Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΤΡΥΦΩΝΟΣ

Τη Α΄ (1η) του μηνός ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΤΡΥΦΩΝΟΣ                        

Τρύφων ο ενδοξότατος Μάρτυς του Χριστού και της ουρανίου αι θείας τρυφής επώνυμος, εγεννήθη εις την πόλιν της Φρυγίας Λάμψακον. Οι γονείς αυτού ήσαν ευσεβείς, πιστεύοντες εις τον αληθινόν Θεόν, αξιωθέντες ούτω να γεννήσουν τέκνον ευσεβέστατον· μάλιστα δε εκ πρώτης ηλικίας ήτο άξιον τέκνον Θεού, καθότι κατώκει εις την ψυχήν αυτού η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος και ιάτρευε πάσαν ασθένειαν, εξόχως δε είχε πολλήν εξουσίαν κατά των δαιμόνων, οίτινες, μόνον το όνομά του εάν ήκουον, έφευγον. Εις πίστωσιν δε των πολλών θαυμάτων, τα οποία ετέλεσε, να γράψωμεν ένα δια να εννοήσητε, από το άκρον του κρασπέδου, το ιμάτιον.  Μετά τον θάνατον του Αυγούστου Καίσαρος χρόνους σκδ΄ (224) εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο Γορδιανός, όστις ήτο Έλλην, δεν ήτο όμως τόσον σκληρός ως οι πρότερον βασιλεύσαντες, ούτε τους πιστούς εδίωκεν. Ούτος είχε θυγατέρα μονογενή ωραίαν και πάγκαλον, γραμματισμένην και φρόνιμον και εκ τούτου πολλοί της πόλεως άρχοντες εποθούσαν να λάβουν αυτήν σύζυγον· δι’ αυτό την έκλεισεν ο πατήρ της εις τα ανάκτορα, να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Αλλά δια να γνωρίσουν και εκεί εις την Ρώμην τον θαυμάσιον Τρύφωνα, το θείον φυτόν της του Χριστού Εκκλησίας, ή μάλλον δια να δοξασθή και εκεί ο Δεσπότης Χριστός και να γνωρισθή του Σταυρού η ενέργεια, παρεχώρησεν ο Θεός να δαιμονισθή το κοράσιον και εισελθών ο μισάνθρωπος εις αυτήν την εβασάνιζε πολλά και προσεπάθει να την θανατώση εις το πυρ και εις τα ύδατα, κάμνων εις αυτήν μεγάλην ατιμίαν και καταφρόνησιν. Όθεν οι γονείς της είχον λύπην υπερβολικήν, μη δυνάμενοι δε να την θεραπεύσουν με βότανα και ιατρούς, ούτε με άλλην τινά μηχανουργίαν, είχον τόσον πόνον και λύπην εις την καρδίαν, ώστε επεθύμουν δι’ αυτήν τον θάνατον, τον οποίον ενόμιζον μικροτέραν ζημίαν, από την δεινήν εκείνην ασθένειαν· εφώναζε δε και ο δαίμων έσωθεν ομολογών τον διώκτην αυτού και έλεγεν· «Εάν δεν έλθη ο Τρύφων δεν εξέρχομαι, διότι μόνον αυτός έχει δύναμιν να με διώξη από το οικητήριόν μου τούτο». Παρ’ ευθύς τότε ο βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους να ερευνήσουν επιμελέστατα εις πάσαν πόλιν και χώραν, ίνα εύρωσι τον ποθούμενον, υποσχόμενος χρυσίον αναρίθμητον και άλλα βασιλικά χαρίσματα εις εκείνον, όστις ήθελεν εύρει και φέρει αυτόν. Από τους πολλούς δε απεσταλμένους στρατιώτας και άρχοντας απήλθον τινές αναζητούντες αυτόν εις την πόλιν Λάμψακον, εις την οποίαν ευρίσκετο τότε, βόσκων χήνας, ο τοσούτον εις την αρετήν περιβόητος Άγιος, όστις, βλέπων τους βασιλικούς ανθρώπους, εγνώρισεν από Πνεύμα Άγιον την υπόθεσιν και πλησιάσας είπε προς αυτούς χωρίς εκείνοι να τον ερωτήσωσιν· «Εγώ είμαι ο Τρύφων, τον οποίον ζητείτε». Όθεν λαβόντες αυτόν αγαλλόμενοι τον επήγαν εις τον έπαρχον Πομπηιανόν, αναβιβάσαντες δε αυτόν εις ίππον βασιλικόν τον επήραν εντίμως τρέχοντες προς την Ρώμην· ήτο δε τότε ο Άγιος ετών δεκαεπτά. Όταν επλησίαζαν εις τα όρια της περιφήμου Ρώμης, τρεις ημέρας πριν να φθάσωσιν εις την πόλιν, εγνώρισεν ο μυσαρός δαίμων τον ερχομόν του Τρύφωνος και εβασάνισε την κόρην περισσότερον· έπειτα έδειχνεν ότι ωδύρετο, λέγων: «Ουαί μοι, δεν με αφήνει πλέον ο Τρύφων να κατοικώ εδώ εις το οικητήριον τούτο, αλλά με εκδιώκει απ’ αυτού· άλλαι τρεις ημέραι μόνον υπολείπονται και έρχεται ο Τρύφων, όστις έχει εξουσίαν κατεπάνω μας». Ταύτα λέγων κατεσπάραξε την κόρην και έπειτα έφυγε, διότι δεν ηδύνατο να αντικρύση καν κατά πρόσωπον τον Άγιον Τρύφωνα. Την τρίτην ημέραν έφθασεν ο Άγιος, ο δε βασιλεύς τον υπεδέχθη ασμένως και πολλά τον ετίμησεν ως θεραπευτήν της θυγατρός του. Δια να βεβαιωθή όμως καλλίτερον την αλήθειαν, παρεκάλεσε τον Άγιον να του δείξη οφθαλμοφανώς τον δαίμονα δια να τον ερωτήση, διατί εισήλθεν εις την κόρην και δι’ άλλα τινά ζητήματα. Τότε ο Άγιος ενήστευσεν έξ ημέρας και προσηύχετο εις τον Θεόν να του δώση εις τούτο βοήθειαν· κατά δε την εβδόμην ημέραν είδεν οπτασίαν θαυμασίαν το μεσονύκτιον, του έδωκε δε ο Θεός και εξουσίαν πλουσίαν κατά δαιμόνων, υπέρ την προτέραν. To πρωϊ, όταν εξημέρωσε, συνήχθησαν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως εις το θέατρον καθώς και ο βασιλεύς με τους δορυφόρους και πάντας τους μεγιστάνας και άρχοντας, επιθυμούντες να ίδωσι τοιούτον εξαίσιον θαυματούργημα· ο δε θείος Τρύφων, έμπλεως από Πνεύμα Άγιον, έχων πίστιν εις τον Θεόν, εκάλεσε τον δαίμονα, ωσάν να τον έβλεπε με τους οφθαλμούς της ψυχής παριστάμενον και του λέγει· «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού σε προστάσσω να φανής εδώ έμπροσθέν μας, να ίδωμεν όλοι την ασχημοσύνην και ασθένειάν σου». Τότε παρευθύς εφάνη κύων μαύρος και άσχημος, του οποίου οι οφθαλμοί ήσαν ως πυρ και φλόγα, έκλινε δε την κεφαλήν προς την γην. Τότε του λέγει ο Άγιος· «Ειπέ μας, κατάρατε, τις σε προσέταξε να εισέλθης εις την κόρην ταύτην και πως τολμάς και δύνασαι, αδύνατε, ζοφωδέστατε και άτιμε, να ατιμάζης το τίμιον πλάσμα του Θεού και να βασανίζης τους ανθρώπους, μισάνθρωπε»; Τότε ο δαίμων, ως να τον επλήγωσαν ως βέλη οι λόγοι του Τρύφωνος, απεκρίθη με δυσκολίαν, λέγων· «Ο πατήρ μου, όστις είναι πάντων των κακών αίτιος και λέγεται Σατανάς, με έστειλε να την βασανίσω». Του λέγει πάλιν ο Άγιος· «Και ποίαν εξουσίαν έχετε σεις, αρχηγοί και ευρεταί της κακίας, εις τα πλάσματα του Θεού»; Τότε ο εις σχήμα κυνός φαινόμενος δαίμων, αν και είναι φιλοψευδής εκ φύσεως και δεν θέλει ποτέ να είπη την αλήθειαν, όμως χωρίς να θέλη (υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενος) ωμολόγησεν, έμπροσθεν πάντων, εκείνα τα οποία ήθελε να κρύπτη και να τα φυλάττη απόρρητα, λέγων· «Ημείς δεν έχομεν καμμίαν εξουσίαν να τυραννώμεν τους Χριστιανούς, οι οποίοι πιστεύουσιν εις τον Παντοκράτορα Θεόν και τον Χριστόν τον Υιόν Αυτού, τον οποίον ο Πέτρος και ο Παύλος εδώ εις την πόλιν ταύτην λαμπρώς εκήρυξαν, μάλιστα βλέποντες τους πιστούς αυτούς από μακράν φεύγομεν· μόνον δε εκείνους τους οποίους ευρίσκομεν να αγαπώσι τα έργα μας, αυτούς έχομεν εξουσίαν να βασανίζωμεν, δηλαδή ειδωλολάτρας, βλασφήμους, μοιχούς, φονείς, φαρμακείς και υπερηφάνους και άλλους ομοίους τούτων, οίτινες χωρίζονται και αλλοτριώνονται από τον Θεόν με τοιαύτα ανομήματα, έρχονται δε προς ημάς με την ιδικήν των προαίρεσιν. Εκείνους μόνον πειράζομεν, επειδή πράττουσιν όσα μας αρέσκουσι, καταφρονούντες τα θεία προστάγματα». Ταύτα οι περιεστώτες ακούοντες, εθαύμασαν και συγχρόνως εφοβήθησαν, πολλοί δε απ’ εκείνους επίστευσαν εις τον Χριστόν, οι δε πιστοί εστερεώθησαν εις την πίστιν καλλίτερον, ακούοντες την αληθή μαρτυρίαν του δαίμονος, ο οποίος επιτιμηθείς από τον Άγιον έγινεν άφαντος. Ταύτα ιδών και ακούσας ο βασιλεύς εθαύμασε τον Τρύφωνα, και τον ετίμησε περισσώς ως έπρεπε και πολλάς δωρεάς του εχάρισεν, έπειτα προσέταξε τον έπαρχον Πομπηιανόν και άλλους άρχοντας να τον συνοδεύσουν έως εις τον τόπον του. Πορευόμενος δε ο Άγιος, διεμοίρασε καθ’ οδόν εις τους πτωχούς όλα τα αργύρια, τα οποία