Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Ο Άγιος Θεόδωρος Αρχιεπίσκοπος Εδέσσης

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του κατά την Λαύραν του Αγίου Σάββα ασκήσαντος, έπειτα γεγονότος Αρχιεπισκόπου Εδέσσης· ου τον βίον έγραψεν ο Επίσκοπος Εμέσσης Βασίλειος.                                                                                             

Ανήρ τις από την Έδεσσαν, Συμεών ονόματι, έλαβε γυναίκα καλουμένην Μαρίαν και διήγον εναρέτως αμφότεροι. Δεν απέκτησαν δε άρρεν τέκνον, μόνον μίαν θυγατέρα, ήτις εγέννησεν εμέ τον Εμέσσης Επίσκοπον χρηματίσαντα. Μετέβαινον λοιπόν λυπούμενοι οι εμοί προπάτορες πολλάκις εις τον Ναόν του Κυρίου, δεόμενοι να τους δώση υιόν και να του τον αφιερώσουν εκ νεότητος. Και μίαν ημέραν, όπου ήτο το πρώτον Σάββατον των αγίων Νηστειών, απήλθε πάλιν η γυνή με τον άνδρα της εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων, και εδέοντο του Θεού να τους δώση υιόν ως άνωθεν. Κατά την επομένην νύκτα είδον αμφότεροι εις το ενύπνιόν των τον Άγιον Θεόδωρον, και έλεγε ταύτα προς τον Μέγαν Παύλον· «Ιδού, μαθητά του Κυρίου, πως παρακαλεί αυτό το ζεύγος, να γεννήσουν υιόν· λοιπόν δος εις αυτούς την αίτησιν, συ όστις έχεις μεγάλην παρρησίαν προς Κύριον». Ο δε απεκρίνατο· «Ο Κύριος θέλει δώσει εις αυτούς υιόν τάχιστα, και συ δος εις αυτόν την κλήσιν, ότι όντως δώρον Θεού έσται το τεχθησόμενον». Η μεν Μαρία εξύπνησε χαίρουσα, και έλεγε προς τον άνδρα το όραμα. Ο δε εβεβαίου, ότι είδε και αυτός τα όμοια. Εις ολίγας ημέρας συνέλαβεν η γυνή και εγέννησεν υιόν χωρίς λύπην και βάσανον. Όταν δε έγινε το τέκνον δύο ετών, το έφεραν εις τον Αρχιερέα και το εβάπτισεν, ονομάσας αυτό, ως δώρον Θεού, Θεόδωρον. Όταν δε έγινε πέντε ετών, τον έβαλαν εις τα γράμματα, εις τα οποία έκκαμε δύο έτη και καν ένα μάθημα δεν έμαθε. Τον ωνείδιζον λοιπόν οι γονείς και οι συσχολίται, ο δε διδάσκαλος τον ερράπιζεν, όλοι δε οι επίλοιποι τον ενέπαιζον. Όθεν μετέβη μίαν εορτήν, όταν έμελλε να λειτουργήση ο Αρχιερεύς, και εκρύβη πρότερον υποκάτω εις την αγίαν Τράπεζαν. Καθώς δε ελειτουργούσαν, απεκοιμήθη ο Θεόδωρος· και βλέπει ένα παιδίον ωραιότατον, το οποίον του έδιδε κηρόμελον, λέγον να γίνη Μοναχός και του έδωκε ράβδον ποιμαντικήν εις την χείρα του. Τότε ο Θεόδωρος εγνώρισεν, ότι ήτο ο Δεσπότης Χριστός, όστις τον εχειροτόνησεν Αρχιερέα με την ποιμαντορικήν ράβδον όπου του έδωκεν. Όθεν έπεσεν εις τους αγίους πόδας του, λέγων· «Ευλόγησόν με, Δέσποτα, να μάθω τα ιερά γράμματα». Και καθώς τον ηυλόγησεν ο Κύριος εξύπνησε και εβγήκεν από την αγίαν Τράπεζαν. Τότε τον ηρώτησεν ο Αρχιερεύς τι εζήτει εκεί και του είπεν όλην την αλήθειαν. Όθεν θαυμάζων ο Αρχιεπίσκοπος τον έκαμεν αναγνώστην· από ταύτην την ώραν επρόκοπτε με πόσην ευκολίας εις τα μαθήματα, ώστε δεν εχρειάζετο να του το ειπή δεύτερον ο διδάσκαλος, αλλά με μίαν φοράν το εμάνθανεν. Όθεν όλοι τον αγαπούσαν και τον εφήμιζον δια την φιλομάθειαν του. Έμαθε λοιπόν εις ολίγους χρόνους Γραμματικήν, Ρητορικήν και Φιλοσοφίαν θαυμασιώτατα. Όταν δε ήτο ετών δεκαοκτώ, οι γονείς του απέθανον. Ο δε νέος εμοίρασεν εις δύο όλην την περιουσίαν του, και έδωκε το ένα μέρος εις την αδελφήν αυτού, και μητέρα του, τα δε επίλοιπα εμοίρασεν εις πτωχούς, δεν εκράτησε δε τίποτε δια τον εαυτόν του, αλλ’ υπήγεν εις την Αγίαν Πόλιν, προσκυνήσας δε τον Τάφον του Κυρίου, έβρεχεν αυτόν με την ροήν των δακρύων του. Ομοίως και τον Γολγοθάν και όλους τους άλλους Αγίους Τόπους προσκυνήσας, ήλθεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, όπου παρεκάλεσε τον Καθηγούμενον Ιωάννην να τον κάμη Μοναχόν. Ούτος τον εδίδαξε πρότερον τας τάξεις της μοναδικής πολιτείας με πάσαν ακρίβειαν, και κατόπιν τον έκειρεν, έμεινε δε εις την υπακοήν του υποστηρίζων το γήρας του γέροντος αυτού και ελαφρύνων τους πόνους του. Αυτός δε εβασάνιζε την σάρκα του με τας υπηρεσίας της Μονής και άλλας σκληραγωγίας, την δε ψυχήν έτρεφε με την μελέτην της θείας Γραφής και ανάγνωσιν. Όταν είχεν εις την υπακοήν χρόνους δώδεκα, ήλθεν εις το τέλος της ζωής ο γέρων αυτού Ιωάννης, ο της Λαύρας Ηγούμενος, ο δε Θεόδωρος του εζήτησε την ευλογίαν, ίνα μετά την εκείνου κοίμησιν απέλθη εις την ησυχίαν. Τότε ο γέρων τον ηυχήθη εξ όλης ψυχής και του ηυλόγησε την αναχώρησιν, λέγων· «Ύπαγε, τέκνον μου φίλτατον· εις τον Θεόν σε παραδίδω και Αυτός να σε οδηγήση εις το άγιόν Του θέλημα». Του υπέδειξε δε και το κελλίον εις το οποίον θα έμενε και ούτως ο μεν γέρων απήλθε προς Κύριον, ο δε νέος, τας ευχάς του πατρός ως όπλα λαμβάνων, εξήλθεν εις το της ησυχίας στάδιον. Έκαμε δε εις το κελλίον αυτό χρόνους είκοσι τέσσαρας αγγελικήν πολιτείαν διάγων. Δεν είχε ράσον δεύτερον ούτε σακκούλι, ούτε άλλο αγγείον σωματικόν τελείως, μόνον εις την πίστιν και αρετήν ήτο πλούσιος. Έτρωγεν άρτον ολίγον και ύδωρ σύμμετρον, εκοιμάτο δύο ώρας δια την ανάγκην της φύσεως και τότε ηγείρετο και έστεκεν εις την προσευχήν έως την τρίτην ώραν της ημέρας ασάλευτος, ώσπερ να ήτο χαλκούς ανδριάς και στήλη τις λιθίνη· αντιμαχόμενος δε καθ’ ημέραν με τα πνεύματα της πονηρίας, τα εδίωκε μακράν με τα βέλη της προσευχής ο μακάριος. Είχε δε και ένα συγγενή κατά σάρκα, νέον την ηλικίαν, εις δε την γνώσιν πρεσβύτερον. Ούτος ο καλός νεανίας ήτο εις την Έδεσσαν, και ακούσας τας αρετάς του Θεοδώρου επήγε και τον εύρε, πίπτων δε εις τους πόδας αυτού τον παρεκάλει να τον κουρεύση, να μείνη εις την συνοδείαν του. Ο δε Θεόδωρος εγνώρισε με την διορατικήν του Πνεύματος ενέργειαν την ευγένειαν της ψυχής του νέου, και τον εκουρευσεν ευθύς χωρίς δοκιμασίαν· ονομάσας δε αυτόν Μιχαήλ, τον ενέδυσε το μοναχικόν σχήμα. Έμεινε λοιπόν ο θαυμάσιος Μιχαήλ υποτασσόμενος εις όλα εις τον Γέροντά του, και έκαμνεν όσα εις εκείνον εφαίνοντο αρεστά. Είχον δε και εργόχειρον δια να φεύγουν οι κακοί λογισμοί και έπλεκαν ζεμπίλια. Τον καιρόν εκείνον ήλθεν ο βασιλεύς της Περσίδος Αδραμέλεχ με την γυναίκα του, Σεϊδην ονόματι, ως περιηγηταί εις τα Ιεροσόλυμα. Ο δε τίμιος Θεόδωρος έστειλε τον Μιχαήλ να πωλήση εις την Ιερουσαλήμ το εργόχειρόν των, να αγοράση παξιμάδια· ο δε επήγε λαμβάνων την ευχήν του γέροντος. Όταν δε επλησίασεν εις το ξενοδοχείον της Λαύρας του Αγίου Σάββα, εχαιρέτησε τους Μοναχούς, αφήσας δε εκεί τα σκεύη, επήγεν εις τον Άγιον Τάφον. Αφού λοιπόν προσεκύνησε μετά δακρύων πολλών κατέβη πάλιν εις το ξενοδοχείον· λαβών δε τα σκεύη επήγεν εις την αγοράν. Εκεί τον συνήντησεν ο ευνούχος της προρρηθείσης βασιλίσσης Σεϊδης και του λέγει· «Νεανίσκε, ακολούθει μοι, και εγώ αγοράζω αυτά όπου κρατείς και θα σου δώσω όσα χρήματα θέλεις». Ο δε Μιχαήλ, μη ηξεύρων ποσώς πανουργίαν, ηκολούθει ως αρνίον άκακον, έως ου έφθασαν εις την θύραν της νέας Αιγυπτίας· εισελθόντες δε εις την οικίαν, ανήγγειλεν ο ευνούχος εις την βασίλισσαν δια τον Μοναχόν και τον εκάλεσεν επάνω η πικρά λέαινα. Ήτις, ωε είδε τον νέον, ετρώθη εις την καρδίαν σατανικόν έρωτα, διότι ο Μιχαήλ ήτο είκοσιν ετών, πολλά ωραίος και μεγαλόκορμος, η δε ευπρέπεια του σώματος εφανέρωνε την της ψυχής ωραιότητα· μόνον ήτο χλωμός και αδύνατος από την πολλήν εγκράτειαν. Τότε ηρώτησεν αυτόν η βασίλισσα τις και πόθεν ήτο. Ο δε απεκρίνατο· «Μοναχός είμαι πτωχός, από την Μονήν του Αγίου Σάββα». Αύτη του λέγει· «Σε βλέπω αδύνατον και σε λυπούμαι· λοιπόν εάν είσαι δούλος ή αιχμάλωτος, να σε ελευθερώσω· αν είσαι ασθενής, να σε ιατρεύσω· ει δε και είσαι πτωχός, να σου δώσω όσον πλούτον χρειάζεσαι». Ταύτα ακούσας ο καλός νέος ύψωσεν εις τον ουρανόν την καρδίαν του και κατά νουν ευξάμενος απεκρίνατο· «Ήμην ένα καιρόν του κόσμου και του δαίμονος αιχμάλωτος, αλλά με την χάριν Χριστού του Θεού ελυτρώθην· δούλος ήμην της αμαρτίας, λαβών δε ο Δεσπότης δούλου μορφήν με ηλευθέρωσεν, ασθενούντα με εθεράπευσε, πτωχεύοντα Αυτός με επλούτησε και δεν χρειάζομαι τίποτε». Λέγει του πάλιν η δολία· «Ω νεανίσκε, χαρά εις εσέ, αν γίνης φίλος μου· πρόσεχε όμως να υπακούσης εις ό,τι σου λάγω, ίνα μη σε μισήσω και σε θανατώσω με πολλούς δαρμούς και δεινά κολαστήρια». Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ έχω φίλον τον Θεόν και δεν καταδέχομαι την φιλίαν σου και όσας τιμωρίας μου δώσεις, τόσας τρυφάς μου προξενείς εις τον Παράδεισον». Λέγει του πάλιν η λέαινα· «Ω τρισάθλιε, ποίων αγαθών υστερείς τον εαυτών σου! Δεν είμαι ωραία και ποθητή και αξία πάσης επιθυμίας, ταλαίπωρε»; Λέγει ο Μιχαήλ· «Μάλιστα, είσαι άσχημη και βρωμισμένη υπέρ την κόπρον και τον βόρβορον». Τότε η ασπίς εκείνη εθυμώθη πολλά και προστάσσει να τον απλώσουν εις την γην οι δούλοι της, να τον δείρουν ανηλεώς, και καθώς τον ερράπιζον, αυτή του έλεγεν· «Επειδή τας μεγάλας μου τιμάς και δωρεάς δεν κατεδέχθης, εγώ θα σε θανατώσω κακώς πανάθλιε». Αυτός δε ο τρισμακάριος, ώρας πολλάς μαστιγούμενος, υπέμενεν ανδρείως τας οδύνας, με την ελπίδα των μελλουσών απολαύσεων. Αφού τον έδειραν όσον ήθελε, τον έστειλε με δύο ευνούχους δεδεμένον προς τον βασιλέα η παμβέβηλος και του έγραψεν αντιθέτως την υπόθεσιν, ούτω λέγουσα· «Ούτος ο δεινός και αναίσχυντος Μοναχός ετόλμησε να με υβρίση. Λοιπόν ή τούτον θανάτωσον ή εγώ θα αποθάνω από την θλίψιν μου». Ταύτα ο Πέρσης αναγινώσκων, εγνώρισεν ότι ψευδώς τον εσυκοφάντησεν η βασίλισσα. Πλην ως φιλογύναικος δεν ηθέλησε να λυπήση την σύζυγον και προστάσσει να φέρουν εκεί τον Όσιον, όστις εισήλθε χωρίς να τον προσκυνήση τελείως. Βλέπων ο βασιλεύς προς αυτόν με θυμόν, τον ηρώτησε λέγων· «Τι αποκρίνεσαι προς την κατηγορίαν ταύτην, αναίσχυντε; Εγώ νομίζω ότι είσαι πταίστης και υπεύθυνος αναπολόγητος». Ούτος είπε κεκαλυμμένως την υπόθεσιν, δια να μη ηξεύρουν οι παριστάμενοι την αιτίαν, ότι δια την γυναίκα του επρόκειτο. Ο δε Μιχαήλ απεκρίνατο· «Τρία πράγματα πρέπει να φυλάττη ο βασιλεύς υπέρ πάντα· φόβον Θεού, ελεημοσύνην εις τους ανθρώπους και δικαιοσύνην εις τας κρίσεις του». Ο βασιλεύς ικανοποιημένος από την συνετήν ταύτην απόκρισιν του Αγίου επρόσταξε και τον έλυσαν. Έπειτα τον ηρώτησε πόθεν ήτο· ο δε είπεν· «Από τον Άγιον Σάββαν». Λέγει προς αυτόν ο Πέρσης· «Με τα λόγια σου θέλω να σε κρίνω. Εσύ είπες ότι ο βασιλεύς πρέπει να κάμνη δικαιοσύνην· λοιπόν όταν μου τύχη τις κλέπτης ή μοιχός, τι ορίζουν οι νόμοι να κάμω εις αυτόν τον ένοχον»; Λέγει εις αυτόν ο Όσιος· «Άνθρωπός τις κατώκει πλησίον ενός βασιλίσκου δράκοντος, όστις μόνον με το βλέμμα του θανατοί τους ορώντας. Φεύγων λοιπόν τον πονηρόν γείτονα, έπεσεν εις ένα βλοσυρόν και φοβερόν λέοντα». Λέγει ο Πέρσης· «Γνωρίζω της παραβολής την δύναμιν, αλλά μη φοβηθής το βλοσυρόν του λέοντος, μόνον άκουσόν μου εις τούτο, όπου σε συμβουλεύω, διότι λυπούμαι την νεότητά σου να σου δώσω πρόωρον θάνατον, και θέλω να σε κάμω τέκνον μου, να σε τιμήσω περισσότερον από τους άρχοντάς μου, να ορίζης όλην την περιουσίαν μου, μόνον να αρνηθής την θρησκείαν σου». O δε απεκρίνατο· «Εγώ, βασιλεύς, είμαι δούλος του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, και δεν χωρίζω από την πίστιν των Χριστιανών ουδέποτε». Λέγει ο βασιλεύς· «Λοιπόν σου αρέσει αυτό το άσχημον σχήμα όπου φορείς και θλίβεις την σάρκα σου»; Λέγει εις αυτόν ο μακάριος Μιχαήλ· «Περισσότερον σεμνύνομαι εις τούτο και χαίρομαι, παρά συ εις τα πολύτιμα φορέματά σου». Θέλων τότε ο βασιλεύς να νικήση τον Μάρτυρα δια του λόγου, λέγει προς αυτόν· «Εγώ τας Γραφάς όλας ανέγνωσα, την Παλαιάν Διαθήκην και το Ευαγγέλιον, αλλά δεν σας προστάσσει να φεύγετε τον γάμον και τα κρέατα». Ο δε Μιχαήλ απεκρίνατο· «Εις δύο είναι μοιρασμένη η τάξις μας, μοναδικόν βίον και λαϊκόν· οι μεν λαϊκοί έχουν συγχώρησιν να τρώγουν κρέας και να έχουν γυναίκα νόμιμον, ημείς δε οι Μοναχοί απέχομεν από ταύτα, επειδή νεκροί εις τον κόσμον κατά την σάρκα λογιζόμεθα και δεν κοινωνούμεν γάμων, δια να μη φροντίζωμεν και μεριμνώμεν πώς να αρέσκωμεν του κόσμου και των γυναικών, καθώς είπεν ο Απόστολος, αλλά μόνον εις τον Κύριον να δουλεύωμεν». Λέγει του ο Πέρσης· «Ο Παύλος σας επλάνησε και ζημιώνεσθε και τους δύο κόσμους, την τε παρούσαν ζωήν και την μέλλουσαν». Λέγει ο Όσιος· «Εβλασφήμησας· ότι ο Παύλος μάλιστα έσωσε τα έθνη και μας εδίδαξε πώς να σωθώμεν, να απολαύσωμεν εκείνα τα αγαθά, όπου δεν είδε όμμα, ούτε νους να καταλάβη δύναται». Ο δε συγκοινωνός του βασιλέως ήτο Ιουδαίος και είπεν εις τον Μιχαήλ· «Ο Παύλος δεν ήτο Εβραίος»; Λέγει ο Μιχαήλ· «Ναι· αλλά εκήρυξε του Χριστού τα δόγματα και διδάγματα· και καταργήσας την σκιάν του παλαιού νόμου, έδειξε την χάριν της αληθείας, την οποίαν ο νόμος και οι Προφήται προεκήρυξαν». Λέγει του πάλιν ο βασιλεύς· «Κάμε τον λόγον μου, ομολόγησον τον Μωάμεθ προφήτην Χριστού και απόστολον, να σε κάμω τέκνον μου». Τότε ηρώτησεν ο Μιχαήλ τον βασιλέα λέγων· «Συ, βασιλεύς, ομολογείς τον Χριστόν Υιόν Θεού»; Ο δε είπε· «Ναι, και μαρτυρώ τούτο κατ’ αλήθειαν». Έπειτα λέγει και προς τον Εβραίον ο πάνσοφος· «Και συ, Ιουδαίε, μαρτυρείς, ότι με τον Λόγον του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν, και με το Πνεύμα του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών»; Και ο Εβραίος έστερξε λέγων· «Ούτως είναι η αλήθεια». Τότε ο Μάρτυς της αληθείας, πλησθείς Πνεύματος Αγίου, εβόησε λέγων· «Ιδού ότι σεις μαρτυρείτε την πίστιν μου αληθινήν, αν και καθώς πρέπει δεν πιστεύετε· αλλ’ εγώ δεν μαρτυρώ την πλάνην σας, άπαγε· ότι ο Μωάμεθ ούτε προφήτης είναι, ούτε απόστολος, αλλά πλάνος και απατεών, και του Αντιχρίστου πρόδρομος. Και συ, Ιουδαίε, γνώριζε πως ήλθεν ο Χριστός εις τον κόσμον, γεννηθείς εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Αειπαρθένου. Λοιπόν μη εκδέχεσαι πλέον δευτέραν γέννησιν, αλλά γίνωσκε βέβαια, ότι εκείνος, όπου περιμένεις, είναι ο παμμίαρος Αντίχριστος, του οποίου ωνομάσθη ο απατεών Μωάμεθ πρόδρομος». