των Χριστιανών από την ανοησίαν μου και να δεχθώ την βρωμεράν σας πίστιν, ιδού από την ώραν ταύτην παραιτούμαι αυτής και σας την επιστρέφω» Εν τω άμα δε έρριψε χαμαί το σαρίκι και το φέσι, λέγων· «Λάβετε τα σημεία της πίστεώς σας, εγώ Χριστιανός εγεννήθην, Νικόλαος, και Χριστιανός θέλω να αποθάνω δια μαρτυρίου, δια να πλύνω τον μολυσμόν, τον οποίον έλαβον, με την χύσιν των αιμάτων μου». Ταύτα ακούσας ο Κριτής, από ένα τοιούτον νέον, με τοσαύτην αφοβίαν, εξέστη και ηλλοιώθη την όψιν· πλην βλέπων την νεότητά του, την ωραιότητα και ελευθερίαν του, ήλπιζε με κολακείας να τον καταπείση. Αφού όμως είδεν, ότι δεν καταπείθεται, εκράτησε τον θυμόν του και του λέγει με ημερότητα· «Σε βλέπω, παιδί μου, πολύ νέον και σε στοχάζομαι ασυλλόγιστον και ότι αφ’ εαυτού σου δεν τα λέγεις αυτά· λοιπόν ύπαγε να συλλογισθής καλώς, επειδή η τοιαύτη σου παρρησία και αυτά όπου λέγεις με τόσην ελευθερίαν και αφοβίαν έχουν και βασάνους φοβεράς, τας οποίας δεν θα δυνηθής να υποφέρης, μόνον έλα εις τον εαυτόν σου». Ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ καλώς εσυλλογίσθην προηγουμένως και έβαλον προ οφθαλμών μου όλας τας βασάνους που δύνασθε να μου κάμετε και ούτως ήλθον να κηρύξω τον γλυκύτατόν μου Χριστόν Θεόν αληθέστατον παρρησία εις όλους σας και να λάβω μυρία βάσανα δια την αγάπην Του». Ο Κριτής πάλιν του είπε χωρίς οργήν· «Φύγε και πήγαινε να συλλογισθής». Ο Άγιος τότε ανεχώρησε και ευρών τόπον ήσυχον και απόκρυφον και διανυκτερεύσας προσηύχετο έως το πρωϊ. Την τρίτην ώραν της Κυριακής παρουσιάσθη πάλιν εις τον Κριτήν και του λέγει· «Ιδού, εφέντη· ήλθον δια να σου ειπώ, ότι εσυλλογίσθην κατά την προσταγήν σου καλώς και ομολογώ, ότι ηπατήθην ως ανόητον παιδί, καθώς και χθες σοι το είπον· τώρα δε με την αύξησιν της ηλικίας μου, όπου ήλθεν εις τον νουν μου εκείνο όπου έκαμα, κλαίω την αμαρτίαν μου και καταπατώ την μιαράν σας πίστιν ως ψευδή και πεπλανημένην». Ταύτα αφόβως λέγοντος του Μάρτυρος, επλήσθη θυμού μεγάλου ο Κριτής και υβρίσας αθέως αυτόν απέστειλε δεδεμένον εις τον ηγεμόνα του τόπου· αλλ’ επειδή αυτός κατά σύμπτωσιν έλειπεν εις το Μελεμένι, έφερον τον Άγιον οι υπηρέται εις τον Μπουλούκμπασην του ηγεμόνος, όστις, ιδών αυτόν ούτω σεμνοπρόσωπον, ωραιότατον και ακμάζοντα την ηλικίαν, εθαύμασε και ήρχισε με πραότητα να τον ερωτά, τις είναι και διατί τον έφεραν με τέτοιον τρόπον έμπροσθέν του. Ο Άγιος είπεν εις αυτόν τα όμοια· ο δε μιαρός εκείνος, μολονότι εθύμωσε, δεν έκρινεν εύλογον να αποφασίσουν τι κατ’ αυτού, απόντος του ηγεμόνος. Όθεν έβαλεν αυτόν εις φυλακήν, ασφαλίσας τους πόδας του εις την λεγομένην ποδοκάκην, εκρέμασαν δε και άλυσον εις τον μακάριον λαιμόν του. Τότε ο τρισμακάριστος Μάρτυς επλήσθη πάσης χαράς, ότι τον ενεθυμήθη ο κηρυττόμενος υπ’ αυτού γλυκύτατος Χριστός. Ούτως ευρίσκετο ο Μάρτυς εις την φυλακήν πέντε ημερονύκτια, δεόμενος με θερμότατα δάκρυα να τον ενδυναμώση ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ικετεύων δε την Βασίλισσαν του ουρανού και της γης έλεγεν· «Ιδού προσέρχομαι ζεούση ψυχή, Κυρία και γλυκυτάτη μου Δέσποινα, μη τολμών να προσέλθω εις τον Υιόν Σου μετά παρρησίας δια τας απείρους μου αμαρτίας· πρόφθασον, αντιλαβού μου! Μη βδελύξης με· μη παραβλέψης με τον μεγίσταις οδύναις εξεταζόμενον, αλλ’ ενίσχυσόν με και καταπράϋνον τον κλύδωνα των πονηρών μου λογισμών· επάναψον τον προς τον Υιόν Σου και Θεόν μου πόθον και φόβον μέχρι τελευταίας μου αναπνοής, ίνα μη καταφλεχθώ ο τάλας τω ασβέστω και αιωνίω πυρί». Ταύτας και άλλας πολλάς ευχάς λέγων, έμεινε τρία ημερονύκτια παντελώς άσιτος και χωρίς ύδωρ. Συγχρόνως εδίδασκε και τινας των Χριστιανών, φυλακισμένους δια αιτίας τινάς, συμβουλεύων αυτούς όσα συνετέλουν εις ψυχικήν σωτηρίαν των, προλέγων εις αυτούς και τα μέλλοντα να συμβώσιν εις αυτόν. Εν τω μεταξύ δε των ημερών τούτων ήρχοντο εις την φυλακήν κατά σειράν και όλοι οι προύχοντες και πλούσιοι των Αγαρηνών, υποσχόμενοι εις αυτόν πλούτη, αμπέλους, εργαστήρια, γάμους και όσα άλλα δύνανται να εφελκύσωσι και να απατήσωσι μίαν τοιαύτην νεότητα· αλλ’ ο γενναίος του Χριστού Μάρτυς πάντας απέστελλεν απράκτους και κατησχυμμένους δια των γενναίων του αποκρίσεων, λέγων εις αυτούς· «Πάντα ταύτα θεωρώ σκύβαλα, αλλά και ο κόσμος όλος δεν με ενδιαφέρει, μόνον δε το κοσμοσωτήριον πάθος του Χριστού μου επιποθώ». Ταύτα λέγων ο Μάρτυς εξέπληξεν άπαντας· παρελθουσών δε των πέντε ημερών, έφθασε και ο ηγεμών, ημέρα Παρασκευή, ως λέων ορυόμενος κατά του Μάρτυρος, επειδή έμαθε τα κατ’ αυτόν άπαντα. Ευθύς λοιπόν επρόσταξε και έφεραν τον Άγιον έμπροσθέν του· και κατά πρώτον μεν τον ηρώτησε μετά πραότητος και γελαστού προσώπου· «Συ είσαι εκείνος όπου έχουν εις την φυλακήν, διότι είχες δεχθή την πίστιν μας και τώρα την αρνείσαι»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ναι, εγώ είμαι». Λέγει πάλιν ο ηγεμών· «Ποίος από τους γκιαούρηδες σου είπεν ότι θέλεις γίνει Άγιος με αυτόν τον τρόπον»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Η ευσπλαγχνία του Ιησού Χριστού μου, ήτις είναι άπειρος, θέλει με ελεήσει και καθαρίσει από τον ρύπον, τον οποίον έλαβον από την σφραγίδα της μιαράς σας πίστεως, και θέλει λαμπρύνει την ψυχήν μου με την χύσιν των αιμάτων μου». Του είπεν ο ηγεμών· «Εις εσένα, μουρτάτη, κατέβη ο Θεός να τα βεβαιώση αυτά»; Λέγει ο Μάρτυς· «Ναι, εις εμέ». Βλέπων ο ηγεμών την παρρησιαστικήν τόλμην του Αγίου, πάλιν με κολακείας του λέγει· «Ελθέ, παιδί μου, εις τον εαυτόν σου! Λυπήσου την νεότητά σου, την ωραιότητά σου! Κράτει την πίστιν μας και εγώ θα σε κάμω υπάλληλόν μου, θα σου χαρίσω μεγάλα αγαθά και θα σε τιμήσω περισσότερον από όλους· ειδεμή θέλω σε βασανίσει ασπλάγχνως και θα σε θανατώσω ανηλεώς». Είπεν ο Μάρτυς· «Τα αγαθά σου και αι τιμαί σου μαζί και με την θρησκείαν σου ας υπάγουν εις απώλειαν· εγώ δε την χριστιανικήν μου πίστιν κρατώ, το δε γλυκύτατον όνομα του Χριστού μου κηρύττω και μεγαλύνω δια παντός, προσκυνών Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, επικαλούμαι δε την Κυρίαν μου Θεοτόκον πάντοτε εις βοήθειάν μου· τας δε βασάνους και τα μαρτύρια, άτινα θέλεις μου κάμει και αυτόν τον θάνατον, δεν τα φοβούμαι τελείως, αλλά επιθυμώ να τελειώσω όσον τάχιστα». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών κατησχύνθη και έμεινε συλλογισμένος· όθεν μη γνωρίζων τι να πράξη, επρόσταξε να τον ρίψουν πάλιν εις την φυλακήν με αλύσεις και εις την ποδοκάκην, σκληρότερον από την πρώτην φοράν. Ο δε μακάριος έχαιρε και ηγαλλιάτο λέγων· «Κύριος βοηθός μου και ου φοβηθήσομαι, τι ποιήσει μοι άνθρωπος»; Ταύτα ερευνών και ο φιλομάρτυς οσιώτατος Στέφανος και μανθάνων υπερεφαιδρύνετο· και ήλπιζεν ότι, καθώς ήτο η αρχή, τοιουτοτρόπως θα ήτο και το τέλος μακάριον και δεν έπαυε να διενεργή απ’ εκεί τα προς σωτηρίαν του Μάρτυρος. Οι δε Χριστιανοί, ακούοντες και βλέποντες τα του Αγίου τρόπαια, μετεβλήθησαν εις ημερότητα και ευλάβειαν, παρακαλούντες τον Άγιον Θεόν να τον ενδυναμώση μέχρι τέλους· κατ’ εκείνην δε την νύκτα της Παρασκευής, κατά την οποίαν εξημέρωνε Σάββατον, εζήτησεν ο μακάριος δια μέσου τινών Χριστιανών την δια προσευχής βοήθειαν των ιερέων και την θείαν Κοινωνίαν των Αχράντων Μυστηρίων. Όθεν τινές των ιερέων και λαϊκών, αναθαρρήσαντες, απέστειλαν εις αυτόν τω Σαββάτω πρωϊ την ιεράν μετάδοσιν, την οποίαν λαβών εις χείρας και προσευχηθείς ικανώς μετέλαβε μετά κατανύξεως και δακρύων πολλών. Τοιουτοτρόπως ενδυναμωθείς υπό του θείου και ακαταμαχήτου τούτου όπλου της θείας Μεταλήψεως περιέμενε την κατ’ αυτού απόφασιν ώρα τη ώρα· πλην επέρασε και εκείνη η ημέρα του Σαββάτου, κατά την οποίαν δεν παρέλειψεν ο ηγεμών να ερωτά αυτόν αμέσως και εμμέσως πολλάς φοράς και να αγωνίζεται μεγάλως, μήπως και απατήση αυτόν με τας κολακείας του, αλλά εις μάτην εκοπίαζεν ο παράνομος. Το εσπέρας λοιπόν του είπεν, ότι αύριον που είναι η Κυριακή σας θα σε αποκεφαλίσω ανηλεώς και θα σε κατακαύσω τόσον, ώστε η κόνις σου να μη φανή. Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Σου είπα, ότι όσας βασάνους και αν επινοήσης να μου κάμης, τας δέχομαι μετά πάσης χαράς, δια την αγάπην του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού». Τότε ο βάρβαρος ηγεμών απελπισθείς επρόσταξε τους δημίους να τον βασανίσουν ανηλεώς, οίτινες και τον εβασάνισαν διαφόρως, καθώς διηγούντο τρεις ευλαβείς Χριστιανοί, οίτινες χάριν περιεργείας δεν έλειψαν από την αγίαν ταύτην θεωρίαν τελείως, καθ’ όσον ηδυνήθησαν, επειδή τους είχε παραγγείλει ο Όσιος Χατζή Στέφανος. Τα δε βάσανα ήσαν ξυλισμοί, χάλκινοι δίσκοι πεπυρωμένοι εις την κεφαλήν και άλλα τινά, έως ότου έμεινεν ο Άγιος ημιθανής. Έπειτα τον έρριψαν πάλιν ως νεκρόν εις την φυλακήν· αλλ’ η θεία δύναμις επρόφθασε και εις καταισχύνην των αθέων Αγαρηνών, εις στηριγμόν δε της σωτηρίας των Ορθοδόξων, εφάνη ο Μάρτυς υγιής και ωραίος ως πρότερον, ψάλλων: «Εξομολογήσομαί σοι, Κύριε, εν όλη καρδία μου,  διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου· ευφρανθήσομαι και αγαλλιάσομαι εν σοι … σώσον τον δούλον σου ο Θεός μου, τον ελπίζοντα επί σε … το έλεός σου μέγα επ’ εμέ, και ερρύσω την ψυχήν μου εξ άδου κατωτάτου… ο Θεός παράνομοι επανέστησαν επ’ εμέ… Συ, Κύριε, ο Θεός μου, οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος· επίβλεψον επ’ εμέ… Ιδέτωσαν οι μισούντες με και αισχυνθήτωσαν». Τούτους και άλλους ψαλμούς και ευχάς λέγων δεν έπαυσεν αγαλλόμενος έως της τρίτης ώρας της λαμπράς και αξιομνημονεύτου εκείνης Κυριακής, κατά την οποίαν εωρτάζετο και η μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας τη ενδεκάτη του Ιουλίου. Τότε συνήχθησαν πάντες οι προύχοντες των Οθωμανών και είπον εις τον ηγεμόνα· «Εφέντη! Δεν συμφέρει πλέον να ζη αυτός ο νέος, όστις εφάνη απειθής και καταισχύνεται η θρησκεία μας με το πολύ πείσμα του». Τότε ο ηγεμών τον παρέδωκεν εις αυτούς, να τον υπάγουσιν εις τον Κριτήν και εάν δεν καταπεισθή, να γράψη την κατ’ αυτού απόφασιν. Εξάγουσι τότε αυτόν εκ του ηγεμόνος γυμνόν, ανυπόδητον, ασκεπή και ημίγυμνον. Αυτός δε υπερχαρής όλος και υπέρλαμπρος, ως άλλος Άγγελος εφαίνετο ο τρισόλβιος. Φθάσας δε εις τον Κριτήν και ερωτηθείς, αυτός είπε μεγαλοφώνως το «Πιστεύω» ολόκληρον παρρησία παντός του πλήθους των Αγαρηνών, χωρίς να δειλιάση ποσώς. Τότε εβάφη κάλαμος αποφάσεως κεφαλικής τιμωρίας. Όθεν έσυραν οι δήμιοι τον μακάριον, ως άγρια θηρία, και έδερον αυτόν ασπλάγχνως, αλλ’ εκείνος έτρεχεν ως υπόπτερος από την χαράν, ότι έφθασεν η ώρα του πεποθημένου τέλους του, έως εις το λεγόμενον Μέλκατζα παζάρι, τόπον της καταδίκης. Εκεί δε ητοιμάζετο ένας Άραψ δήμιος δια να τον αποκεφαλίση. Τότε μόνος ο Χριστομάρτυς εγονάτισε με φαιδρόν πρόσωπον, αλλ’ ο βάρβαρος, δια να τον εκφοβίση, εμετατόπισεν αυτόν τρεις φοράς· ο δε Άγιος μηδέν δειλιάσας μετεσηκώνετο και εγονάτιζεν, έως ότου τον εκτύπησεν ο Άραψ με την μάχαιραν δι’ όλων του των δυνάμεων, αλλά μόλις δύο δάκτυλα εκόπη ο μακάριος λαιμός του. Ο δε θηριόγνωμος εκείνος έμεινεν ημίξηρος, ωσεί νεκρός, μη δυνηθείς να δευτερώση, εις τον οποίον είπεν ο Άγιος τουρκιστί· «Τι στέκεις; Δεν κτυπάς»; Όθεν άλλος δήμιος, σκληρότερος του Άραβος και ωμότερος, έρριψε τον Άγιον πρηνή και έκοψε την αγίαν του κεφαλήν. Ούτως ετελειώθη λαμπρώς μετά θριάμβου και ηρωϊκής καρτερίας το μαρτύριον. Μετά τούτο επροστάχθησαν μετά αγριότητος και αυστηρότητος οι εκείσε ευρεθέντες τρεις Χριστιανοί να εγείρουν το άγιον λείψανον και να υπάγουν να το ρίψουν εις ένα ξηροπήγαδον, έχον βάθος μέτριον, εκεί δε πάλιν προστάζονται να ρίψωσιν επάνω του λειψάνου λίθους και ξύλα αρκετά ίνα το καταχώσωσι. Μετά καιρόν έγινε και η ανακομιδή του αγίου λειψάνου του από το ειρημένον ξηροπήγαδον τοιουτοτρόπως. Ο Χατζή Στέφανος, βλέπων την δυσκολίαν της ανακομιδής, επειδή ήτο το ξηροπήγαδον εις συνοικίαν τουρκικήν, μακράν από κάθε χριστιανικήν συνοικίαν, εσυμβουλεύθη περί τούτου τινάς ορθοδόξους Χριστιανούς, ξένου κράτους, οι οποίοι, ως έχοντες παρρησίαν, εάν ήθελον μεσιτεύσει εις τους Τούρκους, να τους δώσωσι το άγιον λείψανον. Αυτοί όμως απεκρίθησαν εις αυτόν (τον Χατζή Στέφανον) ότι να μη έχη περί τούτου πολλήν φροντίδα, επειδή ο Θεός, όστις ενεδυνάμωσε τον Άγιον εις ένα τοιούτον καλλίνικον τέλος του μαρτυρίου, Αυτός έχει και την πανάγαθόν Του νεύσιν, ώστε να μη στερηθώσιν οι ευσεβείς την απόκτησιν του θησαυρού, προς ωφέλειαν και στηριγμόν των. Αύτη η συμβουλή κοινολογηθείσα εις μερικούς Χριστιανούς, αλείπτας και συνεργούς του Αγίου όταν εμαρτύρει, τους παρώξυνε να υπάγουν να περιεργασθούν εις το ξηροπήγαδον· και ω του θαύματος! είδον το άγιον λείψανον όχι σκεπασμένον με λίθους και ξύλα, κατά τον τρόπον όπου ενεταφιάσθη, αλλά κείμενον επί της επιφανείας εις το έδαφος του πηγαδίου. Τούτο μαθών ένας ιεροδιάκονος, Καλλίνικος λεγόμενος, συμπαραστάτης πρόθυμος του Αγίου κατά τον καιρόν του μαρτυρίου του, όστις και εις τον οίκον του τον είχε κρυπτόμενον πολλάκις, όταν οι Χριστιανοί φοβούμενοι τον θυμόν των Οθωμανών τον εδίωκον από την πολιτείαν, εξ αιτίας δε και μόνον του φόβου είχε φύγει εις Σμύρνην και ο Χατζή Στέφανος, παραδώσας τον Άγιον εις την προστασίαν και παρηγορίαν του Καλλινίκου, ούτος, λέγω, αφού έμαθεν ότι το άγιον λείψανον δεν ήτο παραχωμένον, λαμβάνων δια νυκτός εις χείρας του ένα καλάθι μετέβη εις το πηγάδι, και καταβαίνων μέσα, αν και είχεν αρκετόν βάθος, έλαβε τα άγια λείψανα και ανεχώρησεν. Μαθών δε τούτο και ο Χατζή Στέφανος ήλθεν εις αυτόν και τα εμοιράσθησαν μετ’ ειρήνης. Μόλον τούτο ο διάκονος Καλλίνικος δεν ωφελήθη ουδέ το παραμικρόν από την απόκτησιν τοιούτου θησαυρού. Αλλά και ο Χατζή Στέφανος πολύ ολίγα, δηλαδή με μόνην την ευλάβειαν όπου μόνος του και όχι και άλλος κανείς είχεν εις αυτά. Μόλις δε και μετά βίας μετά ολοκλήρους είκοσι χρόνους, οπόταν κατά τύχην ένα επίσημον εκκλησιαστικόν πρόσωπον έτυχε να λάβη εις χείρας του την αγίαν κάραν και την περιειργάζετο με θαυμασμόν, έπειτα έρριψε και ένα ψυχρότατον μεν, αλλ’ όμως φρονιμώτατον και ωφελιμώτατον λόγον ειπών· «Ούτος, εάν ήτο Άγιος, άραγε τον θερμότατον υπερασπιστήν και συμπαραστάτην του εις το μαρτύριον και αλείπτην του χρηματίσαντα, πως δεν ήθελε τον φωτίσει να φύγη από την αναξίαν του επαγγέλματός του αναστροφήν εν τω κόσμω»; Ούτος ο λόγος επέρασεν ως βέλος οξύ εις την καρδίαν του Χατζή Στεφάνου, επειδή ήναψεν εις αυτόν την αυτομεμψίαν, ότι εξ αιτίας της όχι ακριβούς πολιτεύσεώς μας απιστείται η αναντίρρητος και ομολογουμένη αγιότης των Μαρτύρων. Όθεν αμέσως κόπτων κάθε σύνδεσμον όπου τον εκράτει εις την εν τω κόσμω αναστροφήν του, αν και σεμνήν και ακατάγνωστον, ανεχώρησεν ευθύς δια το Άγιον Όρος, φέρων μεθ’ εαυτού και τον ιερώτατον θησαυρόν. Όλως το εναντίον ηκολούθησεν εις την ευλαβεστάτην μητέρα του Αγίου, μολονότι και κοσμικήν, η οποία αξιωθείσα και αυτή, προς παρηγορίαν της, μέρος του αγίου λαιψάνου, καθώς ήτο και δίκαιον, δεν έπαυσε να εκτελή θαύματα, θεραπεύουσα ασθενείς. Τούτο δε όλον δια να είναι αναντίρρητον και αψευδές το: «Εάν η συνείδησις ημών μη καταγινώσκη ημών, παρρησίαν έχομεν προς τον Θεόν, ώστε να δυνάμεθα και όρη μεθιστάνειν». Ημείς δε, Άγιοι Πατέρες και αδελφοί, αναγινώσκοντες τα ιερώτατα άθλα των Αγίων, καν τε μαρτύρια, καν τε αγώνας ασκητικούς, επειδή δεν μας βιάζει κανείς άλλος να τα μιμούμεθα, τουλάχιστον ας ζηλούμεν τα άγια παραδείγματα με την εκκοπήν παντός πονηρού θελήματός μας· ή την βίαν εις εκτέλεσιν καμμιάς αγαθοεργίας ή τουλάχιστον δικαίαν αυτομεμψίαν δια να απολαμβάνωμεν και την εκ των αγίων αναγνώσεων ωφέλειάν μας· ούτω δε να διακείμεθα βέβαιοι και πεπληροφορημένοι, ότι η πρεσβεία των Αγίων μας βοηθεί εις το να ζήσωμεν θεαρέστως την πρόσκαιρον ζωήν, κατά τον ένθεον σκοπόν μας, δια τον οποίον αφήνομεν τον κόσμον και τα εν κόσμω και ερχόμεθα εις ταύτας τας ιεράς αναστροφάς και πολιτεύσεις· ίνα αξιωθώμεν και ημείς μετά των Αγίων Μαρτύρων και των Οσίων Πατέρων των ουρανίων αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

O Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ο μαρτυρήσας εν Ελβασανίω της Αλβανίας κατά το έτος 1722 ξίφει τελειούται.                                                                                      

