Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Η Οσία και Ομολογήτρια Ανθούσα

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΑΝΘΟΥΣΗΣ της ομολογητρίας, της εν τη αγιωτάτη Μονή του Μαντινέου.                                                                                                                             

Ανθούσα η Οσία και Ομολογήτρια ήκμασε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου τουΚοπρωνύμου, εν έτει ψμα΄ (741), θυγάτηρ γονέων ευσεβών, Στρατηγίου και Φεβρωνίας ονομαζομένων. Επειδή δε ηγάπησε την παρθενίαν και καθαρότητα από αυτάς σχεδόν τας μητρικάς αγκάλας, έζη εν τοις όρεσι και τοις σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης, κατά τον Απόστολον Παύλον, αποστρεφομένη μεν και μισούσα όλα τα του βίου, μόνον δε την ησυχίαν αγαπώσα και εναγκαλιζομένη. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έτυχε να υπάγη εις τον τόπον του Μαντινέου. Ιερομόναχός τις, Σισίνιος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτο θαυματουργός και άγιος άνθρωπος και ήσκει παν είδος αρετής. Όθεν η αοίδιμος Ανθούσα, βλέπουσα αυτόν, παρεκινήθη να τον μιμηθή εις τας αρετάς· και πρώτον μεν έλαβε παρ’ αυτού τύπον και κανόνα, πώς να πολιτεύηται εις την μοναδικήν ζωήν· δεύτερον δε, ίνα γυμνασθή εις την υπακοήν, προσετάχθη παρ’ αυτού να εισέλθη εντός κλιβάνου ανημμένου, εντός του οποίου εισελθούσα η Αγία, εξήλθε πάλιν όλως αβλαβής· και άλλας δε υψηλοτέρας αρετάς έμαθε παρ’ αυτού η Οσία, αι οποίαι προσεγγίζουσι τον άνθρωπον εις τον Θεόν. Προείπε δε εις αυτήν ο Μοναχός εκείνος, ότι μέλλει να συστήση Μοναστήριον, και ότι θέλει λάβει την ηγουμενίαν εννεακοσίων καλογραιών, το οποίον και πραγματικώς ύστερον εγένετο. Μετά ταύτα εκουρεύθη τας τρίχας υπό του θαυματουργού εκείνου Σισινίου, και διετάχθη παρ’ αυτού να κατοικήση εις το νησίδιον της λίμνης, της πλησιαζούσης εις την κώμην την καλουμένην Περκελέ. Καταγινομένη λοιπόν η μακαρία εις την εγκράτειαν και εις την λοιπήν σκληραγωγίαν του σώματος, έγινε της Αγίας Τριάδος κατοικητήριον· διότι φορέσασα σίδηρα και ενδυθείσα τρίχινα φορέματα, έξω σαρκός και κόσμου ενομίζετο υπό των φρονίμων. Ελθούσα δε ποτε εις τον ρηθέντα Όσιον Σισίνιον, παρεκάλει αυτόν να δώση εις αυτήν άδειαν να κτίση Ναόν εις το όνομα της Αγίας Άννης, της μητρός της Θεοτόκου· ο δε Σισίνιος, νουθετήσας αυτήν πολύ και διδάξας, της προείπε σαφέστατα όσα έμελλον να της επακολουθήσωσι, και ούτως αφήκεν αυτήν να υπάγη, φανερώσας και τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλεν αυτός να αποθάνη. Έκτισε λοιπόν η Οσία τον ποθούμενον Ναόν της Αγίας Άννης, ένθα συνηθροίσθησαν τριάκοντα ως έγγιστα καλογραίαι· ότε δε ήσαν πλησίον του να πραγματοποιηθώσιν όσα προείπεν ο Όσιος Σισίνιος εις την Αγίαν, αφήκε την παρούσαν ζωήν ο μακάριος και απήλθε προς Κύριον. Βλέπουσα δε μετά ταύτα η Αγία Ανθούσα, ότι αι συναθροισθείσαι εκεί αδελφαί προσέφερον εις αυτήν υπακοήν και ευπείθειαν, τούτου ένεκα έκτισε προσέτι εκ θεμελίων δύο άλλους ιερούς Ναούς, τον μεν εις το όνομα της Θεοτόκου, τον δε εις το όνομα των Αγίων Αποστόλων· και τον μεν Ναόν της Θεοτόκου αφιέρωσεν εις τας καλογραίας, τον δε Ναόν των Αγίων Αποστόλων αφιέρωσεν εις τους Μοναχούς. Όθεν πολλοί κοσμικοί, θέλοντες να μετανοήσωσι δια τας αμαρτίας των, παρήτουν τον κόσμον και μετέβαινον πρότερον μεν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον, εν όσω έζη, ύστερον δε και εις την Αγίαν ταύτην Ανθούσαν, οδηγούμενοι παρ’ αυτής και προς τας αρετάς παιδαγωγούμενοι. Ούσα δε η Αγία κατάκορος εκ των ορθών δογμάτων της πίστεως, απεστρέφετο πάσαν νεωτέραν αίρεσιν· όθεν εκ τούτου έγινε περιβόητος και η φήμη ταύτης έφθασε μέχρι και αυτών των ανακτόρων. Ήτο δε τότε βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, ο και Καβαλίνος επονομαζόμενος, ο μισόχριστος εκείνος και εικονομάχος, ο οποίος προσεπάθει να σύρη την Αγίαν ταύτην εις την πλάνην του. Αποστείλας λοιπόν ομόφρονά του τινά εικονομάχον, είπε προς αυτόν να υπάγη εις το Μοναστήριον του Μαντινέου και αφού εύρη την Ανθούσαν να καταπείση αυτήν να κλίνη εις την ιδικήν του δόξαν, να αθετήση δηλαδή την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων· και εάν μεν πεισθή καλώς, ει δε μη, να τιμωρήση αυτήν έως ου την πείση και στανικώς να υποταχθή εις τα ιδικά του προστάγματα. Ο δε απεσταλμένος, συμπαραλαβών μεθ’ εαυτού και άλλους και συνάξας πολλάς αγίας Εικόνας, έφερεν εις εξέτασιν την Οσίαν μετά του ανεψιού αυτής, ο οποίος ήτο ηγούμενος εις Μοναστήριον ανδρών. Πάραυτα λοιπόν έδειρε πρώτον τον ανεψιόν της Αγίας Ηγουμένης επί πολλήν ώραν και εξέσχισε το σώμα του, εν ω η Αγία ενεθάρρυνε και εδυνάμωνεν αυτόν, ίνα μένη εις την ομολογίαν και προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, και να υποφέρη ανδρείως τας βασάνους· αφού δε εκινδύνευσε να αποθάνη εκ των βασάνων, αφέθη και δεν εβασανίσθη πλέον. Την δε Αγίαν Ανθούσαν ετάνυσαν εκ τεσσάρων μερών, και έδειραν απανθρώπως με βούνευρα. Είτα ανάψας ο αλιτήριος τας Αγίας Εικόνας, τας οποίας είχε συνάξει, έβαλεν αυτάς ανημμένας επί της κεφαλής της Αγίας, εις δε τους πόδας της έβαλεν ανημμένους άνθρακας· επειδή δε η Οσία έμεινεν αβλαβής τη του Χριστού χάριτι, εξώρισεν αυτήν. Μετά ταύτα επήγεν ο βασιλεύς εις την επαρχίαν εκείνην του Μαντινέου, και παραστήσας έμπροσθέν του την Αγίαν, εσκέπτετο να την υποβάλη εις πολλά βασανιστήρια· αλλ’ η Αγία εματαίωσε τους σκοπούς του, πατάξασα αυτόν με αορασίαν και τυφλώσασα. Επειδή δε η βασίλισσα εκινδύνευσεν εν ώρα τοκετού και ολίγου δειν να αποθάνη, ηρώτησε την Αγίαν ο βασιλεύς περί αυτής. Η δε Αγία απεκρίνατο, ότι δεν θέλει αύτη αποθάνει, αλλά θα γεννήση δύο τέκνα, άρρεν και θήλυ, και όχι μόνον τούτο, αλλά προείπε και ποίαν ζωήν μέλλει να περάση έκαστον παιδίον. Ταύτα ακούσασα η βασίλισσα ηυλαβήθη και αφιέρωσεν εις το Μοναστήριον της Αγίας πολλά κτήματα και αφιερώματα· τότε και ο βασιλεύς ευλαβηθείς αφήκεν αυτήν και δεν την ετιμώρησε πλέον. Εκ τούτου φαίνεται ότι δύναται η αρετή και τα θηρία να ημερώνη και τους πολεμίους να καθιστά φίλους. Όθεν η Αγία εμεγαλύνθη και εφημίζετο παρά πάντων, δια τούτο και πολλοί προσέτρεχον εις αυτήν, άλλοι μεν ίνα λάβωσι την ευχήν και ευλογίαν της, άλλοι δε ίνα γίνωσι Μοναχοί, και άλλοι ίνα ιατρευθώσιν εκ των ασθενειών υπό των οποίων προσεβάλλοντο. Μεταξύ αυτών προσήλθε και στρατιώτης τις μετά της γυναικός του προς την Αγίαν, και παρεκάλει αυτήν να χαρίση εις αυτόν τέκνον, υποσχόμενος να το προσφέρη εις τον Θεόν· ακούσας δε την Αγίαν να του αποκαλύπτη τα διανοήματα της καρδίας του, και βεβαιωθείς παρ’ αυτής ότι θέλει τύχει του ποθουμένου, επανήλθε χαίρων και αγαλλόμενος εις τον οίκον του. Τοσαύτα δε και άλλα θαύματα εποίησεν η Οσία αύτη Ανθούσα, ώστε (ίνα μεταχειρισθώμεν το σχήμα της υπερβολής) αν υπάρχη τις, όστις δύναται να μετρήση την άμμον της θαλάσσης αι τας σταγόνας της βροχής, και το βάθος της θαλάσσης, και το ύψος του ουρανού, και το πλάτος και μήκος της γης, αυτός ημπορεί να γράψη και τα θαυμαστά έργα όσα η Αγία εποίησεν. Επειδή όμως έχουσα και αυτή ανθρωπίνην φύσιν έπρεπε να γευθή θανάτου, ύπνωσεν η μακαρία τον εις τους δικαίους πρέποντα ύπνον κατ’ αυτήν την σημερινήν ημέραν της μνήμης του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Παντελεήμονος· διότι τούτο ηύχετο η αοίδιμος, να τελειώση δηλαδή κατά την ημέραν ταύτην. Τελειωθείσα δε ενεταφιάσθη εις το κελλίον, εις το οποίον διήνυσε την ζωήν της, ετέλει δε και μετά θάνατον πλείστα όσα θαύματα, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών και εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτής πολιτείας. 

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

O ένδοξος Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων

Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος και ιαματικού ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ.                                                                                                                                    

