Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Oi νεοφανείς Μάρτυρες Σταμάτιος και Ιωάννης

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων ενδόξων Νεομαρτύρων ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ και ΙΩΑΝΝΟΥ των αυταδέλφων και ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Συναθλητού αυτών, των εκ Σπετσών καταγομένων και εν Χίω μαρτυρησάντων κατά το έτος αωκβ΄ (1822).                                                                                                                                  

Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Με κάθε δίκαιον δύναταί τις θαυμάζων να φωνάζη, διότι τους τρόπους με τους οποίους η πάνσοφος και πανάγαθος πρόνοια του Θεού τα πάντα οικονομεί, ούτε ο νους του ανθρώπου δύναται να τους χωρέση, ούτε η διάνοια να τους διακρίνη, ούτε η γλώσσα να τους λαλήση. Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Ο Σαούλ ζητεί να εύρη τας χαμένας όνους του πατρός του και η θεία Πρόνοια χειροτονεί αυτόν βασιλέα του Ισραήλ. Ο Δαυϊδ πηγαίνει τροφάς εις τους αδελφούς του εις το στρατόπεδον και η πάνσοφος Πρόνοια ψηφίζει αυτόν και αποδεικνύει νικητήν και τροπαιούχον του αλλοφύλου ληστάρχου Γολιάθ. Οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες εξέρχονται της πατρίδος των να εμπορευθώσι, να κερδήσουν πλούτον πρόσκαιρον και η πάνσοφος Πρόνοια, με αυτόν τον τρόπον, τους προσκαλεί να λάβωσι κέρδος μέγα σχεδόν πάντη ανέλπιστον. Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Εξέρχονται από την πατρίδα των δια κέρδος προσωρινόν και η δυστροπία των καιρών τους φέρει εις τον λιμένα των μαρτυρικών αγώνων και τους αποδεικνύει στεφανηφόρους και νικηφόρους Μάρτυρας. Πλην δια να εννοήση έκαστος την υπόθεσιν του Μαρτυρίου των, πως ηκολούθησεν, ας την διηγηθώμεν εν συντομία.                                                                   
Σταμάτιος και Ιωάννης οι νεοφανείς Μάρτυρες του Χριστού, οι λαμπροί της Εκκλησίας φωστήρες, ήσαν γέννημα και θρέμμα της νήσου των Σπετσών· ο πατήρ αυτών ωνομάζετο Θεόδωρος, Γκίνης την επωνυμίαν, η δε μήτηρ αυτών Ανέζω. Αφ’ ου απέθανεν ο πατήρ των, έχοντες μετρίαν περιουσίαν, ανετράφησαν ομού με τους άλλους αδελφούς των, όταν δε έφθασαν εις ηλικίαν, εμπορεύοντο εις μικράς ποσότητας κατά την συνήθειαν των εντοπίων των. Κατά το έτος 1822, εν ω εταράχθη γη και θάλασσα από την γενομένην επανάστασιν κατά των ασεβώς και παρανόμως τυραννούντων Οθωμανών, εξήλθον ούτοι της πατρίδος των δια να εμπορευθώσι. Περιερχόμενοι και έχοντες το πλοίον των φορτωμένον με έλαιον, από εναντιότητα των ανέμων και θαλασσοταραχήν κατήντησαν να πέσουν αντίκρυ της νήσου Χίου, προς το μέρος της Ανατολής το λεγόμενον Τσεσμέ, εις το μέρος το οποίον ονομάζεται Αλάτσατα. Εκεί λοιπόν αράξαντες εξήλθον εις την ξηράν και παρουσιάσθησαν εις τινα Χριστιανόν, τον οποίον εθεώρησαν ότι τωόντι ήτο Χριστιανός, και αφού του εξέθεσαν τι άνθρωποι ήσαν, τον παρεκάλεσαν, δίδοντές του και αρκετά γρόσια, να τους οικονομήση τα όσα εχρειάζοντο προς διόρθωσιν του μικρού των πλοίου. Εκείνος όμως, αντί να τους οικονομήση, ως υπεσχέθη, εφάνη άλλος Ιούδας και πηγαίνων εις τον αγάν του τόπου του τους επρόδωσε και παίρνων ανθρώπους του αγά επήγεν εις τον τόπον όπου ήσαν και τους συνέλαβον. Ήσαν δε όλοι οι συλληφθέντες