Νικόδημος ο αοίδιμος ούτος νέος Oσιομάρτυς κατήγετο από το Ελβασάν, κώμην της Αλβανίας, γεννηθείς από γονείς ευσεβείς· ελθών δε εις ηλικίαν, έλαβε γυναίκα και απέκτησε τέκνα. Συναναστρεφόμενος δε με τους Αγαρηνούς και παρακινούμενος από αυτούς, εδελεάσθη και ηρνήθη φευ! την πίστιν του Χριστού· μετά ταύτα τόσον αφωσιώθη εις την θρησκείαν των Αγαρηνών, ώστε βιαίως ετούρκευσε και τα τέκνα του, εκτός ενός, το οποίον έλαβον κρυφίως μερικοί Χριστιανοί και το έστειλαν εις το Άγιον Όρος· αλλ’ εκείνος εξετάζων δια να εύρη και εξισλαμίση αυτό, έμαθεν ότι ευρίσκεται εις το Άγιον Όρος· παρευθύς τότε εκίνησε με πολύν θυμόν και μετέβη εις το Άγιον Όρος, έχων σκοπόν, εάν το εύρη, να προξενήση εις τα Μοναστήρια μεγάλην ζημίαν· αλλ’ ο Θεός ο φιλάνθρωπος, ο θέλων πάντας σωθήναι, ωκονόμησεν εις αυτόν την σωτηρίαν με τρόπον θαυμάσιον· διότι αντί να εύρη το παιδίον και να το τουρκεύση, επέστρεψεν αυτός εις μετάνοιαν, ελθών δε εις εαυτόν εγνώρισε το κακόν όπου έπαθε, παρήτησε δε ομού με τον ισλαμισμόν και τον κόσμον και έμεινεν εις το Όρος και έγινε καλόγηρος, μετονομασθείς Νικόδημος· και εις τόσην μετάνοιαν ήλθεν, ώστε έκαμε τρεις χρόνους άκραν νηστείαν, κλαίων καθ’ εκάστην πικρώς και παρακαλών τον Θεόν να του συγχωρήση το μέγα παράπτωμα της αρνήσεως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν αγωνιζόμενος, ήκουσε μερικούς Πατέρας, οίτινες έλεγον, ότι όποιος αρνηθή τον Χριστόν έμπροσθεν των ανθρώπων, συμφέρει πολλά εις αυτόν να τον ομολογήση πάλιν έμπροσθεν των ανθρώπων· εκ τούτου ήλθεν εις επιθυμίαν να μαρτυρήση· ακούων δε περί του Οσίου Ακακίου, όστις ησκήτευεν εις το Καυσοκαλύβι, επορεύθη προς αυτόν δια να λάβη την ευχήν του και να τον συμβουλευθή τι πρέπει να κάμη. Ευθύς δε ως είδε τον Όσιον, έπεσεν εις τους πόδας του και έκλαιεν ώραν πολλήν. Ο δε Όσιος, λαμβάνων αυτόν από τας χείρας και καλέσας αυτόν εξ ονόματος χωρίς να τον γνωρίζη, τον ανήγειρε και τον παρηγόρησεν ικανώς δια την σωτηρίαν του· έπειτα ανεχώρησεν ολίγον και προσηύχετο νοερώς. Οι δε ευρεθέντες τότε εκεί είδον φως, ως αστέρα, το οποίον κατέβη από τον ουρανόν εις τον Όσιον και έλαμψε το πρόσωπόν του· ύστερον εγύρισεν εις τον ευλογημένον Νικόδημον και του είπε λόγον τινά μυστικόν, με τον λόγον δε, ευθύς, η μεν λάμψις έφυγεν από τον Όσιον, κατάνυξις δε μεγάλη εγεννήθη εις τον Νικόδημον, όστις κεντηθείς από εκείνην την θείαν χάριν, έκραξε μεγαλοφώνως. Ελθών είτα κάτωθεν του σπηλαίου έκλαυσεν εκεί γοερώς ώραν ικανήν. Κατόπιν εγύρισε πάλιν εις τον Όσιον και εζήτει άδειαν και ευχήν, ίνα υπάγη εις το μαρτύριον· ο δε Όσιος ευχηθείς αυτόν και λαμβάνων μίαν ράβδον, την έδωκεν εις τας χείρας του, ειπών εις αυτόν· «Ύπαγε με αυτήν εμπρός εις τον πασάν και με την δύναμιν του Θεού θέλεις τελειώσει καλώς το μαρτύριον». Λαβών ο μακάριος Νικόδημος την ράβδον και περιφραχθείς με τας ευχάς του Οσίου, κατεφλέχθη όλος από τον πόθον του μαρτυρίου. Όθεν και απεφάσισεν ευθύς να κινήση εκείθεν δια το μαρτύριον. Πλην επειδή ήτο αδύνατος και δεν ηδύνατο να περιπατήση τόσον δρόμον δια τας υπερβολικάς νηστείας όπου έκαμεν, εζήτει άδειαν από τον Όσιον να καταλύση δια να ενδυναμωθή, ίνα περιπατή. Ο δε Όσιος του είπε· «Τώρα μάλιστα, αδελφέ, σου χρειάζεται η νηστεία, όπου μέλλεις να αγωνισθής τούτον τον δια Χριστόν τελευταίον αγώνα· όθεν περιπάτει όσον δύνασαι, και ο Κύριος όστις είπεν «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, αλλά και εν παντί ρήματι του Θεού», αυτός θέλει σε ενδυναμώσει να περιπατής χωρίς κόπον». Τότε ο Μάρτυς του λέγει· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δι’ ευχών σου, Πάτερ, να κάμη το έλεός του εις εμέ, και να με αξιώση της καλής του ομολογίας· πλην φοβούμαι τον δαίμονα». Ο δε Όσιος του λέγει· «τον Θεόν να φοβήσαι, αδελφέ, και όχι τον δαίμονα, όστις δεν έχει καμμίαν εξουσίαν επάνω εις ημάς αφ’ εαυτού· έχε λοιπόν όλον σου το θάρρος εις τον Χριστόν, Αυτός δε θέλει σε δυναμώσει και τον δαίμονα να νικήσης και υπέρ Χριστού να μαρτυρήσης». Ταύτα ακούσας ο Νικόδημος, δάκρυσι και χαρά περιχυθείς, έπεσε και ησπάσθη τους πόδας του Οσίου και ούτω λαβών την ράβδον από την χείρα του και την ευχήν του, ανεχώρησεν εκείθεν χαίρων. Ευρισκόμενος δε ακόμη εις το Άγιον Όρος, εφάνη ο Κύριος εις αυτόν (ω της πολλής φιλανθρωπίας σου, Δέσποτα!) και τον ενεδυνάμωσε, δείξας εις αυτόν φανερά και όλα τα μαρτύρια, άτινα έμελλε να πάθη δια το όνομά Του, έτι δε και αυτόν ακόμη τον τόπον της καταδίκης, όπου έμελλε να αποκεφαλισθή. Όθεν νηστεύων και εγκρατευόμενος, όσον ηδύνατο, εις όλον τον δρόμον δεν ηδυνάτησεν, αλλά ενδυναμούμενος με την χάριν του Χριστού έφθασεν ακόπως εις την πατρίδα. Ιδόντες τότε αυτόν οι Αγαρινοί τον ανεγνώρισαν και ευθύς τον ήρπασαν και τον ωδήγησαν εις τον πασάν, ο οποίος δακιμάζων με διαφόρους τρόπους να τον επαναφέρη εις την θρησκείαν των και μη δυνάμενος, επρόσταξε και τον εκρήμνισαν κάτω από το παλάτι του, το οποίον ήτο πολλά υψηλόν, αλλ’ ω του θαύματος! τοιουτοτρόπως αβλαβής κατέβη, ως να ήτο αετός εις τον αέρα, εστάθη δε εις τους πόδας του όρθιος. Παρευθύς έδραμε πάλιν ο Άγιος και ανελθών εις το παλάτι ενεφανίσθη εις τον πασάν, ο δε πασάς ιδών αυτόν ετρόμαξε πολλά και ηβουλήθη να τον απολύση, αλλά φοβούμενος το πλήθος των Αγαρηνών, τον παρέδωκεν εις τας χείρας αυτών, οι οποίοι, αρπάσαντες αυτόν με θυμόν, τον εβασάνιζον τρία νυχθήμερα με φρικτά και σκληρά κολαστήρια. Ούτω οδηγούντες αυτόν εις τον τόπον της καταδίκης, τον εγονάτιζον συχνά εις τον δρόμον, τάχα απειλούντες αυτόν να τον αποκεφαλίσουν, δια να τον κάμουν να δειλιάση· αλλ’ ο Μάρτυς έμενε στερεός εις την πίστιν του Χριστού, έως ότου έφθασαν εις τον τόπον τον οποίον του έδειξεν ο Κύριος· εκεί δε προσευξάμενος και κλίνας την κεφαλήν εδέχθη δια ξίφους το μακάριον τέλος· και η μεν αγία του ψυχή ανέβη με τον στέφανον του μαρτυρίου εις τους ουρανούς, το δε πάντιμον αυτού λείψανον έμεινε σώον έως την σήμερον αναβρύον πηγάς ιαμάτων και ευωδίαν άμετρον εις εκείνους, οίτινες προστρέχουν εις αυτό μετά πίστεως, εορτάζοντες την μνήμην αυτού χαρμοσύνως τη ια΄ (11η) Ιουλίου. 

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς Κινδέος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΙΝΔΕΟΥ του Πρεσβυτέρου.                                                

Κινδέος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο εκ κώμης ονομαζομένης Ταλμενίας Σίδης της Παμφυλίας, κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει 290μ.Χ. καταγόμενος εκ προγόνων από τα Ουμάναδα· οδηγηθείς δε εις τον ηγεμόνα Στρατόνικον, ωμολόγησε παρρησία τον Χριστόν. Διο εκάρφωσαν εις τους πόδας του σιδηρά υποδήματα και ηνάγκασαν αυτόν να τρέξη κατά το μέρος της Ιεράς λεγομένης Πύλης. Εκεί απήντησαν άνθρωπον, όστις εβάσταζε φορτίον ξύλων· επειδή δε οι Έλληνες ήθελον να αρπάσωσι τα ξύλα, ίνα κατακαύσωσι τον Μάρτυρα, ο Άγιος έδωκεν εις τον άνθρωπον εκείνον τριάκοντα νομίσματα δια την τιμήν των ξύλων. Θελόντων δε των Ελλήνων να φορτώσωσι τα ξύλα εις άλλους τινάς, δεν αφήκεν ο Άγιος, αλλ’ αυτός ο ίδιος τα εφορτώθη εις τον ώμον του. ΑΑφού δε ηνάφθη η πυρά, εισήλθεν εν τω μέσω αυτής ο γενναίος αθλητής και εκείθεν εδίδασκε και παρεκίνει τους Έλληνας εις την πίστιν του Χριστού, χωρίς να βλάπτηται υπό του πυρός. Σκοτισθέντος δε του αέρος, και αστραπών και βροντών γενομένων, προσηυχήθη ο Άγιος και ευθύς έγινε γαλήνη και τα νέφη διεσκεδάσθησαν. Τότε παρέδωκε το πνεύμα του εις χείρας Θεού. Βλέπων δε τούτο το θαύμα ο ιερεύς των ειδώλων επίστευσεν εις τον Χριστόν όχι μόνος εκείνος, αλλά και την γυναίκα του κατέπεισε να πιστεύση, η οποία έστειλε την θεράπαινάν της και εκήδευσε το λείψανον του Αγίου με μύρα και σινδόνας· ούτω δε έλαβον και οι δύο το άγιον Βάπτισμα. Αλλά και άλλος τις καταγόμενος από τα Ουμάναδα, Ορέστης ονόματι και διάκονος της Εκκλησίας, λαβών το λείψανον του Αγίου Κινδέου μετά της παντίμου αυτού κεφαλής, ω του θαύματος! υψώθη ως ο Αββακούμ εις τον αέρα και έφθασεν εν μια ημέρα εκ της Παμφυλίας εις την πατρίδα του Ουμάναδα· εκεί δε κατασκευάσας θήκην, απεθησαύρισεν εν αυτή τα άγια λείψανα δια των χειρών των ιερέων, καθώς είναι τάξις και συνήθεια να γίνηται εν τη καταθέσει των αγίων λειψάνων. 

