Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Η Αγία ΒΕΡΟΝΙΚΗ

Τη αυτή ημέρα η Αγία ΒΕΡΟΝΙΚΗ η αιμορροούσα, ην ιάσατο ο Χριστός, εν ειρήνη τελειούται.                                                                                                                                                       

Βερονίκη η Αγία κατήγετο εκ της Πανεάδος, ιατρευθείσα δε υπό του Κυρίου από το πάθος της αιμορροίας ετεχνούρχησε καλώς, εις ευχαριστίαν της ευεργεσίας, τον ανδριάντα του Κυρίου, στήσασα τούτον προ του οίκου της, ίνα τιμάται σχετικώς και προσκυνήται παρά πάντων· καλώς δε και θεοφιλώς πολιτευσαμένη τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής της, εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησεν. 

Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Ο Όσιος ΜΙΧΑΗΛ ο Μαλεϊνος

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΜΙΧΑΗΛ ο Μαλεϊνος, ο πνευματικός πατήρ του εν Αγίοις Πατρός ημών Αθανασίου του εν τω Άθω, εν ειρήνη τελειούται.                                               

Μιχαήλ ο Όσιος και μακάριος Πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Κωνσταντίνου Ζ΄ μέχρι των χρόνων Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, κατήγετο δε από μίαν χώραν των Καππαδοκών, Χαρσιανόν ονομαζομένην, γεννηθείς από γονείς ευγενείς, ευσεβεστάτους και πλουσίους. Όχι δε μόνον ο πατήρ αυτού, αλλά και ο πάππος του, ο πατήρ του πατρός του, την κλήσιν Ευστάθιος, είχεν αξίωμα και θέσιν λίαν έντιμον και περιφανή, Πατρίκιος το αξίωμα και εις τας στρατηγίας περιφανέστατος. Ομοίως και ο έτερος πάππος του, ο πατήρ της μητρός, την κλήσιν Αδράλεστος, κατείχε το αξίωμα του Πατρικίου πρότερον, έπειτα δ’ έγινε Στρατηλάτης της Ανατολής όλης δια την πολλήν αυτού ανδρείαν και φρόνησιν. Η μάμμη του ήτο συγγενής του βασιλέως Ρωμανού. Ευλαβείς όλοι ούτοι και Ορθόδοξοι, από τους οποίους εγεννήθησαν οι γεννήτορες του Οσίου, Ευδόκιμος και Αναστασώ ονομαζόμενοι, κεκοσμημένοι με πάσαν αρετήν και ευπρέπειαν, εσυγγένευον δε ούτοι με τον βασιλέα Λέοντα, όστις εβασίλευε τότε εις την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά ας έλθωμεν εις την θαυμασίαν του Οσίου γέννησιν, ήτις έγινεν εξ επαγγελίας και προσευχής υιός ωνομάσθη. Ότι δια να γνωρίζη έκαστος από ποίους ανθρώπους εβλάστησεν ο τρισόλβιος, εγράψαμεν ολίγα τινά, αλλ’ όλοι οι συγγενείς του από βασιλικόν αίμα κατήγοντο. Ήτο λοιπόν χρόνους πολλούς η μήτηρ του Οσίου στείρα και άτεκνος. Εκ τούτου ελυπούντο αμφότεροι οι γεννήτορες, ότι παρήλθεν όλη των η νεότης και τέκνον δεν απέκτησαν δια να κληρονομήση τον πλούτον των. Μετέβαινον πολλάκις εις τας Εκκλησίας και εδέοντο του Θεού να τους δώση τέκνον, αλλά η προσευχή των δεν εισηκούετο. Τέλος μετέβησαν εις ένα Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, όστις ευρίσκεται εις το χωρίον Κουκά, εις του οποίου την εικόνα έχουν οι κάτοικοι πολλήν ευλάβειαν. Ενώπιον ταύτης εδέοντο η Αναστασώ με τον Ευδόκιμον, να τους δώση κληρονομίαν κατά τον πόθον των. Της δεήσεώς των ταύτης επήκουσεν η Θεοτόκος και εφάνη προς τον Εφημέριον της Εκκλησίας, την κλήσιν Μεθόδιον, όταν εκοιμάτο, κρατούσα ωμοφόριον, εις δε την δεξιάν της τρία σουδάρια, τα οποία τον επρόσταξε να δώση της Αναστασούς με ταύτην την συμφωνίαν, να λάβη πάλιν οπίσω η Παναγία από τα τρία εκείνα το εν μανδήλιον. Ευθύς ως εφανέρωσεν ο ιερεύς προς την γυναίκα την όρασιν, έγινεν η πρώην άτεκνος πολύτεκνος και καλλίτεκνος αποκτήσασα κατά την όρασιν τρία τέκνα, το πρώτον δε τέκνον, όπερ εγέννησεν, ωνόμασαν οι γεννήτορες Μανουήλ. Όταν λοιπόν ο Μανουήλ έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, τον ετίμησεν ο βασιλεύς με την αξίαν του Κανδιδάτου. Οι δε γονείς αυτού είχον πόθον πολύν να τον υπανδρεύσουν, κατά την συνήθειαν του κόσμου, να ίδωσιν απογόνους από αυτόν και εζήτουν κόρην πλουσίαν και ωραίαν από βασιλικόν αίμα, ομοίαν αυτού, ίνα υπανδρεύσωσι με γυναίκα τον άσαρκον σχεδόν. Αλλ’ όταν αυτοί συνεφώνουν τους γάμους ως γήϊνοι, τότε ο ουράνιος Πατήρ, όστις ηγίασε τον νέον εκ κοιλίας μητρός, ζηλών εζήλωσε και τον ήρπασε με τούτον τον τρόπον εκ μέσου αυτών. Κατ’ εκείνας τας ημέρας μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν δι’ ανάγκην τινά ο Ευδόκιμος, παραλαβών τον Μανουήλ εις την συνοδείαν του. Έπειτα επέστρεψεν εις τον οίκον του, αφήνων τον νέον εκεί, δια να μάθη ευγενικάς πράξεις εις τα βασίλεια. Μετ’ ολίγον καιρόν απέθανεν ο ευσεβής βασιλεύς Λέων, τον οποίον ο Μανουήλ βλέπων ούτω νεκρόν βασταζόμενον έκλαιε, συλλογιζόμενος του θανάτου το απαραίτητον και έλεγε ταύτα κατά διάνοιαν. Εάν και οι βασιλείς αποθνήσκουν, ποίαν ωφέλειαν λαμβάνω να ευρίσκωμαι εις του κόσμου την ματαιότητα; Κάλλιον να υπάγω εις τόπον ήσυχον, να προσεύχωμαι δια την σωτηρίαν μου. Κλαίων λοιπόν και οδυρόμενος απήλθεν εις μίαν Εκκλησίαν και έκαμε προς τον Κύριον δέησιν, ούτω λέγων: «Δέσποτα, εάν είναι ευάρεστόν Σοι να γίνω Μοναχός, δείξον μοι το θέλημά Σου». Ταύτα είπε κρατών εις τας χείρας το ψαλτήριον. Και ανοίξας αυτό, εύρε τον δέκατον ψαλμόν, εις το σημείον όπου λέγει: «Επί τω Κυρίω πέποιθα· πως ερείτε τη ψυχή μου· μεταναστεύου επί τα όρη ως στρουθίον»; Και τα τούτου συνεχόμενα. Αναγνώσας αυτόν τον στίχον εχάρη, υποσχόμενος εις τον Θεόν να γίνη Μοναχός. Προβάλλων δε πρόφασιν προς τους συγγενείς του, ότι είχεν επιθυμίαν να υπάγη εις τους γονείς του, ανεχώρησε χωρίς να θέλουν από την Κωνσταντινούπολιν, οίτινες, όταν είδον ότι δεν τους ήκουσε να μείνη, του άδωσαν ανθρώπους πολλούς να τον συνοδεύσουν κατά την αξίαν του. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν Γάλλον, όστις ρέει πλησίον του Κυμιναίου όρους, επέρασαν την γέφυραν του Μονοκαμάρου, τότε δε προσέταξε τους ακολουθούντας αυτόν δια υπηρεσίαν του να υπάγουν εις τον πατέρα του, αυτός δε θα ήρχετο βραδύτερον. Κρατήσας δε ολίγους εις την συνοδείαν του, απήλθον εις το χωρίον Κερσίνην, το οποίον κείται εις τους πρόποδας του όρους. Εκεί, καθώς ητοίμαζον οι υπηρέται την τράπεζαν, επήρεν ο Μανουήλ χωρικόν τινα παράμερα και τον ηρώτα, εάν υπήρχεν εκεί πλησίον Μοναχός τις ενάρετος. Ο δε είπεν εις αυτόν· «Εδώ εις το όρος διαμένει ένας Άγιος Γέρων, Ιωάννης ονομαζόμενος, Ελλαδίτης το επώνυμον, με του οποίου τας νουθεσίας πολλοί σώζονται». Ευθύς ως ήκουσε ταύτα ο Μανουήλ δεν εζήτησε τράπεζαν, αλλά επήρε μόνον ένα, τον πρώτον άνθρωπον του πατρός του, και ανέβησαν εις τον Γέροντα. Πίπτων τότε εις τους πόδας αυτού έκλαιε θερμότατα. Ο δε Όσιος εθαύμασε βλέπων τον στολισμόν των ιματίων, το πλήθος των δακρύων και το νεάζον της ηλικίας του, και τον ηρώτα τις και πόθεν ήτο και την αιτίαν της τοσαύτης θλίψεως. Ο δε απεκρίνατο· «Δεν έχω θλίψιν τινά, πάτερ μου, μόνον ζητώ την σωτηρίαν μου». Λέγει προς αυτόν ο Γέρων· «Μήπως είσαι δούλος τινός, και σου έτυχε συμφορά μεγάλη; Ειπέ την αλήθειαν, ποίος άνθρωπος είσαι και πως και που εύρες αυτά τα πλούσια φορέματα»; Ο δε απεκρίνατο· «Δούλος είμαι του Θεού, υιός δε πλουσίου πατρός, έχων δε πόθον πολύν να μονάσω, ήλθα από τόπον μακρινόν με τούτον τον άνθρωπον, του οποίου υπεσχέθην, εάν επιτύχω του ποθουμένου, να του χαρίσω τον ίππον μου». Ταύτα ειπόντος έστερξεν ο Γέρων να τον κρατήση, βλέπων την ζέσιν και τον πόθον του. Παρεκάλεσε τότε τον άνθρωπόν του να πάρη το άλογον, να επιστρέψη με τους συντρόφους εις τον πατέρα του. Τότε εκείνος και χωρίς να θέλη υπήκουσε και άστρεψε κλαίων· ο δε Μανουήλ, τρωθείς την καρδίαν από θείον έρωτα, εβίαζε καθ’ ημέραν τον Άγιον Γέροντα να τον τελειώση Μοναχόν, διότι εφοβείτο μήπως τον αποσπάση βιαίως ο πατήρ αυτού και τον στερήση του πόθου του. Ιδών λοιπόν ο Γέρων την τοσαύτην δίψαν, την οποίαν είχε, τον εκούρευσε Μοναχόν την τετάρτην ημέραν και τον ενέδυσε το Αγγελικόν Σχήμα ονομάσας αυτόν Μιχαήλ, αντί Μανουήλ. Όταν ο Όσιος έτυχε του ποθουμένου, ωμολόγησε φανερά την υπόθεσιν· ο δε Γέρων, ακούσας ότι ήτο από αίμα βασιλικόν υιός τόσον πλουσίου άρχοντος, εθαύμασε μεν του νέου τον ένθεον ζήλον και έρωτα, εδειλίασε δε μικρόν δια τον πατέρα του, μήπως θυμωθή αλόγως και τον θανατώση. Έπειτα έχων εις τον Θεόν τας ελπίδας του είπεν εις αυτόν· «Εάν συ, όστις είσαι νέος, δια την αγάπην του Θεού απηρνήθης τον κόσμον και τους γεννήτορας, πως εγώ ο Γέρων να μη καταφρονήσω δια την εντολήν του Θεού τον θάνατον»; Έμεινε λοιπόν ο θαυμάσιος Μιχαήλ σπουδαίως αγωνιζόμενος, προξενήσας με την άρνησιν ταύτην του κόσμου μεγάλην πληγήν κατά του πονηρού δαίμονος. Όταν έφθασαν οι δούλοι εις τον Ευδόκιμον και του ανήγγειλαν την του παιδός αναχώρησιν, έλαβε τόσον πόνον εις την καρδίαν, ώστε εφώναζεν ως εξεστηκώς και φρενόληπτος, ως να τον εκέντων με τα ξίφη και έλεγεν· «Ω βία! Έχασα το φως μου, απώλεσα την ελπίδα του γήρατος και τον στηριγμόν της οικίας μου· καλά το είδα εις το όνειρον, ότι έπεσεν ο μεγάλος στύλος του οίκου μου». Βλέποντες εκείνον, ότι έκλαιε τόσον γοερώς, ωδύροντο και όλοι οι δούλοι του, εξόχως δε η ομόζυγός του, ως το ήκουσεν, έπεσεν άφωνος και όλοι ενόμιζον ότι απέθανε. Μεθ’ ώραν πολλήν, όταν συνήλθεν, εξέσχιζε τας σάρκας της, ανέσπα την κόμην της ανελεημόνως και έκαμνε τόσον θρήνον και κοπετόν, ώστε ήτο θλιβερόν το θέαμα και δακρύων άξιον. Όλοι οι συγγενείς και οι άνθρωποι της οικίας έκλαιον. Ο δε Ευδόκιμος πρώτον μεν έδειρε σκληρώς εκείνους όλους, όσοι ήσαν εις την συνοδείαν του παιδός, διότι δεν μετέβησαν εις το Μοναστήριον να τον πάρουν βιαίως, αλλά τον άφησαν· έπειτα επήρε λαόν πολύν και έδραμεν εις το όρος εκείνο του Κυμινά, και τους μεν ανθρώπους προσέταξε να σταθούν έξω γύρωθεν του Μοναστηρίου, ίνα μη διαφύγη ο νέος, αυτός δε εισήλθε κρυφίως και πηγαίνων εις την Εκκλησίαν εστάθη εις μίαν γωνίαν του Νάρθηκος, διότι έψαλλον τον όρθρον. Επί σκοπώ άλλωστε μετέβη νύκτα, δια να μη τον εννοήση και κρυφθή. Έτυχε δε την ώραν εκείνην κατ’ οικονομίαν Θεού και έψαλλεν ο υιός του το τροπάριον: «Ψυχή τα ώδε πρόσκαιρα, τα δε εκεί αιώνια». Ήτο δε ο νέος και τόσον γλυκύφωνος, ώστε υπερέβαλλε τας αηδόνας εις την γλυκύτητα. Γνωρίσας λοιπόν αυτόν ο πατήρ από την φωνήν, εστέναξεν εκ βάθους καρδίας και έκλαυσεν. Ο δε Μιχαήλ από τον βαρύν στεναγμόν εγνώρισε τον πατέρα του. Αφήσας δε την ψαλμωδίαν έδραμεν εις τον Γέροντα, όστις ουδόλως εταράχθη, αλλά ετελείωσε τον όρθρον. Έπειτα εξήλθε και επροσκύνησε τον άρχοντα, όστις τον ωνείδισε και ύβρισε λέγων· «Ω αμαθέστατε άνθρωπε, και προ καιρού της ζωής μου θάνατε· διατί έσβυσες το φως μου ούτως ανεξέταστα; Ω πλάνε και απατεών, που έμαθες να χωρίζης από τους γονείς τέκνα φίλτατα; Τάχα δεν ηξεύρεις τις είμαι και την αιτίαν όπου εδώ με έφερεν έξαφνα»; Ο δε Όσιος με πραείαν φωνήν απεκρίνατο· «Εγώ δεν ηξεύρω τις είσαι, ω τιμιώτατε, μόνον ο Δεσπότης Χριστός σε γινώσκει, Όστις ηξεύρει τα κρύφια, τον δε υιόν σου δεν τον εδέχθην εγώ αδιακρίτως, καθώς