Παντελεήμων ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει τδ΄ (304), καταγόμενος από την πόλιν της Νικομηδείας, υιός πατρός μεν ειδωλολάτρου, Ευστοργίου ονομαζομένου, μητρός δε εκ προγόνων ούσης χριστιανής, καλουμένης Ευβούλης. Όσην δε θέλησιν είχεν αυτός να θεραπεύη τα είδωλα, τόσην αγάπην και προθυμίαν είχεν εκείνη προς την ορθόδοξον πίστιν, και έτρεφε το τέκνον των (το οποίον ονομάζετο Παντολέων) όχι μόνον με τροφήν σωματικήν, αλλά περισσότερον με πνευματικήν, διδάσκουσα αυτό την πίστιν του Χριστού. Πλην εις ολίγα έτη ετελεύτησεν η μακαρία Ευβούλη. Ο δε Παντολέων εμάνθανε γράμματα πρώτον τα κοινά, έπειτα και την Ελληνικήν παίδευσιν. Ύστερον δε πάλιν, αφού έμαθεν όσα ήσαν αρκετά, τον έδωσεν ο πατήρ του εις ιατρόν θαυμαστόν του καιρού εκείνου, καλούμενον Ευφρόσυνον, να τον εκπαιδεύση εις την ιατρικήν επιστήμην· ο δε νέος, από την πολλήν του ευφυϊαν, εις ολίγον καιρόν υπερέβη όλους τους συμμαθητάς του. Ήτο δε ο Άγιος ωραίος κατά πολλά την όψιν, την ομιλίαν γλυκύς, το σχήμα ταπεινός και μέτριος, και απλώς ειπείν ήτο όλος γεμάτος αρετήν και ευταξίαν τοσαύτην, ώστε όστις ήθελε συναναστραφή και συνομιλήσει μετ’ αυτού πολλήν χαράν και ευφροσύνην ελάμβανεν. Από τας αρετάς του δε αυτάς έγινεν ακουστός εις όλην την Νικομήδειαν. Αλλά και αυτός ο βασιλεύς Μαξιμιανός, όταν τον είδεν ημέραν τινά, κατά την οποίαν μετέβη με τον Ευφρόσυνον εις το παλάτιον, ηρώτησε δι’ αυτόν· και ακούσας την αρετήν αυτού και ιδών την φρόνησιν και κατάστασίν του εχάρη πολλά, και παρήγγειλεν εις τον Ευφρόσυνον να τον σπουδάση όσον δύναται, να τον κάμη τέλειον ιατρόν, δια να τον έχη εις τα βασίλεια. Τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο και ο Άγιος Ερμόλαος, ο Ιερεύς της εν Νικομηδεία Εκκλησίας, περί του οποίου προείπομεν εις την εικοστήν έκτην του παρόντος. Πλην ήτο κεκρυμμένος εις ένα οίκον με άλλους χριστιανούς δια τον φόβον του βασιλέως, βλέπων δε τον νέον καθώς διέβαινεν από την οικίαν εκείνην καθ’ εκάστην να πηγαίνη εις τον διδάσκαλον, εννόησεν από την σεμνότητα του ήθους, ότι και η κατάστασις της ψυχής του θα ήτο γεμάτη αγαθότητα, ως εκείνη η αγαθή και καρποφόρος γη, την οποίαν λέγει το Ευαγγέλιον, θέλει δε χρηματίσει και αυτός σκεύος εκλογής θεία χάριτι, ως ο μέγας Απόστολος. Ταύτα διανοούμενος ο Ερμόλαος ήθελε να δοκιμάση εάν δύναται να σαγηνεύση τον Παντολέοντα· ανοίξας λοιπόν την θύραν του οίκου, τον εκάλεσε να εισέλθη ίνα του ομιλήση. Αφού εισήλθε, τον ηρώτησε δια το γένος και το σέβας αυτού. Ο δε νέος είπεν εις αυτόν πάσαν την αλήθειαν, ότι η μήτηρ του ήτο χριστιανή, ο δε πατήρ του ειδωλολάτρης. Λέγει ο Ερμόλαος· «Αλλά συ, τέκνον, ποίαν θρησκείαν αγαπάς καλλίτερα»; Ο δε είπεν· «Όταν έζη η μήτηρ μου, με ενουθέτει καθ’ εκάστην να γίνω χριστιανός, το οποίον επόθουν και εγώ. Αφ’ ότου όμως ετελεύτησεν η μήτηρ μου και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, αυτός με αναγκάζει να μένω εις την θρησκείαν του, και μελετά να με τιμήση εις τα βασίλεια». Και ο Ερμόλαος· «Τίνα επιστήμην μανθάνεις, τέκνον μου»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Την ιατρικήν, τίμιε γέρον, την οποίαν διδάσκει ο Ασκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός, και άλλοι σοφοί. Αύτη η τέχνη ήρεσεν εις τον πατέρα μου από όλας· αλλά και ο διδάσκαλός μου με πληροφορεί, ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θέλει ευρεθή κανέν πάθος ή ασθένεια, την οποίαν να μη δυνηθώ να θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος, ευρίσκων καιρόν κατάλληλον, είπεν εις αυτόν· «Πίστευσόν μοι, ω νεανία, ότι η τέχνη του Ασκληπιού, του Γαληνού, και των λοιπών σοφών ιατρών, τους οποίους λέγεις, μικράν βοήθειαν δύναται να δώση εις εκείνους που την σπουδάζουν. Αλλά και αυτοί οι θεοί, τους οποίους ο Μαξιμιανός προσκυνεί, δεν είναι άλλο τι ή μύθοι ψευδείς, και τους πιστεύουν οι άφρονες. Ο δε αληθής Θεός είναι Εις, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον, εάν πιστεύσης εξ όλης καρδίας σου, θέλεις ιατρεύει πάσαν νόσον χωρίς κανέν ιατρικόν βότανον, μόνον με την χάριν εκείνου, όστις εκαθάρισε λεπρούς, δαιμονιώντας εθεράπευσεν, αιμορροίας και έτερα δυσίατα πάθη ιάτρευσε, και απλώς ευκολώτερον ήθελε μετρήσει τις την άπειρον άμμον της θαλάσσης και τους αστέρας του ουρανού, παρά του Χριστού τα θαυμάσια. Αλλά και τώρα καθ’ εκάστην ευρίσκεται πλησίον των δούλων του και τους βοηθεί, και κάμνουν σημεία και τέρατα μεγαλύτερα, από όσα Εκείνος ετέλεσε. Μετά δε ταύτα τους κάμνει και κληρονόμους της Βασλείας του». Ταύτα ακούσας ο Παντολέων πολλά ηυφράνθη η καρδία του, και έκρινεν ότι ήσαν όλα αληθινά και δίκαια· και απεκρίθη ούτως· «Όσα μου είπες, Άγιε Γέρων, τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλάκις και την έβλεπον ότι προσηύχετο προς αυτόν τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις, και τον επεκαλείτο εις βοήθειαν». Ευχαριστήσας όθεν ο Παντολέων δια την συμβουλήν, την οποίαν του έδωκεν ο Ερμόλαος, απήλθεν εις την οδόν του· και πάλιν ήρχετο πολλάκις να ακούση την διδαχήν αυτού, ίνα καρπωθή καλύτερον, και ολίγον κατ’ ολίγον εστηρίζετο εις την πίστιν του Χριστού. Εν μια δε των ημερών, ερχόμενος από τον διδάσκαλόν του, εύρεν εν τη οδώ παιδίον, το οποίον εδάγκασεν έχιδνα και έκειτο νεκρόν, το δε θηρίον ίστατο πλησίον του. Ταύτα ιδών ο Παντολέων, ενεθυμήθη του Ερμολάου τους λόγους και έλεγε κατά διάνοιαν ότι· «Εάν πληρώση ο Χριστός τούτο μου το ζήτημα, να αναστηθή το παιδίον και να θανατωθή το θηρίον, άλλην απόδειξιν και πίστωσιν δεν ζητώ εις όσα ο τίμιος γέρων με εδίδαξεν, αλλά γίνομαι χριστιανός πάραυτα». Ποιήσας τότε προσευχήν, αυτήν την ώραν το μεν παιδίον ανέστη ως από ύπνου, ο δε όφις διερράγη και απώλετο. Τότε πληροφορηθείς ο Παντολέων, εξ όλης ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν και άρας προς τον ουρανόν τα της ψυχής και του σώματος όμματα μετ’ ευφροσύνης πολλής ηυχαρίστει δοξάζων τον Κύριον, όστις τον ελύτρωσεν από την πλάνην και το σκότος των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχει παρευθύς με πολλήν χαράν εις τον Ερμόλαον, και διηγούμενος την υπόθεσιν εζήτησε να τον τελειώση δια του βαπτίσματος. Ο δε γινώσκων εις ποίον αγγείον εκλεκτόν μέλλει να βάλη το μύρον του Αγίου Πνεύματος, μετά χαράς επήκουσε και βαπτίσας αυτόν τον εκοινώνησε του Δεσποτικού σώματος και τον εδίδαξε πάντα τα μυστήρια της αληθούς ημών πίστεως. Έμεινεν ούτως ημέρας επτά εις τον Άγιον Γέροντα, ευφραινόμενος και σιτιζόμενος εκείνα τα μελίρρυτα λόγια, κατά δε την ογδόην ημέραν απήλθεν εις τον πατέρα του. Τότε εκείνος ηρώτησε τον Άγιον που ήτο τόσας ημέρας. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εις άρχων του παλατίου φίλος του βασιλέως ήτο ασθενής, και δι’ αυτό δεν μας άφηνε με τον διδάσκαλόν μου να αναχωρήσωμεν, έως ότου τελείως ιατρεύθη». Κατά δε την επομένην επορεύθη εις τον Ευφρόσυνον, προς τον οποίον πάλιν επροφασίσθη λέγων· «Ο πατήρ μου ηγόρασε χωράφιον μέγα και αξιόλογον και το παρέδωκεν εις τας χείρας εμού να έχω την φροντίδα του, και δι’ αυτό ήτο ανάγκη να το παραδώσω εις τους ανθρώπους, να το δουλεύωσι». Τούτο είπεν ο Άγιος δια την χάριν, όπου έλαβεν εις την ψυχήν δια του αγίου Βαπτίσματος, ούτω δε έκρυψε κατά το παρόν την υπόθεσιν. Πλην όμως είχε μεγάλην φροντίδα με ποίον τρόπον να επιστρέψη και τον πατέρα του, λέγει όθεν εις αυτόν· «Διατί, πάτερ, όσα είδωλα έγιναν εξ αρχής όρθια, ποτέ δεν εκάθισαν, και πάλιν όσα έγιναν καθήμενα, ποτέ δεν εσηκώθησαν»; Ο δε Ευστόργιος, μη έχων τι να αποκριθή, ήρχισεν ολίγον κατ’ ολίγον και εψυχραίνετο η πολλή του ευλάβεια, την οποίαν είχεν εις αυτά, και δεν εθυσίαζεν ως το πρότερον. Ο δε Άγιος βλέπων ταύτα ηυχαρίστει τον Θεόν, δεόμενος αυτού ακαταπαύστως να φωτίση τον πατέρα του να λυτρωθή τελείως από την πλάνην της αγνωσίας το συντομώτερον. Εσκέπτετο δε να συντρίψη τα είδωλα, τα οποία είχον εις τον οίκον των. Αλλά δια να μη λυπήση τον πατέρα του δεν το έκαμεν. Μόνον έλεγε· «Κάλλιον να τον πείσω με λόγους να πιστεύση εις τον Χριστόν, και τότε θέλει τα συντρίψει και μόνος του». Τούτο δε και έγινε τελικώς με την βοήθειαν του Θεού, ο οποίος επακούσας της δεήσεως αυτού ωκονόμησε με τρόπον επιτήδειον και έφερεν αυτόν εις την ευσέβειαν δια τινος θαυματουργίας, την οποίαν ακούσατε. Έφερον ποτε τυφλόν τινα εις τον οίκον του Ευστοργίου και κρούσαντες την θύραν οι συγγενείς του τυφλού, ηρώτησαν εάν ήτο εκεί ο Παντολέων ο ιατρός. Ο δε Άγιος, ως το ήκουσεν, εκάλεσε τον πατέρα του και εξελθόντες αμφότεροι ηρώτησαν τον τυφλόν τι ζητεί. Ο δε απεκρίνατο· «Το φως μου ποθώ, άριστε ιατρέ, από το οποίον δεν είναι άλλο πράγμα δια τους ανθρώπους γλυκύτερον, και σε παρακαλώ να λυπηθής την συμφοράν και ταλαιπωρίαν μου, να με ελεήσης τον άθλιον, ότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύσουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν, μόνον εδαπάνησα την περιουσίαν μου εις τα φάρμακα και δεν είδον κανέν όφελος. Μάλιστα και το ολίγον φως, όπου είχον, το έχασα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός, αλλά και πένης ο άθλιος». Ο δε Άγιος του λέγει· «Επειδή εις τους ιατρούς εδαπάνησας όλον τον βίον σου και όφελος δεν σου έκαμαν, εάν σε θεραπεύσω εγώ, τι θα μοι δώσης»; Ο δε απεκρίνατο· «Ό,τι έμεινεν από την περιουσίαν μου, μετά χαράς και πάσης προθυμίας σου το χαρίζω». Ο δε Άγιος του λέγει· «Τους μεν οφθαλμούς σου θέλει θεραπεύσει ο αληθής Θεός δι’ εμού, τον δε μισθόν της ιατρείας, τον οποίον μοι υπεσχέθης, ύπαγε διαμοίρασέ τον εις τους πένητας». Ταύτα μεν έλεγεν ο Παντολέων, ελπίζων βεβαίως εις την χάριν και δύναμιν του Χριστού· ο δε πατήρ αυτού, νομίζων ότι με τέχνην ανθρωπίνην και βοτάνων ενέργειαν βούλεται να τον θεραπεύση, τον ημπόδιζε λέγων· «Μη επιχειρήσης, ηγαπημένε μου υιέ, τοιούτον έργον υπέρ την δύναμίν σου, μήπως και εντραπής εις το ύστερον· διότι τι άλλο περισσότερον δύνασαι να τελέσης συ από τους άλλους ιατρούς, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν»; Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πάτερ μου, ως εγώ. Ότι από τον διδάσκαλόν μου έως αυτούς είναι εν μέσω πολλή διαφορά». Ο δε Ευστόργιος, νομίζων ότι λέγει δια τον Ευφρόσυνον, είπε πάλιν· «Εγώ, τέκνον μου, ήκουσα, ότι και αυτός ο διδάσκαλός σου εδοκίμασεν, αλλά δεν κατώρθωσε τίποτε». Λέγει ο Άγιος· «Πρόσεχε, πάτερ, να πιστωθής οφθαλμοφανώς την αλήθειαν». Ούτως είπε, και απλώσας την δεξιάν αυτού, εποίησε το σημείον του Σταυρού εις τους οφθαλμούς του τυφλού, επικαλούμενος το γλυκύτατον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και σωτήριον όνομα· και ω του θαύματος! Πάραυτα ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί του τυφλού, όχι μόνον του σώματος, αλλά και της ψυχής, διότι ήτο ειδωλολάτρης πρότερον. Αλλ’ ως είδε το μέγα σημείον, όπου έγινεν εις αυτόν δια του ονόματος του Χριστού, την ώραν ταύτην επίστευσεν όχι μόνον αυτός, αλλά και ο πατήρ του Αγίου, και μεγαλοφώνως εκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον και παντοδύναμον. Εχάρη λοιπόν ο Άγιος, δοξάζων τον Κύριον, και οδηγήσας αυτούς προς τον Άγιον Ερμόλαον τους εβάπτισεν. Ο δε Ευστόργιος, επιστρέψας εις την οικίαν του, συνέτριψεν όλα τα είδωλα και εις ολίγον καιρόν μετά την αγίαν αυτού επιστροφήν απήλθε προς Κύριον με καλήν μετάνοιαν. Ο δε Παντολέων εμοίρασεν όλον του τον βίον εις πένητας και φυλακισμένους, τους δούλους του ηλευθέρωσεν, ασθενείς και αδυνάτους επεμελείτο, και όχι μόνον τους ιάτρευεν από πάσαν ασθένειαν, αλλά και χρήματα ικανά τους εχάρισεν ίνα ζήσουν. Από τοιαύτας ευεργεσίας, τας οποίας εποίει καθ’ εκάστην ώραν, ηκούσθη το όνομά του εις όλους, και όσοι είχον ασθενείς άλλον ιατρόν δεν εζήτουν ειμή τον Παντολέοντα. Όσους δε ήθελε θεραπεύσει, δεν εζήτει άλλην τινά πληρωμήν εξ αυτών, μόνον να ομολογούν τον Χριστόν αληθή θεραπευτήν των ψυχικών και σωματικών αλγηδόνων, ούτω δε πιστεύοντες εις Αυτόν εθεραπεύοντο διττώς άπαντες, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος. Οι δε ιατροί πάντες της πόλεως εφθόνησαν βλέποντες τοιαύτα θαυμάσια. Ημέραν τινά καθήμενοι εις την αγοράν, επέρασεν απ’ εκεί ο πρώην τυφλός, τον οποίον ο Άγιος εθεράπευσε, ως δε τον είδον εταράχθησαν λέγοντες· «Δεν είναι αυτός τον οποίον εδοκιμάσαμεν ημείς με πολλούς τρόπους και δεν ηδυνήθημεν να τον ιατρεύσωμεν»; Και ερωτήσαντες αυτόν, είπεν, ότι ο Παντολέων τον εθεράπευσεν. Οι δε απεκρίθησαν· «Όντως καθώς είναι ο διδάσκαλος μέγας, ούτως ανέδειξε και μαθητήν θαυμάσιον». Είπον δε τούτο, ως προφητεύοντες άκοντες τον Χριστόν. Πλην από τότε τον εφθόνησαν περισσότερον, και εζήτουν αιτίαν να τον διαβάλουν εις τον βασιλέα. Εύρον λοιπόν Χριστιανόν τινα από τους ομολογητάς, τους οποίους ετιμώρει ο ασεβής Μαξιμιανός δια την πίστιν, ο δε Παντολέων τον επεμελείτο και τον εθεράπευσεν. Έδραμον όθεν ευθύς και είπον εις αυτόν· «Μεγαλειότατε, γίνωσκε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τόσον, και εσπούδασε δια να γίνη τέλειος ιατρός, δια να τον έχης βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε δια την φιλίαν και την αγάπην αυτής τον μέλει ποσώς, αλλά περιέρχεται και ζητεί τους εχθρούς των θεών, τους οποίους τιμωρεί και διώκει πρεπόντως η βασιλεία σου, αυτός δε όπου εύρει τινά, τον επιμελείται και τον θεραπεύει. Αλλά δεν αρκεί ότι ηρνήθη την πάτριον θρησκείαν αυτού και πιστεύει εις τον εσταυρωμένον, αλλά και άλλους Έλληνας όσους δυνηθή σπουδάζει να τους κάμη Χριστιανούς. Ημείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σε συμβουλεύομεν να τον εξαγάγης από το μέσον το γρηγορώτερον. Διότι ύστερον θέλεις λυπηθή πολύ δι’ αυτόν, όταν ίδης πολλούς Έλληνας να αρνούνται τους θεούς και να γίνωνται Χριστιανοί με τας ευεργεσίας του, τας δε ιάσεις και θεραπείας του Ασκληπιού να λέγουν, ότι ο Χριστός τας εργάζεται· και αν θέλης να μάθης την αλήθειαν, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός, τον οποίον ιάτρευσεν ο Παντολέων, να ακούσης από τον ίδιον όσα εις σε είπομεν». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ελυπήθη, και προστάσσει να φέρουν ευθύς τον πρώην τυφλόν. Όταν δε τον έφεραν, τον επρόσταξε να είπη με τι τρόπον ο Παντολέων τον εθεράπευσεν. Αυτός δε, χωρίς φόβον ή δειλίαν τινά, ωμολόγησε την αλήθειαν λέγων· «Με το όνομα του Ιησού Χριστού με ιάτρευσε και το θαυμασιώτερον, ότι πριν τελειώση τον λόγον, ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί μου δια να μη έχη τις να είπη ότι με τέχνην της ιατρικής με εθεράπευσεν». Ο δε βασιλεύς είπεν εις αυτόν· «Λοιπόν συ τι ομολογείς περί τούτου; Ο Χριστός σε ιάτρευσεν ή οι θεοί»; Ο δε απεκρίνατο· «Ας εξετάσωμεν το πράγμα καλώς, και αυτό κηρύττει αφ’ εαυτού την αλήθειαν. Βλέπεις τους καλούς ιατρούς τούτους; Αυτοί προσεπάθησαν πολύ να με ιατρεύσουν. Και αυτοί μεν ευηργετήθησαν, διότι επήραν τον βίον μου όλον εις φάρμακα, αλλ’ εμέ ποσώς δεν ωφέλησαν· μάλιστα βλάβην μου έκαμαν, διότι είχον ολίγον φως, και με έκαμαν και το έχασα και αυτό. Ποίον λοιπόν πρέπει να ονομάζω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν, τον οποίον επικαλούνται αυτοί εις βοήθειαν και δεν με ωφέλησε τίποτε, ή τον Χριστόν, του οποίου μόνον το όνομα προέφερεν ο Παντολέων και πάραυτα μου εχάρισε το παμπόθητον φως; Τούτο, ω βασιλεύ, το γνωρίζει και ένας τυφλός και αγράμματος». Μη έχων λοιπόν τι να αποκριθή προς ταύτα ο Μαξιμιανός, είπεν εις αυτόν· «Μη είσαι, άνθρωπε, μωρός, ουδέ να αναφέρης, ότι ο Χριστός σε ιάτρευσεν, διότι φανερόν είναι ότι οι θεοί σε εφώτισαν». Ο δε ποτέ τυφλός και τότε πεφωτισμένος κατά την ψυχήν μάλλον ή κατά το σώμα, ούτε την εξουσίαν του βασιλέως εφοβήθη ούτε τον θυμόν αυτού, ούτε τιμωρίας εσυλλογίσθη, αλλά και με περισσοτέραν παρρησίαν από τον τυφλόν, τον οποίον αναφέρει το Ευαγγέλιον, λέγει προς τον βασιλέα ταύτα· «Συ είσαι μωρός και ανόητος, όστις λέγεις, ότι οι αναίσθητοι και τυφλοί θεοί σου με εφώτισαν, είσαι δε και τετυφλωμένος ως και αυτοί, δια τούτο δεν ημπορείς να ίδης την αλήθειαν, την υπέρ τον ήλιον λάμπουσαν» Ακούσας ταύτα ο τύραννος εβεβαιώθη ότι όσα του είπον οι ιατροί ήσαν αληθή· όθεν ευθύς προστάσσει και απεκεφάλισαν τον όντως μακάριον και φίλον Χριστού ποτέ τυφλόν, νυν δ της αληθείας συνήγορον και αψευδέστατον Μάρτυρα, όστις ηξιώθη να δώση τοιαύτην θυσίαν προς τον θεραπεύσαντα αυτόν Χριστόν, μαρτυρήσας δια την αγάπην του. Ο δε Άγιος ηγόρασε κρυφίως το τίμιον αυτού λείψανον και το έθεσεν εκεί όπου είχε και τον πατέρα του τεθαμμένον. Αφού εθανάτωσε τον ποτέ τυφλόν ο βασιλεύς εκάλεσε τον Άγιον να υπάγη προς αυτόν, απερχόμενος δε εκείνος προσηύχετο καθ’ οδόν λέγων· «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιωπήσης» και τα λοιπά του ψαλμού. Αφού δε έφθασεν εις το παλάτιον, του είπεν ο βασιλεύς· «Ήκουσα λόγους τινάς απρεπείς δια σε, Παντολέων· ήτοι ότι υβρίζεις και καταφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς, τον δε Χριστόν πιστεύεις και λέγεις ότι αυτός είναι μόνος Θεός, και έχεις εις αυτόν τας ελπίδας σου, όστις απέθανε θάνατον άτιμον. Συ γινώσκεις πόσον σε αγαπώ, και παρήγγειλα εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη καλώς την επιστήμην, δια να σε έχω εις το παλάτιον. Όμως γινώσκομεν και τούτο, ότι πολλάκις τινές από τον φθόνον των λέγουν ψεύματα. Δια τούτο σε προσεκάλεσα να ποιήσης θυσίαν εις τους θεούς, να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Τα έργα, ω βασιλεύ, είναι αξιοπιστότερα από τα λόγια, καθώς όλοι το ηξεύρομεν καλώς. Διότι εάν δια τα μικρά πράγματα ερευνώμεν και εξετάζωμεν, κατά πόσον είναι αληθή και πιστά, πόσον περισσότερον πρέπει να εξετάσωμεν ακριβώς περί Θεού με πολλήν επιμέλειαν, ίνα μη ζημιωθώμεν τα μέγιστα. Ότι η εις τον Θεόν ευσέβεια είναι το υψηλότερον από όλα τα πράγματα. Ο Θεός λοιπόν τον οποίον εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εποίησε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, παραλύτους ανώρθωσε και πάντα ταύτα τα σημεία ετέλεσε μόνον με λόγον και πρόσταγμα. Οι δε θεοί, τους οποίους σέβονται οι Έλληνες, δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τοιούτον έργον ή εάν δύνανται να το κάμουν. Ει δε και θέλεις, ω βασιλεύ, ας το δοκιμάσωμεν και τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Πρόσταξε να φέρουν ασθενή τινα, όστις να έχη πάθος ανίατον, και ας έλθουν οι ιερείς σας να παρακαλέσουν τους θεούς των όσον θέλουν. Έπειτα να δεηθώ και εγώ του Θεού μου, και τον Θεόν εις του οποίου το όνομα ιατρευθή ο ασθενής, αυτόν να ονομάζωμεν μόνον Θεόν αληθέστατον, τους δε λοιπούς να καταφρονήσωμεν». Ο λόγος ούτος ήρεσεν εις τον βασιλέα· όθεν επρόσταξε και έφεραν ένα παράλυτον, σηκωτόν με την κλίνην, όστις δεν ηδύνατο να κινηθή ποσώς ή να στρέψη εδώ ή εκεί, αλλ’ ήτο ακίνητος. Έκαμαν λοιπόν οι ιερείς των ειδώλων ανίερον δέησιν, επικαλούμενοι ώραν πολλήν τους αναισθήτους θεούς των, αυτοί όμως ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Ο δε Άγιος κατεγέλασε την αγνωσίαν των. Έπειτα, όταν είδον ότι δεν έκαμναν τίποτε, είπον προς τον Άγιον να επικαλεσθή και αυτός τον Θεόν