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

Η Αγία Μεγαλομάρτυς ΕΥΦΗΜΙΑ, και ο τόμος της Πίστεως της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου

Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου ΕΥΦΗΜΙΑΣ, ότε τον τόμον του της πίστεως όρου των εξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων, των εν Χαλκηδόνι συνελθόντων, τουτέστι της αγίας και Οικουμενικής Δ΄ Συνόδου εκράτυνεν.                                                                                                                                      
Ευφημία η καλλίνικος Μάρτυς του Χριστού ήκμαζε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Πρίσκου Ανθυπάτου Ρώμης, εν έτει σπη΄ (288), κατήγετο δε εκ Χαλκηδόνος, θυγάτηρ πατρός μεν Φιλόφρονος καλουμένου, μητρός δε Θεοδοσιανής. Διαβληθείσα λοιπόν  ότι ωμολόγει τον Χριστόν, ετιμωρήθη δια τροχών και πυρός, και δια πολλών άλλων βασάνων· ύστερον δοθείσα εις τα θηρία, ίνα ταύτην σπαράξωσιν, έμεινεν εξ αυτών αβλαβής. Είτα εδήχθη υπό άρκτου, προσευχηθείσα δε παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού εν τω θεάτρω· το δε τίμιον αυτής λείψανον απετέθη εντός θήκης και ενεταφιάσθη εις τόπον τινά πλησίον της Χαλκηδόνος, όπου παρέμεινεν επ’ αρκετούς χρόνους, ιάσεις βρύον παντοδαπάς και θαύματα άπειρα επιτελούν. Μετά παρέλευσιν δε πολλού χρόνου, όταν εξηπλώθη η ευσέβεια εις τον κόσμον, έγινε τοιούτον παράδοξον. Εις τας ημέρας Θεοδοσίου του Μικρού, εν έτει 410, εις Μοναχός και Ιερεύς, Ευτυχής μεν κατά το όνομα δυστυχής δε κατά τον νουν, εγένετο αρχηγός αιρέσεως, ισχυριζόμενος ο φρενοβλαβής, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έχει μίαν μόνην φύσιν, την της Θεότητος, και μίαν μόνην ενέργειαν, επίσης την της Θεότητος·  καθηρέθη δε ούτος υπό του Αγίου Φλαβιανού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, πλην μεταχειριζόμενος ο άθλιος όργανα τους του βασιλέως αθέους ευνούχους, δεν έπαυε ταράττων την Εκκλησίαν και ενέδρας ποιών, έως ου ο βασιλεύς Θεοδόσιος ετελεύτησεν. Όταν δε ο Μαρκιανός εβασίλευσε μετά της Πουλχερίας, διέταξε να συγκροτηθή Οικουμενική Σύνοδος εις Χαλκηδόνα, κατά το έτος τετρακόσια πεντήκοντα εν (451) δια να εξετάση την υπόθεσιν. Συνελθόντες λοιπόν εν Χαλκηδόνι εξακόσιοι τριάκοντα Επίσκοποι συνεκρότησαν την Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον. Τότε, αφού πολλά συνεζήτησαν, κατεδίκασαν και ανεθεμάτισαν τον Ευτυχή και τον τούτου ακόλουθον Διόσκορον ως και πάντας τους μίαν φύσιν και μίαν ενέργειαν επί Χριστού βλασφημούντας. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν επείθοντο εις τα δόγματα της Αγίας Συνόδου, μετήλθον άλλον τρόπον οι άγιοι Πατέρες. Αμφότερα τα μέρη, το των Ορθοδόξων δηλαδή και το των κακοδόξων Μονοφυσιτών, έγραψαν τα υπ’ αυτών πιστευόμενα και κηρυττόμενα εις τόμον ξεχωριστόν έκαστον μέρος· ανοίξαντες δε την θήκην την περιέχουσαν το τίμιον λείψανον της Αγίας Ευφημίας, απέθεσαν τα δύο ταύτα βιβλία επί του στήθους της Αγίας εσφραγισμένα· ανοίξαντες δε πάλιν, μεθ’ ωρισμένας ημέρας, είδον και εξέστησαν· διότι τον μεν τόμον των αιρετικών εύρον ερριμμένον κάτωθεν των ποδών της Αγίας, τον δε τόμον των Ορθοδόξων, τον περιέχοντα τον όρον και την απόφασιν της Αγίας Συνόδου, κρατούμενον υπό της Μάρτυρος εις τας αγκάλας της. Τούτου δε γενομένου, εθαύμασαν άπαντες δια το τοιούτον παράδοξον· εκ τούτου οι μεν Ορθόδοξοι εστηρίχθησαν εις την πίστιν και εδόξασαν τον Θεόν, τον ποιούντα καθ’ εκάστην μεγάλα και παράδοξα θαύματα προς επιστροφήν και διόρθωσιν των πολλών, οι δε αιρετικοί Μονοφυσίται κατησχύνθησαν. Τούτο λοιπόν το χάριτας βρύον ιερόν λείψανον της Αγίας μετεκομίσθη ακέραιον εκ Χαλκηδόνος εις Κωνσταντινούπολιν, προ της αλώσεως αυτής, όπου και ο τότε αοίδιμος Πατριάρχης Κωνσταντίνος ήγειρε Ναόν προς τιμήν της Αγίας. Γενομένης δε της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων και μετατεθέντων πάντων των ιερών λειψάνων εν τω πανσέπτω Ναώ των Αγίων Αποστόλων, εις τον οποίον μετεφέρθη τότε και το Πατριαρχείον, μετετέθη εκεί και το λείψανον της Αγίας. Εκείθεν μετατεθέντος και πάλιν του Πατριαρχείου εις τον Ιερόν Ναόν της Παμμακαρίστου, μετεκομίσθη εκεί ομού μετά των λοιπών και το ιερόν λείψανον της Αγίας. Επειδή δε κατά τας πικράς εκείνας ημέρας της αιχμαλωσίας δεν έπαυον οι κατακτηταί να μεταχειρίζωνται κάθε είδους πικρίαν κατά των Χριστιανών, αρπάζοντες μεταξύ των άλλων τους ιερούς Ναούς και μετατρέποντες αυτούς εις τζαμία, ήρπασαν και τον Ναόν της Παμμακαρίστου και ως εκ τούτου το Πατριαρχείον μετεφέρθη εκ νέου εις τον πάνσεπτον Ναόν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου, εν Φαναρίω, όπου και νυν ευρίσκεται. Μετηνέχθη τότε εκεί και το ιερόν λείψανον της Αγίας, όπερ θεία ευδοκία διασώζεται μέχρι της σήμερον, τιμώμενον και σεβόμενον όχι μόνον παρά των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών, αλλά και παρά των ετεροδόξων, βρύον ιάματα εις τους μετ’ ευλαβείας προσερχομένους. Καθιερώθη δε το ιερόν λείψανον της Αγίας εν τω ρηθέντι πανσέπτω Ναώ του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, εις το δεξιόν μέρος αυτού, το οποίον έγινε και παρεκκλήσιον επ’ ονόματι της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας, ότε επί της πρώτης πατριαρχίας του τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου ανωκοδομήθησαν εκ βάθρων τα Πατριαρχεία και αι λοιπαί εν τη πατριαρχική αυλή οικοδομαί. Τελείται δε η μνήμη και πανήγυρις της Αγίας κατά την ια’ (11ην) του Ιουλίου, καθ’ ην συναθροίζονται τα πλήθη των Ορθοδόξων, ανδρών τε και γυναικών της τε Κωνσταντινουπόλεως και των περιχώρων αυτής, και πολλοί των ετεροδόξων και οι μετ’ ευλαβείας προσερχόμενοι και ασπαζόμενοι το ιερόν αυτής λείψανον αξιούνται πολλών ιαμάτων. 

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Περί των εγκαινίων του ιερού Ναού.

 Περί των εγκαινίων του ιερού Ναού.                                                                                                         

Μετά την τελείωσιν της εικονογραφίας, ητοίμασαν τον εγκαινιασμόν του Ναού· πλην μάρμαρον αρμόδιον δι’ αγίαν Τράπεζαν δεν εύρον, ισόμετρον του εύρους της κόγχης του βήματος· όθεν εσκέπτοντο να κατασκευάσουν ξυλίνην τράπεζαν και να εγκαινιάσωσι τον Ναόν· ο Αρχιερεύς όμως δεν συγκατένευσεν εις αυτό, αλλ’ έκρινεν ίνα μένη ανεγκαινίαστος ο Ναός έως ου ευρεθή λίθος αρμόδιος. Λυπηθέντες λοιπόν οι Πατέρες και ο Ηγούμενος κατελήφθησαν υπό αθυμίας. Ότε δε επλησίασεν η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, εις την οποίαν ήθελον να τιμήσουν τον Ναόν, τη δεκάτη Τρίτη Αυγούστου πρωϊ, ευρέθη παραδόξως εν μάρμαρον λευκόν έτοιμον ισόμετρον δι’ αγίαν Τράπεζαν· ωσαύτως και τέσσαρα κιόνια δια παράστυλα του κουβουκλίου ουρανίσκου, άτινα ιδόντες οι Μοναχοί εξεπλάγησαν και χαράς αφάτου πλησθέντες ητοίμασαν τα των εγκαινίων. Ο δε Αρχιερεύς ευρίσκετο τότε μακράν της Μονής· φανείς δε προς αυτόν άνθρωπός τις αγνώριστος, ανήγγειλεν εις αυτόν, ίνα ταχέως φθάση εις την Μονήν Πετσέρσκβοϊ εις εγκαινιασμόν του ιερού Ναού· τη αυτή δε ημέρα, τη δεκάτη Τρίτη Αυγούστου, ευρέθη εις την Μονήν αυτός τε και έτεροι τρεις Μητροπολίται από άλλας πόλεις, οίτινες έλεγον ότι εφάνησαν προς αυτούς άνθρωπο αγνώριστοι προσκαλούντες αυτούς ίνα φθάσωσι ταχέως εις τα εγκαίνια του Ναού, διότι ήσαν έτοιμα πάντα. Εις δε Αρχιερεύς ήτο ασθενής τότε και κλινήρης, και συν τη φωνή του καλούντος ευρέθη όλος υγιής και ήλθεν εις την Μονήν και ούτως ετελέσθησαν μεγαλοπρεπώς τα εγκαίνια του ιερού Ναού, κατά την παραμονήν της εορτής της ενδόξου Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δεκάτην τετάρτην  του Αυγούστου μηνός. Θαύμα δε ηκολούθει τω θαύματι· διότι τελουμένης της ακολουθίας των εγκαινίων, λιτανευόντων των Αρχιερέων και του κλήρου και των λοιπών πάντων, ότε έψαλλον έξωθεν του Ναού το, «άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης», κεκλεισμένων ουσών των θυρών και ουδενός ευρισκομένου έσωθεν του Ναού ηκούσθη μέλος εναρμόνιον έσωθεν, ως από πλήθους αντιψαλλόντων γλυκυφώνως, και ανταποκρινομένων το «Κύριος κραταιός και δυνατός, αυτός εστιν ο Βασιλεύς της δόξης». Και πάλιν εκ τρίτου ηκούσθη το αυτό μέλος. Τελεσθέντων λοιπόν των εγκαινίων την δεκάτην τετάρτην του Αυγούστου, έγινε κατά την δεκάτην πέμπτην η πανήγυρις της Κοιμήσεως λαμπρώς, κατά την οποίαν πλείστα όσα θαύματα ετελέσθησαν, τυφλοί εφωτίσθησαν, χωλοί και παράλυτοι ηνωρθώθησαν και άλλοι πάσχοντες από διαφόρους ασθενείας εθεραπεύθησαν δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου όχι μόνον τότε αλλά και εις τους μετέπειτα χρόνους. Αλλά και ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος μετά την οσίαν αυτού κοίμησιν πολλά θαυμάσια επετέλεσεν εις δόξαν Θεού. 

Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Περί της οικοδομής του θείου Ναού.