είπες, περιφανέστατε, αλλά ευαγγελικώς επαιδεύθην να μη διώκω τον προσερχόμενον». Βλέπων ο άρχων το ακέραιον και την ακακίαν του μεγάλου Γέροντος και κατανοήσας των ηθών αυτού την χρηστότητα, δεν του είπεν άλλον λόγον σκληρόν, μόνον επήρε τον υιόν και απήρχετο. Ο δε Μιχαήλ, βλέπων τον Γέροντα ότι έκλαιε την αιφνίδιον και ταχείαν στέρησίν του, παρηγόρησεν αυτόν λέγων· «Εύχου, πάτερ, και μη λυπήσαι ποσώς δι’ εμέ, ότι ουδέν πράγμα του κόσμου θέλει με χωρίσει από την αγάπην του Δεσπότου μου». Όταν έφθασαν εις τον οίκον των και τον είδεν η μήτηρ αυτού ούτω κουρευμένον και μαυροφορεμένον, αντί να χαρή, έκλαιε πικρώς και ωδύρετο, τον παρεκάλουν δε αμφότεροι να εκδυθή τα μέλανα ράσα και να φορέση λαμπρά ιμάτια. Του είπον τέλος πολλά και τον εβασάνισαν. Αλλά δεν ηδυνήθησαν να τον καταπείσουν εις την γνώμην των. Πάλιν δε να τον εκδύσουν βιαίως εφοβούντο το βάρος του αμαρτήματος, διότι ήσαν θεοσεβείς τε και ευλαβέστατοι. Μόνον με ποικίλας μεθόδους και άπειρα μηχανήματα εδοκίμασαν να τον απατήσουν και δεν ηδυνήθησαν. Ότι επειδή εδοκίμασε το μέλι της ασκήσεως και ήτο όλως μεθυσμένος από τον ένθεον έρωτα, δεν εψήφα τον σαρκικόν, όστις ως άνθος χόρτου μαραίνεται. Όταν οι γονείς είδον, ότι ματαίως εκοπίαζον, τον εδίωξαν οργιζόμενοι. Εκείνος δε, φεύγων ως από πυρός του κόσμου την όχλησιν, έτρεχε προς το Μοναστήριον. Ο δε Γέρων τον υπεδέχθη χαίρων ομού και θαυμάζων και επροφήτευσε δι’ αυτόν ταύτα προς τους άλλους Πατέρας λέγων· «Να ηξεύρετε, αδελφοί, ότι ούτος ο νέος μέλλει να αυξήση το όρος και να το γεμίση λογικά πρόβατα». Κατά την πρόρρησιν δε εκείνου ούτως εγένετο. Επληρώθη το όρος Μοναχών, προς τελείωσιν της προφητείας του Ησαϊου· «Ερράγη εν ερήμω ύδωρ και γη διψώσα εις έλη εγένετο». Ευθύς ως ήλθεν εις την Μονήν, τον έκαμε τραπεζάριον ο Γέρων, και υπηρέτει τους αδελφούς με τόσην σπουδήν και επιμέλειαν, παραστέκων εις αυτούς όσην ώραν έτρωγον, φέρων τας τροφάς με δουλικήν ταπείνωσιν, ώστε εθαύμαζον όλοι πως κατεδέχετο να κάμνη τοιαύτας ευτελείς υπηρεσίας τοιούτος σπουδαίος άνθρωπος, όστις ανετράφη με τόσην χλιδήν υπό άλλων υπηρετούμενος. Αυτός εμαγείρευεν, έπλυνε τα αγγεία, εσάρωνε και άλλας ευτελείς ομοίας πράξεις ετέλει αόκνως και προθύμως. Επειδή από τον ύπνον επειράζετο πολύ, τυραννούμενος από πειρασμόν του δαίμονος και εκοπίαζε και αυτόν να νικήση όσον ηδύνατο, διήρχετο όλην την ημέραν με ένα μόνον χιτώνα και ανυπόδητος. Την νύκτα ανεπαύετο επί σανίδος, όταν ήτο καιρός χειμώνος. Όταν δε παρήλθον δύο χρόνοι ετελειώθη Μοναχός, ευρίσκετο δε εκεί και ο πατήρ του, όστις όταν τον είδε τελειωμένον ηυφράνθη και δακρύσας τον ενουθέτησε λέγων· «Βλέπε, τέκνον μου, να μη ζημιωθής τον Θεόν, τον οποίον περισσότερον από τους γονείς και υπέρ τον κόσμον ηγάπησας». Ασπασθείς δε αυτόν ανεχώρησε κλαίων. Όταν έφθασεν εις την γυναίκα του, είπεν εις αυτήν· «Είδον τον Μανουήλ και η ψυχή μου ηυφράνθη. Φέρω δε εις τον νουν μου, ότι αυτός είναι, βέβαια, εκείνος τον οποίον μας εχάρισεν η Κυρία Θεοτόκος και πάλιν τον επήρε κατά την όρασιν. Λοιπόν μη λυπούμεθα, αλλά μάλλον ας δοξάσωμεν την Δέσποιναν. Ότι ούτος ο υιός μας μέλλει να γίνη καύχημα ημών και στήριγμα και όλου του γένους καλλώπισμα, ψυχών δε πολλών προς αρετήν παρακίνησις και παράκλησις». Έπαυσαν λοιπόν την λύπην και πνευματικώς εχαίροντο. Εις ολίγον καιρόν απέθανεν αιφνιδίως ο Ευδόκιμος. Η δε καλή μήτηρ εκείνη έστειλε και εκάλεσε τον Μιχαήλ, διαμοιράσασα δε όλην την περιουσίαν της εις τα τέκνα της, έγινε Μοναχή και θεαρέστως πολιτευομένη, και βοηθουμένη υπό του Μιχαήλ, ετελείωσε τον βίον θεαρέστως. Είχε δε και μίαν αδελφήν ο Όσιος, ήτις υπανδρεύθη και εγέννησε τον θεοστεφή βασιλέα Νικηφόρον και τον Λέοντα. Ο δε θεοφόρος Μιχαήλ εμοίρασεν εις τους πτωχούς όλα τα κινητά πράγματα, όσα έλαβεν εις το μέρος του. Ο Μιχαήλ είχεν ένα αδελφόν, Κωνσταντίνον ονόματι, με τον οποίον εμοίρασαν όλα τα πράγματα των γονέων των και τα μεν κινητά έδωκεν εις τους πένητας και εις τους δούλους του, τους οποίους ηλευθέρωσε, τα δε ακίνητα αφήκεν εις τον αδελφόν του, έλαβε δε την αξίαν των σωστήν, καθώς τα εξετίμησαν. Έφερε δε τα χρήματα εις την Μονήν και τα έδωκεν εις τον Γέροντα να τα διαθέση ως βούλεται. Εκείνος τότε εμοίρασεν τα ημίση εις πτωχούς Μοναχούς και τα άλλα εδαπάνησεν εις αύξησιν του Μοναστηρίου. Ο δε αδελφός του Οσίου, από πατρίκιος που ήτο, έγινε στρατηγός όλης της Καππαδοκίας περιφανέστατος. Όταν ο Όσιος ελυτρώθη από πάσαν φροντίδα γονέων, δηλαδή μετά τον τρίτον χρόνον της αυτών τελειώσεως, επεθύμησε να αναχωρήση εις τόπον ήσυχον, ευρών δε μίαν μεγάλην πέτραν παράμερα από το Μοναστήριον, ήτις ήτο επιτηδεία δια την άσκησιν, επήρεν από τον Γέροντα συγχώρησιν και αναχωρήσας εκάθητο εις την πέτραν τας πέντε ημέρας της εβδομάδος. Έτρωγε δε μίαν φοράν την ημέραν, κάμνων και εργόχειρον κατά την πρόσταξιν του Γέροντος. Το δε Σάββατον κατέβαινεν εις το Μοναστήριον και έμενε τας δύο ημέρας με τους αδελφούς συναναστρεφόμενος. Αφού έκαμεν εκεί χρόνους τέσσαρας εγλυκάνθη το μέλι της ησυχίας γευσάμενος, και λαμβάνων εις την συνοδείαν του ένα συγγενή του ενάρετον πολλά, την κλήσιν Αγάπιον, επήγαν με την ευχήν του Γέροντος εις την εσωτέραν του όρους έρημον. Εκεί διέμειναν δύο χρόνους με τόσην σκληραγωγίαν, ώστε εκ της πολλής κακοπαθείας μετά βίας εγνωρίζετο εις αυτούς η εικών του ανθρώπου. Αφού έκαμαν ομού τόσον καιρόν, ηθέλησαν να ησυχάση και έκαστος χωριστά. Και ο μεν Αγάπιος μετέβη εις άλλον τόπον και έκαμε λαμπρά και μεγάλα κατορθώματα. Ο δε Μιχαήλ έμεινε μόνος, υπό Θεού δε οδηγούμενος εύρεν ένα τόπον πολύ ήσυχον, Ξηρολίμνην από τους εγχωρίους ονομαζόμενον, πλησίον του οποίου ήτο και εις ερημίτης ευσεβής και ενάρετος. Εις αυτόν τον τόπον κτίσας μικράν καλύβην ο Μιχαήλ ησύχαζεν αγγελικώς πολιτευόμενος και κατά δαιμόνων ανδρείως αγωνιζόμενος. Τόσας δε αρετάς κατώρθωσεν, ώστε ηκούσθη η φήμη του εις πολύν κόσμον, μετ’ ολίγον δε καιρόν εσυνάζοντο πλήθη λαών, έχοντες πόθον να μιμηθώσι την πολιτείαν του. Ο δε Όσιος κατ’ αρχάς μεν δεν ήθελε να δεχθή τινά και τους εδίωκε. Ύστερον όμως, θεωρών την προθυμίαν των, υπεδέχετο καθ’ ένα διδάσκων να ευχαριστούνται με άρτον μόνον και ύδωρ τρεφόμενοι. Βλέποντες δε εκείνοι την εγκράτειάν του, την ταπεινοφροσύνην, την γλυκύτητα της ομιλίας και τα άλλα ήθη εχαίροντο. Έχοντες δε αυτόν αρχέτυπον, κατηύθυνον την πολιτείαν των άριστα. Οι λυπούμενοι από διαφόρους αιτίας παρηγορούντο ορώντες αυτόν. Οι λιθώδεις και ακατάνυκτοι παρεκινούντο εις θερμότερα δάκρυα, ακούοντες τα κατανυκτικά του διδάγματα. Οι υπνώδεις, βλέποντες το περισσόν της αγρυπνίας του και το επίμονον της ολονυκτίου στάσεως, ηλλοιούντο θείαν αλλοίωσιν· και συντόμως ειπείν όλοι ελάμβανον απ’ εκείνον καλόν παράδειγμα, εσυνάχθησαν δε υπέρ τους πεντήκοντα. Όθεν έστειλε και επήρε τον προειρημένον πατέρα Αγάπιον, τον οποίον έκαμε Προεστώτα, να κυβερνά την Λαύραν εκείνην της Ξηρολίμνης, διότι ήτο τόπος στενόχωρος και δεν ηδύναντο εκεί να διαβιώσωσι πολλοί Μοναχοί. Αφού λοιπόν ετακτοποίησε τον Αγάπιον εις την ηγουμενίαν της Μονής, αυτός επήρε μαθητάς τινας και εγύρισεν όλον το όρος, έως ότου εύρε τόπον τινά επιτήδειον, όστις κλίνει προς την Βιθυνίαν, κατά πολλά ήσυχον, με πηγάς ψυχρών και ηδυτάτων υδάτων. Τον τόπον αυτόν βλέπων εχάρη και τον ηγόρασεν. Έπειτα ευθύς ήρχισε την οικοδομήν της Λαύρας, έκτισε δε τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου μέγαν και κάλλιστον, ζωγραφίσας δε αυτόν επιμελέστατα έδειξεν αυτόν ως άλλον ουρανόν κατάστερον. Όθεν εις ολίγας ημέρας εσυνάχθησαν τόσοι αδελφοί, ώστε έγινεν η έρημος πόλις πολυάνθρωπος. Τους έγραψε τότε τας ιεράς νομοθεσίας της ασκήσεως και πάσαν ακρίβειαν της μοναδικής διαγωγής, νομοθετήσας εις αυτούς ως Μωϋσής δεύτερος. Επρόσφερε δε εις τον Θεόν καθ’ εκάστην λαόν περιούσιον, εξάγων εξ αναξίων αξίους, διαβιβάζων αυτούς αβρόχως εις την γην της επαγγελίας από την ταραχώδη του βίου θάλασσαν, με τα ψυχωφελή και σωτήριά του διηγήματα και συγγράμματα, τόσον ώστε έγινεν εκείνη η πρώην άκοσμος έρημος εξανθούσα ως κρίνον εύοσμον. Πρότερον ουδείς ετόλμα να μείνη εις τοιούτον τόπον καν μίαν ημέραν, και τότε, δια του Μιχαήλ, εσυνάχθησαν πλήθος άπειρον, ώστε δεν έμεινε τόπος εις το όρος εκείνο του Κυμινά, το ζηλευτόν και θαυμάσιον, το οποίον να μη έχη Μοναχούς να δοξολογώσι τον Κύριον. Το έργον τούτο δεν έκαμεν ο Όσιος με ευκολίαν και χωρίς κακοπάθειαν, αλλά με ιδρώτας και δάκρυα και με πόνους πολλούς επόλισεν εκείνην την έρημον. Ότι βλέπων ο πονηρός διάβολος πως εφρόντιζε τοσούτον την σωτηρίαν των αδελφών, υπερεμάχησε πολλά και ηγωνίζετο ο αδύνατος να εμποδίση τον άνθρωπον του Θεού, να μη τελέση τοιούτον έργον θεάρεστον, αλλά έμεινε κατησχυμμένος και άπρακτος, νικηθείς ο μισόκαλος εύκολα με την προσευχήν του Οσίου και τα θερμά αυτού δάκρυα. Ότι δεν ηδύνατο να υποφέρη την φλόγα, ήτις εξήρχετο από το στόμα του, όταν ηύχετο προς Κύριον. Διότι το στόμα εκείνο ήτο ιερώτατον, επειδή ουδέποτε ώμοσεν ή ελοιδόρησεν ή ύβρισέ τινα πώποτε. Αλλά μάλλον ηύχετο τους μισούντας αυτόν και με ευεργεσίας τους αντήμειβεν ο αμνησίκακος, τόσον δε ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος, ώστε δεν ηδύνατο να ίδη τινά τεθλιμμένον και να μη τον συμπονέση και να τον βοηθήση κατά την ανάγκην του, εξόχως δε τους πένητας, τους οποίους ηλέει καθ’ εκάστην πλουσιοπάροχα. Δια την αιτίαν ταύτην έκτισε κάτωθεν του όρους ξενοδοχείον μέγα, ίνα αναπαύωνται οι ξένοι και οδοιπόροι, όσοι διήρχοντο εκείθεν. Εις τούτο είχεν υπηρέτας και όλα τα χρειώδη, ήτοι τροφάς και ιμάτια προς αυτάρκειαν. Ούτος ο μέγας πατήρ ηξιώθη και της ιερωσύνης ως καθαρός και άμωμος, με την οποίαν στολίσας τον βίον του, μελετών ημέρας και νυκτός την θείαν Γραφήν, έδειξεν ότι πρέπει να είναι συνεζευγμένη η ιερωσύνη με την μοναδικήν κατάστασιν· και δια να μη πολυλογώ, έφθασεν εις τόσην απάθειαν και ύψος θεωρίας, ώστε έβλεπε τα μακράν ως πλησίον και προέλεγεν ως προφήτης τα μέλλοντα, αλλά και θαυμάσια πολλά ετέλεσεν, από τα οποία θα είπωμεν ολίγα εις πίστωσιν των πολλών με βραχύτητα. Μοναχός τις, Κυριακός ονόματι, ήτο εκεί εις την Λαύραν του Οσίου, κακότροπος άνθρωπος, όστις έκλεπτε πράγματα τινα των αδελφών και συνετάρασσεν όλους ο ανόσιος. Ο δε Όσιος τον ενουθέτει πολλάκις να διορθώση την πολιτείαν του, ίνα μη κολασθή, αλλά δεν επείθετο και μάλλον εμίσησε τόσον τον Άγιον ο εναγέστατος, διότι τον εδίδασκεν, ώστε ηβουλήθη να τον φονεύση ο πάντολμος. Μίαν νύκτα μετέβη εις το κελλίον του Οσίου, κρατών την μάχαιραν, βλέπων δε από μίαν οπήν της θύρας, είδε τον Όσιον προσευχόμενον και εν τω μέσω πυρός ιστάμενον· όθεν έμεινεν έντρομος και εμαράνθη η χειρ του. Ο δε Όσιος, ηξεύρων από θείαν χάριν τα υπ’ αυτού μελετώμενα, εφώνησεν αυτόν έσωθεν λέγων· «Είσελθε, τέκνον, και άφες την μάχαιραν, την