του. Τότε εσήκωσεν ο Άγιος τους οφθαλμούς αυτού και όλην του την διάνοιαν προςτους ουρανούς λέγων τους λόγους του ψαλμού· «Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποτρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ εισάκουσόν μου. Δείξον, Δέσποτα, εις τούτους, οίτινες δεν σε γνωρίζουν, ότι συ μόνος είσαι Θεός αληθής και παντοδύναμος». Ούτως είπε και λαβών εις χείρας του τον παράλυτον λέγει προς αυτόν· «Εν ονόματι του Χριστού, του ανορθούντος τους παραλελυμένους, έγειραι και περιπάτει». Τότε παρευθύς έργον ο λόγος εγένετο και εγερθείς ο ασθενής περιεπάτει με πολλήν προθυμίαν και αγαλλίασιν. Τούτο το μέγιστον θαύμα ιδόντες οι Έλληνες εξέστησαν και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα και επίστευσαν εις τον αληθή Θεόν. Οι δε μιαροί ιερείς και αθεράπευτοι ιατροί έμειναν εις την απιστίαν αυτών. Προσελθόντες δε είπον εις τον βασιλέα· «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς, βασιλεύ, μη αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση μίαν ώραν, ότι θέλει αφανίσει παντελώς την θρησκείαν μας, οι δε χριστιανοί θέλουν γίνει ισχυροί εναντίον μας». Ήκουσε πάλιν αυτούς ο βασιλεύς και προσκαλέσας τον Άγιον εδοκίμασε να τον δελεάση με λόγους ειρηνικούς, ίσως τον φέρη εις το θέλημά του. Αφού όμως δεν ηδυνήθη ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με κολαστήρια όργανα. Και πρώτον μεν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδηρούς όνυχας, έπειτα με λαμπάδας κατέκαυσαν αυτού τας πλευράς και τα λοιπά πληγωμένα μέλη του. Αλλά το μεν σώμα του Μάρτυρος ούτως ετιμωρείτο, ο δε νους αυτού ήτο εστραμμένος όλως προς εκείνον, όστις ηδύνατο να του δώση βοήθειαν· έχων δε προς τον ουρανόν τα όμματα εστραμμένα εδέετο νοερώς προς τον Κύριον, όστις επακούσας αυτού έφθασε κατ’ αυτήν την ώραν εκεί έμπροσθεν, και φαίνεται με το σχήμα του Ερμολάου και λέγει προς αυτόν, ως πατήρ γνήσιος και φιλόστοργος· «Μη φοβείσαι, τέκνον μου, ότι εγώ είμαι μετά σου, και βοηθός σου εις όσα πάθης δι’ εμέ». Ομού δε με τον λόγον έγινε φανερά και η των έργων απόδειξις. Διότι ευθύς αι μεν χείρες των στρατιωτών παρέλυσαν, αι δε λαμπάδες εσβέσθησαν, και αι πληγαί του Αγίου εθεραπεύθησαν. Ο δε παράνομος βασιλεύς κατησχύνθη βλέπων ταύτα, και προστάξας να τον κατεβάσουν από το ξύλον, είπεν εις αυτόν· «Με ποίαν τέχνην και μαντείαν έκαμες τας χείρας των στρατιωτών ανισχύρους και τα λαμπάδας απέσβεσας»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Η τέχνη και η μαντεία μου είναι ο Χριστός, τον οποίον σέβομαι, όστις ίστατο πλησίον μου και ενεργεί τα θαυμάσια». Λέγει ο Μαξιμιανός· «Αλλά εάν σε βάλω εις δριμυτέραν και σκληροτέραν βάσανον, τι θα γίνης»; Απήντησεν ο Άγιος· «Τότε θέλω λάβει και εγώ από τον Χριστόν μου περισσοτέραν βοήθειαν». Εκέλευσε λοιπόν ο βασιλεύς και εγέμισαν με μόλυβδον ένα μέγαν λέβητα, ανάψαντες δε πυρ πολύ κάτωθεν, έβαλον εντός τον Μάρτυρα. Ο δε μακάριος Μάρτυς έχων πάλιν την προσευχήν ως παρηγορίαν και μεγάλην βοήθειαν έλεγεν· «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρών εξελού την ψυχήν μου», και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα ευχόμενος, εμφανίζεται πάλιν εις τον Άγιον ο Χριστός εις το σχήμα του Ερμολάου, εφάνη δε ότι εισήλθε μέσα εις τον λέβητα, και πάραυτα εσβέσθη το πυρ και εψυχράνθη ο μόλυβδος. Ο δε ψαλμός δεν έλειπεν από το στόμα του Αγίου, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ προς τον Θεόν μου εκέκραξα και εισήκουσέ μου». Όσοι δε ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και εθαύμασαν δια το παράδοξον όπου έγινεν. Ο βασιλεύς όμως, ως πεπωρωμένος και αναίσθητος, δεν ηννόησε τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν, όστις ετέλει τοιαύτα τέρατα, αλλά ενόμιζε τα γενόμενα αποτελέσματα μαντείας. Εσυλλογίζετο όθεν ο βασιλεύς με ποίαν άλλην βάσανον να νικήση τον αήττητον Μάρτυρα, και συμβουλευθείς υπό των παρεστώτων, κελεύει να δέσουν εις τον τράχηλόν του λίθον μέγαν και να τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Αλλ’ οι μεν στρατιώται έσπευδον να τελειώσουν το πρόσταγμα, ο δε Θεός πάλιν εφρόντιζε να βοηθήση τον δούλον του, όστις δι’ αυτόν εκινδύνευε. Καθώς λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις την θάλασσαν, φαίνεται πάλιν ο Χριστός, και τον μεν βαρύτατον εκείνον λίθον έκαμεν ελαφρότερον από φύλλον δένδρου και έπλεεν επί της θαλάσσης, τον δε Άγιον ωδήγησε και περιπάτει ώσπερ ποτέ ο πρωτόθρονος Πέτρος επάνω του ύδατος, αξήλθε δε εις τον αιγιαλόν, υγιής τε και αβλαβής. Ο δε βασιλεύς, ιδών αυτόν ανελπίστως εις την ξηράν, εθαύμασε λέγων· «Τι τούτο, ω Παντολέων; Εκυρίευσας με τας μαγείας σου και την θάλασσαν»; Ο δε απεκρίνατο· «Το πρόσταγμα εκείνου, όστις την ορίζει, ετέλεσε. Διότι περισσότερον υπακούουν και υποτάσσονται εις τον Θεόν η θάλασσα, η γη και όλα τα ποιήματα, από ό,τι υποτάσσονται εις σε οι υπηρέται σου». Παρ’ όλα όμως τα θαυμαστά ταύτα γεγονότα, τα οποία είδεν ο ασυνείδητος και ασύνετος βασιλεύς, δεν εμαλάχθη η σκληρά και πεπωρωμένη καρδία του εις τοιαύτα θαυμάσια. Αλλά προστάσσει πάλιν να τον ρίψουν εις τα θηρία ο των θηρίων ανοητότερος. Θέλων έπειτα ο βασιλεύς να δείξη, ότι λυπείται τον Άγιον, και δια να τον κάμη να δειλιάση, είπεν εις αυτόν· «Βλέπεις αυτά τα θηρία; Όλα δια την απώλειάν σου τα έφεραν, και ιδέ, λυπήσου τον εαυτόν σου. Διότι εγώ, μάρτυρες οι θεοί, σε λυπούμαι πολύ δια την νεότητα και ωραιότητά σου, και σε συμβουλεύω, ως πατήρ, να προτιμήσης ως φρόνιμος το συμφέρον σου, να μη αποθάνης προώρως πικρότατον θάνατον, και υστερηθής την γλυκυτάτην και παμπόθητον ζωήν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εάν πρότερον δεν σε ήκουσα, πως ελπίζεις να κάμω τώρα το θέλημά σου, όταν είδον από τον Θεόν μου τοσαύτην βοήθειαν; Μη το βάλης ποτέ εις το νουν σου, εγώ να κάμω θυσίαν ποσώς εις τους δαίμονας. Τι με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος όστις εξήρανε τας χείρας των στρατιωτών σου και εψύχρανε τον πεπυρακτωμένον μόλυβδον, και την θάλασσαν εξήρανεν, αυτός και τώρα δύναται να κάμη τα φοβερά ταύτα θηρία να γίνουν ημερώτερα προβάτων». Επειδή λοιπόν δεν επείθετο ο του Χριστού Μάρτυς να κάμη το πρόσταγμα του τυράννου, αλλά προέκρινε να παραδοθή μάλλον εις εκείνα τα αισθητά θηρία παρά να προσκυνήση τα νοητά θηρία, τους δαίμονας, έδωκε κατ’ αυτού την απόφασιν ο βασιλεύς, εάν εντός τριών ημερών δεν κάμη τον λόγον του, να τον ρίψουν εις αυτά ίνα τον φάγωσιν. Ηκούσθη λοιπόν εις όλην την πόλιν, και έδραμον άπαντες, να ίδωσι τοιούτον ωραιότατον και ευγενή νεανίαν, όστις έμελλε να γίνη βορά των θηρίων χωρίς να πράξη κανέν έγκλημα. Όταν λοιπόν εσυνάχθησαν εις το θέατρον και εκάθισεν ο βασιλεύς εις τόπον υψηλόν δια να βλέπη, έσυραν οι υπηρέται τον Άγιον δια να τον ρίψουν εις τα θηρία. Αυτός δε σχήμα δειλίας κανέν δεν έδειξεν, αλλ’ επήγε μετά θάρρους, επειδή έβλεπε πάλιν τον Χριστόν εις το σχήμα του Ερμολάου καθώς και πρότερον, και τον ενεθάρρυνε λέγων ότι είναι μαζί του και να μη φοβήται. Όταν λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις το θέατρον, και απέλυσαν όλα τα θηρία, επερίμενον οι ευρεθέντες να ίδωσιν αυτόν διαμελιζόμενον υπ’ αυτών και σπαρασσόμενον. Αλλ’ επειδή εις τοιαύτην κακίαν έκλινεν ο κόσμος, ώστε υπερέβησαν οι άνθρωποι αφ’ ενός μεν τα άλογα ζώα εις αγνωσίαν, διότι δεν επροσκυνούσαν τον Θεόν, όστις τους εδημιούργησεν, αλλά τους ακαθάρτους δαίμονας, αφ’ ετέρου δε τα άγρια θηρία εις την αγριότητα και ωμότητα, διότι ετιμώρουν και κατέσφαττον εκείνους, οίτινες τον εσέβοντο, δια τούτο ο Θεός, όστις μετασκευάζει τα πάντα ως βούλεται, ωκονόμησε να φανή εις τα άλογα και άγρια θηρία όλον το εναντίον, να γίνουν δηλαδή ώσπερ λογικά, να μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων, και να γίνουν μάρτυρες αψευδείς της κακίας των ανθρώπων και της του Θεού αγαθότητος. Ίσταντο λοιπόν πλησίον εις τον Άγιον όχι ως άλογα και άγρια ζώα, αλλ’ ως λογικά και φρόνιμα, μετά πολλής ευλαβείας και ημερότητος, και σείοντα τας ουράς αυτών έλειχον με τας γλώσσας τους πόδας του, και διηγωνίζοντο ποίον να υπάγη έμπροσθεν αυτού να κολακεύση και να προσκυνήση τον Μάρτυρα. Έπειτα δε επαραμέριζεν αυτό, δια να έλθη το άλλο, και εάν δεν ήθελε βάλει ο Άγιος επάνω του την δεξιάν να το ευλογήση, δεν έφευγεν. Όταν είδε λοιπόν το πλήθος αυτό το θαυμάσιον, εβόησαν όλοι με μίαν φωνήν, «Μέγας και αψευδής Θεός είναι ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ελεύθερος ο δίκαιος». Αλλ’ ο ασύνετος βασιλεύς και των θηρίων ωμότερος εθυμώθη, ότι δεν ετέλεσαν τα θηρία το θέλημά του, και μη υποφέρων τον έλεγχον όπου του έκαμαν τα άλογα ζώα, δείξαντα ότι εγνώρισαν τον αληθή Θεόν, τον οποίον αυτός δεν ηννόησε, προστάσσει και τα εφόνευσαν. Έκειντο δε ταύτα ούτω πολλάς ημέρας και δεν ετόλμησε κανένάλλο θηρίον ή πετεινόν από τα σαρκοφάγα να τα εγγίση. Τούτο δε έκαμεν ο Θεός δια την τιμήν του Αγίου και δια να παρακινήση και άλλους προς την ευσέβειαν. Ο δε αφρονέστατος βασιλεύς, εντραπείς και εις αυτό, έστειλεν ανθρώπους και τα κατέχωσαν εις την γην. Έπειτα προστάσσει να γίνη ένας τροχός, να τον θέσουν εις υψηλόν τόπον, να δέσωσιν εις αυτόν τον Άγιον, και να κυλίσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, ίνα συνθλίψη και συντρίψη εις λεπτά μέρη τον Μάρτυρα. Τούτο εσυμβούλευσαν τον βασιλέα τινές τεχνίται ευρεταί της κακίας και προς το βλάπτειν έτοιμοι. Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος, όστις δεν αφήνει να κακοπαθήσουν οι δούλοι του, επέστη πάλιν επάνω εις την μεγάλην ταύτην ανάγκην, όπου είχον δεδεμένον τον Άγιον εις τον φοβερόν εκείνον τροχόν, ίστατο δε όλη η πόλις επί ποδός να ίδωσι τον άδικον και σκληρότατον του δικαίου θάνατον. Και τον μεν Άγιον έλυσεν από τα δεσμά και ίστατο αβλαβής, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν, ο δε τροχός εκύλισεν επάνω των απίστων, και πολλούς εξ αυτών εθανάτωσεν. Οι δε λοιποί εφοβήθησαν. Ταύτα βλέπων ο βασιλεύς εθαύμασε, πλην από την πολλήν κακίαν του δεν ηδύνατο να δεχθή το φως της ευσεβείας, αλλ’ έμεινεν ο αυτός ως και πρότερον, και εκάλεσε πλησίον του τον Άγιον και του λέγει· «Έως πότε θα κάμνης τοιαύτα τερατουργήματα, και άλλους μεν θανατώνεις από τον λαόν μου, άλλους δε κάμνεις να γίνωνται εχροί των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από τίνα έμαθες τον Χριστιανισμόν»; Ο δε Άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και εφανέρωσε τον Άγιον Ερμόλαον, κρίνων, ότι δεν ήτο πρέπον να ευρίσκεται τοιούτος θησαυρός κεκρυμμένος, αλλά να παρουσιασθή, δια να ωφελήση και άλλους. Διέταξε τότε ο βασιλεύς να υπάγη ο Παντολέων να δείξη τον τόπον, όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Ο δε μετά χαράς υπήκουσεν, ηξεύρων (καθώς εγνώρισεν εις τον εαυτόν του) τι λόγον και σύνεσιν είχεν ο Ερμόλαος, δια να ελκύση και άλλους προς την ευσέβειαν, και όχι αυτός να πλανηθή από έτερον. Όταν λοιπόν επήγεν ο Άγιος με άλλους τρεις στρατιώτας, όπου τον εφύλαττον, και έκρουσε την θύραν, εξήλθε και του λέγει ο Ερμόλαος· «Πως ήλθες έως εδώ, τέκνον μου»; Ο δε είπεν· «Ο βασιλεύς σε καλεί, να υπάγης προς αυτόν , κύριέ μου». Ο δε πάλιν είπε· «Και εγώ το γινώσκω, ότι ο καιρός έφθασε να αποθάνω δια το όνομα του Χριστού μου, καθώς Αυτός μου το έδειξε την νύκτα ταύτην με φανεράν αποκάλυψιν». Όταν λοιπόν απήλθον εις τον βασιλέα, τον ηρώτησε πως ονομάζεται, και εάν είχε και άλλους Χριστιανούς μετ’ αυτού. Ο δε, ως φίλος της αληθείας, δεν έκρυψε τίποτε, αλλ’ είπε· «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω δε και άλλους δύο συνεργάτας, Ερμοκράτην και Έρμιππον καλουμένους». Τότε προσέταξεν ο βασιλεύς και έφεραν και αυτούς εις το κριτήριον, και τους είπεν· «Σεις είσθε που παρεσύρατε εις την πλάνην τον Παντολέοντα, και ηρνήθη τους θεούς»; Οι δε απεκρίθησαν· «Ο Χριστός προσκαλεί προς εαυτόν εκείνους οίτινες είναι άξιοι». Ο δε βασιλεύς τους λέγει· «Αφήτε αυτούς τους μωρούς και ανωφελείς λόγους, και ακούσατέ μου· νουθετήσατε αυτόν να θυσιάση προς τους αθανάτους θεούς, εάν θέλετε να σας έχω φίλους μεγάλους, και να σας δώσω απείρους δωρεάς και χαρίσματα». Οι δε απεκρίθησαν· «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμέν τινα εις την της ψυχής του απώλειαν. Ότι πάντες ημείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν γνώμην στερεωτάτην, να αποθάνωμεν μυρίους θανάτους, με διάφορα κολαστήρια κάλλιον, παρά να προσκυνήσωμεν είδωλα κωφά και αναίσθητα». Ούτως ειπόντες οι Άγιοι ανύψωσαν προς τον ουρανόν τα νοητά και αισθητά όμματα προσευχόμενοι εις τον Κύριον να τους λυτρώση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο δε Κύριος εφάνη προς αυτούς και τους εστερέωσε, ευθύς δε έγινε σεισμός μέγας εις τον τόπον εκείνον. Ο δε σεσαλευμένος τον νουν και φρενόληπτος Μαξιμιανός είπεν· «Οι θεοί ωργίσθησαν δι’ υμάς και έσεισαν την γην». Ο δε Ερμόλαος του λέγει· «Αλλ’ αν συμβή και πέσουν κάτω αυτοί οι θεοί σου, τι θα είπης»; Πριν τελειώση ο λόγος, έφθασεν άνθρωπος από το παλάτιον λέγων· «Γίνωσκε, Μεγαλειότατε, ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι δε Άγιοι κατεγέλων αυτούς, ότι εκείνοι οι νομιζόμενοι φοβεροί θεοί συνετρίβησαν και έλεγον· «Τις βλέπων τοιαύτα σημεία δεν ήθελε γνωρίσει την αλήθειαν»; Αλλ’ ο ασεβής τύραννος περισσότερον εσκοτίζετο, καθώς όσοι πάσχουν οι οφθαλμοί των, και δεν ημπορούν να ίδωσι τον ήλιον. Επαίδευσε λοιπόν και αυτούς τους τρεις με διάφορα κολαστήρια· τελευταίον δε, όταν είδεν ότι δεν δύναται να τους φέρη εις την γνώμην αυτού, τους απεκεφάλισε· τα δε λείψανά των επήραν κρυφίως οι Χριστιανοί και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν. Τότε έφεραν πάλιν τον Παντολέοντα εις τον βασιλέα, όστις του λέγει· «Γίνωσκε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος με την συνοδείαν του εγνώρισαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Όθεν και εγώ τους έκαμα την ανταμοιβήν καθώς έπρεπε τιμήσας αυτούς, και καταστήσας πρώτους του παλατίου μου. Εάν δε και συ τους μιμηθής, αφήσης το πείσμα και θυσιάσης εις τα είδωλα, θέλεις γνωρίσει ότι καθώς τιμωρώ σκληρώς τους αλαζόνας και απειθούντας εις εμέ, ούτω πάλιν τιμώ μεγάλως και βραβεύω πλουσίως και θεραπεύω τους υπακούοντας. Ει δε και παρακούσης, δε γλυτώνεις πλέον από τας χείρας μου, αλλά σήμερον θα λάβης πικρόν και επονείδιστον θάνατον». Ο δε Μάρτυς του Χριστού, πεφωτισμένος εκ θείου Πνεύματος, ηννόησε τον δόλον και την πανουργίαν του μιαρού και του λέγει· «Που είναι; Δείξον εις εμέ αυτούς». Ο δε απεκρίνατο· «Δεν είναι εδώ, διότι τους έστειλα δια τινα υπηρεσίαν εις άλλην πόλιν». Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Αν και είσαι φιλοψευδής, αλλά εις τούτο και μη θέλων είπες την αλήθειαν, επειδή αυτοί είναι τώρα εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και αγάλλονται». Ιδών ο μιαρός, ότι ούτε με κολακείας και δωρεάς, ούτε με απειλάς και τιμωρίας, ούτε με άλλον τινά τρόπον ηδύνατο να καταπείση εις την βουλήν του τον αδαμάντινον και αήττητον Μάρτυρα, επρόσταξε και τον έδειραν δυνατά, όχι ελπίζων πλέον τινά μεταβολήν της γνώμης αυτού, αλλά μόνον από την κακίαν και τον θυμόν τον οποίον είχε προς αυτόν. Έπειτα εξέδωκε και απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και να ρίψουν το λείψανόν του εις το πυρ να το καύσουν. Οι δε στρατιώται ωδήγησαν τον Άγιον εις τον τόπον της τελειώσεως, ο οποίος γνωρίζων από ποίαν θλίψιν και ταλαιπωρίαν εξέρχεται και εις ποίαν αγαλλίασιν επορεύετο, έψαλλεν ευφραινόμενος λέγων ταύτα· «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι», και τα λοιπά. Τότε γίνεται πάλιν σημείον θαυμαστόν και παράδοξον. Έδεσαν τον Άγιον εις εν φυτόν εκαίας, έπειτα κατεβίβασεν ο δήμιος την σπάθην, ίνα τον αποκεφαλίση· και ω του θαύματος! εγύρισεν η κόψις του ξίφους και ελύγισεν ώσπερ να ήτο από κηρόν. Οι δε στρατιώται ετρόμαξαν, και πίπτοντες εις την γην έλεγον· «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, και σε παρακαλούμεν μη μας οργισθής, αλλά συγχώρησον ημάς, και δεήθητι αυτού να μας δεχθή την μετάνοιαν». Τότε έκαμε προσευχήν ο Άγιος δι’ αυτούς, και δι’ άλλα τινά ζητήματα, όσα ήσαν αναγκαία προς ευσέβειαν, παρευθύς δε ήλθε φωνή εκ των ουρανών λέγουσα· «Όσα εζήτησας θα γίνουν και άλλα περισσότερα. Εις το εξής δε να μη λέγεσαι Παντολάων, αλλά Παντελεήμων· τα δε πράγματα θέλουν βεβαιώσει το όνομά σου, ότι πολλοί δια σου θέλουν εύρει ευσπλαγχνίαν και έλεος». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο Άγιος εβεβαιώθη ποίων χαρισμάτων ο Κύριος τον ηξίωσε. Τότε εθάρρυνε τους στρατιώτας να μη δειλιάσουν, αλλά να τελέσουν το προστασσόμενον. Αλλ’ εκείνοι δεν έστεργον πλέον να απλώσουν χείρα εναντίον του, ιδόντες την δύναμιν του Χριστού. Ο δε Άγιος τους ηνάγκασε περισσότερον να γίνη το πρόσταγμα του τυράννου, δια να λάβη τελείως τον της αθλήσεως στέφανον. Τότε και μη θέλοντες, δια να μη παρακούσουν εις τον Άγιον, πρώτον μεν έδειξαν την αγάπην προς αυτόν και ευλάβειαν, καταφιλήσαντες όλα τα μέλη του· έπειτα έκοψαν την τιμίαν αυτού κεφαλήν την εικοστήν εβδόμην (27) του Ιουλίου μηνός, εν έτει τδ΄ (304) μετά Χριστόν. Ο δε Θεός, θέλων να δοξάση και εις το τέλος τον αυτού δούλον Παντελεήμονα, έδειξε και έτερα θαύματα· και όταν έκοψαν την μακαρίαν αυτού κεφαλήν, εξήλθε γάλα αντί αίματος. Αλλά και το δένδρον της εκαίας, εις το οποίον ήτο δεδεμένος ο Άγιος, το οποίον ήτο πρότερον ξηρόν, ευθύς εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Τούτο μαθών ο αναίσθητος βασιλεύς επρόσταξε να κόψουν την ελαίαν, το δε σώμα του Αγίου να κατακαύσουν, καθώς προείπομεν. Αλλ’ οι στρατιώται εκείνοι εμιμήθησαν τους Μάγους, οίτινες δεν έστρεψαν προς Ηρώδην πλέον. Ούτω και αυτοί απελθόντες εκήρυττον πανταχού του Θεού τα θαυμάσια. Τότε τινές των Χριστιανών έλαβον το άγιον λείψανον και το έθεσαν ευλαβώς με μύρα και θυμιάματα εις ένα τόπον έξω της πόλεως, όστις ωνομάζετο του Σχολαστικού Αδαμαντίνου. Αυτό είναι το μαρτύριον και τα θαύματα του πανενδόξου και ιαματικού Παντελεήμονος, αδελφοί εν Χριστώ, καθώς με βραχυλογίαν τα έγραψα. Πρέπον δε είναι όσοι ακούουν τους βίους των Αγίων να μιμώνται την πολιτείαν αυτών, το κατά δύναμιν, ότι δια την αιτίαν ταύτην εγράφησαν. Αλλ’ επειδή τώρα δεν υπάρχουν εδώ ειδωλολάτραι ίνα διδάξωμεν αυτούς, ας φυλάττωμεν τας λοιπάς εντολάς του Κυρίου. Μη δαπανώμεν τον καιρόν εις πολυποσίας και μέθας, εις χορούς και παιχνίδια, εις φόνους και μοιχείας και άλλας πράξεις του δαίμονος. Αλλ’ ας διάγωμεν με σωφροσύνην και εγκράτειαν, με αγάπην και ομόνοιαν, και με όσα άλλα χαίρεται ο Χριστός και αγαπώσιν οι Άγιοι. Διότι, εάν μεν πολιτευώμεθα, καθώς λέγει ο Κύριος, έχομεν μισθόν εις τους ουρανούς, και ευχαριστίαν και πρεσβείαν από τους Αγίους δια τας εορτάς και πανηγύρεις, όπου τους κάμνομεν. Ει δ’ άλλως μόνον τον κόπον και μόχθον έχομεν. Δια τούτο, Χριστιανοί μου, ας κάμωμεν όσα οι Πατέρες ενουθέτησαν, δια να ευφραίνεται ο Θεός εις τα έργα μας, και ημείς να αξιωθώμεν της βασιλείας των ουρανών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

