Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Η Οσία Ειρήνη η Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου

 Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΕΙΡΗΝΗΣ της εκ Καππαδοκίας μεν ορμωμένης, ασκησάσης δε εν τη Μονή του Χρυσοβαλάντου.                                                                   

Ειρήνη η Οσία Μήτηρ ημών, η Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου, ήκμασε μετά τον θάνατον του μισοχρίστου και φιλοχρύσου βασιλέως Θεοφίλου αποθανόντος εν έτει ωμβ΄ (842), ότε η ευσεβεστάτη και θεοφιλεστάτη Θεοδώρα η σύζυγος του Θεοφίλου έμεινε διάδοχος της βασιλείας, αλλ’ όχι και της ασεβείας αυτού. Τότε αύτη εστερέωσε την Ορθοδοξίαν, αναστηλώσασα τας αγίας Εικόνας, και ούτως απέλαβε πάλιν η Εκκλησία μας την ευπρέπειαν των αγίων Εικόνων ως πρότερον. Έως ου δε ήτο ο υιός της Μιχαήλ ανήλικος, εκυβέρνα αυτή η αοίδιμος το βασίλειον· όταν δε έφθασεν ο βασιλεύς εις χρόνους ιβ΄ (12) ηθέλησε να τον υπανδρεύση, όθεν έστειλεν ανθρώπους εις διαφόρους τόπους, να εύρωσι κόρην τινά ωραίαν, ευγενικήν και ενάρετον, ήτις να είναι αξία δια σύζυγον βασιλέως. Τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο εις την χώραν των Καππαδοκών και η Ειρήνη, ήτις ήτο κόρη ωραία πολύ και ενάρετος, από γονείς ευγενείς γεννηθείσα. Ταύτην επήραν οι βασιλικοί άνθρωποι χαίροντες και ελπίζοντες, ότι αυτή έμελλε να γίνη βασίλισσα, διότι ήτο κατά πολλά κοσμία και εύτακτος. Είχε δε και μίαν αδελφήν, την οποίαν παρέλαβε μετ’ αυτής και την οποίαν έλαβε γυναίκα ο αδελφός της βασιλίσσης Θεοδώρας, Βάρδας ονόματι. Καθώς δε επορεύοντο προς το Βυζάντιον, όταν επερνούσαν τον Όλυμπον, ακούσασα η Ειρήνη δια τον μέγαν Ιωαννίκιον, όστις ησκήτευεν εις εκείνο το όρος, ότι ήτο άγιος άνθρωπος και όσοι ήσαν άξιοι το έβλεπον, εις δε τους άλλους ήτο αόρατος, παρεκάλεσε θερμώς τους βασιλικούς ανθρώπους να την οδηγήσουν εις τον Όσιον, ίνα λάβη την ευλογίαν του, αυτοί δε μετά βίας εδέχθησαν. Απελθόντες τότε εις το όρος, τους είδεν από μακράν ο Όσιος, και ως προορατικός όπου ήτο, εγνώρισε την μέλλουσαν προκοπήν της κόρης, και της λέγει· «Καλώς ήλθες, δούλη του Θεού Ειρήνη. Ύπαγε εις την βασιλεύουσαν χαίρουσα, ότι η Μονή του Χρυσοβαλάντου σε χρειάζεται, να ποιμάνης τας παρθένους όπου εις ταύτην ευρίσκονται». Ταύτα ακούσασα η κόρη εθαύμασε το προορατικόν του ανδρός, ότι εγνώρισε το όνομά της και την μέλλουσαν αυτής κατάστασιν. Όθεν πίπτουσα κατά γης εις τους πόδας αυτού, εζήτει την ευλογίαν του· εγείρας δε αυτήν ο Όσιος, την εστερέωσε με λόγους πνευματικούς και με ευχάς και ευλογίας την κατευώδωσε χαίρουσαν. Όταν έφθασεν εις την βασιλεύουσαν, εξήλθον και την προϋπήντησαν οι συγγενείς της, όσοι εκατοικούσαν εκεί εις την Πόλιν, και οίτινες είχον διάφορα αξιώματα εις τα βασίλεια, άλλος ήτο Πατρίκιος, άλλος κατείχε θέσιν εις την Σύγκλητον και άλλος άλλο. Με τούτους δε εξήλθον και άλλοι άρχοντες φίλοι των, την υπεδέχθησαν δε με τινήν πολλήν, ως έπρεπεν. Ο δε βασιλεύς των βασιλευόντων, όστις καλεί τα μη όντα ως όντα και τα μη γενόμενα ως γενόμενα, ωκονόμησε και επήρεν άλλην κόρην εις γυναίκα ο επίγειος βασιλεύς, ολίγας ημέρας πρότερον, πριν ή φθάση η Ειρήνη εις τα βασίλεια, δια να την πάρη αυτός ο αιώνιος και αθάνατος εις τον ουράνιον θάλαμον. Όθεν και η θαυμασία κόρη δεν ελυπήθη εις τούτο ποσώς, αλλά μάλλον ηυχαρίστει τον ευεργέτην Θεόν, ότι εφώτισε τον βασιλέα και επήρεν άλλην ομόζυγον. Πολλοί τότε άλλοι μεγιστάνες και άρχοντες, οι πρώτοι της Συγκλήτου και της Πόλεως οι πλουσιώτεροι, την εζήτησαν εις γυναίκα, δια την πολλήν αυτής ωραιότητα και δια την του γένους της περιφάνειαν, αλλ’ αυτή ποσώς δεν ηθέλησε· μόνον τον ουράνιον Νυμφίον πανσόφως επόθησεν η αοίδιμος, καταφρονούσα όλα τα πρόσκαιρα και επίγεια. Όθεν καθ’ εκάστην εσκόπευε και ανεζήτει τόπον αρμόδιον να περάση την ζωήν της ατάραχα και θεάρεστα. Αφού λοιπόν ενεθυμήθη την πρόρρησιν του μεγάλου Ιωαννικίου, στέλλει ανθρώπους να ίδωσι την Μονήν του Χρυσοβαλάντου, εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο. Ούτοι ιδόντες την θέσιν του τόπου και την ευκρασίαν του αέρος, την θαυμασίαν πολιτείαν των Παρθένων και άλλα παρόμοια, επέστρεψαν εις την κυρίαν των διηγούμενοι της Μονής τα εξαίρετα και εξόχως ότι ήτο κατά τον πόθον αυτής, εις τόπον ήσυχον και ευάρμοστον. Η δε, ως ήκουσε ταύτα, εχάρη και διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όσα είχεν όχι μόνον από τους γονείς της πλούσια ιμάτια και χρυσά στολίδια, αλλά και όσα της εχάρισεν η βασίλισσα φιλοτίμως ατίμητα πράγματα· ελευθερώσασα δε και τους δούλους και αιχμαλώτους της, προσήλθε προθύμως εις το ρηθέν Μοναστήριον και έκοψε την κόμην της, ήτις ήτο ξανθή ως το χρώμα χρυσού. Μετά της κόμης απέρριψε πάσαν κοσμικήν ματαιότητα και παν επίγειον φρόνημα· ενδύεται ράσα τρίχινα η τρυφερά και ευγενεστάτη και πάγκαλος Ειρήνη, σηκώσασα προθύμως τον ελαφρόν ζυγόν του Χριστού, τον χρηστόν και γλυκύτατον. Υπετάσσετο δε εις όλας τας αδελφάς με θαυμασίαν ταπείνωσιν, υπηρετούσα εις όλας τας ανάγκας της Μονής επιμελώς και αόκνως χωρίς τινος αντιλογίας η πάνσοφος, ψωρίς να συλλογίζεται ουδόλως την ευγένειαν του γένους της, αλλά έκαμνε τας ευτελεστέρας υπηρεσίας αγογγύστως. Είχε δε εις την όψιν πολλήν φαιδρότητα και εις την ψυχήν κατάνυξιν και ευφροσύνην χαρμόσυνον. Η δε Καθηγουμένη, ως ενάρετος όπου ήτο και αυτή και δόκιμος εις τα πνευματικά αγωνίσματα, την συνεβούλευε και παρεκίνει εις το καλόν πάντοτε. Προ πάντων δε είχε την χάριν του Θεού, ήτις την έσκεπε μυστικώς και την εδίδασκε τα συμφέροντα, χωρίς της οποίας δεν δύναται να τελέση κανέν καλόν ο άνθρωπος, καθώς είπεν αυτός ο Κύριος. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν· και ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν», και τα λοιπά. Αυτή λοιπόν η αείμνηστος, ως γη καλή και εύχρηστος, εις Χριστόν εκαρποφόρησε και τοσούτον ευηρέστησεν εις τον Θεόν και πάσαν την αδελφότητα, ώστε όλαι την εθαύμαζον. Ότι ως να την είχον αιχμάλωτον αγοραστήν με αργύρια, ούτως υπετάσσετο εις όλας με ανήκουστον ταπείνωσιν και καμμίαν δεν εσκανδάλισεν ούτε ελύπησε πώποτε· όλαι την ηγάπων και την είχον κατά το πρέπον εις πολλήν ευλάβειαν. Αύτη δε η μακαρία όχι μόνον εις τας σωματικάς υπηρεσίας ήτο άοκνος, αλλά και εις τας του πνεύματος περισσότερον, και δεν έλειπεν από την κοινήν ακολουθίαν ουδέποτε· πάλιν δε εις το κελλίον ανεγίνωσκε βίους εναρέτων Οσίων, δια να μιμήται την πολιτείαν των, και να διδάσκη τας αδελφάς, παρακινούσα αυτάς εις όμοια κατορθώματα. Καθώς λοιπόν ανεγίνωσκε μίαν ημέραν τον βίον του μεγάλουΑρσενίου και είδεν ότι έμενε πολλάκις αφ’ εσπέρας έως το πρωϊ προσευχόμενος, εζήλωσε ταύτην την πράξιν και θαυμασίαν αρετήν ως αγγελομίμητον, και αζήτησεν από την ηγουμένην συγχώρησιν να επιχειρήση τοιούτον αγώνα επίπονον. Η δε Ηγουμένη κατά πρώτον εδυσκολεύετο να της δώση συγχώρησιν, διότι εφοβείτο μήπως και της έλθη ασθένεια δια τον πολύν κόπον του αγωνίσματος, αλλά πάλιν ύστερον, όταν την είδεν ότι είχεν εις αυτό προθυμίαν μεγάλην, της έδωκε θέλημα, γνωρίσασα την πολλήν αυτής ταπεινοφροσύνην και μετριότητα. Ήρχισε λοιπόν αυτόν τον αγώνα τον υπεράνθρωπον και επίπονον, όταν δεν είχεν ακόμη ένα χρόνον σωστόν εις το Μοναστήριον. Αλλά η θεία χάρις την εδυνάμωνε και τόσον επρόκοψεν εις αυτό το αγώνισμα, ώστε εστέκετο πολλάς φοράς από το εσπέρας έως το πρωϊ έχουσα τας χείρας ως ο Μωϋσής προς τα άνω υψωμένας, όλην δε την νύκτα προσηύχετο. Πολλάκις δε πάλιν από το πρωϊ, έως να βασιλεύση ο ήλιος. Άλλοτε πάλιν εστέκετο όλον το νυχθήμερον, και ποσώς δεν εσάλευεν. Η δε Ηγουμένη περισσώς εθαύμαζεν. Όταν παρήλθον χρόνοι τρεις από την ημέραν όπου ήρχισε τοιούτον αγώνισμα, βλέπων αυτήν ο μισόκαλος διάβολος εδυσφόρει και κατά πολλά επικραίνετο, έπασχε δε να την παγιδεύση εις κανένα πταίσμα ψυχής. Αλλά δεν ηδύνατο ως αδύνατος, ότι όλα τα πάθη ενίκησεν η αοίδιμος και τόσον υπέταξε την σάρκα τω πνεύματι, ώστε εκαταφρόνησεν όλα τα σωματικά και τα εμίσησε τελείως, ήτοι την τρυφήν, την δόξαν, τα χρήματα και τα ενδύματα, και δεν είχεν ιμάτιον δεύτερον ειμή μόνον ένα, το οποίον εφόρει την Αγίαν Λαμπράν καινουργές, και το εφόρει ένα χρόνον χωρίς να το αποβάλη τελείως, ούτε το έπλυνε, μόνον πάλιν το Άγιον Πάσχα περιεβάλλετο άλλο καινουργές και το παλαιόν εχάριζε τινός πένητος. Η δε τροφή της ήτο μόνον άρτος και ύδωρ, μίαν φοράν την ημέραν και ολίγα λάχανα. Την δε δόξαν τοσούτον εκαταφρόνησεν, ώστε κατεδέχετο και εκαθάριζε τα ρυπάσματα και ποσώς δεν εσυλλογίζετο την ευγένειαν του γένους της. Μη δυνάμενος λοιπόν να την νικήση ο δαίμων με το έργον, να τελέση κανένα αμάρτημα, έσπερνεν εις την διάνοιάν της ζιζάνια, ενθυμίζων την προτέραν απόλαυσιν· την παρεκίνει εις τας σαρκικάς ηδονάς ο μισάνθρωπος· αλλά εις μάτην εβασανίζετο ο αδύνατος, ότι αύτη εγνώριζεν ως γνωστική την επιβουλήν και εξωμολογείτο την προσβολήν εις την Καθηγουμένην και ούτως ελυτρώνετο από τον πειρασμόν του δαίμονος και ηγωνίζετο ως το πρότερον. Μίαν δε νύκτα, καθώς ηύχετο προς τον Θεόν κατά την συνήθειαν, μετεσχηματίσθη ο δαίμων και έγινεν ως αράπης μαύρος και άσχημος και την ύβριζεν από μακράν, φοβερίζων να την κακοποιήση ο ασθενής και αδύνατος, λέγων εις αυτήν ταύτα καυχώμενος· «Κατ’ εμού πολεμείς ατυχογυναίκα και μάντισσα; Καρτέρησον ολίγον να γνωρίσης τις είμαι και την μεγάλην μου δύναμιν». Αυτάς και άλλας ύβρεις ο πολυμήχανος έλεγεν, η Αγία όμως έκαμε τον σταυρόν της και παρευθύς ο φανείς αφανής εγένετο. Την άλλην ημέραν της ήλθον πάλιν οι λογισμοί δυνατώτεροι και δεινώς την ετάραξαν· τόσον δε την επολέμησεν ο πολέμιος, ώστε την έφερεν εις αμηχανίαν ανείκαστον. Όθεν πίπτουσα κατά γης προσηύχετο μετά δακρύων προς τον Κύριον, επικαλουμένη την παντοδύναμον Θεοτόκον εις βοήθειαν, ως και τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, εις το όνομα των οποίων ετιμάτο ο Ναός της Μονής. Όχι δε μόνον τούτους, αλλά και πάντας τους Αγίους επεκαλείτο, ίνα την λυτρώσουν από τας δαιμονικάς επιβουλάς και τας ακαθάρτους προσβολάς, ηύχετο δε προς Θεόν ταύτα λέγουσα· «Παναγία Τριάς Παντοδύναμε, τη μεσιτεία της Θεοτόκου και τη πρεσβεία των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, και πασών των ουρανίων δυνάμεων και πάντων των Αγίων, βοήθησον την δούλην σου, λύτρωσαί με από την επιβουλήν του δαίμονος». Ούτως η μακαρία Ειρήνη ηύχετο πολλά νυχθήμερα με θερμότατα δάκρυα, έως ου ήλθεν άνωθεν θεία έλλαμψις, ήτις επισκιάσασα την ψυχήν αυτής εδίωξε τους πονηρούς λογισμούς, μείνασα δε του λοιπού ανενόχλητος ηγωνίζετο περισσότερον και εδούλευεν εις τον Θεόν προθυμότατα. Βλέπων δε ο Κύριος τον πολύν πόθον της, την αντήμειψε με χαρίσματα πλούσια και έγινε καθολικά σκεύος εκλογής, ως ο μέγας Παύλος, και αγγείον του Αγίου Πνεύματος, έχουσα εις την ψυχήν αυτής τον Χριστόν ζώντα και μένοντα· δεν έζη δε πλέον κατά σάρκα, αλλά εις τον Χριστόν εν πνεύματι, και ο Χριστός εις αυτήν κατά τον Απόστολον· έγινε δε όλη πεφωτισμένη, ή μάλλον ειπείν φωτιστική, και ωδήγησε πολλάς ψυχάς προς το φως της αληθείας, προσάγουσα ως στάμνος Θεού τους αναξίους προς Κύριον. Εις όλους δε τους άρχοντας της συγκλήτου και εξόχως εις τας γυναίκας και παρθένους έγινε περιβόητος· έτρεχαν δε εις αυτήν καθ’ εκάστην αμέτρητοι, τας οποίας εδίδασκε με τόσην σύνεσιν και γλυκύτητα, ώστε ηρνήθησαν πολλαί τον κόσμον και εκουρεύθησαν εις εκείνο το άγιον Μοναστήριον. Αλλά και οι δαίμονες δεν ετόλμησαν πλέον να πλησιάσωσιν, αλλ’ έφευγον από ταύτης ως υπό πυρός διωκόμενοι. Τον καιρόν εκείνον η Καθηγουμένη ησθένησε, συνήχθησαν δε όλαι εις το κελλίον της κλαίουσαι, διότι εγνώρισαν ότι ήλθε το τέλος της· επειδή δε ήτο ενάρετος, ελυπούντο την ταύτης υστέρησιν. Αλλά πλέον από τας άλλας έκλαιεν η ταπεινόφρων Ειρήνη και επωδύρετο· απλώς δε ειπείν όλαι εθρήνουν απαρηγόρητα. Η δε άρρωστος είπε προς αυτάς με πραότητα· «Μη λυπήσθε δια την αναχώρησίν μου, διότι έχετε καλήν ηγουμένην, ικανωτέραν εμού και συνετωτέραν, εις ταύτην δε ολοψύχως υποτάσσεσθε, την αδελφήν μας, λέγω, Ειρήνην, την θυγατέρα του φωτός, του Ιησού την αμνάδα, το σκεύος του Παναγίου Πνεύματος· μη τολμήσετε δε και κάμετε άλλην προεστώσαν εξ αποφάσεως». Ταύτα προστάξασα την τελευταίαν της ώραν, είπε προς το Δεσπότην· «Δόξα τω ελέει σου, Κύριε», και ούτω παρέδωκε την ψυχήν εις τας των Αγίων Αγγέλων χείρας, οίτινες της παρεστέκοντο. Η δε Οσία Ειρήνη δεν ήτο εκεί, όταν είπεν η Ηγουμένη τα άνωθεν λόγια δια τον εαυτόν της. Ομοίως και αι μοναχαί ουδέν της ανέφερον δια να μη φύγη ως ταπεινόφρων και ακενόδοξος, διότι όλαι εγνώριζον την καλήν της γνώμην και την πολλήν μετριότητα. Μόνον αφού ενεταφίασαν την νεκράν ως έπρεπεν, συνήχθησαν όλαι εις τον Ναόν και προσηύχοντο, ίνα τας φωτίση ο Κύριος. Ήτο δε τότε Αρχιεπίσκοπος ο Ομολογητής Μεθόδιος, όστις είχε λάβει από τους Εικονομάχους πολλά κολαστήρια δια την Ορθοδοξίαν και εβάστασεν εις το ιερόν αυτού σώμα τα στίγματα του Κυρίου και θαύματα έκαμε, καθολικά δε είχε Πνεύμα Άγιον και εγνώριζε τα μέλλοντα. Όταν δε εκίνησαν αι άλλαι αδελφαί να υπάγουν, δεν ήθελεν η Ειρήνη να ακολουθήση, προφασιζομένη διαφόρους αιτίας και εμπόδια, μετά βίας δε την επήραν. Όταν δε έφθασαν εις τον Πατριάρχην και τον επροσκύνησαν, τας ηρώτησε ποίαν από όλας επρόκριναν δια προεστώσαν. Αι δε απεκρίθησαν· «Ουδεμίαν, Δέσποτα Άγιε, μόνον εις τον Θεόν πρώτον ελπίζομεν, και δεύτερον εις την αγιωσύνην σου, όστις έχεις Πνεύμα Άγιον, να ψηφίσης εκείνην την οποίαν σε φωτίση η χάρις του». Ο δε θεοφόρος απεκρίνατο λέγων· «Εγώ ηξεύρω ότι όλαι θέλετε την τιμίαν και σεμνοτάτην Ειρήνην· καλήν δε γνώμην και θεάρεστον έχετε, και δόξαν να έχη ο Κύριος, όστις μου εφανέρωσε τας εναρέτους πράξεις ταύτης της δούλης του». Ταύτα εκείναι ως ήκουσαν, εθαύμασαν και επροσκύνησαν λέγουσαι· «Όντως ο Θεός κατοικεί εις την μακαρίαν ψυχήν σου και σε φωτίζει, και φανερώνει σου τα απόκρυφα». Ευθύς τότε εγερθείς από τον θρόνον ο Άγιος έλαβε θυμιατήριον, ευλογήσας δε τον Θεόν με την πρέπουσαν υμνωδίαν εχειροτόνησε την Ειρήνην διάκονον της Μεγάλης Εκκλησίας, ηξεύρων από Πνεύμα Άγιον, ότι ήτο καθαρά και άμωμος· έπειτα δε την εχειροτόνησε και Ηγουμένην. Διδάσκων δε πώς να πορεύεται, να καθοδηγή και να οδηγή τας αδελφάς εις νομήν σωτήριον, απέλυσεν εν ειρήνη την Ειρήνην και την λοιπήν αδελφότητα. Και αυταί μεν επορεύοντο χαίρουσαι, η δε Ειρήνη έκλαιε, νομίζουσα δια την πολλήν αυτής μετριότητα ότι έλαβε την αξίαν ανάξια. Αι δε λοιπαί εθαύμαζον και την επαρηγόρουν λέγουσαι· «Μη λυπήσαι δια την προστασίαν, Δέσποινα, ότι ημείς δεν εξερχόμεθα από την υπακοήν σου πώποτε, και θέλομεν σε βοηθεί κατά Θεόν ως δυνάμεθα». Αφού έφθασαν εις το Μοναστήριον, ηυχαρίστησαν τον Κύριον και εφιλεύθησαν. Έπειτα δε την συνώδευσαν εις το ηγουμενείον χαίρουσαι· η δε κλαίουσα έκλεισε την θύραν και πίπτουσα κατά γης προσηύχετο δακρύουσα και έλεγε· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ποιμήν ο καλός, η θύρα των προβάτων, ο οδηγός μας και διδάσκαλος, βοήθησόν με την δούλην σου, και τούτο το μικρόν ποίμνιόν σου, και λύτρωσαι ημάς από την αρπαγήν του νοητού λύκου. Ότι ηξεύρεις την ασθένειάν μας, ότι δεν έχομεν δύναμιν αφ΄ εαυτού μας να τελέσωμεν το αγαθόν, χωρίς της σης βοηθείας και χάριτος». Ούτως ηύχετο πολλήν ώραν προς Κύριον. Έπειτα στρέφει τον λόγον και προς τον εαυτόν της λέγουσα· «Άραγε, ταπεινή Ειρήνη, γνωρίζεις το φορτίον, όπου έθεσεν ο Χριστός επί των ώμων σου; Ψυχάς επιστώθης, δια τας οποίας ο Θεός εσαρκώθη και έγινεν άνθρωπος, και έχυσε το πανάχραντον και πολυτίμητον αυτού αίμα. Εάν μέλλη να δώση έκαστος, δια ψυχοβλαβή και αργόν λόγον προς τον Θεόν λόγον εν ημέρα κρίσεως, οποίαν κόλασιν μέλλεις να λάβης συ, όπου έλαβες τοσούτων ψυχών φροντίδα και μέριμναν, εάν αμελήσης εις αυτό, και κολασθή μία ψυχή εξ απροσεξίας σου; Της οποίας ψυχής δεν είναι όλος ο κόσμος αντάξιος, καθώς είπεν αυτός ο Κύριος· αγρύπνει λοιπόν και νήστευε, προσεύχου αι πρόσεχε από την σήμερον περισσότερον, να μη γίνη το ελάττωμά σου αφορμή απωλείας εις τινα αδελφήν, και πληρωθή ο λόγος του Θεού εις τον εαυτόν σου, όστις λέγει, ότι όταν οδηγή τυφλός τυφλόν, πίπτουσιν εις τον λάκκον αμφότεροι». Ούτως ηγωνίζετο η Αγία περισσότερον ημέρας πολλάς ευχομένη και νηστεύουσα, τόσας δε γονυκλισίας και μετανοίας έκαμνεν, ώστε διήρχετο όλην την νύκτα πολλάκις και δεν έδιδε της σαρκός ολίγην ανάπαυσιν, δια να σπλαγχνισθή τους πολλούς της κόπους ο Κύριος, να της δώση σύνεσιν, να κυβερνά την ποίμνην θεάρεστα. Ούτω δε πράγματι κατά τον πόθον της την εσόφιζεν ο Κύριος και εκυβέρνα τας αδελφάς θαυμασιώτατα, τας εδίδασκε δε με τόσην σοφίαν, ώστε επερίσσευεν εις το λέγειν τους διδασκάλους και ρήτορας· και προς πίστωσιν τούτου, ακούσατε ολίγα τινά από τα πολλά παραγγέλματα και τας νουθεσίας, τας οποίας έλεγεν η αξιομακάριστος. «Ηξεύρω καλά, εν Χριστώ αδελφαί και τίμια αναθήματα εις τον Θεόν, ότι δεν ήτο πρέπον και εύλογον να σας διδάσκω εγώ η αναξία και αγράμματος· αλλ’ επειδή τα κρίματα του Θεού είναι ανεξερεύνητα και ακατανόητα, και ωκονόμησεν η χάρις του να γίνω προεστώσα εγώ η ευτελής δούλη σας, παρακαλώ σας να με υπακούετε και να ακούετε τους λόγους της εμής ταπεινώσεως. Ότι εάν δεν φυλάξωμεν τους νόμους και τας τάξεις τούτου του σχήματος, όπερ φορούμεν, και δεν κάμωμεν όσα ενώπιον Θεού και Αγγέλων υπεσχέθημεν, ουδέν ωφελούμεθα. Καθώς και η πίστις χωρίς έργων είναι νεκρά, ως ηκούσαμεν. Ο Κύριος έταξε να μας δώση δια τον ολίγον κόπον, τον οποίον υπεμείναμεν εδώ προσκαίρως, ουρανών Βασιλείαν και ζωήν ατελεύτητον, τρυφήν ακήρατον και απόλαυσιν αιώνιον. Τας υποσχέσεις ταύτας του Κυρίου επιστεύσαμεν, ως έπρεπεν· όθεν αφήσαμεν τα του κόσμου τερπνά ως ψευδή και πρόσκαιρα δια να κληρονομήσωμεν τα αληθή και αιώνια. Λοιπόν εάν δεν φυλάξωμεν τας εντολάς του Κυρίου, άθλιαι ημείς και ταλαίπωροι· ότι και τα πρόσκαιρα εχάσαμεν, και των αιωνίων υστερούμεθα μετά των μωρών παρθένων, ως μωραί και ανάξιαι. Επειδή λοιπόν η ψυχή δεν δύναται να μερισθή εις δύο τμήματα, δηλαδή να έχωμεν τρυφήν και εγκράτειαν, υψηλοφροσύνην και ταπείνωσιν, ούτε τας άλλας αρετάς να αποκτήσωμεν, εάν δεν αφήσωμεν και μισήσωμεν όλως τα εναντία ελαττώματα, ας κοπιάσωμεν να διώξωμεν από την ψυχήν μας πάσαν κοσμικήν επιθυμίαν, δια να είναι και τα έσωθεν ημών ως τα έξωθεν· ότι αι αρεταί της ψυχής είναι από τας σωματικάς προτιμότεραι· και δεν μας ωφελεί ποσώς η νηστεία, η αγρυπνία, και αι άλλαι σκληραγωγίαι του σώματος, όταν λείψουν αι αρεταί του πνεύματος, ήτοι ταπεινοφροσύνη, σωφροσύνη, αγάπη, συμπάθεια, ελεημοσύνη προς τους πένητας και άλλα όμοια έργα χρηστά και θεάρεστα. Μετά δε ταύτα ας επιμελώμεθα και τας σαρκικάς αρετάς, να νηστεύωμεν το κατά δύναμιν». Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγεν η πάνσοφος, διδάσκουσα πολλάκις με σπλάγχνα μητρικά τα πνευματικά τέκνα της, τα οποία προθύμως τον λόγον εδέχοντα και εκαρποφορούσαν θαυμασιώτατα. Η δε Οσία βλέπουσα, ότι έκαμνε καρπόν πολύν εις τας ψυχάς αυτών με τας νουθεσίας της, έχαιρε και ηυχαρίστει τον Κύριον, τον οποίον ηγάπα εξ όλης ψυχής και δυνάμεως. Όθεν έχουσα εις Αυτόν πίστιν άδολον, και προς τας αδελφάς αγάπην υπέρμετρον, ετόλμησε και του εζήτησεν ένα μεγάλον και υπερφυέστατον χάρισμα· ήτοι να την αξιώση προορατικού χαρίσματος, να γνωρίζη τα απόκρυφα πταίσματα πασών των αδελφών ασφαλέστατα· και τούτο όχι δια ανθρώπινον έπαινον, αλλά δια να τας διορθώνη, ίνα μη κολάζωνται. Όθεν και ο Κύριος, βλέπων τον σκοπόν της ότι ήτο καλός, επήκουσεν αυτής τάχιστα και της έστειλεν από τους ουρανούς φωτοφόρον Άγγελον, όστις ήλθεν εις αυτήν με στολήν λευκήν εξαστράπτων. Η δε Αγία, όταν τον είδε, δεν εταράχθη, ούτε ποσώς εφοβήθη το παράδοξον του σχήματος, αλλά μάλλον εχάρη. Ο δε Άγγελος την εχαιρέτησε λέγων· «Χαίρε δούλη του Θεού πιστοτάτη και εύχρηστος· ο Κύριος με απέστειλεν εις διακονίαν σου, κατά την αίτησιν, την οποίαν του εζήτησας, δια εκείνους όπου μέλλει να σωθούν δια σου και με επρόσταξε να στέκωμαι πλησίον σου πάντοτε, να σου φανερώνω καθ’ ημέραν σαφώς τα απόκρυφα». Ταύτα ειπών ο Άγγελος, αυτός μεν έγινε δια την ώραν άφαντος. Η δε Οσία έπεσεν εις την γην μετ’ ευφροσύνης, ευχαριστούσα τον Κύριον· έκτοτε δεν έλειψεν απ’ αυτής ο Άγγελος, αλλά της εφαίνετο καθ’ εκάστην (ω παρρησίας θαυμασίας της Οσίας προς Κύριον! ) ως φίλος προς φίλον διαλεγόμενος, και της εφανέρωνε τα απόκρυφα έργα του καθ’ ενός, όχι μόνον των μοναζουσών εκείνων, αλλά και των λοιπών ανθρώπων, όσοι ήρχοντο να την βλέπουν, δια ν’ ακούουν τα χρυσά λόγια της. Όταν δε έβλεπε τινά, έχοντα πεπραγμένον κανέν ανόμημα, τον εδίδασκε πρεπόντως η Αγία δια την αιώνιον κόλασιν εις την οποίαν κατακρίνονται όσοι αποθάνουν αμετανόητοι· ανέφερε δε τότε ως παράδειγμα το αμάρτημα λέγουσα παραβολικώς, εξόχως δε όσοι πέσουν εις το δείνα ανόμημα. Φανερά όμως δεν ήλεγχε τον άνθρωπον, δια να μη τον καταισχύνη εις τους άλλους, αλλά με τρόπον κατάλληλον τον έφερεν εις μετάνοιαν. Προσηύχετο δε αφ’ εσπέρας έως την ώραν του Όρθρου, μετά δε την Ακολουθίαν εκοιμάτο μικρόν έως να εξημερώση· έπειτα μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν, και προσεκάλει μίαν προς μίαν τας αδελφάς εις εξομολόγησιν, όταν δε ετύχαινε καμμία, ήτις δεν έλεγε την αμαρτίαν της, της το έλεγεν η Οσία, καθώς την ενουθέτει ο Άγγελος πρότερον. Όθεν όλαι την ευλαβούντο ως Αγίαν και υπεράνθρωπον. Λοιπόν από ένα στόμα εις άλλο, έφθασεν εις την Πόλιν η φήμη της, και έκαστος έσπευδε να ίδη το τίμιον αυτής και σεβάσμιον πρόσωπον· και συνήγοντο εκεί καθ’ εκάστην Συγκλητικοί, άρχοντες, γυναίκες, παρθένοι, νέοι και γέροντες, τους οποίους εδίδασκεν η πάνσοφος με τοσαύτην σύνεσιν και κατάνυξιν, ώστε εμετανοούσαν δια τας αμαρτίας αυτών και εσώζοντο. Πανταχού δε το όνομα της θαυμασίας Ειρήνης ηκούετο. Αυτή δε η μακαρία ουδέποτε έλειπεν από την προσευχήν και ευχαριστίαν προς Κύριον. Οι δε δαίμονες την εβαρύνθησαν και συνήχθησαν μίαν νύκτα εις το κελλίον της, όπου προσηύχετο ισταμένη ορθία με τας χείρας προς τον ουρανόν υψωμένας, καθώς και πρότερον είπομεν, οίτινες εφώναζαν με τεταραγμένην φωνήν και άσχημον, δοκιμάζοντες οι παμπόνηροι να την εμποδίσουν από την προσευχήν, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Ένας δε από τους άλλους, ο αυθαδέστερος, επήγε πλησίον και την επεριγέλα ως μίμος, λέγων· «Ειρήνη ξυλίνη, όπου σε βαστάζουν ποδάρια ξύλινα, έως πότε θα θλίβης το γένος μας, να μας φλογίζης με τας προσευχάς σου και να μας δίδης τόσην λύπην και κάκωσιν»; Ομοίως και οι λοιποί εδείκνυον ότι ωδύροντο την συμφοράν αυτών και ετύπτοντο. Η δε Οσία ίστατο αφόβως εις τον τόπον της και δεν εσάλευε τελείως. Τότε ο αναίσχυντος δαίμων εκείνος ήναψε κερί από την κανδήλαν και έκαυσε την σκέπην της Αγίας και το κουκούλιον. Έπειτα έφθασεν η φλοξ έως κάτω, και κατέκαυσεν όχι μόνον το ένδυμα, αλλά και εις πολλά σημεία τας σάρκας της, ήτοι τους ώμους, το στήθος, τα νεφρά και την ράχιν της· και παρ’ ολίγον θα έκαιεν όλον το σώμα της, εάν δεν επρόφθανε μία αδελφή, ήτις έτυχε και προσηύχετο και αυτή ομοίως εις το κελλίον της. Αύτη ως ηννόησε την οσμήν της σαρκός και των ιματίων, τα οποία εκαίοντο, έδραμεν εις το κελλίον της Αγίας, και την βλέπει (θέαμα ξένον και φρικτόν θαυμάσιον! ) όλην κατακεκαυμένην, και όμως από τον τόπον της δεν εσάλευεν, αλλά ίστατο ως στήλη ακίνητος. Τότε εκείνη έσβυσε μεν ευθύς την φλόγα, εσάλευσε δε την Αγίαν ολίγον, ήτις κατεβίβασε τας χείρας λέγουσα· «Διατί μου επροξένησες τόσον κακόν, τέκνον μου, και τοιούτων αγαθών με εστέρησας; Δεν πρέπει να φρονώμεν τα των ανθρώπων, αλλά τα του Θεού. Έως την ώραν ταύτην επαραστέκετο έμπροσθέν μου Άγιος Άγγελος, όστις μου έπλεκεν ένα στέφανον από διάφορα άνθη, τοσούτον ευωδέστατα και θαυμάσια, όπου τοιαύτα ποτέ δεν εφάνησαν· όταν δε ήπλωσε το χέρι του να βάλη εις την κεφαλήν μου τον πολύτιμον εκείνον και ωραιότατον στέφανον, ήλθες συ και μου επεμελήθης εξ ευγνωμοσύνης της αγνωμοσύνης χείρονος· όθεν βλέπων σε ο Άγγελος έφυγε, και μου έδωκες λύπην και ζημίαν ανείκαστον». Η δε ταύτα ακούσασα έκλαυσεν. Έπειτα, καθώς ανέσπα τα τεμάχια των ράσων, άτινα ήσαν μισοκαυμένα και κολλημένα εις την σάρκα της, εξήρχετο τόση ευωδία, ώστε υπερέβαλλεν όλα τα μύρα και πολύτιμα αρώματα, η οποία ευωδία επλήρωσεν όλον το Μοναστήριον και την ησθάνοντο όλαι ημέρας πολλάς εις την όσφρησιν αυτών θαυμάζουσαι. Επειδή δε δεν είχεν η Οσία ιμάτιον δεύτερον, της έφερεν άλλο η μαθήτρια και την ενέδυσε, μετ’ ολίγας δε ημέρας ο των ψυχών και των σωμάτων ιατρός ιάτρευσε τα κεκαυμένα μέλη της, αυξάνων και το χάρισμα της προφητείας. Ερχόμενος δε ποτέ προς αυτήν εις ευνούχος της αδελφής της, ήτις ήτο γυνή του Καίσαρος Βάρδα, τον προσκάλεσε κρυφίως η Αγία και του λέγει· «Ειπέ της αδελφής μου, Κύριλλε (ούτως εκαλείτο ο ευνούχος), να ετοιμάση τα πράγματά της, ότι εις ολίγας ημέρας αποθνήσκει ο άνδρας της από επιβουλήν του βασιλέως Μιχαήλ. Μετ’ ολίγον δε και αυτός ο βασιλεύς δικαίως θέλει επιβουλευθή από άλλους δια τας ανοσίας πράξεις του και θα χάση την ζωήν του και το βασίλειον. Φυλάττεσθε δε να μη ομολογήσετε τινός ταύτα· μήτε τις από τους συγγενείς μας να τολμήση να εναντιωθή του βασιλέως, όστις μέλλει να ανέλθη εις τον θρόνον ούτε ποσώς να τον εμποδίση, έστω και εάν είναι και φόνων αίτιος, αλλ’ ο Θεός ως θεοσεβή τον επροτίμησε και ηυδόκησεν εις αυτόν. Όθεν δεν θέλει ωφελήσει εχθρός εις τον εαυτόν του». Ταύτα η αδελφή της Οσίας ακούσασα, ενικήθη από την αγάπην του ανδρός και του τα εφανέρωσεν. Ο δε ως υπερήφανος και ασύνετος ου συνήκεν, ούτε έδραμε προς τον Θεόν με δάκρυα να του ζητήση έλεος, αλλά έμεινεν αμέριμνος, μόνον εζήτει να μάθη εκείνου, όπου έμελλε να βασιλεύση, το όνομα· έστειλε δε πολλάς φοράς εις την Οσίαν μήνυμα να του το φανερώση, αλλ’ εκείνη δεν ηθέλησεν, έως ου εις ολίγας ημέρας εφόνευσεν αυτόν ο στρατός. Ομοίως και ο Μιχαήλ κατακοπείς, απέρριψε την ζωήν και εβασίλευσεν ο Μακεδών Βασίλειος. Φθάνουσι ταύτα ίνα φανερώσουν το προφητικόν της Οσίας χάρισμα, ας έλθωμεν δε εις τα λοιπά αυτής θαυματουργήματα. Μία γυνή ευγενής και πάγκαλος από την πόλιν της Οσίας, ήτοι την Καππαδοκίαν, ήτο αρραβωνιασμένη μετά τινος. Έπειτα μετενόησεν η γυνή και δεν τον ήθελε· δια να μη την ενοχλή δε, έφυγεν απ’ εκεί και εκαλογερεύθη εις το Μοναστήριον της Αγίας. Ο δε διάβολος φθονήσας ανέφλεγε τον μνηστήρα εις πολλήν αγάπην προς αυτήν και ανείκαστον έρωτα. Όθεν μη δυνάμενος εκείνος να την εξαγάγη από το Μοναστήριον, εμέθυσε τόσον  από τον έρωτα, ώστε εύρεν ένα μάγον, υπηρέτην του δαίμονος δοκιμώτατον, και του έταξε πολλά χρήματα, εάν φέρη την γυναίκα με τας μαντείας του εις το θέλημά του, να τον πάρη άνδρα της. Έκαμε λοιπόν ο μάντις εκεί εις την Καππαδοκίαν την τέχνην του. Η δε γυνή εξήλθεν από τον νουν της, και εγύριζεν όλον το Μοναστήριον φωνάζουσα και κράζουσα τον άνδρα της εξ ονόματος, ώμνυεν όρκους φοβερούς, ότι εάν δεν της ανοίξουν την θύραν, ίνα υπάγη να τον εύρη, θα επνίγετο. Ταύτα η Οσία ακούσασα έκλαιε και τύπτουσα το πρόσωπον έλεγεν· «Οίμοι τη αθλία, ότι δια την αμέλειαν των βοσκών αρπάζουσιν οι λύκοι τα πρόβατα. Αλλά ματαίως κοπιάς, πονηρέ διάβολε, ότι ο Χριστός δεν σε αφήνει να καταπίης την αμνάδα μου». Τότε συνάγει πάσαν την αδελφότητα, αφού δε τας εδίδαξε και ενουθέτησε να φυλάσσωνται από τας πανουργίας του δαίμονος, επρόσταξε να νηστεύσουν όλαι όλην την εβδομάδα, προς Θεόν ευχόμεναι, και να κάμνουν δια την αδελφήν καθ’ ημέραν μετανοίας χιλίας με δάκρυα. Ούτως εκάστη εις το κελλίον της ηύχετο. Κατά δε την τρίτην νύκτα βλέπει η Αγία, εκεί όπου ηύχετο το μεσονύκτιον, έμπροσθεν αυτής τον μέγαν Βασίλειον, και της λέγει· «Διατί μας ονειδίζεις, Ειρήνη, ότι αφήνομεν και γίνονται εις την πατρίδα μας τα μιαρά και ανόσια; Όταν εξημερώση παράλαβε την ασθενή σου μαθήτριαν να την οδηγήσης εις τας Βλαχέρνας, εκεί δε θέλει έλθει να την ιατρεύση η μήτηρ του Δεσπότου Χριστού, ήτις έχει την δύναμιν». Ταύτα ειπών ο Άγιος έγινεν άφαντος. Η δε Αγία επήρε την πάσχουσαν και δύο αδελφάς προκρίτους, απελθούσα δε εις τον ρηθέντα Ναόν των Βλαχερνών προσηύχοντο όλην την ημέραν με δάκρυα· περί δε το μέσον της νυκτός εκ του κόπου απεκοιμήθησαν. Βλέπει τότε εις τον ύπνον της η Αγία λαόν πολύν, οίτινες ητοίμαζον τους δρόμους χρυσοφορεμένοι και πάμφωτοι, ραντίζοντες με ευωδέστατα άνθη και θυμιάζοντες. Τότε η Αγία ηρώτησεν αυτούς, διατί έκαμναν τόσην ετοιμασίαν και πρόοδον. Οι δε απεκρίθησαν ότι η Μήτηρ του Θεού έρχεται, ετοιμάσου δε και συ να αξιωθής να την προσκυνήσης, τότε ήλθε και η Παντάνασσα ακολουθούντων αυτήν αστραπηφόρων πλήθους αμετρήτου. Το δε θείον αυτής και σεβάσμιον πρόσωπον εξέχεε τόσην λάμψιν, ώστε δεν ηδύνατο να το βλέπη άνθρωπος. Αφού δε είδεν όλους τους αρρώστους η Δέσποινα, ήλθε και εις την μαθήτριαν της Ειρήνης. Τότε πίπτει εις τους αχράντους πόδας της Παναγίας η Αγία έμφοβος όλη και έντρομος· ήκουσε δε ότι εφώνησεν η Θεοτόκος τον μέγαν Βασίλειον, και τον ηρώτησε δια την Ειρήνην, τι εχρειάζετο. Όστις είπεν όλην την υπόθεσιν ως άνωθεν. Τότε λέγει πάλιν η Δέσποινα· «Καλέσατε την Αναστασίαν», και όταν ήλθεν, είπε προς αυτήν· «Υπάγετε με τον Βασίλειον εις την Καισάρειαν, εξετάσατε με επιμέλειαν, και να θεραπεύσητε ταύτην την κόρην, ότι εις σας ο Υιός και Θεός μου ταύτην την χάριν εχάρισε». Τότε προσκυνήσαντες την Θεοτόκον η Αναστασία και ο Βασίλειος ανεχώρησαν μετά σπουδής, να τελέσουν το προστασσόμενον· φωνή δε εγένετο προς την Οσίαν λέγουσα· «Ύπαγε εις το Μοναστήριόν σου, και εκεί θέλει θεραπευθή». Όταν λοιπόν εξύπνησεν εφανέρωσε προς τας άλλας την όρασιν· όθεν ανεχώρησαν χαίρουσαι. Ήτο δε ημέρα Παρασκευή και την ώραν του Εσπερινού συνήχθησαν όλαι εις τον Ναόν· λέγουσα δε την οπτασίαν η Οσία, επρόσταξε να σηκώσουν όλαι προς τον ουρανόν τας χείρας και τα όμματα, να φωνάζουν το, Κύριε ελέησον! Εξ όλης καρδίας με δάκρυα. Μετά πολλήν ώραν, όταν εβράχη όλον το δάπεδον του Ναού από τα δάκρυα, εφάνησαν εις τον αέρα πετόμενοι (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ παντοδύναμε! ) η καλλιμάρτυς Αναστασία και ο μέγας Βασίλειος· φωνή δε από τούτους εξήλθε λέγουσα· «Άπλωσον, Ειρήνη, τας χείρας σου, δέξου ταύτα και μη μας ονειδίζης πλέον άδικα». Ταύτα της είπεν ο μέγας Βασίλειος, διότι ενώπιον της εικόνος του ηύχετο η Αγία, και του έλεγε να διώξη τους μάγους από την Καισάρειαν. Απλώσασα τότε η Αγία τας αγίας χείρας της υπεδέχθη από του αέρος ερχόμενον εν δέμα, όπερ εζύγιζε τρεις λίτρας· όταν δε το έλυσαν, εύρον εντός αυτού διαφόρους μαντείας και κακουργήματα, σπάγγους, τρίχας, μολύβια, καταδέσματα, και γραμμένα ονόματα δαιμόνων. Εξόχως δε είχον δύο μικρά είδωλα από μόλυβδον, εις το ένα του ανδρός το ομοίωμα, και το άλλο της Μοναχής, ήσαν δε το εν μετά του άλλου κολλημένα ως αμαρτάνοντες. Αι δε Μοναχαί εθαύμασαν, και έμειναν όλην την νύκτα ευχαριστούσαι την Παντοδύναμον Άνασσαν. Το πρωϊ έστειλεν η Αγία εις τας Βλαχέρνας δύο Μοναχάς και την πάσχουσαν· έδωσε δε εις αυτάς και τα προαναφερθέντα μαγικά κακουργήματα, ως και έλαιον με προσφοράν, ίνα λειτουργήση ο Προσμονάριος. Ούτος μετά την ιερουργίαν έχρισε την ασθενή από το έλαιον της κανδήλας· έπειτα έβαλε τα μαγικά εις τους άνθρακας· καθώς δε εκείνα εκαίοντο, ελύοντο και τα αόρατα δεσμά της Μοναχής, και ήλθεν εις τον νουν της δοξάζουσα τον Θεόν, όστις την ελύτρωσεν. Όταν δε διελύθησαν τελείως τα είδωλα, εξήρχοντο φωναί μεγάλαι από τους άνθρακας, καθώς φωνάζουν οι χοίροι όταν τους σφάζουσιν. Οι δε παρόντες, ορώντες και ακούοντες ταύτα, έφυγον έντρομοι δοξάζοντες τον Θεόν, όστις κάμνει τοιαύτα παράδοξα. Είτα έστρεψαν αι Μοναχαί εις το Μοναστήριον, διηγούμεναι προς τας άλλας και ταύτα τα ύστερα θαυμασιουργήματα. Η δε ταπεινόφρων Ειρήνη, όσον έβλεπε ότι την ηυλαβούντο δια τας αγίας πράξεις της, τόσον αυτή κατέκρινε τον εαυτόν της, και δεν έλειψαν ποτέ από τους οφθαλμούς της τα δάκρυα. Μάλιστα δε εις την λειτουργίαν, όταν εθυσίαζεν ο ιερεύς τον Θεόν εις την θείαν τράπεζαν. Ότι συλλογιζομένη πως ο αόρατος και αθάνατος Θεός κατεδέχθη να γίνη άνθρωπος, και να σταυρωθή δια την αγάπην μας, ετοιμάσας αυτά τα θεία Μυστήρια, δια να τον μεταλαμβάνωμεν, κατενύγετο τόσον, ώστε δεν ηδύνατο να κρατή το πένθος και εσκέπαζε το πρόσωπόν της δια να μη την βλέπωσιν, έκλαιε δε ώσπερ να ήτο ληστής και κακούργος, όστις έπραξεν έργα παράνομα. Αλλά ας είπωμεν και άλλο θαυματούργημα. Νέος τις, Νικόλαος ονόματι, εκαλλιέργει τον αμπελώνα του Μοναστηρίου εκείνου της Αγίας. Ούτος ηγάπησε μίαν από εκείνας τας Μοναχάς, δεν είχε δε ημέραν και νύκτα ποσώς ανάπαυσιν, αλλά εζήτει τρόπον να τελέση την επιθυμίαν του. Εις τούτο δε τον παρεκίνει ο δαίμων, δια να λυπήση την Αγίαν ο εναγέστατος· τόσον δε τον εσκότισε μίαν νύκτα, ώστε έδραμε προς το Μοναστήριον, νομίζων δε ότι εύρε την θύραν ανοικτήν, επήγεν εις το κελλίον της Μοναχής, την οποίαν ηγάπα· του εφάνη δε κατά φαντασίαν δαίμονος πως έπεσε μετ’ αυτής εις το στρώμα και έκαμνε την επιθυμίαν του, αυτός όμως ο ταλαίπωρος έπεσεν εις την γην και συνετρίβη. Όχι δε μόνον το σώμα του επληγώθη, αλλά και ο δαίμων, ευρίσκων αυτόν εις την κακήν γνώμην, εισήλθεν εις τα εντόσθιά του και τον ετάρασσε. Το πρωϊ λοιπόν, όταν ήνοιξεν η θυρωρός και τον είδε ότι έκειτο απ’ έξω δαιμονιζόμενος, αφρίζων το στόμα και συντριβόμενος, το ανήγγειλε προς την Αγίαν, ήτις εγνώρισε την αιτίαν, πίπτουσα δε εις προσευχήν έλεγε· «Ευλογητός ο Θεός, όστις δεν μας αφήκε να γίνωμεν θήρα και θύματα του δαίμονος». Τον έστειλε τότε εις τον Ναόν της Αγίας Αναστασίας να ιατρευθή τάχα εκεί δια να φύγη τον ανθρώπινον έπαινον· εις ολίγας δε ημέρας φαίνεται εις το όραμα της Ειρήνης η Αναστασία και της λέγει· «Δια να με πειράξης μου έστειλες αυτόν τον δαιμονιζόμενον; Ήξευρε, αδελφή μου ηγαπημένη, ότι μόνον συ δύνασαι να του δώσης την ίασιν». Έστειλε τότε η Αγία και τον έφεραν ούτω δεδεμένον καθώς ευρίσκετο. Αλλά δεν τον εθεράπευσε σύντομα, δια να μη γνωρισθή το θαυμάσιον, αλλά τον έδεσαν εις μίαν κολώναν της Εκκλησίας, έκαμνε δε ομού με τας άλλας καθ’ ημέραν προσευχήν δι’ εκείνον. Όταν δε ελειτούργησεν ο ιερεύς και απέθεσε τα Άγια μετά την μεγάλην είσοδον ηγριώθη πολλά ο δαιμονιζόμενος· κόψας δε την άλυσον, έδραμεν εις το Άγιον Βήμα και αρπάσας τον ιερέα τον εδάγκασεν εις τον ώμον ως να φάγη τας σάρκας του. Προφθάσασα τότε η Αγία τον επρόσταξε να μείνη ακίνητος, αυτός δε, όταν την είδεν, ετρόμαξε, θέλων