επτά, εκ των οποίων οι δύο φεύγοντες εθανατώθησαν, οι άλλοι δύο έπεσον εις την θάλασσαν, τους δε τρεις, τον πλοίαρχον και τους δύο τούτους αυταδέλφους, συλλαβόντες τους έφερον εις την Χίον και τους παρέδωκαν εις τον εκεί ευρισκόμενον πασάν· ήτο δε η εικοστή έκτη του Ιανουαρίου. Ο πασάς παραστήσας αυτούς έμπροσθέν του, εξετάσας αυτούς και μαθών ποίοι άνθρωποι ήσαν, επρόσταξε τους μεν δύο αδελφούς να κλείσουν εις την σκοτεινήν φυλακήν, τον δε γεροντότερον, ονόματι Νικόλαον, να τον εκβάλωσιν έξω από το Κάστρον εις την πεδιάδα, η οποία ονομάζεται Βουνάκι, και να τον αποκεφαλίσωσι. Παρεκίνουν δε τούτον καθ’ όλον τον δρόμον να γίνη Τούρκος και να του χαρίσουν την ζωήν. Ούτος δε απεκρίθη· «Τώρα πλέον θα κάμω εγώ νέον κόσμον; Όχι. Χριστιανός εγεννήθην και Χριστιανός θ’ αποθάνω· δεν αρνούμαι την πίστιν μου». Και φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον τον απεκεφάλισαν εις την ομολογίαν της Ορθοδόξου πίστεως. Ενώ δε οι νέοι ήσαν φυλακισμένοι εις την σκοτεινήν φυλακήν του κάστρου, ο πασάς διώρισε δύο ανθρώπους ιδικούς του, ένα Χίον Σερίφ τσαούσην ονομαζόμενον και ένα Λαζόν πεσκιρτζίμπασην την αξίαν, ανθρώπους και τους δύο κακίστους και παμπονήρους και υπεσχέθη εις αυτούς μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα, αν κατορθώσουν να καταπείσουν τους δύο αδελφούς ή με απειλάς βασάνων, ή με υποσχέσεις δωρεών να γίνουν Τούρκοι. Είχε λοιπόν, ο κατάρατος, μεγάλον πόθον να τους κάμη να αρνηθώσι την αγίαν πίστιν του Χριστού και να γίνουν Μουσουλμάνοι, λογιζόμενος τούτο ως προκοπήν του και ως τιμήν του μεγάλην, καθώς έλεγον οι πορευθέντες εκεί, ότι είπε· «Συμφέρει εις ημάς να έχωμεν τοιούτους ανθρώπους εις την πίστιν μας». Λαβόντες λοιπόν οι δύο ούτοι την τοιαύτην προσταγήν από τον πασάν, τι δεν έκαμαν, τι δεν εμεθοδεύθησαν; Δεν έπαυσαν, οι κατάρατοι, καθ’ ώραν και στιγμήν, κινούντες πάντα λίθον, κατά την παροιμίαν, πότε με υποσχέσεις μεγάλων δωρεών και αξιωμάτων πότε με απειλάς βασάνων και τιμωριών. Πλην όμως ούτοι έμενον στερεοί και αμετακίνητοι και με μεγάλην τόλμην αντέλεγον εις αυτούς. Αφ’ ου παρήλθον επτά ημέραι, χωρίς να δυνηθούν παντελώς να τους διασείσουν από την στερεάν των πίστιν, πηγαίνουν και οι δύο εις τον πασάν και του λέγουν· «Αφέντη, αυτοί ηννόησαν ότι βάσανα δεν τους κάμνομεν και δια τούτο κρατούν καλά το πείσμα των. Λοιπόν να μας δώσης την άδειαν να τους επιβάλωμεν τιμωρίας, ίσως τότε δυνηθώμεν να τους καταπείσωμεν, διότι με μεγάλην τόλμην αντιστέκονται και αντιλέγουν». Ο πασάς, ακούσας ταύτα, εστάθη ολίγην ώραν συλλογιζόμενος, έπειτα λέγει προς αυτούς· «Αυτοί οι γκιαούρηδες έχουν την συνήθειαν αυτήν και αν βάλουν το πείσμα των είναι αδύνατον να τους μεταβάλη κανείς. Ευκολώτερον κόπτει τις την κεφαλήν των ή το πείσμα των». Αυτά είπεν εις τους ευρεθέντας εκεί αγάδες, τα οποία ων παρών και εις των αρχόντων της χώρας, Χατζή Πολυχρόνης το όνομα, τα ήκουσεν από το ίδιον στόμα του πασά. Και ακόμη είπεν· «Αύριον παίρνει τέλος αυτό το ζήτημα». Οι δε καλοί νέοι, όντες εις την φυλακήν κεκλεισμένοι χωρίς να τους είπη τις τίποτε, προεγνώρισαν ως εκ θείας αποκαλύψεως ότι την ερχομένην ημέραν έχουν να τελειώσουν τον καλόν αγώνα και χαίροντες έλεγον εις τους φυλακισμένους· «Αύριον, αδελφοί, τελειώνομεν την ζωήν, αύριον είναι η υστερινή ημέρα της ζωής