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, οι μεν Σαρακηνοί εθυμώθησαν, οι δε Χριστιανοί ηυφράνθησαν. Τότε του λέγει ο βασιλεύς οργιζόμενος· «Κάμε ένα από τα δύο ταύτα· ή αρνήσου την πίστιν σου, ή θα σου δώσω πικρόν θάνατον». Ο αθλητής απεκρίνατο· «Κάμε ένα από ταύτα τα τρία, ή άφες με να υπάγω εις τον γέροντά μου, επειδή ποσώς δεν έπταισα, ή στείλε με προς τον Χριστόν με το μαρτύριον, ή γίνου και συ Χριστιανός, να βασιλεύσης αιώνια εις τους ουρανούς». Θυμωθείς εις ταύτα ο τύραννος επρόσταξε να κάμουν ανθρακιάν μεγάλην, επάνω εις την οποίαν έστησαν γυμνόποδα τον Μάρτυρα, όστις έστεκεν ώραν πολλήν υπό του πυρός καταφλεγόμενος και δεν εσάλευσε τελείως, ούτε σκυθρωπόν σχήμα έδειξεν, αλλ’ είχε φαιδράν την όψιν με υπομονήν θαυμάσιον. Μετά ταύτα εξάγων αυτόν από την πυράν, επρόσταξεν ο τύραννος να φέρουν ένα φάρμακον, το οποίον εθανάτωνεν ευθύς τον άνθρωπον, όστις το έπινε. Και λέγει προς τον Όσιον· «Τώρα ήλθε το τέλος σου· λοιπόν ή κάμε τον λόγον μου ή πίε αυτό το θανάσιμον ποτήριον». Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ και προς δηλητήρια φάρμακα, και προς ξίφη, και πυρ, και πάσαν άλλην βάσανον είμαι έτοιμος, μόνον τον Χριστόν μου να μη υστερηθώ, όστις είναι η ζωή μου και άνεσις». Τότε ενώσαντες οι Σαρακηνοί το φάρμακον με ολίγον μέλι το έδωκεν ο βασιλεύς εις τον Μάρτυρα λέγων· «Λάβε το πικρόν του θανάτου με γλυκύτητα μέλιτος». Ο δε Μάρτυς έκαμε τον Σταυρόν εις το ποτήριον, και πίνων αυτό έμεινεν αβλαβής με την θείαν βοήθειαν. Όθεν θαυμάσας ο βασιλεύς ηθέλησε να δοκιμάση του φαρμάκου την δύναμιν και φέροντες ένα κατάδικον, τον οποίον ήθελε να θανατώση, του έδωκεν ο βασιλεύς από εκείνο το φάρμακον και ευθύς εκείνος εξέψυχε και ερράγη όλον το σώμα του. Ο δε Μάρτυς εστέκετο αβλαβής, δοξάζων τον Κύριον. Τότε οι μεν Χριστιανοί εχάρησαν, οι δε Σαρακηνοί κατησχύνθησαν και εφώναζαν προς τον τύραννον· «Ή τούτον θανάτωσον ή όλους τους Χριστιανούς εξάλειψον». Όθεν επρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν έξω της πόλεως. Και λαμβάνοντες αυτόν οι στρατιώται, ίνα τον οδηγήσουν εις τον τόπον της τελειώσεως, ηκολούθησαν όλος ο λαός, Χριστιανοί τε και Άραβες. Ο δε Μάρτυς, σταθείς κατ’ ανατολάς και υψώσας προς ουρανόν τας χείρας και τα όμματα, ούτως ηύξατο: «Δέσποτα παντοκράτορ, Ύψιστε Βασιλεύ, Άγιε Αγίων, ευχαριστώ σοι ότι με ηξίωσας να τελειώσω τον αγώνα τούτον, και σε παρακαλώ να μη με κατασπάση εις τον βυθόν της απωλείας ο πονηρός δράκων, αλλ’ ας παραλάβουν την ψυχήν μου Άγιοι Άγγελοι, να την οδηγήσουν εις Μονάς αναπαύσεως· ότι Σε επεπόθησα, Κύριε, και Σε υμνώ και μεγαλύνω, τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, την μίαν βασιλείαν τε και θεότητα. Ότι Σου εστιν η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν». Και προσκυνήσας τω Θεώ έκλινε την κεφαλήν ο μακάριος και την απέκοψεν ο δήμιος. Ελθόντες δε οι Μοναχοί του Ξενοδοχείου της Λαύρας να πάρουν το άγιον αυτού λείψανον, οι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων δεν το άφησαν λέγοντες· «Εδώ όπου εμαρτύρησε πρέπει να μείνη και το άγιόν του λείψανον εις αγιασμόν και ευλογίαν μας». Οι δε Μοναχοί αντέλεγον, ότι ήτο θρέμμα της ερήμου και τέκνον του Οσίου Σάββα, και πρέπει να ενταφιασθή εις την Λαύραν. Έκαμαν δε τόσην φιλονεικίαν, ώστε το έμαθεν ο βασιλεύς, και κρίνων δίκαια, επρόσταξε να τον πάρουν εις την Λαύραν. Αυτήν την ημέραν εφανέρωσεν ο Κύριος με αποκάλυψιν την άθλησιν του Οσίου προς τον μέγαν Θεόδωρον, όστις εχάρη πολύ και εδήλωσεν εις όλην την αδελφότητα λέγω· «Ο αδελφός μας Μιχαήλ ετελείωσε τον μαρτυρικόν αγώνα εις την Αγίαν Πόλιν σήμερον». Ευθύς δε έστειλε Μοναχούς να λάβουν το άγιον λείψανον. Οι δε απελθόντες επήραν αυτό την νύκτα, και το έφερναν προς την Λαύραν ψάλλοντες. Τότε έδειξεν ένα μέγα θαυμάσιον ο των θαυμασίων Θεός, ως πάντα δυνάμενος ήλθε δηλαδή από τον ουρανόν στύλος πύρινος, όστις εξέπεμπε φως άπειρον και έλαμπεν όλον εκείνο το περίχωρον, επροπορεύετο δε το φως εκείνο του μαρτυρικού σώματος τόσον ώστε και ο λαός της Αγίας Πόλεως έβλεπον εκείνον τον στύλον του πυρός όπου συνώδευσεν έως την Λαύραν το άγιον λείψανον. Τότε εξήλθε και ο Μέγας Θεόδωρος εις απάντησιν, χύνων ως ποταμόν τα δάκρυα, οι δε αδελφοί όλοι με τον Καθηγούμενον, κρατούντες λαμπάδας και θυμιάματα και ψάλλοντες ύμνους μαρτυρικούς και τροπάρια, το έφεραν εις το Κυριακόν. Ήτο δε εις την Λαύραν ένας αδελφός ασθενής, το όνομά του Γεώργιος, όστις έκειτο τρεις χρόνους ακίνητος, τον οποίον πολλάκις και ο Μιχαήλ υπηρέτησε. Τότε λοιπόν ούτος ο Γεώργιος παρεκάλει όλους τους Μοναχούς να τον σηκώσουν, να υπάγη και αυτός εις την Εκκλησίαν, να ασπασθή εις αγιασμόν το άγιον εκείνο λείψανον· αλλ’ ουδείς τον ήκουσεν, ότι έκαστος εφρόντιζε δια τον εαυτόν του. Λυπούμενος λοιπόν εις τούτο ο άρρωστος, είπε ταύτα μετά δακρύων και πίστεως· «Αδελφέ Μιχαήλ, εάν έτυχες παρρησίας προς Κύριον, ενθυμήσου και εμέ τον φίλον σου, και παρακάλεσον τον Δεσπότην μας να με δυναμώση να έλθω και εγώ να προσκυνήσω το άγιό σου λείψανον». Ταύτα λέγων (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ παντοδύναμε!) ευρέθη όλος υγιής, και επήδησεν όρθιος ο πρώην ακίνητος· τρέχων δε εις την Εκκλησίαν, κατησπάζετο τον Άγιον και έλεγε ταύτα κλαίων· «Αληθώς, αδελφέ ποθεινότατε, μεγάλην παρρησίαν εύρες προς Κύριον· όντως τελείαν έδειξας την αγάπην σου προς εμέ τον ταλαίπωρον· ζώντος σου, πολλάκις με υπηρέτησες, και μεταστάς προς τα ουράνια, εις μίαν στιγμήν με ιάτρευσες». Ενεταφίασαν λοιπόν εκείνο το τίμιον λείψανον εις την θήκην των λοιπών Οσίων Πατέρων, όσοι πρωτύτερα εμαρτύρησαν. Από τότε δε ηγωνίζετο περισσότερον ο Μέγας Θεόδωρος, αγρυπνών, νηστεύων και προσευχόμενος, και αναβάσεις εις την καρδίαν θέμενος και εις υψηλάς θεωρίας καθ’ εκάστην προκόπτων. Τον καιρόν εκείνον, όπου ήτο η αγία και μεγάλη Εβδομάς, ήλθεν ο Πατριάρχης της Αντιοχείας με τους Επισκόπους του δια χρείαν τινά εις Ιεροσόλυμα. Κθώς δε ήσαν ομού οι δύο Πατριάρχαι με τους Αρχιερείς των, ήλθον τινές Ιερείς τε και λαϊκοί από την Έδεσσαν, και έδωσαν γράμμα εις την Ιεράν Σύνοδον, και εδέοντο να τους δώσουν ένα Αρχιερέα γραμματισμένον και ενάρετον, διότι ετελεύτησεν από πολύν καιρόν ο Μητροπολίτης των και εσηκώθησαν πολλοί αιρετικοί διαστρέφοντες τον λαόν και οδηγούντες πολλούς εις απώλειαν. Τότε ο αγιώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, πεφωτισμένος από τον Θεόν, είπε ταύτα· «Δεν είναι άλλος άξιος δια την υπηρεσίαν ταύτην ως ο θαυμαστός ησυχαστής Θεόδωρος, όστις ευρίσκεται εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, ευαγγελικώς πολιτευόμενος». Ως ήκουσε ταύτα η Ιερά Σύνοδος, όλοι έστερξαν και τον εψήφισαν Εδέσσης Αρχιεπίσκοπον. Ευθύς τότε του έγραψεν ο Ιεροσολύμων να έλθη εξ αποφάσεως εκεί εις την Σύνοδον, αλλά την αιτίαν δεν εφανέρωσεν. Όταν ήλθε, του ανήγγειλαν δια την θείαν βούλησιν. Έκλαυσε τότε πικρώς ο Όσιος και έλεγε· «Μη γένοιτο, Δεσπόται μου Άγιοι, να πάρω τόσον βάρος επάνω μου· ότι καθώς όταν βάλη τις πολύ φορτίον εις μικρόν πλοιάριον πνίγεται, ούτω και εγώ, εάν βάλετε τόσον βάρος εις την ψυχήν μου, κινδυνεύω εις θάνατον». Οι δε Αρχιερείς τον παρηγόρησαν και ενουθέτησαν να μη εναντιούται εις το Πνεύμα το Άγιον. Πολλά επάσχισαν δια να στέρξη, και δεν ηθέλησεν. Όθεν και μη θέλοντα τον εχειροτόνησαν και οι δύο όπου ελειτούργησαν ομού την μεγάλην Πέμπτην. Ο δε Θεός, δια να φανερώση ότι ήτο άξιος της αρχιερωσύνης, έδειξε την ώραν εκείνην ένα θαυμάσιον· ήλθε μία λευκή περιστερά, και εκάθησεν εις την ιεράν κεφαλήν του χειροτονουμένου. Ταύτην όχι μόνον οι Πατριάρχαι, αλλά και οι Επίσκοποι και οι Ιερείς την είδον και εχάρησαν, δοξάζοντες τον Κύριον. Μετά την ιερουργίαν τον εκράτησαν οι Πατριάχαι και εφιλεύθησαν, έμεινε δε εκεί έως την Λαμπράν όπου ελειτούργησε με τους Πατριάρχας, την δε Δευτέραν επήγεν εις την Λαύραν, όπου έκαμε τρεις ημέρας· και τότε, αποχαιρετήσας τους Πατέρας, επήγεν εις την Αγίαν Πόλιν, προσκυνήσας δε όλους τους Αγίους Τόπους εκίνησεν εις οδοιπορίαν με τους Εδεσσηνούς προς την Έδεσσαν· πάλιν δε εγύριζε την κεφαλήν και βλέπων την πόλιν έκλαιε, και ταλανίζων εαυτόν επορεύετο. Ήμην δε και εγώ ο Βασίλειος, όπου έγραψα ταύτα, με άλλους δύο αδελφούς εις την συνοδείαν του. Καθώς δε εφθάσαμεν εις τον ποταμόν Ευφράτην, εμείναμεν εις ένα τόπον χλοερόν· τότε ενθυμηθείς της Αγίας Πόλεως και της Λαύρας ανέγνωσε τον ψαλμόν τούτον με δάκρυα λέγων· «Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν» και τα εξής. Ταύτα λέγων μετενόησε, και ήθελε να στρέψη πάλιν εις την Λαύραν. Καθώς όμως απεκοιμήθη ολίγον, είδεν όψιν θείαν και του λέγει· «Θεόδωρε, δεν πρέπει να μιμηθής τον οκνηρόν δούλον, όστις έκρυψε το τάλαντον, αλλά εκείνον, όστις εδιπλασίασε τα πέντε και έγινεν εξουσιαστής δέκα πόλεων. Σήκωσε και συ τον ζυγόν του Χριστού, τον οποίον σου έδωσαν». Εξυπνήσας ο Θεόδωρος εκατάλαβε την δύναμιν της οράσεως και έλεγε· «Ας γίνη του Κυρίου το θέλημα». Από τότε εσπούδαζε να αυξήση το εμπιστευθέν εις αυτόν τάλαντον. Όταν δε εφθάσαμεν εις την Έδεσσαν, μας προϋπήντησαν όλοι της πόλεως με πολλήν ευλάβειαν, και μας υπεδέχθησαν ως έπρεπε. Την Κυριακήν ελειτούργησεν ο Άγιος και ηυλόγησε το ποίμνιον διδάξας τα προς σωτηρίαν, πάντες δε ηυφράνθησαν. Άλλην ημέραν εξήλθεν από την πόλιν ο Άγιος και βλέπων έξωθεν στύλους πολλούς ηρώτησε τις τους έστησε· και είπον: «Εις τον καιρόν του ευσεβούς βασιλέως Μαυρικίου τους έκτισαν, και κατώκησαν εις αυτούς πολλοί στυλίται». Ερωτήσας τότε εάν ήτο ακόμη τις, του είπον πως ήτο ένας μόνον, πολύ γέρων, ονόματι Θεοδόσιος, όστις από το πολύ γήρας παραλαλεί πολλάκις άκαιρα λόγια. Ταύτα ακούσας ο θείος Θεόδωρος εννόησεν ότι ήτο ενάρετος ο στυλίτης, και πηγαίνων εις αυτόν αυτός μόνος και χαιρετήσας αυτόν, τον παρεκάλεσε λέγων: «Δέομαί σου, Πάτερ τιμιώτατε, ειπέ μοι λόγον σωτηρίας και στήριξον την καρδίαν μου, ότι πολλά λυπείται δια το βάρος της Αρχιερωσύνης, όπου με εφόρτωσαν». Λέγει του ο Θεοδόσιος: «Εγώ να σοι είπω ει τι με φωτίσει ο Κύριος, αλλά πρόσεχε και φυλάττου να μη ομολογήσης τινός άλλου όσα σου είπω, έως να πάρη την ψυχήν μου ο Κύριος. Μη λυπήσαι δια την αρχιερωσύνην, όπου έλαβες, ότι όλα τα προσκόμματα θέλει ευοδώσει ο παντοδύναμος, να διασκεδάση από την Εκκλησίαν του όλους τους αιρετικούς, όσοι μελετώσι κατά σου δεινά και άδικα, και να σου δώση χάριν να επιστρέψης τον βασιλέα των Περσών εις την ευσέβειαν, όταν τον ιατρεύσης πρότερον από την σωματικήν ασθένειαν· εκείνος δε θέλει σου δώσει όσα χρειάζεσαι εις βοήθειαν». Τότε ο τίμιος Θεόδωρος ηρώτησε πάλιν τον Όσιον λέγων· «Λέγε μοι, Πάτερ πνευματικέ, πόσους χρόνους έχεις εις τούτον τον κίονα και τις ήτο η αιτία και ανέβης»; Ο δε Γέρων, εκ βάθους καρδίας στενάξας, απεκρίνατο· «Όταν ήμην νέος, έφυγα από τον κόσμον ομού με ένα αδελφόν μου μεγαλύτερον· και πηγαίνοντες εις Μοναστήριον, εκάμαμεν χρόνους· τότε με το θέλημα του πνευματικού μας Πατρός επήγαμεν εις την της Βαβυλώνος έρημον· εκεί δε ευρίσκοντες σπήλαια εμείναμεν, τρεφόμενοι από τα χόρτα και ακρόδρυα, ευχαριστούντες τον Κύριον. Όταν εκάμαμεν ικανόν καιρόν, είδον τον αδελφόν μου από μακράν ένα στάδιον, όπου εσύναζε χόρτα, και έκαμε τον Σταυρόν του, ώσπερ να έβλεπε πράγμα φοβερώτατον· φεύγων δε επήγεν εις το σπήλαιον και εκρύβη. Εγώ δε εθαύμασα και επήγα ύστερα κρυφίως από αυτόν, να ιδώ τι εφοβήθη· βλέπω τότε ένα σωρόν χρυσά φλωρία· και κάμνων τον Σταυρόν μου, έβγαλα το ράσον μου, και απλώσας αυτό εις την γην το εγέμισα όσα ηδυνάμην να σηκώσω. Χωρίς τότε να ομιλήσω του αδελφού επήγα εις την πόλιν, και αγοράζων ένα τόπον εύμορφον, με πηγάς και δένδρα περιτειχισμένον, έκτισα Εκκλησίαν πλουσίαν με κελλία, νοσοκομείον, ξενοδοχείον και ει τι άλλο έκαμνε χρεία δια Κοινόβιον. Αφού έβαλα αδελφούς και προεστώτα χρήσιμον, του έδωσα χίλια χρυσά δια τας χρείας του Μοναστηρίου, τα δε υπόλοιπα εμοίρασα εις πτωχούς άπαντα, χωρίς εγώ να κρατήσω καν ένα δηνάριον, ούτε να εξοδεύσω εις τρυφήν και τροφήν μου τίποτα, αλλά πάντα εις ιερών οίκων οικοδομάς και εις χείρας πενήτων τα εξώδευσα». Ταύτα λέγων ο Όσιος εκείνος Γέρων εθρήνει και εστέναζεν, σφογγίσας δε τα δάκρυά του συνέχισεν λέγων· «Επιστρέψας μετά ταύτα εις την έρημον, δια να εύρω τον αδελφόν μου, μου ήλθε λογισμός υψηλοφροσύνης, λέγων ότι ο αδελφός μου δεν ήξευρε