οποίαν κρατείς κρυφίως». Εκείνος δε ρίψας την μάχαιραν, εισήλθε κράζων το, ήμαρτον· πίπτων δε εις τους πόδας του, εξωμολογήθη την αμαρτίαν του. Ο δε ανεξίκακος συνεχώρησεν αυτόν με πραότητα, λέγων· «Ύπαγε, τέκνον, μετανόησον εξ όλης καρδίας δια τας αμαρτίας σου, ότι εις ολίγας ημέρας τελειώνει η εξορία σου». Ούτος έζησεν ημέρας τεσσαράκοντα και τότε ετελειώθη η πρόρρησις του Οσίου. Άλλην ημέραν έστειλεν εις τον ποταμόν Γάλλον δια υπηρεσίαν μαθητήν τινα ησυχαστήν, Ησύχιον καλούμενον, τον οποίον επρόσταξε να επιστρέψη την αυτήν ημέραν εις την Μονήν γρήγορα. Ο δε απήλθε με προθυμίαν και υπακοήν, αλλ’ επειδή έκαμε μεγάλην βροχήν, εισήλθεν εις τόπον τινά κρημνώδη και άβατον, όπου εσχημάτιζεν ως σπήλαιον, δια να μη βρέχεται και εκεί έμεινεν ο Ησύχιος. Όθεν βλέπων ότι ευρίσκετο εις κίνδυνον της ζωής του και παρακοής, διότι δεν έβλεπεν εις το σκότος της νυκτός να εξέλθη χωρίς κίνδυνον απ’ εκείνα τα βάραθρα, εφώναξε ταύτα μετά πίστεως· «Άγιε Μιχαήλ, βοήθει μοι». Και παρευθύς (ω του θαύματος!) εφάνη απέναντι του κρημνού με φώτα ο Όσιος, όστις του έφεγγε να περιπατή, έως ότου έφθασεν εις το Μοναστήριον. Τότε έγινε μεν αφανής ο φανείς, ο δε Ησύχιος εισήλθεν εις την Μονήν· λέγει δε προς αυτόν ο Όσιος, πριν να είπη αυτός τι· «Εις τι εδίστασας, ολιγόπιστε»; Ο δε απεκρίνατο· «Εάν δεν επρόφθανες να μου βοηθήσης, εκινδύνευα εις θάνατον». Ο δε Όσιος τον επρόσταξε να μη είπη εις κανένα το θαυμάσιον. Άλλην φοράν, τον καιρόν του θέρους, περιπατών ο Άγιος εκάθισεν εις σκιάν δένδρου τινός να αναπαυθή την μεσημβρίαν, του έφερε δε πτωχός τις χωρικός τρία αχλάδια, τα οποία ήσαν μεγάλα και ωραιότατα· ερωτήσας δε αυτόν που ευρέθησαν τόσον εύμορφα απεκρίνατο στενάζων· «Ένα δένδρον είχον από τους γονείς μου, το οποίον ήτο τόσον εύκαρπον, ώστε εκάλυπτον τα έξοδά μου ε αυτό. Αλλά το εβάσκανε φθονερός τις άνθρωπος, και δεν καρπίζει πλέον τελείως· όθεν από την πτωχείαν μου κινδυνεύω ο άθλιος». Ο δε συμπαθέστατος ελυπήθη τον πάνητα και πηγαίνων εις το δένδρον το ηυλόγησε, ποιήσας ευχήν προς τον Θεόν και διώξας τον πονηρόν δαίμονα, όστις ενεφώλευεν εις αυτό, έκτοτε δε έγινε το δένδρον πλέον κάρπιμον ή πρότερον. Όθεν ο πτωχός εκείνος ωκονομείτο με την εσοδείαν του προς αυτάρκειαν, έφερε δε κατ’ έτος τας απαρχάς του δένδρου εις τον Όσιον, δια να μη γίνη προς τον ευεργέτην του αχάριστος. Είχεν ένα μαθητήν ο Όσιος, όστις ήτο ψάλτης, Κωνσταντίνος ονόματι, ασθενής εις το σώμα και την ψυχήν ασθενέστερος, ως ολιγόπιστος, επειδή είχε τρία νομίσματα, και τα εφύλαττεν ακριβά, δια να τα έχη εις χρείαν του. Ο δε Όσιος τον ενουθέτει να μη έχη εις εκείνα το θάρρος του, αλλά να τα δώση εις το κοινόν και να ελπίζη εις τον παντοδύναμον Θεόν και την υπερένδοξον Θεοτόκον· αυτός όμως δεν έστεργε. Μεθ’ ημέρας τινάς έτυχε και είχον χρείαν εις την Λαύραν δια νομίσματα δώδεκα, αλλά δεν ευρέθησαν και τα εδανείσθησαν. Ο δε Κωνσταντίνος κατελάλει τον Όσιον, λέγων· «Αυτός δεν έχει δώδεκα οβολούς, εμέ δε συνεβούλευε να σκορπίσω τα τρία νομίσματα, να μη τα φυλάττω εις την ανάγκην μου». Ταύτα φλυαρών, εκοιμήθη· βλέπει δε εν οράματι ότι ήτο εορτή και εσυνάχθησαν εις το Κυριακόν άπαντες, εκεί δε εφάνη η πανάμωμος Δέσποινα, κρατούσα εις την μίαν χείρα τον Δεσπότην Χριστόν, από δε την άλλην την εκράτει ο Όσιος και επεριπατούσαν εις την Εκκλησίαν. Όταν ήλθον εις τον Νάρθηκα, επρόσταξεν η Παναγία τον Όσιον να εξαπλώση το ράσον του. Τούτου γενομένου, έρριψεν εις αυτό φλωρία αναρίθμητα. Έπειτα εστράφη προς τον Κωνσταντίνον, λέγουσα· «Δεν σε φθάνουσι ταύτα να πορευθής, άπιστε, και τον τρόπον ασυμπαθέστατε»; Ταύτα ακούσας εκείνος ηγέρθη έντρομος· τρέχων δε προς τον Όσιον έρριψε τα τρία φλωρία και βάλλων μετάνοιαν εζήτει συγχώρησιν. Θέλων να οικοδομήση μίαν μεγάλην Εκκλησίαν ο Όσιος εις δόξαν Θεού και της παναχράντου Μητρός Αυτού και προς ανάπαυσιν της εν Χριστώ αδελφότητος, έστειλε μαθητήν τινά, δια να φέρη δοκούς δια το κτίσιμον. Επήρε λοιπόν εκείνος συγχώρησιν το πρωϊ από τον Όσιον, όστις ως προορατικός εγνώρισε το μέλλον και λέγει· «Πρόσεχε, τέκνον, να μη πέσης εις πειρασμόν δια γογγυσμόν ή δι’ απιστίαν σου». Ο δε, απελθών, εκ δαιμονικής ενεργείας ημποδίσθη και γογγύζων τον επλάκωσεν ένα ξύλον μεγάλον δια την απιστίαν του. Όθεν έκειτο ο Λέων (ούτως ο μαθητής ωνομάζετο) δεινώς οδυνώμενος. Ο δε Όσιος, γνωρίσας ταύτα από Πνεύμα Άγιον, εξήλθεν από το κελλίον εν σπουδή και έστειλε Μοναχόν τινα ισχυρόν, λέγων· «Δράμε να λυτρώσης τον Λέοντα, ότι ένα ξύλον τον επλάκωσε και κινδυνεύει εις θάνατον». Ήτο δε μακράν δεκαπέντε στάδια, απελθών δε εκείνος μετά βίας τον ελύτρωσε. Όχι δε μόνον ταύτα τα συμβάντα προεγνώρισεν ο Όσιος, αλλά και έτερα πάμπολλα· μάλιστα δε δια τους πολέμους και συγχύσεις των βασιλέων και τα σκάνδαλα, όσα συνέβησαν εις τον καιρόν του Ρωμανού και Κωνσταντίνου, τα οποία προείπεν ο Άγιος υπό τινων παρακαλούμενος. Έπειτα πάλιν παρηγόρησε τον Κωνσταντίνον λέγων εις αυτόν να μη λυπήται, διότι ταχέως απολαμβάνει πάλιν την προγονικήν βασιλείαν· ούτω δε όσα ο Όσιος επροφήτευσεν έγιναν. Ταύτα δε γράφομεν ενταύθα με συντομίαν, επειδή τα περί τούτων γράφονται σαφέστατα εις την ιστορίαν. Εν μέσω των άλλων μαθητών του Οσίου ήτο και τις καλλιγράφος επιμελής, Θεοφάνης ονομαζόμενος, όστις τον υπηρέτησε χρόνους τεσσαράκοντα από μικρόν παιδίον, έως ου ετελεύτησε, και δεν απεχωρίσθη από αυτόν πώποτε, δια να κληρονομήση τας αρετάς του, καθώς και εγένετο. Τούτον ποτέ επρόσταξε να μεταγράψη εν βιβλίον ωφέλιμον, όστις ως μαθητής ευγνώμων και γνήσιος εβίασε την φύσιν υπέρ την δύναμίν του τόσον, ώστε εις ολίγον χρόνον το ετελείωσεν. Αλλά από τον κόπον επρίσθη το πρόσωπόν του και σχεδόν όλη του η κεφαλή τοσούτον άσχημα και άμετρα, ώστε δεν εφαίνοντο οι οφθαλμοί και τα ώτα του, απεφράχθη δε τελείως η μύτη και το στόμα του, ώστε δεν εφαίνετο εις αυτόν είδος ή σχήμα ανθρωπίνης μορφής, αλλ’ έμεινεν ελεεινόν θέαμα και εκινδύνευεν εις θάνατον· ότι με κόπον πολύν ήνοιγαν το στόμα του και του έχυναν ολίγον ύδωρ, όταν του ήρχετο λιποθυμία. Επειδή λοιπόν έτυχε τότε να ευρίσκεται ο Όσιος εις την Κωνσταντινούπολιν εβασανίσθη ο ασθενής, διότι ανθρωπίνη δύναμις με τέχνην ιατρικής δεν ηδύνατο να τον θεραπεύση. Βλέποντες λοιπόν αυτόν ούτως ελεεινώς και δεινώς οδυνώμενον, ηβουλήθησαν να σχίσουν ριψοκινδύνως το πρόσωπον αυτού και τον τράχηλον, ίνα ιατρευθή ή καν ν’ αποθάνη, να απαλλαγή από την βάσανον. Όταν ταύτα αυτοί εμελέτησαν, φαίνεται ο μέγας Μιχαήλ την νύκτα εις τον ασθενή λέγων· «Μη αφήσης να σε σχίσουν, διότι αποθνήσκεις, μόνον πίστευε». Ομού δε με τον λόγον έλαβε το καλυμμαύχιόν του και το ετοποθέτησεν εις τον ασθενή, παρευθύς δε (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ παντοδύναμε!) εφάνη ο Θεοφάνης χωρίς καμμίαν ασθένειαν, ούτε έξωθεν ούτε έσωθεν· εγερθείς δε από την κλίνην ο πρώην ακίνητος, εφώναζε το μεσονύκτιον· «Εάν δεν ήρχετο ο πατήρ ημών, επ’ αληθείας απέθνησκα. Αλλά δότε μοι να φάγω, και δεν πονώ πλέον». Οι δε αδελφοί, ακούσαντες τας φωνάς, ενόμιζον ότι από τους πόνους παρεφρόνησε και ανάψαντες φως είδον αυτόν όλον υγιά και εδόξασαν τον Κύριον, όστις όχι μόνον παρόντας, αλλά και απόντας δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας δούλους του. Είχον πόθον να επεκταθώ ολίγον από το προκείμενον, δια να στολίσω την ιεράν κεφαλήν του Οσίου με εγκώμια· αλλ’ επειδή αι πράξεις αυτού μόναι φθάνουν προς έπαινον αυτού και προς ημετέραν ωφέλειαν, δεν επιχειρώ πλέον να πολυλογώ, αλλά να είπω την μακαρίαν αυτού μετάστασιν. Ούτος ο θαυμάσιος εκαλογέρευσε και τον Όσιον Αθανάσιον, όστις έκτισε την Λαύραν του Άθωνος. Διότι καθώς ευρίσκετο μίαν φοράν ο Όσιος Μιχαήλ εις το Βυζάντιον, τον είδεν ο Αθανάσιος, ευλαβηθείς δε τας αρετάς του επήγεν εις το όρος του Κυμινά, όπου έμεινε χρόνους πολλούς εις την υπακοήν του. Όταν δε εγνώρισεν ο Αθανάσιος ότι έμελλε να κοιμηθή ο Όσιος Γέρων, έφυγε δια να μη τον κάμουν ηγούμενον, επήρε δε δια ευλάβειαν το κουκούλιον του Οσίου, το οποίον εφόρει πάντοτε εις τας μεγάλας εορτάς, όσον καιρόν έζησεν, έως την τελευταίαν ημέραν, την οποίαν προεγνώρισε. Δια την πολλήν δε ευλάβειαν, όπου είχε προς τούτον τον πνευματικόν Πατέρα του, φορέσας τότε τον μανδύαν και το ιερόν εκείνο κουκούλιον επορεύθη εις προϋπάντησιν του θανάτου, ούτω δε ενδεδυμένος παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού. Δεν γράφομεν εδώ περί τούτου περισσότερον, επειδή εκεί εις τον βίον του Αθανασίου εγράφη σαφέστερα πως έκτισε την Λαύραν με τα έξοδα, όπου του έστειλεν ο βασιλεύς Νικηφόρος, όστις ήτο ανεψιός τούτου του Οσίου Μιχαήλ, ως είρηται. Έχων ο Άγιος τοιούτους συγγενείς δεν εκενοδόξησε ποτέ, αλλά μάλλον εταπεινώνετο εις όλους, ώσπερ να ήτο χωρικός τις ευτελέστατος. Απηρνήθη τον κόσμον όταν ήτο δέκα οκτώ, έκαμεν εις την άσκησιν χρόνους πεντήκοντα, αγγελικώς ο αγγελώνυμος πολιτευσάμενος, χωρίς ποσώς να αλλάξη τον κανόνα της εγκρατείας έως εσχάτης αναπνοής, εκτός εάν ήτο βαρέως ασθενής ή ετύγχανε Δεσποτική πανήγυρις, ή ήθελεν έλθει προς αυτόν αξιόλογος τις και μέγας άρχων, όλον δε τον άλλον καιρόν ενήστευε πάντοτε. Και πρώτον μεν όταν έγινε Μοναχός έτρωγε κάθε δύο ημέρας μίαν φοράν, εις τους μέσους χρόνους κάθε πέντε ημέρας· ύστερον δε, και μάλιστα κατά τας αγίας Τεσσαρακοστάς, έτρωγε μόνον κάθε ημέρας δώδεκα. Η δε τροφή του ήτο οπωρικά και λάχανα, μαγειρευμένα ή άψητα, όσπρια, και τίποτε άλλο· το ποτόν του ύδωρ γλυκύτατον· το ένδυμά του πενιχρόν πολλά και τραχύτατον. Εκοιμάτο όταν μεν ήτο υγιής εις σκαμνίον καθεζόμενος, εάν δε ήτο ασθενής, εις την κλίνην, ήτις είχε μίαν ψάθαν και δύο δερμάτια. Ήτο δε κατά πολλά φιλέορτος, εξόχως όταν ήτο του Δεσπότου Χριστού ή της Θεοτόκου πανήγυρις, εις τας οποίας ηγρύπνει ολονυκτίς και έψαλλεν ευφραινόμενος· κατ’ άλλην ημέραν δεν τον έβλεπε τις χαρούμενον, μόνον ότε ήτο πανήγυρις, ταύτην ετέλει με πολλήν ευλάβειαν. Δια την αιτίαν ταύτην κατεδέχετο η πανύμνητος Δέσποινα και ήρχετο ουσιωδώς εις εκείνον τον Ναόν, όπου του έδιδε την ευλογίαν Της, καθώς επιστώθημεν από τούτο το θαυμάσιον. Εις το Βυζάντιον έζη ομοίως εις φιλόχριστος, όστις εώρταζε την Παναγίαν με πολλήν ευλάβειαν, καθώς δε ούτος ηύχετο εις το στασίδιον όπου ήτο εις την αγρυπνίαν Της, Την είδεν εις οπτασίαν να του λέγη· «Είναι ανάγκη να υπάγω εις το όρος του Κυμινά, να συνεορτάσω με τον Μοναχόν Μιχαήλ τον πιστόν μου δούλον, όστις με αναμένει με πόθον πολύν και ευλάβειαν». Ταύτα βλέπων ο ευλαβής εκείνος, όστις Την εώρταζεν, επήγεν εις τον Κυμινάν, συνομιλήσας δε με τον Όσιον, εγνώρισεν ότι δικαίως επρόκρινεν αυτόν η Παντάνασσα και ωμολόγησε το θαυμάσιον. Ούτω πολιτευσάμενος ο ισάγγελος και αγγελώνυμος ούτος Όσιος οσίως και θεαρέστως απήλθε προς την αιώνιον Βασιλείαν, ης τύχοιμεν και ημείς τη θεία φιλανθρωπία και χάριτι. Αμήν. 