μας». Όθεν εζήτησαν να φέρουν κρυφίως χαρτί και έστειλαν έγγραφον την εξομολόγησίν των εις τον Επίσκοπον Χίου, ζητούντες να κάμη τρόπον να τους αξιώση των Αχράντων Μυστηρίων. Ο δε Αρχιερεύς τους διεμήνυσε με την ιδίαν γυναίκα, επειδή άλλος δεν έμβαινεν εις την φυλακήν, εκτός μόνον μία γυνή, Φράγκα το όνομα, της οποίας ο σύζυγος, Αγαπητός το όνομα, ήτο και αυτός κλεισμένος εις την ιδίαν φυλακήν, δι’ άλλην αιτίαν, τους διεμήνυσε, λέγω, να στέκουν στερεοί και να ετοιμασθούν με προσευχάς και δάκρυα και να μη δειλιάσουν παντελώς τον θάνατον, διότι τους αναμένει η δόξα του Παραδείσου, να συγχαίρουν με τους Μάρτυρας αιώνια. Παρήγγειλε δε και εις την γυναίκα να υπάγη την αυγήν να τους δώση τα Άχραντα Μυστήρια, επειδή Ιερεύς και άλλος Χριστιανός να εισέλθη εις τας φυλακάς ήτο αδύνατον. Ακούσαντες ούτοι τας εντολάς και νουθεσίας του Αρχιερέως από το στόμα της γυναικός, μετά δακρύων ηυχαρίστησαν τον Κύριον και διήλθον όλην την νύκτα άγρυπνοι, ψάλλοντες Παρακλήσεις εις την Θεοτόκον και τους Οίκους αυτής και άλλας προσευχάς, όσας ήξευρον, εδέοντο δε της Κυρίας Θεοτόκου να μεσιτεύση εις τον Υιόν της να τους χαρίση δύναμιν, να μη δειλιάσουν τον θάνατον. Περί την αυγήν απεκοιμήθησαν ολίγον οι Άγιοι και εξυπνώντες είπον εις τους άλλους Χριστιανούς· «Ημείς, αδελφοί, σήμερον τελειώνομεν το ταξείδιον της ζωής μας. Όθεν σας παρακαλούμεν να δεηθήτε και σεις του Κυρίου μας να μας χαρίση δύναμιν». Τότε έβγαλαν και μερικά ενδύματα, τα οποία εφόρουν διπλά και τα έδωκαν εις τους φυλακισμένους εκείνους Χριστιανούς, εις άλλον ένα και εις άλλον άλλο και μερικά άσπρα από εκείνα τα οποία εκράτουν. Όταν δε έγινεν ημέρα, τους έστειλεν ο Αρχιερεύς τα Άχραντα Μυστήρια με την γυναίκα, την οποίαν προείπομεν, τα οποία εδέχθησαν μετά δακρύων. Αφού δε μετέλαβον των Αχράντων Μυστηρίων, ηυχαρίστησαν μεγάλως τον Κύριον και μετ’ ολίγον εγεύθησαν ολίγης τροφής, έστειλαν δε πάλιν δια της ιδίας γυναικός τας ευχαριστίας των εις τον Αρχιερέα, διότι τους οικονόμησεν εις την ανάγκην αυτήν, έστειλαν και ολίγα γρόσια παρακαλούντες αυτόν, όταν τελειωθώσι, να ψάλη τα λείψανά των και να τους μνημονεύση. Μετά παρέλευσιν δύο ωρών έδωσε προσταγήν ο πασάς να τους εκβάλουν από την φυλακήν και να τους φέρουν κάτωθι του σεραγίου, όπου εκάθητο, οπισθάγκωνα δεδεμένους και να τους ερωτήσωσιν, αν θέλουν να γίνουν Τούρκοι να κερδήσωσι την ζωήν των, ει δε μη, να τους κόψουν τας κεφαλάς. Ευθύς λοιπόν ετελειώθη το πρόσταγμα του τυράννου και φέραντες τους Αγίους ήρχισε τότε ο δήμιος να τους λέγη να υπακούσωσι, να δεχθώσι την Οθωμανικήν πίστιν δια να λυτρώσωσι την ζωήν των και να αξιωθώσι και μεγάλης τιμής. Οι δε Μακάριοι μεγαλοφώνως έκραζον λέγοντες· «Χριστιανοί θα αποθάνωμεν! Χριστιανοί είμεθα, Χριστιανοί εγεννήθημεν και Χριστιανοί θα αποθάνωμεν. Δεν αρνούμεθα τον Χριστόν, έστω και αν μεληδόν μας κατακόψητε· μόνον ό,τι θα κάμετε, κάμετέ το μίαν ώραν ενωρίτερα, μη χάνετε καιρόν ματαίως. Ημείς την πίστιν μας δεν την αρνούμεθα ποτέ». Αυτά τα ήκουσεν ο ίδιος ο πασάς από το παράθυρον όπου εκάθητο, επειδή με μεγάλην φωνήν και οι δύο τα εφώναζον. Όθεν έδωκε την απόφασιν να τους αποκεφαλίσουν. Παρευθύς λοιπόν αρπάσαντες τους Αγίους οι αιμοβόροι εκείνοι λύκοι τους έσυραν έξω του κάστρου με μεγάλην ταραχήν, έχοντες και δύο γυμνά ξίφη έμπροσθεν των