του εχάρισεν ο βασιλεύς και δεν ηθέλησε να κρατήση ουδόλως δωρεάν από ασεβή. Φθάσας δε εις την οικίαν του, έκαμνε τα πρότερα θεραπεύων τους ασθενείς και οδηγών τους πεπλανημένους προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Γορδιανού, εβασίλευσεν ο ευσεβής Φίλιππος, ολίγον καιρόν όμως έζησεν, διότι πολεμών με τους Τρωγλοδύτας τον εφόνευσαν. Τότε έλαβε την βασιλείαν ο δυσσεβής και άδικος Δέκιος, άνθρωπος ωμός και άσπλαγχνος, εις φόνους και αίματα ευφραινόμενος, έχων πολλήν ζέσιν εις τα μιαρά είδωλα και μίσος άμετρον κατά των Χριστιανών ο άχρηστος· όθεν δεν εμερίμνα και τόσον να πολεμή τους εχθρούς του, όσον εφρόντιζε να διώκη τους ευσεβείς, ο ασεβέστατος, είχε δε τούτο δια μεγάλην δόξαν αυτού και εύκλειαν· όθεν ητοίμαζε τροχούς, ξίφη, ονύχια σιδηρά και άλλα διάφορα κολαστήρια. Ήτο λοιπόν εις όλην την οκουμένην σκότος και πόλεμος και πολλοί μη υποφέροντες τα πάνδεινα παιδευτήρια, προσεκύνουν (φευ!) οι λογικοί τα άλογα και αναίσθητα κτίσματα, οι δε στερεοί και καλόγνωμοι έμενον αήττητοι έως τέλους, φυλάττοντες την πίστιν των απαρασάλευτον και υπομένοντες ανδρείως όλα τα φρικτά κολαστήρια και δια του προσκαίρου θανάτου απήρχοντο εις ζωήν την αιώνιον. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, και του διωγμού πληθυνομένου, ανήγγειλάν τινες μισόχριστοι προς τον έπαρχον της Ανατολής, Ακυλίνον ονόματι, ότι άνθρωπός τις από την Λάμψακον γνωστικός και λόγιος, ιατρός το επιτήδευμα, καταφρονεί τους βασιλείς και εμπαίζει τους μεγάλους θεούς προσκυνών τον Χριστόν, τον οποίον ομολογεί ως μόνον Θεόν και πολλοί υπ’ αυτού ηπατήθησαν και ησέβησαν. Ευθύς λοιπόν έστειλεν ο Ακυλίνος γράμματα απειλητικά, να ερευνήσουν πανταχού επιμελώς, να τον εύρουν και να τον αποστείλουν εις αυτόν τάχιστα. Δεν ήτο δυνατόν λοιπόν να κρυφθή ο λαμπρός λύχνος της πίστεως και το πολύτιμον και χρήσιμον μύρον, το οποίον από την ευωδίαν αυτού φανερώνεται· μάλιστα και μόνος του ο Άγιος, ακούσας ότι τον εζήτουν οι διώκται της πίστεώς μας, δεν έφυγε να κρυφθή εις τα δάση και σπήλαια, αλλ’ ωπλίσθη με προσευχάς και δεήσεις και ούτω φαιδρός παρρησιάζεται προς τους ζητούντας, οίτινες έφερον αυτόν χαίροντες εις τον έπαρχον ευρισκόμενον τότε εις την Νίκαιαν. Παραστήσαντες λοιπόν τον Άγιον εις το κριτήριον, τον ηρώτησεν ο έπαρχος να είπη το όνομα, την πίστιν, την τύχην (ήτοι ποίας καταστάσεως άνθρωπος ετύγχανε) και την πατρίδα του, ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Τρύφων καλούμαι και είμαι από την Λάμψακον· τύχην ημείς δεν ομολογούμεν, διότι δεν υπάρχει, αλλά πιστεύομεν ότι όλα έγιναν ευτάκτως από τον Παντοδύναμον Θεόν, όστις κυβερνά όλον τον κόσμον με την σοφίαν του και όχι από την τύχην· είμαι δε την κατάστασιν ελεύθερος (και όχι δούλος), μόνον εις τον Δεσπότην μου Χριστόν εδουλώθην, όστις είναι ο στέφανός μου, η δόξα μου και το καύχημά μου». Του λέγει ο έπαρχος· «Ο βασιλεύς επρόσταξεν, ότι όστις δεν σέβεται τους θεούς, να λαμβάνη βίαιον θάνατον· λοιπόν υπάκουσόν μου· άφες την πλάνην αυτήν, να μη λάβης πυρ και πληγάς και άλλα φρικτά κολαστήρια». Λέγει ο Άγιος· «Είθε να με ηξίωνεν ο Δεσπότης μου Χριστός, ο αληθής και μόνος Θεός, να βασανισθώ δια την αγάπην του, να λάβω επώδυνον θάνατον». Λέγει πάλιν ο έπαρχος· «Παρακαλώ σε, Τρύφων, θυσίασον εις τους θεούς, διότι βλέπω πως είσαι εις την φρόνησιν τέλειος και δεν θέλω να αποθάνης ασκόπως και ματαίως». Του λέγει ο Άγιος· «Τότε μάλλον θα είμαι τέλειος, εάν φυλάξω την ομολογίαν τελείαν προς τον Δεσπότην μου Χριστόν, να γίνω προς αυτόν θυσία άμωμος, καθώς έπαθε και Αυτός δι’ εμέ». Εις τας απειλάς ταύτας του επάρχου, ότι θα τον βάλη εις πυρ και έτερα κολαστήρια, απήντησεν ο Άγιος· «Συ με φοβερίζεις με πυρ, το οποίον σβύνεται γρήγορα και τάχιστα αφανίζεται, εγώ όμως σου προαναγγέλλω το πυρ εκείνο το άσβεστον της αιωνίου κολάσεως, εις το οποίον θέλεις κατακριθή να καίεσαι ατελεύτητα και να οδύρεσαι ανωφέλευτα, επειδή αφήκες τον αληθή Θεόν και προσκυνείς αναίσθητα ξόανα. Μη χάνης λοιπόν τον καιρόν σου ασκόπως με απειλάς πυρός και ετέρων προσκαίρων κολαστηρίων, διότι οι δούλοι του Θεού δεν φοβούνται ποσώς τούτο το πυρ, αλλά εκείνο το άσβεστον και αιώνιον. Πράξε λοιπόν όπως ορίζεις, διότι εγώ δεν αρνούμαι τον αληθή Θεόν, αν μου δώσης και μύρια κολαστήρια». Τότε προστάσσει ο τύραννος να κρεμάσωσι τον Άγιον εις το ξύλον, να τον σπαθίζουσιν. Εκείνος δε εξεδύθη ευθύς μόνος, δια να δείξη της ψυχής το πρόθυμον· εκαρτέρει δε σπαθιζόμενος ώρας τρεις, ωσάν να έπασχεν άλλος, χωρίς να εκβάλη ουδεμίαν φωνήν, ο δε έπαρχος έλεγε· «Μετανόησον, Τρύφων, από ταύτην την υπερηφάνειάν σου· προσκύνησον τους θεούς, διότι εκείνος όστις εναντιούται εις τα βασιλικά προστάγματα λαμβάνει θάνατον επώδυνον». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Όστις δεν φυλάξη το σωτήριον του Θεού θέλημα, μέλλει να κατακριθή εις θάνατον αθάνατον, διότι αυτός είναι μόνος Βασιλεύς ουράνιος και όστις τον αρνηθή, ζημιούται ζωήν αιώνιον». Λέγει ο έπαρχος· «Άλλος δεν είναι ουράνιος, ειμή ο μέγας Ζεύς, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας· ούτος είναι πατήρ των ανθρώπων και των άλλων θεών και όστις απειθήση εις αυτόν είναι αδύνατον να ζήση· λοιπόν και συ υποτάξου εις αυτόν, δια να αξιωθής να έχης ζωήν γλυκυτάτην πάντοτε». Εις τους λόγους τούτους του τυράννου απεκρίθη ο Άγιος· «Όμοιοι αυτού να γίνουν όσοι πιστεύουσιν αυτόν και δια θεόν τον νομίζουσι, διότι, καθώς ομολογούσι τα βιβλία σας, αυτός ήτο γόης και μάντις μιαρώτατος, και δεν αφήκε καμμίαν ανομίαν και είδος κακίας άπρακτον ο πάντολμος. Όταν δε απέθανε του έστησαν χρυσά και αργυρά είδωλα όσοι εποθούσαν τα σιχαμερά και πάσης αισχύνης πεπληρωμένα έργα του, ονομάζοντες αυτόν και θεόν δια να δικαιολογήσουν με τούτον τον τρόπον τας αισχρουργίας και ασελγείας του. Ούτως έπραξαν και δια τους άλλους ψευδωνύμους θεούς σας, εις την πλάνην δε ταύτην ακολουθούντες και σεις, ανοήτως, σέβεσθε ύλην κωφήν και άψυχον, καταφρονούντες τον αληθή και ζώντα Θεόν, όστις τον ουρανόν εστερέωσε, την γην εθεμελίωσεν επί των υδάτων και πάσαν την οικουμένην εποίησε· μετά δε ταύτα έπλασε και ανέπλασε τον άνθρωπον, ως φιλάνθρωπος. Διότι βλέπων ότι τον επλάνησεν ο δαίμων και τον εξώρισεν ως φθονερός από τον Παράδεισον, κατεδέχθη να γίνη άνθρωπος και εσταυρώθη και ετάφη εκουσίως και αναστάς εκ νεκρών, ανήλθεν εις τους ουρανούς, ένθα υμνείται υπό Αγίων Αγγέλων, όταν δε έλθη το πλήρωμα του χρόνου, το οποίον αυτός μόνος γνωρίζει, τότε θέλει έλθει και πάλιν εξ ουρανού με άρρητον δύναμιν και δόξαν θεοπρεπώς, ίνα κρίνη την οικουμένην άπασαν και αποδώση εις έκαστον κατά τας πράξεις του. Αυτός είναι Θεός θεών, Βασιλεύς απάντων των βασιλέων και Κριτής ζώντων και νεκρών δικαιότατος. Αυτά δε όπου προσκυνείτε σεις δια θεούς είναι άψυχα ξόανα, έργα χειρών ανθρώπων και πονηρών δαιμόνων ευρήματα και σας οδηγούν εις απώλειαν». Ταύτα ακούσας εθυμώθη ο έπαρχος και προστάσσει να καταβιβάσουν τον Άγιον από το ξύλον και να τον σύρουν δεδεμένον εις το κυνήγιον όπου θα επήγαινε. Τούτου γενομένου είχε πολλήν οδύνην ο Άγιος, διότι επεριπάτει ανυπόδητος και οι πόδες του ήσαν ξεσχισμένοι από την προτέραν βάσανον, τότε δε πάλιν