δε να φύγη, δεν ηδύνατο ποσώς να σαλεύση από τον τόπον του, επειδή εκρατείτο αοράτως με το πρόσταγμα της Αγίας από δυνατωτέραν άλυσον. Όταν δε η λειτουργία ετελείωσεν, έμεινεν η Αγία μοναχή εις την Εκκλησίαν με τον δαιμονιζόμενον και πίπτουσα εις την γην έκαμε προς Κύριον δέησιν. Έπειτα ηγέρθη και εξήταζε τον δαίμονα, και επρόσταξε να είπη την αιτίαν και τον τρόπον, πως εισήλθεν εις εκείνον τον άνθρωπον. Τότε αυτός και μη θέλων έδωκε αληθινήν απόκρισιν εις πάσαν ερώτησιν, υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενος. Κατόπιν επρόσταξεν αυτόν η Αγία να εξέλθη από τον άνθρωπον ο μισάνθρωπος. Όθεν σπαράξας αυτόν τον έρριψεν εις την γην και έφυγεν. Η δε Αγία ήγειρεν αυτόν, και τον εδίδαξε να φυλάσσεται από την πολυφαγίαν και πολυποσίαν πάντοτε, να μη λείπη από την Εκκλησίαν τας εορτάς, και να προσεύχεται ακατάπαυστα, δια να μη εύρη πάλιν ο δαίμων ευκαιρίαν να του δώση ενόχλησιν. Εάν δε τον ερωτήσουν τις τον ιάτρευσε, να λέγη: «ο παντοδύναμος Κύριος δια πρεσβειών των Αγγέλων του». Ούτως αυτός μεν απήκθεν ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, η δε θαυματουργός έμεινεν αγωνιζομένη ως και το πρότερον. Προσηύχετο δε τακτικά η Αγία έχουσα υψωμένας προς τον ουρανόν τας χείρας, άλλοτε ένα ημερονύκτιον, άλλοτε δύο ή τρία ή και μίαν εβδομάδα ολόκληρον. Όταν δε ήθελε να καταβιβάση τας χείρας της δεν ηδύνατο, ότι από την πολυκαιρίαν της εκστάσεως εκρατούντο εις τους ώμους και εις τους αγκώνας και τας αρθρώσεις· όθεν προσεκάλει καμμίαν αδελφήν και την εβοήθει, όταν δε τας κατεβίβαζεν εκτυπούσαν οι αρμοί δυνατά, ώστε ηκούετο από μακράν ο κρότος. Την δε Αγίαν Τεσσαρακοστήν δεν έτρωγεν έως το Πάσχα, ούτε άλλο βρώσιμον ειμή μόνον ολίγα οπωρικά και λάχανα μίαν φοράν την εβδομάδα και νερόν ολιγώτατον. Όθεν από την πολλήν εγκράτειαν δεν έμεινεν ειμή μόνον το δέρμα και τα οστά. Τας δε δεσποτικάς εορτάς ηγρύπνει όλην την νύκτα, και δεν εκοιμάτο τελείως, αλλά προσηύχετο κατά μόνας και έψαλλε· πολλάκις δε εξήρχετο εις την αυλήν το μεσονύκτιον, και έκαμε προσευχήν με πολλήν κατάνυξιν. Ότι βλέπουσα τα άστρα, το κάλλος του ουρανού και το μέγεθος, εχαίρετο δοξάζουσα τον Κτίστην, όστις με τόσην σοφίαν τα έκαμε. Κατά θείαν δε οικονομίαν, δια να μη μείνη αμάρτυρος μία μεγάλη θαυματουργία, όπου έγινε πολλάκις εις το προαύλιον, έτυχε και εξήλθε μίαν νύκτα αδελφή τις από το κελλίον της ήσυχα και βλέπει την Αγίαν όπου προσηύχετο, χωρίς να εγγίζουν εις την γην οι πόδες της, αλλά εστέκετο εις τον αέρα δύο πήχεις επάνω· και πλησίον της ήσαν δύο κυπαρίσσια υψηλότατα, τα οποία έκλιναν τας κορυφάς των έως την γην, και περιέμενον ούτω (ω εξαισίου τερατουργήματος!) όσην ώραν η Αγία ηύχετο· όταν δε αυτή ηγέρθη, επήγε και εις τα δύο και εγγίζουσα τας κορυφάς αυτών τα ηυλόγησε σταυροειδώς, τότε δε υψώθησαν και αυτά και έστρεψαν εις την στάσιν των. Βλέπουσα η Μοναχή τοιούτον φρικτόν και θαυμάσιον θέαμα εφοβήθη και έτρεμε, νομίζουσα φάντασμα τα βλεπόμενα, επειδή τρεις ώραι παρήλθον όπου το έβλεπεν. Όθεν, δια να πιστωθή την αλήθειαν, έδραμεν εις το κελλίον της Αγίας· και όταν είδε πως δεν ήτο ψεύμα, εβεβαιώθη ότι δεν έβλεπε φάντασμα, αλλά αληθινόν θαυματούργημα. Πλην τότε μεν εφοβήθη και δεν το εφανέρωσε τινός. Μετά δε ημέρας τινάς είδον αι Μοναχαί εις τας κορυφάς εκείνων των κυπαρίσσων κρεμασμένα δύο μανδήλια, τα οποία εκείνη η μακαρία εις δόξαν Θεού εκρέμασεν. Επειδή πολλάς φοράς έκλινον τας κορυφάς, ως άνωθεν, προσκυνούντα αυτήν. Λοιπόν ηρώτα η μία την άλλην, τις και πότε και πως ηδυνήθη να ανέβη εις τόσον ύψος να δέση εκεί τα μανδήλια. Τότε η Μοναχή, ήτις είδεν ως άνωθεν το θαυμάσιον, το διηγήθη εις όλας, αι οποίαι έφριξαν, από δε την χαράν των εδάκρυσαν, και την ωνείδισαν, διότι δεν τας εξύπνησε και αυτάς να ίδωσι τοιούτον εξαίσιον θέαμα. Όταν δε το έμαθεν η Αγία, ότι η άνωθεν Μοναχή το εδημοσίευσεν, εσκανδαλίσθη και την εκανόνισε λέγουσα· «Εάν με έβλεπες να αμαρτήσω ως άνθρωπος, ήθελες φανερώσει και την αμαρτίαν μου»; Η δε έπεσεν εις την γην έμφοβος, ζητούσα συγχώρησιν. Τότε η Αγία είπε προς αυτήν και εις τας άλλας μετά βαρείας επιτιμήσεως να μη τολμήση καμμία πλέον να φανερώση τινός κανένα θαυμάσιον, όσον καιρόν ζήση η Αγία εις τούτον τον κόσμον· ότι πολλά όμοια σημεία ετέλεσεν, αλλά δεν τα εφανέρωσαν, φοβούμεναι το επιτίμιον της Αγίας. Την πρώτην του Ιανουαρίουείχε συνήθειαν η Αγία να εορτάζη τον μέγαν Βασίλειον, διότι τον είχεν, ως συμπολίτην, εις πολλήν ευλάβειαν. Αφού ο ιερεύς ελειτούργησε και εξήλθεν, είπεν, ότι εις το Άγιον Βήμα ήτο ένας μυς (ποντικός) και εμόλυνε τα ιερά σκεύη, και να κάμουν τρόπον να τον φονεύσωσιν. Η δε Αγία απήλθεν εις το κελλίον της και έκαμε προσευχήν και δι’ αυτό το μικρόν επιζήμιον. Όταν λοιπόν εφιλεύθη ο ιερεύς και ήθελε να φύγη, έστειλεν η Ηγουμένη την Εκκλησιάρχισσαν και της λέγει· «Ύπαγε εις την θύραν του αγίου Βήματος, λάβε τον μυν, όστις κείται νεκρός και ρίψε τον έξω». Τότε επήγε και ο ιερεύς να προσκυνήση· βλέπων δε νεκρόν τον μυν, έλεγε· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού». Αυτήν την ημέραν, την τετάρτην φυλακήν της νυκτός, ήλθε φωνή προς την Οσίαν αοράτως, λέγουσα· «Υπόδεξαι τον ναύκληρον, όστις σου φέρει τα οπωρικά σήμερον, φάγε δε αυτά χαίρουσα και η ψυχή σου αγαλλιάσεται». Όταν δε έψαλλον τον όρθρον, έστειλε δύο καλογραίας λέγουσα· «Υπάγετε εις την θύραν, εμβάσατε μέσα τον ναύτην, τον οποίον θα εύρητε άξω». Όταν ήλθεν εις την Οσίαν ο άνθρωπος, επροσκύνησε ο εις τον άλλον και προσευξάμενοι εκάθισαν. Έπειτα τον ηρώτησεν η Αγία πως ήλθεν έως εκεί· ούτος δε είπεν εις αυτήν· «Ναύτης είμαι, Κυρία μου, από την νήσον της Πάτμου, εισήλθον δε εις πλοίον, δια να έλθω εδώ εις την Πόλιν δια τινα υπηρεσίαν μου· όταν δε είμεθα εις την άκραν της νήσου μου ταξειδεύοντες, βλέπομεν εις την γην ένα ωραίον και θεοειδή γέροντα, όστις μας εφώναξε να τον περιμένωμεν. Ημείς δε μη δυνάμενοι να στέκωμεν, διότι είμεθα πλησίον της γης εις τους βράχους και ο άνεμος αρκετός, ετρέχομεν. Όθεν εκείνος εφώναξε δυνατώτερα, προστάσσων το πλοίον να σταθή· παρευθύς δε εστάθημεν (ω του θαύματος!) έως ου ήλθεν ο γηραιός εκείνος περιπατών εις τα κύματα· όταν δε έφθασεν εις το πλοίον, εξήγαγε τρία μήλα από το στήθος του και μου τα έδωκε, λέγων· «Όταν φθάσης εις την βασιλεύουσαν Πόλιν, δος αυτά του Πατριάρχου, και ειπέ του, πως του τα έστειλεν ο πανάγαθος Θεός και ο δούλος του Ιωάννης από τον Παράδεισον». Έπειτα πάλιν εξήγαγεν άλλα τρία όμοια και μου λέγει· «Ταύτα δώρησαι της Ηγουμένης του Χρυσοβαλάντου, Ειρήνης ονόματι, και ειπέ της· «Φάγε απ’ εκείνα, όπου η καλή σου ψυχή επεθύμησεν· ότι τώρα έρχομαι από τον Παράδεισον και τα έφερα». Ούτως ειπών, ηυλόγησε τον Θεόν και μας ηυχήθη· ευθύς τότε το μεν πλοίον εκίνησεν, αυτός δε έγινεν άφαντος. Έδωσα τα τρία του Πατριάρχου· όθεν έφερα και της αγιωσύνης σου τα υπόλοιπα». Ταύτα η Οσία ακούσασα από την χαράν της εδάκρυσε και πολλάς ευχαριστίας απέδωκε προς τον ηγαπημένον μαθητήν του Χριστού και Απόστολον. Τότε εξήγαγε και τα μήλα ο ναύκληρος από ένα μεταξωτόν και χρυσοϋφαντον μανδήλιον, όπου τα είχε φυλαγμένα εντίμως, ως θεία πράγματα, και τα έδωκε της Οσίας με πολλήν ευλάβειαν. Τόσον δε επερίσσευαν τα μήλα ταύτα του Παραδείσου από τα πρόσκαιρα και γήϊνα μήλα εις ταύτα τα τρία χαρίσματα, ήτοι εις την ωραιότητα, εις την ευωδίαν και εις το μέγεθος, ώστε ήσαν εξαίσιον θέαμα. Και τούτο δεν είναι πράγμα απίστευτον, επειδή ήσαν από τον Παράδεισον. Μετά τούτο ο μεν ναύτης λαβών από την Αγίαν ευλογίαν και συγχώρησιν ανεχώρησεν, εκείνη δε ενήστευσε μίαν εβδομάδα ευχαριστούσα τον Κύριον δια την δωρεάν ταύτην, όπου της έστειλεν. Έπειτα εις δόξαν αυτού ήρχισε και έτρωγεν από ένα μήλον καθ’ ημέραν ολίγον, χωρίς να γευθή άρτον ή λάχανα ή άλλο τι βρώσιμον, ούτε καν ύδωρ έπιεν, έως ημέρας τεσσαράκοντα (40) και τόση ευωδία εξήρχετο από το στόμα της ανά πάσαν ώραν όπου έτρωγε εξ αυτού, ώστε επλήρωσεν όλας τας οσφρήσεις των αδελφών και όλον το Μοναστήριον, ώσπερ να κατεσκεύαζον καθ’ ημέραν μύρα και αρώματα πολύτιμα, όλος δε ο αέρας επληρούτο από την θαυμασίαν ταύτην τερπνότητα του Παραδείσου. Μετά ταύτα, όταν ήλθεν η αγία και μεγάλη Πέμπτη, επρόσταξεν η Αγία τας αδελφάς να κοινωνήσουν όλαι τα θεία Μυστήρια· μετά δε την αγίαν Μετάληψιν ετεμάχισε το δεύτερον μήλον και έδωκεν εις εκάστην ένα τεμάχιον και το έφαγαν, αλλά δεν ήξευραν τι ήτο· μόνον την ευωδίαν και γλυκύτητα ησθάνοντο εις το στόμα των και εθαύμαζον, μάλιστα δε διότι ησθάνοντο εις την ψυχήν, όταν το έτρωγαν, πολλήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Το δε έτερον μήλον εφύλαξεν ως φυλακτήριον πολύτιμον, καθ’ εκάστην δε το ωσφραίνετο εις απόλαυσιν της ψυχής της και αγαλλίασιν. Την δε μεγάλην Παρασκευήν, όπου έπαθεν ο Δεσπότης μας, είδεν η Οσία έκστασιν· ήτοι καθώς έψαλλον αι αδελφαί τα άγια Πάθη με πολλήν κατάνυξιν, βλέπει και ήλθαν εις την Εκκλησίαν ασπροφόροι αναρίθμητοι, όλοι νέοι ωραιότατοι και φωτοειδέστατοι· κρατούντες δε εις τας χείρας κιθάρας, έψαλλον ύμνους εις δόξαν Χριστού με μελωδίαν εναρμόνιον, γλυκυτάτην και θαυμάσιον. Εβάσταζον δε και φιάλας, αι οποίαι ήσαν πλήρεις μύρου, τας οποίας εκένωσαν εις την αγίαν Τράπεζαν· τόση δε ευωδία εξήρχετο, ώστε επλήρωσεν όλον το Μοναστήριον. Έπειτα βλέπει μέγαν τινά άνθρωπον, ωραίον και αστραπόμορφον, του οποίου έλαμπε το πρόσωπον ως ο ήλιος και τον οποίον οι επίλοιποι προϋπήντησαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν. Ούτος τους έδωκε μίαν σινδόνα ωραίαν και πολύτιμον, να σκεπάσουν τα μύρα επιμελέστατα επάνω εις την αγίαν Τράπεζαν. Τότε ο Άγγελος, όστις επερίμενεν εις το θυσιαστήριον, εφώναξε προς τον μέγαν εκείνον με λύπην πολλήν και κατήφειαν, λέγων· «Έως πότε, Κύριε»; Και φωνή ηκούσθη λέγουσα· «Έως να έλθη ο δεύτερος Σολομών, να ενωθώσι τα άνω με τα κάτω, να γίνουν αμφότερα εν· τότε και ο Κύριος εις τούτον τον τόπον θα υψωθή και θα μεγαλυνθή της δούλης του το μνημόσυνον». Ταύτα η φωνή λέγουσα, εφώνησαν οι λευκοφόροι το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ», ούτω δε ψάλλοντες ανήλθον εις τα ουράνια. Η δε Αγία συλλογιζομένη τι εδηλούσαν, εννόησεν, ότι η όρασις εφανέρωσε πως ούτε αυτή θέλει δοξασθή ούτε το Μοναστήριον, έως να ζουν αι ταύτης μαθήτριαι. Καθώς αυτή προ ολίγων ημερών παρεκάλεσε τον Κύριον, να μη την δοξάση εις τους ανθρώπους εδώ πρόσκαιρα, αλλά μόνον εις την Βασιλείαν του αιώνια· τούτο δε το όμοιον εδίδασκε και τας αδελφάς, ούτω λέγουσα· «Φεύγετε την τιμήν των ανθρώπων, όσον δύνασθε· ότι η ψυχή, η οποία ορέγεται τιμήν ανθρώπινον, δεν αξιώνεται να την δοξάση ο Κύριος». Άλλοτε την παρεκάλει μία αδελφή ασθενής με απλότητα να της δώση την υγείαν του σώματος. Η δε Οσία εσύναξεν όλην την αδελφότητα, και λέγει· «Πιστεύσατέ μοι, ότι εάν είχον παρρησίαν τινά προς τον Θεόν, θα παρεκάλουν να είμεθα όλας τας ημέρας της ζωής μας άρρωστοι, διότι ηξεύρω πόσην ωφέλειαν έχει η ψυχή από την ασθένειαν του σώματος και μάλιστα όταν ευχαριστή τον Θεόν ο άρρωστος, και δοξάζη Αυτόν και ομολογή ότι δικαίως παιδεύεται». Αλλά ας είπωμεν άλλο ένα ή δύο θαυμάσια, τα οποία ετέλεσεν έτι ζώσα η Αγία, και τότε να τελειώσωμεν με την τελείωσιν της Οσίας και την διήγησιν. Τινές κακότροποι άνθρωποι διέβαλον προς τον βασιλέα δια τον φθόνον των ένα συγγενή της Αγίας, μεγάλον άρχοντα. Ούτος ήτο εις την αξίαν ένδοξος, εις δε το γένος λαμπρός και περιφανέστατος· τούτον ο βασιλεύς εφυλάκισεν εις τόπον σκοτεινόν του παλατίου, εμελέτα δε να τον βυθίση εις την θάλασσαν, να μη ακουσθή τελείως ούτε να αξιωθή ενταφιάσεως. Διότι του είπον ψεύματα, ότι επιβουλεύετο τον αυτοκράτορα, δια τούτο εμελέτα να τον φονεύση. Μη δυνάμενοι να του βοηθήσουν με άλλον τρόπον οι συγγενείς και φίλοι του, έδραμον εις την Αγίαν κατακοπτόμενοι· προσπίπτοντες δε εις τους πόδας αυτής, εδέοντο με θερμότατα δάκρυα να λυπηθή τον συγγενή και ηγαπημένον της, να τον λυτρώση από τον άδικον θάνατον. Η δε στενάξασα ωε συμπαθής εδάκρυσε και τους παρηγόρησε λέγουσα· «Μη λυπείσθε, αλλά υπάγετε εις τον οίκον σας, ελπίζοντες εις τον Κύριον, και αυτός του δίδει βοήθειαν». Εκλείσθη τότε εις το κελλίον της και εδέετο του Θεού να βοηθήση τον αδικημένον τάχιστα. Ο δε Κύριος, όστις κάμνει το θέλημα των δούλων αυτού, παρευθύς της επήκουσε και ελύτρωσε τον άρχοντα με τούτον τον τρόπον θαυμασιώτατα. Όταν εκοιμάτο ο βασιλεύς, το μεσονύκτιον, είδε την Αγίαν Ειρήνην πρώτον εις το όραμά του, έπειτα δε και οφθαλμοφανώς, και του λέγει ταύτα με μεγάλην φωνήν φοβερίζουσα· «Βασιλεύ, έγειραι παρευθύς να λυτρώσης εκείνον, όπου εφυλάκισες άδικα, ότι τον εσυκοφάντησαν αδίκως δια τον φθόνον των. Ει δε και δεν μου ακούσης, εγώ θα παρακαλέσω τον Βασιλέα των ουρανών κατά σου, να σε θανατώση και να δώση των θηρίων και των πετεινών τας σάρκας σου». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς εθυμώθη και της λέγει· «Τις είσαι συ, ήτις με φοβερίζεις; Και πως ετόλμησες να έλθης τοιαύτην ώραν εις την στρωμνήν μου με τόσην προπέτειαν»; Η δε απεκρίνατο· «Εγώ είμαι η Ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου, Ειρήνη ονόματι». Ταύτα δε ειπούσα, δύο φοράς τον εκέντησεν εις την πλευράν· όθεν από τον πόνον εξύπνησεν οργιζόμενος και την βλέπει (ω  των θαυμασίων σου, Χριστέ παντοδύναμε!) έμπροσθεν αυτού, και του λέγει πάλιν τα ίδια. Είτα εξήλθεν από την θύραν και ανεχώρησεν. Ο δε βασιλεύς φοβηθείς εφώναξε και συναχθέντες οι δούλοι του ηρώτα τον παρακοιμώμενον, εάν είδε την Μοναχήν, όπου εξήλθεν την ώραν ταύτην από το δωμάτιον· εκείνος δε θαυμάζων ώμοσεν, ότι ήσαν όλαι αι θύραι κεκλεισμέναι και αι κλείδες εις το στρώμα του. Τότε ο βασιλεύς ηννόησεν ότι ήτο από τον Θεόν η όρασις· όθεν το πρωϊ επρόσταξε και έφεραν τον κατάδικον και τον εξήταζε δια την επιβουλήν, ως και διατί έκαμε την νύκτα μαντείας δια να αποφύγη τον θάνατον; Ο δε απεκρίνατο· «Ούτε μαντείαν έπραξα πώποτε, ούτε την βασιλείαν σου επεβουλεύθην, μάρτυς μου ο Κύριος». Τότε επράϋνε τον θυμόν ο βασιλεύς και του λέγει πραεία τη φωνή. «Γνωρίζεις την Ηγουμένην του Χρυσοβαλάντου»; Του λέγει· «Ναι, συγγενής μου είναι, και δούλη του Χριστού ενάρετος». Λέγει ο βασιλεύς· «Αν στείλω άνθρωπον θα την εύρη εκεί»; Του λέγει ο κατάδικος· «Δεν εξέρχεται από το Μοναστήριον ουδέποτε». Τότε έστειλε μεγιστάνας τινάς και άρχοντας με ζωγράφον επιστήμονα να ιστορήσουν την όψιν της, δια να βεβαιωθή την αλήθειαν, τον δε κατάδικον εφυλάκισε. Ταύτα πάντα εγνώριζε και η Αγία από την χάριν του Πνεύματος· όθεν, όταν ετελείωσαν τον Όρθρον, είπεν εις τας αδελφάς· «Ταύτην την νύκτα είδον όνειρον, ότι έστειλεν εδώ ο βασιλεύς τόσους άρχοντας, ώστε εγέμισεν η αυλή πλήθος άπειρον· αλλά μη φοβηθήτε όταν έλθωσιν, ότι ο Κύριος οικονομεί το συμφέρον μας». Εις ολίγην ώραν και οι απεσταλμένοι έφθασαν. Η δε Οσία εισήλθεν εις τον Ναόν και ειδοποίησε τους άρχοντας να υπάγουν εκεί να ομιλήσωσι· εισελθόντες δε εκείνοι την επροσκύνησαν. Καθώς δε ηγέρθησαν, εξήλθεν από το πρόσωπόν της αστραπή μεγάλη, ώστε έπεσον εις τα οπίσω οι άρχοντες, μη υποφέροντες την λαμπρότητα. Η δε Αγία τους ήγειρε λέγουσα· «Μη φοβήσθε, τέκνα μου, ότι και εγώ άνθρωπος είμαι ασθενής ως σεις. Αλλά διατί να σας βάλη εις κόπον ο άπιστος εκείνος, όστις σας έστειλεν; Ειπέτε πάλιν εκείνα όπου του είπα εις το όνειρον, να ελευθερώση από την φυλακήν τον άνθρωπον, ότι δεν του έπταισεν. Ει δε και παρακούση μου, θέλουν συμβή όσα του επροφήτευσα· ότι δεν αργεί ο Κύριος, αλλά είναι πλησίον εις όσους τον επικαλούνται με αλήθειαν». Ταύτα ακούοντες οι άρχοντες εφοβήθησαν περισσότερον, λέγοντες· «Ούτω να είπωμεν εις τον βασιλέα κατά την αγίαν σου πρόσταξιν. Πλην παρακαλούμεν σε να καθίσης ολίγον, να μας διδάξης λόγον ψυχωφελή και σωτήριον». Τούτο δε είπον και δια να την ιστορήση ο ζωγράφος ακριβέστερον. Γενομένου δε τούτου και λαβόντες αυτής το ομοίωμα, επέστρεψαν εις τον βασιλέα και ανήγγειλαν εις αυτόν όσα είδον και ήκουσαν. Καθώς δε του έδειξαν την εικόνα της, εξήλθεν αστραπή από ταύτην, ήτις τον εκτύπησεν εις τους οφθαλμούς και εθαμβώθη προς ώραν το φως του. Όθεν από τον φόβον έμεινεν έντρομος, ταύτα φωνάζων· «Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου», έστεκε δε ώραν πολλήν ως εξεστηκώς και θαυμάζων. Περιεργαζόμενος δε την εικόνα, έλεγεν ότι ωμοίαζεν εκείνης, ήτις του ωμίλησε. Τότε ευθύς εκβάλλει τον άρχοντα και ζητών συγχώρησιν ηυχαρίστει τον Κύριον, όστις τον ελύτρωσεν από τα δεινά, όπου έμελλε να του έλθωσι δια τον άδικον εκείνου θάνατον. Έγραψε δε και επιστολήν ο βασιλεύς προς την Οσίαν ταύτα λέγουσαν· «Ελυτρώσαμεν, κατά την αγίαν σου πρόσταξιν, δούλη του Θεού, τον ανεύθυνον, και ευχαριστούμεν σοι, ότι μας ελύτρωσες από τον κίνδυνον· ας έχωμεν όθεν συγχώρησιν εις ό,τι εσφάλαμεν προς την αγιωσύνην σου, και δεν επιστεύσαμεν από το πρώτον την όρασιν, αλλά σου εδώσαμεν ενόχλησιν· παρακάλει δε τον Θεόν δι’ ημάς. Παρακαλούμεν δε εγώ και η βασίλισσα, να έλθης έως εδώ, να μας ευλογήσης με τας αγίας χείρας σου. Ει δε και δεν θέλεις να έλθης, ερχόμεθα να σε προσκυνήσωμεν». Ταύτην την επιστολήν της έστειλεν ομού με βασιλικά δωρήματα. Η δε Αγία ούτως αντέγραψεν· «Ο Θεός συγκαταβαίνει, ω βασιλεύ, εις τας ασθενείας