οφθαλμών των Αγίων δια να δειλιάσωσι. Τούτο έκαμε τους ορώντας να τρέμουν βλέποντες την τόσην μανίαν αυτών. Αλλά και τον ένα από τους δύο, τον Ιωάννην, έκαμε τούτο να δειλιάση προς ώραν και να αλλοιωθή η όψις του. βλέπων δε τούτο ο Σταμάτιος του είπε· «Τι έπαθες, αδελφέ; Εδειλίασες τους κύνας; Δεν ενθυμείσαι την απόφασιν την οποίαν εκάμαμεν, να μη προδώσωμεν την πίστιν μας; Πως τώρα φαίνεσαι δειλός; Παρακάλεσε την Παναγίαν μας να σου δώση δύναμιν». Αυτά τα λόγια έδωσαν θάρρος εις τον Ιωάννην. Ενώ δε εξήρχοντο εις την έξω του κάστρου πεδιάδα, την λεγομένην Βουνάκι, έτρεχον πλήθος πολύ έμπροσθεν και όπισθεν. Οι δε Μακάριοι έκραζον μεγαλοφώνως. «Χριστιανοί είμεθα! Δια τον Χριστόν υπάγομεν εις θάνατον»! Όταν έφθασαν εις το μέρος όπου είναι κατέναντι των σφαγείων, κάτωθι της Παλαιάς Βρύσης, εκεί τους έστησαν να τους ερωτήσωσιν αν μετενόησαν και απεφάσισαν να δεχθώσι την πίστιν του Μωάμεθ, άλλως θα τους κόψουν, δείχνοντες συγχρόνως και το ξίφος. Τότε με μεγάλην φωνήν εξεφώνησαν και οι δύο: «Αδελφοί Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα και δια τον Χριστόν αποθνήσκομεν»! Και μάλιστα τρισσώς το είπον· «Χριστιανοί, Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα! Δεν αλλάζομεν την πίστιν μας! Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου». Τότε παρευθύς τους απεκεφάλισαν και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως και ανέβησαν στεφηφόροι εις τους ουρανούς να συνευφραίνωνται αιωνίως μετά των Αθλητών και Μαρτύρων. Τα δε τίμια των Αγίων λείψανα έμενον καταφρονημένα εις τον τόπον της καταδίκης. Έθεσαν δε, εις το μέσον των δύο, εις χαρτίον γεγραμμένην την αιτίαν της αποτομής των, ότι ήσαν εναντίον του βασιλέως των και κλέπται. Μετά δε τρεις ημέρας ηγγάρευσαν μερικούς Χριστιανούς και σύροντες αυτά τα έφερον εις την παραλίαν όπου επιβιβάσαντες εις λέμβον τα έρριψαν εις την θάλασσαν. Μερικοί δε φιλομάρτυρες Χριστιανοί έλαβον φροντίδα και επεμελούντο να τα ανασύρουν, αλλά δια τον πολύν φόβον ωκονόμησαν την υπόθεσιν ως εξής: Έδωκαν είδησιν εις φιλόχριστον τινα και φιλομάρτυρα Χριστιανόν, Γεώργιον το όνομα, βυρσοδέψην την τέχνην, να προσέχη εις την θάλασσαν όπου ευρίσκετο πάντοτε δια το έργον του μήπως και εκβάλη τα άγια λείψανα έξω. Λαβών λοιπόν την φροντίδα ο καλός Γεώργιος επρόσεχεν εις τούτο. Μετά τέσσαρας δε ημέρας, πνεύσας σφοδρός νότιος άνεμος εξέβαλε τα τίμια λείψανα εις το μέρος του Λαναρίτου της πανώλους, τα οποία λαβόντες οι Χριστιανοί ενεταφίασαν κρυφίως εις ένα χωράφιον, την δε κάραν του Ιωάννου δεν ευρήκαν ειμή μόνον του Σταματίου. Αυτό είναι το Μαρτύριον, αδελφοί, των νέων Μαρτύρων του Χριστού Σταματίου και Ιωάννου, των καλών αυταδέλφων, και Νικολάου του Συναθλητού αυτών, καθώς με όλην την επιμέλειαν ηδυνήθημεν να μάθωμεν από φιλαλήθεις άνδρας, χωρίς τινος προσθήκης. Ούτως ηγωνίσθησαν, οι καλλίνικοι νέοι, ούτως αντέστησαν μέχρι τέλους φυλάξαντες τον θησαυρόν της ευσεβούς πίστεως και υπέρ της πίστεως τμηθέντες τας κεφαλάς. Ήσαν δε, ως λέγουν, κατά την ηλικίαν, ο μεν Σταμάτιος ετών δέκα και οκτώ, ο δε Ιωάννης είκοσι και δύο, ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς φυλάξαι την πίστιν αμώμητον μέχρι τέλους, συνοδευομένην με έργα θεάρεστα, ίνα και της Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν. Αμήν. 