κατεξεσχίζοντο από τα ξύλα και τας πέτρας εν μέσω χειμώνος, πολλάκις δε τον κατεπάτουν και οι ίπποι και έπιπτον καθ’ οδόν αι σάρκες του. Όθεν ησθάνετο πόνον υπερβολικόν, αλλ’ υπέμεινεν όλα ταύτα τα λυπηρά, αποβλέπων εις την μέλλουσαν ανταπόδοσιν, έψαλλε δε λέγων· «Κατάρτισαι, Κύριε, τα διαβήματά μου» (Ψαλμ. ιστ: 5) και άλλα ρητά της Αγίας Γραφής παρόμοια. Έπειτα πάλιν, μιμούμενος τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον και αυτόν τον Χριστόν ο χριστομίμητος, έλεγε· Κύριε, συγχώρησε το αμάρτημά των». Κατά δε το εσπέρας, όταν επέστρεψεν από το κυνήγιον ο Ακυλίνος, εφρόντιζε να κυνηγήση μάλλον τον Άγιον και του λέγει· «Εσωφρινίσθης καν τώρα, να προσκυνήσης τους θεούς, άθλιε, ή μένεις εις την προτέραν μανίαν σου»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Συ μάλιστα είσαι γεμάτος μανίαν και αγνωσίαν, ανόητε, δι’ αυτό δεν θέλεις να εννοήσης τον αληθή Θεόν· εγώ όμως έχω γνώσιν, διότι κρατώ την αλήθειαν». Τότε ο άρχων, μη έχων λόγον να αποκριθή κατά της αληθείας ο μάταιος, επρόσταξε να φυλακίσουν τον Άγιον έως άλλην εξέτασιν· μετά τινας δε ημέρας, θέλων να υπάγη εις την Νίκαιαν, επρόσταξε να φέρουν και τον Μάρτυρα δεδεμένον. Όταν δε επλησίαζαν εις την πόλιν, τον ηρώτησεν ο τύραννος· «Μήπως σε εδίδαξε, Τρύφων, το μάκρος του καιρού, να υπακούσης εις τους βασιλείς, να προσκυνήσης τους σωτήρας θεούς, ή ακόμη είσαι απειθής και φιλόνεικος»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Ο Κύριος και Θεός μου Ιησούς Χριστός, τον οποίον λατρεύω με καθαράν διάνοιαν, με ενουθέτησε να φυλάττω την ομολογίαν του αμετάθετον· όθεν αυτόν μόνον γνωρίζω Βασιλέα και Θεόν αψευδέστατον, τας δε βασάνους, τας οποίας υφίσταμαι υπό σου και τας εντολάς του βασιλέως σου καταφρονώ και τους θεούς σου μυκτηρίζω ως αξίους γέλωτος». Εις ταύτα οργισθείς ο θεόργιστος επρόσταξε να καρφώσουν εις τους πόδας του Μάρτυρος ήλους και έτερα σίδηρα και δέροντες τον ετραβούσαν εις το μέσον της πόλεως. Εκ τούτου έλαβε πολλήν οδύνην και πόνον ανείκαστον ο καρτερόψυχος και έτρεχαν μεν εις την γην τα αίματα, αλλά ο πόθος του Χριστού τον έκαμνε να μη υπολογίζη της σαρκός την κόλασιν και να νομίζη των αλγεινών τας νιφάδας ως ψεκάδας δρόσου και αναψυχήν της ψυχής ο αήττητος. Θαυμάζων λοιπόν την καρτερίαν αυτού ο τύραννος, έλεγεν· «Έως πότε δεν θα αισθάνεσαι, Τρύφων, την δριμύτητα των κολάσεως»; Ο δε Άγιος αντιστρέφων τους λόγους έλεγεν· «Έως πότε συ δεν θα εννοής την αήττητον δύναμιν του Χριστού, όστις κατοικεί εις εμέ, αλλά πειράζεις το Πνεύμα το Άγιον»; Τότε πάλιν οργισθείς ο άρχων επρόσταξε να εξαρθρώσωσι τους αγκώνας του, να τον δέρωσι με ράβδους και να τον κατακαίωσι με λαμπάδας πυρός. Τούτων ούτω γενομένων, καθώς εβασάνιζαν οι δήμιοι με πολλήν σφοδρότητα και ασπλαγχνίαν τον Άγιον, ήλθεν από τους ουρανούς προς αυτόν εξαίφνης θεά επιφάνεια εξαστράπτουσα και εφαίνετο φερόμενος προς αυτόν στέφανος ανθισμένος και εστολισμένος δια λίθων πολυτίμων. Ταύτα βλέποντες οι στρατιώται, οίτινες τον εβασάνιζαν, έπεσον κατά γης όλοι έντρομοι, ο δε Άγιος ενεπλήσθη θάρρους και αγαλλιάσεως υπό της θείας εκείνης Χάριτος, την οποίαν έβλεπε, και εδόξαζε τον Κύριον λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα, ότι δεν με εγκατέλιπες εις τας χείρας των εχθρών μου, αλλά την ημέραν του πολέμου με περιεσκέπασες και η δεξιά σου με εβοήθησεν· αλλά και τώρα σε παρακαλώ, Δέσποτα, παραστάσου έως τέλους να με ενδυναμώνης να τελειώσω καλώς τον αγώνα της ομολογίας σου, δια να αξιωθώ να χαρώ τον στέφανον της δικαιοσύνης μετά των φίλων σου, οίτινες ηγάπησαν το Πανάγιόν σου Όνομα· ότι συ μόνος είσαι δοξασμένος εις τους αιώνας. Αμήν». Ταύτα βλέπων ο μιαρός τύραννος εδοκίμαζε πάλιν με κολακείας να νικήση τον αήττητον, λέγων προς αυτόν· «Προσκύνησον τον μεγάλον Δία και την εικόνα του Καίσαρος και θα σου δώσω πολλήν τιμήν και χαρίσματα άπειρα». Ο δε Μάρτυς μειδιάσας, είπεν· «Εάν αυτόν τον βασιλέα σου κατεφρόνησα και τα προστάγματά του περιεγέλασα, πώς να προσκυνήσω την άψυχον εικόνα του; Δια δε τον Δία και τους άλλους ψευδοθεούς σας ερώτησον τους σοφούς σας, οίτινες εδοκίμασαν να σκεπάσουν με τας μυθολογίας τας αισχράς πράξεις και ατοπίας των, ονομάζοντες τον αέρα Ήραν και την γην Δήμητραν, Ποσειδώνα την θάλασσαν και Απόλλωνα τον ήλιον, ομοίως και τους άλλους, αλληγορούντες τον Ερμήν εις τον λόγον, εις τον θυμόν τον Άρην και εις την πορνείαν την Αφροδίτην και άλλα παρόμοια μυθολογούντες φλυαρήματα· αλλά εγώ ηξεύρω από τας ιστορίας, τας κακουργίας αυτών των θεών σας και εξόχως του πρώτου, τον οποίον λέγετε μεγαλύτερον· αυτός ήτο μοιχός, ο Ζεύς δηλαδή ο ασελγής και παράνομος, όστις εφόνευσε τον πατέρα του, αλλά και οι επίλοιποι θεοί σας ασεβείς είναι και παμμίαροι, τούτων δε τας πράξεις μιμείσθε και σεις οι πονηροί και κακότροποι· και δεν φθάνει ότι απηρνήθητε σεις τον αληθή Θεόν οι ανόητοι, αλλά αναγκάζετε και ημάς να επικοινωνήσωμεν μαζί σας εις τόσην σκολιάν τυφλότητα, αφού λέγετε το σκότος φως και το φως σκότς, το πικρόν γλυκύ, και το γλυκύ πικρόν, καθώς ο Ησαϊας ο μεγαλόφωνος λέγει (Ησαϊα ε: 20)· αλλά ματαίως οδυνάσθε· διότι προτιμώμεν να αποθάνωμεν μάλλον ή να αφήσωμεν την ευσέβειαν». Εις ταύτα εθαύμασε και εθύμωσεν ο τύραννος· θαύμα μεν είχε, ότι εγνώριζεν ο Άγιος τας ιστορίας των αθέων θεών· και θυμόν, διότι τους εχλεύαζε. Προστάσσει λοιπόν να τον σπαθίσωσι σκληρότερον. Αλλ’ εις μάτην εκοπίαζε· διότι όλας τας βασάνους ενόμιζεν ο μακάριος Τρύφων τρυφάς και ηδονάς από τον ένθεον έρωτα. Όθεν γνωρίσας ο δείλαιος το αήττητον του Μάρτυρος, εβαρύνθη η δορκάς να πολεμή με τον λέοντα και δίδει κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να τον αποκεφαλίσωσιν έξω της πόλεως. Όταν λοιπόν τον επήγαν εις τον τόπον της καταδίκης οι δήμιοι, ύψωσε προς ουρανόν κατ’ ανατολάς τας χείρας και τους οφθαλμούς, ταύτα λέγων· «Δέσποτα Κύριε, Θεέ θεών, Βασιλεύ βασιλέων, Άγιε Αγίων, ευχαριστώ σοι, ότι με ηξίωσας νατελειώσω τον αγώνα τούτον αναμάρτητα· παρακαλώ σε να μη με εμποδίση ο πονηρός και επίβουλος και με καταβυθίση εις τον βυθόν της απωλείας· αλλά ας πάρουν την ψυχήν μου Άγιοί σου Άγγελοι, να την φέρουν εις τα αγαπητά και ποθητά σκηνώματά σου. Όσοι δε ενθυμούνται εμέ τον ανάξιον δούλον σου, και προσφέρουν εις σε θυσίας δεκτάς, πρόσχες αυτών εξ ουρανού αγίου σου και δος εις αυτούς αφθάρτους ευεργεσίας και πλουσίαν αντάμειψιν· ότι συ είσαι μόνος αγαθός και των αγαθών παροχεύς και δοτήρ πλουσιώτατος». Ταύτα ο Αθλοφόρος ευξάμενος και προσκυνήσας τον Θεόν, παρέδωκεν εις αυτόν την ψυχήν ο μακάριος, προτού να τον αποκεφαλίση ο δήμιος, δια να μη φανή ότι τον εθανάτωσεν ο τύραννος, αλλά ετελειώθη με θείον νεύμα και βούλησιν. Τότε όσοι πιστοί ήσαν εκεί εις την Νίκαιαν ετύλιξαν οσίως και ευλαβώς εις σινδόνα καθαράν με αρώματα το τίμιον λείψανον και εβούλοντο να το ενταφιάσωσιν εκεί, δια να το έχωσιν ως θησαυρόν πολύτιμον και ασφαλές φυλακτήριον· αλλ’ ο Άγιος εφάνη εις το όραμά των και τους είπε να το υπάγουν εις την Λάμψακον· όθεν έκαμαν καθώς τους επρόσταξεν εκείνος και τον ενεταφίασαν εκεί, εις τον τόπον δε αυτόν έγιναν πολλά θαυμάσια, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