να οικονομήση καλά το χρυσίον, όπου εύρε, και εζημιώθη τον μισθόν· αλλ’ εγώ έκαμα καλά, όπου έπραξα πράγμα θεάρεστον. Ταύτα ο άφρων συλλογιζόμενος, ιδού είδα τον Άγγελον, όπου μας συνώδευσε την πρώτην φοράν, όταν επήγαμεν εις την έρημον και μου λέγει· «Τι κενοδοξείς; Και διατί αναβαίνουσι λογισμοί αυταρεσκείας εις την καρδίαν σου; Γίνωσκε ότι όλος ο κόπος και μόχθος σου του τόσου καιρού, αι οικοδομαί των Εκκλησιών και Μοναστηρίων και αι ελεημοσύναι, όπου εμοίρασες εις τους πένητας, δεν συγκρίνονται με το πήδημα του αδελφού σου, όταν εύρε το χρυσίον και το εκαταφρόνησε, δια να φυλάξη την εντολήν του Θεού, του οποίου εσπούδασε να αρέση με ακτημοσύνην παντέλειον· αλλ’ εσύ εφρόντισες να αρέσης τοις ανθρώποις. Δια τούτο η πράξις εκείνου ασυγκρίτως είναι θεαρεστοτέρα και δεν φθάνεις εσύ εις τα μέτρα του. Λοιπόν επειδή κατακαυχάσαι μάταια, να μη αξιωθής να ιδής το πρόσωπόν του όλην σου την ζωήν, ούτε να επιτύχης της συνομιλίας και συναυλίας μου, έως να κλαύσης επτά εβδομάδας χρόνους με πολλήν ταπείνωσιν». Μετά μικρόν λέγει πάλιν ο ΄Οσιος· «Αφού είπε ταύτα ο Άγγελος ανελήφθη. Εγώ δε επήγα εις το σπήλαιον του αδελφού μου, και δεν τον εύρον, και κλαίων τον εζήτουν μίαν εβδομάδα εις την έρημον, φωνάζων. Και την εβδόμην ημέραν μου ήλθε φωνή από τον Άγγελον, λέγουσα· «Ύπαγε εις την Έδεσσαν, ανάβα εις τον στύλον του Αγίου Γεωργίου, και εκεί μετανόησον θερμώς, έως να σε ελεήση ο Κύριος». Λοιπόν λυπούμενος και κλαίων αφήκα την κατοικίαν μου έρημον, και ήλθα εδώ, περιπατήσας ημέρας τεσσαράκοντα· ανελθών δε εις τούτον τον στύλον έμεινα ησυχάζων τεσσαράκοντα εννέα (49) χρόνους, πολλούς πολέμους και λογισμούς από τους δαίμονας δοκιμάσας. Τον πεντηκοστόν χρόνον, την νύκτα της Αγίας Αναστάσεως, έλαμψεν εις την καρδίαν μου φως γλυκύτατον και εσκόρπισε τα νέφη των παθών, επέρασα δε όλην εκείνην την νύκτα άγρυπνος με δάκρυα κατανύξεως. Κατά δε την τρίτην ώραν της ημέρας, καθώς ηυχόμην, ήλθεν Άγγελος και μου λέγει· «Ειρήνη σοι και σωτηρία από τον Κύριον». Εγώ δε είπον εις αυτόν· «Διατί με εγκατέλιπες και απέρριψάς με από προσώπου σου, εχώρισάς με από τον αδελφόν μου, και έπαθα τόσα βάσανα»; Είπεν ο Άγγελος· «Δια την υψηλοφροσύνην σου και την του αδελφού σου κατάκρισιν και εξουθένωσιν δεν εφαινόμην προς σε, πλην δεν σε αφήκα μοναχόν πώποτε, αλλ’ ιστάμην αοράτως φυλάττων σε, καθώς ο Κύριος με επρόσταξε. Τώρα δε, επειδή εταπεινώθης, σε ενεθυμήθη ο Κύριος και με έστειλε να είμαι ορατώς μαζί σου πάντοτε· σου δίδει δε χάριν να γνωρίζης τους δικαίους και αμαρτωλούς και να προβλέπης τα μέλλοντα. Ζη δε και ο αδελφός σου, και σπούδασον να ενωθήτε εις Βασιλείαν την αιώνιον». Ταύτα ακούσας από τον Γέροντα ο Αρχιερεύς εχάρη, ότι εύρε τοιούτον θησαυρόν πολύτιμον· και λαμβάνων συγχώρησιν, ανεχώρησε δοξάζων τον Κύριον. Εδίδασκε δε καθ’ εκάστην ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα και ανατρέπων τα των αιρετικών δόγματα με σοφώτατα συγγράμματα και διδάγματα· τους δε αιρεσιάρχας αυτών παρρησία ανεθεμάτισεν· όθεν εθυμώθησαν και ήλθον εις τόσην αναισχυντίαν οι τρισκατάρατοι, ώστε ενέπαιζον και ωνείδιζον τους Ορθοδόξους όταν έψαλλον. Ήσαν δε ούτοι Νεστοριανοί, οίτινες εβλασφήμουν την Θεοτόκον οι ασεβέστατοι, και Μανιχαίοι, οίτινες ομολογούσι δύο αρχάς εις την Θεότητα, μίαν αγαθήν και άλλην πονηράν, και προσκυνούσι τον Ήλιον και την Σελήνην, και φλυαρούσι και άλλα βλάσφημα. Ήσαν δε και του Σεβήρου οι ομόφρονες, οι οποίοι αυτοί όλοι εμίσησαν πολύ τον Θεόδωρον ως ζηλωτήν της ευσεβείας θερμότατον, και εσυμφώνησαν να τον φονεύσουν και να καταστρέψουν την Εκκλησίαν της Μητροπόλεως. Αλλ’ ο Θεός επαίδευσε τους αδίκους δίκαια· διότι εκείνοι μεν όπου εσήκωσαν χείρας να κτυπήσουν τον Άγιον δεν ηδυνήθησαν να τας κατεβάσουν, αλλ’ εμαράνθησαν και έμειναν ως παράλυτοι. Τους άλλους δε όπου ώρμησαν να κρημνίσουν την Εκκλησίαν, εξήλθε φλοξ από μέσα και τους έκαυσε τα πρόσωπα· όθεν έμειναν όλοι των άπρακτοι. Επειδή λοιπόν δεν ημπόρεσαν να τελέσουν αυτήν την επιβουλήν, ετράπησαν εις άλλην, δια να λυπήσουν τον Άγιον. Έδωσαν δώρα εις τους Αμιράδες, όπου ώριζαν τότε τας πόλεις της Συρίας, και επήραν τα κτήματα της Εκκλησίας, ήτοι χωράφια και άλλα ακίνητα, όπου οι πιστοί αφιέρωσαν. Βλέπων ο Άγιος τας αδικίας όπου του έκαμαν, έβαλε καλήν βουλήν να υπάγη εις τον βασιλέα όπου ώριζεν όλην την Συρίαν, να του είπη τας επιβουλάς των αιρετικών, να παιδεύση τους αδίκους δίκαια. Λοιπόν παίρνων εμέ και άλλους Ιερείς και διακόνους, και περιπατήσαντες ημέρας πολλάς, εφθάσαμεν εις την Συρίαν, εις την οποίαν ήτο βασιλεύς ένας καλόγνωμος, Μαυϊας ονόματι, όστις ήτο μεν Αγαρηνός, αλλά κριτής δίκαιος και ηγάπα τους Χριστιανούς δια την ενάρετον πολιτείαν των. Όταν λοιπόν εφθάσαμεν εκεί, επήγαμεν εις την Εκκλησίαν των Χριστιανών, και μας υπεδέχθη ο Μητροπολίτης ασμένως· αφού δε εφιλεύθημεν, μας ηρώτησεν έμπροσθεν των πρώτων γραφέων του βασιλέως και του άρχοντος των ιατρών, όπου έτυχαν εκεί εις την Μητρόπολιν, επειδή ήσαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, και μας είπε τι εζητούμεν. Ο δε Άγιος είπε την αιτίαν. Συμπονέσας δε ημάς ο Αρχιερεύς παρεκάλεσε τους γραφείς και τον Αρχίατρον να αναφέρουν εις τον βασιλέα δια τον της Εδέσσης Επίσκοπον. Οι δε είπον, ότι δεν ήτο καιρός δια τότε, επειδή ο βασιλεύς είχε δεινήν ασθένειαν, ήτις λέγεται ελληνικά καρκίνος και άνθραξ, όστις τρώγει την σάρκα και δεν έχει θεραπείαν. Το δε χειρότερον, ότιήτο εις τα βλέφαρα και ετυφλώθη το φως του, και δεν ηδύναντο οι ιατροί να του δώσουν τινά ωφέλειαν. Μάλιστα από ταύτην την ασθένειαν του ήλθε και πνευμονία και έμελλε να αποθάνη εις ολίγας ημέρας. Ταύτα ακούσας ο Άγιος είπε προς αυτούς· «Τις ηξεύρει, κύριοί μου, μήπως και τον ιατρεύσω με την θείαν βοήθειαν»; Του λέγει δε ο ιατρός· «Εάν κάμης εις αυτόν τόσην ευεργεσίαν, σου δίδει ό,τι του ζητήσης ως δώρημα». Απελθών εις τον βασιλέα είπεν εις αυτόν· «Ο Επίσκοπος της Εδέσσης ήλθεν εδώ, όστις είναι ιατρός θαυμάσιος, και προσκάλεσέ τον, ίσως και σου δώση την ίασιν». Αποστείλας τότε ο βασιλεύς ανθρώπους προσεκάλεσε τον Άγιον, όστις προσήλθε φέρων μεθ’ εαυτού από το χώμα του Αγίου Τάφου, και τον επότησε με νερόν της αγίας κανδήλας, έχρισε δε την κεφαλήν αυτού, τα βλέφαρα, την καρδίαν και τα μετέφρενα, τον Χριστόν επικαλούμενος. Ούτω ποιήσας, επρόσταξε και τον αφήκαν μοναχόν να κοιμηθή. Καθώς δε ύπνωσεν, έφυγεν ευθύς η ασθένεια (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ παντοδύναμε!), τα οιδήματα και αι πληγαί από το πρόσωπον ηφανίσθησαν, οι οφθαλμοί εφωτίσθησαν, ο λαύρος πυρετός μετετράπη εις δρόσον γλυκυτάτην, ο πνεύμων εξεπρίσθη, και ανεκλήθη από τας πύλας του θανάτου ο απελπισθείς από όλους και ανεστήθη ο πρώην νεκρός νομιζόμενος. Ως εξύπνησεν ο βασιλεύς, βλέπων τοιούτον παράδοξον, εθαύμαζε πως ευρέθη εις μίαν στιγμήν όλως υγιής και άνοσος, ηυχαρίστει δε τον ιατρόν όσον ηδύνατο, και έκαμε μεγάλην τράπεζαν από την χαράν του, φιλεύων όλους τους μεγιστάνας και άρχοντας και πλήθος στρατιωτών. Δίδων δε του θαυματουργού Θεοδώρου βασιλικά και πολύτιμα χαρίσματα, τον ηρώτησε λέγων· «Τις είναι η αιτία, όπου ήλθες εδώ, άνθρωπε του Θεού και φως των οφθαλμών μου»; Ο δε Άγιος είπε την υπόθεσιν. Όθεν ο βασιλεύς, έχων πόθον άπειρον να χαροποιήση τον ευεργέτην του, έστειλεν ανθρώπους ευθύς προς τους Αμιράδες της Συρίας και της Αντιοχείας με απειλητικά γράμματα, να δώσουν όσα πράγματα της Εκκλησίας της Εδέσσης επήραν, τους δε αιρετικούς, όσοι δεν στέρξουν να γίνουν Ορθόδοξοι, να τους διώξουν έξω της πόλεως. Προς δε περισσοτέραν βεβαίωσιν, έστειλεν άλλον Αμιράν, προστάσσων να κάμη όσα γράφει απαρασάλευτα. Είτα λέγει προς την Επίσκοπον· «Ιδού έκαμα όσα με απρόσταξες· λοιπόν απόστειλον την συνοδείαν σου με τον Αμιράν, και συ πρόσμεινον με τον ανεψιόν σου, να συνευφρανθώμεν καλύτερα». Εστείλαμεν λοιπόν τρεις Ιερείς με τον Αμιράν· ως δε έφθασεν εις την Έδεσσαν, έδεσαν τους προεστούς των αιρετικών. Όταν δε ανεγνώσθη το πρόσταγμα του βασιλέως, εφοβήθησαν οι περισσότεροι και επίστευσαν, τους δε υπολοίπους εξώρισαν. Απέδωκαν δε και όλα τα πράγματα της Εκκλησίας και έγινεν ο χριστώνυμος λαός της Εδέσσης μία ποίμνη, με πολλήν ευφροσύνην και άπειρον αγαλλίασιν. Εν μια δε των ημερών είπε ταύτα ο βασιλεύς προς τον Επίσκοπον Θεόδωρον· «Ήθελα, φίλε ηγαπημένε μου, να είμεθα αχώριστοι πάντοτε εις τούτον τον κόσμον και εις τον μέλλοντα». Λέγει ο Άγιος· «Εν μέσω εμού και σου βλέπω θύραν ανοικτήν, εγώ δε είμαι από μέσα, συ όμως στέκεσαι έξωθεν και δεν θέλεις να έλθης· μετ’ ολίγον δε διάστημα κλείουν την θύραν και χωριζόμεθα». Ερωτήσας δε ο βασιλεύς να του διαλύση τις είναι η θύρα, είπεν ο Άγιος και άλλην παραβολήν· «Δύο άνθρωποι μετέβαινον εις μίαν πόλιν να ομιλήσουν του βασιλέως· ο ένας ήτο πτωχός και ο άλλος πλούσιος. Ούτος επεριπάτει οδόν ευρύχωρον, ο δε πτωχός στενήν και τεθλιμμένην· εσυμβούλευσε δε ο πτωχός τον πλούσιον λέγων. Η ημέρα είναι εις το τέλος και κλειδώνουσι τας μεγάλας θύρας της πόλεως, άφες λοιπόν αυτήν την οδόν και ελθέ μετ’ εμού, όπου ηξεύρω μίαν μικράν θύραν, εις την οποίαν κάθονται εντός πάντοτε άνθρωποι, και ανοίγουν καθενός όποιαν ώραν φθάση. Ο δε πλούσιος, συλλογιζόμενος της στενής οδού την κακοπάθειαν, επροτίμησε την ευρύχωρον· επειδή όμως ενύκτωσεν, έκλεισαν τας θύρας· όθεν έμεινε με την συνοδείαν του έξωθεν της πόλεως και τον έφαγαν τα θηρία. Ο δε πτωχός, ολίγον κακοπαθήσας, έφθασεν εις την θύραν και εισήλθε και τον εδέχθησαν εις πανδοχείον, όπου εύρε πάσαν ανάπαυσιν». Είπε δε και τρίτην παραβολήν ο Άγιος, την εξής· «Εάν σου έδειχνα μίαν βρύσιν αθανασίας, ικανήν να ανακαινίση την νεότητά σου, να γίνης εις την μορφήν εύμορφος και αθάνατος, πόσην χάριν μου εγνώριζες»; Ο δε βασιλεύς απεκρίνατο· «Εις όλα μου τα αγαθά θα σε έκαμνα συγκοινωνόν και συμμέτοχον». Τότε εξήγαγεν από το στήθος του ο Επίσκοπος το Ευαγγέλιον, λέγων· «Αύτη είναι η θύρα του Παραδείσου, η οδός της ζωής και η πηγή της αδανασίας, εάν ποθής να εύρης ζωήν αιώνιον, να μη αποθάνης ουδέποτε. Τις δε η θύρα, η οδός, η πηγή και ζωή η αιώνιος; Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός, όστις έκαμε την οικουμένην άπασαν. Αυτός είναι Βασιλεύς αιώνιος. Αν έχης πόθον να βασιλεύσης αιώνια, γίνου δούλος εδώ πρόσκαιρα τοιούτου Θεού αγαθού και οικτίρμονος· άφες την μισητήν θρησκείαν του λαοπλάνου Μωάμεθ, όστις είναι του Αντιχρίστου πρόδρομος, και πίστευσον εις τον Χριστόν, να ιδής πόσης μακαριότητος αξιώνεσαι». Αυτά και άλλα πλείονα έλεγεν ο πάνσοφος Θεόδωρος, έφθασαν δε οι λόγοι του έως την καρδίαν του βασιλέως, συνεργούσης της θείας χάριτος, και κατανυγείς την ψυχήν παρεκάλεσε τον Επίσκοπον να του αναγνώση το Ευαγγέλιον. Ο δε προθύμως υπήκουσεν. Έπειτα του έγραψε το «Πιστεύω» εις την Συριακήν γλώσσαν και έκαμε κατηχούμενον αυτόν και άλλους τρεις δούλους πιστούς, όπου είχε, και τους ηγάπα υπέρμετρα. Μετά ταύτα προσεποιήθη ότι θα επήγαινε να κυνηγήση, και επήγαμεν εις την συνοδείαν του ο τε Αρχιερεύς και εγώ ο ανεψιός του Βασίλειος· φθάσαντες δε εις τον ποταμόν Τίγρητα, μας εξεχώρισεν ο βασιλεύς από την άλλην του συνοδείαν. Αφού δε εμείναμεν ημείς οι εξ μόνοι, εβάπτισε τον βασιλέα εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, ονομάσας αυτόν Ιωάννην, τον οποίον εγώ ανεδέχθην. Έπειτα εβάπτισε τους άλλους τρεις ευγενείς παίδας, ανεδέχθη δε ο βασιλεύς τον πρώτον, εκείνος τον δεύτερον, τον δε τρίτον εγώ ο Βασίλειος. Κατόπιν επεστρέψαμεν εις τα βασίλεια, όπου ελειτούργησεν ο Ιεράρχης κρυφίως εις μίαν μικράν τράπεζαν, την οποίαν ηυτρεπίσαμεν και εκοινώνησεν αυτούς τα θεία Μυστήρια, έγινε δε εις όλον το παλάτιον χαρά μεγάλη και αγαλλίασις, και καθ’ εκάστην ενουθέτει τους νεοφωτίστους ο Θεόδωρος. Έκαμνε δε και σημεία μεγάλα εις τον λαόν και εξαίσια θαυμάσια, δια τα οποία οι μεν πιστοί έχαιρον, οι δε Ιουδαίοι και Ισμαηλίται εφθόνουν, βλέποντες πως εδίωκεν από τους ανθρώπους τα δαιμόνια, ιατρεύων πάσαν ασθένειαν ανίατον. Εξαιρέτως δε ένας αρχισυνάγωγος, νομομαθής και λόγιος, ή άλογος μάλλον ειπείν και ασύνετος, όστις, ως είδεν ανθούσαν την Εκκλησίαν μας, εθυμώθη παραλόγως ο αλογώτατος· προσελθών δε εις τον άρχοντα των δικαστών, τον επαρακίνησεν εις οργήν κατά των Χριστιανών με δωρήματα και τον εσυμβούλευσε να προστάξη να διαλεχθή ο Εβραίος με τους Χριστιανούς εις το παλάτιον περί πίστεως. Συναχθέντες λοιπόν εις τον βασιλέα οι κριταί με τον αρχιδικαστήν, καθώς και όλοι οι Χριστιανοί και Ιουδαίοι, είπε προς τον βασιλέα ο αρχισυνάγωγος· «Εις το μεγάλο βήμα της εξουσίας σου, βασιλεύ κράτιστε, ζητούμεν να γίνη εν μέσω ημών και των Χριστιανών διάλεξις, να βεβαιωθή η αλήθεια και να διωχθή το ψεύδος με δικαίαν ψήφον από το κράτος σου. Ότι δι’ αυτό και ο Θεός εμεγάλυνε των Περσών την δύναμιν, έβαλεν υποπόδιόν σου τους Γαλιλαίους, και δεσπόζεις τα Ιεροσόλυμα. Δια τούτο δεόμεθα να μας ακούσης μακροθύμως και να κάμης δικαίαν απόφασιν». Τότε είπε πολλάς βλασφημίας κατά του Χριστού ο άχρηστος, λέγων σαθρά τινα και ανίσχυρα