Περί της οικοδομής του θείου Ναού.                                                                                                            
 Μετά χρόνους τινάς, αφ’ ότου ο Σίμων έδωκε τον στέφανον και την χρυσήν ζώνην εις τον Θεοδόσιον, ήλθον εκ Βυζαντίου τέσσαρες αρχιτέκτονες ένδοξοι προς τον Όσιον Αντώνιον και τον Θεοδόσιον, ερωτώντες αυτούς και λέγοντες· «Εις ποίον τόπον βούλεσθε να οικοδομήσετε τον Ναόν»; Ο δε Αντώνιος είπεν· «Όπου ο Κύριος ευδοκήσει και φανερώσει εις ημάς». Λέγουν οι αρχιτέκτονες· «Και πως σεις, οι οποίοι γνωρίζετε την ημέραν της τελευτής σας, αγνοείτε τον τόπον της οικοδομής; Δεν εδώκατε σεις τον μισθόν της οικοδομής εις Κωνσταντινούπολιν; Πως λοιπόν τώρα λέγετε δεν γνωρίζετε»; Τότε ο Αντώνιος, γνωρίσας τω πνεύματι ότι επισκοπή τις θεία εγένετο άνωθεν, ηρώτησε τους αρχιτέκτονας λέγων εις αυτούς· «Είπατε εις ημάς, τέκνα, τίνες είναι οι λόγοι τους οποίους λαλείτε προς ημάς; Ότι περί τούτων ουδέν γνωρίζομεν». Οι δε απεκρίθησαν λέγοντες· «Καθημένων ημών εις τινα οίκον εις Κωνσταντινούπολιν, ημέραν τινά, πρωϊας έτι ούσης, ανατέλλοντος του ηλίου, ήλθον προς ημάς βασιλικοί τινες άνθρωποι προσκαλούντες ημάς, ίνα απέλθωμεν ταχέως εις τον Ναόν των Βλαχερνών, ότι ζητεί ημάς η βασίλισσα προς οικοδομήν Παλατίου τινός· ημείς δε νομίσαντες ότι η γυνή του βασιλέως εκάλει ημάς ίνα απέλθωμεν μετά των βασιλικών δορυφόρων εκείνων εις τον εν Βλαχέρναις Ναόν, ηρωτήσαμεν αυτούς ποίος ζητεί ημάς. Οι δε εκεί παρόντες νέοι τινές θαυμάσιοι άνδρες είπον εις ημάς· η βασίλισσα Κυρία ημών προσκαλεί ημάς».                               
«Μεταβάντες λοιπόν τότε ημείς εις τον Ναόν, είδομεν την Βασίλισσαν με πλήθος δορυφόρων περικυκλουμένην και πεσόντες προσεκυνήσαμεν Αυτήν ευλαβώς. Εκείνη δε είπεν εις ημάς· «Θέλω ίνα απέλθητε εις Κίεβον της Ρωσίας και οικοδομήσετε Ναόν ωραίον εις την πρωτεύουσαν εκείνην πόλιν· ιδού δε δίδω εις ημάς από τώρα την πληρωμήν του κόπου σας δια χρόνους τρεις εκδουλεύσεως, όπως οικοδομήσετε τον Ναόν ως εγώ επιποθώ». Τότε ημείς προσκυνήσαντες την Βασίλισσαν είπομεν προς Αυτήν· «Εις μακρινόν τόπον στέλλεις ημάς, Κυρία, και εις γην αλλοτρίαν και προς ποίον θα υπάγωμεν»; Η δε είπεν εις ημάς· «Ιδού ούτοι οι δύο Μοναχοί Αντώνιος και Θεοδόσιος, οίτινες είναι πλησίον μου (δείξασα σας δακτυλοειδώς), προς αυτούς θα υπάγετε». Τότε πάλιν είπομεν προς Αυτήν· «Τίνος ένεκεν, ω Δέσποινα, δίδεις εις ημάς το χρυσίον από εδώ; Ούτοι οίτινες μέλλουν να οικοδομήσουν τον Ναόν ας έχουν και την φροντίδα της πληρωμής του μισθού του έργου ημών». Απεκρίθη προς ταύτα η Βασίλισσα· «Ο Αντώνιος ούτος αφού τελέση την ευχήν της ενάρξεως της οικοδομής του Ναού θέλει απέλθει εις τας αιωνίους Μονάς, ίνα αναπαυθή. Ο Θεοδόσιος δε ούτος, μετά τον δεύτερον χρόνον της οικοδομής, θέλει ακολουθήσει και αυτός τον γέροντα δια να αναπαυθή εις την ατελεύτητον μακαριότητα. Τούτου λοιπόν ένεκα δίδω εις σας το χρυσίον ως μισθόν της εργασίας σας, λάβετε δε όσον βούλεσθε, διότι άλλος να σας πληρώση εκεί δεν έχει, ουδέ δύναται· ότε δε η οικοδομή του Ναού περατωθή, τότε εγώ η ιδία θα έλθω μόνη εκεί να ίδω το έργον σας και να μείνω εκεί δια παντός».                                                                                        
 «Ταύτα η Βασίλισσα ημών ειπούσα, έδωκεν εις ημάς το χρυσίον το οποίον έχομεν μεθ’ ημών· είτα έδωκεν εις ημάς και λείψανα Αγίων επτά Μαρτύρων, ήτοι του Αγίου Αρτεμίου, του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, του Αγίου Μάρτυρος Λεοντίου, του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου του εν Ασκάλωνι, του Αγίου Μάρτυρος Αρέθα, του Αγίου Μάρτυρος Θεοδώρου και έτερον του Αγίου Μάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου». Ταύτα τα επτά λείψανα δούσα η Βασίλισσα είπεν, ίνα θέσωμεν αυτά εις τα θεμέλια του βήματος του Ναού προς αγιασμόν και στερέωσιν αυτού, όπως διαμείνη αιωνίως έως της συντελείας. Τότε ημείς παραλαβόντες το χρυσίον και τα άγια λείψανα ηρωτήσαμεν και δια το μήκος, το εύρος και το ύψος του Ναού, πόσον επιθυμεί να γίνη· Εκείνη δε είπε· «Το μέτρον του Ναού απέστειλε προηγουμένως εκεί ο Υιός μου και όταν υπάγετε θέλετε εύρει αυτό· όταν δε εξέλθετε εκ του Ναού τούτου των Βλαχερνών θέλετε ίδει τον Ναόν τον οποίον μέλλετε να οικοδομήσετε». Ως δε εξήλθομεν του Ναού των Βλαχερνών ημείς, είδομεν εις το ουράνιον ύψος Ναόν θαυμαστόν, τον οποίον σταθέντες εβλέπομεν θαυμάζοντες. Ότε δε είδομεν αυτόν καλώς εστράφημεν εις τον εν Βλαχέρναις Ναόν και ηρωτήσαμεν την Βασίλισσαν εις τίνος Αγίου όνομα θέλει εγερθεί ο Ναός· Η δε είπεν· «Εις το Εμόν όνομα». Τότε ημείς εντραπέντες και υπό δειλίας κρατηθέντες, δεν απετολμήσαμεν να ερωτήσωμεν και να μάθωμεν το όνομα Αυτής, διότι μόνη Αύτη είπεν επ’ ονόματι της Θεοτόκου να σεμνύνεται ο Ναός. Είτα έδωκεν εις ημάς και μίαν εικόνα της Θεοτόκου, ειπούσα· «Επ’ ονόματι Αυτής να τιμηθή ο Ναός». Τότε ημείς προσκυνήσαντες την Βασίλισσαν, ελάβομεν την Εικόνα εκείνην και επορεύθημεν εις τους οίκους ημών και ητοιμάσθημεν εις ποντοπορίαν κατά την διαταγήν της Βασιλίσσης, επιβάντες δε εις πλοίον επλεύσαμεν και εφθάσαμεν ήδη προς υμάς». Ταύτα ακούσας ο Όσιος Αντώνιος και ο Θεοδώσιος και οι λοιποί αδελφοί της Μονής έμειναν εξεστηκότες· και επάραντες τας χείρας προς τον ουρανόν εδόξαζον τον Θεόν και την Θεοτόκον εμεγάλυνον δια τα παράδοξα και θαυμάσια ταύτα σημεία. Ο δε Όσιος Αντώνιος είπεν εις τους αρχιτέκτονας· «Ημείς, ω τέκνα, ούτε την Κωνσταντινούπολιν είδομεν, ούτε εις την γην των Ελλήνων απήλθομεν προσφάτως, καθώς σεις λέγετε, αλλά προ ετών». Οι δε οικοδόμοι ώμνυον μεθ’ όρκου λέγοντες· «Εκ των χειρών των δύο υμών ελάβομεν το χρυσίον, το οποίον η Θεοτόκος παρέδωκεν εις ημάς. Σεις δε οι ίδιοι προεπέμψατε ημάς εκ των οικιών ημών έως του πλοίου και ιδού μετά δύο ημέρας εφθάσαμεν ώδε». Τότε είπεν εις αυτούς ο Αντώνιος· «Σύνετε, ω τέκνα, ότι μεγάλης χάριτος ηξιώθητε· όθεν πρέπον είναι εις υμάς, ίνα μετά προθυμίας πολλής αρξάμενοι εκτελέσητε το έργον σας κατά την θείαν βούλησιν. Μάθετε όμως τούτο, ότι οι νέοι εκείνοι, οίτινες εκ των οίκων σας προσεκάλεσαν ημάς δεν ήσαν άνθρωποι, ως νομίζετε, αλλά θείοι Άγγελοι, η δε Βασίλισσα εκείνη δεν ήτο η γυνή του επιγείου βασιλέως, αλλά η Μήτηρ του επουρανίου Βασιλέως Χριστού του Θεού ημών· οι δε δύο Μοναχοί εκείνοι οι δώσαντες εις υμάς το χρυσίον δεν είμεθα ημείς, αλλ’ ο τα πάντα προς το συμφέρον οικονομών Θεός ούτως ωκονόμησεν, ίνα οικοδομηθή ο Ναός Αυτού».                         