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΣΕΡΑΠΙΩΝ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΣΕΡΑΠΙΩΝ ο νέος πυρί τελειούται.                                                        

Σεραπίων ο Μάρτυς ήκμασεν επί Σεβήρου του βασιλέως εν έτει ργ΄ (103) ανήρ θεοσεβής και αγαθός την γνώμην· συλληφθείς δε υπό του άρχοντος Ακύλα, και ερωτηθείς ποίας θρησκείας είναι, ωμολόγησε παρρησία, ότι πιστεύει και σέβεται τον Χριστόν. Όθεν ριφθείς εις πυράν, έλαβε παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. 

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Oi Άγιοι Μάρτυρες Πρόκλος και Ιλάριος

Τη ΙΒ΄ (12η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΡΟΚΛΟΥ και ΙΛΑΡΙΟΥ.                           

Πρόκλος και Ιλάριος οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Τραϊανού και Μαξίμου ηγεμόνος, εν έτει ρστ΄ (106), κατήγοντο δε εκ της χώρας των Καλλίπων, κειμένης πλησίον της Αγκύρας. Συλληφθείς λοιπόν πρώτος ο Άγιος Πρόκλος και ομολογήσας τον Χριστόν ενώπιον του βασιλέως, παρεδόθη εις τον ηγεμόνα Μάξιμον όπως τιμωρηθή. Όθεν κατά προσταγήν του ηγεμόνος οι στρατιώται, καταξέσαντες πρώτον τον Άγιον, κατέκαυσαν έπειτα με ανημμένας λαμπάδας τα μέλη του, τα οποία είχον πληγωθή εκ των ξεσμών· μετά ταύτα δ’ εκρέμασαν αυτόν επί ξύλου και προσέθεσαν εις τον πόδα του πέτραν βαρείαν. Ύστερον απεφάσισεν ο ηγεμών να θανατωθή ο Άγιος δια βελών. Φερόμενος λοιπόν ο τρισμακάριος αθλητής εις τον τόπον της τιμωρίας συναντά καθ’ οδόν τον ανεψιόν του Ιλάριον, ο οποίος, επειδή εχαιρέτισε τον θείον του, συνελήφθη και αυτός υπό των Ελλήνων. Και ο μεν Άγιος Πρόκλος, καταπληγωθείς εκ της πληθύος των βελών, απήλθε προς Κύριον και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Ο δε Άγιος Ιλάριος, ερωτηθείς και ομολογήσας εαυτόν Χριστιανόν, κρεμασθείς εδάρη, έπειτα εσύρθη κατά γης επί τρία μίλλια, έπειτα δε απεκεφαλίσθη και ενεταφιάσθη μετά του θείου του Αγίου Πρόκλου. Τελείται δε η αυτών σύναξις και εορτή εις το Μοναστήριον της Υπατίας, πλησίον εις τον τόπον τον λεγόμενον Ματρώνα. 

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Η αγία Όλγα βασίλισσα της Ρωσίας

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας ισαποστόλου βασιλίσσης ΟΛΓΑΣ της δια του αγίου Βαπτίσματος μετονομασθείσης ΕΛΕΝΗΣ.                                                                                          

Όλγα η αγία αύτη βασίλισσα της Ρωσίας, η δια του αγίου Βαπτίσματος μετονομασθείσα Ελένη κατά το έτος 957 από Χριστού, υπήρξεν, ως λέγει ο Νέστωρ, η Ηώς και το Άστρον της σωτηρίας της Ρωσίας δια τον ακάματον ζήλον αυτής προς εξάπλωσιν του Χριστιανισμού ως και δια την υψηλήν εν γένει θρησκευτικήν και πολιτιστικήν σταδιοδρομίαν αυτής ομοιάζουσαν προς τον βίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Δύσκολον είναι να περιγράψη τις λεπτομερώς τας αόκνους προσπαθείας και την ενδελεχή διδασκαλίαν αυτής προς διαφωτισμόν του Ρωσικού λαού και του απίστου υιού της Σβιατοσλαύου, τους οποίους εδίδασκε περί της ειρηνικής γαλήνης, της οποίας απολαύει η ψυχή του επιγνόντος τον εν τω Χριστιανισμώ αληθή Θεόν. Ουχί δε μόνον με την διδασκαλίαν, αλλά πολύ περισσότερον με τα καλά έργα ως παράδειγμα και με τας θερμάς ολονυκτίους δεήσεις και τα διάπυρα δάκρυα παρεκάλει τον Θεόν, όπως φωτίση και καθοδηγήση και τον εθνικόν υιόν αυτής και τον Ρωσικόν λαόν εις επίγνωσιν του αληθινού Θεού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αλησμόνητον παράδειγμα της θερμής αυτής διδασκαλίας παρέχουν εις ημάς οι τελευταίοι προς τον υιόν αυτής λόγοι, όμοιοι προς τους συγκινητικούς λόγους της Αγίας Ανθούσης, μητρός του ιερού Χρυσοστόμου, αμφοτέρων ούτως παρακαλουσών τους υιούς αυτών, όπως αναμένωσι τον θάνατόν των και μη εγκαταλείψωσιν αυτάς μόνας. Η Αγία αύτη ελθούσα ποτέ εις το Βυζάντιον μετά της ακολουθίας αυτής έτυχεν εκεί θερμής υποδοχής δια τους υπέρ του Χριστιανισμού αγώνας αυτής· επιστρέψασα είτα εις Ρωσίαν και εις πλείστους έτι αγώνας επιδοθείσα και ψυχάς αναριθμήτους τω Θεώ παραδώσασα παρέδωκε τέλος και την αγίαν αυτής ψυχήν εις χείρας Θεού την ενδεκάτην (11ην) του μηνός Ιουλίου. 

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ο μαρτυρήσας εν έτει αωκ΄ (1820) από Χριστού, μαχαίρα τελειούται.                                                                                                           