Ανακομιδή του λειψάνου του Αποστόλου ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Τη ΛΑ΄ (31η) του αυτού μηνός Ιουλίου, εορτάζομεν την Ανακομιδήν του λειψάνου του Αγίου, ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ενός της πρώτης χορείας των Δώδεκα, ήτοι την κατάθεσιν του αγίου Σκήνους αυτού εν τη νήσω Κύπρω.                                                                            

Φίλιππος ο Απόστολος ήτο από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, συμπολίτης Ανδρέου και Πέτρου, κηρύξας τον Χριστόν εν τη Ασία, τη Ιεραπόλει, και εις τας πόλεις της Μυσίας και Λυδίας ομού με την αδελφήν αυτού Μαριάμνην και Βαρθολομαίον τον Απόστολον και πολλούς πειρασμούς και θλίψεις υπό των απίστων υπομείνας, μαστιγούμενος, εγκλειόμενος, λιθαζόμενος, είτα τους αστραγάλους τρυπηθείς, και επί της πλατείας συρθείς, και επί του ξύλου σταυρωθείς, υπό των Ελλήνων ετελειώθη. Τούτου το άγιον λείψανον συσταλέν εν Ιεραπόλει, εις την οποίαν και ετελειώθη, υπό του Βαρθολομαίου και της Μαριάμνης, μετεκομίσθη μετά χρόνους ικανούς εις την νήσον Κύπρον εις τι κατά την Πάφον χωρίον, Αρσινόην λεόμενον, κοινότερον δε Άρσος παρά των εγχωρίων καλούμενον, εις το οποίον έχει οικοδομηθή Ναός επ’ ονόματι του Αποστόλου Φιλίππου μέγιστος και ωραιότατος, ως και μέχρι τούδε σωζόμενος καθοράται. Εις τον Ναόν αυτόν κατέθεσαν το άγιον αυτού λείψανον μετά της αγίας αυτού Κάρας, κεκοσμημένης ούσης δι’ αργύρου, και δια σφραγίδων βασιλικών επιβεβαιωμένης, όπερ και μέχρι της σήμερον εύρηται εις τον ίδιον Ναόν μετά πολλής της ευλαβείας παρά των ευσεβών φυλαττόμενον, θαύματα άπειρα επιτελούν εις δόξαν Θεού. 

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Η ανάμνησις των Εγκαινίων του σεβασμίου οίκου της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ του εν ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΣ, ένθα απόκειται η ΑΓΙΑ ΣΟΡΟΣ και προεόρτια του ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ,

Τη ΛΑ΄ (31η) του αυτού μηνός Ιουλίου. Η ανάμνησις των Εγκαινίων του σεβασμίου οίκου της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ του εν ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΣ, ένθα απόκειται η ΑΓΙΑ ΣΟΡΟΣ και προεόρτια του ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, ήτοι η από του βασιλικού παλατίου εξέλευσις του Τιμίου Σταυρού εις την Πόλιν.                                                                                                                                                                
Κατά την ημέραν ταύτην επεκράτει συνήθεια να εκφέρηται εκ του παλατίου του βασιλέως το τίμιον ξύλον του Σταυρού, και να προπέμπηται πλησίον της μεγάλης Εκκλησίας· προϋπήντα δε αυτό ο δεύτερος ιερεύς εκ των Κηρουλαρίων, όστις βαστάζων θυμιατόν και θυμιών, πρώτον έφερεν αυτό εις τον μικρόν βαπτιστήρα, όπου εγίνετο αγιασμός εν τω αργυρώ εξαντλητηρίω, έπειτα δε εισήγαγεν αυτό εις το άγιον Βήμα της Μεγάλης Εκκλησίας, της Αγίας Σοφίας. Εκ δε του αγίου Βήματος εξήγον τον Σταυρόν, και περιέφερον εις όλην την Κωνσταντινούπολιν μέχρι της δεκάτης τετάρτης Αυγούστου, ότε προεπέμπετο πάλιν εις το παλάτιον, και απετίθετο εις τον τόπον αυτού υπό των Διαιταρίων και του μεγάλου Παππία. Αύτη δε η εξέλευσις και περίοδος των τιμίων ξύλων του Σταυρού εγίνετο, διότι εις τας πρώτας δεκαπέντε ημέρας του Αυγούστου επιπολάζουσι συνήθως ασθένειαι περισσότεραι ή κατά τους άλλους μήνας· όθεν ο Τίμιος Σταυρός του Κυρίου, περιφερόμενος εις την Πόλιν, ηγίαζε τον αέρα δια της παρουσίας του, και τας οικίας και τας αγυιάς και τας πλατείας, υγείαν παρέχων εις όλους εκείνους, πλησίον των οποίων διήρχετο ή τους οποίους προσήγγιζεν.