O Όσιος Γερόντιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου ΓΕΡΟΝΤΙΟΥ του συστήσαντος την Σκήτην της Αγίας Άννης, ος δια προσευχής προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον εξήγαγε το επάνωθεν αυτής αναβλύσαν και μέχριν του νυν σωζόμενον αγίασμα.                                                                                

Γερόντιος ο Όσιος Πατήρ ημών εχρημάτισεν Ηγούμενος παλαιάς Μονής του Αγίου Όρους καλουμένης των Βουλευτηρίων· αλλ’ επειδή η Μονή αύτη ήτο παράλιος, δια δε τας του καιρού εκείνου ανωμαλίας και τας αλλεπαλλήλους των βαρβάρων επιδρομάς και συνεχείς λεηλατήσεις και ενοχλήσεις, δεν ηδύναντο να μένωσιν εκεί οι Μοναχοί, αφέντες ούτοι την ιδίαν αυτών Μονήν έρημον, διεσπάρησαν ένθεν κακείθεν και τους υψηλοτέρους και κρυφιωτέρους τόπους της Μονής καταλαβόντες, εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης αποκρυπτόμενοι όντως διήγον στενήν και τεθλιμμένην ζωήν· το δε Μοναστήριον αυτών, μονωθέν και ερημωθέν και κατ’ ολίγον καταπίπτον, ήλθεν εις παντελή αφανισμόν. Μετά δε πάροδον χρόνων, παυσάσης της επικρατήσεως και κατακυριεύσεως των αλλοφύλων, αποκατεστάθη ολίγον η ειρήνη· όθεν και οι Πατέρες ήρχισαν να συναθροίζωνται πάλιν ουχί εις την παραθαλασσίαν Μονήν αυτών, αλλ’ επί του δρυμού, εκεί ένθα νυν υπάρχει η Σκήτη της Αγίας Άννης, οι μεν εκ των υψηλοτέρων μερών κατερχόμενοι, οι δε και αλλαχόθεν ερχόμενοι. Ήρχοντο δε εις τον τόπον αυτόν αφ’ ενός μεν δια το άφθονον ύδωρ, το οποίον ανέβλυζεν εκεί, αφ’ ετέρου δε δια το νότιον και θερμόν κλίμα της τοποθεσίας, πήξαντες δε εκεί μικράς τινας καλύβας ησύχαζον εις αυτάς εις ελάχιστα πράγματα αρκούμενοι, κατά μίμησιν των πάλαι θεοφόρων και εναρέτων ανδρών. Ο δε Όσιος Γερόντιος, επιθυμών τον ερημικώτερον βίον, έμεινε μεθ’ ετέρου τινός αδελφού υποτακτικού του εις το άνωθεν μέρος της Σκήτης, έκτισε δε εκεί μικρόν ησυχαστήριον μετά Εκκλησίας εις το όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, η οποία και έως την σήμερον φαίνεται. Είναι δε ο Όσιος Γερόντιος ο πρώτος όστις συνέστησε την ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης. Ο δε προορηθείς υποτακτικός του Οσίου δεινώς πάσχων, πολλάκις δε και δυσφορών, διότι ήτο υποχρεωμένος να κομίζη μακρόθεν και δια μέσου δυσβάτων και ανωφερικών ατραπών το αναγκαιούν δι’ αυτούς ύδωρ, συνεβούλευε τον Γέροντα ίνα και αυτοί κατέλθουν μετά των λοιπών αδελφών. Ο δε θείος Πατήρ μετά παραινέσεως παραμυθών αυτόν έλεγεν· «Έτι μικρόν, αδελφέ, υπόμεινον και μη αποκάμης εργαζόμενος το θεάρεστον αυτό έργον, δια το οποίον θέλεις λάβει πλουσίαν την μισθαποδοσίαν· πλην όμως ας μη παύσωμεν προστρέχοντες εις την ακοίμητον προστάτιδα και μετά Θεόν ελπίδα ημών ακαταίσχυντον Υπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον της οποίας κληρουχία τυγχάνει το Όρος τούτο, αύτη δε θέλει οικονομήσει το συμφέρον των μετά πίστεως και πόθου επικαλουμένων αυτήν πιστών δούλων του Κυρίου». Μετά λοιπόν τας προς την πανάχραντον Θεομήτορα εκτενείς αυτών δεήσεις και ικεσίας, νύκτα τινά εφάνη καθ’ ύπνον εις τον Γέροντα η υπεράμωμος Θεοτόκος λέγουσα· «Του λοιπού παύσασθε λυπούμενοι δια την του ύδατος στέρησιν, αποβάλατε την αθυμίαν και την λύπην· απέλθετε ολίγον κάτωθεν του καθίσματος υμών εις τον δείνα τόπον, και αφού σκάψετε ολίγον θέλετε εύρει το ποθούμενον». Την πρωϊαν δηλώσας ο Άγιος Γέρων τα οραθέντα εις τον μαθητήν αυτού, και περιχαρείς γενόμενοι, απήλθον εις τον διορισθέντα τόπον· σκάψαντες δε ολίγον, ω του θαύματος! εύρον, κατά την αψευδή επαγγελίαν, της πάντα, όσα και αν βούληται, δυναμένης Μητρός του παντοδυνάμου Θεού, το ύδωρ αλλόμενον και αναβλύζον, διαυγέστατον τε και γλυκύτατον, πόσιμόν τε και ιαματικώτατον, πιόντες δε εξ εκείνου μεγάλως ηυχαρίστησαν δια την ταχείαν επίσκεψιν και αντίληψιν της υπερενδόξου Θεομήτορος. Μετά δε ημέρας ικανάς, ως ήρχισεν ο υποτακτικός του Οσίου να φυτεύη ολίγα λάχανα κάτωθεν του παραρρέοντος ύδατος και να χρησιμοποιή το ύδωρ αυτό προς πλύσιν ενδυμάτων, παρευθύς το ύδωρ εξέλιπε και η πηγή εξηράνθη. Και οι μεν Όσιοι επί τη παρ’ ελπίδα στερήσει αυτού μεγάλως λυπηθέντες, εδέοντο πολλάκις εκτενώς και μετά δακρύων ικετεύοντες την πανύμνητον Δέσποιναν Θεοτόκον· η δε υπερένδοξος Δέσποινα, φανείσα και πάλιν εν οράματι εις τον Άγιον Γέροντα, είπεν· «Εγώ μεν σας έδωσα το ύδωρ προς πόσιν μόνον και δια τας ανάγκας της ζωοτροφίας, σεις όμως επεδόθητε εις περισπασμούς και χρησιμοποιείτε αυτό εις άλλας περιττάς απασχολήσεις· πλην από του νυν εκτός της πόσεως και της λοιπής ζωοτροφίας μη εις άλλο τούτο μεταχειρισθήτε· απέλθετε λοιπόν πάλιν εις τον πρότερον ίδιον τόπον, και αφού σκάψετε θέλετε εύρει το ζητούμενον». Ούτω λοιπόν κατά τον λόγον της Παναγίας Θεοτόκου ποιήσαντες, εύρον μεν το ύδωρ, όχι όμως ως το πρότερον, εξ επιπολής και επιφανείας, αλλά βαθύτερον έως δύο οργυιάς, ως διασώζεται και οράται μέχρι της σήμερον, όπερ έκτοτε και εις το εξής (και μέχρι σήμερον) μεταχειριζόμενοι οι Όσιοι Πατέρες τιμούν ως αγίασμα. Αλλ’ ω των θαυμασίων της Παντανάσης Υπεραμώμου Μητροπαρθένου Θεοτόκου! Πλέον των τριών σπιθαμών ούτε αυξάνει, ούτε ελαττούται, αλλά διαμένει πάντοτε εις την αυτήν ποσότητα· εάν δε κατά αναγκαιοτάτην χρήσιν εξαντληθή όλον πάλιν αποκαθίσταται εις το ίδιον μέτρον. Και ταύτα μεν περί του δια προσευχής του Οσίου Πατρός ημών Γεροντίου προς την Υπερένδοξον Δέσποιναν και Κυρίαν ημών Θεοτόκον Μαρίαν αναβλύσαντος ύδατος· ο δε Όσιος Γερόντιος εις βαθύ γήρας γενόμενος προς Κύριον εξεδήμησεν.


Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Η Αγία Μάρτυς ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ξίφει τελειούται.                                                                  

Ιερουσαλήμ η Μάρτυς ήτο από το Βυζάντιον, από την Μονήν της Οσίας Ωραιοζήλης, επί των ημερών του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ (250) μετά Χριστόν. Τοσούτον δε προέκοπτεν η μακαρία αύτη εις τας αρετάς, ώστε ο μισόκαλος διάβολος δεν ηδύνατο να υποφέρη βλέπων ενεργουμένην την ανίκητον δύναμιν του Χριστού δια μέσου της ασθενούς φύσεως των γυναικών και αυξάνουσαν την αρετήν, ήτις όσον και απόκρυφος και παράμερος γίνεται, τόσον πλατύνεται και μεγαλύνει το κήρυγμα του Ευαγγελίου και στηρίζει τας ψυχάς των Χριστιανών. Όθεν επολέμει και ούτος δια των τυράννων βιάζων τους Χριστιανούς να λατρεύσωσι τα είδωλα. Δια τούτο, μαθών ο Δέκιος τας αρετάς της Αγίας και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ήρπασεν αυτήν από το Μοναστήριον και παρέστησεν εις το κριτήριον ζητών δύο τινά: πρώτον να αρνηθή την πίστιν του Χριστού θυσιάζουσα εις τα είδωλα, δεύτερον να νυμφευθή ωραίον τινά αξιωματικόν. Αρνηθείσα δε αμφότερα ταύτα η Αγία υποφέρει δαρμούς και κολάσεις φρικτάς και οδυνηράς και τελευταίον ξίφει την κεφαλήν αποτέμνεται. 