«Η προς ημάς λοιπόν έλευσις, ω τέκνα, υπάρχει ευλογημένη, οδηγόν αγαθόν έχουσα την εικόνα της Θεοτόκου, την οποίαν η ιδία Δέσποινα του παντός ενεχείρισεν εις υμάς και Αυτή θέλει αποδώσει τον μισθόν σας ως υπέσχετο, και θέλετε απολαύσει τα ουράνια αγαθά εκείνα, α οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε, τα οποία ουδείς άλλος δύναται να χαρίση εις τινα ειμή μόνη Αύτη η πάντων Βασίλισσα και ο μονογενής Αυτής Υιός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός». Ταύτα ειπών ο Αντώνιος, επέδειξεν εις αυτούς τον στέφανον και την χρυσήν ζώνην ειπών· «Ιδού η ζώνη την οποίαν ο Σίμων εκ της Ιταλίας εκόμισε με της οποίας το μέτρον θέλει κτισθή ο Ναός εις τε το μήκος και το πλάτος και ύψος αυτού». Ταύτα ακούσαντες οι οικοδόμοι εθαύμασαν και πεσόντες προσεκύνησαν τον θαυμαστόν Θεόν ημών, είτα επηρώτησαν τον Αντώνιον εις ποίον τόπον ητοίμασαν να εγερθή ο Ναός. Ο δε Αντώνιος είπεν· «Ας δεηθώμεν του Θεού εκτενώς ημέρας τρεις, και αυτός θέλει δείξει εις ημάς τον τόπον τον οποίον προητοίμασεν». Εν τω μεταξύ ο λαός της πόλεως Κιέβου, μαθόντες την έλευσιν των οικοδόμων, συνήχθησαν εις την Μονήν· και οι μεν έλεγον εις τούτον τον τόπον αρμόζει να κτισθή, άλλοι δε αλλαχού. Ο δε ευσεβέστατος ηγεμών, διερχόμενος και αυτός εκείθεν, ιδών την αμφισβήτησιν του λαού, ηρώτησε το αίτιον της συνάξεως, και μαθών τα πάντα παρά των οικοδόμων εκείνων, χαράς και θάμβους πλησθείς και εμπνευσθείς θεόθεν, έδειξε δακτυλοειδώς τόπον ιδικόν του λέγων· «Ιδού ο εμός χώρος ούτος, τούτον αφιερώ εις τον Θεόν εις οικοδομήν του Ναού, εις αυτόν δε τον τόπον οικοδομήσατε τον Ναόν». Ταύτα είπεν ο ηγεμών. Ο δε Όσιος Αντώνιος προσηύχετο κατά μόνας ως και οι Μοναχοί κατ’ ιδίαν έκαστος. Κατά δε την πρώτην νύκτα προσευχομένου του Αντωνίου, ήκουσε φωνήν λέγουσαν εις αυτόν· «Αντώνιε, εύρες χάριν παρ΄ εμοί». Ο δε Αντώνιος είπε· «Κύριε, εάν εύρον χάριν ενώπιόν σου, ας καταβή δρόσος εις τον τόπον εις τον οποίον ηυδόκησας να οικοδομηθή ο οίκος σου, εις δε την λοιπήν γην ας γίνη ξηρασία ως και εις τον θεράποντά σου Γεδεών τον Προφήτην υπέδειξας». Το δε πρωί ο τόπος επί του οποίου έμελλε να οικοδομηθή ο Ναός ευρέθη όλος υγρός ως τον πόκον του Γεδεών· ο δε λοιπός τόπος ήτο κατάξηρος. Την δευτέραν νύκτα εδεήθη του Θεού ο Αντώνιος, ίνα ο μεν τόπος εις τον οποίον έμελλε να κτισθή ο Ναός μείνη κατάξηρος, ο δε λοιπός έξωθεν να είναι κάθυγρος, ούτω δε και εγένετο το πρωί, διότι όλος ο χώρος έξωθεν μεν ήτο υγρός, εις δε τον τόπον εις τον οποίον έμελλε να κτισθή ο Ναός ήτο ξηρασία. Την δε τρίτην ημέραν σταθείς ο Αντώνιος ηυλόγησε τον τόπον και λαβών την χρυσήν ζώνην εμέτρησε τον τόπον· είτα υψώσας τας χείρας αυτού προς τον ουρανόν, ηύξατο να καταβή πυρ ουρανόθεν ως και ο Ηλίας εποίησε, προς πίστωσιν πάντων, ότι θέλημα Θεού ήτο εις τον τόπον εκείνον να οικοδομηθή ο Ναός. Ευχομένου δε του Οσίου, κατέβη πυρ εξ ουρανού και κατέφαγε το δάσος των δένδρων και θάμνων πάντων της γης εκείνης· τους δε λίθους και το χώμα της γης το πυρ εκείνο έλειξεν, εις όλον τον τόπον επί του οποίου έμελλε να οικοδομηθή ο Ναός, ώστε πάντες οι παρευρεθέντες έπεσον πρηνείς κατά γης εκ του φόβου αυτών, μείναντες ως νεκροί άφωνοι. Όθεν επληροφορήθησαν ότι θέλημα Θεού ήτο να κτισθή ο Ναός εις τον τόπον εκείνον. Και ποιήσαντος ευχήν του Οσίου Αντωνίου, έβαλον τα θεμέλια εν έτει 1073 κατά τους χρόνους του Βυζαντινού βασιλέως Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Δούκα του Παρακοιμωμένου και Πατριάρχου Γεωργίου, Μιχαήλ δε Αρχιεπισκόπου Ρωσίας. Κατέθεσαν δε τα άγια λείψανα των Αγίων επτά Μαρτύρων εις τα θεμέλια του Ναού, κατά την διάταξιν της Θεοτόκου και εκεί μένουσι μέχρι της σήμερον. Ήρχισε λοιπόν ο αρχιτέκτων την οικοδομήν του Ναού ως άλλος Βεσελεήλ, οδηγούμενος παρά του νέου Μωϋσέως Αντωνίου, όστις καθώς ο θαυματουργός Νικόλαος ευρέθη θαυμασίως εις Βυζάντιον και ήλεγξε τον βασιλέα Κωνσταντίνον και τον Αβλάβιον, ούτω και ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος προσευχόμενος εις το σπήλαιον, ευρέθη παραδόξως εις Βυζάντιον, καθώς ο Αββακούμ· και αυτός ιδιοχείρως έδωσε το χρυσίον εις τους οικοδόμους· όθεν κατά το μήκος της ζώνης τριάκοντα μέτρα ύψος, δέκα εις πλάτος, και πεντήκοντα εις το μήκος, εκτίσθη ο θαυματόβρυτος Ναός της Θεοτόκου, εκεί όπου θεία χάριτι μέχρι της σήμερον ευρίσκεται. Ο δε Όσιος Αντώνιος, καθώς ητοίμασε την οικοδομήν του θείου Ναού, ούτως ητοίμασε και την εκ των επιγείων αναχώρησιν αυτού προς τας αιωνίους Μονάς· και καθώς ο χειροποίητος Ναός εκείνος εκτίζετο με θαυμάσιον καλλονήν, ούτω και ο αχειροποίητος οίκος της αιωνίου μακαριότητος ητοιμάσθη εις τους ουρανούς, ως και αυτός προητοίμασεν εαυτόν προς την εκεί αποδημίαν και κατασκήνωσιν της άνω Ιερουσαλήμ, της αγίας πόλεως Σιών, ως περί αυτής γράφει ο Θεολόγος Ιωάννης εις την Αποκάλυψιν αυτού, ότι Ναός της πόλεως αυτής είναι ο Κύριος. Κατά τον λόγον λοιπόν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, τον οποίον είπεν εις τους οικοδόμους εν τω πανσέπτω Ναώ των Βλαχερνών, ότι ο Όσιος Αντώνιος την ευχήν της ενάρξεως της οικοδομής μόνον θέλει ποιήσει, είτα θέλει μεταβή εκ της προσκαίρου ζωής εις την αιώνιον ανάπαυσιν, ούτω και εγένετο. Ο δε Όσιος Θεοδόσιος μετά το δεύτερον έτος της οικοδομής του θείου Ναού εκοιμήθη και αυτός εν Κυρίω και απήλθε χαίρων εις τους ουρανούς. Εδοκιμάσθη δε ο Όσιος Αντώνιος με πολλούς πειρασμούς ως χρυσός εν καμίνω· ότι ο αντικείμενος Σατάν, βλέπων τα ένθεα αυτού κατορθώματα, εξήγειρε κατ’ αυτού αισθητούς και νοητούς πειρασμούς καθώς και εις τας ημέρας του ηγεμόνος Ιζεσλάβ. Κατέτρεξε δε ο μιαρός Σατάν τον Όσιον και εδίωξε του σπηλαίου και δια δευτέραν φοράν καθώς και πρότερον. Συνέβη δε τούτο ως εξής· ότε οι βάρβαροι νικήσαντες τον στρατόν των Χριστιανών κατέτρεχον τας πόλεις και κατεδυνάστευον τους κατοίκους του Κιέβου, παρεκίνει ο λαός τον Ιζεσλάβ, ίνα κινήση πόλεμον κατά των εχθρών· αυτός δε φοβούμενος μήπως ήθελε νικηθή πάλιν, ως πρότερον, καθώς προεγράψαμεν, δεν ήθελε να κινηθή. Όθεν ο λαός επανεστάτησε κατ’ αυτού και εκβαλόντες τους εγκεκλεισμένους εις τας φυλακάς και τον άρχοντα Ισλάβαν ανεβίβασεν αυτόν εις τον θρόνον· ο δε Ιζεσλάβ κατέφυγεν εις Λεχίαν. Γενόμενος λοιπόν εξουσιαστής ο Ισλάβας, εθυμώθη κατά του Οσίου Αντωνίου εκ συνεργείας του πονηρού· διότι άρχων τις διέβαλε τον Όσιον ως επίβουλον του Ισλάβα, και υπερασπιστήν όντα του φυγόντος Ιζεσλάβ και ότι ο Όσιος τας τοιαύτας ταραχάς υπεκίνησεν. Ο δε Όσιος Αντώνιος επεμελείτο τότε Μοναχόν τινα έγκλειστον Ισαάκιον καλούμενον, όστις πλανηθείς από τον πονηρόν εδέχθη φαντασίαν, κατά την οποίαν του εφάνη ο Σατανάς εις είδος Χριστού και απατηθείς εχόρευσε μετ’ αυτού, είτα καταπληγώσας αυτόν αφήκεν ημιθανή κείμενον και εκινδύνευεν ο άθλιος εις θάνατον. Τούτο μαθών ο Αντώνιος σπλαγχνισθείς παρέλαβεν αυτόν και επεμελείτο την θεραπείαν του· ο δε διάβολος, φθονήσας την ιατρείαν του Ισαακίου, θέλων ίνα μείνη ανίατος και κερδήση αυτόν, μη επιτυχών δε εξήγειρε τον τοιούτον πειρασμόν κατά του Αντωνίου, του να διωχθή εκείθεν, το οποίον και κατώρθωσε δια του Ισλάβα, όστις εδίωξε τον Όσιον εκ του σπηλαίου. Ο δε αδελφός του άρχοντος, μαθών τον διωγμόν του Οσίου, αποστείλας δια νυκτός ανθρώπους ιδικούς του, έφερεν αυτόν εις Τζερνόκοβον ή Τζερνίγωβ, ένθα εξουσίαζεν ο άρχων ούτος· ένθα ευρών τόπον ήσυχον ο Αντώνιος, εις όρος Μονδίνε καλούμενον, πλησίον της πόλεως, έσκαψε σπήλαιον και κατώκησε, το οποίον ύστερον έγινε Μοναστήριον. Μετά δε ολίγον καιρόν, γνωρίσας ο αυθέντης ότι αδίκως εδιώχθη ο Όσιος και ότι καμμίαν επιβουλήν κατ’ αυτού δεν εποίησε και ότι σατανική ενέργεια ήτο να διωχθή εκείθεν ο Όσιος, δια να εμποδίση την των πολλών ωφέλειαν, μεταμεληθείς, απέστειλεν ανθρώπους προς τον Όσιον εις την επαρχίαν Τζεριβόσκιεβαλ, παρακαλών αυτόν να επανέλθη εις το σπήλαιόν του. Ο δε ΌΟσιος, ως πράος και αμνησίκακος ων, εδέχθη την πρόσκλησιν του άρχοντος και επέστρεψεν εις τους αδελφούς, οίτινες ήσαν τεταραγμένοι δια την αναχώρησίν του και ευρίσκοντο ως πρόβατα χωρίς ποιμένα· ότι ο Θεός δεν ήθελε να λείψη ένας τοιούτος φωστήρ, όστις εφώτιζε δια των αρετών αυτού και θαυμάτων πάσαν την των Ρώσων ευσεβή επικράτειαν. Επανελθών λοιπόν ο Όσιος εις Κίεβον, ήρχισεν ανασυνιστών το μοναδικόν τάγμα ως πρότερον, το οποίον ήρχισε παρά Βλαδιμήρου του ευσεβούς άρχοντος, αλλ’ ύστερον ημελήθη, πάλιν δε παρά του Οσίου Αντωνίου συνεκροτήθη και επληθύνετο· από