μας ως φιλάνθρωπος, και δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλά την μετάνοιαν. Λοιπόν όχι εμέ, αλλ’ εκείνον ευχαρίστει και δόξαζε. Πλην ούτε η βασιλεία σου είναι πρέπον να έλθη εδώ, ούτε εγώ εις τα βασίλεια. Δεν χρειάζεσαι ευλογίαν από αμαρτωλήν και ταπεινήν δούλη Του, ότι έχεις τον αγιώτατον Πατριάρχην και τους άλλους αρχιερείς της Εκκλησίας, και τους πνευματικούς Πατέρας των Μοναστηρίω και εάν ακούης τας νουθεσίας αυτών, θέλεις θεραπεύσει τον Θεόν, να κυβερνήσης την βασιλείαν ευσεβώς, σωφρόνως και δικαίως. Ει δε και δεν κάμης τον λόγον μου, αλλά βουληθής να έλθης, δεν θα σου προξενήση καλόν, και μόνον τον Θεόν παροργίζεις. Ει δε και μου ακούσης, η δεξιά του Υψίστου να σε σκεπάση και να σε λυτρώνη από κάθε πειρασμόν πάντοτε». Ταύτα γράψασα εσφράγισε την επιστολήν και την έστειλε με τινα πράγματα χάριν ευλογίας, τα οποία ευλαβώς εδέχθη, αλλά περισσώς ελυπήθη, πως δεν τον ηξίωσε να ίδη το άγιον αυτής πρόσωπον. Πλην δια να μη την σκανδαλίση, δεν την επείραξε· μόνον πολλάκις της έστειλε μετάνοιαν και δωρεάν με άνθρωπον· ομοίως δε και αυτή εκείνου και απήλαυσε πολλήν παράκλησιν και βοήθειαν ο βασιλεύς από την Αγίαν. Ο δε συγγενής της, όστις ελυτρώθη από τον κίνδυνον, έπεσεν εις τους πόδας αυτής και τόσον έκλαυσεν, ώστε τους έπλυνε με δάκρυα. Αυτή δε τον ενουθέτησε να φυλάττη τας εντολάς του Θεού, δια να μη του έλθη άλλην φοράν πειρασμός όμοιος, οίτινες μας ευρίσκουν δια παίδευσιν των αμαρτιών μας. Αφού δε τον εδίδαξεν ικανώς, τον εκράτησε να φιλευθώσιν ομού με όλην την Αδελφότητα εις δόξαν Θεού δια την σωτηρίαν της ψυχής αυτού και του σώματος· μετά δε την ευχαριστίαν, τον κατευώδωσαν εις τους συγγενείς χαίρουσαι. Αλλά ακούσατε και έτερον προ της τελευτής της Οσίας τελεσιούργημα. Άνθρωπος τις φίλος και γνώριμος της Αγίας, αγαθός, ευλαβής και φιλόχριστος, Χριστοφόρος ονόματι, ήρχετο πολλάκις εις την Μονήν και τον υπεδέχετο και ωμιλούσαν, ηξεύρουσα ότι ήτο ενάρετος. Μίαν ημέραν λοιπόν όπου ήλθε και συνωμίλησαν ώραν πολλήν, ότανήθελε να αναχωρήση, έβαλε μετάνοιαν κατά την συνήθειαν, ζητήσας συγχώρησιν. Η δε Αγία είπεν εις αυτόν· «Άπελθε, τέκνον, ο Κύριος να αναπαύση μετά δικαίων το πνεύμα σου». Ταύτα ακούσας εκείνος έμεινε σύντρομος και περίλυπος, διότι εννόησεν ως φρόνιμος ότι δεν έλεγεν η Οσία ταύτα χωρίς τινα έννοιαν. Η δε Αγία, όταν τον είδε τεταραγμένον, επροφασίσθη ότι ήτο ο νους της εις άλλο, και δια τούτο ταύτα ελάλησεν· όταν δε τον επαρηγόρησεν ικανώς, απέστειλεν εις τον οίκον του, απήλθε δε χωρίς να έχη κανένα σημείον ασθενείας, αλλ’ ήτο όλος υγιής και άνοσος· φθάσας δε εις την οικίαν του έφαγε καλά, κατά δε την ώραν του εσπερινού αιφνιδίως παρέδωκε το πνεύμα. Τούτο ουδείς είχεν ακόμη μάθει ειμή μόνον η Αγία εγνώρισεν από Πνεύμα Άγιον· δια τούτο και του είπε τα προρρηθέντα λόγια. Μία δε από τας αδελφάς, όπου έτυχεν εκεί όταν ταύτα ελάλησε, την εμέμφθη λέγουσα· «Διατί, κυρία μου, είπες τον λόγον εκείνον του Χριστοφόρου και απήλθε περίλυπος»; Λέγει η Αγία· «Μη νομίσης πως είπα τούτο ούτως απλώς και ως έτυχεν, αλλά διότι έβλεπα ένα νέον λαμπρόν, όπου έστεκεν οπίσω του, και εκράτει ακονισμένον δρέπανον, ήσαν και άλλοι τινές πλησίον του, οίτινες εμετρούσαν τους χρόνους της ζωής αυτού με τα δάκτυλα· απεφάνθησαν δε ότι η τελευταία του ημέρα είναι σήμερον· και αν δεν πιστεύσης, κάλεσον την δούλην σου Ευήθειαν, να υπάγη εις την οικίαν του, να ίδη ότι απέθανεν». Έστειλαν τότε αυτήν και τον εύρε νεκρόν. Όθεν όλαι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν, ότι τας ηξίωσε να έχωσι τοιαύτην διδάσκαλον, από τότε δε επρόσεχαν τους λόγους της· και όταν έλεγε τινός, ο Θεός να τον αναπαύση, αυτήν την ημέραν ετελειώνετο. Αλλ’ επειδή και αυτή η μακαρία άνθρωπος ήτο, έπρεπε να πληρώση το χρέος της απερχομένη του κόσμου τούτου· τούτο της εφανέρωσε ο Άγγελος λέγων· «Ήξευρε, ότι τον ερχόμενον χρόνον, εις τας είκοσι οκτώ (28) του παρόντος μηνός, όταν εορτάσης τον Μεγαλομάρτυρα Παντελεήμονα, θέλεις έλθει να παρασταθής εις τον θρόνον της θεότητος». Είχε δε τότε ο Ιούλιος είκοσιν εξ (26) και εώρταζον εις το Μοναστήριον της Αγίας τα εγκαίνια του Ναού του Αρχαγγέλου, διότι κατ’ αυτήν την ημέραν τον ενεκαινίασαν. Κατά δε τον επόμενον χρόνον πάλιν, όταν εώρτασε ταύτην την πανήγυριν ως και την του Αγίου Παντελεήμονος, εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, νηστεύουσα κατά την τάξιν μίαν εβδομάδα πρότερον και προσευχομένη, χωρίς να γευθή καν τίποτε ούτε ύδωρ τελείως. Τότε έλαβε το θαυμάσιον εκείνο μήλον, όπου της είχε στείλει ο ηγαπημένος Μαθητής του Δεσπότου Χριστού από τον Παράδεισον, ομού με τα άλλα δύο, καθώς ανωτέρω είπομεν, και έφαγεν αυτό εις δόξαν Θεού, αφού πλέον εγνώρισεν ότι ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον Νυμφίον της, διότι πρωτύτερα δεν ηθέλησε να το φάγη, δια να το έχη εις ταύτην την εξρίαν παρηγορίαν εις πάσαν αθυμίαν, την οποίαν ήθελεν έχει καμμίαν φοράν ως άνθρωπος ή από τας Μοναχάς λύπην τινά ή παράπονον. Διότι τότε ελάμβανεν αυτό εις τας χείρας της, και με την άμετρον αυτού ευωδίαν ηφανίζετο πάσα πικρία· ετρέπετο δε η πολλή της λύπη αι αθυμία εις ευθυμίαν και αγαλλίασιν, και εχαίρετο η πανολβία ενθυμουμένη οποίαν απόλαυσιν έμελλε να κληρονομήση εις την ουράνιον Βασιλείαν πάντοτε. Τότε λοιπόν, ενώ έτρωγε το μήλον, επληρώθη πάλιν ευωδίας θαυμασίας όλον το Μοναστήριον. Η δε Οσία, μετά την του μήλου μετάληψιν, ήλθεν εις αγωνίαν, φοβουμένη τον θάνατον, βλέπουσα δε προς τον ουρανόν έκλαιεν. Αι δε Μοναχαί, μη ηξεύρουσαι την αιτίαν του πένθους, ομοίως έκλαιον και την ηρώτησαν τι είχε και επικραίνετο. Η δε απεκρίνατο· «Σήμερον, τέκνα μου, αναχωρώ από τούτον τον κόσμον και πλέον δεν με βλέπετε, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγω εις την ζωήν την αιώνιον· ψηφίσατε δε προεστώσαν την κυρίαν Μαρίαν, ότι ο Θεός την προέκρινεν, ήτις θέλει σας κυβερνήσει θεάρεστα. Σπουδάσατε δε να περιπατήσετε την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, δια να εύρητε ευρυχωρίαν εις τον Παράδεισον. Μισήσατε τον κόσμον και τα εγκόσμια, ότι όλα ταύτα τα πρόσκαιρα είναι μάταια. Μισήσατε τας ψυχάς σας, δια να τας κερδήσητε, κατά την θείαν πρόσταξιν· μη κάμνετε ποτέ το θέλημα της σαρκός, αλλά το του Θεού· διότι μόνον Εκείνος δύναται να σας βοηθήση την ώραν της κρίσεως». Αυτά και έτερα ψυχωφελή λέγουσα η μακαρία Ειρήνη την τελευταίαν ώραν, εσήκωσε προς ουρανόν τας χείρας και τα όμματα, και προσηύξατο προς Κύριον λέγουσα· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού του ζώντος, ο ποιμήν ο καλός, ο λυτρώσας ημάς δια του παναγίου και πολυτίμου αίματός σου, εις τας αγίας χείρας σου παραδίδω τούτο το μικρόν σου ποίμνιον· σκέπασον αυτό με την σκέπην των πτερύγων σου και διαφύλαξον αυτό από τας επηρείας του δαίμονος· ότι Συ είσαι ο αγιασμός και η λύτρωσις ημών, και σοι την ευχαριστίαν αναπέμπομεν και δοξολογούμεν σε πάντοτε». Ταύτα προσευξαμένη εκάθισεν, ήρχισε δε να μειδιά βλέπουσα τους Αγίους Αγγέλους, οίτινες την εχαιρέτησαν, και παρευθύς έλαμψε το πρόσωπόν της ως ο ήλιος· έκλεισε τότε τους οφθαλμούς ωσάν να εκοιμάτο, ούτω δε παρέδωκε την ιεράν της ψυχήν προς Κύριον, ζήσασα χρόνους εκατόν τρεις. Παρ’ όλον δε το γήρας δεν εμαράνθη ποσώς το κάλλος της, αλλ’ εφαίνετο η μακαρία ως νέα ωραιοτάτη είτε ένεκεν του χαρίσματος της παρθενίας, όπου δεν εγνώρισε κόσμον η κοσμία και πάνσεμνος, είτε ήτο τούτο χάρις από τον Θεόν εξαίρετος, να μείνη έως τέλους εις αυτήν αυτή η ωραιότης και το κάλλος του σώματος, δια να μαρτυρή την ωραιότητα της ψυχής, καθώς ηξιώθη και άλλης χάριτος από τον ουράνιον Νυμφίον της. Έγινε τότε από τας αδελφάς κλαυθμός και οδυρμός άμετρος, αίτινες πρεπόντως εθρηνούσαν τοιαύτης μητρός την υστέρησιν. Όχι δε μόνον αύται, αλλά και όλη σχεδόν η Πόλις εσυνάχθη, εξόχως δε αι Συγκλητικαί και αι αρχόντισσαι και παν γένος και ηλικία έδραμον άπαντες, όσοι ήκουσαν την αγίαν αυτής μετάστασιν, ίνα ασπασθούν προς αγιασμόν το άγιον αυτής και σεβάσμιον λείψανον. Τόσον δε πλήθος εσυνάχθη ανδρών τε και γυναικών, ώστε δεν εχώρει το Μοναστήριον, ούτε και να την ενταφιάσουν ηδύναντο, έως ότου ενύκτωσε· και τότε μετά βίας ετέλεσαν τα ειθισμένα κατά την τάξιν της Εκκλησίας μας· και είχον μεν μύρα ευωδέστατα και αρώματα πολύτιμα και μοσχοθυμιάματα, όπου τα έφεραν οι Αρχιερείς κατά την συνήθειαν· αλλά τόση ευωδία εξήρχετο από το τίμιον και πανσέβαστον λείψανον, ώστε επερίσσευε ασυγκρίτως όλα τα επίγεια αρώματα και τα θυμιάματα. Αφού την έψαλαν, είχον ητοιμασμένον εν γλωσσόκομον εις το οποίον την έβαλαν προς ώραν, έως ότου της έκτισαν τάφον καινουργή εις τον Ναόν του Αγίου Θεοδώρου, όστις είναι πλησίον του Αρχαγγέλου, εκεί εις το Μοναστήριον· εις αυτόν δε ενεταφίασαν την ομοίαν ή και θαυμασιωτέραν του Μάρτυρος· από τον τάφον δε αυτόν εξέρχεται καθ’ εκάστην ευωδία θαυμάσιος, μαρτυρούσα την παρρησίαν της Οσίας προς Κύριον. Εκείνος δε ο συγγενής της και άρχων, τον οποίον ελύτρωσεν η Αγία από τον θάνατον, ως άνωθεν είπομεν, ενθυμούμενος την μεγάλην ταύτην ευεργεσίαν, απέδιδε την ευχαριστίαν, εορτάζων κατ’ έτος την μνήμην της Αγίας πλουσιοπάροχα και λαμπρότατα· όχι δε μόνον αυτός έτυχε της ευεργεσίας της Οσίας, αλλά και όστις άλλος ήθελε την επικαλεσθή μετά πίστεως, του έδιδε τα συμφέροντα αιτήματα· και έως την σήμερον θαυματουργεί εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους αυτήν και μάλιστα εις τους έχοντας ανάγκην, και τους αδικημένους, όπως συνέβη και κατά τας ημέρας μας ταύτας όπως θέλετε ακούσει κατωτέρω. Δια τας ευεργεσίας της ταύτας η Αγία Ειρήνη τιμάται ιδιαιτέρως από τους ευσεβείς Χριστιανούς, εν δε τη περιοχή Αττικής υπάρχουσι σήμερον δύο ευαγέστατοι γυναικείαι Ιεραί Μοναί τιμώμεναι εις το όνομα της Αγίας και προστατευόμεναι υπ’ αυτής, πλήθος δε κόσμου συρρέει τακτικώς εις τους περικαλλεστάτους Ναούς των Μονών αυτών, ιδιαιτέρως δε κατά την μνήμην της Αγίας, τιμώντες και ευχαριστούντες αυτήν δια τας ευεργεσίας, τας οποίας κατά καιρούς απήλαυσαν και πλείστα όσα θαύματα τελούνται εν αυταίς, άτινα αδύνατον είναι να γράψωμεν ημείς, διότι δεν θα μας επήρκει το ανά χείρας βιβλίον, είναι όμως ταύτα αναγεγραμμένα εις ιδιαίτερα βιβλία εκδοθέντα υπό των Μονών αυτών· ημείς δε θα αναφέρωμεν εν μόνον εξαίσιον θαύμα, όπερ ετέλεσεν η Αγία ρυσαμένη εκ βεβαίου θανάτου αδίκως τυφεκισθέντα Χριστιανόν, τον οποίον και ημείς καλώς γνωρίζομεν και ιδίαν έχομεν αντίληψιν του συντελεσθέντος θαύματος. την 14ην Ιουλίου του έτους 1944 Χριστιανός τις ονόματι Νικόλαος Μαυροματάκης, κάτοικος Κηφισίας, έγγαμος, έχων γυναίκα έγκυον ούσαν τότε και επτά τέκνα μετέβη εις θέσιν Νταού Πεντέλη της Αττικής μετ’ άλλων συντρόφων του δια την προμήθειαν ξύλων και ξυλανθράκων. Κατά τας ημέρας εκείνας μέλη ομάδος Ελληνικής Αντιστάσεως είχον φονεύσει τον Γερμανόν φρούραρχον της Ραφίνας καθώς και τον οδηγόν του αυτοκινήτου του. Ευθύς δε ως ανεκάλυψε τούτο η Γερμανική αστυνομία, διέταξεν εις εφαρμογήν αντιποίνων να συλληφθούν αμέσως όλοι όσοι ευρίσκοντο εις την περιφέρειαν Νταού Πεντέλης, συνέλαβον δε τότε τεσσαράκοντα περίπου άνδρας, μεταξύ των οποίων και τον προρρηθέντα Νικόλαον. Εννοείται, ότι όλοι αυτοί ήσαν τελείως αμέτοχοι και ανίδεοι της διαπραχθείσης δολοφονίας των δύο Γερμανών, διότι οι πραγματικοί δράσται ήσαν άλλοι. Μετέφεραν τότε όλους τους συλληφθέντας εις το χωρίον Χαρβάτι, έμπροσθεν του μεγάλου κτήματος Λεβίδη. Εκεί, αφού τους εγύμνωσαν τελείως, τους διέταξαν να εξαπλώσουν γυμνοί όπως ήσαν και με την κοιλίαν να σύρωνται επί του ανωμάλου εκείνου εδάφους ως όφεις! Μετά πάροδον πολλής ώρας και αφού είχον όλοι εξαντληθή και μωλωπισθή από το φρικτόν εκείνο μαρτύριον, τους διέταξαν να εγερθώσιν όλοι και να σταθώσιν ανά τρεις-τρεις εις την γραμμήν και εις στάσιν οκλαδόν. Τότε οι θηριώδεις εκείνοι βασανισταί, εις εφαρμογήν αντιποίνων δια την δολοφονίαν, ήρχισαν να πυροβολούν με τα αυτόματα όπλα των και με πιστόλια εκ των όπισθεν και να θερίζουν με τα βόλια των τους ατυχείς αθώους. Με την πρώτην ομοβροντίαν, ο ατυχής Νικόλαος ηννόησεν ότι θα τους εφόνευον όλους και ευθύς ποιήσας πολλάκις το σημείον του Σταυρού, επεκαλέσθη την Αγίαν Ειρήνην, λέγων· «Αγία μου Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, οσάκις ημπορούσα, ειργαζόμην εις το Μοναστήρι σου και εβοήθουν εις τας ανάγκας του δια την χάριν σου. Τώρα σε παρακαλώ μη με εγκαταλείψης, αλλά μνήσθητί μου και βοήθησόν με εις την κρίσιμον ταύτην στιγμήν, δια να μη με φονεύσουν αδίκως οι Γερμανοί και μείνουν απροστάτευτα και ορφανά τα τέκνα μου». Ταύτα προσευχηθείς έπεσεν ευθύς κατά γης ως νεκρός, νοερώς όμως επικαλούμενος συνεχώς την Αγίαν, και ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ! Παρ’ όλους εκείνους τους επανειλημμένους πυροβολισμούς ο Νικόλαος ουδέν έπαθεν, αλλ’ ησθάνθη μίαν ψυχικήν γαλήνην και ανδρείαν ως να μη συνέβαινε τίποτε γύρω του. Εις εκείνην δε την θαυμασίαν αλλοίωσιν ευρισκόμενος βλέπει με τους οφθαλμούς του μίαν ωραίαν και υψηλήν Μοναχήν να περνά από εμπρός του και να τον βλέπη με ιλαρόν πρόσωπον! Αμέσως ηννόησεν ότι ήτο η Αγία Ειρήνη, η οποία ήλθε δια να τον ενδυναμώση εισακούσασα την δέησίν του, διότι αδύνατον ήτο κατ’ εκείνην την στιγμήν άνθρωπος φυσικός να διέλθη έμπροσθεν από τα βόλια των δημίων εκείνων. Τότε πλησθείς ψυχικής αγαλλιάσεως ο Νικόλαος υπεσχέθη προς την Αγίαν λέγων· «Αγία μου Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, εάν το παιδίον το οποίον μέλλει να γεννηθή είναι κορίτσι, θα το αφιερώσω εις το Μοναστήριόν Σου». Προσηύχετο δε εις την στάσιν εκείνην πλέον της μιάς ώρας τελείως ακίνητος, ίνα μη αντιληφθώσιν οι Γερμανοί ότι είναι ζωντανός και διότι ήκουσε τας οιμωγάς και τας φωνάς των τραυματισθέντων. Όταν έπαυσαν πλέον οι φοβεροί εκείνοι κροταλισμοί των πολυβόλων και παρήλθον αρκεταί ώραι, ήλθον οι Γερμανοί στρατιώται δια να συνάξουν τα πτώματα, καθ’ ότι έπαυσαν πλέον να ακούωνται φωναί, όπερ εδήλου ότι όλοι είχον υποκύψει εις τα τραύματά των και είχον αποθάνει. Μόλις ήλθον και εις τον Νικόλαον και τον εύρον ζώντα, εθαύμασαν και παραλαβόντες αυτόν τον εισήγαγον εις το κτήμα Λεβίδη, όπερ είχον ως φρουραρχείον της περιφερείας εκείνης και τον περιώρισαν εις μίαν σκηνήν, βαλόντες έξωθεν ένα φρουρόν ίνα μη αποδράση. Αυτός ιδών ότι είναι μόνος εκεί, έμεινεν όλην εκείνην την νύκτα αγρυπνών, συνεχώς δε προσευχόμενος επεκαλείτο την βοήθειαν της Αγίας Ειρήνης, ίνα σπεύση πλησίον του και κάμη το θαύμα της, λυτρώνουσα αυτόν από την φοβεράν εκείνην ώραν του βεβαίου και αναποφευκτου θανάτου! Αφού εξημέρωσεν ο Θεός την ημέραν, ήλθον πάλιν οι βασανισταί περί ώραν 5ην πρωϊνήν και τον διέταξαν να εξέλθη της σκηνής και να ίσταται έξω εις την ύπαιθρον όπου και έμεινεν υπό τον καυστικόν ήλιον έως την 12ην μεσημβρινήν ώραν. Τότε τον επήραν πάλιν από εκεί και τον έφεραν εις εν γραφείον, όπου ήσαν πολλοί Γερμανοί αξιωματικοί δια να τον ανακρίνουν. Και αποτεινόμενος εις αξιωματικός προς αυτόν, τον ερωτά εις παρεφθαρμένην ελληνικήν γλώσσαν· «Εμάθαμε πως είσαι μεγάλος κομμουνιστής»! Του απαντά εκείνος αμέσως· «Κακώς σας το επληροφόρησαν αυτό. Εγώ είμαι ανάξιος δούλος του Θεού και κηρύττω το Ευαγγέλιόν Του από πολλών ετών». Τον ερωτούν τότε οι άλλοι· «Ηξεύρεις τι εδίδαξεν ο Χριστός»; Και τους απήντησε· «Μάλιστα, το Ειρήνη υμίν και Αγαπάτε αλλήλους». Τον ηρώτησαν πάλιν· «Έγγαμος είσαι»; Απαντά εκείνος· «Μάλιστα, και έχω επτά παιδιά και ένα που πρόκειται να γεννηθή οκτώ». Εθαύμασαν λοιπόν από την απάντησίν του αυτήν και του είπον· «Φαίνεσαι πως είσαι καλός Χριστιανός. Πάρε τώρα την ταυτότητά σου και τα πράγματά σου και πήγαινε στο σπίτι σου»! Τότε εκείνος τους ηυχαρίστησε που του εχάρισαν την ζωήν και ανεχώρησε δρομέως ώσπερ έλαφος από τον κατηραμένον εκείνον τόπον, δοξάζων και ευχαριστών τον Πανάγαθον Θεόν και την Αυτού θεράπαιναν, την Αγίαν Ειρήνην του Χρυσοβαλάντου, εις την οποιαν μετά τούτο αφιέρωσε κατά την υπόσχεσίν του το γεννηθέν τέκνον του, όπερ ήτο θήλυ, το οποίον και μη θέλουσα η γυνή του πάλιν δι’ ετέρου θαύματος της Αγίας επείσθη και αυτή και το αφιέρωσαν εις την εν Λυκοβρύσει Κηφισίας Αττικής Ιεράν Μονήν της Αγίας εις την οποίαν και αυτός ο Νικόλαος ειργάσθη αρκετά, εις ανταπόδοσιν της ευεργεσίας της Αγίας. Ουχί δε μόνον τούτο αλλά και πλείστα έτερα θαύματα εποίησε και ποιεί εις τας ημέρας μας η Αγία εις όσους αυτήν μετά πίστεως επικαλούνται, φωτίζει τους κριτάς και κάμνουν κρίσιν δικαίαν και λαμβάνει ο αδικημένος το δίκαιον, ενεργεί εις όσους έχουν έχθραν και μίσος κατ’ αλλήλων και το διαλύει η επώνυμος της πάντα νουν υπερεχούσης ειρήνης, η Ειρήνη η χαριτώνυμος, ήτις μεσιτεύει με άρρητον τινα και θείαν δύναμιν εις όσους ευρίσκεται η μνησικακία και το μίσος από δαιμονικής συνεργείας, και μαλάσσει τας καρδίας αυτών, και κάμνουν αγάπην, συνεργούσης της θείας χάριτος. Ταύτην δε την χάριν χαρίζει αυτή η χαριτώνυμος Ειρήνη εις εκείνον, ο οποίος θα δεηθή αυτής με ευλάβειαν, δια να ειρηνεύση το σκάνδαλον, να καταπατηθή ο μισόκαλος, και να δοξασθή ο Πανάγαθος Κύριος· ω πρέπει τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί, και εις τον αιώνα τον ατελεύτητον. Αμήν. 