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Μνήμη του δικαίου ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ.

Τη ΛΑ΄ (31η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη του δικαίου ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ.                                                                         

Ευδόκιμος ο θαυμάσιος ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του εικονομάχου εν έτει ωκθ΄ (829), είλκε δε το γένος από την Καππαδοκίαν, γεννηθςίς και ανατραφείς από γονείς ευσεβείς· ο πατήρ του εκαλείτο Βασίλειος και η μήτηρ του Ευδοκία, επίσημοι κατά το γένος, κατά την περιουσίαν πλουσιώτατοι, κατά δε το αξίωμα ένδοξοι και περιφανείς, επειδή ο Βασίλειος είχε το αξίωμα του Πατρικίου. Έχων δε ο Ευδόκιμος τοσούτον γένος λαμπρόν, δεν ετιμάτο τόσον δια την λαμπρότητα του γένους του, όσον εδοξάζετο και εθαυμάζετο δια τας αρετάς, τας οποίας ετέλει μετά προθυμίας εκ προαιρέσεως ο αείμνηστος. Ότι το να γίνουν παίδες ένδοξοι και αξιωματούχοι από γονείς ευγενείς ευρίσκονται εις τον κόσμον πάμπολλοι· αλλά το να φυλάξουν πολιτείαν ενάρετον και άκραν σωφροσύνην, συναναστρεφόμενοι εις το μέσον του κόσμου, εκεί όπου προτιμάται και επιτηδεύεται η ηδονή και η τρυφή, δυσκολώτατα ευρίσκονται. Ούτος λοιπόν ο μακάριος παις, δοθείς υπό των γονέων του εις την σπουδήν των γραμμάτων, δεν εχρειάσθη να παρακινηθή εις την σπουδήν από τον φόβον και τους ραβδισμούς των διδασκάλων, αλλά αυτός τον εαυτόν του είχε κέντρον να παρακινήται εις τούτο, μάλιστα δε να καταγίνεται με κάθε λογής επιμέλειαν, ημέρας και νυκτός, εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών, εις των οποίων την μελέτην ηυφραίνετο η τρισόλβιος εκείνη ψυχή περισσότερον, παρά εκείνοι όπου ευρίσκονται εις τραπέζια πολυέξοδα και διασκεδάζουν μετά χορών και τυμπάνων. Όθεν εις τούτον τον Άγιον ήρμοζε το προφητικόν ρητόν· «ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγια σου, Κύριε, υπέρ μέλι και κηρίον εν τω στόματί μου». Η καθ’ αυτό δε απασχόλησίς του ήτο να πηγαίνη εις τους θείους Ναούς, να ακούη τας ιεράς ακολουθίας και τα θεία λόγια και όλως δι’ όλου εσπούδαζε να γίνη Ναός καθαρός Θεού ζώντος κατά τον μέγαν Απόστολον. Παρεκίνει πολλάκις ο εχθρός της αληθείας πολλούς νέους συνηλικιώτας του Ευδοκίμου να τον αναγκάζουν, δια να πηγαίνουν εις διασκεδάσεις και απολαυστικάς διατριβάς, εις κυνήγια και εορτάς· αλλ’ αυτός ο αοίδιμος μίαν διασκέδασιν και τρυφήν και απόλαυσιν είχε, να προσεύχηται και να καταγίνεται εις την ανάγνωσιν των ψυχωφελών βιβλίων· όχι καθώς κάμνουν μερικοί, οι οποίοι προσεύχονται, χωρίς να έχουν τον νουν των εις την προσευχήν, και να αναγινώσκουν, χωρίς να προσέχουν, ούτε εις εκείνα όπου αυτοί αναγινώσκουν, ούτε εις εκείνα τα οποία ακούουν αναγινωσκόμενα από άλλους, αλλ’ αυτός ως αληθής δούλος του Κυρίου, και όταν προσηύχετο, και όταν ανεγίνωσκεν, είχεν όλον τον νουν, την ψυχήν και πάσαν την διάνοιαν προσηλωμένην εις τα ιερά λόγια όπου εμελέτα. Την δε σωφροσύνην και καθαρότητα, την τιμιωτέραν πασών των άλλων αρετών, ήτις και κάμνει ισάγγελον τον άνθρωπον, τόσον την ηγάπησεν ολοψύχως ο μακάριος, ώστε ημπορούσε με θάρρος να λέγη και αυτός, με τον δίκαιον εκείνον και πολύαθλον Ιώβ, ότι· «Ποτέ δεν ηκολούθησεν η καρδία μου εις τον οφθαλμόν μου», αν δηλαδή κατά τύχην μη θέλων έβλεπέ τι σκανδαλώδες· «Ει τω οφθαλμώ μου επηκολούθησεν η καρδία μου» (Ιώβ). Το δε μεγαλύτερον από τούτο είναι, ότι και απεφάσισεν ο αοίδιμος να μη βλέπη εις γυναικείον πρόσωπον παντάπασιν, έως ότου ευρίσκεται εις την παρούσαν ζωήν. Όθεν και όσον καιρόν έζησεν, εκτός της μητρός του άλλην γυναίκα ή παρθένον ούτε εκύτταξεν εις το πρόσωπον, ούτε ωμίλησε με καμμίαν. Κοντά δε εις την σωφροσύνην, έσμιξεν ομού και την ελεημοσύνην, συντροφευμένην με άκραν ιλαρότητα· ίνα, δια μεν της σωφροσύνης λαμπρύνεται το πρόσωπον ενώπιον του Θεού, δια δε της ελεημοσύνης τρέφεται η ψυχή με την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Τόσον δε πολύ μετεχειρίζετο την ελεημοσύνην, ώστε και εκείνα όπου είχεν αυτός ανάγκην δια να ζήση τα εχάριζεν εις τους πτωχούς, όχι μόνον χρήματα, αλλά και ει τι άλλο ήθελεν έχουν ανάγκην. Τόσον δε εβοήθει τους πτωχούς, ώστε και αν ακόμη ήτο ανάγκη να πωληθή σκλάβος δι’ άλλων την ελευθερίαν, μετά χαράς το έστεργε· διότι ήξευρεν ο μακάριος, ότι ο καρπός της αγάπης είναι η ελεημοσύνη· όθεν και ήτο πατήρ των ορφανών, κυβερνήτης των χηρών, ενδυμασία των γυμνών, χορτασμός των πεινασμένων, παρηγορία των λυπουμένων. Τοιούτος ων θαυμάσιος δια τας αρετάς του, ηξιώθη, χωρίς την θέλησίν του, και βασιλικής αξίας· αλλά με όλον τούτο, δεν εξέπεσε ποσώς από το να φαντάζεται τα κάλλη του ουρανού· μάλιστα συλλογιζόμενος, ότι η αξία του εδόθη δώρον από τον Θεόν, εδούλευεν αυτόν χρεωστικώτερον, αφιέρωσε δε τον εαυτόν του εις τον θείον έρωτα· εψηφίσθη ακόμη ούτος ο Άγιος και στρατοπεδάρχης της Καππαδοκίας, εις επαρχίαν λεγομένην Χαρσιανά· ο οποίος ως φρόνιμος οικονόμος δεν μετεχειρίζετο το αξίωμα δια τιμήν και δόξαν ιδικήν του, καθώς το κάμνουν οι περισσότεροι, οι οποίοι λαμβάνουν κανέν αξίωμα, δια να δοξάζωνται οι ανόητοι και να πλεονεκτούν, και δεν βάζουν οι ταλαίπωροι εις τον νουν των την φοβεράν εξέτασιν, όπου μέλλει να κάμη εις αυτούς ο δίκαιος κριτής· αλλ’ ο μακάριος Ευδόκιμος δεν ήτο τοιούτος, μόνον όλη του η επιμέλεια και φροντίς ήτο δεδομένη εις το να κυβερνά μικρούς τε και μεγάλους εν οσιότητι και δικαιοσύνη· αλλά και αυτήν την ψυχήν, εάν ήθελε παραστή ανάγκη, εθυσίαζε δια το υπήκοον αυτού. Και τι να λέγω τα πολλά; Τέλειος ήτο ο μακάριος Ευδόκιμος εις πάσαν αρετήν· εις την αγάπην του πλησίον αμίμητος, δια την οποίαν απέφευγεν από κάθε είδος καταλαλιάς· όχι δε μόνον αυτός εφυλάττετο από την κατάκρισιν, αλλά με κάθε τρόπον ημπόδιζε και τους άλλους να λαλώσι κανένα εναντίον λόγον, όστις να εγγίζη εις τον πλησίον· εδίδασκεν ακόμη ότι κάθε ένας πρέπει να μανθάνη περισσότερον να ακούη, παρά να ομιλή· με τοιαύτην μακαρίαν διαγωγήν εχρημάτισε σκεύος εκλογής και διδάσκαλος και με λόγον και με έργον τύπος και παράδειγμα και ζώσα εικών, εις εκείνους οίτινες τον συνανεστρέφοντο, έως ότου έφθασεν εις το μακάριον τέλος της παρούσης ζωής, εκεί εις την Καππαδοκίαν, ζήσας τριάκοντα τρεις χρόνους, κατά