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Προφήτης ΑΖΑΡΙΑΣ

 Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, ο Άγιος Προφήτης ΑΖΑΡΙΑΣ, ο υιός Αδδώ, εν ειρήνη τελειούται.                          

Αζαρίας ο Άγιος Προφήτης ήτο υιός Αδδώ, καταγόμενος εκ της γης Συμβαθά και απέστρεψεν από τον Ισραήλ την αιχμαλωσίαν Ιούδα, αποθανών δε ετάφη εις τον αγρόν του. 

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

O Άγιος Μάρτυς Βλάσιος

 Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΒΛΑΣΙΟΥ του Βουκόλου.                                  

Βλάσιος ο Άγιος Μάρτυς ήτο από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, υιός γονέων πλουσιωτάτων, ηύξανε δε τον πλούτον των το πλήθος των ζώων, τα οποία είχον, και εκ του πλούτου τούτου έδιδον αφθονοπαρόχως και εις τους πτωχούς ελεημοσύνην. Όταν δε εκινήθη διωγμός υπό των Ελλήνων κατά των Χριστιανών, εζητείτο και ο μακάριος ούτος Βλάσιος, αλλά δεν ευρίσκετο· τούτου ένεκα ηρευνώντο ερημίαι και λαγκάδια υπό των Ελλήνων. Όθεν, τούτο μαθών ο του Χριστού ανδρείος αγωνιστής, παραδίδεται εις τους διώκοντας αυθορμήτως και μετά τοσαύτης χαράς, ωσάν να ήτο κεκλημένος εις βασιλικόν δείπνον, ξενοδοχεί και φιλεύει τους διώκτας και φονείς αυτού ως ευεργέτας και καλοθελητάς του. Παρασταθείς λοιπόν εις το κριτήριον ο γενναίος του Χριστού Αθλητής, και ερωτηθείς υπό του ηγεμόνος, εφανέρωσε το όνομά του, την πίστιν του και την τέχνην του· διο πάραυτα εξαπλώνεται από τα τέσσαρα μέρη του σώματος και δέρεται με ωμά νεύρα. Ο Θεός όμως ελάφρυνε τους πόνους του και ιάτρευσε τας πληγάς του. Βλέπων το θαύμα τούτο ο ηγεμών, ωνόμαζεν αυτό μαγείαν. Είτα βάλλει τον Άγιον εντός λέβητος πλήρους βεβρασμένου ύδατος, προστάξας να μείνη εκεί ημέρας πέντε· Άγγελοι δε Θεού καταβάντες παρεκίνουν τον Μάρτυρα να μη φοβήται, αλλά να έχη θάρρος και συγχρόνως διεσκόρπιζον το πυρ και τηνεξ αυτού βλάβην. Όθεν, μετά πέντε ημέρας, ελθόντες οι στρατιώται, ίνα εκβάλωσι τον Άγιον εκ του λέβητος, βλέπουσιν αυτόν ζώντα και άδοντα μετά των Αγγέλων· δια τούτο παρευθύς εκήρυξαν εαυτούς Χριστιανούς. Τούτο μαθών ο ηγεμών έστειλεν άλλους στρατιώτας, ίνα τον εκβάλωσι· πορευθέντες δε και εκείνοι και ιδόντες το θαύμα, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Έπειτα επήγε και αυτός ο ίδιος ο ηγεμών και βλέπων τον Άγιον εντός του βράζοντος ύδατος, ενόμισεν ότι εψυχράνθη το ύδωρ, όθεν διέταξε να του φέρωσιν εξ εκείνου, ίνα νίψη το πρόσωπόν του· τούτου δε γενομένου, ευθύς ετυφλώθη ο άθλιος και συγχρόνως απώλεσε την μιαράν του ψυχήν. Ο δε του Χριστού Μάρτυς δι’ εκείνου του ύδατος εβάπτισεν όλους τους πιστεύσαντας στρατιώτας εις το όνομα της Αγίας Τριάδος· έπειτα μεταβάς πλησίον εις την μάνδραν των ζώων του, παρήγγειλεν εις την μητέρα του και τους συγγενείς του τα πρέποντα δια την σωτηρίαν των και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Όσοι δε έτυχον εις την μακαρίαν του τελείωσιν είδον την αγίαν του ψυχήν εξελθούσαν του σώματος, ως λευκήν και φωτεινήν περιστεράν, ήτις επέταξεν εις τον Ουρανόν. Το δε ιερόν του σώμα ενεταφιάσθη εις τον ίδιον εκείνον τόπον και το ραβδίον του εβλάστησε πλησίον του εκεί θυσιαστηρίου και γενόμενον δένδρον μέγα, επεσκίασε το αυτό θυσιαστήριον.


Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Εύβουλος

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου,  μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΑΔΡΙΑΝΟΥ και ΕΥΒΟΥΛΟΥ.                                 

Αδριανός και Εύβουλος οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εκ της χώρας Βανέας, ποθούντες δε να ίδωσιν τους Ομολογητάς και Μάρτυρας του Χριστού, μετέβησαν εις την Καισάρειαν, όπου εμαρτύρουν πολλοί. Φανερωθέντες δε εκεί ότι ήσαν Χριστιανοί, εφέρθησαν εις τον άρχοντα Φιρμιλιανόν και παρρησία ομολογήσαντες τον Χριστόν, δέροντες εις την ράχιν και εις τας πλευράς, έλαβον δε και άλλας μεγαλυτέρας βασάνους· επειδή όμως έμενον στερεοί και αμετάθετοι εις την ομολογίαν του Χριστού, ωργίσθη, ένεκα τούτου, πολύ ο άρχων και ρίπτει αυτούς εις τα θηρία, ίνα τους φάγωσι. Και πρώτον μεν ο μακάριος Αδριανός, δοθείς εις λέοντα, ηγωνίσθη εναντίον εκείνου αγώνα ανδρικώτατον και επειδή διεφυλάχθη αβλαβής υπό της Χάριτος του Θεού, απεκεφαλίσθη· έπειτα ο Άγιος Εύβουλος, κολακευθείς πρότερον υπό του άρχοντος και πολύ παρακληθείς να αρνηθή τον Χριστόν ως ουδέν ενόμισε τας κολακείας και παρακινήσεις του, όθεν ερρίφθη και αυτός εις τον ίδιον λέοντα, τον οποίον νικήσας και μείνας και αυτός αβλαβής, αποκεφαλίζεται· και ούτω λαμβάνουσιν οι αοίδιμοι τους ακηράτους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

Ο Δίκαιος και Άγιος, ο Θεοδόχος Συμεών

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Δικαίου ΣΥΜΕΩΝ του Θεοδόχου και ΑΝΝΗΣ της Προφήτιδος.                                                                                                                                        