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

H Οσιοπαρθενομάρτυς Ωραιοζήλη

 Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΩΡΑΙΟΖΗΛΗΣ.                                                                       
Ωραιοζήλη η Οσιοπαρθενομάρτυς, η καλλικέλαδος αηδών και καθαρά περιστερά του Χριστού, ούτε πόθεν κατήγετο ούτε ποίους είχε γονείς γνωρίζομεν. Ότι δε εγεννήθη υπό Ελλήνων γονέων, προσκυνούντων τα είδωλα, τούτο θέλει αποδειχθή ευθύς κατόπιν· διότι από των χρόνων των θεοκηρύκων Αποστόλων, όταν διεδόθη εις όλην την οικουμένην το κήρυγμα του Ευαγγελίου, από τότε εσαγηνεύθη δια των λογικών δικτύων του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και η σεμνοτάτη αύτη Ωραιοζήλη, και λυτρωθείσα εκ του βυθού της ειδωλολατρίας, εβαπτίσθη υπό του Αποστόλου Ανδρέου κατά το έτος πεντήκοντα δύο (52) μ. Χ., φωτισθείσα δε αφιερώθη εις μικράν τινα Εκκλησίαν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, μεγάλην μετά ταύτα καταστάσαν Μονήν κειμένην εις το μέγα Ρεύμα του Βοσπόρου, δεχθείσα ως γη αγαθή τον σπόρον της διδασκαλίας του Αποστόλου, και τελεσφορήσασα πολύν και εκατονταπλάσιον τον καρπόν. Μένουσα δε εν τω Ναώ εκείνω ήτο εργάτης των εντολών του Χριστού και εσπούδαζε δια των καλών έργων να γίνεται κήρυξ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καλουμένη Ισαπόστολος και ταλαιπωρουμένη με πάσαν κακοπάθειαν σώματος. Όθεν προστρέχοντες εις αυτήν πλήθος πολύ Ελλήνων ωφελούντο εκ των καθημερινών διδασκαλιών της, την μεν προτέραν κακήν ζωήν των αποπτύοντες, επιστρέφοντες δε εις τον Χριστόν και με την χάριν αυτού οικειούμενοι. Δια τούτο απέκτησεν η Αγία και άλλας δύο ακόμη παρθένους, αι οποίαι, αποστραφείσαι την ειδωλικήν πλάνην, εγνώρισαν τον Χριστόν δια της διδασκαλίας της, Θεόν προαιώνιον και δημιουργόν του παντός. Αυταί λοιπόν αι δύο παρθένοι κατελήφθησαν υπό του πόθου του Χριστού δια της συνεχούς ασκήσεως των αρετών και σεμνυνόμεναι δια της διδασκαλίας της Ωραιοζήλης απέβλεπον εις αυτήν ακλινώς με τους νοερούς οφθαλμούς, ως πρότυπον της αρετής και παράδειγμα, πάντοτε δε πυρπολούμεναι υπό του ενθέου ζήλου έχαιρον αμιλλώμεναι άμιλλαν αγαθήν και αξιέπαινον, ποία δηλαδή θα υπερέβαινε την άλλην εις αγρυπνίας, νηστείας, προσευχάς και τας λοιπάς κακοπαθείας του σώματος. Ταύτα δε εγένοντο μέχρι των χρόνων του ασεβεστάτου βασιλέως Δομετιανού, ότε ο μισόκαλος διάβολος και των ανθρωπίνων ψυχών πολέμιος κατετήκετο υπό του φθόνου, συλλογιζόμενος την ανίκητον δύναμιν του Χριστού, ότε και δια της ασθενούς φύσεως των γυναικών ενηργείτο η αρετή και πανταχού ηύξανεν. Η αρετή δε πάλιν, αν και εις απόκρυφον και απόκεντρον μέρος γίνεται, κάμνει όμως φανερόν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, και όχι μόνον αυτό αναπτύσσει, αλλά και στηρίζει δια τούτου τας ψυχάς των Χριστιανών. Τι δε μετεχειρίσθη ο αλιτήριος διάβολος; Ενέπνευσεν εις τον βασιλέα Δομετιανόν την σατανικήν ιδέαν να κηρύξη πόλεμον και διωγμόν κατά των Χριστανών· διότι ούτος ο ασεβέστατος, μη μεταχειρισθείς καλώς την βασιλείαν, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση τον Θεόν όστις εχορήγησε ταύτην εις αυτόν, αλλ’ εξανέστη εναντίον του, θεούς μεν ψευδωνύμους και ματαίους προσκυνών, βιάζων δε και τους υπηκόους του να προσκυνώσιν αυτούς, ο και αυτών των αναισθήτων ειδώλων αναισθητότερος. Ούτος λοιπόν και την μακαρίαν ταύτην Ωραιοζήλην, αποσπάσας από των συναδέλφων της δύο παρθένων, παρέστησεν εις το κριτήριόν του και είπεν προς αυτήν· «Τίνος ένεκα, ω γύναιον, την μεν πατρικήν σου θρησκείαν ηθέτησας, τον δε Χριστόν ανακηρύττεις Θεόν; Ή διατί απατάς τους ανθρώπους με ψευδείς και απιθάνους λόγους, και πείθεις αυτούς να πιστεύσωσιν εις ένα θνητόν, τον οποίον εξυμνούσα λέγεις ότι είναι ο ποιητής του παντός»; Προς ταύτα η Αγία απεκρίθη· «Ενώ συ, ω βασιλεύ, έμαθες, ότι ο υπ’ εμού κηρυττόμενος Χριστός εσταυρώθη ως άνθρωπος, πως δεν έμαθες προσέτι και τούτο, ότι αυτός ο ίδιος ανέστη ως Θεός; Ή πως δεν ήκουσας ότι αυτός καταβάς εις τον Άδην πάντας τους εκεί συνανέστησε, και ως αρχηγός της ζωής εχάρισεν εις τους νεκρούς ζωήν την αιώνιον; Ότι δε ο Χριστός, Θεός ων προαιώνιος, ηθέλησε να γίνη άνθρωπος και να πάθη και να σταυρωθή δι’ ημάς και δια την σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων, τούτο περιττόν είναι να το λέγω εις ώτα, εις τα οποία δεν χωρεί το τοιούτον μυστήριον. Πλην εγώ σοι λέγω τούτο πρώτον και τελευταίον· ό,τι δήποτε και αν πράξης, όσον και αν με φοβερίσης ή κολακεύσης ή τιμωρήσης και ό,τι και αν μοι υποσχεθής, δεν θέλεις δυνηθή να με σαλεύσης από της αγάπης του Χριστού μου· μη γένοιτο ποτέ εις εμέ να αρνηθώ τον Θεόν μου, ο οποίος με εδημιούργησεν εκ του μη όντος εις το είναι, και κατέβη εκ των ουρανών εις την γην, και εσαρκώθη ασπόρως δια την εμήν σωτηρίαν. Λοιπόν όπερ θέλεις ποίησον, ω βασιλεύ· ιδού κείται ενώπιόν σου τούτο μου το σώμα, καίε λοιπόν, κόπτε, σφάζε και τιμώρει αυτό». Ταύτα μεν είπεν η Αγία· ο δε της βασιλείας και της ζωής ταύτης ανάξιος Δομετιανός παροξυνθείς προσέταξε να εκδύσωσι την Αγίαν και να δέρωσιν αυτήν επί πολλάς ώρας· όλοι δε έμειναν εκστατικοί, βλέποντες την γενναιότητα και υπομονήν της του Χριστού νύμφης, ήτις υφίστατο την βάσανον αταράχως, ως αν μη έπασχεν αυτή, αλλά άλλος. Επειδή δε ο βασιλεύς, στράφων συνεχώς το βλέμμα προς την Αγίαν, εθεώρει αυτήν, ελπίζων ότι θέλει μεταστραφή από της του Χριστού πίστεως, δια τούτο, ω του θαύματος! αποβαλών την οπτικήν δύναμιν των οφθαλμών του, αίφνης ετυφλώθη και εφαίνετο ως παίγνιον εις τους υπηκόους του. Όθεν κατά την ώραν εκείνην προσέταξε να φυλακίσουν την Αγίαν, εγερθείς δε από του θρόνου ωδηγήθη εις τα ανάκτορα υπό τινος χειραγωγού. Αλλ’ επειδή η Αγία έσπευδε να υπάγη προς τον ποθούμενόν της Νυμφίον Χριστόν, εμήνυσεν εις τον ασεβή βασιλέα, ότι εάν δεν χρίση τους οφθαλμούς του με το αίμα της αποτμηθησομένης κεφαλής της, δεν θέλει λάβει το φως του. Όθεν προσέταξε και απεκεφάλισαν την Αγίαν, είτα δε χρίσας τους οφθαλμούς του με το αίμα της ο βδελυρός και ακάθαρτος έλαβε παρευθύς το φως και ανέβλεψεν. Έμεινεν όμως αχάριστος εις την ευεργεσίαν ταύτην ο παράνομος βασιλεύς, μάλλον δε φθονήσας ο παμβέβηλος μη λάβωσιν οι Χριστιανοί το της Αγίας τίμιον σώμα και δι’ αυτού επιστραφώσιν εις την πίστιν του Χριστού πολλοί Έλληνες, προσέταξεν ο αλιτήριος να κατακαύσωσι το λείψανον της Μάρτυρος. Ούτως η μεν Αγία τυχούσα του ποθουμένου χαίρει και ευφραίνεται αιωνίως εις τα ουράνια, συμβασιλεύουσα με τον ποθεινότατον αυτής Νυμφίον Χριστόν· η δε σύναξις και εορτή αυτής τελείται εις τον μαρτυρικόν αυτής Ναόν, τον ευρισκόμενον πλησίον του σεβασμίου Ναού της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αναστασίας. Εις τον Ναόν τούτον ιατρεύονται διάφορα νοσήματα, μαρτυρεί δε τούτο ο παράλυτος εκείνος, ο οποίος προσελθών εις τον Ναόν της Αγίας εσφίχθη και έγινεν υγιής, το μαρτυρούσιν αι στείραι γυναίκες, αι οποίαι δια του λειψάνου της Αγίας μεταβάλλονται εις τεκνογόνους, και αι γυναίκες εκείναι, αι οποίαι έχουσαι τους μαστούς των κενούς γάλακτος επανέρχονται εις τους οίκους αυτών φέρουσαι αυτούς πλήρεις γάλακτος, και ούτω χορταίνουσι τα υπομάζια βρέφη των. Ούτω πως γνωρίζει ο Θεός να αντιδοξάζη τους Αυτόν δοξάζοντας και υπέρ αυτού το οικείον αίμα εκχέοντας. 