Νεκτάριος ο αληθινός Οσιομάρτυς του Χριστού κατήγετο από μίαν επίσημον κωμόπολιν της Μικράς Ασίας, εν τη επαρχία της Μητροπόλεως Εφέσου κειμένην, καλουμένην Βρύουλλα ή Βουρλά. Ορφανός δε ων πατρός και μόνον την πτωχήν μητέρα του έχων, ήτο την ηλικίαν δεκαεπτά ετών, ότε μη δυνάμενος να πορίζηται τα προς το ζην προσεκολλήθη εις ένα συμπολίτην του Αγαρηνόν, όστις του έδωσε τας καμήλους του να τας υπηρετή, ίνα εκ τούτου κερδίζη την ζωοτροφίαν του και να λαμβάνη και κάποιον μισθόν. Επειδή δε κατά τον καιρόν εκείνον ηκολούθησε μέγα θανατικόν εις την πατρίδα του, ανεχώρησαν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης εις τας εξοχάς δια τον φόβον του θανατικού· μεταξύ δε τούτων και ο αγάς του Νικολάου (τούτο ήτο το κοσμικόν όνομά του) και άλλοι Αγαρηνοί, έχοντες ομοίως δια τας καμήλους των οδηγούς άλλους εξ νέους Χριστιανούς, με τους οποίους συνανεστρέφετο και ο Νικόλαος καθ’ όλον το διάστημα του θανατικού. Εκεί συναναστρεφόμενοι οι νέοι μετά των Οθωμανών, ήσαν όλως διόλου απομεμακρυσμένοι από κάθε άλλην συναναστροφήν, καθώς συμβαίνει εις τοιούτους καιρούς, απατηθέντες δε από τους Αγαρηνούς επίστευσαν εις τον ολοκληρωτικόν αφανισμόν των Χριστιανών της πατρίδος των και ότι μόνον αυτοί και οι κύριοί των Αγαρηνοί έμειναν ζώντες εις τον κόσμον. Όθεν συμβουλευθέντες είπον μεταξύ των· «Αι, αδέλφια! Ημείς εχάσαμεν τους γονείς μας· κατάστασιν δεν έχομεν· με αυτούς που ευρισκόμεθα, όποιαν πίστιν έχουν αυτοί ας έχωμεν και ημείς, δια να ημπορούμεν να ζήσωμεν». Ούτως εξώμοσαν και οι επτά παίδες, φευ της ανοησίας των! και περιετμήθησαν, διάγοντες οθωμανικώς μετά των Οθωμανών. Αφού δε κατέπαυσε το θανατικόν, επέστρεψαν άπαντες εις τας οικίας των, ομού και ο αγάς του Νεκταρίου. Μετά παρέλευσιν ικανών ημερών, ερευνών ο καλός Νικόλαος περί της μητρός του, έμαθεν ότι ζη και είναι υγιής· περιχαρής γενόμενος ο νέος έτρεξεν ευθύς και επήγε να συναντήση την γλυκυτάτην μητέρα του, ενδεδυμένος με τα τουρκικά του φορέματα, Τούρκος ων, χωρίς να στοχάζεται παντελώς τι κακόν ήτο εκείνο όπου έκαμε. Συνήντησε λοιπόν την μητέρα του με μεγάλην χαράν· αλλ’ η ευσεβεστάτη εκείνη γυνή και καλή μητέρα, ευθύς ως είδεν αυτόν με τέτοιαν παράστασιν, δεν έχασεν ούτε στιγμήν, αλλά λέγει προς αυτόν· «Μη έλθης πλησίον μου. Ποία εμφάνισις είναι αυτή που βλέπω εις σε»; Εκείνος αμέσως αποκρίνεται εις αυτήν αδιαφόρως, ότι έγινε Τούρκος, φευ! μη ειδώς ο ελάλει. Η καλή Χριστιανή, χωρίς άλλον λόγον, «φεύγε, του λέγει· φεύγε απ’ εδώ ως τάχιστα! Εγώ δεν εγέννησα Τούρκον, αλλά εγέννησα Νικόλοαν Χριστιανόν· φεύγε, να μη σε βλέπουν οι οφθαλμοί μου». Ομοίως του είπε και άλλα πολλά τοιαύτα, με ψυχροτάτην αποστροφήν. Ο καλός υιός υπήκουσεν· υπετάχθη εις την αποστροφήν της καλής μητρός· δεν απεκρίθη λόγον ουδένα, αλλά παρευθύς ηννόησε το μέγα κακόν όπου έκαμε και τα σκληρά λόγια της καλής μητρός ως φαρμακερά βέλη διεπέρασαν την καρδίαν του καλού υιού. Περίλυπος γενόμενος έως θανάτου ανεχώρησεν· απεχωρίσθη την γλυκυτάτην μητέρα, εις εαυτόν δε ελθών, προσεκολλήθη η ψυχή αυτού προς τον γλυκύτατόν μας Ιησούν, και φεύγων κατά διάνοιαν έλεγεν· «Πηγή του ελέους! Άβυσσος της αγαθότητος! Πατήρ των οικτιρμών! Ελέησόν με! Την ανομίαν μου εγνώρισα και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι δια παντός· οδήγησόν με εν γη ευθεία». Δεν επέστρεψε λοιπόν πλέον εις την κατηραμένην οικίαν του αγά, αλλ’ επήγεν εις την Σμύρνην. Κατ’ οικονομίαν δε του αγίου Θεού ευρήκεν εκεί καθ’ οδόν ένα θείον του πλοίαρχον, ανεγνωρίσθησαν ευθύς και εφανέρωσεν ο νέος μυστικώς εις αυτόν την φρικώδη αμαρτίαν, εις την οποίαν από ανοησίαν υπέπεσεν. Ο θείος του ελυπήθη σφόδρα, αλλά τον ευσπλαγχνίσθη, τον ενέδυσε φράγκικα ιμάτια και τον επεβίβασεν εις ένα πλοίον, το οποίον επήγαινεν εις Κωνσταντινούπολιν. Απ’ εκεί τον συνεβούλευσε και τον παρεκίνησε να υπάγη εις την Ρωσίαν, να μετανοήση δια το μέγα αμάρτημα, να διορθωθή ψυχικώς και να ησυχάση εκεί, έχων προ οφθαλμών εις όλην του την ζωήν τον φόβον του Θεού, χωρίς να λησμονήση ποτέ αυτό το ανόμημα, του είπε δε και άλλα πολλά. Ο δε νέος επήγεν εις την Πόλιν· απ’ εκεί κατήντησεν εις την Βλαχίαν, συμβουλευόμενος από άλλους, ότι και εκεί χριστιανικοί τύποι είναι και ευρίσκει την σωτηρίαν της ψυχής του. Έφυγεν όμως και από εκείνους τους τόπους, βλέπων ότι, αντί να ωφεληθή, εκινδύνευε περισσότερον να απολεσθή ψυχικώς και επέστρεψε πάλιν εις Σμύρνην, συλλογιζόμενος με μεγάλην φροντίδα περί του πώς να οικονομήση την σωτηρίαν του. Εις Σμύρνην ευρισκόμενος συνήντησε δια δευτέραν φοράν τον προαναφερθέντα θείον του, όστις βλέπων αυτόν ανέλπιστα εκ δευτέρου τον απεστράφη και τον απεδίωξε, διότι δεν τον ήκουσε, να πράξη καθώς τον είχε συμβουλεύσει. Όλα όμως αυτά εγίνοντο κατά θείαν βούλησιν και πρόνοιαν, επειδή απελπιζόμενος ο καλός Νικόλαος όλως διόλου από ανθωπίνης βοηθείας, ήρχισε να κλαίη θερμώς και να λέγη με ακροτάτην κατάνυξιν εκ βαθέων ψυχής· «Θεέ μου εύσπλαγχνε! Παντοκράτορ και ελεήμον! Φώτισόν με, ίνα γνωρίσω οδόν εν η πορεύσομαι· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού· μη νικήση το μέγεθος των αμαρτιών μου την άμετρον ευσπλαγχνίαν σου». Ταύτα παρακαλών τον Κύριον επρόφθασε σύντομα και το έλεος του Θεού και τον ωδήγησαν τινές Χριστιανοί εις τινα αγιορείτην  πνευματικόν πρακτικώτατον, όστις ευρέθη τότε εις την Σμύρνην, εις τον οποίον και εξωμολογήθη με συντριβήν καρδίας όσα εκ νεότητος ήμαρτεν· έκλαυσε δε πικρώς την μεγάλην ανομίαν, την οποίαν ανοήτως είχεν εκτελέσει. Ο δε πνευματικός, αφού τον κατήχησεν αρκούντως, τον παρηγόρησεν· είτα τον συνεβούλευσε να υπάγη εις το Άγιον Όρος, εκεί δε αναμφιβόλως θέλει εύρει την σωτηρίαν του και ψυχικώς και σωματικώς. Τέλος πάντων κατευωδώθη θεία δυνάμει εις Άγιον Όρος και εκεί ευρήκεν ένα συμπατριώτην του κελλιώτην , όστις τον εδέχθη μετά φιλαδελφίας και τον ανέπαυσε σωματικώς. Έπειτα τον παρουσίασεν εις πολλούς πνευματικούς Πατέρας αγίους, κατά ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένους και πεφωτισμένους υπό του Παναγίου Πνεύματος, ώστε να δύνανται με τας ψυχοσωτηρίους διδασκαλίας και πατρικάς νουθεσίας των να επιστρέφωσι τους προσερχομένους από την αμαρτίαν, να τους φωτίζωσιν εις παν έργον αγαθόν και να τους στερεώνωσιν εις την αρετήν. Με τας συχνοτέρας λοιπόν κατανυκτικάς εξομολογήσεις όπου έκαμνεν ο τρισμακάριος και την τελείαν μετάνοιαν της εξ αγνοίας μεγάλης του αμαρτίας, επέλαμψεν εν τη καρδία του έρως θεϊκός και καταφλέγετο ακαταπαύστως πότε και πώς να αξιωθή να χύση το αίμα του υπέρ της αγάπης του γλυκυτάτου μας Ιησού Χριστού. Τούτο εφανέρωσεν εις τους αγίους εκείνους πνευματικούς, οίτινες, κατά την συνήθειαν και το χρέος των, ημπόδιζον αυτόν από τούτο, προβάλλοντες τους πολλούς κινδύνους και τας δυσκολίας όπου έχει το μαρτύριον. Εδοκίμασε δε ο αείμνηστος εις το Άγιον Όρος πολλούς και διαφόρους πειρασμούς και θλίψεις, διωκόμενος και αποστρεφόμενος, φθόνω του μισοκάλου, αλλά πάντα υπέμεινεν αγογγύστως με άκραν του ευχαρίστησιν, δοξάζων τον Άγιον Θεόν και την Κυρίαν Θεοτόκον, με λογισμόν ότι όλα αυτά του εγίνοντο δι’ άφεσιν των αμαρτιών του και σωτηρίαν της ψυχής του. Ούτως έχων, έμαθεν ότι εις την περιβόητον σκήτην της Αγίας Άννης ευρίσκετο ένας συμπατριώτης του οσιώτατος Χατζή Στέφανος καλούμενος, συναγωνιζόμενος εκεί επ’ αρετή μετά των λοιπών οσιωτάτων Πατέρων. Όθεν εσκέφθη ότι ημπορούσε να εύρη εκεί την πεποθημένην του ησυχίαν και να αγωνισθή όσον βούλεται, κατά τας δυνάμεις του. Όθεν έτρεξεν ευθύς, επήγεν εκεί και ευρήκε τον ποθούμενον. Ο δε οσιώτατος Χατζή Στέφανος τον υπεδέχθη ασμένως, αυτός δε του εφανέρωσεν όλα όσα του συνέβησαν απ’ αρχής, έως εις αυτήν την ώραν όπου ηνταμώθησαν. Ο ευλογημένος αυτός και ευσπλαγχνικώτατος, ακούων αυτόν, έκλαυσε μεν κατά τούτο, ότι ένας τοσούτον νέος εδοκίμασε τοιαύτα δεινά, εχάρη δε ταυτοχρόνως, ότι τον είδεν εις τοιαύτην μετάνοιαν και επιστροφήν· δια ταύτα και τον εκράτησαν εις την οικίαν των να συναγωνίζεται μετ’ αυτών, ούτω δε να καθαρισθή τελείως από κάθε ρύπον και μολυσμόν σαρκός και πνεύματος. Εδοκίμασεν όμως πολλούς πειρασμούς και ο Χατζή Στέφανος, συνεργεία του Σατανά, και γογγυσμούς από την συνοδείαν του, η οποία δεν ήθελε κατ’ ουδένα τρόπον να μείνη μαζί των ο προ του μαρτυρίου Μάρτυς τη προαιρέσει Νεκτάριος· αλλ’ ο χριστομίμητος Στέφανος πάντα υπέμεινε με άκραν υπομονήν δια την αγάπην του Χριστού, ομού και την του αδελφού Νεκταρίου. Τέλος η χάρις του Παναγίου Πνεύματος εφώτισε τους συναδέλφους του ασκητάς και ησύχασαν αναμεταξύ των, ευχαριστηθέντες να έχωσι και τον ξένον αυτόν και πτωχόν μεθ’ εαυτών να συναγωνίζεται. Ω των σοφών κριμάτων, Χριστέ Βασιλεύ! η πρώην ανησυχία και ταραχή, η αποστροφή και το μίσος, έγιναν ύστερον γαλήνη και ησυχία και αγάπη κατά Χριστόν ειλικρινεστάτη και καθαρά· όθεν όλη η Συνοδεία των αδελφών εφιλοτιμήθησαν ολοψύχως να αναδείξουν τον διωκόμενον και μισούμενον ξένον σκεύος καθαρόν και άξιον εργάτην των εντολών του Χριστού. Αλλά δόξα σοι, Θεέ υπεράγαθε! Συ επιστρέφων λυπείς, ως σοφός ιατρός, αλλά και θεραπεύεις ως θαυμαστός οικονόμος. Όλοι εφρόντισαν δια την ψυχικήν σωτηρίαν του νέου· τον εφωδίασαν από όλα τα χρειώδη μυστήρια της λαμπράς και αληθούς ημών πίστεως, δια τον δρόμον της ασκήσεως· ουδείς δε ο αίτιος των τοιούτων καλών, ειμή η υπομονή βέβαια και των δύο, και του νέου αγωνιστού Νεκταρίου και του Γέροντος οσιωτάτου Στεφάνου. Υπομονή λοιπόν, αρετή αξιάγαστε! Συ γίνεσαι των θλιβομένων ψυχών η μόνη παραμυθία και ανάπαυσις. Αφού ηξιώθη να ενδυθή το των Μοναχών Αγγελικόν Σχήμα ο όντως Νεκτάριος, τις διηγήσεται τας νηστείας, χαμευνίας, γονυκλισίας, ολονυκτίους προσευχάς, όπου έκαμνεν αδιακόπως ο τρισμακάριστος; Τας δε χύσεις των δακρύων των αδύνατον λόγος να παραστήση· δύο πηγαί αείρρυτοι έγιναν οι δύο οφθαλμοί του· πάντες δε εθαύμαζον του νέου εκείνου την θείαν όντως αλλοίωσιν· ούτοι δε οι αγώνες και τα θεληματικά μαρτύρια, όπου καθ’ εκάστην εδοκίμαζεν ο και προ του μαρτυρίου Μάρτυς του Χριστού, συντόμως και εις βραχύτατον καιρόν αποκατέστησαν αυτόν να δείξη την κλήσιν τη πράξει φερώνυμον· να αφαιρέση, δηλαδή, κάθε γήϊνον και θνητόν φρόνημα αφ’ εαυτού και να μιμηθή το πάθος του Εσταυρωμένου γλυκυτάτου μας Ιησού Χριστού και Θεού όσον τάχιστα. Και ακούσατε προσεκτικώς να θαυμάσητε, πόσα δύναται η μετάνοια η αληθινή και τελεία. Είσθε βέβαιοι ότι ένας ληστής, με το «Μνήσθητί μου» μόνον, εκέρδησε τον Παράδεισον, αλλ’ εις τον ίδιον καιρόν, εννοήσατε καλώς ή ερωτήσατε να μάθετε, το τι ήξιζεν εκείνος ο λόγος, εκείνη η μετάνοια του ευλογημένου ληστού; Ούτω λέγει ο χρυσορρήμων διδάσκαλος και λαμπρότατος φωστήρ της Οικουμένης, εις ένα του λόγον περί Εξομολογήσεως και Μετανοίας· «Τον ημαρτηκότα, επειδάν ομολογήση τα ημαρτημένα και την εξής ασφάλειαν επιδείξηται, αθρόον ο Θεός δίκαιον αποφαίνει, προωρισμένον και άξιον των ουρανίων αγαθών». Ώστε λοιπόν και ούτος ο ένδοξος Οσιομάρτυς Νεκτάριος, ένας τοιούτος νέος, μεταξύ ασεβών αναστρεφόμενος και ανατρεφόμενος, έτι δε και της ασεβείας εκείνων τρόφιμος γενόμενος, να αξιωθή μετά ταύτα τοιαύτης μετανοίας, πρώτον μεν με αγώνας ιεράς ασκήσεως, ύστερον δε και μετά μαρτυρικού τέλους, με τοιαύτα βάσανα, σώμα νεώτατον και απαλόν, επειδή δεν είχε πολύ περισσότερον από μίαν εικοσαετή ηλικίαν, άραγε δεν συνομολογείτε πάντες, ότι ήτο βέβαια προωρισμένος από τον δίκαιον Κριτήν των απάντων Θεόν, να δοξασθή και ούτος μετά των λοιπών αγίων Μαρτύρων; Ώστε λοιπόν ας μη φαίνεται εις κανένα παράξενον και φοβερόν, όταν ακούη από το στόμα του Χριστού, είτε τον ουράνιον Παύλον λέγοντα· «Ον μεν θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει», επειδή όσον δύσληπτον νόημα περιέχει τούτο το ρητόν, τόσον πάλιν είναι και εύληπτον. «Η γαρ δικαία του Θεού κρίσις ταις ημετέραις διαθέσεσιν εξομοιούται οία περ δε τα παρ’ ημών η, τοιαύτα ημίν εκ των ιδίων παρέχει». Είναι λόγος του Νυσσαέων φωστήρος