λοιδορήματα. Έπειτα στραφείς προς τον Μητροπολίτην είπεν εις αυτόν· «Συ είσαι ο αρχηγός των Χριστιανών»; Ο δε μακάριος Θεόδωρος απεκρίνατο· «Ναι». Λέγει προς τον βασιλέα ο Εβραίος· «Αυτός λοιπόν ας μου αποκρίνεται». Λέγει ο Βασίλειος· «Δεν είσαι άξιος, ακάθαρτε και βέβηλε, να ακούης τον Άγιον, επειδή μέλλει να ιερουργήση σήμερον, αλλ’ εγώ ο μαθητής του σου αποκρίνομαι». Τότε ο Εβραίος, έχων το θάρρος του εις τα δώρα, όσα εις τον αρχιδικαστήν εχάρισε, δεν ήρχισεν από τας μαρτυρίας των Γραφών την διάλεξιν, αλλά με λόγια βλάσφημα κατά των Χριστιανών εμεγαλορρημόνει ο τρισκατάρατος, έχων τον αρχέκακον όφιν εις την καρδίαν του, όπου τον εδίδασκε, δια να διαστέψη τον βασιλέα από την ευσέβειαν. Ο δε Μέγας Θεόδωρος, πλησθείς Αγίου Πνεύματος, δεν τον αφήκε να πολυλογή, αλλά προστάσσων να σιωπήση είπεν εις αυτόν· «Εάν ήθελεςαναφέρει Μωσαϊκάς νομοθεσίας ή άλλας ρήσεις των προφητών, αγράμματε, ηθέλαμεν λύσει τα προβλήματα· αλλά επειδή ουδένα λόγον σοφόν ηξεύρεις, αλλά μόνον να λέγης βλασφημίας και άλλα όσα σου ερμηνεύει ο πατήρ σου ο διάβολος, να γίνουν την ώραν ταύτην τα χείλη σου άλαλα, επειδή ελάλησαν κατά του δικαίου Χριστού αναμίαν και ματαιότητα». Ευθύς τότε ο πρώην στρωμύλος και μεγαλορρήμων έγινε βωβός και άλαλος και δεν ηδύνατο να ομιλήση τελείως. Τότε οι μεν Ιουδαίοι κατησχύνθησαν, πολλοί δε από αυτούς, έτι δε και από τους Σαρακηνούς και Πέρσας, επίστευσαν εις τον Χριστόν, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον. Ο δε βασιλεύς ωργίσθη κατά του Εβραίου ως βλασφήμου, και προστάσσει να τον δείρουν με βούνευρα και να φυλακισθή, τους δε άλλους Εβραίους να διώξουν με ραβδισμούς και αισχύνην πολλήν από το κριτήριον· τον δε αρχιδικαστήν δικαίως κατεδίκασε και τον εμέμφθη, ότι έκαμε του Εβραίου το θέλημα. Έχαιρε δε και ηγαλλιάτο τω πνεύματι εις τοιαύτην θαυματουργίαν και εβεβαιώθη εις την πίστιν του Χριστού καλλίτερα. Ο δε Ιουδαίος, όταν έμεινεν ημέρας τρεις εις το δεσμωτήριον, ήλθεν εις εαυτόν, γνωρίσας την πλάνην του· ότι ο πανοικτίρμων Θεός έβλυσε ρανίδα φιλανθρωπίας εις την καρδίαν του. Στέλλει λοιπόν γράμμα προς τον Μέγαν Θεόδωρον, υποσχεθείς να γίνη Χριστιανός και ζητών συγχώρησιν. Λοιπόν εξελθών από την φυλακήν, έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου, ζητών με νεύματα και σχήματα το άγιον Βάπτισμα, καθώς δε το ετελείωσε και έκαμεν υιόν φωτός τον εσκοτισμένον καλέσας αυτόν Σιμωνάν, όταν εξήρχετο από την ιεράν κολυμβήθραν ήλθεν εις αυτόν η θεία χάρις, ανοίξας δε το στόμα ελάλει, ευλογών τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, δοξάζων αυτόν συν τω ανάρχω Πατρί και τω ζωοποιώ Πνεύματι. Οι δε παρόντες, ορώντες τοιούτον θαυμάσιον, εξέστησαν. Ταύτα ακούσας και ο βασιλεύς προσεκάλεσεν αυτόν, και γνωρίσας ότι με όλην του την ψυχήν επίστευσε, τον εφιλοδώρησε πλουσιώτατα. Μετά ταύτα, όταν παρήλθεν ο χειμών, έλαβεν ο βασιλεύς Ιωάννης τον Μέγαν Θεόδωρον εις το δωμάτιόν του κρυφαίως και του λέγει· «Η ψυχή μου φοβείται, πάτερ πνευματικέ, όταν ενθυμηθώ τον θάνατον, μήπως και έλθη αιφνιδίως και με συλλάβη απροόπτως, με εκκόψη (φευ!) ως δένδρον άκαρπον και με εμβάλη εις το πυρ το ακοίμητον ως αμελή και απρόκοπτον. Επειδή δε έγινα Χριστιανός με την βοήθειαν του Θεού και την ιδικήν σου παρακίνησιν, δεν αναπαύεται η ψυχή μου να είμαι Χριστιανός μόνον κρυφίως, αλλά και να ομολογήσω εις το φανερόν τον Δεσπότην μου και να λάβω δια την αγάπην του θάνατον. Λοιπόν στήριξόν με μέ  τας ευχάς και διδασκαλίας σου, και λάβε χρυσίον πολύ να το διαμοιράσης άλλο εις τον Άγιον Τάφον και εις τα λοιπά Μοναστήρια, έτερον δε εις πτωχούς ερημίτας και άλλους πένητας, με τας ευχάς των οποίων καθόπλισόν με. Όταν δε κάμης αυτήν την υπηρεσίαν και επιστρέψης εις την Εκκλησίαν σου, εάν ακούσης ότι είμαι ζων, ελθέ να με εύρης με την θείαν βοήθειαν. Ει δε μάθης ότι ετελειώθην, μη έλθης, αλλά μνημόνευέ με εις τας ιερουργίας σου. Ναι, δέομαι της αρχιερωσύνης σου, αγιώτατε πάτερ, μη λησμονήσης του τέκνου σου». Τότε ο Άγιος έκλαυσε και επήνεσε τον βασιλέα λέγων· «Καλότυχος συ, βασιλεύ, και μακάριος, ότι ως γνωστικός γνωρίζεις τα πράγματα και καταφρονείς τα παρόντα ως ρευστά και μάταια και φροντίζεις δια τα μέλλοντα ως ατελεύτητα. Χαίρε λοιπόν και αγάλλου, ότι πολύς είναι εις τους ουρανούς ο μισθός σου και πλουσία η ανταπόδοσις. Εγώ μεν θα κάμω την διακονίαν, καθώς ώρισες. Συ δε ανάθες εις τον Δεσπότην Χριστόν όλην την ελπίδα σου, όστις σε εφώτισε και εζώωσεν όπου ήσουν νεκρός με τα αμαρτήματα. Λοιπόν αγάπησον αυτόν εξ όλης ψυχής και δυνάμεως, καθώς και αυτός ο πολυεύσπλαγχνος μας ηγάπησε και εσταυρώθη δι’ ημάς. Μας διδάσκει δε και ο θείος Παύλος ούτω λέγων· «Ποία θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή μάχαιρα θα μας χωρίση από την αγάπην του Χριστού»; Τοιαύτας έχοντες επαγγελίας, αγαπητέ, μη δειλιάσωμεν να πάθωμεν εδώ πρόσκαιρα πολλάς κολάσεις δια την σωτηρίαν μας, αλλά ας υπομείνωμεν δια τον Δεσπότην μας άπαντα, δια να μας αξιώση της βασιλείας Του, να έχωμεν πάντοτε δόξαν έρρητον και ευφροσύνην ανέκφραστον». Ταύτα ακούσας ο μακάριος βασιλεύς επληρώθη την ψυχήν ηδονής πνευματικής και αγαλλιάσεως· ασπασθέντες δε ο ένας τον άλλον, και ευλογήσας ο Άγιος τον βασιλέα, απεχαιρετίσθησαν μετά δακρύων αγαλλιάσεως, εκείνος δε του έδωκε δέκα στατήρας χρυσίου, και άργυρον καθαρόν είκοσι, χρυσά κειμήλια, ήτοι άγια ποτήρια, θυμιατά και άλλα εκκλησιαστικά αγγεία, με τα οποία υπηρετούμεν την ιεράν λειτουργίαν, είχον δε ταύτα πολλούς πολυτίμους λίθους, όπου ήξιζαν εκατονταπλασίως από τον χρυσόν περισσότερα. Του έδωσε και ιερατικά πολλά χρυσοϋφαντα, και άλλα δώρα πολύτιμα, βασιλικής χειρός και πίστεως επάξια. Τα οποία όλα αυτά τα πολύτιμα δώρα του έδωκε με πόθον θερμόν και χείρα άφθονον, δια να τα εύρη εις τον Παράδεισον, παραγγείλας εις αυτόν να κρατήση δια την επισκοπήν του της Εδέσσης όσα χρειάζεται, τα δε επίλοιπα να δώση εις τον Ναόν της αγίας του Κυρίου Αναστάσεως και εις άλλας Εκκλησίας, καθώς και τα χρήματα. Μας έδωκε δε και στρατιώτας να μας συνοδεύσουν, δια να μη μας τύχη εις τον δρόμον από κλέπτας ενόχλησις. Εξελθόντες λοιπόν την νύκτα από την Βαβυλώνα επήγαμεν πρώτον εις την Έδεσσαν, έπειτα εις τα Ιεροσόλυμα, όπου εμοιράσαμεν τα δώρα του βασιλέως, κατά την αγίαν του πρόσταξιν εις όλα τα Μοναστήρια· πολλοί δε πτωχοί επλούτησαν και πολλά Μοναστήρια ανεκαινίσθησαν με την πλουσίαν εκείνην ελεημοσύνην του ευλογημένου βασιλέως. Όταν ο βασιλεύς έμαθεν ότι διεμοιράσαμεν όσα μας έδωκεν, έβαλεν αρίστην βουλήν να τελειώση την ζωήν με μαρτύριον. Όθεν πρώτον μεν διένειμε τον επίλοιπον πλούτον του όσον ηδύνατο κρυφίως εις τους πτωχούς Χριστιανούς δίδων και του Μητροπολίτου πολύν και άπειρον, να τον κάμη ως βούλεται. Έπειτα προσκαλεί τους άρχοντας και τους λέγει· «Εις ολίγας ημέρας αναχωρώ από τούτον τον κόσμον, όθεν συναχθήτε όλοι εις την πεδιάδα αύριον, να σας είπω την διαθήκην μου». Έστειλε δε και κήρυκας, προστάσσων να συναχθούν όλοι εις το ιπποδρόμιον. Αυτός δε όλην την νύκτα μετά δακρύων προσηύχετο, το δε πρωϊ πριν ακόμη εξημερώση είχεν Ιερέα έτοιμον, όστις λειτουργήσας εις το εσωτερικόν του δωμάτιον, εκοινώνησε με τους τρεις του παίδας τα Θεία Μυστήρια. Έπειτα δίδων του ιερέως εκείνου πλούσια δωρήματα, ανέβη εις τον καλύτερον ίππον του και εξήλθεν ούτω λαμπρώς εστολισμένος εκεί όπου ήτο όλος ο λαός συνηγμένος, Πέρσαι, Ισμαηλίται, Ιουδαίοι και οι ευσεβείς Χριστιανοί, καθώς αυτός επρόσταξε. Ανέβη δε εις υψηλόν τόπον, δια να ακούσουν τους λόγους του βασιλέως. Όταν έγινε πολύ σιγή, ηγέρθη από τον θρόνον ο βασιλεύς, και εβόησε μεγαλοφώνως, λέγων ταύτα προς τον λαόν ο αείμνηστος· «Ακούσατε Πέρσαι, Αγαρηνοί, Εβραίοι, και ο εκλεκτός λαός του Χριστού, εγώ είμαι Χριστιανός, Ιωάννης ονομαζόμενος. Πιστεύω δε εις Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την μίαν και τρισυπόστατον Θεότητα· ότι άλλη πίστις δεν είναι αληθινή ειμή αυτή μόνη. Επειδή δε ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός είπεν, ότι όποιος με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω και εγώ έμπροσθεν του Πατρός μου, δι’ αυτό τον ομολογώ και έμπροσθεν του ουρανού και της γης, Αγγέλων τε και ανθρώπων». Ταύτα ειπών εξήγαγεν από το στήθος του Σταυρόν πολύτιμον, ολόχρυσον, με πολυτίμους λίθους κατεσκευασμένον· υψώσας δε αυτόν κατά ανατολάς, επροσκύνησε τρις και τον εκαταφίλησε, λέγων· «Τον Σταυρόν σου προσκυνώ, Χριστέ, τον τίμιον, σε γινώσκω Θεόν και Κύριον και Σωτήρα μου, και σοι την δόξαν αναπέμπω, συν τω ανάρχω σου Πατρί, και τω Παναγίω και Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ομοίως και οι τρεις Παίδες τα αυτά συνωμολόγησαν». Ταύτα ακούσας ο λαός πρώτον μεν εξίσταντο και ίσταντο θαυμάζοντες. Έπειτα τους παρεκίνησεν ο διάβολος και έδραμον με μαχαίρας κατά του βασιλέως, να τον φονεύσωσιν. Οι δε τρεις δούλοι, ως πιστότατοι, τους ηναντιώθησαν ώραν πολλήν, όσον ηδύναντο, έως ου εφονεύθησαν οι τρισμακάριοι, τον Χριστόν επικαλούμενοι. Τότε, όταν απέκτειναν αυτούς οι μισόχριστοι, εκτύπησαν και τον φιλόχριστον βασιλέα με τα ξίφη και τας λόγχας. Εδέχετο δε ο μακάριος τας πληγάς χαίρων και λέγων ταύτα· «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Ούτως μετέστη ο μακάριος Ιωάννης από την επίγειον και πρόσκαιρον βασιλείαν προς την ουράνιον και αιώνιον, ίνα συμβασιλεύση με τον αθάνατον βασιλέα αεί και πάντοτε. Είχε δε τότε ο Μάϊος τριάκοντα. Εκείνοι δε οι φονείς και αχόρταγοι δεν εχόρτασαν, όταν τον εφόνευσαν, αλλά εσπαθοκοπούσαν ακόμη και το άγιον λείψανον οι μισόχριστοι. Οι δε φιλόχριστοί, ιδόντες τοιαύτην μισανθρωπίαν, εφοβήθησαν και έφυγον. Το δε σώμα του Μάρτυρος έρριψαν κάτω, και το εφύλαττον δια να μη το λάβουν οι πιστοί να το θάψωσι. Τη επαύριον εφάνη την νύκτα ο Άγιος Μάρτυς εις τουςαρχισατράπας της πόλεως και με πολύν θυμόν τους ηπείλει λέγων· «Δότε το σώμα μου εις τον Μητροπολίτην των Χριστιανών να το κηδεύση, ειδέ μη σας φονεύω πάραυτα». Όταν εξύπνησαν, εδιηγείτο ένας του άλλου την όρασιν, και παρεκάλεσαν τον Μητροπολίτην να το λάβη. Ούτος δε έστειλεν ένα Επίσκοπον και το έφερεν εις την Μητρόπολιν. Έπειτα έλαβον και τα άλλα τρία των δούλων λείψανα και τα ενεταφίασαν εις την αγίαν Εκκλησίαν, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Κύριον, όστις έδειξε πολλά σημεία και τέρατα εις τον τάφον του βασιλέως και Μάρτυρος. Δια τα οποία πολλοί από τους Πέρσας και Αγαρηνούς εβαπτίσθησαν, βλέποντες να γίνωνται καθ’ εκάστην μεγάλα θαυμάσια. Ο δε Μέγας Οεόδωρος διήγεν εις την Επισκοπήν του μεγάλην σκληραγωγίαν και άσκησιν, τρώγων μόνον μίαν φοράν την εβδομάδα και όλας τας νύκτας ευχόμενος. Όθεν και ο Δεσπότης Χριστός έδιδεν εις αυτόν πλουσίαν την χάριν του και εθεράπευε πάσαν ασθένειαν. Ήρχοντο δε προς αυτόν από όλην την Συρίαν πλήθος ασθενών και τους ιάτρευεν εις μίαν στιγμήν δίχως βότανα, δωρεάν. Τα θαύματα ταύτα βλέποντες οι Ισμαηλίται επίστευον εις τον Χριστόν, καθ’ εκάστην δε επληθύνοντο οι ευσεβείς, οι δε ασεβείς ωλιγόστευον. Ούτω λοιπόν πολιτευσάμενος και διαλάμψας με ένθεα κατορθώματα και ποταμούς θαυμάτων τελέσας ο Μέγας Θεόδωρος, μετά τρεις χρόνους από της του βασιλέως Ιωάννου αθλήσεως ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον. Προγνωρίσας δε την μετάστασιν αυτού εσύναξεν όλα του τα λογικά πρόβατα, Ιερείς και λαϊκούς, και εδίδαξεν αυτούς να ίστανται εις την Ορθόδοξον πίστιν στερεοί και αμετακίνητοι, να έχουν προς αλλήλους αγάπην εν Χριστώ και ομόνοιαν, και απλώς ειπείν να φυλάττουν όλας τας εντολάς του Κυρίου, δια να εύρουν ζωήν αιώνιον. Ταύτα ειπών, ησπάσθη αυτούς και τους απεχαιρέτησε· πηγαίνων δε εις τα Ιεροσόλυμα εισήλθεν εις τον Ναόν της Αγίας Αναστάσεως και προσευχόμενος έβρεξε με τα δάκρυα το άγιον εκείνο έδαφος. Ομοίως και τον Άγιον Τάφον και όλους τους άλλους Ιερούς Τόπους αποχαιρετήσας με δάκρυα, επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, όπου έζησεν άλλας τρεις εβδομάδας εις το ασκητικόν κελλίον του, φιλεύων τους αδελφούς με θεόσοφα λόγια. Ολίγον δε ασθενήσας, εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια και λέγων· «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», απήλθεν εις τα ουράνια, τον ενεταφίασαν δε πλησίον του Οσιομάρτυρος Μιχαήλ του συγγενούς του, εις τας ιθ΄ (19) του Ιουλίου μηνός. Ετέλεσε δε και μετά την κοίμησιν θαυμάσια πάμπολλα, εις δόξαν και αίνεσιν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ω πρέπει πάσα τιμή και προσκύνησις, συν τω ομοουσίω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Ο κατά πλάτος Βίος και πολιτεία της Οσίας μητρός ημών ΜΑΚΡΙΝΗΣ

Ο κατά πλάτος Βίος και πολιτεία της Οσίας μητρός ημών ΜΑΚΡΙΝΗΣ, αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου, ασκησάσης κατά το τξ΄ (360) έτος από Χριστού, συγγραφείς υπό του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης του αυταδέλφου αυτής και αποσταλείς προς Πλύμπιον Μοναχόν· ήδη δε μεταφρασθείς εις το απλούν παρά Νικοδήμου Αγιορείτου.                                    