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

H πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού Παρασκευή

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας ενδόξου και πανευφήμου Οσιομάρτυρος του Χριστού ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.                                                                                                                                                        
Παρασκευή η πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού εγεννήθη εν ταις ημέραις του βασιλέως Αδριανού· πατήρ αυτής ήτο ευσεβής τις Ορθόδοξος Χριστιανός, πλούσιος κατά πολλά, Αγάθων λεγόμενος, έχων γυναίκα και αυτήν Χριστιανήν, Πολιτείαν καλουμένην· διέμενον δε εις τι προάστιον της μεγαλοπόλεως Ρώμης. Πλην παρ’ όλας τας καλωσύνας και ελεημοσύνας, τας οποίας είχον, δεν είχον τέκνον, ούτε άρσεν, ούτε θήλυ, και δια τούτο ήσαν πάντοτε λυπημένοι, όπως κάλλιστα γνωρίζουν όσοι έχουν τοιαύτην λύπην. Παρεκάλουν όθεν και οι δύο τον Θεόν να τους δώση τέκνον, ουχί μόνον δια την κληρονομίαν του πολλού πλούτου, τον οποίον είχον, αλλά μάλλον δια την διαδοχήν του γένους αυτών. Ο δε Πανάγαθος Θεός, όστις ποιεί το θέλημα των φοβουμένων αυτών και της δεήσεως αυτών εισακούει, ως λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ, επήκουσε της δεήσεως αυτών. Όθεν μετ’ ολίγας ημέρας συλλαβούσα η Πολιτεία εγέννησε την Αγίαν ταύτην εν τη έκτη ημέρα της εβδομάδος· δια τούτο και όταν εβάπτισαν αυτήν, εκάλεσαν το όναμά της Παρασκευήν. Αύτη εκ πρώτης ηλικίας εδείκνυεν οποία τις θέλει γίνει εις το ύστερον· διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, όπως την σήμερον ημέραν τα μωρά κοράσια, ουδέ εις απρεπή παίγνια ησχολείτο, ουδέ ηκούετο αργολογία ή μωρολογία εκ του στόματος αυτής, αλλ’ επαιδεύετο υπό της μητρός αυτής Πολιτείας εις παν έργον θεάρεστον, καθώς πρέπει να παιδεύωσιν αι μητέρες τας θυγατέρας. Εις την ανατροφήν δε και παίδευσιν, την οποίαν είχεν η Αγία, έμαθε και τα ιερά γράμματα· δια τούτο δεν έλειπεν από την Εκκλησίαν, ουδέ την είδε ποτέ άνθρωπος να μη κρατή βιβλίον εις τας χείρας της, παρεκτός μόνον όταν έτρωγεν ή έκαμνεν υπηρεσίαν αναγκαίαν του σώματος. Ηγάπα δε κατά πολλά την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δια τούτο δε όχι μόνον τους οφθαλμούς, οι οποίοι είναι οδός του έρωτος, εφύλαττεν από θεωρίαν ανδρών, αλλά και το στόμα από αισχρολογίαν και την ακοήν από απρεπείς ακροάσεις. Ακούετε, όσαι είσθε παρθένοι, και μάθετε πως πρέπει να παρθενεύετε· διότι, όχι μόνον εκείνη η οποία παρθενεύει κατά το σώμα, εκείνη λέγεται καθολικά παρθένος, αλλ’ εκείνη ήτις είναι και κατά την ψυχήν καθαρά, και δεν έχει εις τον λογισμόν της αισχράς ενθυμήσεις, αυτή είναι η πραγματική παρθένος. Ακούσατε και όσαι έχετε άνδρας, πως λέγει ο Απόστολος Παύλος εις το δεύτερον Κεφάλαιον της προς Τιμόθεον πρώτης επιστολής αυτού. «Μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς μη εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί, αλλ’ ο πρέπει γυναιξίν επαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι’ έργων αγαθών»· ήτοι να μη χρησιμοποιήτε καλυντικά, ουδέ να στολίζεσθε με χρυσαφικά και με μαργαριτάρια ούτε πολυτελή ενδύματα, αλλά να είσθε τιμημέναι και σώφρονες, καθώς πρέπει εις τας γυναίκας των Χριστιανών, αίτινες θέλουν να αρέσουν εις τον Χριστόν, με έργα αγαθά και όχι με στολίδια. Ακούετε όσαι έχετε θυγατέρας ανυπάνδρους, πως πρέπει να τας παιδεύετε, όχι να γίνεσθε σεις κακόν παράδειγμα εις αυτάς, αλλά να είσθε τύπος και παράδειγμα των θυγατέρων σας προς παν έργον θεάρεστον· διότι, όταν σεις ομιλήτε λόγους, οι οποίοι μολύνουσι τας ψυχάς των απλών παρθένων, όταν δεν αγαπάτε την εργασίαν του οίκου, όταν αντιλέγετε εις τους συζύγους σας, όταν παρακύπτετε συχνάκις εκ των παραθύρων, όταν αγαπάτε τον οίνον, όταν σεις δεν έχετε καμμίαν ευλάβειαν ουδέ κρατήτε την γλώσσαν, πόθεν άλλοθεν θα μάθωσιν αι μικραί κόραι την καλήν συμπεριφοράν αφού δεν εξέρχονται έξω του οίκου; Αλλ’ η Αγία αύτη Παρασκευή δεν ήτο τοιαύτη, ουδέ επαιδεύθη τοιουτοτρόπως υπό της μητρός αυτής, ουδέ είχε την ωραιότητά της και το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, οίτινες περιέρχονται με κυνικήν αναίδειαν, που να ίδωσι καμμίαν κόρην, ουδέ έκυπτεν από τα παράθυρα να αγρεύση τας ψυχάς των ανδρών, αλλά πάντοτε εν έργον είχεν απαραίτητον· το να στολίζη την ψυχήν της με νηστείαν, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσοχήν, με παρθενίαν, με ελεημοσύνην και με παν έργον θεάρεστον. Πολλοί άρχοντες του καιρού εκείνου επεθύμησαν να την λάβωσι νύμφην εις τους υιούς αυτών, και δια τον πατρικόν της πλούτον και δια την καλλονήν της, το δε περισσότερον δια την σωφροσύνην της, αλλά αυτή αγαπώσα την παρθενίαν και θέλουσα να μείνη καθαρά και αμόλυντος νύμφη του Χριστού δεν ήθελε να ακούση περί υπανδρείας. Ταύτα δε βλέποντες οι γονείς αυτής έχαιρον δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, όστις τους εχάρισε τοιούτον τέκνον ευλογημένον. Όταν δε εγένετο η Αγία είκοσι ετών, απέθανον οι γονείς αυτής και έμεινεν ο πολύς πλούτος εκείνος εις τας χείρας της· παρευθύς δε τότε έδειξε την αγαθήν της προαίρεσιν, διότι δεν τον εχρησιμοποίησεν εις αναπαύσεις του σώματος ουδέ εις φαγοπότια και στολίδια· αλλά ακούσασα τον Χριστόν, όστις λέγει εις το δωδέκατον Κεφάλαιον του κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου: «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην· ποιήσατε εαυτοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς», εμοίρασεν αυτόν όλον εις τους έχοντας ανάγκην και εις τους πτωχούς υπέρ του ονόματος αυτού. Έπειτα επήγεν εις Μοναστήριον γυναικών, και εφόρεσε το μοναχικόν σχήμα, εκεί δε έκαμε καιρόν ικανόν, εν πάση υποταγή και ταπεινώσει, δουλεύουσα εις τον Θεόν και εις την προεστώσαν του Μοναστηρίου. Αλλ’ επειδή ηγάπα να μαρτυρήση υπέρ του ονόματος του Χριστού, δια τούτο, λαβούσα την ευχήν της Ηγουμένης και των άλλων μοναζουσών ως αγαθόν συνοδοιπόρον, εξήλθε του Μοναστηρίου δια να κηρύξη κατά πάσαν πόλιν και χώραν το όνομα του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Την εποχήν εκείνην ήτο βασιλεύς της παλαιάς Ρώμης ο Αντωνίνος ο επιλεγόμενος ευσεβής, όστις ήτο ακόμη τότε ειδωλολάτρης. Ούτος εγένετο βασιλεύς μετά τον Αδριανόν εις τους 140 περίπου χρόνους από της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Κηρύττουσα λοιπόν η Αγία, πολλοί των Ελλήνων και Ιουδαίων ακούοντες τους λόγους αυτής επέστρεψαν εις θεογνωσίαν· οι δε Ιουδαίοι οι ευρεθέντες εις μίαν πόλιν, όπου εκήρυττεν η Αγία, φθονερόν γένος ως είναι πάντοτε και εχθρότατον των Χριστιανών, βλέποντες τους Χριστιανούς πληθυνομένους και την θρησκείαν αυτών ατιμαζομένην και υβριζομένην, προσελθόντες εις τον βασιλέα Αντωνίνον διέβαλον την Αγίαν λέγοντες· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, οι μεν άλλοι πάντες πείθονται εις το πρόσταγμα της βασιλείας σου, γυνή δε τις, ονόματι Παρασκευή, κηρύττει τον Ιησούν, τον υιόν της Μαρίας, τον οποίον εσταύρωσαν οι πατέρες ημών ως πλάνον και αντίθεον, και λέγει, ότι αυτός είναι μόνος Θεός αληθινός, οι δε υπό της βασιλείας σου προσκυνούμενοι θεοί είναι ξύλα κωφά και αναίσθητα». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς Αντωνίνος όλος επλήσθη θυμού, και παρευθύς αποστείλας στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· ως δε είδε την ωραιότητα αυτής, όλως εξεπλάγη και ήρχισε με κολακείας λέγων προς αυτήν· «Ω Παρασκευή, εγώ, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, επαινώ την νεότητά σου, και δια τούτο σε συμβουλεύω να θυσιάσης εις τους θεούς, οι οποίοι σου έδωκαν την ωραιότητα ταύτην· διότι εάν μεν ποιήσης, καθώς σου λέγω, θέλω σου δώσει πολλάς δωρεάς· εάν δε θέλης να σταθής εις το θέλημά σου και να φανής εναντία των ημετέρων προσταγμάτων, ήξευρε, ότι θέλω σε τιμωρήσει με βάσανα, τα οποία και μόνον εξ ακοής και θεωρίας καταπλήττουσι τον άνθρωπον, όχι μάλιστα και να τα πάθη». Τοιαύτα και άλλα περισσότερα έλεγεν ο βασιλεύς κολακεύων την Αγίαν· αλλά αυτή σημειώσασα εις εαυτήν το σημείον του Τιμίου Σταυρού απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τας τοιαύτας απειλάς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος ούτε τιμωρία ούτε παίδευσις, ήτις να με χωρίση από την αγάπην του». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς διέταξε τους στρατιώτας μετά μεγάλου θυμού να καύσωσι περισσώς μίαν περικεφαλαίαν σιδηράν, έως ου να κοκκινίση και τότε να την βάλωσιν εις την κεφαλήν της Αγίας· αλλά ο Θεός, όστις εφύλαξε ποτε τους τρεις Παίδας εν τη καμίνω και δεν εχωνεύθησαν υπό του πυρός, αυτός και τότε εθαυματούργησεν εις την Αγίαν· διότι ήθελε τις ειπεί, ότι, ως να είχε ψυχράν δρόσον εις την κεφαλήν της, τοιουτοτρόπως ελογίσθη τούτο η Αγία. Πολλοί δε των παρισταμένων Ελλήνων, ιδόντες τούτο το παράδοξον θαύμα, επίστευσαν ευθύς εις τον Χριστόν· τους οποίους ο βασιλεύς διέταξε να θανατώσωσι δια διαφόρων θανάτων· άλλους μεν να αποκεφαλίσουν, άλλους δε να κατακαύσουν, άλλους να πνίξουν εις τον ποταμόν της Ρώμης Τίβεριν, άλλων δε να αφαιρέσουν το δέρμα. Και τούτους μεν τοιουτοτρόπως τους ετιμώρησε, την δε Αγίαν διέταξε να την βάλωσιν εις φυλακήν, έως να συλλογισθή με ποίον τρόπον να βασανίση και να θανατώση αυτήν. Αφού δε η Αγία εκλείσθη εις το δεσμωτήριον, εδέετο μετά δακρύων του Κυρίου λέγουσα· «Φύλαξόν με, Κύριε, εις την αληθινήν πίστιν σου, και λύτρωσαί με εκ των σκανδάλων του εχθρού, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου». Κατά δε το μεσονύκτιον εφάνη εις αυτήν Άγγελος Κυρίου έχων εις τας χείρας Σταυρόν φωτεινόν, και κάλαμον και σπόγγον και στέφανον, και λέγει εις αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή, αθληφόρε του Κυρίου. Μη φοβού τας βασάνους των τυράννων· διότι ο Κύριος ημών, ο οποίος κατεδέξατο να σταυρωθή δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και να στεφανωθή με ακάνθινον στέφανον, αυτός μέλλει να είναι βοηθός σου, δια να σε λυτρώση από πάντα πειρασμόν επερχόμενον εις σε». Και ο μεν Άγγελος ταύτα ειπών προς την Αγίαν, και λύσας αυτήν εκ των δεσμών, απήλθεν εις τους ουρανούς· η δε Αγία, ακούσασα τους λόγους του Αγγέλου, διετέλεσε προσευχομένη έως ου εγένετο ημέρα. Το δε πρωϊ διέταξεν ο βασιλεύς να φέρουν την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· απελθόντες δε οι στρατιώται να φέρωσι την Αγίαν, ως είδον αυτήν λελυμένην των δεσμών, εξεπλάγησαν· ότε δε παρέστησαν αυτήν, είπεν ο βασιλεύς: «Άραγε, ω Παρασκευή, εσωφρονίσθης από την χθεσινήν τιμωρίαν ή ακόμη επιμένεις εις την αυτήν μωρίαν»; Η δε Αγία απεκρίνατο· «Τι νομίζεις, ασεβέστατε βασιλεύ, με τοιαύτας τιμωρίας να σαλεύσης τον στερρόν πύργον της ψυχής μου; Ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μετατρέψης τον αγαθόν μου λογισμόν· ει δε και θέλης, δοκίμασόν με, ίνα ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Ως δε ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, όλος ηλλοιώθη εκ του θυμού αυτού, και παρευθύς προστάττει τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν εκ των τριχών της κεφαλής εις ένα όρθιον ξύλον, έπειτα να λάβωσι λαμπάδας ανημμένας και με εκείνας να κατακαίωσι τας μασχάλας της και τα άλλα μέλη του σώματος. Και όμως η Αγία, ταύτα πάσχουσα, υπέμενεν ανδρείως και τον μεν βασιλέα ύβριζε, τους δε ψευδωνύμους θεούς εμυκτήριζεν. Ως δε είδεν ο βασιλεύς ότι εις ουδέν λογίζεται η Αγία ταύτην  την βάσανον, διέταξε πάλιν να βάλωσιν εις ένα μέγαν λέβητα έλαιον και πίσσαν, και να βράσωσι δυνατά, έπειτα να την ρίψωσι μέσα. Τούτου δε γενομένου, ίστατο η Αγία εν μέσω του λέβητος δροσιζομένη και χαίρουσα ωσάν να ήτο εις δροσερόν κήπον. Βλέπων δε τούτο ο βασιλεύς και θαυμάζων εις την μεγάλην θαυματουργίαν εκείνης, προσεγγίσας εις τον λέβητα, είπεν προς την Αγίαν· «Ράντισό με από το έλαιον αυτό, ω Παρασκευή, το οποίον είναι εις τον λέβητα, ίνα ίδω άραγε αληθώς καίει η πίσσα και το έλαιον, ή φαντασία είναι τούτο το οποίον βλέπω εις σε, να μη κατακαίεσαι»; Τότε η γία γεμίσασα τας δύο χείρας της εκ του ελαίου εκείνου και της πίσσης έρριψεν εις το πρόσωπον του βασιλέως, παρευθύς δε ετυφλώθησαν αι κόραι των οφθαλμών αυτού και έκραζε με μεγάλην φωνήν ο βασιλεύς λέγων· «Λυπήσου με, δούλη του αληθινού Θεού, δος μοι το φως των οφθαλμών μου, και πιστεύω εις τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις». Εξελθούσα τότε η Αγία εκ του λέβητος ιάτρευσε τον βασιλέα και σωματικώς και ψυχικώς, βαπτίσασα αυτόν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιάς θεότητος. Και ο μεν βασιλεύς Αντωνίνος, με τοιούτον τρόπον πιστεύσας εις τον Χριστόν, απέβαλε την μιαράν θρησκείαν των Ελλήνων· η δε Αγία, εξελθούσα της μεγαλοπόλεως Ρώμης, απήλθεν εις ετέρας πόλεις και χώρας κηρύττουσα το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εισελθούσα δε εις ετέραν πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ασκληπιός λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί παρρησία τον λόγον της αληθείας. Τούτο μαθών ο βασιλεύς εκείνος παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει προς αυτήν· «Πόθεν είσαι, ω γύναι, και τις είναι αυτός ο Θεός ο νέος, τον οποίον κηρύττεις»; Η δε Αγία, επικαλεσθείσα το όνομα του Σωτήρος Χριστού και σφραγίσασα εαυτήν δια του τύπου του Τιμίου Σταυρού, απεκρίθη· «Το μεν πόθεν είμαι, ω βασιλεύ, δεν είναι ανάγκη να το μάθης μηδέ ωφέλιμον· ο δε Θεός, τον οποίον κηρύττω, δεν είναι νέος, ως λέγεις, αλλά είναι άναρχος και προαιώνιος, ο οποίος εποίησε τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς, ο οποίος δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον και ανελήφθη και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα και αποδώση εις ένα έκαστον κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττω, αυτόν ομολογώ Θεόν αληθινόν· οι δε ιδικοί σου θεοί οι ψευδώνυμοι, οίτινες τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολεσθήτωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς Ασκληπιός, και ταραχθείς εκ των λόγων της Αγίας, έπεμψεν αυτήν προς τινα δράκοντα εμφωλεύοντα έξω της πόλεως εκείνης, εις τον οποίον έρριπτον τους καταδίκους· δράκων δε, τον οποίον ακούομεν πολλάκις εις τας Γραφάς, είναι μεν κατ’ αρχήν όφις, τρεφόμενος όμως και παλαιούμενος γίνεται μέγας και φοβερός, τότε δε ονομάζεται δράκων. Όταν δε η Αγία επλησίασεν εις τον τόπον εκείνον, όπου κατώκει το θηρίον, ως είδεν αυτήν ο δράκων μεγάλως εβρυχήθη, ανοίξας δε το στόμα αυτού εξέβαλε καπνόν φοβερόν πολύν ως θέλων να την καταπίη. Η δε Αγία σταθείσα πλησίον του δράκοντος είπε· «Θηρίον πονηρότατον, έφθασεν επί σε η οργή του Θεού και ιδού ήγγισεν ο αφανισμός σου, διότι πολλούς αναιτίως κατέφαγες». Ταύτα ειπούσα και το σημείον του Σταυρού ποιήσασα εις εαυτήν ενεφύσησε τον δράκοντα και παρευθύς (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ, ως μεγάλη η χάρις των Αγίων σου!), ο φοβερός δράκων εκείνος μεγάλως συρίξας και εαυτόν περιστρέψας, διερράγη εις δύο. Τούτο το παράδοξον θαύμα ιδών ο βασιλεύς Ασκληπιός και οι συν αυτώ πάντες επίστευσαν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό της Αγίας εις το όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος. Και ούτοι μεν τοιουτοτρόπως πιστεύσαντες και βαπτισθέντες, έχαιρον δοξάζοντες τον Χριστόν· η δε Αγία εξελθούσα εκείνης της πόλεως απήλθε πάλιν εις ετέρας πόλεις και χώρας, κηρύττουσα τον Χριστόν. Εισελθούσα δε εις άλλην πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ταράσιος λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί τον λόγον της αληθείας. Μαθών δε ο βασιλεύς τα περί αυτής, παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει· «Ποίος πονηρός δαίμων σε έφερεν εδώ, γύναι, να υβρίζης μεν τους μεγάλους και αιωνίους θεούς, να κηρύττης δε άγνωστον τινα Θεόν, χθεσινόν και προχθεσινόν, γεννηθέντα προ χρόνων εκατόν πεντήκοντα, εις τας ημέρας του βασιλέως Αυγούστου, τον οποίον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον και πλάνον και αντίθεον»; Η Αγία απεκρίθη· «Δεν με έστειλε πονηρός δαίμων εδώ, ω βασιλεύ, να κηρύττω την αλήθειαν, αλλ’ ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, εκείνος με άστειλε να τον κηρύττω, άναρχον μεν κατά την θεότητα, χρονικόν δε κατά την σάρκα, τον αυτόν απαθή και παθητόν, αόρατον και ορατόν, άκτιστον και κτιστόν. Το μεν δια την φύσιν της θεότητος, το δε δια την ανθρωπότητα. Τούτον εγώ κηρύττω ως Θεόν προαιώνιον, τούτον μόνον ομολογώ ότι είναι Θεός αληθής και άνθρωπος τέλειος, τα δε είδωλα, τα κωφά και αναίσθητα, τα οποία προσκυνείτε σεις οι άφρονες Έλληνες, εγώ μυκτηρίζω και καταπατώ, διότι τίποτε άλλο δεν είναι ειμή μόνον ξύλα άψυχα και λίθοι αναίσθητοι». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς μεγάλως εθυμώθη, και παρευθύς διέταξε τους στρατιώτας να βάλωσιν εις ένα λέβητα μέγαν, έλαιον, πίσσαν και μόλυβδον και να τα βράσουν περισσώς, έπειτα δε να ρίψουν μέσα την Αγίαν. Τι όμως εθαυματούργησεν ο Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα η Αγία; Καθώς έστειλε τότε τον Άγγελον αυτού και εδρόσιζε την βαβυλωνίαν κάμινον, ούτως απέστειλε και την ώραν εκείνην Άγγελον φωτοειδή, ο οποίος κατελθών την μεν φλόγα κατέσβεσε, τα δε εκκαιόμενα εκείνα τρία είδη εποίησε ψυχρότερα ύδατος. Τούτο το θαύμα πολλούς των Ελλήνων επέστρεψεν εις θεογνωσίαν. Αλλ’ ο ασυνείδητος βασιλεύς Ταράσιος, έχων πεπωρωμένην την καρδίαν, είπε πάλιν εις τους στρατιώτας· «συλλάβετε την μιαράν ταύτην  και υβρίστριαν των θεών, και τανύσατέ την κατά γης εις τέσσαρα, έπειτα λάβετε νεύρα ωμά βοών και μαστιγώσατέ την ανοικτιρμόνως, έως ου να θυσιάση εις τους μεγάλους θεούς ή να αποθάνη από τας βασάνους». Δεν επρόφθασεν ο βασιλεύς να τελειώση τον λόγον, και παρευθύς εγένετο το πρόσταγμα. Τι δε έκαμεν η Αγία; Εκεί έδειξε την καρτερίαν της, διότι ήθελεν είπει τις ότι άλλος επαιδεύετο, τοιουτοτρόπως εφαίνετο η Αγία όλη χαίρουσα, όλη ευφραινομένη· δύο και τρεις φοράς ηλλάχθησαν οι στρατιώται, και όμως η Αγία ήτο η αυτή, ήθελεν ειπεί τις ότι ευρίσκετο εις ωραίον κήπον, τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής. Ως δε είδε την τοσαύτην επιμονήν της Αγίας ο μιαρός βασιλεύς, εντραπείς από τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν γυναίκα ωσάν εκείνην, διέταξε να την βάλωσιν εις την φυλακήν, εκεί δε να την καρφώσουν τανυστά εις την γην εκ τεσσάρων σημείων. Έπειτα να βάλωσι και μίαν πλάκα μεγάλην εις τα στήθη της και ούτω να κείται τιμωρουμένη έως ου να συλλογισθή με ποίον θάνατον να την τελειώση. Κατά δε την νύκτα εκείνην φαίνεται προς την Αγίαν ο Χριστός μετά πλήθους Αγγέλων και Αρχαγγέλων δορυφορούμενος και λέγει προς αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή καλλιπάρθενε· μη δειλιάσης τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν· ακόμη ολίγον υπόμεινον και θέλεις έλθει να συμβασιλεύσης μετ’ εμού αιωνίως». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, άμα δε λύσας αυτήν εκ των δεσμών, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επομένην αποστείλας ο βασιλεύς στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθέν αυτού. Ως δε είδεν αυτήν όλην υγιά, μηδέν σημείον έχουσαν των χθεσινών πληγών, εθαύμασε και λέγει εις αυτήν· «Βλέπεις, ω γύναι, πως σε αγαπώσιν οι φιλάνθρωποι και μεγάλοι θεοί; Διότι, δια να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης τινά ασχημίαν επάνω σου· μη φανής και συ αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών, ίνα προσκυνήσης αυτούς και λάβης μεγάλας δωρεάς παρά της βασιλείας μου». Απεκρίθη η Αγία· «Δεν μου έδωσαν οι θεοί σου, βασιλεύ, την υγείαν, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, εις τον οποίον και πιστεύω και λατρεύω· πλην επειδή λέγεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους λέγεις να προσκυνήσω». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς εχάρη, νομίζων ότι μετενόησεν η Αγία, παρευθύς δε διέταξε τους άρχοντάς του και όλον τον λαόν να εισέλθουν εις τον ναόν· οι δε πεπλανημένοι Έλληνες από την χαράν των επολυχρονούσαν τον βασιλέα. Όταν δε εισήλθον όλοι εις τον ναόν και επερίμενον να ίδουν τι θέλει κάμει η Αγία, αύτη εσήκωσε την δεξιάν χείρα της προς το είδωλον του Απόλλωνος και λέγει· «Θέλεις συ, είδωλον άψυχον, να πάρης ως θεός από εμέ θυσίαν»; Και με τον λόγον έκαμε και τον σταυρόν της· το δε δαιμόνιον, το οποίον κατώκει εις το είδωλον, μετά μεγάλης φωνής είπε· «Δεν είμαι εγώ θεός, μηδέ άλλος τις από ημάς, αλλά μόνον αυτός τον οποίον κηρύττεις συ είναι Θεός αληθινός, ημείς δε είμεθα πρότερον Άγγελοι, δια δε την υπερηφάνειάν μας εγίναμεν διάβολοι, και από τότε απατώμεν τους ανθρώπους από τον φθόνον μας και μας προσκυνούν ως θεούς». Η δε Αγία απεκρίθη· «Διατί τότε στέκεσθε αυτού τώρα, όπου είμαι και εγώ η δούλη του αληθινού Θεού»; Πάραυτα δε με την φωνήν της Αγίας βοή και σύγχυσις και θρήνοι ηκούσθησαν από τα είδωλα του βωμού και καταπεσόντα συνετρίβησαν. Τότε οι ιερείς του ναού και άλλοι από το πλήθος του λαού ήρπασαν την Αγίαν από τον βωμόν, και δέροντες και σύροντες έφεραν αυτήν έξω του ναού, και έκραζον προς τον βασιλέα: «Φόνευσον την μιαράν ταύτην και υβρίστριαν των θεών· φόνευσον αυτήν πριν να κρημνίση και τον ναόν και σε, βασιλεύ». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς ούτε με άλλον τινά τρόπον να την επιστρέψη εις την γνώμην του, απεφάσισε κατ’ αυτής τοιαύτην απόφασιν· «Παρασκευήν την υβρίστριαν των θεών, ήτις κατεφρόνησε μεν την ημετέραν ευτυχίαν, κηρύττει δε τον πλάνον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν, προστάσσω να οδηγήσετε έξω της πόλεως και να κόψετε την μιαράν της κεφαλήν». Και ο μεν βασιλεύς ταύτα διέταξεν· οι δε στρατιώται, παραλαβόντες την Αγίαν, εξήγαγον έξω της πόλεως ίνα την αποκεφαλίσουν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησεν η Αγία να την αφήσουν ολίγην ώραν να κάμη την προσευχήν της και την άφησαν. Τότε κλίνασα το γόνατα και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο οποίος δια την ιδικήν μας σωτηρίαν κατέβης από τους ουρανούς και ήλθες επί της γης, ευχαριστώ σοι, ότι με ηξίωσας να υπομείνω βάσανα και τιμωρίας δια το Άγιόν σου όνομα· δοξολογώ σε ότι κατηξιώθην να μιμηθώ το πάθος σου· υμνολογώ σε ότι με εδυνάμωσες να μαρτυρήσω δια την αγάπην σου· αξίωσόν με και της Βασιλείας σου· και ως εγώ υπέμεινα τας τιμωρίας δια την αγάπην σου, ούτω και συ, Θεέ μου, δόξασόν με εις την Βασιλείαν σου και παράλαβε την ψυχήν μου την ταπεινήν και ανάπαυσον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων σου, ότι δια να θαρρώ εις την μεγάλην σου δόξαν υπέμεινα τας τιμωρίας και τα βάσανα, και δια να ελπίζω εις την πλουσίαν σου ανταμοιβήν, θέλω να λάβω τον θάνατον· δια τούτο κατάταξόν με εν τω χορώ των Αγίων σου Μαρτύρων· και μνήσθητι, φιλάνθρωπε Κύριε, και των επικαλουμένων το όνομά σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης σου εν καιρώ θλίψεως· μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως· αντάμειψον αυτούς δια των πλουσίων σου χαρισμάτων· επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως, τελείωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα δια τούτων δοξασθή το όνομά σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης φωνή ηκούσθη αοράτως, ώσπερ βροντή, λέγουσα· «Επήκουσα της δεήσεώς σου, Παρασκευή, και θέλει γίνει καθώς εζήτησας». Τότε η Αγία μετά χαράς μεγάλης κλίνασα τον αυχένα απετμήθη την κεφαλήν παρά τινος στρατιώτου κατά την προσταγήν του βασιλέως. Και η μεν τιμία και ολόφωτος αυτής ψυχή απήλθε προς τας αιωνίους μονάς, εις την ατελεύτητον χαράν, εις τους χορούς των Αθλοφόρων γυναικών και εις την Βασιλείαν των Ουρανών· το δε σεβάσμιον αυτής λείψανον λαβόντες τινές χριστιανοί, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, αλείψαντες δια μύρων και αρωμάτων, κατέθεσαν εις επίσημον τόπον δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Ο δε Θεός θέλων να θαυμαστώση την Αγίαν εποίει άπειρα θαύματα εις τον τάφον αυτής· διότι πολλοί ασθενείς προσερχόμενοι, και χώμα μόνον λαμβάνοντες εκ του τάφου αυτής, ιατρεύοντο· χωλοί ηνωρθώθησαν, πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν· πολλοί δαιμονισμένοι ιατρεύθησαν· πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνογόνησαν· και άλλα θαυμαστά και παράδοξα σημεία εγίνοντο εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους την πρεσβείαν αυτής, τα οποία εάν θελήση τις να διηγηθή καταλεπτώς, θέλει ομοιάσει εκείνον, όστις βούλεται να μετρήση τα άστρα του ουρανού ή την άμμον της θαλάσσης. Όχι δε μόνον εις τους παλαιούς καιρούς εθαυματούργει η Αγία, αλλά και την σήμερον, ει τις την επικαλεσθή μετά πίστεως, την ευρίσκει έτοιμον βοηθόν εις κάθε του ψυχωφελές ζήτημα. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Παρασκευής, ευλογημένοι χριστιανοί. Ούτως ηγωνίσθη μέχρι θανάτου υπέρ της αγάπης του Χριστού. Και ο Χριστός τοιουτοτρόπως ετίμησεν αυτήν και εις την Βασιλείαν του την ουράνιον, και εις τούτον τον αισθητόν κόσμον, ώστε δεν είναι τόπος, εις τον οποίον να πιστεύουν εις τον Χριστόν και να μη την επαινούν ή να μη έχουν ακουστόν το όνομα αυτής· ης ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς· Αμήν.