μεγάλου Γρηγορίου· όμως ο λόγος ετράπη εις παρέκβασιν προς περισσοτέραν πληροφορίαν σας, αλλ’ επί το προκείμενον επανέλθωμεν. Δεν ηυχαριστήθη δε ο νέος ούτος ασκητής Νεκτάριος μέχρι τούτου, με μόνους τους αγώνας της ασκήσεως, καθώς τους ηκούσατε· αλλ’ αφού έπιεν άπαξ το θείον νέκταρ εκ των πηγών του σωτηρίου νάματος, ενθουσιών εις το εξής πλέον, έκλαιε και εδέετο: «Βασιλεύ δίκαιε, οικτίρμον και πολυέλεε! Σπλαγχνίσθητί με τον αχρείον δούλον σου· πλάσμα σου είμαι· κληρονομία σου είναι η ψυχή μου. Ενίσχυσον και ενδυνάμωσον τούτο το εξ αγνοίας μου μολυνθέν σώμα μου, να καθαρισθή με την χύσιν των αιμάτων μου και καθώς σε ηρνήθην ανοήτως, ούτω πάλιν αξίωσόν με να σε κηρύξω λαμπρώς Θεόν αληθέστατον ενώπιον των αθέων Αγαρηνών, Χριστέ μου γλυκύτατε, δια προστασίας της Παναχράντου σου Μητρός, της μόνης ελπίδος μου». Ούτως εδέετο καθ’ εκάστην ώραν με θερμότατα και άφθονα δάκρυα. Εφάνη δε η μεγάλη κατάνυξις και συντριβή της καρδίας του, ότι έγινε με την συνέχειαν του ολίγου καιρού της ασκήσεώς του ως μία φλόγα άσβεστος, ήτις κατέκαιε την ψυχήν του, βιάζουσα αυτόν να τρέξη όσον τάχιστα, ως διψώσα έλαφος εις τας πηγάς των μαρτυρικών υδάτων· εφανέρωσε δε εις τον οσιώτατον Χατζή Στέφανον τον υπερζέοντα πόθον του. Ο δε ευλογημένος ούτος ανήρ τον εμποδίζει αποβλέπων εις την τρυφεράν ηλικίαν του, αλλ’ ο θείος νέος δεν καταπείθεται και λέγει· «Είναι αδύνατον, Γέροντα, να εμποδισθώ. Φλογίζεται η καρδία μου και σπεύδω να χύσω το αίμα μου, με όσα είναι δυνατόν διάφορα κολαστήρια, υπέρ του ονόματος του γκυκυτάτου μου Δεσπότου, Κυρίου Ιησού Χριστού, τον οποίον ηρνήθην ο ταλαίπωρος». Τον παραλαμβάνει τότε ο χριστομίμητος Στέφανος, τον πηγαίνει εις διαφόρους πνευματικούς, αλλά και εκείνοι ομοίως τον εμποδίζουν, προβάλλοντες μυρία όσα, φοβούμενοι οι ιερώτατοι άνδρες το άδηλον της του μαρτυρίου εκβάσεως δια την νεότητά του· τους αποκρίνεται δε ο καλός αθλητής· «Είναι αδύνατον, θειότατοι και σεβασμιώτατοί μου πνευματικοί, να εμποδισθώ, έχων ενδυναμούσαν με την δύναμιν του γλυκυτάτου μου Ιησού και Θεού, έχων ενισχύουσάν με την άμαχον προστασίαν της Υπεραγίας Θεοτόκου· εγώ θέλω αρχίσει, η δε θεία δύναμις εκείνων θέλει τελειώσει τον αμετάθετον πόθον μου· ελπίζω εις την ευσπλαγχνίαν αυτών και του γλυκυτάτου Υιού, ως και της γλυκυτάτης Μητρός, να μη με εγκαταλείπωσιν αβοήθητον».  Οι άγιοι πνευματικοί τότε, ακούοντες τοιαύτα λόγια, με τοιούτον ένθερμον ζήλον, έκαστος ηύχετο αυτώ εκ ψυχής, επευλογών αυτόν πατρικώς, δεόμενοι του Αγίου Θεού να τον στηρίξη και να τον ενδυναμώση εις τον αγώνα του μαρτυρίου μέχρι της τελείας αθλήσεως, δια να αξιωθή και των ουρανίων και μαρτυρικών στεφάνων. Εφοδιασθείς λοιπόν με τας ευχάς και ευλογίας των τε αγιωτάτων εκείνων πνευματικών και των λοιπών οσιωτάτων Πατέρων, με τας εγκαρδίους δεήσεις των προς τον Άγιον Θεόν, έλαβε την άδειαν να απέλθη δια το μαρτύριον. Ο δε φιλομάρτυς και οσιώτατος Στέφανος, λέγει προς τον αθλητήν του Χριστού Νεκτάριον· «Αδελφέ! την ψυχήν μου υπέρ σου θύσω· καν δέη με συν σοι αποθανείν, ου μη σε απαρνήσομαι». Ευθύς λοιπόν κινούν αμφότεροι, λαβόντες τας ευχάς του οσιωτάτου Γέροντος και των λοιπών συνασκουμένων Πατέρων, δεόμενοι εξ όλης ψυχής, ίνα κατευθύνη Κύριος ο Θεός τα διαβήματα αυτών εις οδόν σωτηρίας μέχρι τέλους. Απεχωρίσθησαν λοιπόν αμφότεροι μετά δακρύων από την Ιεράν Συνοδείαν των, μηδέν προτιμήσας ο χριστομίμητος και πολλών επαίνων άξιος αυτός Χατζή Στέφανος εκ πάντων ων είχεν, υπέρ της αγάπης του Χριστού και του αδελφού Νεκταρίου, μηδέ εις νουν βαλλόμενος τον προκείμενον εις αυτούς αγώνα· αλλά τα πάντα παριδών και σκύβαλα λογισάμενος, ηκολούθει ο φιλομάρτυς τον Μάρτυρα και ούτως υπήγον εις διαφόρους οθωμανικούς τόπους, έτι δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν επί Πατριαρχίας του Παναγιωτάτου Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄. Πόσους δε πειρασμούς και οία δεινά οι τρισόλβιοι εδοκίμασαν είναι αδύνατον να εκφράσωμεν δια λόγων, δια τούτο και όλα παραιτούμεν, δια να μη γίνη η διήγησις απέραντος και προξενήση δυσαρέσκειαν εις τους ακούοντας. Εις όσα μέρη των Αγαρηνών επήγαν, ο μεν με σκοπόν δια να μαρτυρήση κατά τον πόθον του, ο δε δια να στέκη προς παρηγορίαν του και να τον επιστηρίζη με τα πρόσφορα και χρειώδη της αγιωτάτης ημών Πίστεως, δεν ήτο ευδοκία του Αγίου Θεού. Ήτο δε αποφασισμένον και προωρισμένον εκ θείας προνοίας, δια να πολεμήσωσι κατά του αλάστορος και κοσμοκράτορος διαβόλου και να δοκιμάσωσι πολλάς θλίψεις, στενοχωρίας, ύβρεις, διωγμούς και φυλακάς δια να φανώσι τέλειοι Μάρτυρες, ο μεν θείος Νεκτάριος ενεργεία και πράξει, ο δε Οσιώτατος Στέφανος τη κατά Θεόν γνώμη και προαιρέσει, ενθυμούμενοι πάντοτε, ότι ουδείς στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση· ύστερον δε από όλα αυτά, επήγαν και εις την πατρίδα των. Πάλιν δε ομοίως, αλλά και πολύ περισσότερον, έστησεν ο πονηρός δαίμων όλας τας παγίδας του κατ’ αυτών· αλλ’ εκεί και κατησχύνθη τελείως, και όλαι του αι δυνάμεις ως βέλη νηπίων εφάνησαν. Πρώτον διήγειρεν ο παγκάκιστος κατά των μακαρίων ανδρών όλους, συγγενείς, φίλους, γνωρίμους, μικρούς, μεγάλους, άνδρας, γυναίκας, ως θηρία ανήμερα να τους καταφάγωσι· τους απέβαλον τέλος πάντων, κακήν κακώς απ’ εκεί, δια να πληρωθώσιν εις αυτούς τα των Αποστόλων παθήματα «διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» και τα λοιπά. Όθεν επειδή δεν υπήρξε τρόπος να ευρίσκωνται ομού και οι δύο, έγινεν απόφασις του Αγίου Θεού να λάβωσι τέλος οι αγώνες των· και ο μεν Μάρτυς, εκεί όπου ηρνήθη ου κατ’ επίγνωσιν, εκεί και λαμπρώς να κηρύξη και να ομολογήση το σωτήριον όνομα του γλυκυτάτου Χριστού· ο δε φιλομάρτυς να σταθή εις άλλο μέρος, μέχρι της πεποθημένης ευτυχεστάτης εκβάσεως του μαρτυρίου, ίνα κομίσηται εκ Θεού και τέλειον τον μισθόν των βασάνων του και την απόλαυσιν της σορού των λειψάνων του Μάρτυρος Νεκταρίου του. Ο μεν λοιπόν οσιώτατος Στέφανος επήγεν εις την Σμύρνην με την γνώμην του Μάρτυρος, όχι κενώς και εις μάτην, αλλά δια να ενεργή απ’ εκεί παντοιοτρόπως τα τελεσιουργικά, όσα χρειώδη, προς σωτηρίαν της λαμπράς ημών πίστεως· ο δε Μάρτυς έμεινεν εις την πατρίδα του, ης ουδέν γλυκύτερον, κατά τον ειπόντα, να την αγιάση και να την λαμπρύνη με τον τέλειον σωματικόν αποχωρισμόν της ιεράς του αθλήσεως. Και ακούσατε! Δια να ησυχάση τους συμπατριώτας του και να παύση τον φόβον τον μέγαν όπου έλαβον δια τους Αγαρηνούς, παρουσιάσθη εις τους Τούρκους εν σχήματι οθωμανικώ, ζων μετ’ αυτών μέχρι του μπαϊραμίου των, πλην σύννους αείποτε και σκυθρωπός. Ελθούσης δε της παμμιάρου ταύτης εορτής των και αυτός συνεορτάζων εφαίνετο τρόπον τινά, δια να αποβάλη πάσαν υποψίαν από αυτούς, ότι είχε ποτέ συναναστροφήν μετά των Χριστιανών ή παρεκινήθη όλως υπ’ αυτών εις το έργον τούτο. Μετά τρεις ημέρας από της μιαράς εορτής του μπαϊραμίου, ημέρα Σαββάτω, κατά τας τρεις του Ιουλίου μηνός, προσευχόμενος ολονυκτίως εν κατανύξει και συντριβή καρδίας μετά θερμοτάτων δακρύων, ενδυναμωθείς υπό του θείου τούτου όπλου της προσευχής, παρουσιάσθη εις τον Κριτήν· χαιρετήσας δε αυτόν τουρκιστί, ως σύνηθες, είπεν εις αυτόν με θάρρος μέγα· «Εφέντη, εγώ εγεννήθην και ήμην Χριστιανός, Νικόλαος ονομαζόμενος· μικρός δε την ηλικίαν και ανόητος ων, επλανήθην υπό τινος των ενταύθα Χουσεϊν αγά, όστις υποσχεθείς εις εμέ πολλά πράγματα, υποστατικά, πλούτη χρημάτων, ιμάτια λαμπρά και άρματα καλά, με ηπάτησεν ως παιδί ανόητον και ηρνήθην, φευ! τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν και έγινα Τούρκος. Αφού ήλθον εις ηλικίαν μεγαλυτέραν και τον εγνώρισα ψεύστην εις τας υποσχέσεις του, ανεχώρησα από αυτόν και από τον τόπον τούτον και διέτριβον μέχρι τούδε εις Κεζάερλι (τούτο δε είπε δια να μη φανερωθή που διέτριβε)· τώρα δε, όπου έφθασα εις αυτήν την ηλικίαν όπου με βλέπεις, συλλογιζόμενος το μέγα κακόν όπου έπαθον, να αρνηθώ την αμώμητον και λαμπράν πίστιν των Χριστιανών από την ανοησίαν μου και να δεχθώ την βρωμεράν σας πίστιν, ιδού από την ώραν ταύτην παραιτούμαι αυτής και σας την επιστρέφω» Εν τω άμα δε έρριψε χαμαί το σαρίκι και το φέσι, λέγων· «Λάβετε τα σημεία της πίστεώς σας, εγώ Χριστιανός εγεννήθην, Νικόλαος, και Χριστιανός θέλω να αποθάνω δια μαρτυρίου, δια να πλύνω τον μολυσμόν, τον οποίον έλαβον, με την χύσιν των αιμάτων μου». Ταύτα ακούσας ο Κριτής, από ένα τοιούτον νέον, με τοσαύτην αφοβίαν, εξέστη και ηλλοιώθη την όψιν· πλην βλέπων την νεότητά του, την ωραιότητα και ελευθερίαν του, ήλπιζε με κολακείας να τον καταπείση. Αφού όμως είδεν, ότι δεν καταπείθεται, εκράτησε τον θυμόν του και του λέγει με ημερότητα· «Σε βλέπω, παιδί μου, πολύ νέον και σε στοχάζομαι ασυλλόγιστον και ότι αφ’ εαυτού σου δεν τα λέγεις αυτά· λοιπόν ύπαγε να συλλογισθής καλώς, επειδή η τοιαύτη σου παρρησία και αυτά όπου λέγεις με τόσην ελευθερίαν και αφοβίαν έχουν και βασάνους φοβεράς, τας οποίας δεν θα δυνηθής να υποφέρης, μόνον έλα εις τον εαυτόν σου». Ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ καλώς εσυλλογίσθην προηγουμένως και έβαλον προ οφθαλμών μου όλας τας βασάνους που δύνασθε να μου κάμετε και ούτως ήλθον να κηρύξω τον γλυκύτατόν μου Χριστόν Θεόν αληθέστατον παρρησία εις όλους σας και να λάβω μυρία βάσανα δια την αγάπην Του». Ο Κριτής πάλιν του είπε χωρίς οργήν· «Φύγε και πήγαινε να συλλογισθής». Ο Άγιος τότε ανεχώρησε και ευρών τόπον ήσυχον και απόκρυφον και διανυκτερεύσας προσηύχετο έως το πρωϊ. Την τρίτην ώραν της Κυριακής παρουσιάσθη πάλιν εις τον Κριτήν και του λέγει· «Ιδού, εφέντη· ήλθον δια να σου ειπώ, ότι εσυλλογίσθην κατά την προσταγήν σου καλώς και ομολογώ, ότι ηπατήθην ως ανόητον παιδί, καθώς και χθες σοι το είπον· τώρα δε με την αύξησιν της ηλικίας μου, όπου ήλθεν εις τον νουν μου εκείνο όπου έκαμα, κλαίω την αμαρτίαν μου και καταπατώ την μιαράν σας πίστιν ως ψευδή και πεπλανημένην». Ταύτα αφόβως λέγοντος του Μάρτυρος, επλήσθη θυμού μεγάλου ο Κριτής και υβρίσας αθέως αυτόν απέστειλε δεδεμένον εις τον ηγεμόνα του τόπου· αλλ’ επειδή αυτός κατά σύμπτωσιν έλειπεν εις το Μελεμένι, έφερον τον Άγιον οι υπηρέται εις τον Μπουλούκμπασην του ηγεμόνος, όστις, ιδών αυτόν ούτω σεμνοπρόσωπον, ωραιότατον και ακμάζοντα την ηλικίαν, εθαύμασε και ήρχισε με πραότητα να τον ερωτά, τις είναι και διατί τον έφεραν με τέτοιον τρόπον έμπροσθέν του. Ο Άγιος είπεν εις αυτόν τα όμοια· ο δε μιαρός εκείνος, μολονότι εθύμωσε, δεν έκρινεν εύλογον να αποφασίσουν τι κατ’ αυτού, απόντος του ηγεμόνος. Όθεν έβαλεν αυτόν εις φυλακήν, ασφαλίσας τους πόδας του εις την λεγομένην ποδοκάκην, εκρέμασαν δε και άλυσον εις τον μακάριον λαιμόν του. Τότε ο τρισμακάριστος Μάρτυς επλήσθη πάσης χαράς, ότι τον ενεθυμήθη ο κηρυττόμενος υπ’ αυτού γλυκύτατος Χριστός. Ούτως ευρίσκετο ο Μάρτυς εις την φυλακήν πέντε ημερονύκτια, δεόμενος με θερμότατα δάκρυα να τον ενδυναμώση ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ικετεύων δε την Βασίλισσαν του ουρανού και της γης έλεγεν· «Ιδού προσέρχομαι ζεούση ψυχή, Κυρία και γλυκυτάτη μου Δέσποινα, μη τολμών να προσέλθω εις τον Υιόν Σου μετά παρρησίας δια τας απείρους μου αμαρτίας· πρόφθασον, αντιλαβού μου! Μη βδελύξης με· μη παραβλέψης με τον μεγίσταις οδύναις εξεταζόμενον, αλλ’ ενίσχυσόν με και καταπράϋνον τον κλύδωνα των πονηρών μου λογισμών· επάναψον τον προς τον Υιόν Σου και Θεόν μου πόθον και φόβον μέχρι τελευταίας μου αναπνοής, ίνα μη καταφλεχθώ ο τάλας τω ασβέστω και αιωνίω πυρί». Ταύτας και άλλας πολλάς ευχάς λέγων, έμεινε τρία ημερονύκτια παντελώς άσιτος και χωρίς ύδωρ. Συγχρόνως εδίδασκε και τινας των Χριστιανών, φυλακισμένους δια αιτίας τινάς, συμβουλεύων αυτούς όσα συνετέλουν εις ψυχικήν σωτηρίαν των, προλέγων εις αυτούς και τα μέλλοντα να συμβώσιν εις αυτόν. Εν τω μεταξύ δε των ημερών τούτων ήρχοντο εις την φυλακήν κατά σειράν και όλοι οι προύχοντες και πλούσιοι των Αγαρηνών, υποσχόμενοι εις αυτόν πλούτη, αμπέλους, εργαστήρια, γάμους και όσα