Το είδος του παρόντος λόγου, όσον μεν από την επιγραφήν φαίνεται, είναι επιστολή, το δε πλήθος των λεγομένων υπερβαίνει τα όρια της επιστολής, και εκτείνεται εις διήγησιν και συγγραφήν βίου, διότι ενθυμείσαι, αδελφέ Ολύμπιε, την συνομιλίαν εκείνην, την οποίαν εκάμαμεν μεταξύ μας, όταν εγώ σε συνάντησα εις την Αντιόχειαν, όπου ήθελες να υπάγης εις την Ιερουσαλήμ, δια να προσκυνήσης τους ιερούς τόπους. Αφού δε εκινήθησαν μεταξύ μας λόγοι πολλοί δια τους οποίους έδιδε τας αιτίας η ιδική σου σύνεσις, ήλθεν ο λόγος και εις ενθύμησιν της εναρέτου πολιτείας της μακαρίας Μακρίνης, της οποίας η διήγησις δεν είχε την πληροφορίαν από ακοήν άλλων, αλλά από την πείραν αυτήν και δοκιμήν, καθ’ όσον αυτή ήτο αδελφή μου από τους αυτούς γονείς γεννημένη και πρωτότοκος. Επειδή λοιπόν και συ έκρινας κέρδος ψυχής την διήγησιν ταύτην, δια να μη λησμονηθή ο Βίος της και κρυφθή από την σιωπήν ως ανωφελής, αυτή όπου ανέβη εις το άκρον της αρετής με την άσκησιν, δια τούτο νομίζω, ότι είναι καλόν να πεισθώ εις την παρακίνησίν σου, και με ολιγολογίαν να διηγηθώ τον υποδειγματικόν Βίον της, με απλήν και ανεπιτήδευτον διήγησιν. Η παρθένος αύτη ωνομάσθη από τους γονείς μας Μακρίνα και αυτό ήτο το όνομα όπου είχεν εις το φανερόν· άλλο δε όνομα είχεν εις το κρυπτόν, με το οποίον επωνομάσθη προτού ακόμη να γεννηθή, από θείαν οπτασίαν· διότι η μήτηρ ημών Αιμιλία ήτο πολλά ενάρετος, και εποθούσε να φυλάξη παρθενίαν και να διέλθη ζωήν άμεμπτον· αλλ’ επειδή έμεινεν ορφανή από πατέρα και μητέρα, και ήτο πολλά ωραία, και η φήμη του κάλλους της επαρακινούσε πολλούς να την νυμφευθούν, και ανίσως δεν ενυμφεύετο με κανένα άνδρα θεληματικώς, εκινδύνευε να πάθη κανένα σατανικόν πράγμα και να την αρπάση κανένας από εκείνους όπου ήσαν τετρωμένοι εις το κάλλος της, δια τούτο έστερξε να λάβη άνδρα τον πλέον σεμνότερον εις την ζωήν, τον Βασίλειον, λέγω, τον πατέρα μας, δια να τον έχη φύλακα της ζωής και της σωφροσύνης της. Όθεν η μήτηρ μας αύτη εις την πρώτην γέννησιν, όταν ήλθεν ο καιρός δια να γεννήση, είδεν εις τον ύπνον της, ότι εκράτει εις τας χείρας της βρέφος, την θυγατέρα της ταύτην, εκεί δε εφάνη ένας μεγαλοπρεπής άνθρωπος και την ωνόμασε Θέκλαν· λέγω εκείνην, η οποία έχει φήμην μεγάλην ανάμεσα εις τας παρθένους· αφού δε ο μεγαλοπρεπής εκείνος ωνόμασε το βρέφος Θέκλαν τρεις φοράς, έγινεν άφαντος, δίδων ευκολίαν εις την μητέρα μας δια να γεννήση· ευθύς δε όταν εξύπνησεν, εγέννησε την αδελφήν μας. Λοιπόν το όνομα τούτο της Θέκλης είχε κεκρυμμένον η αδελφή μας· εγώ όμως νομίζω, ότι εκείνος ο μεγαλοπρεπής, όστις εφάνη εις την μητέρα μας, δεν είχε σκοπόν, δια να οδηγήση την μητέρα μας εις το να την ονομάση Θέκλαν, αλλά δια να προδηλώση με το όνομα της Θέκλης την ζωήν της αδελφής μας και την ομοιότητα της προαιρέσεως όπου είχε με την παρθένον Θέκλαν. Αφού δε η Μακρίνα επέρασε την νηπιώδη ηλικίαν και ήτο επιτηδεία να μάθη εκείνα τα μαθήματα, εις τα οποία είναι δεκτική η φύσις των παιδίων, εις εκείνο το μάθημα όπου ήθελαν οι γονείς δια να μάθη, εις εκείνο επρόκοπτε και η Μακρίνα. Η δε μήτηρ μας εσπούδαζε να μανθάνη η θυγάτηρ της τα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής και όσα είναι αρμόδια εις την ηλικίαν των παιδίων, μάλιστα δε την Σοφίαν του Σολομώντος, και όσα άλλα συντείνουσιν εις τα χρηστά ήθη της ζωής. Αλλά και τα λόγια του Ψαλτηρίου ήσαν μαθήματα της Μακρίνης, κάθε δε λόγιον του Ψαλτηρίου ελέγετο από την νέαν εις τον αρμόδιον καιρόν· δηλαδή και όταν ηγείρετο από τον ύπνον, και όταν ήρχιζε κανέν έργον και όταν το ετελείωνε, και όταν έτρωγεν άρτον, και όταν ηγείρετο από την τράπεζαν, και όταν επήγαινε δια να κοιμηθή· και πάντοτε τους ψαλμούς του Δαβίδ είχεν εις το στόμα της ως καλήν συνοδείαν. Με ταύτα και τα τοιαύτα μαθήματα ηύξανε την ηλικίαν η Οσία, αφού δε έμαθε α κατασκευάζη και ιερά εργόχειρα, έφθασεν εις το δωδέκατον έτος της ηλικίας της, εις το οποίον αρχίζει να λάμπη το άνθος της νεότητος· όθεν και ήτο άξιον θαύματος, πως και μολονότι ήτο κεκρυμμένον το κάλλος της νέας και δεν εβλέπετο, με όλον τούτο δεν ελάνθανε τους πολλούς, αλλ’ ενομίζετο, πως η Μακρίνα είχε τοιούτον κάλλος, ώστε εις όλην την πατρίδα της δεν ευρίσκετο άλλο παρόμοιον. Δια τούτο πολύ πλήθος νέων έτρεχον εις τους γονείς μας δια να την νυμφευθούν· ο δε πατήρ μας, διότι ήτο φρόνιμος και άξιος να κρίνη την καλήν γνώμην των ανθρώπων, προκρίνων ένα νέον ευγενή, προκομμένον εις την μάθησιν και λαμπρόν εις την σωφροσύνην, απεφάσισε να νυμφεύση με εκείνον την νέαν, όταν έλθη εις ηλικίαν· όθεν ο μεν νέος ετρέφετο με τας καλάς ελπίδας, ότι έχει να πάρη ως γυναίκα του την Μακρίναν, και έδιδεν εις τον πατέρα μας, ωσάν νυμφικούς αρραβώνας, την προκοπήν όπου είχεν εις τους λόγους υπερασπιζόμενος με αυτούς τους αδικουμένους, όμως ο θάνατος έκοψε τας καλάς ταύτας ελπίδας, αρπάζων αυτόν από την ζωήν ταύτην εις τον καιρόν της νεότητός του. Ήξευρε δε και η κόρη την υπόσχεσιν και απόφασιν όπου έκαμεν ο πατήρ, δια να την υπανδρεύση με αυτόν· επειδή δε ημποδίσθη η απόφασις εκείνη από τον θάνατον, δια τούτο την απόφασιν του πατρός της την ωνόμασε γάμον· ωσάν δε να είχε γίνει εμπράκτως ο γάμος, έτσι έκρινεν εύλογον να μένη εις το εξής υποκειμένη εις αυτόν, και δεύτερον να μη υπανδρευθή· όθεν και όταν οι γονείς της τής έλεγον δια γάμον, διότι την εζητούσαν πολλοί δια την ωραιότητά της, αυτή απεκρίνετο εις αυτούς, ότι ήτο άτοπον και παράνομον να μη στέργη τον γάμον, τον οποίον έλαβε πρότερον από τον πατέρα της, αλλά να ζητή άλλον, εις καιρόν δε όπου διωρίσθη εις τους ανθρώπους ένας γάμος, μία γέννησις και ένας θάνατος. Διϊσχυρίζετο δε, ότι ο άνθρωπος όπου συνηρμόσθη με αυτήν, κατά την απόφασιν των γονέων της, δεν απέθανεν, αλλά ανεχώρησεν μόνον, και είναι ζων εν τω Θεώ δια την ελπίδα της αναστάσεως και όχι νεκρός, επομένως άτοπον είναι να μη φυλάξη πίστιν και σωφροσύνην εις τον νυμφίον της, όστις ανεχώρησεν. Με τοιαύτα λόγια απεμάκρυνεν εκείνους όπου της έλεγαν δια γάμον, εστοχάσθη δε δια προφύλαξιν της καλής ταύτης αποφάσεώς της να μη χωρισθή ποτέ από την μητέρα της ουδέ στιγμήν· αύτη δε η ένωσις της Μακρίνης δεν ήτο χωρίς κέρδος δια την μητέρα της· διότι η υπηρεσία όπου της άκαμνεν ήτο αρκετή εις αυτήν, αντί πολλών υπηρετριών, εγίνετο δε αντιπληρωμή καλή και από τας δύο· ότι η μεν μήτηρ υπηρετούσε την ψυχήν της θυγατρός, η δε θυγάτηρ το σώμα της μητρός εις όλα τα χρειαζόμενα, πολλάς δε φοράς ητοίμαζε με τας ιδίας της χείρας και τον άρτον, όπου έτρωγεν η μήτηρ της· έκαμνε δε τούτο, διότι ενόμιζεν, ότι ήτο πρέπον εις το επάγγελμα της παρθενίας να καταγίνεται εις τοιαύτας ιεράς εργασίας, από τον καιρόν δε όπου της επερίσσευεν ητοίμαζε με τους ιδικούς της κόπους τον άρτον εις την μητέρα της. Όχι δε μόνον τούτο αλλά και κάθε φροντίδα της οικίας εκυβερνούσε μαζί με την μητέρα της· επειδή η μήτηρ μας είχεν εννέα τέκνα, χωρίς την Μακρίναν, τέσσαρας υιούς και πέντε θυγατέρας, και ήτο υποκειμένη εις τρεις διαφόρους εξουσιαστάς, διότι είχεν υποστατικά εις την επικράτειαν τριών εθνών. Όθεν επειδή η μήτηρ μας ήτο μοιρασμένη εις πολλά δια τας φροντίδας της οικίας (διότι είχεν αποθάνει πρωτύτερα ο πατήρ μας), εις όλας αυτάς τας φροντίδας ήτο συγκοινωνός η Μακρίνα με την μητέρα μας, και την ελάφρωνεν από τας βαρείας εργασίας, εις τον ίδιον δε καιρόν εφύλαττε και την ζωήν της καθαράν και άμεπτον με την παιδαγωγίαν της μητρός. Προς τούτοις, δια μέσου ταύτης της πολιτείας της, εγένετο παράδειγμα εις την μητέρα της, δια να μιμηθή και αυτή την ιδίαν άσκησιν και ολίγον κατ’ ολίγον την προσείλκυσεν εις την άϋλον και τελείαν ζωήν των Μοναχών. Όταν δε η μήτηρ μας ωκονόμησε τας αδελφάς καλώς και ευτάκτως, τότε εγύρισεν από τα σχολεία και ο αδελφός μας ο Μέγας Βασίλειος, πεπαιδευμένος χρόνους πολλούς εις τα μαθήματα της έξω σοφίας. Η δε θαυμαστή Μακρίνα επήρε μαζί της τούτον, και εις ολίγον καιρόν τον έφερεν εις τον σκοπόν της αληθινής φιλοσοφίας και ασκήσεως, με όλον δε όπου ήτο υψωμένος από το φρόνημα της έξω φιλοσοφίας και λαμπρός κατά την μεγαλειότητα περισσότερον από τους δυνάστας, αν και εκαταφρονούσε τα αξιώματά των, με όλον τούτο η Οσία τον έκαμε να χωρισθή από την κοσμικήν λαμπρότητα, να καταφρονήση τους επαίνους της έξω σοφίας και μαθήσεως, όπου όλοι τον εθαύμαζον, και να έλθη εις ταύτην την εργατικήν ζωήν με την τελείαν ακτημοσύνην, δια μέσου δε της ακτημοσύνης να ετοιμάση εις τον εαυτόν του ανεμπόδιστον τον δρόμον της εναρέτου πολιτείας. Αλλά τα μεν περί της ζωής του Μεγάλου Βασιλείου και τα άλλα του κατορθώματα, με τα οποία έγινεν ονομαστός εις όλην την οικουμένην, ας παραλείψωμεν τώρα, διότι χρειάζονται πολύν καιρόν δια να τα συγγράψη τις, και ας έλθωμεν εις το προκείμενον. Επειδή λοιπόν η μακαρία Μακρίνα ηλευθέρωσε τον εαυτόν της από τας φροντίδας της κοσμικής ζωής, κατέπεισε και την μητέρα της να αφήση την συνηθισμένην της ζωήν, την φανταστικήν πολιτείαν και τας υπηρεσίας όπου ελάμβανεν από τας υπηρετρίας, και να γίνη ομοία κατά το φρόνημα με τους πολλούς, να ενωθή δε και αυτή με τας παρθένους και καλογραίας εις την πολιτείαν, και τας πρώην δούλας της να τας κάμη ως αδελφάς ομοτίμους. Εδώ όμως θέλω να συνάψω μίαν διήγησιν, την οποίαν δεν αγαπώ να αφήσω, διότι δια μέσου αυτής φανερώνεται περισσότερον η υψηλή γνώμη της Οσίας. Ένας από τους τέσσαρας αδελφούς μας, ο δεύτερος από τον Μέγαν Βασίλειον, Ναυκράτιος ονόματι, διέφερεν από τους άλλους κατά τα φυσικά χαρίσματα, κατά την ωραιότητα του σώματος, κατά την δύναμιν και ταχύτητα, και κατά την επιτηδειότητα, όπου είχεν εις κάθε πράγμα. Ούτος, όταν έφθασεν εις τον εικοστόν δεύτερον χρόνον της ηλικίας του, έδωκε μεγάλην φήμην εις τας ακοάς των πολλών δια την φιλοπονίαν του, τέλος πάντων όμως καταφρονών όλα όσα είχεν εις χείρας του από θείαν πρόνοιαν, μετεχειρίσθη με μεγάλην ορμήν και προθυμίαν την ακτήμονα και ασκητικήν πολιτείαν των Μοναχών, χωρίς να έχη μαζί του άλλο τι, εκτός από τον εαυτόν του· ηκολούθησε δε εις αυτόν και ένας από τους ανθρώπους της οικίας μας, Χρυσάφιος ονομαζόμενος, διότι ήτο ηγαπημένος του Ναυκρατίου, και διότι είχε και αυτός την αυτήν αγάπην εις την μοναδικήν πολιτείαν. Επήγε λοιπόν ο Ναυκράτιος εις μίαν άκραν ερημίαν πλησίον εις τον ποταμόν Ίριδα, ευρίσκων δε ένα τόπον πυκνόν από δένδρα άγρια, και ένα ύψωμα κεκρυμμένον μέσα εις την ράχιν του βουνού, εκάθητο εις αυτό και διήρχετο την ζωήν του μακράν από τας ταραχάς των πόλεων και τας φροντίδας των κριτηρίων, υπηρετούσε δε με τας ιδίας του χείρας τους γέροντας, τους πτωχούς και τους ασθενείς, όσοι ήσαν εκεί πλησίον. Επειδή δε ήτο επιτήδειος εις το να αλιεύη ιχθύς, εξησφάλιζε την ζωοτροφίαν των ρηθέντων ασθενών, και με αυτούς τους κόπους εκαταδάμαζε την νεότητά του, εις τον αυτόν δε καιρόν υπήκουε και εις τα θελήματα της μητρός του, όταν καμμίαν φοράν ήθελε τον προστάξη εις τι με ταύτα δε τα δύο εστόλιζε την ζωήν του και επρόκοπτεν εις τας θείας εντολάς. Έπειτα από πέντε έτη όπου έκαμεν ο Ναυκράτιος εις τοιαύτην άσκησιν, ηκολούθησε μία βαρεία και λυπηρά συμφορά, από επιβουλήν, νομίζω, του διαβόλου, η οποία επροξένησε λύπην μεγάλην εις όλην μας την συγγένειαν· διότι αίφνης ηρπάγη από την ζωήν ταύτην ο αοίδιμος, χωρίς καμμίαν ασθένειαν, χωρίς κανέν άλλο φανερόν πάθος· αλλά πηγαίνων εις τον ποταμόν να αλιεύση ιχθύς, δια να θρέψη τους ασθενείς γέροντας εκείνους, όπου εγηροκομούσεν, εφέρθη εις το κελλίον του νεκρός, τόσον ο Ναυκράτιος, όσον και ο σύντροφός του Χρυσάφιος. Η δε μήτηρ των ήτο μακράν από τον τόπον εκείνον τριών ημερών διάστημα. Όταν δε έλαβε την είδησιν του θανάτου του, αν και ήτο τελεία εις την αρετήν, όμως την ενίκησε το πάθος, και από την λύπην της έγινεν άπνους και άφωνος. Τότε λοιπόν εφάνη η γενναιότης και αρετή της μεγάλης Μακρίνης· διότι αυτή ηναντιώθη εις το πάθος της λύπης με τον ορθόν λογισμόν, και τον εαυτόν της εφύλαξεν ανίκητον από την λύπην, και την ασθένειαν της μητρός μας εδυνάμωσε, και από τον βυθόν της λύπης την ανέσπασεν, επειδή εδίδαξε προς ανδρείαν την ψυχήν της με την ιδικήν της στερεάν και ανίκητον γνώμην. Δια τούτο ανέλαβεν ευθύς από το πάθος η μήτηρ μας, και δεν έπαθεν κανέν άνανδρον ιδίωμα των γυναικών, εις τρόπον ώστε να φωνάξη ή να σχίση το ιμάτιόν της από την λύπην, ή με θρηνώδεις μελωδίας να κινήση τους θρήνους· αλλά με ησυχίαν και αταραξίαν υπέμεινε την λύπην, διώκουσα την ασθένειαν της φύσεως με τους ιδικούς της ορθούς λογισμούς και με εκείνους όπου της επρόσφερεν η Μακρίνα προς παρηγορίαν του πάθους. Αφού δε έλειψαν από την μητέρα μας αι φροντίδες της ανατροφής των τέκνων της και αι μέριμναι της αποκαταστάσεώς των, τα δε υπάρχοντα διεμοιράσθησαν εις τα τέκνα της, τότε, ως προείπομεν, η ζωή της θυγατρός της Μακρίνης έγινε συμβουλή καλή και παράδειγμα εις την ασκητικήν πολιτείαν· δια τούτο άφησεν όλας τας παλαιάς συνηθείας της και έφθασεν εις τα ίδια μέτρα της ταπεινοφροσύνης της Μακρίνης, έκαμε δε τον εαυτόν της ομότιμον με τας άλλας καλογραίας. Έτρωγε και εκείνη από μίαν και την αυτήν τράπεζαν, και εκοιμάτο εις ομοίαν στρωμνήν, αλλά και εις όλα τα άλλα μετείχε παρόμοια με εκείνας· και καθώς αι ψυχαί εκείναι όπου χωρισθούν από τα σώματά των εν ταυτώ χωρίζονται και από όλας τας φροντίδας του κόσμου, τοιουτοτρόπως και η ζωή της Μακρίνης και της μητρός μας ήτο χωρισμένη από κάθε κοσμικήν ματαιότητα, και εμιμείτο την ζωήν των Αγγέλων· διότι εις την πολιτείαν των δεν εφαίνετο ούτε θυμός, ούτε φθόνος, ούτε μίσος, ούτε υπερηφάνεια, ούτε άλλο κανέν τοιούτον πάθος· ούτε ευρίσκετο εις αυτάς καμμία επιθυμία των ματαίων πραγμάτων, τιμής, λέγω, δόξης, τύφου και των άλλων ομοίων· αλλ’ η εγκράτεια ήτο εις αυτάς τρυφή· το να μη γνωρίζωνται από τινα, ήτο δόξα· πλούτος ήτο η ακτημοσύνη και το να αποτινάξουν ως μίαν κόνιν κάθε υλικόν πράγμα. Όλα τα σπουδαζόμενα έργα της παρούσης ζωής ήσαν εις αυτάς πάρεργα, έργον δε ήτο μόνον η μελέτη των θείων, η παντοτεινή προσευχή και η