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΑΚΑΚΙΟΥ του νέου.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΚΑΚΙΟΥ του νέου.                                                          

Ακάκιος ο νέος Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου εν έτει τιη΄ (318). Νέος δε ων την ηλικίαν, επειδή ωμολόγησεν εαυτόν Χριστιανόν, εκρεμάσθη και εξεσχίθη, και έπειτα παρεδόθη όπως τιμωρηθή εις τον ηγεμόνα Τερέντιον, ο οποίος έρριψε τον Άγιον εντός λέβητος πεπυρωμένου, πλήρους πίσσης, ελαίου και λίπους· αλλ’ ο Άγιος, υπό της θείας χάριτος φυλαττόμενος, έμεινεν αβλαβής. Μετά ταύτα αναγκάζεται ο του Χριστού αθλητής να τρέχη κατόπιν του ηγεμόνος μεταβαίνοντος εις την Απάμειαν και Απολλωνίαν. Εκεί δε αφιχθείς ωδηγήθη εις τον ναόν των ειδώλων, και δια προσευχής του συνέτριψε τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα. Ύστερον παρέστη εις τον Τριβούνον Ζηλικίνθιον, ο οποίος, βλέπων τον Μάρτυρα επιμένοντα εις την του Χριστού πίστιν, αφού έδειρεν αυτόν ανηλεώς, απέλυσεν εναντίον αυτού λέοντα· διαφυλαχθείς δε ο Άγιος αβλαβής, πάλιν εδάρη. Είτα ερρίφθη εντός λέβητος πλήρους πίσσης και ασφάλτου, επειδή δε ο καλλίνικος Μάρτυς του Χριστού Ακάκιος έμεινεν άκαυστος, νομίσας ο Ζηλικίνθιος ότι ο λέβης είναι ψυχρός, επλησίασε και ευθύς ο άθλιος απετεφρώθη. Μετά τούτον ανετέθη η του Αγίου εξέτασις εις τον Ποσειδώνιον. Ούτος λοιπόν, βλέπων τον Μάρτυρα μένοντα σταθερόν εις την του Χριστού πίστιν, έδεσεν αυτόν με βαρείαν άλυσον και τον έστειλεν εις την Μίλητον της Ιωνίας. Εκεί δε εισελθών ο Ακάκιος εις τον ναόν των ειδώλων, προσέταξεν αυτά να καταπέσωσι, και ευθύς ταύτα πεσόντα συνετρίβησαν· φερθείς δε εις άλλον ειδωλικόν ναόν, έπραξε και εκεί το ίδιον. Δια ταύτα απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν, και ω του θαύματος! εκ του λαιμού του αντί αίματος έρρευσε γάλα, ούτω δε έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον λαβών ο πρεσβύτερος Λεόντιος και αλείψας με μύρα, το απεθησαύρισεν εν τη πόλει των Συνάδων, ομού με το Συναξάριον του μαρτυρίου του εις ένα τόπον κατάσκιον, κτήμα όντα πολιτικού τινος άρχοντος Δορυμέδοντος ονομαζομένου, όστις εμαρτύρησεν ύστερον μετά του Αγίου Τροφίμου. 