Συμεών ο Δίκαιος και Άγιος, ο Θεοδόχος, έλαβε μακράν και πολυχρόνιον ζωήν εις τον κόσμον τούτον, επειδή απεκαλύφθη εις αυτόν υπό του Αγίου Πνεύματος, ότι δεν θα ιδή θάνατον προ του να θεωρήση δια των ιδίων οφθαλμών του τον Δεσπότην Χριστόν. Όθεν, όταν ο Κύριος ημών προσεφέρθη εις τον Ναόν, τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, τότε εδέχθη αυτόν εις τας αγκάλας του και πληροφορηθείς υπό του Αγίου Πνεύματος τα περί αυτού μέλλοντα, έλαβε το τέλος της ζωής του, κατά τον ανωτέρω χρηματισμόν και την αποκάλυψιν του Αγίου Πνεύματος. Άννα δε η μακαρία Προφήτισσα ήτο θυγάτηρ Φανουήλ, καταγομένη εκ της φυλής του Ασήρ, ενός των δώδεκα Πατριαρχών υιών Ιακώβ. Αφ’ ου δε συνέζησε με άνδρα έτη επτά και εστερήθη τούτον δια του θανάτου, έκτοτε παρέμεινεν εις τον Ναόν και κατεγίνετο καθ’ όλην την ζωήν αυτής εις προσευχάς και νηστείας· όθεν, επειδή αδιακόπως ευρίσκετο εις τοιαύτα θεάρεστα έργα, δια τούτο και αύτη η μακαρία, ηξιώθη να ίδη τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όταν προσεφέρθη, τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, εις τον Ναόν υπό της Παναγίας Μητρός του και του Δικαίου Ιωσήφ. Ανθωμολογείτο δε αύτη, ήτοι ηυχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν και προεφήτευε φανερά τα περί του Χριστού εις όλους εκείνους, όσοι ευρέθησαν τότε εις τον Ναόν, λέγουσα ταύτα· «Τούτο το βρέφος είναι εκείνος ο Κύριος, όστις εστερέωσε τον Ουρανόν και την γην· τούτο το βρέφος είναι ο Χριστός, περί του οποίου όλοι οι Προφήται προεκήρυξαν». Ημείς λοιπόν την μνήμην των δύο τούτων Αγίων σήμερον εορτάζοντες, κηρύττομεν δι’ αυτών την φρικτήν και απόρρητον του Θεού προς ημάς συγκατάβασιν. Η σύναξις δε αυτών τελείται εν τω Αποστολείω του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, τω όντι εν τω σεβασμίω Ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου, πλησίον της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας. 

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

Ο Νέος Οσιομάρτυρας Γαβριήλ

Τη αυτή ημέρα Β΄ (2α) Φεβρουαρίου, μνήμη του Νέου Οσιομάρτυρος ΓΑΒΡΙΗΛ, μαρτυρήσαντος εν έτει αχοστ΄ (1676)                                                                                                                                     