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμόλαος

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΡΜΟΛΑΟΥ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων ΕΡΜΙΠΠΟΥ και ΕΡΜΟΚΡΑΤΟΥΣ.                                                                            

Ερμόλαος ο Άγιος Ιερομάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Έρμιππος και Ερμοκράτης ήσαν ιερείς εκ του κλήρου της εν Νικομηδεία Εκκλησίας, υπολειφθέντες εκ των είκοσι χιλιάδων, οίτινες εκάησαν εν τη Εκκλησία υπό του τυράννου Μαξιμιανού, εν έτει τδ΄ (304), εκρύπτοντο δε εις τινα οικίαν. Επειδή δε ο Άγιος Παντελεήμων εδιδάχθη την πίστιν των Χριστιανών, συλληφθείς δε και ερωτηθείς υπό του Μαξιμιανού, ποίος εδίδαξεν αυτόν, απεκρίθη γυμνήν και καθαράν την αλήθειαν, ειπών ότι εδιδάχθη αυτήν παρά του Ιερέως Ερμολάου. Δια τούτο έστειλε παρευθύς ο βασιλεύς και έφεραν τον Ερμόλαον και μετ’ αυτού τον Έρμιππον και τον Ερμοκράτην εις το κριτήριον. Ερωτηθέντες λοιπόν οι Άγιοι, ωμολόγησαν μεν παρρησία ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, εμυκτήρισαν δε τα είδωλα και όλους τους σεβομένους αυτά, διο και οι τρεις αποκεφαλίσθησαν και ανέβησαν στεφανηφόροι εις τα ουράνια.