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ του εν Αγκύρα.

Ευστάθιος ο Μάρτυς ήτο στρατιώτης, οδηγηθείς δε ενώπιον του ηγεμόνος της Αγκύρας, Κορνηλίου ονομαζομένου, ηρωτήθη παρ’ αυτού· ομολογήσας δε παρρησία την ένδοξον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εδάρη σκληρώς. Έπειτα ετρύπησαν τους αστραγάλους του, και δέσαντες αυτούς με σχοινία, τον έσυρον από της πόλεως της Αγκύρας μέχρι του ποταμού Σαγγαρίου, ακολουθούντος του ηγεμόνος και ορώντος ταύτα. Εκεί δε έθηκαν τον Άγιον εντός κιβωτίου και έρριψαν αυτόν εις τον ποταμόν. Άγγελος δε Κυρίου επιστάς έφερε το κιβώτιον έξω εις την στερεάν. Όθεν ευρέθη ο Άγιος εν αυτώ αβλαβής, ψάλλων το «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται». Τούτο μαθών ο ηγεμών κατησχύνθη, και μη υποφέρων την εντροπήν, είλκυσε την μάχαιραν και ηυτοχειριάσθη. Ο δε Μάρτυς προσευχηθείς εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια δια μέσου περιστεράς, η οποία επέμφθη εις αυτόν ουρανόθεν, και ευχαριστήσας τω Θεώ παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Αγγέλου, όστις τον ελύτρωσεν εκ του ποταμού· ούτω δε έλαβεν ο μακάριος τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως. Το δε άγιον αυτού λείψανον ενεταφιάσθη εντός της πόλεως Αγκύρας. 