ακατάπαυστος ψαλμωδία, γινομένη εξ ίσου εις το διάστημα της νυκτός και εις το διάστημα της ημέρας· ώστε το αυτό ήτο εις αυτάς εργόχειρον ομού και ανάπαυσις. Τις λόγος ημπορεί να παραστήση την τοιαύτην πολιτείαν, η οποία ήτο ως ένα μεθόριον μεταξύ της ανθρωπίνης ζωής και της αγγελικής; Διότι το να ελευθερωθούν από τα ανθρώπινα πάθη η Μακρίνα και η μήτηρ μας, τούτο ήτο ανώτερον από την φυσικήν κατάστασιν των ανθρώπων, το δε να έχουν σώμα και να ζουν με τας αισθήσεις, τούτο ήτο κατώτερον από την αγγελικήν φύσιν. Τάχα δε τις ήθελε τολμήσει να ειπή, ότι ούτε κατά τούτο ήσαν κατώτεραι, διότι αν και ήσαν συνδεδεμέναι με το σώμα, όμως καθ’ ομοιότητα των ασωμάτων Αγγέλων δεν εφέροντο κάτω από το βάρος του σώματος, αλλ’ ήτο η ζωή των ανωφερής και υψηλή, συνυψουμένη με τας ουρανίους δυνάμεις. Εις τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν παρήλθον έτη πολλά, και μαζί με τα έτη ηύξανον και αι αρεταί των και πάντοτε επρόκοπτον εις το υψηλότερον με προσθήκας νέων αρετών. Εις τον μέγαν τούτον σκοπόν της ζωής της Μακρίνης υπηρέτει εξαιρέτως ο αδελφός ημών Πέτρος, τελευταίος υιός της μητρός μας, ο οποίος, ευθύς ως εγεννήθη, ωνομάσθη και ορφανός, διότι απεβίωσεν ο πατήρ μας· αλλ’ η μεγαλυτέρα μας αδελφή Μακρίνα τον ανέθρεψε και τον επαιδαγώγησε με την υψηλοτέραν παιδαγωγίαν, διότι εγύμνασεν αυτόν από μικράς ηλικίας τόσον πολύ εις τα ιερά μαθήματα, ώστε δεν έδωκεν ευκαιρίαν εις την ψυχήν του να κλίνη εις κανέν μάταιον· αλλά έγινεν αυτή δι’ αυτόν πατήρ και διδάσκαλος και παιδαγωγός και μήτηρ, και κάθε καλού και αρετής σύμβουλος, τον κατεσκεύασε δε τοιούτον, ώστε πριν ακόμη να διέλθη την ηλικίαν των παίδων, υψώθη εις τον υψηλόν σκοπόν της ασκήσεως και έγινεν επιτήδειος εις κάθε τέχνην, ήτις ενηργείτο δια χειρός, και χωρίς να έχη κανένα οδηγόν και διδάσκαλον έμαθεν ακριβώς τέχνην και επιστήμην, τας οποίας μανθάνουν οι άλλοι με πολυκαιρίαν και κόπον. Oύτος λοιπόν ο αδελφός μας Πέτρος, καταφρονών την μάθησιν της έξω σοφίας, έχων δε την φύσιν διδάσκαλον κάθε καλού μαθήματος, βλέπων μάλιστα και προς την αδελφήν Μακρίναν ως εις παράδειγμα κάθε καλού, τόσον επρόκοψεν, ώστε δεν εφαίνετο να είναι κατώτερος εις την αρετήν από τον Μέγαν Βασίλειον. Επειδή δε και εις εκείνον τον καιρόν ηκολούθησε λιμός μέγας και πολλοί ακούοντες τας ευεργεσίας, τας οποίας έκαμνον οι τρεις ούτοι, η Μακρίνα, η μήτηρ και ο αδελφός Πέτρος, έτρεχον εις τον τόπον, όπου ησκήτευον· ο δε Πέτρος δια μέσου της οικονομικής του εφευρέσεως τόσον επλήθυνε τας τροφάς των πεινώντων, ώστε από το πλήθος των ανθρώπων, οίτινες συνέτρεχον, εφαίνετο πόλις η ερημία. Εις τούτον τον καιρόν έφθασε και η μήτηρ μας εις βαθύ γήρας, και απήλθε προς Κύριον αναπαυθείσα εις τας χείρας των δύο τέκνων της. Άξιον όμως είναι να ενθυμηθώμεν εδώ τα λόγια της ευχής, άτινα είπεν εις τα τέκνα της, όταν απέθνησκεν. Αφού ηυχήθη τα άλλα της τέκνα, όσα έλειπον, ήπλωσε τας χείρας της επάνω εις την Μακρίναν και εις τον Πέτρον, οίτινες εκάθηντο πλησίον της, το ένα τέκνον της από το δεξιόν μέρος και το άλλο από το αριστερόν και ανεβόησε προς τον Θεόν ταύτα· «Εις σε, Κύριε, αφιερώνω και την απαρχήν και το δέκατον καρπόν της κοιλίας μου· απαρχή μου είναι αυτή η πρωτότοκος θυγάτηρ μου, και δέκατος είναι ούτος ο τελευταίος υιός· εις Σε είναι αφιερωμένα από τον νόμον και τα πρωτοφανήσιμα, και τα δέκατα όλων των καρπών, και ιδικαί Σου προσφοραί και αφιερώματα είναι· λοιπόν ας έλθη ο αγιασμός και η χάρις Σου και εις την απαρχήν ταύτην, και εις το δέκατόν μου τούτο», δείξασα με τας χείρας της την Μακρίναν και τον Πέτρον. Και ταύτα λέγουσα έπαυσεν από την ευχήν ομού και από την ζωήν, αφού παρήγγειλεν εις τα τέκνα της να θάψουν το σώμα της εις το μνήμα του πατρός των. Εκείνοι δε, αφού ετελείωσαν την παραγγελίαν της μητρός των, ηγωνίζοντο εις την άσκησιν προθυμότερον, συνεριζόμενοι πάντοτε με την προτέρα ζωήν, και τα πρωτύτερά των κατορθώματα τα ενικούσαν με τα νεώτερα και θαυμασιώτερα. Εις τούτον τον καιρόν έγινεν Αρχιερεύς Καισαρείας και ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος εχειροτόνησε και τον αδελφόν μας Πέτρον πρεσβύτερον και Αρχιερέα Σεβαστείας. Όθεν από τότε και εις το εξής επερνούσεν ο Πέτρος ζωήν αγιωτέραν από την πρώτην και σεμνοτέραν, διότι με την προσθήκην της αρχιερωσύνης ηυξήθη και η άσκησίς του. Αφού δε επέρασαν οκτώ έτη, απήλθεν από τον κόσμον τούτον ο κατά πάσαν την οικουμένην ονομαστός Βασίλειος και εξεδήμησε προς Κύριον, γενόμενος κοινή υπόθεσις πένθους και εις την πατρίδα του και εις όλην την οικουμένην. Η δε αδελφή μας Μακρίνα, ακούσασα από μακρόθεν την θλιβεράν είδησιν του θανάτου του, ελυπήθη μεν κατά την ψυχήν δια την τοσαύτην ζημίαν· διότι πως ήτο δυνατόν να μη αισθανθή και εκείνη, ήτις ήτο αδελφή, το πάθος της λύπης, το οποίον και αυτοί ακόμη οι εχθροί της αληθείας το ησθάνθησαν; Όμως δεν κατέπεσε τελείως, αλλ’ υπέμεινε με γενναιότητα την συμφοράν. Και καθώς ο χρυσός δοκιμάζεται εις διάφορα χωνευτήρια, δια να καθαρισθή από κάθε ρύπον και σκωρίαν και να μείνη τελείως καθαρός, τοιουτοτρόπως και η Μακρίνα εδοκιμάσθη με τας διαφόρους προσβολάς των λυπηρών, και ανεδείχθη από κάθε μέρος το γνήσιον και ακατάσειστον της ψυχής της· πρώτον με τον θάνατον του αδελφού Ναυκρατίου, δεύτερον με τον χωρισμόν της μητρός, και τρίτον όταν εχωρίσθη από την ζωήν το κοινόν καλόν του γένους, ο Μέγας, λέγω, Βασίλειος· όθεν έμεινεν ως ένας αθλητής ακαταγώνιστος, χωρίς να καταπέση εις καμμίαν προσβολήν των συμφορών. Αφού δε ο Μέγας Βασίλειος απέθανε και παρήλθον εννέα μήνες, εσυνάχθη εις την Αντιόχειαν τοπική Σύνοδος, εις την οποίαν έλαβον μέρος και εγώ ο Γρηγόριος, και αφού διελύθη η Σύνοδος και επέστρεψαν όλοι οι Αρχιερείς έκαστος εις την επαρχίαν του, προτού να παρέλθη ο χρόνος, μου ήλθε λογισμός να υπάγω εις την αδελφήν μου Μακρίναν, επειδή επέρασεν εν τω μεταξύ πολύς καιρός, όπου δεν επήγα να την επισκεφθώ, εμποδιζόμενος από τα περιστατικά των πειρασμών, τους οποίους εδοκίμαζον από τους υπερασπιστάς της Αρειανής αιρέσεως, αριθμών δε τον καιρόν, εύρον, ότι ήσαν περασμένα οκτώ έτη, όπου δεν την επεσκέφθην. Εκίνησα λοιπόν δια να υπάγω, και αφού επεριπάτησα πολύ διάστημα οδού και ήμην μακράν από την αδελφήν έως μιας ημέρας διάστημα, είδον ένα όνειρον, το οποίον μοι εδείκνυε λυπηράς ελπίδας δια το μέλλον· διότι μου εφαίνετο εις το όνειρόν μου, ότι εκράτουν εις τας χείρας μου λείψανα Μαρτύρων, από τα οποία εξήρχετο τόση λάμψις, όση εξέρχεται από τον καθαρόν καθρέπτην, όταν τεθή απέναντι εις τον ήλιον· ώστε εξήστραπτον από την λάμψιν οι οφθαλμοί μου. Το όνειρον αυτό το είδον τρεις φοράς την αυτήν νύκτα· αλλά δεν ημπορούσα να καταλάβω τι εδηλούσε, μόνον έβλεπον μίαν λύπην εις την ψυχήν μου και επαρατηρούσα να ιδώ από τα πράγματα την έκβασιν του φανέντος ονείρου. Λοιπόν όταν έφθασα πλησίον εις το ασκητήριον της Οσίας, ηρώτησα ένα φίλον από εκείνους όπου εκατοικούσαν εκεί, πρώτον δια τον αδελφόν μας Πέτρον· επειδή δε εκείνος μου απεκρίθη, ότι ο Πέτρος είχε τάσσαρας ημέρας όπου εξήλθε δια να έλθη προς ημάς, ενόμισα ότι επήγεν από άλλην οδόν και δια τούτο δεν μας απήντησεν· έπειτα ηρώτησα και δια την μεγάλην Μακρίναν πως έχει, μαθών δε ότι ευρίσκεται εις ασθένειαν, έτρεχα την οδόν ταχέως· διότι ετάρασσε την ψυχήν μου λύπη και φόβος δια το μέλλον. Όταν δε εγώ έφθασα εις το ασκητήριον της Οσίας και ο λόγος ηκούσθη εις την αδελφότητα, ότι επήγα, τότε οι μεν ασκηταί άνδρες εξήλθον και με προϋπάντησαν· ότι τοιαύτην συνήθειαν έχουν να προϋπαντούν τους φίλους· ο δε χορός των ασκητριών εστέκετο με ευκοσμίαν εις την Εκκλησίαν και με επερίμενον. Αφού εμβήκαν εις την Εκκλησίαν και έλαβε τέλος η συνήθως γινομένη εις τοιαύτας περιστάσεις ευχή και ευλογία, αι μεν καλογραίαι έκλιναν τας κεφαλάς ευσχημόνως και ανεχώρησαν, εγώ δε στοχαζόμενος, ότι δεν ήτο μαζί με εκείνας η Καθηγουμένη τούτων Μακρίνα, έλαβα οδηγόν και επήγα εις το κελλίον της· εκείνη δε από την ασθένειαν ήτο κατάκοιτος, αναπαυομένη όχι επάνω εις κλίνην ή στρώμα, αλλά κατά γης, επάνω εις μίαν σανίδα όπου είχε κάτω από τον σάκκον της· είχε και άλλην σανίδα κατεσκευασμένην με λοξόν σχήμα αντί προσκεφαλαίου, και εστήριζεν επάνω την κεφαλήν της και τον λαιμόν της. Καθώς δε με είδεν όπου επήγα πλησίον εις την θύραν, ηγέρθη και ακούνβησεν επάνω εις τον αγκώνα των χειρών της, αλλά δεν ηδυνήθη να έλθη προς εμ΄ς, διότι ήτο αποκαμωμένη η δύναμίς της από τον πυρετόν, στηρίξασα δε επάνω εις την γην τας χείρας της όσον ηδύνατο, εξήλθεν από την χαμαικοιτίαν της, και με αυτό επλήρωσε την δεξίωσιν της ιδικής μου υπαντήσεως. Τότε εγώ έτρεξα ευθύς και βάλλων τας χείρας μου υποκάτω από το πρόσωπόν της, όπερ ήτο κεκλιμένον χαμαί, την ήγειρα πάλιν και την έβαλα εις το συνειθισμένον σχήμα, με το οποίον έκειτο· εκείνη δε απλώσασα τας χείρας της εις τον Θεόν, είπε· «Και αυτήν την χάριν, Κύριέ μου, την επλήρωσας εις εμέ, και δεν με εστέρησας από την επιθυμίαν μου· ότι εκίνησας τον δούλον σου εις επίσκεψιν της παιδίσκης σου». Πλην δια να μη προξενήση εις εμέ καμμίαν λύπην εκράτησε τον στεναγμόν της, και εβιάζετο να κρύψη από εμέ την θλίψιν της καρδίας της. Ήρχισε τότε να λέγη λόγους χαρμοσύνους και με εχαροποιούσε με τας ερωτήσεις της. Αλλ’ επειδή και παρενέπεσε λόγος δια τον Μέγαν Βασίλειον, παρευθύς η ιδική μου καρδία εθλίβη και το πρόσωπόν μου εσκυθρώπασεν· η δε μακαρία Μακρίνα τόσον μακράν ήτο από το να συλλυπηθή με εμέ, ώστε από την ενθύμησιν του Αγίου έλαβεν αφορμήν περισσοτέρας μεγαλοψυχίας και εφιλοσόφησε πολλά δια την ανθρωπίνην φύσιν, φανερώνουσα την θείαν οικονομίαν, ήτις είναι κεκρυμμένη μέσα εις τα λυπηρά· τόσα δε είπε περί της μελλούσης ζωής, ως φωτισμένη από το Πνεύμα το Άγιον, ώστε μοι εφαίνετο, ότι υψώθη ο νους μου με τα λόγια της, και εβγαίνων από την ανθρωπίνην φύσιν εμβήκα έως μέσα εις τα ύδατα των ουρανών, οδηγούμενος από τους λόγους της. Καθώς δε ακούομεν δια τον Ιώβ, ότι εις το σώμα είχε τους πόνους, ο δε νους του δεν ημποδίζετο από την ιδικήν του ενέργειαν, ουδέ απέκοπτε τον λογισμόν του από το να θεωρή τα υψηλότερα, τοιούτον πράγμα έβλεπον εις εκείνην την μακαρίαν, διότι αν και η θέρμη κατεξήρανεν όλην την δύναμίν της και την ωθούσεν εις τον θάνατον, αυτή όμως αναψύχουσα ως με δρόσον το σώμα της είχεν ανεμπόδιστον τον νουν της εις την θεωρίαν των υψηλών, χωρίς να βλάπτεται τελείως από την ασθένειαν. Αν ο λόγος δεν εξετείνετο εις μήκος πολύ, ήθελον διηγηθή όλα καθεξής· πως δηλαδή υψώθη η αοίδιμος με την ομιλίαν και εφιλοσόφησε περί της ψυχής και περί της δια σαρκός ζωής· δια ποίαν αιτίαν έγινεν ο άνθρωπος· πως έγινε θνητός· πόθεν έγινεν ο θάνατος· και πως πάλιν επαναστρέφει από τον θάνατον εις την ζωήν· τα οποία διηγείτο με κάθε ευκολίαν, διότι εφωτίζετο από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, έτρεχε δε ο λόγος από το στόμα της καθώς τρέχει το νερόν από την βρύσιν. Όταν ετελείωσεν η ομιλία είπεν εις εμέ· «Καιρός είναι, αδελφέ, να αναπαύσης ολίγον το σώμα σου, το οποίον είναι κεκοπιασμένον από την οδοιπορίαν». Εγώ δε, αν και ησθανόμην ανάπαυσιν μεγάλην και αληθινήν με το να βλέπω αυτήν και να ακροάζωμαι τα μεγάλα της λόγια, αλλ’ επειδή αυτό ήτο αρεστόν εις αυτήν, δια να φανώ ότι κατά πάντα πείθομαι εις την διδάσκαλον, επήγα με οδηγόν μέσα εις ένα κήπον όπου ήτο εκεί πλησίον, ένθα ευρών ητοιμασμένην και χαριεστάτην κατοικίαν, ανεπαυόμην υποκάτω εις την σκιάν των αναδενδράδων· όμως δεν ήτο δυνατόν να αισθανθώ την ευφροσύνην εκείνην, διότι η ψυχή μου εθλίβετο από την ελπίδα των λυπηρών· επειδή το όνειρον, όπου είδον, εφαίνετο, ότι εδηλοποιείτο δια μέσου των πραγμάτων· διότι το προκείμενον θέαμα της μακαρίας εφαίνετο, κατά την αλήθειαν, ως λείψανα Αγίου Μάρτυρος, τα οποία ήσαν νενεκρωμένα δια του Αγίου Πνεύματος, όπου εκατοικούσεν εις αυτά. Εις καιρόν λοιπόν όπου εγώ ήμουν σκυθρωπός δια την ανάμνησιν των λυπηρών, δεν ηξεύρω πως εστοχάσθη η Οσία τους λογισμούς μου, και έστειλε μήνυμα χαροποιόν εις εμέ, προστάζουσα να ευθυμώ και να έχω δι’ αυτήν καλλιτέρας ελπίδας· ότι ησθάνθη ότι έγινε καλλίτερα· αυτά δε δεν τα έλεγε δια να με γελάση, αλλά ήσαν αληθινά, αν και εγώ τότε δεν τα εκατάλαβα, διότι τη αληθεία έτσι ακολουθεί· καθώς ένας δρομεύς όπου τρέχει και περάση τον αντίπαλόν του και φθάση πλησίον εις το τέλος του δρόμου, όταν πλησιάση να λάβη το χάρισμα, να ιδή τον στέφανον της νίκης, τότε χαίρεται αυτός εις τον εαυτόν του, ως να το έλαβε, μηνύει δε με χαράν την νίκην εις τους φίλους του, τοιουτοτρόπως και η μακαρία εκείνη, από τοιαύτην διάθεσιν κινουμένη, εμήνυσεν εις εμέ να ελπίζω δι’ αυτήν τα καλλίτερα, διότι έβλεπε τότε προς το βραβείον της άνω κλήσεως και σχεδόν έλεγεν εκείνο το λόγιον του θείου Αποστόλου Παύλου· «Απόκειταί μοι λοιπόν ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο δίκαιος κριτής· επειδή τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα». Εγώ λοιπόν, επειδή εχαροποιήθηκα από το χαροποιόν μήνυμα, απήλαυσα από τα φαγητά όπου είχον ητοιμασμένα, τα οποία ήσαν διάφορα και νόστιμα, διότι η σπουδή της Μακρίνης τοιουτοτρόπως εσυγκατέβη έως και εις την ετοιμασίαν των φαγητών μου. Αφού δε εγώ ανεπαύθην, πάλιν με εκάλεσε και ήρχισε να ενθυμήται τας πράξεις όπου έκαμεν εκ νεότητός της και να τας διηγήται καταλεπτώς· ομοίως διηγείτο και τα έργα των γονέων μας, όσα ενεθυμείτο και όσα ηκολούθησαν πρωτύτερα από την ιδικήν μου γέννησιν, και την μετά ταύτα ζωήν μου· σκοπός της δε ήτο με την διήγησιν ταύτην να προσφέρη ευχαριστίαν εις τον Θεόν δι’ όλα διότι διηγείτο την ζωήν των γονέων μας, όχι ότι ήτο τόσον λαμπρά εις τους τότε καιρούς, αλλά πως ηυξήθη και εμεγαλύνθη από την φιλανθρωπίαν του Θεού· επειδή οι πρόγονοι του πατρός μας, διότι ωμολόγησαν τον Χριστόν, εστερήθησαν τα υπάρχοντά των, ο δε προπάτωρ της μητρός μας εθανατώθη από αγανάκτησιν βασιλικήν, και οι γονείς μας έμειναν ξένοι από τα υπάρχοντα των γονέων των, με όλον τούτο ο Βίος