μεν την ηλικίαν νέος, κατά δε την σύνεσιν και γνώσιν πρεσβύτατος. Γνωρίσας δε το τέλος του ο δίκαιος, δεν εταράχθη· επειδή όλη του η ζωή ήτο μία μελέτη θανάτου· ένα και μόνον τον ελύπει, ότι ήτο μακράν η μήτηρ αυτού και δεν ήτο εκεί εις το τέλος της ζωής του. Ήλθεν όμως η τελευταία ώρα, να υπάγη ο μακάριος προς Κύριον και ήλθον εκεί πολλοί να τον επισκεφθώσιν· αφού δε τους ωμίλησεν ικανώς δια την ενθύμησιν του θανάτου, τους ώρκισεν εις τον Θεόν να τον ενταφιάσουν με τα ίδια ενδύματα, τα οποία εφόρει, και να μη κάμουν εις αυτόν εκείνα τα συνειθισμένα, όπου κάμνουν εις τους άλλους νεκρούς· τότε έκαμε νεύμα, και αφού εξήλθον όλοι έξω, ήρχισε να προσεύχεται προς Θεόν λέγων ταύτα, τα οποία ήκουσαν μερικοί από εκείνους και τα εφανέρωσαν ύστερον. «Κύριε ο Θεός μου, καθώς δεν ηθέλησα έτι ζων να φανή η πολιτεία μου, ούτω παρακαλώ και η τελευτή μου να γίνη χωρίς καμμίαν χάριν, ούτε να θαρρήση τις, ότι σοι ευηρέστησα» · έπειτα λέγων το «εις χείρας σου παραδίδω, Κύριε, το πνεύμα», εξήλθεν εκείνη η αγιωτάτη ψυχή εν έτει ωκθ΄ (829) Ιουλίου 31, κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου. Τότε οι εκεί παρευρεθέντες, ευλαβούμενοι την παραγγελίαν του Αγίου, όχι μόνον του άφησαν τα φορέματα όπου εφόρει, αλλά και την κλίνην όπου εκοιμάτο, ήτις ήτο κατεσκευασμένη από ξύλα και μόνον, αυτήν, καθώς ήτο, την έρριψαν εις τον τάφον του Αγίου. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να κρυφθή ο ήλιος εις το νέφος, ούτε ο λύχνος υπό τον μόδιον· διότι όσον αυτός ο τρισμακάριος εκρύπτετο, τοσούτον ο Κύριος τον εφανέρωνε δια την ωφέλειαν των πολλών· διότι, Ηλίας τις ονόματι, είχε δαιμόνιον φοβερόν, αφού δε παρήλθον πολλαί ημέραι μετά τον θάνατον του Αγίου, έτυχε να διέλθη από το μέρος εκείνο, όπου έκειτο το άγιον λείψανον, ευθύς δε τότε το δαιμόνιον ήρχισε και εβασάνιζε τον Ηλίαν, και τινάσσον αυτόν με μεγάλους σπαραγμούς τον έρριψεν εις την γην ως νεκρόν και ούτως εξήλθε και ηλευθερώθη ο άνθρωπος. Δια να δοξάση λοιπόν ο Κύριος τον δούλον του, διεδόθη ως δια σάλπιγγος τούτο το θαύμα όπερ έγινεν εις τον Ηλίαν, εις πολλά μέρη, και ήρχετο πλήθος πολύ, φέροντες ασθενείς από διάφορα πάθη και ιατρεύοντο εις τον τάφον του Αγίου. Γυνή τις είχε παιδίον, το οποίον ήτο παράλυτον και από τας δύο χείρας και μη δυνάμενον να τας κινήση παντάπασιν· ευθύς δε ως ήλθεν εις το μνήμα του Αγίου εκείνην την ημέραν, ιατρεύθη. Και άλλο πάλιν παιδίον ήτο παράλυτον, όχι μόνον κατά τας χείρας, αλλά και κατά τους πόδας, το οποίον ελθόν με την ομοίαν πίστιν εις τον τάφον του Αγίου, έλαβε και την υγείαν ομοίαν με το πρώτον παιδίον. Ακόμη και η κανδήλα του Αγίου ήτο μία βρύσις των ιάσεων· διότι ευθύς ως εχρίοντο οι ασθενείς με το έλαιον της κανδήλας, εθεραπεύοντο. Άλλη δε γυνή, έχουσα πνεύμα ακάθαρτον, ευθύς ως ήγγισεν εις τον τάφον του Αγίου, έφυγε το δαιμόνιον. Και άλλη πάλιν γυνή, βασανιζομένη από χρόνων ικανών από δεινόν και ανίατον πάθος, επήγε μετά πίστεως εις τον τάφον του Αγίου, και λαμβάνουσα χώμα το ανέμιξε περισσότερον με τα δάκρυά της παρά με το νερόν και το έκαμε λάσπην, αλείψασα δε με αυτήν το πάθος έλαβεν ευθύς την ποθουμένην υγείαν της. Τούτο το χώμα, το από τον τάφον του Αγίου, όχι μόνον ενήργει εις εκείνους όπου επήγαινον εκεί, αλλά και εις εκείνους όπου ήσαν μακράν, ή δεν ηδύναντο να υπάγουν· διότιεστέλλετο τούτο εις τους ασθενείς και εχρίοντο με αυτό και ο καθείς ελάμβανε, κατά την πίστιν, και την υγείαν του. Και τούτο ακόμη ήτο χάριτος υπερβολή εις τούτον τον Άγιον, επειδή ευθύς ως εχρίοντο οι ασθενείς και επεκαλούντο το όνομά του, ευθύς εθεραπεύοντο. Αδύνατον πράγμα είναι να περιγράψη τις όλα τα θαύματα τούτου του Αγίου. Καιρός δε είναι να είπωμεν τώρα και δια την μετάθεσιν του τιμίου του σώματος από τα Χαρσιανά εις την Κωνσταντινούπολιν. Η φήμη των θαυμάτων του Αγίου εξήλθε και επλεόνασεν εις πάσαν πόλιν και χώραν, πολλοί δε εθαύμαζον και ηπόρουν πως ένας άνθρωπος νέος εις την ηλικίαν, όστις ευρίσκετο εν μέσω τοσούτων θορύβων, με αξιώματα και αρχοντίας, κατώρθωσε τόσας αρετάς, τας οποίας μόλις κατορθώνουν οι ασκηταί εις τας βαθυτάτας ερήμους, φυλάξας τόσην καθαρότητα και σωφροσύνην· ακούοντες δε και τα άπειρα και ταχύτατα θαύματα όπου έκαμνεν, εξίσταντο πάντες. Όθεν και οι περισσότεροι άνθρωποι δι’ αυτόν τον Άγιον διηγούντο και εμελέτων. Αυτή, λέγω, η φήμη του θανάτου και των θαυμάτων του Αγίου, επειδή ηκούσθη και εις τους γονείς του, ελυπήθησαν μεν αυτοί σφοδρότατα δια τον θάνατον του υιού των, ακούοντες όμως τα θαύματα όπου έκαμνε, παρηγορούντο, και είχον διάπυρον έρωτα δια να βεβαιωθούν και με την όρασιν. Λοιπόν η μήτηρ του Αγίου, νικωμένη από το πάθος της φιλοτεκνίας, δεν έβαλεν εις τον νουν της το μάκρος του τόπου, ούτε εσυλλογίσθη τους κόπους και τους κινδύνους της οδοιπορίας, αλλά εκίνησε με μεγάλην προθυμίαν και επήγεν εις τον τάφον του φιλτάτου και αγιωτάτου αυτής υιού, βλέπουσα δε εκεί το πλήθος των μετά πάσης ευλαβείας προσερχομένων και τα θαύματα, τα οποία εγίνοντο από το ιερόν εκείνο μνήμα, όπου δαιμονιζόμενοι και από άλλα διάφορα πάθη πάσχοντες εθεραπεύοντο ταχύτατα, έπεσε και ενηγκαλίσθη τον τάφον του υιού της και έκλαιε μεν αυτόν ως νεκρόν, ευλαβουμένη δε και θαυμάζουσα δια την χάριν των θαυμάτων, την οποίαν έλαβε παρά του Θεού, εκαυχάτο και αυτή, ως μήτηρ του Αγίου. Όθεν η ευλογημένη εκείνη έκαμε και τον θρήνον συμπεπλεγμένον μαζί με έπαινον, τοιαύτα λέγουσα· «Τέκνον  μου γλυκύτατον· τέκνον, το φως των ομματιών μου· τέκνον, ανεκδιήγητον καλόν εις ημάς τους γονείς σου· πόθεν εις τον εαυτόν σου η τόση χάρις των ιαμάτων; Βέβαια αυτή η χάρις δίδεται παρά Θεού εις εκείνους, οίτινες πολιτεύονται με καθαρότητα και αγώνας, με κρυπτούς πόνους και αρετάς· αυτή η χάρις δίδεται από τον Θεόν εις τους αληθινούς δούλους του, ως προοίμιον των μελλόντων εκείνων αγαθών της ουρανίου Βασιλείας· δια μέσου σου, τέκνον μου, και έγινα και ονομάζομαι μήτηρ μακαρία και τρισόλβιος· δεν συνθέτω πλέον εις τον εαυτόν σου θρήνους και οδυρμούς μητρικούς, αλλά ως εις φίλον και ηγαπημένον Θεού προσφέρω άσματα και ύμνους πνευματικούς· δεν σε ονομάζω πλέον καρπόν της εμής κοιλίας, αλλά υιόν Θεού κατά χάριν· εγώ σε εγέννησα σαρκικώς, αλλά τώρα αντιγεννώμαι από σε πνευματικώς· δεν αισχύνομαι