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Οι Άγιοι Απόστολοι Πρόχορος, Νικάνωρ, Παρμενάς και Τίμων

Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Αποστόλων και Διακόνων ΠΡΟΧΟΡΟΥ, ΝΙΚΑΝΟΡΟΣ, ΤΙΜΩΝΟΣ και ΠΑΡΜΕΝΑ.                                                                                                        

Πρόχορος, Νικάνωρ, Παρμενάς και Τίμων οι Άγιοι Απόστολοι εχρημάτισαν μαθηταί των δώδεκα Αποστόλων και συνηριθμούντο μετά των Εβδομήκοντα, όντες συνδιάκονοι μετά του Πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Περί τούτων γράφει ο ιερός Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων λέγων· «Και εξελέξαντο (οι δώδεκα Απόστολοι δηλαδή) Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου, και Φίλιππον και Πρόχορον και Νικάνορα και Τίμωνα και Παρμενάν» (Πράξεις στ: 5). Αφού δε έπαυσαν διακονούντες θεαρέστως και ανεπιλήπτως εις τας τραπέζας των χηρών και των πτωχών εν Ιερουσαλήμ, τότε ο Πρόχορος περιεπάτει προς κήρυξιν του Ευαγγελίου μετά του επιστηθίου φίλου του και Θεολόγου Ιωάννου, συμπονών μετ’ αυτού εις την συγγραφήν του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, και συγκοινωνός γενόμενος των πειρασμών και των θλίψεων του διδασκάλου του. Προχειρισθείς δε Επίσκοπος Νικομηδείας μετά την μετάστασιν του μεγάλου Ιωάννου, έφερε δια του λόγου του εις καλυτέραν κατάστασιν όλους τους εκείσε ευρισκομένους, διδάσκων αυτούς να μη υποδουλώνωσι το κρείττον εις το χείρον, ήτοι την ψυχήν εις το σώμα και εις τα πάθη του σώματος, αλλά τουναντίον να υποτάσσωσι το σώμα και τα τούτου πάθη εις την ψυχήν και εις τον ορθόν λόγον και την διάκρισιν· και ούτω νομοθετών ετελείωσεν ο αοίδιμος την ζωήν του. Ο δε Άγιος Νικάνωρ παρέδωκε την ψυχήν του εις τον Θεόν, κατ’ εκείνην την ιδίαν ημέραν, κατά την οποίαν ελιθοβολήθη ο Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, διότι έπρεπεν ο συνδιάκονος Νικάνωρ να αποθάνη μετά του αρχιδιακόνου Στεφάνου, και οι δύο ούτοι έχοντες όμοια τα φρονήματα, έπρεπε να λάβωσιν επομένως αυθημερόν και τα τέλη και τους στεφάνους. Ο δε Άγιος απόστολος Τίμων διηκόνει και αυτός εις τας χρείας των Αγίων μετά του πρωτοάθλου και αρχιδιακόνου Στεφάνου. Είτα χειροτονηθείς υπό των Αγίων Αποστόλων Επίσκοπος εις την Βόστραν την εν τη Αραβία, και μεταβάς εκεί, ηγωνίσθη καθ’ υπερβολήν ο μακάριος, και πολλούς απίστους ωδήγησεν εις την πίστιν, και κατέστησεν οικείους μετά του Χριστού. Διο πρώτον μεν εδάρη πολύ υπό των εκεί απίστων και Ελλήνων, έπειτα δε κατακαείς απήλθε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Παρμενάς διακονών και υπηρετών θεοφιλώς εις την υπηρεσίαν των Αγίων έγινεν ευάρεστος και εις τον Χριστόν και εις τους δώδεκα μαθητάς του Κυρίου· ασθενήσας δε έπειτα παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Θεού, έμπροσθεν των Αγίων Αποστόλων, κηδευθείς πρεπόντως υπ’ αυτών των Αποστόλων και θρηνηθείς συμμέτρως υπ’ αυτών.


Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Η Οσία και Ομολογήτρια Ανθούσα

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΑΝΘΟΥΣΗΣ της ομολογητρίας, της εν τη αγιωτάτη Μονή του Μαντινέου.                                                                                                                             

Ανθούσα η Οσία και Ομολογήτρια ήκμασε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου τουΚοπρωνύμου, εν έτει ψμα΄ (741), θυγάτηρ γονέων ευσεβών, Στρατηγίου και Φεβρωνίας ονομαζομένων. Επειδή δε ηγάπησε την παρθενίαν και καθαρότητα από αυτάς σχεδόν τας μητρικάς αγκάλας, έζη εν τοις όρεσι και τοις σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης, κατά τον Απόστολον Παύλον, αποστρεφομένη μεν και μισούσα όλα τα του βίου, μόνον δε την ησυχίαν αγαπώσα και εναγκαλιζομένη. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έτυχε να υπάγη εις τον τόπον του Μαντινέου. Ιερομόναχός τις, Σισίνιος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτο θαυματουργός και άγιος άνθρωπος και ήσκει παν είδος αρετής. Όθεν η αοίδιμος Ανθούσα, βλέπουσα αυτόν, παρεκινήθη να τον μιμηθή εις τας αρετάς· και πρώτον μεν έλαβε παρ’ αυτού τύπον και κανόνα, πώς να πολιτεύηται εις την μοναδικήν ζωήν· δεύτερον δε, ίνα γυμνασθή εις την υπακοήν, προσετάχθη παρ’ αυτού να εισέλθη εντός κλιβάνου ανημμένου, εντός του οποίου εισελθούσα η Αγία, εξήλθε πάλιν όλως αβλαβής· και άλλας δε υψηλοτέρας αρετάς έμαθε παρ’ αυτού η Οσία, αι οποίαι προσεγγίζουσι τον άνθρωπον εις τον Θεόν. Προείπε δε εις αυτήν ο Μοναχός εκείνος, ότι μέλλει να συστήση Μοναστήριον, και ότι θέλει λάβει την ηγουμενίαν εννεακοσίων καλογραιών, το οποίον και πραγματικώς ύστερον εγένετο. Μετά ταύτα εκουρεύθη τας τρίχας υπό του θαυματουργού εκείνου Σισινίου, και διετάχθη παρ’ αυτού να κατοικήση εις το νησίδιον της λίμνης, της πλησιαζούσης εις την κώμην την καλουμένην Περκελέ. Καταγινομένη λοιπόν η μακαρία εις την εγκράτειαν και εις την λοιπήν σκληραγωγίαν του σώματος, έγινε της Αγίας Τριάδος κατοικητήριον· διότι φορέσασα σίδηρα και ενδυθείσα τρίχινα φορέματα, έξω σαρκός και κόσμου ενομίζετο υπό των φρονίμων. Ελθούσα δε ποτε εις τον ρηθέντα Όσιον Σισίνιον, παρεκάλει αυτόν να δώση εις αυτήν άδειαν να κτίση Ναόν εις το όνομα της Αγίας Άννης, της μητρός της Θεοτόκου· ο δε Σισίνιος, νουθετήσας αυτήν πολύ και διδάξας, της προείπε σαφέστατα όσα έμελλον να της επακολουθήσωσι, και ούτως αφήκεν αυτήν να υπάγη, φανερώσας και τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλεν αυτός να αποθάνη. Έκτισε λοιπόν η Οσία τον ποθούμενον Ναόν της Αγίας Άννης, ένθα συνηθροίσθησαν τριάκοντα ως έγγιστα καλογραίαι· ότε δε ήσαν πλησίον του να πραγματοποιηθώσιν όσα προείπεν ο Όσιος Σισίνιος εις την Αγίαν, αφήκε την παρούσαν ζωήν ο μακάριος και απήλθε προς Κύριον. Βλέπουσα δε μετά ταύτα η Αγία Ανθούσα, ότι αι συναθροισθείσαι εκεί αδελφαί προσέφερον εις αυτήν υπακοήν και ευπείθειαν, τούτου ένεκα έκτισε προσέτι εκ θεμελίων δύο άλλους ιερούς Ναούς, τον μεν εις το όνομα της Θεοτόκου, τον δε εις το όνομα των Αγίων Αποστόλων· και τον μεν Ναόν της Θεοτόκου αφιέρωσεν εις τας καλογραίας, τον δε Ναόν των Αγίων Αποστόλων αφιέρωσεν εις τους Μοναχούς. Όθεν πολλοί κοσμικοί, θέλοντες να μετανοήσωσι δια τας αμαρτίας των, παρήτουν τον κόσμον και μετέβαινον πρότερον μεν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον, εν όσω έζη, ύστερον δε και εις την Αγίαν ταύτην Ανθούσαν, οδηγούμενοι παρ’ αυτής και προς τας αρετάς παιδαγωγούμενοι. Ούσα δε η Αγία κατάκορος εκ των ορθών δογμάτων της πίστεως, απεστρέφετο πάσαν νεωτέραν αίρεσιν· όθεν εκ τούτου έγινε περιβόητος και η φήμη ταύτης έφθασε μέχρι και αυτών των ανακτόρων. Ήτο δε τότε βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, ο και Καβαλίνος επονομαζόμενος, ο μισόχριστος εκείνος και εικονομάχος, ο οποίος προσεπάθει να σύρη την Αγίαν ταύτην εις την πλάνην του. Αποστείλας λοιπόν ομόφρονά του τινά εικονομάχον, είπε προς αυτόν να υπάγη εις το Μοναστήριον του Μαντινέου και αφού εύρη την Ανθούσαν να καταπείση αυτήν να κλίνη εις την ιδικήν του δόξαν, να αθετήση δηλαδή την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων· και εάν μεν πεισθή καλώς, ει δε μη, να τιμωρήση αυτήν έως ου την πείση και στανικώς να υποταχθή εις τα ιδικά του προστάγματα. Ο δε απεσταλμένος, συμπαραλαβών μεθ’ εαυτού και άλλους και συνάξας πολλάς αγίας Εικόνας, έφερεν εις εξέτασιν την Οσίαν μετά του ανεψιού αυτής, ο οποίος ήτο ηγούμενος εις Μοναστήριον ανδρών. Πάραυτα λοιπόν έδειρε πρώτον τον ανεψιόν της Αγίας Ηγουμένης επί πολλήν ώραν και εξέσχισε το σώμα του, εν ω η Αγία ενεθάρρυνε και εδυνάμωνεν αυτόν, ίνα μένη εις την ομολογίαν και προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, και να υποφέρη ανδρείως τας βασάνους· αφού δε εκινδύνευσε να αποθάνη εκ των βασάνων, αφέθη και δεν εβασανίσθη πλέον. Την δε Αγίαν Ανθούσαν ετάνυσαν εκ τεσσάρων μερών, και έδειραν απανθρώπως με βούνευρα. Είτα ανάψας ο αλιτήριος τας Αγίας Εικόνας, τας οποίας είχε συνάξει, έβαλεν αυτάς ανημμένας επί της κεφαλής της Αγίας, εις δε τους πόδας της έβαλεν ανημμένους άνθρακας· επειδή δε η Οσία έμεινεν αβλαβής τη του Χριστού χάριτι, εξώρισεν αυτήν. Μετά ταύτα επήγεν ο βασιλεύς εις την επαρχίαν εκείνην του Μαντινέου, και παραστήσας έμπροσθέν του την Αγίαν, εσκέπτετο να την υποβάλη εις πολλά βασανιστήρια· αλλ’ η Αγία εματαίωσε τους σκοπούς του, πατάξασα αυτόν με αορασίαν και τυφλώσασα. Επειδή δε η βασίλισσα εκινδύνευσεν εν ώρα τοκετού και ολίγου δειν να αποθάνη, ηρώτησε την Αγίαν ο βασιλεύς περί αυτής. Η δε Αγία απεκρίνατο, ότι δεν θέλει αύτη αποθάνει, αλλά θα γεννήση δύο τέκνα, άρρεν και θήλυ, και όχι μόνον τούτο, αλλά προείπε και ποίαν ζωήν μέλλει να περάση έκαστον παιδίον. Ταύτα ακούσασα η βασίλισσα ηυλαβήθη και αφιέρωσεν εις το Μοναστήριον της Αγίας πολλά κτήματα και αφιερώματα· τότε και ο βασιλεύς ευλαβηθείς αφήκεν αυτήν και δεν την ετιμώρησε πλέον. Εκ τούτου φαίνεται ότι δύναται η αρετή και τα θηρία να ημερώνη και τους πολεμίους να καθιστά φίλους. Όθεν η Αγία εμεγαλύνθη και εφημίζετο παρά πάντων, δια τούτο και πολλοί προσέτρεχον εις αυτήν, άλλοι μεν ίνα λάβωσι την ευχήν και ευλογίαν της, άλλοι δε ίνα γίνωσι Μοναχοί, και άλλοι ίνα ιατρευθώσιν εκ των ασθενειών υπό των οποίων προσεβάλλοντο. Μεταξύ αυτών προσήλθε και στρατιώτης τις μετά της γυναικός του προς την Αγίαν, και παρεκάλει αυτήν να χαρίση εις αυτόν τέκνον, υποσχόμενος να το προσφέρη εις τον Θεόν· ακούσας δε την Αγίαν να του αποκαλύπτη τα διανοήματα της καρδίας του, και βεβαιωθείς παρ’ αυτής ότι θέλει τύχει του ποθουμένου, επανήλθε χαίρων και αγαλλόμενος εις τον οίκον του. Τοσαύτα δε και άλλα θαύματα εποίησεν η Οσία αύτη Ανθούσα, ώστε (ίνα μεταχειρισθώμεν το σχήμα της υπερβολής) αν υπάρχη τις, όστις δύναται να μετρήση την άμμον της θαλάσσης αι τας σταγόνας της βροχής, και το βάθος της θαλάσσης, και το ύψος του ουρανού, και το πλάτος και μήκος της γης, αυτός ημπορεί να γράψη και τα θαυμαστά έργα όσα η Αγία εποίησεν. Επειδή όμως έχουσα και αυτή ανθρωπίνην φύσιν έπρεπε να γευθή θανάτου, ύπνωσεν η μακαρία τον εις τους δικαίους πρέποντα ύπνον κατ’ αυτήν την σημερινήν ημέραν της μνήμης του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Παντελεήμονος· διότι τούτο ηύχετο η αοίδιμος, να τελειώση δηλαδή κατά την ημέραν ταύτην. Τελειωθείσα δε ενεταφιάσθη εις το κελλίον, εις το οποίον διήνυσε την ζωήν της, ετέλει δε και μετά θάνατον πλείστα όσα θαύματα, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών και εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτής πολιτείας. 

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

O ένδοξος Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων

Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος και ιαματικού ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ.                                                                                                                                    