και ο πλούτος των γονέων μας τόσον ηυξήθη, δια μέσου της πίστεως όπου είχαν εις τον Θεόν, ώστε εις τους καιρούς των δεν ήτο άλλος πλέον ονομαστότερος από αυτούς· και πάλιν η περιουσία των εμοιράσθη εις τόσα μέρη, όσα ήσαν τα τέκνα των, και ο Θεός με την ευλογίαν του τόσον επλήθυνε τα υπάρχοντα του κάθε παιδίου, ώστε η περιουσία του καθενός υπερέβαινε την περιουσίαν των γονέων μας. Έλεγε δε και τούτο η μεγάλη, ότι από όσα υπάρχοντα έλαβεν εις το μερίδιόν της, δεν εκράτησε τίποτε, αλλά τα έδωκεν εις τον αδελφόν Πέτρον, δια να τα οικονομήση, κατά την εντολήν του Θεού· όμως ο Βίος της έγινεν τοιούτος από την ευλογίαν του Θεού, ώστε τα χέρια της δε έπαυαν από το να δουλεύουν κατ’ εντολήν, και ούτε προς άνθρωπον απέβλεψε ποτέ, ούτε με ευεργεσίαν και ελεημοσύνην ανθρώπων ωκονόμησε τας αναγκαίας χρείας της ζωής της· αλλά ούτε απεδίωξε καμμίαν φοράν τους αδελφούς όπου εζητούσαν έλεος χωρίς να τους δώση ούτε εζήτησεν από τους φιλοχρίστους, όπου εμοίραζαν ελεημοσύνην επειδή και ο Θεός ηύξανε κρυφίως, ως σπέρματα, το ολίγον εργόχειρον όπου εδούλευε και το επλήθυνε, με την ευλογίαν του, εις πολύν καρπόν. Επειδή δε ήρχισα και εγώ να διηγούμαι τους κόπους όπου εδοκίμαζα, πρότερον μεν δια τον διωγμόν όπου έκαμνεν ο βασιλεύς Ουάλης, ως Αρειανός, εις την ορθοδοξίαν, ύστερον δε δια την σύγχυσιν και ταραχήν των Εκκλησιών του Χριστού, η οποία μας εκαλούσεν εις αγώνας και πόνους, μου είπεν η μεγάλη· «Δεν παύεις από το να φαίνεσαι αχάριστος εις τα καλά όπου σου εχάρισεν ο Θεός; Δεν διορθώνεις την αχαριστίαν σου; Δεν διωρθώνεις την γνώμην σου; Δεν συγκρίνεις τα καλά των γονέων σου με τα ιδικά σου; Ναι, πολύς εις την μάθησιν ενομίζετο ο πατήρ μας, και μεταξύ εις τους άλλους ρήτορας ήτο ο πρώτος, όμως η φήμη του δεν επέρασε πέραν από την πατρίδα μας· αλλά εσύ έγινες ονομαστός εις πολιτείας και δήμους και έθνη· αι δε Εκκλησίαι του Θεού στέλλουν και σε καλούν, δια να τας συμβοηθήσης και να τας διορθώσης, δεν στοχάζεσαι την χάριν ταύτην; Ουδέ ηξεύρεις την αιτίαν των τόσων αγαθών πόθεν είναι; Δια να ευχαριστήσης τον Θεόν, όπου δια των ευχών των γονέων μας σε ανεβίβασεν εις το ύψος αυτό· διότι εσύ από τον εαυτόν σου δεν είχες εις τούτο καμμίαν δύναμιν». Ταύτα μεν έλεγεν εκείνη, εγώ δε επεθύμουν να εκταθή περισσότερον η ημέρα, δια να μη παύση η μακαρία από το να καταγλυκαίνη τας ακοάς μου με τα λόγια της· αλλ’ επειδή και η φωνή των ψαλλόντων μας εκάλεσεν εις τον εσπερινόν, εγώεπήγα εις την Εκκλησίαν και εκείνη πάλιν ανεχώρησε προς τον Θεόν δια μέσου της προσευχής· ούτω παρήλθεν η νύκτα, και όταν ήλθεν η ημέρα, εγώ μεν επροστοχαζόμην από τα σημεία όπου έβλεπα, ότι η ημέρα εκείνη ήτο το έσχατον τέλος της ζωής της, διότι κατέστρεψεν ο πυρετός όλην την δύναμιν του σώματός της, εκείνη δε διότι προέβλεπε την ασθένειαν των λογισμών μου, εμεθοδεύετο να με εξαγάγη από τας λυπηράς ελπίδας, και με λεπτόν και στενόν ανασασμόν διεσκόρπιζε την λύπην της ψυχής μου με τα καλά της λόγια. Με όλα ταύτα η ψυχή μου ελάμβανε διάφορα πάθη· κατά φυσικόν δε τρόπον έκλινεν εις λύπην, καθώς ήτο πρέπον, διότι δεν υπήρχε πλέον ελπίς να ακούση άλλην φοράν την φωνήν της, αλλά μετ’ ολίγον έμελλε να εξέλθη από την ζωήν ταύτην το κοινόν καύχημα της γενεάς μας. Πάλιν κατά άλλον τρόπον εξεπλήττετο η ψυχή μου από την χαράν, στοχαζομένη από εκείνα όπου έβλεπα, ότι η αδελφή μου υπερέβη κατά αλήθειαν την κοινήν φύσιν και έγινεν υπέρ φύσιν. Διότι έβλεπα την μακαρίαν εκείνην, όπου έφθασεν εις τας τελευταίας αναπνοάς, και δεν εδειλίασε τελείως τον χωρισμόν της ζωής, ουδέ έπαθε καμμίαν αλλαγήν, δια την ελπίδα του θανάτου της· αλλά εφιλοσοφούσε με υψηλήν διάνοιαν έως εσχάτης αναπνοής περί της μοναδικής πολιτείας. Δια τούτο φαίνεταί μοι, ότι τότε εφανέρωσεν εις τους παρόντας τον θεϊκόν έρωτα, όπου έκρυπτε μέσα εις τα βάθη της ψυχής της, προς τον αόρατον νυμφίον Χριστόν, και πόσον πόθον είχε να ελευθερωθή από τα δεσμά του σώματος, δια να φθάση το ταχύτερον προς τον ποθούμενον Ιησούν και να ενωθή με Αυτόν. Και της μεν ημέρας εξωδεύθη το περισσότερον μέρος, ο δε ήλιος έφθανεν εις την δύσιν, της δε μακαρίας η προθυμία δεν ητόνιζε τελείως· αλλά τόσον περισσότερον έτρεχε προς τον ποθούμενον με θερμοτέραν ορμήν, βλέπουσα καθαρώτερα του Νυμφίου της το κάλλος· όθεν δεν εκοίταζε πλέον εις εμέ, αλλά προς Αυτόν ητένιζεν ακλινώς· διότι η κλίνη της έβλεπε προς ανατολάς· τότε άφησε πλέον την συνομιλίαν όπου έκαμνε με εμέ, και ωμιλούσεν εις το εξής με τον Θεόν δια μέσου της προσευχής, και τον επαρακαλούσεν υποψιθυρίζουσα με λεπτήν φωνήν, τόσον όπου ήκουον ολίγον τα λόγια της, τα οποία ήσαν ταύτα. «Συ, Κύριε, έλυσας δια χάριν μας του θανάτου τον φόβον· συ έκαμες αρχήν αληθινής ζωής το τέλος της παρούσης ζωής· συ προς καιρόν αναπαύεις τα σώματά μας με τον ύπνον του θανάτου, και πάλιν μας εξεγείρεις με την τελευταίαν σάλπιγγα· συ δίδεις εις την γην, ως παρακαταθήκην, την ιδικήν μας γην, ήτοι το σώμα, το οποίον με τας ιδικάς σου χείρας εμόρφωσας· πάλιν δε λαμβάνεις από την γην, εκείνο όπου της έδωκας, και μεταμορφώνεις με αφθαρσίαν και χάριν το θνητόν και άσχημον σώμα μας· συ μας ηλευθέρωσας από την κατάραν και από την αμαρτίαν, γενόμενος δια την αγάπην μας κατάρα και αμαρτία· συ συνέτριψας τας κεφαλάς του δράκοντος, όστις δια της παρακοής κατέπιε τον άνθρωπον· συ μας ήνοιξας οδόν εις την ανάστασιν, και συντρίβων τας θύρας του Άδου κατήργησας τον έχοντα το κράτος του θανάτου, ήτοι τον διάβολον· συ έδωκας σημείον εις εκείνους όπου σέβονται τον τύπον του τιμίου σου Σταυρού, εις αφανισμόν του εχθρού και εις υπεράσπισιν της ιδικής μας ζωής. Εις εσέ, Θεέ μου, ερρίφθην εκ κοιλίας μητρός μου και σε ηγάπησεν η ψυχή μου εξ όλης μου της δυνάμεως, και εις εσέ αφιέρωσα και το σώμα και την ψυχήν μου εκ νεότητός μου και μέχρι του νυν· συ παράστησόν μοι Άγγελον φωτεινόν, δια να με οδηγήση εις τον τόπον της αναπαύσεως, εις τους κόλπους των Αγίων Πατέρων μας. Συ όπου εμπόδισας την φλογίνην ρομφαίαν και αποκατέστησας εις τον Παράδεισον τον ληστήν άνθρωπον, όπου εσταυρώθη μαζί με Εσέ, και έπεσεν υποκάτω εις τους οικτιρμούς σου, μνήσθητι και εμού εν τη βασιλεία σου· και εγώ εσταυρώθην μαζί με εσέ, καρφώσασα από τον φόβον σου τας σάρκας μου, και φοβηθείσα από των κριμάτων σου· ας μη με χωρίση από τους εκλεκτούς σου το φοβερόν χάσμα, μηδέ ας αντισταθή εις τον δρόμον μου ο φθονερός διάβολος, μηδέ ας ευρεθή έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς σου η αμαρτία μου, είτε έσφαλα δια την ασθένειαν της φύσεώς μας με λόγον ή με έργον ή με λογισμόν· συ, ο έχων εξουσίαν αφιέναι αμαρτίας, συγχώρησόν μοι, ίνα αναψύξω και ευρεθώ ενώπιόν σου, όταν εκδυθώ το σώμα τούτο, χωρίς να έχω κανένα μολυσμόν εις την μορφήν της ψυχής μου· αλλά ας προσδεχθή η ψυχή μου από τας χείρας σου καθαρά και άμωμος, ως θυμίαμα ενώπιόν σου». Ταύτα λέγουσα έκαμε και το σημείον του Σταυρού εις τους οφθαλμούς της, εις το στόμα της και εις την καρδίαν της· έπειτα, επειδή εκαταφρυγανίσθη η γλώσσα της από την θέρμην, δεν ημπορούσε πλέον να καθαρίση τον λόγον· αλλά και η φωνή της απέκαμε, με μόνον δε το άνοιγμα των χειλέων της και με την κίνησιν των χειρών της εκαταλαμβάνομεν ότι προσεύχεται. Επάνω εις ταύτα έφθασε και η εσπέρα και όταν έφεραν φως ήνοιξεν η μακαρία μίαν φοράν τους οφθαλμούς της και είδε το φως, εφαίνετο δε πως είχε προθυμίαν να ειπή την συνειθισμένην εσπερινήν ευχαριστίαν, αλλά με το να εχάθη πλέον η φωνή της, ευχαριστούσε με την καρδίαν και με την κίνησιν των χειρών της, μαζί δε με την καρδίαν εκινούντο και τα χείλη της. Όταν ετελείωσε την ευχαριστίαν, έκαμε τον τύπον του Σταυρού επάνω εις το πρόσωπόν της· έπειτα επήρε μίαν μεγάλην και βαθείαν αναπνοήν και ετελείωσε την ζωήν της. Τότε ενεθυμήθην εγώ την εντολήν, όπου μου έδωκε την πρώτην φοράν όπου την αντάμωσα, δια να βάλω τας χείρας μου επάνω εις τους οφθαλμούς της, όταν αποθάνη, και να τους κλείσω, κατά την συνήθειαν των νεκρών, να ενταφιάσω δε το λείψανόν της καθώς πρέπει· όθεν έβαλον την χείρα μου επάνω εις το άγιόν της πρόσωπον, όσον μόνον δια να φανώ πως κάμνω την εντολήν της, επειδή οι οφθαλμοί της μακαρίας δεν εχρειάζοντο δια να κλεισθούν από τινα, διότι εκλείσθησαν μόνοι των από τα βλέφαρα, με μεγάλην ευκοσμίαν, καθώς καλύπτονται εις τον φυσικόν ύπνον· ομοίως και τα χείλη της εσφαλίσθησαν προσφυέστατα, αι χείρες της ηπλώθησαν με σεμνοπρέπειαν επάνω εις το στήθος της και όλη η θέσις του σώματός της ηρμόσθη ευσχημόνως αφ’ εαυτού της και δεν εχρειάζετο χειρ ανθρώπου να την ευκοσμήση. Εγώ λοιπόν από δύο μέρη έγινα παράλυτος από το πάθος της λύπης, από το λείψανον, όπου έβλεπον, και από τους θρήνους των παρθένων· πλην τότε εκείναι εβάστασαν ολίγον την λύπην των με ησυχίαν και απέπνιξαν την προς τα έξω ορμήν των θρήνων, από τον φόβον όπου είχαν εις αυτήν· διότι και με όλον όπου εσιωπούσε το πρόσωπον της Ηγουμένης, με όλον τούτο εφοβούντο την επιτίμησιν, να μη ακουσθή από αυτάς μεγάλη φωνή έξω από την διάταξίν της, και λυπήση και νενεκρωμένην την διδάσκαλον αυτών· αλλά δεν ηδυνήθησαν πλέον να κρατήσουν με ησυχίαν την λύπην, διότι εκατάκαιε κρυφά μέσα τας ψυχάς των ως φωτιά το πάθος. Έξαφνα λοιπόν ακούεται ένας ήχος πικρός και ακράτητος από αυτάς, τόσον όπου και εγώ δεν ημπόρεσα να κρατήσω πλέον τον λογισμόν μου, αλλά το πάθος της λύπης, ως ένας χειμερινός ποταμός, έπνιξεν αυτόν όλον και δεν εσυλλογίσθην εκείνα όπου είχον εις χείρας μου, αλλά εδόθην όλως δι’ όλου εις τους θρήνους, νομίζων ότι ήτο εύλογος η αιτία, δια την οποίαν εθρηνούσαν αι Μοναχαί. Διότι δεν εθρηνούσαν δια την στέρησιν της συνηθισμένης σωματικής προνοίας της Οσίας ουδέ δια κανέν άλλο τέλος κοσμικόν, δια το οποίον λυπούνται οι κοσμικοί εις τους θανάτους των συγγενών των, αλλά διότι εστερήθησαν την κατά Θεόν ελπίδα και σωτηρίαν των ψυχών αυτών, δια τούτο έκλαιον και ωδύροντο και εφώναζον μετά δακρύων ταύτα· «Εσβέστη ο λύχνος των οφθαλμών μας, εσβέστη από ημάς το φως της οδηγίας των ψυχών μας· εσηκώθη από ημάς η σφραγίς της αφθαρσίας μας· εκόπη ο δεσμός της σωφροσύνης μας· συνετρίβη το στήριγμα των αδυνάτων· εκλείπει η ιατρεία των ασθενών· εις τας ημέρας τας ιδικάς σου, ω καλή μας διδασκάλισσα, και αυτή η νύκτα εφαίνετο ως ημέρα με το να εφωτίζετο από την καθαράν σου ζωήν· αλλά τώρα και αυτή η ημέρα θέλει μεταστραφή εις νύκτα και σκότος». Περισσότερον δε από τας άλλας εθρηνούσαν εκείναι, όπου την ωνόμαζον μητέρα αυτών και τροφόν. Αυταί ήσαν εκείναι αι Μοναχαί, τας οποίας εύρεν η μεγάλη ερριμμένας εις την οδόν, εις τον καιρόν της πείνης, και τας έλαβε και τας ανέθρεψε και τας ωδήγησεν εις την άφθορον ζωήν των παρθένων. Αλλά μετ’ ολίγον, καθώς εθεώρησα εις την αγίαν εκείνην κεφαλήν του νεκρού λειψάνου, ως να επετιμήθην από αυτήν δια την αταξίαν και ταραχήν των θρήνων, ευθύς ανέβασα τον λογισμόν μου, ως από κανένα βυθόν της θαλάσσης, και εφώναξα προς τας παρθένους· «Κοιτάξατε εις την διδάσκαλον, και ενθυμηθήτε τας παραγγελίας της, με τας οποίας εδιδάχθητε να φυλάττετε κάθε ευταξίαν εις όλα τα πράγματα· η θεία εκείνη ψυχή μας εδίδαξε να θρηνώμεν ένα καιρόν μόνον, όταν προσευχώμεθα εις τον Θεόν· τούτο είναι συγκεχωρημένον και τώρα να κάμωμεν και να μεταβάλωμεν τας θρηνώδεις φωνάς εις ψαλμωδίαν κατανυκτικήν». Αυτά έλεγον με μεγάλην φωνήν δια να νικήση η φωνή μου τας φωνάς των θρήνων εκείνων· έπειτα επαρακίνησα τας παρθένους να υπάγουν εις το κελλίον όπου ήτο πλησίον, και να μείνουν ολίγαι από αυτάς, όσας εδέχετο η μακαρία, όταν εζούσε, να την υπηρετούν. Εις αυτάς ήτο και μία γυναίκα, Ουετιανή καλουμένη, ονομαστή εις τον πλούτον, εις την ευγένειαν και εις την ωραιότητα, η οποία υπανδρεύθη με ένα αξιωματικόν, εις ολίγον δε καιρόν εχήρευσε και έκαμε φύλακα και παιδαγωγόν της χηρείας της την Μεγάλην Μακρίναν, τον περισσότερον δε καιρόν συνανεστρέφετο με τας παρθένους και εδιδάσκετο από αυτάς την ενάρετον πολιτείαν. Εις αυτήν λοιπόν είπον εγώ, ότι τώρα δεν είναι εμποδισμένον το να βάλωμεν εις το ιερόν λείψανον κάποιον φαιδρόν στολισμόν, και να κοσμήσωμεν το καθαρόν εκείνο σώμα με λαμπρά σινδόνια· η δε Ουετιανή είπεν ότι πρέπει να μάθωμεν, ανίσως και η Οσία έκρινεν εύλογον να γίνη τούτο εις αυτήν· διότι είναι πρέπον να κάμωμεν εκείνο όπου της αρέσκει· ότι εκείνο όπου είναι ευάρεστον εις τον Θεόν, είναι και εις αυτήν ευάρεστον και επιθυμητόν. Ήτο δε μία παρθένος πρώτη από όλον τον χορόν των άλλων, διάκονος κατά τον βαθμόν, Λαμπαδία ονομαζομένη, αυτή δε ήξευρε με ακρίβειαν εκείνο, όπου παρήγγειλεν η Οσία δια την ταφήν της· και ερωτών αυτήν εγώ περί τούτου, μου απεκρίθη μετά δακρύων· «Εις την Αγίαν στολισμός ήτο η καθαρά ζωή· αυτό ήτο το εγκαλλώπισμά της, όταν εζούσε· αυτό ας είναι και τώρα εντάφιον εις τον θάνατόν της· εκείνα δε όπου αποβλέπουν εις καλλωπισμόν σώματος, ούτε εις την ζωήν της τα εδέχθη, ούτε τα εφύλαξε δια να έχη τώρα εις την ταφήν της· ώστε και αν θελήσωμεν να κάμωμεν τι περισσότερον εις το λείψανόν της, δεν έχομεν την ετοιμασίαν αυτήν και τον τρόπον». Εγώ δε την ηρώτησα· «Δεν έχετε φυλαγμένα τίποτε από εκείνα, όπου ημπορούν να στολίσουν το λείψανόν της»; Και εκείνη απεκρίθη· «Τι να έχωμεν φυλαγμένον; Ιδού έχεις εδώ όλα τα φυλαγμένα πράγματά της. Ιδού το ιμάτιόν της. Ιδού το σκέπασμά της. Ιδού τα τετριμμένα υποδήματα των ποδών της· αυτός είναι ο πλούτος της· αυτή είναι η περιουσία της· έξω από αυτά, όπου βλέπεις, δεν έχει άλλο τίποτε κεκρυμμένον ούτε εις κιβώτιον, ούτε εις κελλίον· αυτή μίαν αποθήκην ήξευρε του ιδικού της πλούτου, τον ουρανόν· όθεν εκεί τα απεθησαύρισεν όλα και δεν άφησε τίποτε εις την γην». Εγώ δε προς ταύτα είπον· «Ανίσως και εγώ προσφέρω κανέν από εκείνα, όπου έχω φυλαγμένα εις την ταφήν της, είναι τάχα αρεστόν εις αυτήν»; Εκείνη μου είπεν· «Βέβαια και ζωντανή αν ήτο η Αγία ήθελε δεχθή την προσφοράν ταύτην, τόσον δια την αρχιερωσύνην όπου έχεις, όσον και δια την αδελφικήν συγγένειαν της φύσεως, και δεν ήθελε νομίσει