να σε ονομάσω πατέρα μου, επειδή δια τας αρετάς σου ιδικός σου πατήρ είναι αυτός ο πατήρ ο ουράνιος· συγγενείς έχεις τους Αγίους Αγγέλους και τους χορούς των Αγίων· κάμε την χάριν, φίλτατε, και εις ημάς τους γεννήτοράς σου, τους οποίους περισσότερον μας δαμάζει η λύπη σου, παρά το πολυχρόνιον γήρας· ήθελες αποδώσει την πληρωμήν δια την ανατροφήν σου εις εμέ την σαρκικήν σου μητέρα, ανίσως με την μεσιτείαν σου με οικειοποιήσης εις τον ουράνιόν σου πατέρα· ως ανταμοιβήν εις τον γεννήσαντά σε πατέρα θα δώσης, ανίσως και προξενήσης εις αυτόν ανάπαυσιν του γηρατείου του, τον κόλπον του Αβραάμ. Τοιαύτην παρακάλεσιν προσφέρουν εις σε, τέκνον μου ευλογημένον, γήρας πατρικόν, και πόνοι κοιλίας μητρικής, και μαστοί γάλακτος τους οποίους εθήλασας, και σειρά των συγγενών σου· γνωρίζω των γεννητόρων σου, τους οποίους, είναι ιδική του εντολή, να τιμούν τα τέκνα· επειδή η τιμή όπου γίνεται από τα τέκνα εις τους γονείς, εις τον Θεόν αναφέρεται, διότι αυτός είναι πάντων πατήρ και δημιουργός». Ταύτα ειπούσα η ευλαβής μήτηρ του Αγίου, επρόσταξε και εσήκωσαν την πλάκα από το μνήμα και εξήγαγον έξω την λάρνακα όπου έκειτο το ιερόν λείψανον, εκεί δε εφάνη θαύμα παράδοξον και πολλά ικανόν να πιστώση τα λαληθέντα· δεκαοκτώ μήνες είχον παρέλθει αφ’ ης ενεταφίασαν τον Άγιον, τόσον δε καιρόν ευρισκόμενον μέσα εις την γην εκείνο το σεβάσμιον λείψανον δεν έπαθε κανένα συμβεβηκός από όσα συμβαίνουν αναγκαίως εις τα νεκρά σώματα· ούτε ήλλαξε το πρόσωπον· ούτε έγινε καμμία σήψις, ή ολίγη καν διαφθορά εις κανένα μέλος του σώματος· ούτε εμαράνθη, ούτε εμαύρισε ποσώς εκείνο το αγιώτατον σώμα· αλλ’ εφαίνετο το πρόσωπον φαιδρόν, ανθηρόν, χαριέστατον με όλους τους χαρακτήρας, παρόμοιον με ανθρώπου κοιμωμένου και όχι νενεκρωμένου· μόνον δε ένα κίνημα έλειπε, δια να φανή ο Άγιος ζωντανός. Ακόμη και τα ενδύματα, με τα οποία τον ενεταφίασαν, έμειναν καθώς τα έβαλαν εις την αρχήν. Ηξεύρομεν όλοι ότι εις τα νεκρά σώματα ακολουθεί, χωριστά από την δυσωδίαν του σώματος, και τα ενδύματα να αναδίδουν κάποιαν μούχλαν βαρείαν και σήψιν βρωμεράν· αλλά εις το τρισόλβιον Ευδόκιμον και αυτό το σώμα και τα ενδύματα ανέδιδον ευωδίαν θαυμάσιον και ηδονήν, και εις την θεωρίαν και εις την όσφρησιν τόσον, ώστε δεν εφαίνετο ότι ηνοίχθη τότε μνήμα νεκρού, αλλά κανένα περιβόλι ωραιότατον με φυτά και άνθη ευωδέστατα. Εκεί ευρέθη τότε εις Ιερομόναχος, ονόματι Ιωσήφ, ο οποίος έλαβε το ιερόν λείψανον, δια να το σηκώση όρθιον, ευθύς δε ως το ενηγκαλίσθη εστάθη όρθιον,ως να ήτο ζωντανόν. Όθεν φοβηθείς φόβον μέγαν, έπεσεν έμπροσθεν εις τους πόδας του Αγίου και τον παρεκάλει, ως ζωντανόν, να αφήση να πάρουν τα ενδύματά του δια ευλάβειαν· ούτως ήρχισε πρώτον και αφήρεσε τον χιτώνα και του εφόρεσεν άλλον· έπειτα αφήρεσεν από τους πόδας του εκείνο όπου εφόρει, με τόσην ευκολίαν, ώστε εφαίνετο, ωσάν να εβοήθει και ο ίδιος ο Άγιος εις τούτο. Αφού δε τον εξέδυσε, τον κατέστησε πάλιν εις τον πρώτον σχηματισμόν, δοξάζων ομού με τους παρευρεθέντας τον Θεόν τον δοξάζοντα τους Αυτόν αντιδοξάζοντας. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι οικονομικώς απεκαλύφθη ο τάφος του Αγίου, δια να φανή η μεγίστη χάρις, με την οποίαν τον εδόξασεν ο Θεός, ώστε να φυλάξη υπέρ φύσιν το σώμα του αδιάφθορον, το οποίον φανερωθέν, έφριξαν οι δαίμονες και έφευγαν ως υπό αστραπης διωκόμενοι· και βέβαια ανίσως κρυπτόμενον εις την γην το εφοβούντο και έφευγον από τους ανθρώπους, πόσω μάλλον το εφοβούντο φαινόμενον και εν δόξη αγιότητος απαστράπτον. Μετά ταύτα έγινε μεγάλη φιλονεικία μεταξύ της μητρός του Αγίου και των εντοπίων· διότι η μεν μήτηρ του Αγίου ήθελε να πάρη το άγιον λείψανον να το υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, λέγουσα, ότι ούτος ο αστήρ ανέτειλεν εκ της εμής κοιλίας· οι δε εντόπιοι έλεγον· αληθώς από σε ανέτειλεν, αλλ’ εις ημάς εβασίλευσε και πως είναι δυνατόν να μας υστερήσης τοιαύτης χάριτος, η οποία εδώ εξήπλωσε τας ακτίνας των τοσούτων θαυμάτων; Η άμπελος, ναι, από σε είναι, αλλ’ εις ημάς απέδωκε τον καρπόν των χαρίτων· ο Θεός ούτως ηυδόκησε· λοιπόν μη αντιτείνης εις την απόφασιν του Θεού· μη φθονήσης εις ημάς τας θεϊκάς χάριτας· μη θέλης να υστερήσης από τόσον πλήθος την ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος, φθάνει σε η δόξα, όπου εφάνης μήτηρ τοιούτου Αγίου. Ταύτα ακούσασα εκείνη, ως φρονίμη, ανεχώρησεν ήσυχα προς τα ίδια, παρήλθον όμως εν τω μεταξύ ημέραι πολλαί, και ο διαληφθείς Ιερομόναχος εκείνος Ιωσήφ, ευρισκόμενος εκεί, επέτυχε τον καιρόν και έκλεψε τον θησαυρόν, έφυγε δε χωρίς να πάρουν είδησιν οι εντόπιοι· φεύγων δε ο Ιωσήφ με το άγιον λείψανον κρυφίως, εφανερώθη από το μύρον όπου έσταζεν από αυτό, και από τα θαύματα όπου εγίνοντο εις τον δρόμον. Διότι μία γυνή δαιμονιζομένη εφέρετο εις τον δρόμον από μερικούς, έτυχε δε να ευρεθή εκεί όπου ήτο το άγιον λείψανον· τότε ηγριώθη το δαιμόνιον και έκαμε την γυναίκα να φωνάζη, υβρίζουσα τον Άγιον και πηδώσα ατάκτως· και ούτως εξήλθε διωχθέν υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, έμεινε δε υγιής η γυνή, και έστρεψεν εις τον οίκον της, δοξάζουσα τον Κύριον. Και άλλη τις παρθένος, έχουσα φοβερόν πάθος, ευθύς ως επλησίασεν εις το άγιον λείψανον μετά πίστεως έλαβε την ίασιν. Τοιουτοτρόπως θαυματουργών ο Άγιος, απεδόθη εις τους γονείς του δώρον πολύτιμον. Τότε εκείνη η θεοφιλής μήτηρ μετά πόθου, ως φιλότεκνος, έκαμε θήκην αργυράν του ιερού λειψάνου, το οποίον κατέθεσεν εις τον περικαλλή Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, τον οποίον είχε κτίσει πρότερον. Έγινε δε η του θείου λειψάνου μετακομιδή εις Κωνσταντινούπολιν και κατάθεσις αυτού εν τω Ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου την έκτην του παρόντος Ιουλίου. Εγίνοντο δε και εκεί καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα. Τοιαύτην και τοσαύτην χάριν έλαβεν ο Άγιος Ευδόκιμος παρά Θεού, δια την υπερβολήν της ελεημοσύνης· διότι περισσότερον προθυμίαν είχεν αυτός εις το να δίδη παρά εκείνοι, όπου εζητούσαν, εις το να λαμβάνουν· έσπειρεν ο μακάριος επ’ ευλογίαις, εδώ πρόσκαιρα, και τώρα θερίζει τους καρπούς μυριοπλασίους αιώνια εις την ουράνιον Βασιλείαν, ης αξιωθείημεν και ημείς τη πρεσβεία του αυτού τρισμάκαρος Ευδοκίμου. Αμήν.

Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Η Μάρτυς Ιουλίττα εκ Καισαρείας της Καππαδοκίας

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ της εκ Καισαρείας.                                                           

Ιουλίττα η Μάρτυς, εκ Καισαρείας της Καππαδοκίας καταγομένη, ετιμήθη και υπό του μεγάλου Βασιλείου δι’ εγκωμίου. Αύτη είχε κρίσιν με άρπαγα τινα και πλεονέκτην, ο οποίος έκοψε μεν το περισσότερον μέρος των κτημάτων της, εσφετερίσθη δε αδίκως τους αγρούς και τα χωρία και τα ζώα και τους δούλους και όλην επί τέλους την περιουσίαν της, καταφρονήσας το δίκαιον ο φιλάδικος, και ερειδόμενος εις συκοφαντίας, ψευδολογίας, ψευδομαρτυρίας και εις δωροδοκίας των δικαστών. Επειδή δε η Αγία ήρχισε να αποκαλύπτη την τυραννίαν και τον πλεονεκτικόν τρόπον, τον οποίον μετεχειρίζετο εναντίον της ο άνθρωπος εκείνος, τούτου ένεκα ο αδικητής διέβαλεν αυτήν εις τον άρχοντα της Καισαρείας λέγων, ότι είναι Χριστιανή, και ότι δεν λατρεύει τους θεούς του βασιλέως και ότι ως τοιαύτη δεν πρέπει να μετέχη κοινών δικαιωμάτων μετά των άλλων Ελλήνων. Η δε Αγία δεν ηθέλησεν ούτε καν βλέμμα να ρίψη εις τα παρόντα του κόσμου πράγματα, αλλά καταφρονήσασα όλην αυτής την περιουσίαν, «ας χαθή», είπε, «και ας αφανισθή η ζωή αύτη και η του κόσμου δόξα και ο πλούτος, διότι εγώ δεν θέλω αρνηθή δι’ αυτά τον δημιουργόν μου Θεόν και Ποιητήν των απάντων». Παρευθύς λοιπόν ο άδικος κριτής έρριψε την Αγίαν εντός ανημμένης καμίνου· η δε κάμινος ενηγκαλίσθη το σώμα της Αγίας ως φωτεινός θάλαμος, και την μεν ψυχήν της ανέπεμψεν εις τας ουρανίους Μονάς, το δε σώμα της διεφύλαξεν άφλεκτον και ακέραιον, ίνα έχωσιν αυτό παραμυθίαν και ιατρείον οι συγγενείς της και όλοι οι πιστοί Χριστανοί. 

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017

Οι Άγιοι Απόστολοι Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΣΙΛΑ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΥ, ΚΡΗΣΚΕΝΤΟΣ και ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ.                                                                                               

Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος οι Άγιοι ήσαν εκ των Εβδομήκοντα Αποστόλων. Και ο μεν Σίλας συνεμόχθησε μετά του Αποστόλου Παύλου, του πονήσαντος υπέρ του κηρύγματος του Ευαγγελίου πλέον των άλλων Αποστόλων, ως ευρίσκεται γεγραμμένον εις τας Πράξεις· «Παύλος δε επιλεξάμενος Σίλαν εξήλθε» (Πράξ. ιε: 40). Μετά παρέλευσιν δε πολλού χρόνου γενόμενος Επίσκοπος Κορίνθου, εβεβαίωνε τας προς Κορινθίους δύο Επιστολάς του Παύλου και τους εν Κορίνθω κατοικούντας προήγαγεν επί τα βελτίω· αφού δε πολύ εκοπίασε και εστήριξεν όλους εις την του Χριστού πίστιν, απήλθε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Σιλουανός έγινεν Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, και υπέμεινε πολλούς και αλλεπαλλήλους κινδύνους δια τον Χριστιανισμόν, επειδή οι Θεσσαλονικείς ήσαν επιτήδειοι εις τας διαστροφάς και τα σοφίσματα των λόγων· καλώς λοιπόν και αυτός αγωνισάμενος, απήλθε προς τον ποθούμενον Κύριον. Ο δε Άγιος Επαινετός ήτο και αυτός εκ των Εβδομήκοντα, και έγινεν Επίσκοπος Καρθαγένης (τα νυν Τούνεζι)· πολλούς δε πειρασμούς και θλίψεις υποστάς υπό των εκεί Ελλήνων, πολλούς μετέβαλεν από της ειδωλατρίας εις την θεογνωσίαν και ούτως απήλθε προς Κύριον. Αλλά και ο Άγιος Απόστολος Κρήσκης, ων εις εκ των Εβδομήκοντα, τον οποίον αναφέρει ο Παύλος εις την προς Τιμόθεον Επιστολήν λέγων· «Κρήσκης επορεύθη εις Γαλατίαν» (Β΄ Τιμόθ. δ: 10) και γενόμενος Επίσκοπος Χαλκηδόνος, έδειξεν εις πολλούς πεπλανημένους την οδόν της θεογνωσίας, και κατακρίνας εν τη σαρκί αυτού την κατάκριτον αμαρτίαν, και πολλούς ακατακρίτους ποιήσας δια της πίστεως και αρετής, προς Κύριον εξεδήμησεν. 

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Ο Άγιος Ιωάννης ο στρατιώτης.

Τη ΚΘ΄ (29η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ του στρατιώτου.                                                                      

Ιωάννης ο Άγιος ήκμασε κατά τους χρόνους του Παραβάτου Ιουλιανού, εν έτει τξα΄ (361), στρατιώτης ων εις τα νούμερα των καλουμένων Ταϊφάλων. Αποσταλείς λοιπόν μετ’ άλλων στρατιωτών εις καταδίωξιν των Χριστιανών, κατά μεν το φαινόμενον υπεκρίνετο ότι επολέμει αυτούς, κρυφίως όμως τους εβοήθει. Εις εκείνους δε εξ αυτών, τους οποίους οι άλλοι στρατιώται συνελάμβανον, αυτός εχορήγει τα μέσα της φυγής. Όχι δε μόνον ταύτα εποίει ο αοίδιμος, αλλά και συνεπόνει τους θλιβομένους, έδιδε τα χρειώδη εις τους πτωχούς και εστόλιζε την ζωήν του με προσευχάς και νηστείας και επισκέψεις των ασθενών και φυλακισμένων, των οποίων προήγε την πολιτείαν εις το βέλτιον. Όθεν με τα τοιαύτα θεάρεστα έργα διανύσας ο μακάριος Ιωάννης την ζωήν του ανεπαύθη εν Κυρίω· το δε άγιον λείψανον αυτού ενεταφιάσθη εις τόπον λεγόμενον Πανδέκτην, όπου και οι ξένοι ενεταφιάζοντο. Μετά ταύτα εφανερώθη το λείψανον του Αγίου εις γυναίκα τινά δι’ αποκαλύψεως· φανείς δηλαδή ο Άγιος εις αυτήν, της εφανέρωσε τα έργα της ζωής του και πως ονομάζεται. Λέγεται, ότι ο Άγιος ούτος ετέλεσε και άλλα θαύματα, προ πάντων όμως ημπόδιζε τους δούλους εκείνους, οι οποίοι επεδίωκον να δραπετεύσωσιν από τους κυρίους των· ομοίως εφανέρωνε τας επιδρομάς των πολεμίων, απεκάλυπτε δε και τους κλέπτας. Τελείται δε η αυτού σύναξις και εορτή εις τον σεπτόν Ναόν του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου παρά τη αγιωτάτη μεγάλη Εκκλησία.