Παντελεήμων ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει τδ΄ (304), καταγόμενος από την πόλιν της Νικομηδείας, υιός πατρός μεν ειδωλολάτρου, Ευστοργίου ονομαζομένου, μητρός δε εκ προγόνων ούσης χριστιανής, καλουμένης Ευβούλης. Όσην δε θέλησιν είχεν αυτός να θεραπεύη τα είδωλα, τόσην αγάπην και προθυμίαν είχεν εκείνη προς την ορθόδοξον πίστιν, και έτρεφε το τέκνον των (το οποίον ονομάζετο Παντολέων) όχι μόνον με τροφήν σωματικήν, αλλά περισσότερον με πνευματικήν, διδάσκουσα αυτό την πίστιν του Χριστού. Πλην εις ολίγα έτη ετελεύτησεν η μακαρία Ευβούλη. Ο δε Παντολέων εμάνθανε γράμματα πρώτον τα κοινά, έπειτα και την Ελληνικήν παίδευσιν. Ύστερον δε πάλιν, αφού έμαθεν όσα ήσαν αρκετά, τον έδωσεν ο πατήρ του εις ιατρόν θαυμαστόν του καιρού εκείνου, καλούμενον Ευφρόσυνον, να τον εκπαιδεύση εις την ιατρικήν επιστήμην· ο δε νέος, από την πολλήν του ευφυϊαν, εις ολίγον καιρόν υπερέβη όλους τους συμμαθητάς του. Ήτο δε ο Άγιος ωραίος κατά πολλά την όψιν, την ομιλίαν γλυκύς, το σχήμα ταπεινός και μέτριος, και απλώς ειπείν ήτο όλος γεμάτος αρετήν και ευταξίαν τοσαύτην, ώστε όστις ήθελε συναναστραφή και συνομιλήσει μετ’ αυτού πολλήν χαράν και ευφροσύνην ελάμβανεν. Από τας αρετάς του δε αυτάς έγινεν ακουστός εις όλην την Νικομήδειαν. Αλλά και αυτός ο βασιλεύς Μαξιμιανός, όταν τον είδεν ημέραν τινά, κατά την οποίαν μετέβη με τον Ευφρόσυνον εις το παλάτιον, ηρώτησε δι’ αυτόν· και ακούσας την αρετήν αυτού και ιδών την φρόνησιν και κατάστασίν του εχάρη πολλά, και παρήγγειλεν εις τον Ευφρόσυνον να τον σπουδάση όσον δύναται, να τον κάμη τέλειον ιατρόν, δια να τον έχη εις τα βασίλεια. Τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο και ο Άγιος Ερμόλαος, ο Ιερεύς της εν Νικομηδεία Εκκλησίας, περί του οποίου προείπομεν εις την εικοστήν έκτην του παρόντος. Πλην ήτο κεκρυμμένος εις ένα οίκον με άλλους χριστιανούς δια τον φόβον του βασιλέως, βλέπων δε τον νέον καθώς διέβαινεν από την οικίαν εκείνην καθ’ εκάστην να πηγαίνη εις τον διδάσκαλον, εννόησεν από την σεμνότητα του ήθους, ότι και η κατάστασις της ψυχής του θα ήτο γεμάτη αγαθότητα, ως εκείνη η αγαθή και καρποφόρος γη, την οποίαν λέγει το Ευαγγέλιον, θέλει δε χρηματίσει και αυτός σκεύος εκλογής θεία χάριτι, ως ο μέγας Απόστολος. Ταύτα διανοούμενος ο Ερμόλαος ήθελε να δοκιμάση εάν δύναται να σαγηνεύση τον Παντολέοντα· ανοίξας λοιπόν την θύραν του οίκου, τον εκάλεσε να εισέλθη ίνα του ομιλήση. Αφού εισήλθε, τον ηρώτησε δια το γένος και το σέβας αυτού. Ο δε νέος είπεν εις αυτόν πάσαν την αλήθειαν, ότι η μήτηρ του ήτο χριστιανή, ο δε πατήρ του ειδωλολάτρης. Λέγει ο Ερμόλαος· «Αλλά συ, τέκνον, ποίαν θρησκείαν αγαπάς καλλίτερα»; Ο δε είπεν· «Όταν έζη η μήτηρ μου, με ενουθέτει καθ’ εκάστην να γίνω χριστιανός, το οποίον επόθουν και εγώ. Αφ’ ότου όμως ετελεύτησεν η μήτηρ μου και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, αυτός με αναγκάζει να μένω εις την θρησκείαν του, και μελετά να με τιμήση εις τα βασίλεια». Και ο Ερμόλαος· «Τίνα επιστήμην μανθάνεις, τέκνον μου»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Την ιατρικήν, τίμιε γέρον, την οποίαν διδάσκει ο Ασκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός, και άλλοι σοφοί. Αύτη η τέχνη ήρεσεν εις τον πατέρα μου από όλας· αλλά και ο διδάσκαλός μου με πληροφορεί, ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θέλει ευρεθή κανέν πάθος ή ασθένεια, την οποίαν να μη δυνηθώ να θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος, ευρίσκων καιρόν κατάλληλον, είπεν εις αυτόν· «Πίστευσόν μοι, ω νεανία, ότι η τέχνη του Ασκληπιού, του Γαληνού, και των λοιπών σοφών ιατρών, τους οποίους λέγεις, μικράν βοήθειαν δύναται να δώση εις εκείνους που την σπουδάζουν. Αλλά και αυτοί οι θεοί, τους οποίους ο Μαξιμιανός προσκυνεί, δεν είναι άλλο τι ή μύθοι ψευδείς, και τους πιστεύουν οι άφρονες. Ο δε αληθής Θεός είναι Εις, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον, εάν πιστεύσης εξ όλης καρδίας σου, θέλεις ιατρεύει πάσαν νόσον χωρίς κανέν ιατρικόν βότανον, μόνον με την χάριν εκείνου, όστις εκαθάρισε λεπρούς, δαιμονιώντας εθεράπευσεν, αιμορροίας και έτερα δυσίατα πάθη ιάτρευσε, και απλώς ευκολώτερον ήθελε μετρήσει τις την άπειρον άμμον της θαλάσσης και τους αστέρας του ουρανού, παρά του Χριστού τα θαυμάσια. Αλλά και τώρα καθ’ εκάστην ευρίσκεται πλησίον των δούλων του και τους βοηθεί, και κάμνουν σημεία και τέρατα μεγαλύτερα, από όσα Εκείνος ετέλεσε. Μετά δε ταύτα τους κάμνει και κληρονόμους της Βασλείας του». Ταύτα ακούσας ο Παντολέων πολλά ηυφράνθη η καρδία του, και έκρινεν ότι ήσαν όλα αληθινά και δίκαια· και απεκρίθη ούτως· «Όσα μου είπες, Άγιε Γέρων, τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλάκις και την έβλεπον ότι προσηύχετο προς αυτόν τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις, και τον επεκαλείτο εις βοήθειαν». Ευχαριστήσας όθεν ο Παντολέων δια την συμβουλήν, την οποίαν του έδωκεν ο Ερμόλαος, απήλθεν εις την οδόν του· και πάλιν ήρχετο πολλάκις να ακούση την διδαχήν αυτού, ίνα καρπωθή καλύτερον, και ολίγον κατ’ ολίγον εστηρίζετο εις την πίστιν του Χριστού. Εν μια δε των ημερών, ερχόμενος από τον διδάσκαλόν του, εύρεν εν τη οδώ παιδίον, το οποίον εδάγκασεν έχιδνα και έκειτο νεκρόν, το δε θηρίον ίστατο πλησίον του. Ταύτα ιδών ο Παντολέων, ενεθυμήθη του Ερμολάου τους λόγους και έλεγε κατά διάνοιαν ότι· «Εάν πληρώση ο Χριστός τούτο μου το ζήτημα, να αναστηθή το παιδίον και να θανατωθή το θηρίον, άλλην απόδειξιν και πίστωσιν δεν ζητώ εις όσα ο τίμιος γέρων με εδίδαξεν, αλλά γίνομαι χριστιανός πάραυτα». Ποιήσας τότε προσευχήν, αυτήν την ώραν το μεν παιδίον ανέστη ως από ύπνου, ο δε όφις διερράγη και απώλετο. Τότε πληροφορηθείς ο Παντολέων, εξ όλης ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν και άρας προς τον ουρανόν τα της ψυχής και του σώματος όμματα μετ’ ευφροσύνης πολλής ηυχαρίστει δοξάζων τον Κύριον, όστις τον ελύτρωσεν από την πλάνην και το σκότος των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχει παρευθύς με πολλήν χαράν εις τον Ερμόλαον, και διηγούμενος την υπόθεσιν εζήτησε να τον τελειώση δια του βαπτίσματος. Ο δε γινώσκων εις ποίον αγγείον εκλεκτόν μέλλει να βάλη το μύρον του Αγίου Πνεύματος, μετά χαράς επήκουσε και βαπτίσας αυτόν τον εκοινώνησε του Δεσποτικού σώματος και τον εδίδαξε πάντα τα μυστήρια της αληθούς ημών πίστεως. Έμεινεν ούτως ημέρας επτά εις τον Άγιον Γέροντα, ευφραινόμενος και σιτιζόμενος εκείνα τα μελίρρυτα λόγια, κατά δε την ογδόην ημέραν απήλθεν εις τον πατέρα του. Τότε εκείνος ηρώτησε τον Άγιον που ήτο τόσας ημέρας. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εις άρχων του παλατίου φίλος του βασιλέως ήτο ασθενής, και δι’ αυτό δεν μας άφηνε με τον διδάσκαλόν μου να αναχωρήσωμεν, έως ότου τελείως ιατρεύθη». Κατά δε την επομένην επορεύθη εις τον Ευφρόσυνον, προς τον οποίον πάλιν επροφασίσθη λέγων· «Ο πατήρ μου ηγόρασε χωράφιον μέγα και αξιόλογον και το παρέδωκεν εις τας χείρας εμού να έχω την φροντίδα του, και δι’ αυτό ήτο ανάγκη να το παραδώσω εις τους ανθρώπους, να το δουλεύωσι». Τούτο είπεν ο Άγιος δια την χάριν, όπου έλαβεν εις την ψυχήν δια του αγίου Βαπτίσματος, ούτω δε έκρυψε κατά το παρόν την υπόθεσιν. Πλην όμως είχε μεγάλην φροντίδα με ποίον τρόπον να επιστρέψη και τον πατέρα του, λέγει όθεν εις αυτόν· «Διατί, πάτερ, όσα είδωλα έγιναν εξ αρχής όρθια, ποτέ δεν εκάθισαν, και πάλιν όσα έγιναν καθήμενα, ποτέ δεν εσηκώθησαν»; Ο δε Ευστόργιος, μη έχων τι να αποκριθή, ήρχισεν ολίγον κατ’ ολίγον και εψυχραίνετο η πολλή του ευλάβεια, την οποίαν είχεν εις αυτά, και δεν εθυσίαζεν ως το πρότερον. Ο δε Άγιος βλέπων ταύτα ηυχαρίστει τον Θεόν, δεόμενος αυτού ακαταπαύστως να φωτίση τον πατέρα του να λυτρωθή τελείως από την πλάνην της αγνωσίας το συντομώτερον. Εσκέπτετο δε να συντρίψη τα είδωλα, τα οποία είχον εις τον οίκον των. Αλλά δια να μη λυπήση τον πατέρα του δεν το έκαμεν. Μόνον έλεγε· «Κάλλιον να τον πείσω με λόγους να πιστεύση εις τον Χριστόν, και τότε θέλει τα συντρίψει και μόνος του». Τούτο δε και έγινε τελικώς με την βοήθειαν του Θεού, ο οποίος επακούσας της δεήσεως αυτού ωκονόμησε με τρόπον επιτήδειον και έφερεν αυτόν εις την ευσέβειαν δια τινος θαυματουργίας, την οποίαν ακούσατε. Έφερον ποτε τυφλόν τινα εις τον οίκον του Ευστοργίου και κρούσαντες την θύραν οι συγγενείς του τυφλού, ηρώτησαν εάν ήτο εκεί ο Παντολέων ο ιατρός. Ο δε Άγιος, ως το ήκουσεν, εκάλεσε τον πατέρα του και εξελθόντες αμφότεροι ηρώτησαν τον τυφλόν τι ζητεί. Ο δε απεκρίνατο· «Το φως μου ποθώ, άριστε ιατρέ, από το οποίον δεν είναι άλλο πράγμα δια τους ανθρώπους γλυκύτερον, και σε παρακαλώ να λυπηθής την συμφοράν και ταλαιπωρίαν μου, να με ελεήσης τον άθλιον, ότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύσουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν, μόνον εδαπάνησα την περιουσίαν μου εις τα φάρμακα και δεν είδον κανέν όφελος. Μάλιστα και το ολίγον φως, όπου είχον, το έχασα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός, αλλά και πένης ο άθλιος». Ο δε Άγιος του λέγει· «Επειδή εις τους ιατρούς εδαπάνησας όλον τον βίον σου και όφελος δεν σου έκαμαν, εάν σε θεραπεύσω εγώ, τι θα μοι δώσης»; Ο δε απεκρίνατο· «Ό,τι έμεινεν από την περιουσίαν μου, μετά χαράς και πάσης προθυμίας σου το χαρίζω». Ο δε Άγιος του λέγει· «Τους μεν οφθαλμούς σου θέλει θεραπεύσει ο αληθής Θεός δι’ εμού, τον δε μισθόν της ιατρείας, τον οποίον μοι υπεσχέθης, ύπαγε διαμοίρασέ τον εις τους πένητας». Ταύτα μεν έλεγεν ο Παντολέων, ελπίζων βεβαίως εις την χάριν και δύναμιν του Χριστού· ο δε πατήρ αυτού, νομίζων ότι με τέχνην ανθρωπίνην και βοτάνων ενέργειαν βούλεται να τον θεραπεύση, τον ημπόδιζε λέγων· «Μη επιχειρήσης, ηγαπημένε μου υιέ, τοιούτον έργον υπέρ την δύναμίν σου, μήπως και εντραπής εις το ύστερον· διότι τι άλλο περισσότερον δύνασαι να τελέσης συ από τους άλλους ιατρούς, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν»; Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πάτερ μου, ως εγώ. Ότι από τον διδάσκαλόν μου έως αυτούς είναι εν μέσω πολλή διαφορά». Ο δε Ευστόργιος, νομίζων ότι λέγει δια τον Ευφρόσυνον, είπε πάλιν· «Εγώ, τέκνον μου, ήκουσα, ότι και αυτός ο διδάσκαλός σου εδοκίμασεν, αλλά δεν κατώρθωσε τίποτε». Λέγει ο Άγιος· «Πρόσεχε, πάτερ, να πιστωθής οφθαλμοφανώς την αλήθειαν». Ούτως είπε, και απλώσας την δεξιάν αυτού, εποίησε το σημείον του Σταυρού εις τους οφθαλμούς του τυφλού, επικαλούμενος το γλυκύτατον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και σωτήριον όνομα· και ω του θαύματος! Πάραυτα ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί του τυφλού, όχι μόνον του σώματος, αλλά και της ψυχής, διότι ήτο ειδωλολάτρης πρότερον. Αλλ’ ως είδε το μέγα σημείον, όπου έγινεν εις αυτόν δια του ονόματος του Χριστού, την ώραν ταύτην επίστευσεν όχι μόνον αυτός, αλλά και ο πατήρ του Αγίου, και μεγαλοφώνως εκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον και παντοδύναμον. Εχάρη λοιπόν ο Άγιος, δοξάζων τον Κύριον, και οδηγήσας αυτούς προς τον Άγιον Ερμόλαον τους εβάπτισεν. Ο δε Ευστόργιος, επιστρέψας εις την οικίαν του, συνέτριψεν όλα τα είδωλα και εις ολίγον καιρόν μετά την αγίαν αυτού επιστροφήν απήλθε προς Κύριον με καλήν μετάνοιαν. Ο δε Παντολέων εμοίρασεν όλον του τον βίον εις πένητας και φυλακισμένους, τους δούλους του ηλευθέρωσεν, ασθενείς και αδυνάτους επεμελείτο, και όχι μόνον τους ιάτρευεν από πάσαν ασθένειαν, αλλά και χρήματα ικανά τους εχάρισεν ίνα ζήσουν. Από τοιαύτας ευεργεσίας, τας οποίας εποίει καθ’ εκάστην ώραν, ηκούσθη το όνομά του εις όλους, και όσοι είχον ασθενείς άλλον ιατρόν δεν εζήτουν ειμή τον Παντολέοντα. Όσους δε ήθελε θεραπεύσει, δεν εζήτει άλλην τινά πληρωμήν εξ αυτών, μόνον να ομολογούν τον Χριστόν αληθή θεραπευτήν των ψυχικών και σωματικών αλγηδόνων, ούτω δε πιστεύοντες εις Αυτόν εθεραπεύοντο διττώς άπαντες, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος. Οι δε ιατροί πάντες της πόλεως εφθόνησαν βλέποντες τοιαύτα θαυμάσια. Ημέραν τινά καθήμενοι εις την αγοράν, επέρασεν απ’ εκεί ο πρώην τυφλός, τον οποίον ο Άγιος εθεράπευσε, ως δε τον είδον εταράχθησαν λέγοντες· «Δεν είναι αυτός τον οποίον εδοκιμάσαμεν ημείς με πολλούς τρόπους και δεν ηδυνήθημεν να τον ιατρεύσωμεν»; Και ερωτήσαντες αυτόν, είπεν, ότι ο Παντολέων τον εθεράπευσεν. Οι δε απεκρίθησαν· «Όντως καθώς είναι ο διδάσκαλος μέγας, ούτως ανέδειξε και μαθητήν θαυμάσιον». Είπον δε τούτο, ως προφητεύοντες άκοντες τον Χριστόν. Πλην από τότε τον εφθόνησαν περισσότερον, και εζήτουν αιτίαν να τον διαβάλουν εις τον βασιλέα. Εύρον λοιπόν Χριστιανόν τινα από τους ομολογητάς, τους οποίους ετιμώρει ο ασεβής Μαξιμιανός δια την πίστιν, ο δε Παντολέων τον επεμελείτο και τον εθεράπευσεν. Έδραμον όθεν ευθύς και είπον εις αυτόν· «Μεγαλειότατε, γίνωσκε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τόσον, και εσπούδασε δια να γίνη τέλειος ιατρός, δια να τον έχης βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε δια την φιλίαν και την αγάπην αυτής τον μέλει ποσώς, αλλά περιέρχεται και ζητεί τους εχθρούς των θεών, τους οποίους τιμωρεί και διώκει πρεπόντως η βασιλεία σου, αυτός δε όπου εύρει τινά, τον επιμελείται και τον θεραπεύει. Αλλά δεν αρκεί ότι ηρνήθη την πάτριον θρησκείαν αυτού και πιστεύει εις τον εσταυρωμένον, αλλά και άλλους Έλληνας όσους δυνηθή σπουδάζει να τους κάμη Χριστιανούς. Ημείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σε συμβουλεύομεν να τον εξαγάγης από το μέσον το γρηγορώτερον. Διότι ύστερον θέλεις λυπηθή πολύ δι’ αυτόν, όταν ίδης πολλούς Έλληνας να αρνούνται τους θεούς και να γίνωνται Χριστιανοί με τας ευεργεσίας του, τας δε ιάσεις και θεραπείας του Ασκληπιού να λέγουν, ότι ο Χριστός τας εργάζεται· και αν θέλης να μάθης την αλήθειαν, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός, τον οποίον ιάτρευσεν ο Παντολέων, να ακούσης από τον ίδιον όσα εις σε είπομεν». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ελυπήθη, και προστάσσει να φέρουν ευθύς τον πρώην τυφλόν. Όταν δε τον έφεραν, τον επρόσταξε να είπη με τι τρόπον ο Παντολέων τον εθεράπευσεν. Αυτός δε, χωρίς φόβον ή δειλίαν τινά, ωμολόγησε την αλήθειαν λέγων· «Με το όνομα του Ιησού Χριστού με ιάτρευσε και το θαυμασιώτερον, ότι πριν τελειώση τον λόγον, ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί μου δια να μη έχη τις να είπη ότι με τέχνην της ιατρικής με εθεράπευσεν». Ο δε βασιλεύς είπεν εις αυτόν· «Λοιπόν συ τι ομολογείς περί τούτου; Ο Χριστός σε ιάτρευσεν ή οι θεοί»; Ο δε απεκρίνατο· «Ας εξετάσωμεν το πράγμα καλώς, και αυτό κηρύττει αφ’ εαυτού την αλήθειαν. Βλέπεις τους καλούς ιατρούς τούτους; Αυτοί προσεπάθησαν πολύ να με ιατρεύσουν. Και αυτοί μεν ευηργετήθησαν, διότι επήραν τον βίον μου όλον εις φάρμακα, αλλ’ εμέ ποσώς δεν ωφέλησαν· μάλιστα βλάβην μου έκαμαν, διότι είχον ολίγον φως, και με έκαμαν και το έχασα και αυτό. Ποίον λοιπόν πρέπει να ονομάζω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν, τον οποίον επικαλούνται αυτοί εις βοήθειαν και δεν με ωφέλησε τίποτε, ή τον Χριστόν, του οποίου μόνον το όνομα προέφερεν ο Παντολέων και πάραυτα μου εχάρισε το παμπόθητον φως; Τούτο, ω βασιλεύ, το γνωρίζει και ένας τυφλός και αγράμματος». Μη έχων λοιπόν τι να αποκριθή προς ταύτα ο Μαξιμιανός, είπεν εις αυτόν· «Μη είσαι, άνθρωπε, μωρός, ουδέ να αναφέρης, ότι ο Χριστός σε ιάτρευσεν, διότι φανερόν είναι ότι οι θεοί σε εφώτισαν». Ο δε ποτέ τυφλός και τότε πεφωτισμένος κατά την ψυχήν μάλλον ή κατά το σώμα, ούτε την εξουσίαν του βασιλέως εφοβήθη ούτε τον θυμόν αυτού, ούτε τιμωρίας εσυλλογίσθη, αλλά και με περισσοτέραν παρρησίαν από τον τυφλόν, τον οποίον αναφέρει το Ευαγγέλιον, λέγει προς τον βασιλέα ταύτα· «Συ είσαι μωρός και ανόητος, όστις λέγεις, ότι οι αναίσθητοι και τυφλοί θεοί σου με εφώτισαν, είσαι δε και τετυφλωμένος ως και αυτοί, δια τούτο δεν ημπορείς να ίδης την αλήθειαν, την υπέρ τον ήλιον λάμπουσαν» Ακούσας ταύτα ο τύραννος εβεβαιώθη ότι όσα του είπον οι ιατροί ήσαν αληθή· όθεν ευθύς προστάσσει και απεκεφάλισαν τον όντως μακάριον και φίλον Χριστού ποτέ τυφλόν, νυν δ της αληθείας συνήγορον και αψευδέστατον Μάρτυρα, όστις ηξιώθη να δώση τοιαύτην θυσίαν προς τον θεραπεύσαντα αυτόν Χριστόν, μαρτυρήσας δια την αγάπην του. Ο δε Άγιος ηγόρασε κρυφίως το τίμιον αυτού λείψανον και το έθεσεν εκεί όπου είχε και τον πατέρα του τεθαμμένον. Αφού εθανάτωσε τον ποτέ τυφλόν ο βασιλεύς εκάλεσε τον Άγιον να υπάγη προς αυτόν, απερχόμενος δε εκείνος προσηύχετο καθ’ οδόν λέγων· «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιωπήσης» και τα λοιπά του ψαλμού. Αφού δε έφθασεν εις το παλάτιον, του είπεν ο βασιλεύς· «Ήκουσα λόγους τινάς απρεπείς δια σε, Παντολέων· ήτοι ότι υβρίζεις και καταφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς, τον δε Χριστόν πιστεύεις και λέγεις ότι αυτός είναι μόνος Θεός, και έχεις εις αυτόν τας ελπίδας σου, όστις απέθανε θάνατον άτιμον. Συ γινώσκεις πόσον σε αγαπώ, και παρήγγειλα εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη καλώς την επιστήμην, δια να σε έχω εις το παλάτιον. Όμως γινώσκομεν και τούτο, ότι πολλάκις τινές από τον φθόνον των λέγουν ψεύματα. Δια τούτο σε προσεκάλεσα να ποιήσης θυσίαν εις τους θεούς, να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Τα έργα, ω βασιλεύ, είναι αξιοπιστότερα από τα λόγια, καθώς όλοι το ηξεύρομεν καλώς. Διότι εάν δια τα μικρά πράγματα ερευνώμεν και εξετάζωμεν, κατά πόσον είναι αληθή και πιστά, πόσον περισσότερον πρέπει να εξετάσωμεν ακριβώς περί Θεού με πολλήν επιμέλειαν, ίνα μη ζημιωθώμεν τα μέγιστα. Ότι η εις τον Θεόν ευσέβεια είναι το υψηλότερον από όλα τα πράγματα. Ο Θεός λοιπόν τον οποίον εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εποίησε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, παραλύτους ανώρθωσε και πάντα ταύτα τα σημεία ετέλεσε μόνον με λόγον και πρόσταγμα. Οι δε θεοί, τους οποίους σέβονται οι Έλληνες, δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τοιούτον έργον ή εάν δύνανται να το κάμουν. Ει δε και θέλεις, ω βασιλεύ, ας το δοκιμάσωμεν και τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Πρόσταξε να φέρουν ασθενή τινα, όστις να έχη πάθος ανίατον, και ας έλθουν οι ιερείς σας να παρακαλέσουν τους θεούς των όσον θέλουν. Έπειτα να δεηθώ και εγώ του Θεού μου, και τον Θεόν εις του οποίου το όνομα ιατρευθή ο ασθενής, αυτόν να ονομάζωμεν μόνον Θεόν αληθέστατον, τους δε λοιπούς να καταφρονήσωμεν». Ο λόγος ούτος ήρεσεν εις τον βασιλέα· όθεν επρόσταξε και έφεραν ένα παράλυτον, σηκωτόν με την κλίνην, όστις δεν ηδύνατο να κινηθή ποσώς ή να στρέψη εδώ ή εκεί, αλλ’ ήτο ακίνητος. Έκαμαν λοιπόν οι ιερείς των ειδώλων ανίερον δέησιν, επικαλούμενοι ώραν πολλήν τους αναισθήτους θεούς των, αυτοί όμως ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Ο δε Άγιος κατεγέλασε την αγνωσίαν των. Έπειτα, όταν είδον ότι δεν έκαμναν τίποτε, είπον προς τον Άγιον να επικαλεσθή και αυτός τον Θεόν του. Τότε εσήκωσεν ο Άγιος τους οφθαλμούς αυτού και όλην του την διάνοιαν προςτους ουρανούς λέγων τους λόγους του ψαλμού· «Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποτρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ εισάκουσόν μου. Δείξον, Δέσποτα, εις τούτους, οίτινες δεν σε γνωρίζουν, ότι συ μόνος είσαι Θεός αληθής και παντοδύναμος». Ούτως είπε και λαβών εις χείρας του τον παράλυτον λέγει προς αυτόν· «Εν ονόματι του Χριστού, του ανορθούντος τους παραλελυμένους, έγειραι και περιπάτει». Τότε παρευθύς έργον ο λόγος εγένετο και εγερθείς ο ασθενής περιεπάτει με πολλήν προθυμίαν και αγαλλίασιν. Τούτο το μέγιστον θαύμα ιδόντες οι Έλληνες εξέστησαν και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα και επίστευσαν εις τον αληθή Θεόν. Οι δε μιαροί ιερείς και αθεράπευτοι ιατροί έμειναν εις την απιστίαν αυτών. Προσελθόντες δε είπον εις τον βασιλέα· «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς, βασιλεύ, μη αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση μίαν ώραν, ότι θέλει αφανίσει παντελώς την θρησκείαν μας, οι δε χριστιανοί θέλουν γίνει ισχυροί εναντίον μας». Ήκουσε πάλιν αυτούς ο βασιλεύς και προσκαλέσας τον Άγιον εδοκίμασε να τον δελεάση με λόγους ειρηνικούς, ίσως τον φέρη εις το θέλημά του. Αφού όμως δεν ηδυνήθη ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με κολαστήρια όργανα. Και πρώτον μεν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδηρούς όνυχας, έπειτα με λαμπάδας κατέκαυσαν αυτού τας πλευράς και τα λοιπά πληγωμένα μέλη του. Αλλά το μεν σώμα του Μάρτυρος ούτως ετιμωρείτο, ο δε νους αυτού ήτο εστραμμένος όλως προς εκείνον, όστις ηδύνατο να του δώση βοήθειαν· έχων δε προς τον ουρανόν τα όμματα εστραμμένα εδέετο νοερώς προς τον Κύριον, όστις επακούσας αυτού έφθασε κατ’ αυτήν την ώραν εκεί έμπροσθεν, και φαίνεται με το σχήμα του Ερμολάου και λέγει προς αυτόν, ως πατήρ γνήσιος και φιλόστοργος· «Μη φοβείσαι, τέκνον μου, ότι εγώ είμαι μετά σου, και βοηθός σου εις όσα πάθης δι’ εμέ». Ομού δε με τον λόγον έγινε φανερά και η των έργων απόδειξις. Διότι ευθύς αι μεν χείρες των στρατιωτών παρέλυσαν, αι δε λαμπάδες εσβέσθησαν, και αι πληγαί του Αγίου εθεραπεύθησαν. Ο δε παράνομος βασιλεύς κατησχύνθη βλέπων ταύτα, και προστάξας να τον κατεβάσουν από το ξύλον, είπεν εις αυτόν· «Με ποίαν τέχνην και μαντείαν έκαμες τας χείρας των στρατιωτών ανισχύρους και τα λαμπάδας απέσβεσας»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Η τέχνη και η μαντεία μου είναι ο Χριστός, τον οποίον σέβομαι, όστις ίστατο πλησίον μου και ενεργεί τα θαυμάσια». Λέγει ο Μαξιμιανός· «Αλλά εάν σε βάλω εις δριμυτέραν και σκληροτέραν βάσανον, τι θα γίνης»; Απήντησεν ο Άγιος· «Τότε θέλω λάβει και εγώ από τον Χριστόν μου περισσοτέραν βοήθειαν». Εκέλευσε λοιπόν ο βασιλεύς και εγέμισαν με μόλυβδον ένα μέγαν λέβητα, ανάψαντες δε πυρ πολύ κάτωθεν, έβαλον εντός τον Μάρτυρα. Ο δε μακάριος Μάρτυς έχων πάλιν την προσευχήν ως παρηγορίαν και μεγάλην βοήθειαν έλεγεν· «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρών εξελού την ψυχήν μου», και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα ευχόμενος, εμφανίζεται πάλιν εις τον Άγιον ο Χριστός εις το σχήμα του Ερμολάου, εφάνη δε ότι εισήλθε μέσα εις τον λέβητα, και πάραυτα εσβέσθη το πυρ και εψυχράνθη ο μόλυβδος. Ο δε ψαλμός δεν έλειπεν από το στόμα του Αγίου, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ προς τον Θεόν μου εκέκραξα και εισήκουσέ μου». Όσοι δε ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και εθαύμασαν δια το παράδοξον όπου έγινεν. Ο βασιλεύς όμως, ως πεπωρωμένος και αναίσθητος, δεν ηννόησε τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν, όστις ετέλει τοιαύτα τέρατα, αλλά ενόμιζε τα γενόμενα αποτελέσματα μαντείας. Εσυλλογίζετο όθεν ο βασιλεύς με ποίαν άλλην βάσανον να νικήση τον αήττητον Μάρτυρα, και συμβουλευθείς υπό των παρεστώτων, κελεύει να δέσουν εις τον τράχηλόν του λίθον μέγαν και να τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Αλλ’ οι μεν στρατιώται έσπευδον να τελειώσουν το πρόσταγμα, ο δε Θεός πάλιν εφρόντιζε να βοηθήση τον δούλον του, όστις δι’ αυτόν εκινδύνευε. Καθώς λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις την θάλασσαν, φαίνεται πάλιν ο Χριστός, και τον μεν βαρύτατον εκείνον λίθον έκαμεν ελαφρότερον από φύλλον δένδρου και έπλεεν επί της θαλάσσης, τον δε Άγιον ωδήγησε και περιπάτει ώσπερ ποτέ ο πρωτόθρονος Πέτρος επάνω του ύδατος, αξήλθε δε εις τον αιγιαλόν, υγιής τε και αβλαβής. Ο δε βασιλεύς, ιδών αυτόν ανελπίστως εις την ξηράν, εθαύμασε λέγων· «Τι τούτο, ω Παντολέων; Εκυρίευσας με τας μαγείας σου και την θάλασσαν»; Ο δε απεκρίνατο· «Το πρόσταγμα εκείνου, όστις την ορίζει, ετέλεσε. Διότι περισσότερον υπακούουν και υποτάσσονται εις τον Θεόν η θάλασσα, η γη και όλα τα ποιήματα, από ό,τι υποτάσσονται εις σε οι υπηρέται σου». Παρ’ όλα όμως τα θαυμαστά ταύτα γεγονότα, τα οποία είδεν ο ασυνείδητος και ασύνετος βασιλεύς, δεν εμαλάχθη η σκληρά και πεπωρωμένη καρδία του εις τοιαύτα θαυμάσια. Αλλά προστάσσει πάλιν να τον ρίψουν εις τα θηρία ο των θηρίων ανοητότερος. Θέλων έπειτα ο βασιλεύς να δείξη, ότι λυπείται τον Άγιον, και δια να τον κάμη να δειλιάση, είπεν εις αυτόν· «Βλέπεις αυτά τα θηρία; Όλα δια την απώλειάν σου τα έφεραν, και ιδέ, λυπήσου τον εαυτόν σου. Διότι εγώ, μάρτυρες οι θεοί, σε λυπούμαι πολύ δια την νεότητα και ωραιότητά σου, και σε συμβουλεύω, ως πατήρ, να προτιμήσης ως φρόνιμος το συμφέρον σου, να μη αποθάνης προώρως πικρότατον θάνατον, και υστερηθής την γλυκυτάτην και παμπόθητον ζωήν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εάν πρότερον δεν σε ήκουσα, πως ελπίζεις να κάμω τώρα το θέλημά σου, όταν είδον από τον Θεόν μου τοσαύτην βοήθειαν; Μη το βάλης ποτέ εις το νουν σου, εγώ να κάμω θυσίαν ποσώς εις τους δαίμονας. Τι με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος όστις εξήρανε τας χείρας των στρατιωτών σου και εψύχρανε τον πεπυρακτωμένον μόλυβδον, και την θάλασσαν εξήρανεν, αυτός και τώρα δύναται να κάμη τα φοβερά ταύτα θηρία να γίνουν ημερώτερα προβάτων». Επειδή λοιπόν δεν επείθετο ο του Χριστού Μάρτυς να κάμη το πρόσταγμα του τυράννου, αλλά προέκρινε να παραδοθή μάλλον εις εκείνα τα αισθητά θηρία παρά να προσκυνήση τα νοητά θηρία, τους δαίμονας, έδωκε κατ’ αυτού την απόφασιν ο βασιλεύς, εάν εντός τριών ημερών δεν κάμη τον λόγον του, να τον ρίψουν εις αυτά ίνα τον φάγωσιν. Ηκούσθη λοιπόν εις όλην την πόλιν, και έδραμον άπαντες, να ίδωσι τοιούτον ωραιότατον και ευγενή νεανίαν, όστις έμελλε να γίνη βορά των θηρίων χωρίς να πράξη κανέν έγκλημα. Όταν λοιπόν εσυνάχθησαν εις το θέατρον και εκάθισεν ο βασιλεύς εις τόπον υψηλόν δια να βλέπη, έσυραν οι υπηρέται τον Άγιον δια να τον ρίψουν εις τα θηρία. Αυτός δε σχήμα δειλίας κανέν δεν έδειξεν, αλλ’ επήγε μετά θάρρους, επειδή έβλεπε πάλιν τον Χριστόν εις το σχήμα του Ερμολάου καθώς και πρότερον, και τον ενεθάρρυνε λέγων ότι είναι μαζί του και να μη φοβήται. Όταν λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις το θέατρον, και απέλυσαν όλα τα θηρία, επερίμενον οι ευρεθέντες να ίδωσιν αυτόν διαμελιζόμενον υπ’ αυτών και σπαρασσόμενον. Αλλ’ επειδή εις τοιαύτην κακίαν έκλινεν ο κόσμος, ώστε υπερέβησαν οι άνθρωποι αφ’ ενός μεν τα άλογα ζώα εις αγνωσίαν, διότι δεν επροσκυνούσαν τον Θεόν, όστις τους εδημιούργησεν, αλλά τους ακαθάρτους δαίμονας, αφ’ ετέρου δε τα άγρια θηρία εις την αγριότητα και ωμότητα, διότι ετιμώρουν και κατέσφαττον εκείνους, οίτινες τον εσέβοντο, δια τούτο ο Θεός, όστις μετασκευάζει τα πάντα ως βούλεται, ωκονόμησε να φανή εις τα άλογα και άγρια θηρία όλον το εναντίον, να γίνουν δηλαδή ώσπερ λογικά, να μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων, και να γίνουν μάρτυρες αψευδείς της κακίας των ανθρώπων και της του Θεού αγαθότητος. Ίσταντο λοιπόν πλησίον εις τον Άγιον όχι ως άλογα και άγρια ζώα, αλλ’ ως λογικά και φρόνιμα, μετά πολλής ευλαβείας και ημερότητος, και σείοντα τας ουράς αυτών έλειχον με τας γλώσσας τους πόδας του, και διηγωνίζοντο ποίον να υπάγη έμπροσθεν αυτού να κολακεύση και να προσκυνήση τον Μάρτυρα. Έπειτα δε επαραμέριζεν αυτό, δια να έλθη το άλλο, και εάν δεν ήθελε βάλει ο Άγιος επάνω του την δεξιάν να το ευλογήση, δεν έφευγεν. Όταν είδε λοιπόν το πλήθος αυτό το θαυμάσιον, εβόησαν όλοι με μίαν φωνήν, «Μέγας και αψευδής Θεός είναι ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ελεύθερος ο δίκαιος». Αλλ’ ο ασύνετος βασιλεύς και των θηρίων ωμότερος εθυμώθη, ότι δεν ετέλεσαν τα θηρία το θέλημά του, και μη υποφέρων τον έλεγχον όπου του έκαμαν τα άλογα ζώα, δείξαντα ότι εγνώρισαν τον αληθή Θεόν, τον οποίον αυτός δεν ηννόησε, προστάσσει και τα εφόνευσαν. Έκειντο δε ταύτα ούτω πολλάς ημέρας και δεν ετόλμησε κανένάλλο θηρίον ή πετεινόν από τα σαρκοφάγα να τα εγγίση. Τούτο δε έκαμεν ο Θεός δια την τιμήν του Αγίου και δια να παρακινήση και άλλους προς την ευσέβειαν. Ο δε αφρονέστατος βασιλεύς, εντραπείς και εις αυτό, έστειλεν ανθρώπους και τα κατέχωσαν εις την γην. Έπειτα προστάσσει να γίνη ένας τροχός, να τον θέσουν εις υψηλόν τόπον, να δέσωσιν εις αυτόν τον Άγιον, και να κυλίσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, ίνα συνθλίψη και συντρίψη εις λεπτά μέρη τον Μάρτυρα. Τούτο εσυμβούλευσαν τον βασιλέα τινές τεχνίται ευρεταί της κακίας και προς το βλάπτειν έτοιμοι. Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος, όστις δεν αφήνει να κακοπαθήσουν οι δούλοι του, επέστη πάλιν επάνω εις την μεγάλην ταύτην ανάγκην, όπου είχον δεδεμένον τον Άγιον εις τον φοβερόν εκείνον τροχόν, ίστατο δε όλη η πόλις επί ποδός να ίδωσι τον άδικον και σκληρότατον του δικαίου θάνατον. Και τον μεν Άγιον έλυσεν από τα δεσμά και ίστατο αβλαβής, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν, ο δε τροχός εκύλισεν επάνω των απίστων, και πολλούς εξ αυτών εθανάτωσεν. Οι δε λοιποί εφοβήθησαν. Ταύτα βλέπων ο βασιλεύς εθαύμασε, πλην από την πολλήν κακίαν του δεν ηδύνατο να δεχθή το φως της ευσεβείας, αλλ’ έμεινεν ο αυτός ως και πρότερον, και εκάλεσε πλησίον του τον Άγιον και του λέγει· «Έως πότε θα κάμνης τοιαύτα τερατουργήματα, και άλλους μεν θανατώνεις από τον λαόν μου, άλλους δε κάμνεις να γίνωνται εχροί των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από τίνα έμαθες τον Χριστιανισμόν»; Ο δε Άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και εφανέρωσε τον Άγιον Ερμόλαον, κρίνων, ότι δεν ήτο πρέπον να ευρίσκεται τοιούτος θησαυρός κεκρυμμένος, αλλά να παρουσιασθή, δια να ωφελήση και άλλους. Διέταξε τότε ο βασιλεύς να υπάγη ο Παντολέων να δείξη τον τόπον, όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Ο δε μετά χαράς υπήκουσεν, ηξεύρων (καθώς εγνώρισεν εις τον εαυτόν του) τι λόγον και σύνεσιν είχεν ο Ερμόλαος, δια να ελκύση και άλλους προς την ευσέβειαν, και όχι αυτός να πλανηθή από έτερον. Όταν λοιπόν επήγεν ο Άγιος με άλλους τρεις στρατιώτας, όπου τον εφύλαττον, και έκρουσε την θύραν, εξήλθε και του λέγει ο Ερμόλαος· «Πως ήλθες έως εδώ, τέκνον μου»; Ο δε είπεν· «Ο βασιλεύς σε καλεί, να υπάγης προς αυτόν , κύριέ μου». Ο δε πάλιν είπε· «Και εγώ το γινώσκω, ότι ο καιρός έφθασε να αποθάνω δια το όνομα του Χριστού μου, καθώς Αυτός μου το έδειξε την νύκτα ταύτην με φανεράν αποκάλυψιν». Όταν λοιπόν απήλθον εις τον βασιλέα, τον ηρώτησε πως ονομάζεται, και εάν είχε και άλλους Χριστιανούς μετ’ αυτού. Ο δε, ως φίλος της αληθείας, δεν έκρυψε τίποτε, αλλ’ είπε· «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω δε και άλλους δύο συνεργάτας, Ερμοκράτην και Έρμιππον καλουμένους». Τότε προσέταξεν ο βασιλεύς και έφεραν και αυτούς εις το κριτήριον, και τους είπεν· «Σεις είσθε που παρεσύρατε εις την πλάνην τον Παντολέοντα, και ηρνήθη τους θεούς»; Οι δε απεκρίθησαν· «Ο Χριστός προσκαλεί προς εαυτόν εκείνους οίτινες είναι άξιοι». Ο δε βασιλεύς τους λέγει· «Αφήτε αυτούς τους μωρούς και ανωφελείς λόγους, και ακούσατέ μου· νουθετήσατε αυτόν να θυσιάση προς τους αθανάτους θεούς, εάν θέλετε να σας έχω φίλους μεγάλους, και να σας δώσω απείρους δωρεάς και χαρίσματα». Οι δε απεκρίθησαν· «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμέν τινα εις την της ψυχής του απώλειαν. Ότι πάντες ημείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν γνώμην στερεωτάτην, να αποθάνωμεν μυρίους θανάτους, με διάφορα κολαστήρια κάλλιον, παρά να προσκυνήσωμεν είδωλα κωφά και αναίσθητα». Ούτως ειπόντες οι Άγιοι ανύψωσαν προς τον ουρανόν τα νοητά και αισθητά όμματα προσευχόμενοι εις τον Κύριον να τους λυτρώση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο δε Κύριος εφάνη προς αυτούς και τους εστερέωσε, ευθύς δε έγινε σεισμός μέγας εις τον τόπον εκείνον. Ο δε σεσαλευμένος τον νουν και φρενόληπτος Μαξιμιανός είπεν· «Οι θεοί ωργίσθησαν δι’ υμάς και έσεισαν την γην». Ο δε Ερμόλαος του λέγει· «Αλλ’ αν συμβή και πέσουν κάτω αυτοί οι θεοί σου, τι θα είπης»; Πριν τελειώση ο λόγος, έφθασεν άνθρωπος από το παλάτιον λέγων· «Γίνωσκε, Μεγαλειότατε, ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι δε Άγιοι κατεγέλων αυτούς, ότι εκείνοι οι νομιζόμενοι φοβεροί θεοί συνετρίβησαν και έλεγον· «Τις βλέπων τοιαύτα σημεία δεν ήθελε γνωρίσει την αλήθειαν»; Αλλ’ ο ασεβής τύραννος περισσότερον εσκοτίζετο, καθώς όσοι πάσχουν οι οφθαλμοί των, και δεν ημπορούν να ίδωσι τον ήλιον. Επαίδευσε λοιπόν και αυτούς τους τρεις με διάφορα κολαστήρια· τελευταίον δε, όταν είδεν ότι δεν δύναται να τους φέρη εις την γνώμην αυτού, τους απεκεφάλισε· τα δε λείψανά των επήραν κρυφίως οι Χριστιανοί και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν. Τότε έφεραν πάλιν τον Παντολέοντα εις τον βασιλέα, όστις του λέγει· «Γίνωσκε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος με την συνοδείαν του εγνώρισαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Όθεν και εγώ τους έκαμα την ανταμοιβήν καθώς έπρεπε τιμήσας αυτούς, και καταστήσας πρώτους του παλατίου μου. Εάν δε και συ τους μιμηθής, αφήσης το πείσμα και θυσιάσης εις τα είδωλα, θέλεις γνωρίσει ότι καθώς τιμωρώ σκληρώς τους αλαζόνας και απειθούντας εις εμέ, ούτω πάλιν τιμώ μεγάλως και βραβεύω πλουσίως και θεραπεύω τους υπακούοντας. Ει δε και παρακούσης, δε γλυτώνεις πλέον από τας χείρας μου, αλλά σήμερον θα λάβης πικρόν και επονείδιστον θάνατον». Ο δε Μάρτυς του Χριστού, πεφωτισμένος εκ θείου Πνεύματος, ηννόησε τον δόλον και την πανουργίαν του μιαρού και του λέγει· «Που είναι; Δείξον εις εμέ αυτούς». Ο δε απεκρίνατο· «Δεν είναι εδώ, διότι τους έστειλα δια τινα υπηρεσίαν εις άλλην πόλιν». Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Αν και είσαι φιλοψευδής, αλλά εις τούτο και μη θέλων είπες την αλήθειαν, επειδή αυτοί είναι τώρα εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και αγάλλονται». Ιδών ο μιαρός, ότι ούτε με κολακείας και δωρεάς, ούτε με απειλάς και τιμωρίας, ούτε με άλλον τινά τρόπον ηδύνατο να καταπείση εις την βουλήν του τον αδαμάντινον και αήττητον Μάρτυρα, επρόσταξε και τον έδειραν δυνατά, όχι ελπίζων πλέον τινά μεταβολήν της γνώμης αυτού, αλλά μόνον από την κακίαν και τον θυμόν τον οποίον είχε προς αυτόν. Έπειτα εξέδωκε και απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και να ρίψουν το λείψανόν του εις το πυρ να το καύσουν. Οι δε στρατιώται ωδήγησαν τον Άγιον εις τον τόπον της τελειώσεως, ο οποίος γνωρίζων από ποίαν θλίψιν και ταλαιπωρίαν εξέρχεται και εις ποίαν αγαλλίασιν επορεύετο, έψαλλεν ευφραινόμενος λέγων ταύτα· «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι», και τα λοιπά. Τότε γίνεται πάλιν σημείον θαυμαστόν και παράδοξον. Έδεσαν τον Άγιον εις εν φυτόν εκαίας, έπειτα κατεβίβασεν ο δήμιος την σπάθην, ίνα τον αποκεφαλίση· και ω του θαύματος! εγύρισεν η κόψις του ξίφους και ελύγισεν ώσπερ να ήτο από κηρόν. Οι δε στρατιώται ετρόμαξαν, και πίπτοντες εις την γην έλεγον· «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, και σε παρακαλούμεν μη μας οργισθής, αλλά συγχώρησον ημάς, και δεήθητι αυτού να μας δεχθή την μετάνοιαν». Τότε έκαμε προσευχήν ο Άγιος δι’ αυτούς, και δι’ άλλα τινά ζητήματα, όσα ήσαν αναγκαία προς ευσέβειαν, παρευθύς δε ήλθε φωνή εκ των ουρανών λέγουσα· «Όσα εζήτησας θα γίνουν και άλλα περισσότερα. Εις το εξής δε να μη λέγεσαι Παντολάων, αλλά Παντελεήμων· τα δε πράγματα θέλουν βεβαιώσει το όνομά σου, ότι πολλοί δια σου θέλουν εύρει ευσπλαγχνίαν και έλεος». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο Άγιος εβεβαιώθη ποίων χαρισμάτων ο Κύριος τον ηξίωσε. Τότε εθάρρυνε τους στρατιώτας να μη δειλιάσουν, αλλά να τελέσουν το προστασσόμενον. Αλλ’ εκείνοι δεν έστεργον πλέον να απλώσουν χείρα εναντίον του, ιδόντες την δύναμιν του Χριστού. Ο δε Άγιος τους ηνάγκασε περισσότερον να γίνη το πρόσταγμα του τυράννου, δια να λάβη τελείως τον της αθλήσεως στέφανον. Τότε και μη θέλοντες, δια να μη παρακούσουν εις τον Άγιον, πρώτον μεν έδειξαν την αγάπην προς αυτόν και ευλάβειαν, καταφιλήσαντες όλα τα μέλη του· έπειτα έκοψαν την τιμίαν αυτού κεφαλήν την εικοστήν εβδόμην (27) του Ιουλίου μηνός, εν έτει τδ΄ (304) μετά Χριστόν. Ο δε Θεός, θέλων να δοξάση και εις το τέλος τον αυτού δούλον Παντελεήμονα, έδειξε και έτερα θαύματα· και όταν έκοψαν την μακαρίαν αυτού κεφαλήν, εξήλθε γάλα αντί αίματος. Αλλά και το δένδρον της εκαίας, εις το οποίον ήτο δεδεμένος ο Άγιος, το οποίον ήτο πρότερον ξηρόν, ευθύς εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Τούτο μαθών ο αναίσθητος βασιλεύς επρόσταξε να κόψουν την ελαίαν, το δε σώμα του Αγίου να κατακαύσουν, καθώς προείπομεν. Αλλ’ οι στρατιώται εκείνοι εμιμήθησαν τους Μάγους, οίτινες δεν έστρεψαν προς Ηρώδην πλέον. Ούτω και αυτοί απελθόντες εκήρυττον πανταχού του Θεού τα θαυμάσια. Τότε τινές των Χριστιανών έλαβον το άγιον λείψανον και το έθεσαν ευλαβώς με μύρα και θυμιάματα εις ένα τόπον έξω της πόλεως, όστις ωνομάζετο του Σχολαστικού Αδαμαντίνου. Αυτό είναι το μαρτύριον και τα θαύματα του πανενδόξου και ιαματικού Παντελεήμονος, αδελφοί εν Χριστώ, καθώς με βραχυλογίαν τα έγραψα. Πρέπον δε είναι όσοι ακούουν τους βίους των Αγίων να μιμώνται την πολιτείαν αυτών, το κατά δύναμιν, ότι δια την αιτίαν ταύτην εγράφησαν. Αλλ’ επειδή τώρα δεν υπάρχουν εδώ ειδωλολάτραι ίνα διδάξωμεν αυτούς, ας φυλάττωμεν τας λοιπάς εντολάς του Κυρίου. Μη δαπανώμεν τον καιρόν εις πολυποσίας και μέθας, εις χορούς και παιχνίδια, εις φόνους και μοιχείας και άλλας πράξεις του δαίμονος. Αλλ’ ας διάγωμεν με σωφροσύνην και εγκράτειαν, με αγάπην και ομόνοιαν, και με όσα άλλα χαίρεται ο Χριστός και αγαπώσιν οι Άγιοι. Διότι, εάν μεν πολιτευώμεθα, καθώς λέγει ο Κύριος, έχομεν μισθόν εις τους ουρανούς, και ευχαριστίαν και πρεσβείαν από τους Αγίους δια τας εορτάς και πανηγύρεις, όπου τους κάμνομεν. Ει δ’ άλλως μόνον τον κόπον και μόχθον έχομεν. Δια τούτο, Χριστιανοί μου, ας κάμωμεν όσα οι Πατέρες ενουθέτησαν, δια να ευφραίνεται ο Θεός εις τα έργα μας, και ημείς να αξιωθώμεν της βασιλείας των ουρανών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.