ως ξένον το δώρον του αδελφού της· επειδή δια τούτο επρόσταξε να ενταφιασθή το σώμα της με τας ιδικάς σου χείρας». Με το να εσυγχωρήθημεν λοιπόν να περιστείλομεν το άγιον λείψανον με τα ιδικά μου, επρόσταξα έναν άνθρωπόν μου και έφερεν ένα φόρεμα δια να ενδύσωμεν το λείψανον· η δε Ουετιανή, περιστέλλουσα με τας χείρας της την ιεράν κεφαλήν της Οσίας, έβαλε το χέρι της εις τον λαιμόν και λέγει προς εμέ· «Ιδού ο περιδέραιος στολισμός όπου είναι κρεμασμένος από τον λαιμόν της». Λύσασα δε τον δεσμόν από οπίσω, μου έδειξεν ένα Σταυρόν σιδηρούν, και ένα δακτυλίδιον σιδηρούν, τα οποία ήσαν δεμένα με νήμα λεπτόν, και εκρέμαντο επάνω εις την καρδίαν της. Και εγώ είπον· «Ας γίνη κοινόν αυτό το απόκτημα· και συ έχε τον Σταυρόν εις φυλακτήριόν σου, εις εμέ δε είναι αρκετή η κληρονομία του δακτυλιδίου». Επάνω δε εις την σφραγίδα του δακτυλιδίου ήτο χαραγμένος Σταυρός, ο οποίος εφανέρωνε το τίμιον ξύλον του Σταυρού, όπου ήτο κεκρυμμένον μέσα εις την σφραγίδα, καθώς μου είπεν η Ουετιανή, όπου το ήξευρεν. Επειδή δε και ήτο καιρός να ενδυθή το καθαρόν σώμα με το φόρεμα, η δε μακαρία έδωκεν εις εμέ εντολήν να υπηρετήσω εις τούτο, εξετέλουν το πρόσταγμα· ήτο δε εκεί η προαναφερθείσα Ουετιανή και μου εσυμβοηθούσε και ενέδυον το ιερόν λείψανον με το φόρεμα· τότε μου είπεν εκείνη· «Μη αφήσης αθεώρητον το μεγάλον θαύμα όπου έκαμεν η Αγία». Παρευθύς δε εγύμνωσε μέρος τι από το στήθος της, και φέρουσα τον λύχνον πλησιέστερα εις το μέρος εκείνο μου έδειξεν ένα λεπτόν σημείον εις το δέρμα, το οποίον ωμοίαζεν ως να έγινεν από λεπτήν βελόνην. Εγώ δε της είπον· «Και τι θαύμα είναι, αν το μέρος τούτο του σώματος έχει το σημάδι τούτο»; Και εκείνη απεκρίθη· «Τούτο έμεινεν εις το σώμα μία ενθύμησις της μεγάλης βοηθείας, όπου ενήργησεν ο Θεός εις την μακαρίαν· διότι ένα καιρόν εφύτρωσεν εις τούτο το μέρος ένα πάθος δεινόν, ήτο δε κίνδυνος, εάν δεν εσχίζετο με μάχαιραν, να γίνη μεγάλον και ανίατον, και δια τούτο την επαρακαλούσεν η μήτηρ της να φέρη ιατρόν να το σχίση· η δε μακαρία εστοχάσθη, ότι το να ξεγυμνώση κανένα μέρος του σώματός της και να το ιδούν ξένα μάτια ήτο χειρότερον κακόν από το πάθος εκείνο όπου έπασχεν. Όθεν όταν ήλθεν η εσπέρα και ετελείωσε την συνηθισμένην υπηρεσίαν της μητρός της, εμβήκεν εις το άγιον Βήμα και έμεινεν εκεί όλην την νύκτα, και προσπίπτουσα επαρακαλούσε τον ιατρόν των απάντων Θεόν να την θεραπεύση· τόσα δε δάκρυα έχυσεν, όπου με αυτά έκαμε πηλόν, και εκείνον μετεχειρίσθη ιατρικόν εις το πάθος της· επειδή δε η μήτηρ της ελυπείτο και την επαρακινούσε πάλιν να φέρη ιατρόν, η Αγία της είπεν, ότι ανίσως η μήτηρ της κάμη με το χέρι της το σημείον του ζωοποιού Σταυρού εις το πονεμένον μέρος θέλει ιατρευθή· και ευθύς όπου η μήτηρ της έβαλεν εις τον κόλπον το χέρι της και την εσταύρωσεν, ω του θαύματος! Ιατρεύθη το πάθος, και έμεινε μόνον τούτο το ολίγον σημείον, δια να είναι εις ενθύμησιν της θείας ιατρείας και εις αφορμήν παντοτεινής ευχαριστίας εις τον Θεόν». Αφού δε τοιουτοτρόπως εκοσμήθη το σώμα της Αγίας, μου είπεν η Ουετιανή· «Δεν πρέπει να φαίνεται η Αγία εις τους οφθαλμούς των παρθένων ως νύμφη εστολισμένη· αλλ’ εγώ έχω ένα αυτόμαυρον φόρεμα της μακαρίας μητρός σας, το οποίον πρέπει να βάλωμεν επάνω από το άγιον λείψανον, δια να μη φαίνεται το ιερόν κάλλος, όπου εκλάμπει από το λείψανον και λαμπρύνεται με τον ξένον τούτον καλλωπισμόν του φορέματος». Ούτως εβάλθη επάνω το αυτόμαυρον εκείνο φόρεμα, αλλά και μέσα εις το μαύρον εκείνο χρώμα έλαμπε το πρόσωπον της Αγίας, και νομίζω, ότι η θεία δύναμις επρόσθεσεν εις το άγιον λείψανον την χάριν ταύτην, ώστε κατά το όνειρον όπου προείδον, εφαίνοντο ότι έβγαιναν αστραπαί από το κάλλος εκείνο. Όταν ημείς ετελειώσαμεν αυτά και αι ψαλμωδίαι των παρθένων ομού με τους θρήνους ηκούοντο γύρωθεν, δεν ηξεύρω πως η φωνή ηκούσθη εις εκείνους όπου εκατοικούσαν εκεί γύρωθεν, και όλοι ομού έτρεχαν από κάθε μέρος και συνηθροίζοντο, ώστε ουδέ το προαύλιον εχωρούσεν εκείνους, όπου εσυνάχθησαν. Κατά δε την νύκτα εκείνην έγινεν αγρυπνία με υμνωδίας, καθώς γίνεται εις τας πανηγύρεις των Μαρτύρων· όταν δε έφθασεν ο όρθρος, το πλήθος των ανδρών και γυναικών όπου εσυνάχθη ετάρασσε την ψαλμωδίαν με τους θρήνους των· εγώ δε, αν και έπασχον κακώς από την λύπην, όμως εστοχαζόμην όσον το δυνατόν να μη λείψη τίποτε από εκείνα όπου έπρεπε να γίνουν εις κηδείαν· όθεν εχώρισα τα συναχθέντα πλήθη, και τας μεν γυναίκας έβαλα μαζί με τας παρθένους, τους δε άνδρας με το τάγμα των Μοναχών, έκαμα δε να γίνεται και από τους δύο χορούς μία εναρμόνιος και εύτακτος ψαλμωδία. Όταν δε εξημέρωσε και όλος ο τόπος του ασκητηρίου εστενοχωρείτο από το πλήθος όπερ εσυνάχθη, ο Επίσκοπος του τόπου εκείνου (Αράξιος καλούμενος, ο οποίος ήλθεν εις την κηδείαν με όλους τους Ιερείς) με επαρακινούσε να άρωμεν το λείψανον και να υπάγωμεν εις τον τόπον, όπου έμελλε να ενταφιασθή· τότε εγώ πρώτος ήγειρα το νεκροκράββατον από το ένα μέρος και ο Επίσκοπος από το άλλο, έτεροι δε δύο εντιμότατοι κληρικοί από τα άλλα δύο μέρη και ούτως επηγαίναμεν ήσυχα. Επροπορεύοντο δε έμπροσθεν από τα δύο μέρη του λειψάνου πλήθος πολύ διακόνων και αναγνωστών, δορυφορούντες κατά σειράν το άγιον λείψανον, έχοντες όλοι αναμμένας λαμπάδας, ώστε ήτο μία μυστική πανήγυρις η κηδεία της μακαρίας, επειδή και η ψαλμωδία εμελωδείτο ομοφώνως από τους πρώτους έως τους τελευταίους. Αλλ’ επειδή το διάστημα έως εις τον Ναόν των Μαρτύρων, όπου ήσαν τεθαμμένα τα σώματα των γονέων μας, ήτο έως επτά ή οκτώ στάδια, ήτοι ένα περίπου μίλιον, μόλις και μετά βίας επεράσαμεν αυτό όλην την ημέραν, διότι το πλήθος μας ημπόδιζεν εις τον δρόμον. Αφού δε εφθάσαμεν μέσα εις τον Ναόν εκείνον, απεθέσαμεν το νεκροκράββατον, ήρχισε δε να γίνεται προσευχή χωρίς ψαλμωδίαν. Αλλ’ η προσευχή έγινεν εις τον λαόν αιτία θρήνων, διότι αφού έπαυσεν η ψαλμωδία, εξεσκεπάζετο ο τάφος των γονέων μας, εις τον οποίον είχε παραγγελίαν η Αγία να ενταφιασθή, και μία από τας παρθένους θεωρήσασα το ιερόν εκείνο πρόσωπον, εφώναξεν άτακτα ταύτα το λόγια· «Αλλοίμονον! Ότι ύστερα από την ώραν ταύτην δεν έχομεν να ίδωμεν πλέον τούτο το θεοειδές πρόσωπον». Καθώς δε ήκουσαν τούτο και αι λοιπαί Μοναχαί, εφώναξαν αυταί τα ίδια λόγια ομού με εκείνην και παρευθύς έγινεν ένας θόρυβος άτακτος, και εσύγχυσε την ιεροπρεπή εκείνην προσευχήν· διότι εσυντρίφθησαν με αυτά τα λόγια όλων των συναχθέντων αι καρδίαι, και ανελύθησαν εις δάκρυα. Τότε εγώ έκαμα νεύμα δια να σιωπήσουν και ο Διάκονος εφώναξε τας συνηθισμένας εις την Εκκλησίαν φωνάς και επρόσταξε να ευχηθούν, μετά βίας δε κατέστη ο λαός εις το εύτακτον σχήμα της προσευχής. Όταν δε ετελείωσεν η προσευχή, εμβήκεν εις την ψυχήν μου ένας φόβος της θείας εντολής εκείνης όπου λέγει· «Ασχημοσύνην πατρός σου και ασχημοσύνην μητρός σου ουκ αποκαλύψεις» (Λευϊτ. ιη:7)  και είπον με τον λογισμόν μου, πως έχω να γλυτώσω από το κρίμα τούτο εγώ, όπου έχω να ίδω εις τα σώματα των γονέων μου την κοινήν ασχημοσύνην της ανθρωπίνης φύσεως, όπου τα σώματά των διελύθησαν και έγιναν άμορφα οστά; (Εντεύθεν φαίνεται, ότι δεν ήτο συνήθεια τότε να κάμνουν ανακομιδήν των λειψάνων, ως νυν αύτη επικρατεί· τούτο το ίδιον συνάγεται και από τον ζ΄ Κανόνα του αυτού τούτου Νύσσης). Ταύτα στοχαζόμενος εφοβούμην τα μάλιστα από την αγανάκτησιν, όπου έδειξεν ο Νώε κατά του υιού Χαμ, διότι είδε την γύμνωσίν του· τέλος πάντων, η μέθοδος όπου εμεταχειρίσθησαν οι δύο υιοί του Νώε, ο Σημ και ο Ιάφεφ, μου έδειξε τι να κάμω. Όθεν ευθύς όπου ήνοιξεν ο τάφος των γονέων μου, εσκεπάσθησαν τα λείψανά των με ένα καθαρόν σινδόνιον, προ του να τα ίδωμεν, έπειτα ελάβαμεν το άγιον λείψανον εγώ και ο Επίσκοπος, και το εθέσαμεν πλησίον εις το λείψανον της μητρός μας· ούτως επληρώθη η ευχή και η υπόσχεσις, όπου είχον και αι δύο μήτηρ και θυγάτηρ. Ότι και αι δύο εζητούσαν από τον Θεόν να ενωθούν και μετά θάνατον τα σώματά των, καθώς ήσαν ηνωμέναι και εις την ζωήν ταύτην. Όταν δε ετελείωσαν τα νενομισμένα εις την ταφήν, έπεσον εις τον τάφον και ησπάσθην την κόνιν, και ούτως εκίνησα εις τον δρόμον, λυπημένος και πλήρης από δάκρυα, στοχαζόμενος ποίον αγαθόν εστερήθη η ζωή των ανθρώπων. Έτυχε δε εις τον δρόμον ένας άνθρωπος επίσημος, έχων εξουσίαν στρατιωτικήν εις μίαν πολιτείαν του Πόντου, την καλουμένην Σεβαστόπολιν. Ευρισκόμενος δε μαζί με τους στρατιώτας του, μας απήντησε φιλοφρόνως· και ακούων τον θάνατον της μακαρίας, ελυπήθη πολλά (διότι ήτο συγγενής μας) και μου διηγήθη τοιούτον διήγημα, το οποίον μόνον θέλω προσθέσει εις την ιστορίαν ταύτην και ούτω να τελειώσω. Αφού δε επαύσαμεν από τα δάκρυα και ηρχίσαμεν να ομιλούμεν, μου λέγει· «Άκουε πόσον μεγάλον αγαθόν εβγήκεν από την παρούσαν ζωήν», και ήρχισε το διήγημα. «Επεθυμήσαμεν, λέγει, μίαν φοράν ομού με την σύζυγόν μου να υπάγωμεν εις το σχολείον της αρετής (διότι έτσι πρέπει να ονομάζεται το ασκητήριον εκείνο, εις το οποίον εκατοικούσεν η μακαρία)· ήτο δε μαζί μας και το θυγάτριόν μας, εις του οποίου τους οφθαλμούς ηκολούθησεν ένα πάθος από λοιμικήν ασθένειαν, και ήτο ένα θέαμα άσχημον και ελεεινόν, επειδή το ένδυμα της κόρης του οφθαλμού επαχύνθη και ελευκάνθη το μέρος εκείνο. Όταν λοιπόν επήγαμεν εις το Μοναστήριον, διεμοιράσαμεν τους τόπους, και εγώ μεν επήγα εκεί όπου εμόναζαν οι άνδρες, εις τους οποίους ήτο Ηγούμενος ο αδελφός σου Πέτρος, η δε σύζυγός μου επήγε μέσα εις το Μοναστήριον των παρθένων και ήτο μαζί με την μακαρίαν Μακρίναν. Αφού λοιπόν εμείναμεν επ’ αρκετόν, ηθελήσαμεν να αναχωρήσωμεν, και όταν ητοιμαζόμεθα, τότε συμφώνως και οι δύο μας ημπόδιζον· και ο μεν αδελφός σου επαρακαλούσεν εμέ να σταθώ, δια να απολαύσω την ασκητικήν του τράπεζαν, η δε μακαρία αδελφή σου παρομοίως δεν άφηνε την σύζυγόν μου να αναχωρήση, αλλ’ έχουσα εις τους κόλπους της το θυγάτριόν μας, έλεγε πως δεν της το δίδει, έως ότου να απολαύση την τράπεζάν της· και φιλούσα, κατά το σύνηθες, το παιδίον, επλησίασε το στόμα της εις τους οφθαλμούς του, και βλέπουσα το πάθος όπου είχεν εις τους οφθαλμούς του, είπεν· «Εάν σεις μου δώσετε την χάριν ταύτην και απολαύσετε την τράπεζάν μας, θέλω σας αντιδώσω και εγώ μισθόν, όχι ανάξιον της τοιαύτης τιμής και χάριτος». Η δε μήτηρ είπε· «Ποίον μισθόν έχεις να μας δώσης»; Απεκρίθη η μακαρία· «Έχω να σας δώσω ένα ιατρικόν δια να ιατρευθή το πάθος του οφθαλμού του τέκνου σας». Αυτή η υπόσχεσις της Αγίας ηγγέλθη εις εμέ, και δια τούτο χαρούμενοι εμείναμεν. Όταν δε ετελείωσεν η τράπεζα, εκινήσαμεν με χαράν εις τον δρόμον, διηγούμενοι ο εις εις τον άλλον όσα είδομεν και ηκούσαμεν εις τους ιερούς εκείνους τόπους· εγώ διηγούμην τα των ανδρών, η δε σύζυγός μου διηγείτο καταλεπτώς εκείνα όπου είδε και ήκουσεν από την μακαρίαν, δεν ήθελε δε να αφήση ουδέ αυτά τα παραμικρά. Εκεί λοιπόν όπου διηγείτο ταύτα, και ήλθεν εις τα λόγια όπου υπεσχέθη η Αγία, ότι θέλει ιατρεύσει το τέκνο μας, έκοψε την διήγησιν και είπεν· «Ωχ! Και τι είναι τούτο όπου επάθομεν; Πως ελησμονήσαμεν να λάβωμεν το ιατρικόν όπου μας υπεσχέθη»; Επειδή δε ελυπούμην και εγώ δια την αμέλειαν ταύτην και την επρόσταξα να επιστρέψη οπίσω γρήγορα, δια να το λάβη, κατά τύχην εγύρισε το παιδίον να κοιτάξη εις την μητέρα του, το οποίον είχεν η τροφός εις τας χείρας της, ευθύς δε όπου εκοίταξεν εις τους οφθαλμούς του τέκνου η μήτηρ του, από την χαράν της μου λέγει με μεγάλην φωνήν· «Μη λυπείσαι δια το ιατρικόν, διότι δεν υστερήθημεν από εκείνο όπου μας έταξεν η Αγία· επειδή το ιατρικόν της ήτο η θεραπεία, όπου έκαμεν εις το τέκνον μας δια μέσου της προσευχής της, και δεν έμεινεν εις τον οφθαλμόν του κανένα σημείον πάθους, όπου να μη θεραπευθή από το ιατρικόν της». Ταύτα δε λέγουσα, έλαβεν εις τας αγκάλας της το τέκνον, και το έβαλεν εις τας χείρας μου. Τότε και εγώ, βλέπων το τοιούτον θαυμάσιον, ενεθυμήθην τα θαύματα του Κυρίου μας όπου δεν τα πιστεύουν μερικοί, και είπα·»Και τι μεγάλον πράγμα είναι να θεραπεύωνται οι τυφλοί δια χειρός του Κυρίου, αφού η δούλη του, με την πίστιν όπου έχει εις τον Θεόν, έκαμε το τοιούτον θαύμα, όπου δεν είναι κατώτερον από εκείνα»; Ταύτα διηγούμενος εις εμέ ο επίσημος εκείνος συγγενής μας, έκοψε τον λόγον, και ήρχισεν να τρέχουν τα δάκρυα από τους οφθαλμούς του. Ταύτα και άλλα τοιαύτα θαυμάσια της μακαρίας Μακρίνης ήκουσα από εκείνους όπου έζησαν μαζί με αυτήν, και ήξευραν με ακρίβειαν την ζωήν της, τα οποία δεν τα λέγω, διότι φαίνονται απίστευτα εις τους πολλούς· διότι οι περισσότεροι άνθρωποι, κατά το μέτρον της ιδικής των γνώσεως, κρίνουν και εκείνα όπου ακούουν· εκείνο δε όπου υπερβαίνει τα μέτρα της ιδικής των γνώσεως, το νομίζουν με τας υποψίας των πως είναι ψευδές και δεν το πιστεύουν· δια τούτο σιωπώ και εγώ την παράδοξον εκείνην καρποφορίαν όπου έκαμεν η μακαρία εις τον καιρόν του λιμού, όπου ο σίτος όπου έδιδεν από την αποθήκην και τον διεμοίραζεν εις τους πτωχούς ουδόλως ωλιγόστευεν, αλλά έμενεν ο ίδιος και άλλα ακόμη παραδοξότερα από αυτό, καθώς ήσαν αι θεραπείαι όπου έκαμνεν εις τους ασθενείς, αι ιατρείαι των δαιμονιζομένων, αι προφητείαι όπου έλεγε περί των μελλόντων. Ταύτα τα θαύματα εκείνοι όπου έχουν γνώσιν ακριβή και τελείαν τα πιστεύουν ότι είναι αληθινά και αν έτι φαίνονται απίστευτα, διότι το θαύμα είναι υπέρ φύσιν· εκείνοι δε όπου είναι αμελείς εις τον νουν και σαρκικοί, νομίζουν πως είναι αδύνατα· ούτοι δεν ηξεύρουν, ότι κατά την αναλογίαν της πίστεως, έτσι δίδονται και τα θεία χαρίσματα, μικρά μεν εις τους ολιγοπίστους, μεγάλα δε εις εκείνους όπου έχουν μεγάλην την ευρυχωρίαν της πίστεως. Δια τούτο λέγω, δια να μη ζημιωθούν οι ολιγόπιστοι όπου δεν πιστεύουν εις τα χαρίσματα του Θεού, παρήτησα και εγώ, και δεν έγραψα τα παραδοξότερα θαύματα, όπου έκαμεν ο Θεός δια μέσου της μεγάλης Μακρίνης, στοχαζόμενος ότι εκείνα όπου έγραψα είναι αρκετά εις την περιγραφήν της πολιτείας της· ης ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν της βασιλείας των Ουρανών. Αμήν.