όσους δε πειρασμούς εδοκίμασε, μάλλον ενεδυναμούτο και εστερεούτο ο Άγιος, χωρίς ποσώς να εκκλίνη του όρου της ηθικής ή ασκητικής αυτού διαγωγής. Εκοπίασε λοιπόν ο Όσιος εις το σπήλαιον πολύ, έως ου τον εχθρόν τελείως εξενεύρισε και με την υπομονήν, καρτερίαν και προσευχήν αυτού παντελώς κατεπάτησεν, ότι κατά τον λόγον του Κυρίου το γένος αυτό το σατανικόν εν προσευχή και νηστεία διώκεται. Οι δε λοιποί του Οσίου αγώνες ήσαν αναρίθμητοι· η στάσις αυτού παννύχιος· η αγρυπνία σύντονος, γονυκλισίαι αναρίθμητοι, προσευχή αδιάλειπτος, οι δε λοιποί αγώνες απαράμιλλοι χωρίς να αμελήση ποσώς ή να αφήση το σπήλαιον· ότι πάντοτε εις σκοτεινόν, αφεγγή και στενόν τόπον επάλαιε μετά του δεινού κοσμοκράτορος ο αείμνηστος. Καθώς δε εις μεγαλυτέρους πόνους εξεδόθη, ούτω και μεγαλύτερα θαυμάσια ετέλει παραδόξως ο σημειοφόρος πατήρ Αντώνιος. Αλλά ποίον πρώτον των ενθέων κατορθωμάτων αυτού να διηγηθώμεν καθώς πρέπει; Ότι όλην την ζωήν αυτού εις αρετάς και θαύματα διετέλεσεν, εις σπήλαια οικιών ως εις τάφον και όλος ο βίος αυτού μία ενθύμησις θανάτου ήτο κατά τον θείον Απόστολον τον λέγοντα· «Καθ’ ημέραν αποθνήσκω», κατά δε τον ψαλμωδόν· «ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην· και εφύλαξα τον νόμον και τα δικαιώματά σου, Κύριε, ότι αγαλλίαμα της καρδίας μου εισίν»· διο και η καρδία αυτού ήτο έτοιμος πάντοτε προς την εκείθεν αποδημίαν. Μόνον δε δια το λογικόν αυτού ποίμνιον εφρόντιζεν, ίνα μη αφήση αυτό τεταραγμένον· αυτός δε επόθει πάντοτε να εκδημήση εκ του σώματος προς τον ποθούμενον εις αυτόν Θεόν κατά τον θείον Απόστολον· «Συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α: 23). Προγνωρίσας λοιπόν την εκ του σώματος διάζευξιν, συνήγαγε τα πνευματικά αυτού τέκνα και ενουθέτει αυτά, υποσχόμενος εις αυτούς ότι μετά θάνατον θέλει ευρίσκεται πνευματικώς με αυτά και δεν θέλει χωρισθή εκ του τόπου αυτού και εκ του Αγίου Όρους και εκ των επικαλουμένων αυτόν με πίστιν, αλλά θα επισκέπτεται και θα οικονομή αυτούς σωματικώς τε και ψυχικώς και όσους παραμείνωσιν εις εκείνον τον άγιον τόπον και αγωνίζωνται δια την εαυτών σωτηρίαν, αφήκε δε την ευλογίαν αυτού την εκ του όρους Άθω δι’ αυτού ίνα μεταδοθή εν Ρωσία, ίνα διαμείνη εις τους μετέπειτα αιωίως. Ως δε αυτός αγωνισθείς και τελέσας καλώς τον δρόμον του εξεδέχετο της δικαιοσύνης τον στέφανον παρά του δικαίου κριτού, ούτω και αυτοί να αγωνίζωνται μέχρι τέλους της ζωής αυτών, ίνα στεφανωθώσιν. Ως δε αυτός εφάνη ελεήμων εις όλους, ούτως ηύχετο να πολιτεύωνται και τα τέκνα αυτού, υπάρχοντες συμπαθείς και ελεήμονες προς τους ενδεείς και ξένους, ίνα και αυτοί ελεηθώσι παρά του ελεήμονος Θεού, και τελέσωσι την παρούσαν βιοτήν εν μετανοία και εξομολογήσει. Έζησε λοιπόν ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος εις το σπήλαιον εκείνο, το οποίον ύστερον ο ίδιος εποίησε, χρόνους δέκα εξ και εν αυτώ ετελειώθη εν Κυρίω, απελθών εις τας αιωνίους μονάς τη δεκάτη Ιουλίου, εν έτει από κτίσεως κόσμου 6581, από δε της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού 1073· έζησε δε χρόνους ενενήκοντα, επί αυθεντών ηγεμόνων Κιέβου της Ρωσίας Σιατοσλάβου, Ιαροσλάβου, Ιζεσλάβ και Ισλάβα, επί δε βασιλέων Κωνσταντινουπόλεως Βασιλείου του νέου και Πορφυρογεννήτου και Ρωμανού Αργυροπούλου, μέχρι Ρωμανού εσχάτου του Διογένους, ο δε θάνατος του Οσίου ήτο τω όντι τίμιος έναντι Κυρίου και απέλαβε τον μισθόν των πόνων αυτού. Ότε δε εκοιμήθη εις το σπήλαιον, το οποίον σώζεται νυν κάτωθεν της μεγίστης Μονής (της οποίας ο Ναός τότε εκτίζετο, ως προείπομεν) εκεί έσωθεν του σπηλαίου ενεταφιάσθη το ιερόν αυτού λείψανον, ένθα τους ασκητικούς αυτού αγώνας ετέλεσε. Διότι ούτω ήτο πρέπον, ότι καθώς ο θείος πατήρ μεμονωμένως και κεχωρισμένως της συναυλίας των πολλών τον βίον διήνυσε, όπως απερισπάτως τω Θεώ εν ησυχία προσεύχεται, ούτω και το άγιον αυτού λείψανον να ενταφιασθή μόνον, μακράν των λοιπών σωμάτων, ως και ζων ηγάπησεν. Ουχί δε μετά των πολλών· διότι έπρεπε καθώς ο πάλαι νομοθέτης του Ισραηλιτικού λαού με κεκαλυμμένον πρόσωπον κατερχόμενος εκ του όρους Σινά ελάλει προς τους υιούς Ισραήλ, δια την δόξαν του προσώπου αυτού, ούτω και ο νέος ούτος νομοθέτης των της Ρωσίας Μοναχών του νέου Ισραήλ. Καθώς έζη εν τω σπηλαίω συνομιλών μετά του Θεού μόνος και δια των υψηλών θεωριών κατελαμπρύνετο το πρόσωπον αυτού εκ της θείας ελλάμψεως, ούτω και μόνος έπρεπε να ενταφιασθή εν τω σπηλαίω. Καθώς δε ο θεσπέσιος Μωϋσής λαβών τας πλάκας του νόμου παρά Θεού έδωκεν εις τους Εβραίους, ούτω και ο μακάριος Αντώνιος, λαβών τας εντολάς του αγίου σχήματος παρά του αγίου Γέροντος εκ του αγιωνύμου όρους του Άθωνος, παρέδωκεν αυτάς εις τους εν Ρωσία Μοναχούς τας οποίας φυλάττουσιν απαραβάτως μέχρι της σήμερον. Καθώς δε το σώμα του προφήτου Μωϋσέως ετάφη εις το όρος μη γνωσθέν παρά των Εβραίων, δια Αγγέλου ενταφιασθέν, ούτω και ο τάφος του Οσίου Αντωνίου μένει άγνωστος εις τους πολλούς μέχρι του νυν. Καθώς δε ο μέγας εκείνος παλαιός Αντώνιος, ο καθηγητής της ερήμου, ετάφη κρυφίως παρά των μαθητών αυτού, παραγγείλας εις αυτούς, ίνα μη φανερώσωσι τον τάφον αυτού και μένει μέχρι του νυν άγνωστος, ούτω και ο νέος καθηγητής και πολιστής της ερήμου και ποδηγέτης των εν Ρωσία μοναστών, εν αγνώστω τόπω του σπηλαίου ετάφη και μένει ο τάφος του άγνωστος εις τους πολλούς μέχρι της σήμερον ημέρας, ο δε θαυμαστός εν βουλαίς Θεός ημών κρύπτει το ιερόν αυτού λείψανον, ίνα μένη άθικτον, ανέπαφον και αμέριστον μέχρι της παλιγγενεσίας, ίνα λάβη πάλιν αυτό και δια νεφέλης αρπαγείς απαντήση τον μετά δόξης ερχόμενον κριτήν ζώντων και νεκρών. Πολλοί πολλάκις εδοκίμασαν ίνα σκάψωσι το σπήλαιον και εύρωσι και λάβωσι μέρος προς αγιασμόν αυτών, αλλ’ εξήλθε πυρ και κατεδίωξεν αυτούς, καθώς και εις το του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου του εν Θεσσαλονίκη· παιδευθέντες δε σωματικώς, κατεκαύθησαν τα μέλη του σώματος των τολμησάντων να ανοίξωσι τον τάφον αυτού, έως ου μετανοήσαντες θερμώς δια την τόλμην αυτών, έλαβον την ίασιν παρά του Αγίου και την συγχώρησιν. Αν όμως και το ιερόν αυτού λείψανον μένη κεκρυμμένον από πάντας και μη ορώμενον εις το φανερόν, αλλ’ η χάρις αυτού και αντίληψις διανέμεται εις πάντας τους πιστούς τους αιτουμένους την βοήθειαν αυτού. Οξέως δε προφθάνει και τελεί παντοδαπάς τας ιάσεις εις τους ευλαβώς ερχομένους εν τω σπηλαίω αυτού, και την εικόνα αυτού κατασπαζομένους. Όχι δε μόνον εις τον εν Ρωσία Ναόν και σπήλαιον αυτού τελεί τας ιάσεις, αλλά πολλώ μάλλον και εν τω πρώτω αυτού οικήματι το εις το όρος της Σαμαρείας του Άθω το της ιεράς Μονής Εσφιγμένου, ένθα τους πρώτους αυτού αγώνας ετέλεσε και ως από σχολής της ουρανίου διδασκαλίας τελειωθείς, διδάσκαλος απεστάλη εις τους εν Ρωσία μονάζοντας, όπου και ο ιερός αυτού Ναός ανηγέρθη εις τιμήν και μνήμην αυτού.  Ως φως χρηματίσας απελαύνει το σκότος των της πονηρίας πνευμάτων, το δε σκότος των υπ’ εκείνων ενεργουμένων μακράν εκδιώκει και πάθη ποικίλα ψυχών και σωμάτων αφθόνως θεραπεύει. Καθώς και ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος υπ’ αυτού ιατρεύθη περί του οποίου ακούσατε. Ούτος ο Όσιος Ιωάννης (ούτος είναι ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο Έγκλειστος του εν Κιέβω σπηλαίου), φθόνω του πονηρού εδοκιμάσθη από πόλεμον πορνείας, εις τρεις ολοκλήρους χρόνους πολεμούμενος, πολλούς δε αγώνας και άσκησιν μετελθών δεν ηδυνήθη να απαλλαγή, έως ου ελθών εις τον τάφον του μάκαρος Αντωνίου έμεινε δεόμενος ημέρας και νυκτός· ήκουσε δε φωνήν θαυμασίως παρά του ζώντος Οσίου εν Κιέβω λέγουσαν εις αυτόν ταύτα· «Ιωάννη, Ιωάννη, πρέπει εις σε να κλεισθής εις σπήλαιον απρόσιτος εν ησυχία μακράν συνομιλίας και όψεως των ανθρώπων, και ούτω θέλει σε βοηθήσει ο Κύριος». Όθεν λάκκον ορύξας εν τω σπηλαίω ο Ιωάννης, ετάφη χωσθείς έως οσφύος αυτού και ούτω δια πρεσβειών του Οσίου Αντωνίου απηλλάγη του πολέμου, λαβών το χάρισμα της απαθείας και ηξιώθη να βλέπη τα πνεύματα της ακαθαρσίας ερχόμενα προς αυτόν δια να τον προσβάλλουν, αλλά δεν ηδύναντο να προσεγγίσωσιν αυτόν, περιπεφραγμένον όντα τη του Οσίου επικουρία. Εκ τούτου λοιπόν και εξ άλλων πολλών γίνεται φανερόν ότι ο Όσιος Αντώνιος και μετά θάνατον παρίσταται αοράτως εις τα τέκνα αυτού, επισκεπτόμενος και φυλάσσων αυτά καθάπερ και ζων παραδόξως από Κιέβου ευρέθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του Οσίου Θεοδοσίου και έδωκε το χρυσίον εις τους