άλλα δύνανται να εφελκύσωσι και να απατήσωσι μίαν τοιαύτην νεότητα· αλλ’ ο γενναίος του Χριστού Μάρτυς πάντας απέστελλεν απράκτους και κατησχυμμένους δια των γενναίων του αποκρίσεων, λέγων εις αυτούς· «Πάντα ταύτα θεωρώ σκύβαλα, αλλά και ο κόσμος όλος δεν με ενδιαφέρει, μόνον δε το κοσμοσωτήριον πάθος του Χριστού μου επιποθώ». Ταύτα λέγων ο Μάρτυς εξέπληξεν άπαντας· παρελθουσών δε των πέντε ημερών, έφθασε και ο ηγεμών, ημέρα Παρασκευή, ως λέων ορυόμενος κατά του Μάρτυρος, επειδή έμαθε τα κατ’ αυτόν άπαντα. Ευθύς λοιπόν επρόσταξε και έφεραν τον Άγιον έμπροσθέν του· και κατά πρώτον μεν τον ηρώτησε μετά πραότητος και γελαστού προσώπου· «Συ είσαι εκείνος όπου έχουν εις την φυλακήν, διότι είχες δεχθή την πίστιν μας και τώρα την αρνείσαι»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ναι, εγώ είμαι». Λέγει πάλιν ο ηγεμών· «Ποίος από τους γκιαούρηδες σου είπεν ότι θέλεις γίνει Άγιος με αυτόν τον τρόπον»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Η ευσπλαγχνία του Ιησού Χριστού μου, ήτις είναι άπειρος, θέλει με ελεήσει και καθαρίσει από τον ρύπον, τον οποίον έλαβον από την σφραγίδα της μιαράς σας πίστεως, και θέλει λαμπρύνει την ψυχήν μου με την χύσιν των αιμάτων μου». Του είπεν ο ηγεμών· «Εις εσένα, μουρτάτη, κατέβη ο Θεός να τα βεβαιώση αυτά»; Λέγει ο Μάρτυς· «Ναι, εις εμέ». Βλέπων ο ηγεμών την παρρησιαστικήν τόλμην του Αγίου, πάλιν με κολακείας του λέγει· «Ελθέ, παιδί μου, εις τον εαυτόν σου! Λυπήσου την νεότητά σου, την ωραιότητά σου! Κράτει την πίστιν μας και εγώ θα σε κάμω υπάλληλόν μου, θα σου χαρίσω μεγάλα αγαθά και θα σε τιμήσω περισσότερον από όλους· ειδεμή θέλω σε βασανίσει ασπλάγχνως και θα σε θανατώσω ανηλεώς». Είπεν ο Μάρτυς· «Τα αγαθά σου και αι τιμαί σου μαζί και με την θρησκείαν σου ας υπάγουν εις απώλειαν· εγώ δε την χριστιανικήν μου πίστιν κρατώ, το δε γλυκύτατον όνομα του Χριστού μου κηρύττω και μεγαλύνω δια παντός, προσκυνών Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, επικαλούμαι δε την Κυρίαν μου Θεοτόκον πάντοτε εις βοήθειάν μου· τας δε βασάνους και τα μαρτύρια, άτινα θέλεις μου κάμει και αυτόν τον θάνατον, δεν τα φοβούμαι τελείως, αλλά επιθυμώ να τελειώσω όσον τάχιστα». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών κατησχύνθη και έμεινε συλλογισμένος· όθεν μη γνωρίζων τι να πράξη, επρόσταξε να τον ρίψουν πάλιν εις την φυλακήν με αλύσεις και εις την ποδοκάκην, σκληρότερον από την πρώτην φοράν. Ο δε μακάριος έχαιρε και ηγαλλιάτο λέγων· «Κύριος βοηθός μου και ου φοβηθήσομαι, τι ποιήσει μοι άνθρωπος»; Ταύτα ερευνών και ο φιλομάρτυς οσιώτατος Στέφανος και μανθάνων υπερεφαιδρύνετο· και ήλπιζεν ότι, καθώς ήτο η αρχή, τοιουτοτρόπως θα ήτο και το τέλος μακάριον και δεν έπαυε να διενεργή απ’ εκεί τα προς σωτηρίαν του Μάρτυρος. Οι δε Χριστιανοί, ακούοντες και βλέποντες τα του Αγίου τρόπαια, μετεβλήθησαν εις ημερότητα και ευλάβειαν, παρακαλούντες τον Άγιον Θεόν να τον ενδυναμώση μέχρι τέλους· κατ’ εκείνην δε την νύκτα της Παρασκευής, κατά την οποίαν εξημέρωνε Σάββατον, εζήτησεν ο μακάριος δια μέσου τινών Χριστιανών την δια προσευχής βοήθειαν των ιερέων και την θείαν Κοινωνίαν των Αχράντων Μυστηρίων. Όθεν τινές των ιερέων και λαϊκών, αναθαρρήσαντες, απέστειλαν εις αυτόν τω Σαββάτω πρωϊ την ιεράν μετάδοσιν, την οποίαν λαβών εις χείρας και προσευχηθείς ικανώς μετέλαβε μετά κατανύξεως και δακρύων πολλών. Τοιουτοτρόπως ενδυναμωθείς υπό του θείου και ακαταμαχήτου τούτου όπλου της θείας Μεταλήψεως περιέμενε την κατ’ αυτού απόφασιν ώρα τη ώρα· πλην επέρασε και εκείνη η ημέρα του Σαββάτου, κατά την οποίαν δεν παρέλειψεν ο ηγεμών να ερωτά αυτόν αμέσως και εμμέσως πολλάς φοράς και να αγωνίζεται μεγάλως, μήπως και απατήση αυτόν με τας κολακείας του, αλλά εις μάτην εκοπίαζεν ο παράνομος. Το εσπέρας λοιπόν του είπεν, ότι αύριον που είναι η Κυριακή σας θα σε αποκεφαλίσω ανηλεώς και θα σε κατακαύσω τόσον, ώστε η κόνις σου να μη φανή. Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Σου είπα, ότι όσας βασάνους και αν επινοήσης να μου κάμης, τας δέχομαι μετά πάσης χαράς, δια την αγάπην του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού». Τότε ο βάρβαρος ηγεμών απελπισθείς επρόσταξε τους δημίους να τον βασανίσουν ανηλεώς, οίτινες και τον εβασάνισαν διαφόρως, καθώς διηγούντο τρεις ευλαβείς Χριστιανοί, οίτινες χάριν περιεργείας δεν έλειψαν από την αγίαν ταύτην θεωρίαν τελείως, καθ’ όσον ηδυνήθησαν, επειδή τους είχε παραγγείλει ο Όσιος Χατζή Στέφανος. Τα δε βάσανα ήσαν ξυλισμοί, χάλκινοι δίσκοι πεπυρωμένοι εις την κεφαλήν και άλλα τινά, έως ότου έμεινεν ο Άγιος ημιθανής. Έπειτα τον έρριψαν πάλιν ως νεκρόν εις την φυλακήν· αλλ’ η θεία δύναμις επρόφθασε και εις καταισχύνην των αθέων Αγαρηνών, εις στηριγμόν δε της σωτηρίας των Ορθοδόξων, εφάνη ο Μάρτυς υγιής και ωραίος ως πρότερον, ψάλλων: «Εξομολογήσομαί σοι, Κύριε, εν όλη καρδία μου,  διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου· ευφρανθήσομαι και αγαλλιάσομαι εν σοι … σώσον τον δούλον σου ο Θεός μου, τον ελπίζοντα επί σε … το έλεός σου μέγα επ’ εμέ, και ερρύσω την ψυχήν μου εξ άδου κατωτάτου… ο Θεός παράνομοι επανέστησαν επ’ εμέ… Συ, Κύριε, ο Θεός μου, οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος· επίβλεψον επ’ εμέ… Ιδέτωσαν οι μισούντες με και αισχυνθήτωσαν». Τούτους και άλλους ψαλμούς και ευχάς λέγων δεν έπαυσεν αγαλλόμενος έως της τρίτης ώρας της λαμπράς και αξιομνημονεύτου εκείνης Κυριακής, κατά την οποίαν εωρτάζετο και η μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας τη ενδεκάτη του Ιουλίου. Τότε συνήχθησαν πάντες οι προύχοντες των Οθωμανών και είπον εις τον ηγεμόνα· «Εφέντη! Δεν συμφέρει πλέον να ζη αυτός ο νέος, όστις εφάνη απειθής και καταισχύνεται η θρησκεία μας με το πολύ πείσμα του». Τότε ο ηγεμών τον παρέδωκεν εις αυτούς, να τον υπάγουσιν εις τον Κριτήν και εάν δεν καταπεισθή, να γράψη την κατ’ αυτού απόφασιν. Εξάγουσι τότε αυτόν εκ του ηγεμόνος γυμνόν, ανυπόδητον, ασκεπή και ημίγυμνον. Αυτός δε υπερχαρής όλος και υπέρλαμπρος, ως άλλος Άγγελος εφαίνετο ο τρισόλβιος. Φθάσας δε εις τον Κριτήν και ερωτηθείς, αυτός είπε μεγαλοφώνως το «Πιστεύω» ολόκληρον παρρησία παντός του πλήθους των Αγαρηνών, χωρίς να δειλιάση ποσώς. Τότε εβάφη κάλαμος αποφάσεως κεφαλικής τιμωρίας. Όθεν έσυραν οι δήμιοι τον μακάριον, ως άγρια θηρία, και έδερον αυτόν ασπλάγχνως, αλλ’ εκείνος έτρεχεν ως υπόπτερος από την χαράν, ότι έφθασεν η ώρα του πεποθημένου τέλους του, έως εις το λεγόμενον Μέλκατζα παζάρι, τόπον της καταδίκης. Εκεί δε ητοιμάζετο ένας Άραψ δήμιος δια να τον αποκεφαλίση. Τότε μόνος ο Χριστομάρτυς εγονάτισε με φαιδρόν πρόσωπον, αλλ’ ο βάρβαρος, δια να τον εκφοβίση, εμετατόπισεν αυτόν τρεις φοράς· ο δε Άγιος μηδέν δειλιάσας μετεσηκώνετο και εγονάτιζεν, έως ότου τον εκτύπησεν ο Άραψ με την μάχαιραν δι’ όλων του των δυνάμεων, αλλά μόλις δύο δάκτυλα εκόπη ο μακάριος λαιμός του. Ο δε θηριόγνωμος εκείνος έμεινεν ημίξηρος, ωσεί νεκρός, μη δυνηθείς να δευτερώση, εις τον οποίον είπεν ο Άγιος τουρκιστί· «Τι στέκεις; Δεν κτυπάς»; Όθεν άλλος δήμιος, σκληρότερος του Άραβος και ωμότερος, έρριψε τον Άγιον πρηνή και έκοψε την αγίαν του κεφαλήν. Ούτως ετελειώθη λαμπρώς μετά θριάμβου και ηρωϊκής καρτερίας το μαρτύριον. Μετά τούτο επροστάχθησαν μετά αγριότητος και αυστηρότητος οι εκείσε ευρεθέντες τρεις Χριστιανοί να εγείρουν το άγιον λείψανον και να υπάγουν να το ρίψουν εις ένα ξηροπήγαδον, έχον βάθος μέτριον, εκεί δε πάλιν προστάζονται να ρίψωσιν επάνω του λειψάνου λίθους και ξύλα αρκετά ίνα το καταχώσωσι. Μετά καιρόν έγινε και η ανακομιδή του αγίου λειψάνου του από το ειρημένον ξηροπήγαδον τοιουτοτρόπως. Ο Χατζή Στέφανος, βλέπων την δυσκολίαν της ανακομιδής, επειδή ήτο το ξηροπήγαδον εις συνοικίαν τουρκικήν, μακράν από κάθε χριστιανικήν συνοικίαν, εσυμβουλεύθη περί τούτου τινάς ορθοδόξους Χριστιανούς, ξένου κράτους, οι οποίοι, ως έχοντες παρρησίαν, εάν ήθελον μεσιτεύσει εις τους Τούρκους, να τους δώσωσι το άγιον λείψανον. Αυτοί όμως απεκρίθησαν εις αυτόν (τον Χατζή Στέφανον) ότι να μη έχη περί τούτου πολλήν φροντίδα, επειδή ο Θεός, όστις ενεδυνάμωσε τον Άγιον εις ένα τοιούτον καλλίνικον τέλος του μαρτυρίου, Αυτός έχει και την πανάγαθόν Του νεύσιν, ώστε να μη στερηθώσιν οι ευσεβείς την απόκτησιν του θησαυρού, προς ωφέλειαν και στηριγμόν των. Αύτη η συμβουλή κοινολογηθείσα εις μερικούς Χριστιανούς, αλείπτας και συνεργούς του Αγίου όταν εμαρτύρει, τους παρώξυνε να υπάγουν να περιεργασθούν εις το ξηροπήγαδον· και ω του θαύματος! είδον το άγιον λείψανον όχι σκεπασμένον με λίθους και ξύλα, κατά τον τρόπον όπου ενεταφιάσθη, αλλά κείμενον επί της επιφανείας εις το έδαφος του πηγαδίου. Τούτο μαθών ένας ιεροδιάκονος, Καλλίνικος λεγόμενος, συμπαραστάτης πρόθυμος του Αγίου κατά τον καιρόν του μαρτυρίου του, όστις και εις τον οίκον του τον είχε κρυπτόμενον πολλάκις, όταν οι Χριστιανοί φοβούμενοι τον θυμόν των Οθωμανών τον εδίωκον από την πολιτείαν, εξ αιτίας δε και μόνον του φόβου είχε φύγει εις Σμύρνην και ο Χατζή Στέφανος, παραδώσας τον Άγιον εις την προστασίαν και παρηγορίαν του Καλλινίκου, ούτος, λέγω, αφού έμαθεν ότι το άγιον λείψανον δεν ήτο παραχωμένον, λαμβάνων δια νυκτός εις χείρας του ένα καλάθι μετέβη εις το πηγάδι, και καταβαίνων μέσα, αν και είχεν αρκετόν βάθος, έλαβε τα άγια λείψανα και ανεχώρησεν. Μαθών δε τούτο και ο Χατζή Στέφανος ήλθεν εις αυτόν και τα εμοιράσθησαν μετ’ ειρήνης. Μόλον τούτο ο διάκονος Καλλίνικος δεν ωφελήθη ουδέ το παραμικρόν από την απόκτησιν τοιούτου θησαυρού. Αλλά και ο Χατζή Στέφανος πολύ ολίγα, δηλαδή με μόνην την ευλάβειαν όπου μόνος του και όχι και άλλος κανείς είχεν εις αυτά. Μόλις δε και μετά βίας μετά ολοκλήρους είκοσι χρόνους, οπόταν κατά τύχην ένα επίσημον εκκλησιαστικόν πρόσωπον έτυχε να λάβη εις χείρας του την αγίαν κάραν και την περιειργάζετο με θαυμασμόν, έπειτα έρριψε και ένα ψυχρότατον μεν, αλλ’ όμως φρονιμώτατον και ωφελιμώτατον λόγον ειπών· «Ούτος, εάν ήτο Άγιος, άραγε τον θερμότατον υπερασπιστήν και συμπαραστάτην του εις το μαρτύριον και αλείπτην του χρηματίσαντα, πως δεν ήθελε τον φωτίσει να φύγη από την αναξίαν του επαγγέλματός του αναστροφήν εν τω κόσμω»; Ούτος ο λόγος επέρασεν ως βέλος οξύ εις την καρδίαν του Χατζή Στεφάνου, επειδή ήναψεν εις αυτόν την αυτομεμψίαν, ότι εξ αιτίας της όχι ακριβούς πολιτεύσεώς μας απιστείται η αναντίρρητος και ομολογουμένη αγιότης των Μαρτύρων. Όθεν αμέσως κόπτων κάθε σύνδεσμον όπου τον εκράτει εις την εν τω κόσμω αναστροφήν του, αν και σεμνήν και ακατάγνωστον, ανεχώρησεν ευθύς δια το Άγιον Όρος, φέρων μεθ’ εαυτού και τον ιερώτατον θησαυρόν. Όλως το εναντίον ηκολούθησεν εις την ευλαβεστάτην μητέρα του Αγίου, μολονότι και κοσμικήν, η οποία αξιωθείσα και αυτή, προς παρηγορίαν της, μέρος του αγίου λαιψάνου, καθώς ήτο και δίκαιον, δεν έπαυσε να εκτελή θαύματα, θεραπεύουσα ασθενείς. Τούτο δε όλον δια να είναι αναντίρρητον και αψευδές το: «Εάν η συνείδησις ημών μη καταγινώσκη ημών, παρρησίαν έχομεν προς τον Θεόν, ώστε να δυνάμεθα και όρη μεθιστάνειν». Ημείς δε, Άγιοι Πατέρες και αδελφοί, αναγινώσκοντες τα ιερώτατα άθλα των Αγίων, καν τε μαρτύρια, καν τε αγώνας ασκητικούς, επειδή δεν μας βιάζει κανείς άλλος να τα μιμούμεθα, τουλάχιστον ας ζηλούμεν τα άγια παραδείγματα με την εκκοπήν παντός πονηρού θελήματός μας· ή την βίαν εις εκτέλεσιν καμμιάς αγαθοεργίας ή τουλάχιστον δικαίαν αυτομεμψίαν δια να απολαμβάνωμεν και την εκ των αγίων αναγνώσεων ωφέλειάν μας· ούτω δε να διακείμεθα βέβαιοι και πεπληροφορημένοι, ότι η πρεσβεία των Αγίων μας βοηθεί εις το να ζήσωμεν θεαρέστως την πρόσκαιρον ζωήν, κατά τον ένθεον σκοπόν μας, δια τον οποίον αφήνομεν τον κόσμον και τα εν κόσμω και ερχόμεθα εις ταύτας τας ιεράς αναστροφάς και πολιτεύσεις· ίνα αξιωθώμεν και ημείς μετά των Αγίων Μαρτύρων και των Οσίων Πατέρων των ουρανίων αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

O Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ο μαρτυρήσας εν Ελβασανίω της Αλβανίας κατά το έτος 1722 ξίφει τελειούται.                                                                                      

Νικόδημος ο αοίδιμος ούτος νέος Oσιομάρτυς κατήγετο από το Ελβασάν, κώμην της Αλβανίας, γεννηθείς από γονείς ευσεβείς· ελθών δε εις ηλικίαν, έλαβε γυναίκα και απέκτησε τέκνα. Συναναστρεφόμενος δε με τους Αγαρηνούς και παρακινούμενος από αυτούς, εδελεάσθη και ηρνήθη φευ! την πίστιν του Χριστού· μετά ταύτα τόσον αφωσιώθη εις την θρησκείαν των Αγαρηνών, ώστε βιαίως ετούρκευσε και τα τέκνα του, εκτός ενός, το οποίον έλαβον κρυφίως μερικοί Χριστιανοί και το έστειλαν εις το Άγιον Όρος· αλλ’ εκείνος εξετάζων δια να εύρη και εξισλαμίση αυτό, έμαθεν ότι ευρίσκεται εις το Άγιον Όρος· παρευθύς τότε εκίνησε με πολύν θυμόν και μετέβη εις το Άγιον Όρος, έχων σκοπόν, εάν το εύρη, να προξενήση εις τα Μοναστήρια μεγάλην ζημίαν· αλλ’ ο Θεός ο φιλάνθρωπος, ο θέλων πάντας σωθήναι, ωκονόμησεν εις αυτόν την σωτηρίαν με τρόπον θαυμάσιον· διότι αντί να εύρη το παιδίον και να το τουρκεύση, επέστρεψεν αυτός εις μετάνοιαν, ελθών δε εις εαυτόν εγνώρισε το κακόν όπου έπαθε, παρήτησε δε ομού με τον ισλαμισμόν και τον κόσμον και έμεινεν εις το Όρος και έγινε καλόγηρος, μετονομασθείς Νικόδημος· και εις τόσην μετάνοιαν ήλθεν, ώστε έκαμε τρεις χρόνους άκραν νηστείαν, κλαίων καθ’ εκάστην πικρώς και παρακαλών τον Θεόν να του συγχωρήση το μέγα παράπτωμα της αρνήσεως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν αγωνιζόμενος, ήκουσε μερικούς Πατέρας, οίτινες έλεγον, ότι όποιος αρνηθή τον Χριστόν έμπροσθεν των ανθρώπων, συμφέρει πολλά εις αυτόν να τον ομολογήση πάλιν έμπροσθεν των ανθρώπων· εκ τούτου ήλθεν εις επιθυμίαν να μαρτυρήση· ακούων δε περί του Οσίου Ακακίου, όστις ησκήτευεν εις το Καυσοκαλύβι, επορεύθη προς αυτόν δια να λάβη την ευχήν του και να τον συμβουλευθή τι πρέπει να κάμη. Ευθύς δε ως είδε τον Όσιον, έπεσεν εις τους πόδας του και έκλαιεν ώραν πολλήν. Ο δε Όσιος, λαμβάνων αυτόν από τας χείρας και καλέσας αυτόν εξ ονόματος χωρίς να τον γνωρίζη, τον ανήγειρε και τον παρηγόρησεν ικανώς δια την σωτηρίαν του· έπειτα ανεχώρησεν ολίγον και προσηύχετο νοερώς. Οι δε ευρεθέντες τότε εκεί είδον φως, ως αστέρα, το οποίον κατέβη από τον ουρανόν εις τον Όσιον και έλαμψε το πρόσωπόν του· ύστερον εγύρισεν εις τον ευλογημένον Νικόδημον και του είπε λόγον τινά μυστικόν, με τον λόγον δε, ευθύς, η μεν λάμψις έφυγεν από τον Όσιον, κατάνυξις δε μεγάλη εγεννήθη εις τον Νικόδημον, όστις κεντηθείς από εκείνην την θείαν χάριν, έκραξε μεγαλοφώνως. Ελθών είτα κάτωθεν του σπηλαίου έκλαυσεν εκεί γοερώς ώραν ικανήν. Κατόπιν εγύρισε πάλιν εις τον Όσιον και εζήτει άδειαν και ευχήν, ίνα υπάγη εις το μαρτύριον· ο δε Όσιος ευχηθείς αυτόν και λαμβάνων μίαν ράβδον, την έδωκεν εις τας χείρας του, ειπών εις αυτόν· «Ύπαγε με αυτήν εμπρός εις τον πασάν και με την δύναμιν του Θεού θέλεις τελειώσει καλώς το μαρτύριον». Λαβών ο μακάριος Νικόδημος την ράβδον και περιφραχθείς με τας ευχάς του Οσίου, κατεφλέχθη όλος από τον πόθον του μαρτυρίου. Όθεν και απεφάσισεν ευθύς να κινήση εκείθεν δια το μαρτύριον. Πλην επειδή ήτο αδύνατος και δεν ηδύνατο να περιπατήση τόσον δρόμον δια τας υπερβολικάς νηστείας όπου έκαμεν, εζήτει άδειαν από τον Όσιον να καταλύση δια να ενδυναμωθή, ίνα περιπατή. Ο δε Όσιος του είπε· «Τώρα μάλιστα, αδελφέ, σου χρειάζεται η νηστεία, όπου μέλλεις να αγωνισθής τούτον τον δια Χριστόν τελευταίον αγώνα· όθεν περιπάτει όσον δύνασαι, και ο Κύριος όστις είπεν «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, αλλά και εν παντί ρήματι του Θεού», αυτός θέλει σε ενδυναμώσει να περιπατής χωρίς κόπον». Τότε ο Μάρτυς του λέγει· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δι’ ευχών σου, Πάτερ, να κάμη το έλεός του εις εμέ, και να με αξιώση της καλής του ομολογίας· πλην φοβούμαι τον δαίμονα». Ο δε Όσιος του λέγει· «τον Θεόν να φοβήσαι, αδελφέ, και όχι τον δαίμονα, όστις δεν έχει καμμίαν εξουσίαν επάνω εις ημάς αφ’ εαυτού· έχε λοιπόν όλον σου το θάρρος εις τον Χριστόν, Αυτός δε θέλει σε δυναμώσει και τον δαίμονα να νικήσης και υπέρ Χριστού να μαρτυρήσης». Ταύτα ακούσας ο Νικόδημος, δάκρυσι και χαρά περιχυθείς, έπεσε και ησπάσθη τους πόδας του Οσίου και ούτω λαβών την ράβδον από την χείρα του και την ευχήν του, ανεχώρησεν εκείθεν χαίρων. Ευρισκόμενος δε ακόμη εις το Άγιον Όρος, εφάνη ο Κύριος εις αυτόν (ω της πολλής φιλανθρωπίας σου, Δέσποτα!) και τον ενεδυνάμωσε, δείξας εις αυτόν φανερά και όλα τα μαρτύρια, άτινα έμελλε να πάθη δια το όνομά Του, έτι δε και αυτόν ακόμη τον τόπον της καταδίκης, όπου έμελλε να αποκεφαλισθή. Όθεν νηστεύων και εγκρατευόμενος, όσον ηδύνατο, εις όλον τον δρόμον δεν ηδυνάτησεν, αλλά ενδυναμούμενος με την χάριν του Χριστού έφθασεν ακόπως εις την πατρίδα. Ιδόντες τότε αυτόν οι Αγαρινοί τον ανεγνώρισαν και ευθύς τον ήρπασαν και τον ωδήγησαν εις τον πασάν, ο οποίος δακιμάζων με διαφόρους τρόπους να τον επαναφέρη εις την θρησκείαν των και μη δυνάμενος, επρόσταξε και τον εκρήμνισαν κάτω από το παλάτι του, το οποίον ήτο πολλά υψηλόν, αλλ’ ω του θαύματος! τοιουτοτρόπως αβλαβής κατέβη, ως να ήτο αετός εις τον αέρα, εστάθη δε εις τους πόδας του όρθιος. Παρευθύς έδραμε πάλιν ο Άγιος και ανελθών εις το παλάτι ενεφανίσθη εις τον πασάν, ο δε πασάς ιδών αυτόν ετρόμαξε πολλά και ηβουλήθη να τον απολύση, αλλά φοβούμενος το πλήθος των Αγαρηνών, τον παρέδωκεν εις τας χείρας αυτών, οι οποίοι, αρπάσαντες αυτόν με θυμόν, τον εβασάνιζον τρία νυχθήμερα με φρικτά και σκληρά κολαστήρια. Ούτω οδηγούντες αυτόν εις τον τόπον της καταδίκης, τον εγονάτιζον συχνά εις τον δρόμον, τάχα απειλούντες αυτόν να τον αποκεφαλίσουν, δια να τον κάμουν να δειλιάση· αλλ’ ο Μάρτυς έμενε στερεός εις την πίστιν του Χριστού, έως ότου έφθασαν εις τον τόπον τον οποίον του έδειξεν ο Κύριος· εκεί δε προσευξάμενος και κλίνας την κεφαλήν εδέχθη δια ξίφους το μακάριον τέλος· και η μεν αγία του ψυχή ανέβη με τον στέφανον του μαρτυρίου εις τους ουρανούς, το δε πάντιμον αυτού λείψανον έμεινε σώον έως την σήμερον αναβρύον πηγάς ιαμάτων και ευωδίαν άμετρον εις εκείνους, οίτινες προστρέχουν εις αυτό μετά πίστεως, εορτάζοντες την μνήμην αυτού χαρμοσύνως τη ια΄ (11η) Ιουλίου.