οικοδόμους εις ανέγερσιν του ιερού Ναού και αύθις πάλιν μετά δεκαετίαν εφάνη και απέστειλε τους ζωγράφους δια να ζωγραφίσωσι τον νεόδμητον Ναόν, ως ενταύθα ακολούθως θέλομεν υπομνήσει περί της εικονογραφήσεως του ιερού Ναού και περί του θαύματος του γενομένου εις τους ζωγράφους. Μετά την οσίαν κοίμησιν του πανοσίου πατρός ημών Αντωνίου, οικοδομουμένου του ιερού Ναού δι’ επιστασίας του Οσίου πατρός ημών Θεοδοσίου, ως προείπομεν, κοιμηθέντος και αυτού μετά δύο ετών παρέλευσιν, έλαβε την προστασίαν της μονής ο Όσιος Στέφανος, και ούτως ετελείωσε το έργον της οικοδομής του θείου Ναού. Τότε δε εκοιμήθη και αυτός εν Κυρίω, είτα δ’ έγινεν Ηγούμενος ο Όσιος Νίκων, εις του οποίου τας ημέρας έγινε θαύμα ανήκουστον παρόμοιον της αποστολής των οικοδόμων του θείου Ναού δια την εικονογράφησιν όλου του Ναού· συνέβη δε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Εφάνησαν εις Κωνσταντινούπολιν ο Όσιος πατήρ ημών Αντώνιος και ο Όσιος Θεοδόσιος ως ζώντες· προσεκάλεσαν δε ζωγράφους επιτηδείους δια να εικονογραφήσουν τον Ναόν, έφεραν δε αυτούς εις τον Ναόν των Βλαχερνών και έδειξαν εις αυτούς την εικονογράφησιν του θαυμασίου εκείνου Ναού, είπον δε εις αυτούς, ότι κατ’ αυτήν την εικονογράφησιν παρομοίως θέλετε εικονογραφήσει τον εν Ρωσία Ναόν της μονής Σπηλαίου εις Κίεβον. Συμφωνήσαντες δε την τιμήν του μισθού και των εξόδων αυτών, επλήρωσαν αυτούς (καθώς και πρότερον τους οικοδόμους). Λαβόντες δ’ εκείνοι τα χρήματα, ανέβησαν εις πλοίον. Πλέοντος δε του πλοίου εθεώρησαν εις το ύψος του ουρανού και είδον τον θαυμάσιον εκείνον Ναόν και ηπόρησαν. Βλέποντες δε αυτόν ούτω μέγιστον και υψηλόν με τρούλλον, υπελόγισαν ότι τα χρήματα άτινα έλαβον δεν ήσαν αρκετά δια την αγιογράφησιν αυτού· όθεν μεταμεληθέντες εβούλοντο να επιστρέψουν εις Βυζάντιον εις τους οίκους αυτών. Κατά την νύκτα όμως εκείνην, διότι ήτο εσπέρα τότε, ότε είδον την οπτασίαν του Ναού, ηγέρθη άνεμος ισχυρός, και μη γνωρίζοντες που έπλεον, συναρπασθέντος του πλοίου, άνευ κυβερνήσεως πηδαλίου, ώσπερ να εσύρετο δεδεμένον υπό τινων, εφέρετο. Οι δε ναύται μετά των επιβατών ηγωνίζοντο να επαναφέρωσιν αυτό εις τα όπισθεν, αλλά δεν ηδύναντο, διότι δι’ αοράτου δυνάμεως εφέρετο. Κατά την επομένην νύκτα είδον πάλιν τον Ναόν και μίαν εικόνα της Θεοτόκου, εις την οποίαν  ήτο η Θεοτόκος ως βασίλισσα καθώς εφάνη εν τω Ναώ των Βλαχερνών προς τους οικοδόμους, ομοία με την εικόνα την οποίαν έδωκεν εις αυτούς ίνα φέρωσιν εν τη μονή του Σπηλαίου, όταν τους εκάλεσε και τους απέστειλε δια να οικοδομήσωσι τον Ναόν. Ταύτην  λοιπόν την εικόνα είδον εις το ύψος μετά του οφθέντος Ναού, έλεγε δε η Θεοτόκος προς αυτούς· «ω άνθρωποι, τι μάτην κοπιάζετε φερόμενοι εναντίον του θελήματος του Υιού μου και θέλετε να επιστρέψετε εις τα όπισθεν; Εγώ δια του ανέμου θέλω σας φέρει ομού με το πλοίον εις τον τόπον όπου ευρίσκεται ο Ναός μου αυτός δια να τον ιστορήσετε (εικονογραφήσετε). Μάθετε δε ότι δεν θα δυνηθήτε πλέον να επιστρέψετε από εκεί, αλλά θα γίνετε Μοναχοί εις εκείνην την Μονήν, εις αυτήν δε την Μονήν θα διαμείνετε έως τέλους της ζωής σας. Έχετε όμως θάρρος, διότι εγώ θέλω είμαι βοηθός σας εις πάσας τας ανάγκας σας και μεσίτης προς τον Υιόν μου υπέρ της σωτηρίας των ψυχών σας, αλλά και την αιώνιον βασιλείαν θέλετε κληρονομήσει, ένεκα των Οσίων θεραπόντων ημών Αντωνίου και Θεοδοσίου των κτιτόρων του αγίου εκείνου οίκου μου». Ταύτα ακούσαντες, και ότι δεν θα δυνηθούν να επιστρέψουν πάλιν εις τους οίκους αυτών, μάλλον απεφάσισαν να επιστρέψουν εις τα οπίσω και πολλά καμόντες δεν ηδυνήθησαν, το δε πλοίον μάλλον εις τα έμπροσθεν ωθούμενον προέβαινεν. Αποκαμόντων λοιπόν άφησαν το πλοίον να πλέη όπου η ορμή του ανέμου έφερεν αυτό κατά την θείαν βούλησιν· όθεν διαπλέον ευρέθη δια του ποταμίου ρεύματος κάτωθεν της Μονής, και εξελθόντες του πλοίου ανέβησαν εις την Μονήν προς τον Ηγούμενον Νίκωνα και είπον εις αυτόν ως δήθεν δυσαρεστούμενοι· «Ημείς μεν, ω Ηγούμενε, επληρώθημεν εις Κωνσταντινούπολιν παρά των υμετέρων μοναχών, ίνα εικονογραφήσωμεν τον Ναόν της Μονής σας, αλλ’ ημείς εκεί μη ιδόντες το μέγεθος και το ύψος ελάβομεν ολίγην ποσότητα χρημάτων μη επαρκούσαν εις την εκδούλευσιν και δαπάνην ημών· ας έλθουν λοιπόν οι δύο εκείνοι γέροντες οι συμφωνήσαντες μεθ’ ημών, όπως κατά το μέγεθος και το ύψος του Ναού γίνη και η συμφωνία, ει δε μη, ας λάβουν τα χρήματα τα οποία έδωκαν εις ημάς και ημείς επιστρέφομεν εις τον τόπον ημών». Ο δε Όσιος Νίκων ουδεμίαν είδησιν περί τούτων έχων, θαυμάσας είπεν εις αυτούς· «Μετά ποίων γερόντων, ω τέκνα, την συμφωνίαν εποιήσατε;» Εξιστορούντων δε αυτών τους χαρακτήρας των δύο Μοναχών, ηννόησεν ο Όσιος Νίκων ότι περί των Οσίων έλεγον και ότι πρόκειται δια θαυμάσιον τι γεγονός, το οποίον έκαμον οι Όσιοι προς αυτούς δια την εικονογράφησιν του Ναού. Έφερε δε τας εικόνας των Οσίων Αντωνίου και Θεοδοσίου και έδειξεν αυτούς· οι δε ιδόντες τας μορφάς των εικόνων απαραλλάκτους προς τας των συμφωνησάντων μετ’ αυτών, είπον· «Ούτοι είναι τω όντι», εζήτουν δε να ίδουν αυτούς, νομίζοντες ότι έζων έτι. Τότε είπε προς αυτούς ο Νίκων· «Τεκνία, ούτοι δεν υπάρχουσιν ήδη προς ημάς, αλλά προ χρόνων εκοιμήθησαν εν Κυρίω· προνοούσι δε δια την Μονήν αυτών αοράτως». Οι δε ζωγράφοι προς απόδειξιν των ισχυρισμών των παρέστησαν μάρτυρας εμπόρους τινάς συνεπιβάτας του πλοίου, οίτινες και αυτοί ευρέθησαν παρόντες εις Κωνσταντινούπολιν, ότε οι δύο Όσιοι ταύτα συνεφώνουν και συμπλεύσαντες ήλθον και εζήτουν να ίδουν τους δύο γέροντας· ο δε Όσιος Νίκων, δεικνύων εις αυτούς τας μορφάς των εικόνων των Οσίων, επληροφόρει αυτούς, ότι προ χρόνων εκοιμήθησαν. Τότε οι ζωγράφοι εγνώρισαν ότι θαυμάσιον γεγονός ετελέσθη εις αυτούς και είπον· «Όντως δούλοι Θεού αληθείς ήσαν και μετά θάνατον ζώσι και δύνανται να βοηθήσωσιν ημάς». Όθεν μετανοήσαντες έβαλον μετάνοιαν ζητούντες συγχώρησιν, ήρχισαν δε διηγούμενοι απ’ αρχής τα όσα συνέβησαν εις αυτούς. Τότε και οι οικοδόμοι, οίτινες ανήγειραν εκ βάθρων τον Ναόν, διηγήθησαν εις τους ζωγράφους τα όσα και εις εκείνους συνέβησαν, και ότι τα όμοια και αυτοί εδοκίμασαν, πάντες δε εδόξασαν τον Θεόν και την Θεοτόκον εμεγάλυνον και τους Οσίους ετίμων ως θαυμαστούς και σημειοφόρους. Οι δε έμποροι εκείνοι, οι συνελθόντες μετά των ζωγράφων, είχον κατά θείαν πρόνοιαν μεθ’ εαυτών εν τω πλοίω βαβάς διαφόρους, τας οποίας ηγόρασαν από την Κωνσταντινούπολιν εις εμπορίαν αυτών, επιτηδείας εις εικονογράφησιν Ναού· οίτινες κατανυχθέντες, αφιέρωσαν εις την Μονήν όλας εκείνας τας βαφάς, ούτω δε ήρχισαν να ζωγραφίζουν μετά πολλής προθυμίας. Ότε δε ετελείωσεν η εικονογράφησις του μεγάλου τρούλλου ήρχισαν να ζωγραφίζουν την Πλατυτέραν των ουρανών, έσωθεν της κόγχης του αγίου Βήματος. Ως δε ετελείωσεν, εξήστραψε παραδόξως το πρόσωπον της Θεοτόκου και έλαμψεν ως ήλιος. Εφάνη δε μία περιστερά εξελθούσα εκ του στόματος της εικόνος, ήτις πετάξασα εκάθισεν επί του εις την κορυφήν του τέμπλου Σταυρού, από εκεί περιήλθεν όλα τα πρόσωπα των ζωγραφισθέντων εις τας καμάρας Αγίων, πάλιν δε εισήρχετο θαυμασίως εις το στόμα της νεοζωγραφισθείσης Θεοτόκου, εξήρχετο δε πάλιν και περιήρχετο τας αγίας μορφάς του Ναού. Όθεν πληροφορηθέντες οι αγιογράφοι, ότι η χάρις της Θεομήτορος κατεσκήνωσεν εις τον Ναόν, έβαλον περισσοτέραν επιμέλειαν εις την λοιπήν εικονογράφησιν, ετελειώθη δε ο Ναός με λαμπράς εικονογραφίας, ως άλλη σκηνή του μαρτυρίου, περικαλλέστερος δε και του σολομωντείου Ναού εφάνη. Μετά την τελείωσιν της εικονογραφήσεως βαλόντες μετάνοιαν και οι ζωγράφοι εκουρεύθησαν Μοναχοί και έμειναν έως εσχάτης αυτών αναπνοής εις την Μονήν, καθώς και οι οικοδόμοι, οίτινες εκοιμήθησαν εν αυτή τη Μονή και ετάφησαν εις το σπήλαιον Πετζέρσκβοϊ, μένουσι δε τα άγια αυτών λείψανα σώα, αδιάφθορα θαυμασίως, μετ’ άλλων οσίως πολιτευσαμένων και ενταφιασθέντων εις εκείνην την Μονήν. Εις δε των οικοδόμων είχεν αναγκαίαν τινά υπόθεσιν εις τον τόπον αυτού, λαβών δε άδειαν ίνα απέλθη και τελειώσας αυτήν, επιστρέψας εύρε τους συντρόφους και συναδέλφους αυτού κεκοιμημένους, ελυπείτο δε διότι δεν επρόφθασε να συνακολουθήση τους συνεργάτας αυτού, όθεν ήλθεν εις το κοιμητήριον ένθα έκειντο τα λείψανα των Οσίων. Εκεί ευρών τόπον εν μέσω αυτών, έπεσε και αυτός και εκοιμήθη εν Κυρίω, αναμένοντες ομού την κοινήν εξανάστασιν, ίνα συναπολαύσωσι τον μισθόν του έργου αυτών εκ χειρός του δικαίου μισθαποδότου Θεού· αλλ’ επί το προκείμενον επανέλθωμεν.