Γαβριήλ ο Αγγελώνυμος Μάρτυς του Χριστού κατήγετο εκ της Προικονήσου, αφ’ ου δε ηλικιώθη εξελέξατο τον ήσυχον και εκλεκτόν βίον των Μοναχών. Γενόμενος δε Μοναχός, ως ευλαβής και ενάρετος, εφύλαττεν ακριβώς τα της μοναχικής πολιτείας καθήκοντα ακριβέστατα, ένεκα δε τούτου έλαβε παρά Θεού ζήλον, ίνα μαρτυρήση δια το όνομα αυτού το άγιον. Ελθών λοιπόν εις Κωνσταντινούπολιν έγινε κήρυξ εις την Εκκλησίαν του Πατριαρχείου, ήτοι προσεκάλει δια της φωνής του τους Χριστιανούς εις την Εκκλησίαν, διότι ούτε κώδωνες, αλλ’ ούτε και σήμαντρα επετρέποντο εις τους Χριστιανούς υπό των Τούρκων, ίνα σημαίνωσι την ώραν της Εκκλησιαστικής ακολουθίας. Πολλάκις δε προσευχόμενος ο μακάριος παρεκάλει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όπως αξιώση αυτόν ίνα μαρτυρήση δια το όνομα αυτού το Άγιον, διό και επέτυχε της αιτήσεως ως εξής: Εξελθών ημέραν τινά έξω του Πατριαρχείου, όπως εύρη εκείνο όπερ επόθει και εζήτει παρά Θεού (το Μαρτύριον), διερχόμενος δια μιάς των οδών της πόλεως συνήντησεν Οθωμανόν τινα, όστις εκ της συνηθισμένης εις αυτούς θρασύτητος έσπρωξε τον Μάρτυρα, ως τάχα μη παραμερίσαντα από τον δρόμον, δια να του κάμη τόπον να περάση. Ο δε Μάρτυς αντέσπρωξεν αυτόν και την θρησκείαν του ύβρισεν· οι δε εκεί παρόντες Αγαρηνοί, ακούσαντες τας ύβρεις του Μάρτυρος και τας φωνάς του ομοπίστων των, οι οποίοι τους εκάλουν εις εκδίκησιν, έτρεξαν κατεπάνω του Μάρτυρος, τον συνέλαβον και δέρνοντες και σπρώχνοντες αυτόν ανηλεώς, τον έφεραν εις τον κριτήν· και ο μεν εις Αγαρηνός εβόα και εζήτει δίκην κατά του Μάρτυρος, διότι ύβρισρ την πίστιν των, οι δε λοιποί φωνάζοντες εμαρτύρουν αληθή τα καταγγελλόμενα. Τότε ο κριτής επρόσταξε να βάλωσι τον Μάρτυρα εις την φυλακήν, δώσας και την κατ’ αυτού δίκην έγγραφον. Το πρωϊ εκβάλλοντες εκ της φυλακής τον Μάρτυρα τον έφεραν εις τον διοικητήν (διότι ο βασιλεύς ήτο με τον βεζύρην εις την Αδριανούπολιν) και έδειξαν εις αυτόν το του κριτού γράμμα. Ο δε διοικητής τον ηρώτησεν αν πράγματι είναι αληθή τα γραφόμενα και λεγόμενα κατ’ αυτού. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Ναι, αληθή είναι». Τότε, του λέγει ο διοικητής· «Άφες, άνθρωπε, την πίστιν ταύτην και ελθέ εις την ιδικήν μας· δεν βλέπεις πόσην δόξαν και τι βασίλειον έχει η του Μωάμεθ θρησκεία»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Μη μοι γένοιτο να έλθω εις τόσην τρέλλαν και αγνωσίαν, ώστε να είπω μόνον άνθρωπον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν, τον τέλειον άνθρωπον· τον δε ιδικόν σας, ουδέποτε θα ονομάσω προφήτην! Αλλά τον μεν Ιησούν μου ομολογώ και πιστεύω πως είναι Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού, τον δε ιδικόν σας Μωάμεθ κηρύττω πως δεν είναι προφήτης, αλλ’ άνθρωπος ιδιώτης, αγράμματος, πλαστογράφος και πολέμιος του Σωτήρος ημών Χριστού και επομένως τον εξουθενώ και αποστρέφομαι και την πίστιν του». Τότε λέγει ο διοικητής· «Μήπως είσαι μεθυσμένος, άνθρωπε; Ή είσαι τρελλός»; Λέγει ο Μάρτυς· «Ούτε μεθυσμένος, αλλ’ ούτε και τρελλός είμαι. Αλλά Χάριτι Θεού είμαι υγιής και κατά τον νουν και κατά την ψυχήν». Τότε ο διοικητής, τρέψας το ήμερον εις αγριότητα, είπε με θυμόν προς τον έπαρχον· «Παράλαβε αυτόν και αποκεφάλισέ τον». Ο δε έπαρχος, παραλαβών αυτόν δεδεμένον, έφερε πλησίον εις τον Παχτζέ-καπισί εγγύς του Τελωνείου, και προσευχηθείς πρώτον ο Μάρτυς, απετμήθη χαίρων την μακαρίαν κεφαλήν και έλαβε τον τρίπλοκον στέφανον, του Μαρτυρίου, της ασκήσεως και της παρθενίας. Επειδή δε οι Χριστιανοί δεν ηδυνήθησαν να δώσωσι χρήματα εις τους φιλοχρύσους Τούρκους, ίνα αγοράσωσι το ιερόν λείψανον του Μάρτυρος και ενταφιάσωσιν αυτό, μετά τρεις ημέρας το έρριψαν οι Τούρκοι εις την θάλασσαν. Ο δε Θεός, ο δοξάζων τους δούλους αυτού εν ουρανοίς, εδόξασε και τον Μάρτυρα τούτον, αν και επί γης το σώμα του μακαρίου έμεινεν, προς ώραν, άταφον. 

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΟΡΔΑΝΗΣ ο Τραπεζούντιος

Τη αυτή ημέρα Β΄ (2α) Φεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΟΡΔΑΝΗΣ ο Τραπεζούντιος, ο μαρτυρήσας εν Κωνσταντινουπόλει εν έτει αχν΄ (1650), ξίφει τελειούται.                                                             

Ιορδάνης ο ευλογημένος Νεομάρτυς ήτο από την Τραπεζούντα, την τέχνην καζαντζής, υπανδρευμένος εις Γαλατάν της Κωνσταντινουπόλεως ετών τεσσαράκοντα. Ημέραν δε τινα κατά την εορτήν των Εισοδείων της Παναγίας, διεσκέδαζεν ομού με τινας Αγαρηνούς, συμπατριώτας και συντεχνίτας του και έπαιζον και παιγνίδι εις το εργαστήριόν του, κείμενον εις τόπον καλούμενον Σουλτάν Βαγιαζήτ, εις δε εξ αυτών είπε χλευάζων Ελληνιστί· «Άγιε Νικόλαε ψωριάρη, βοήθησόν με να νικήσω», του απεκρίθη και ο Ιορδάνης χλευάζων ομοίως τον Προφήτην του. Και τότε μεν ως συμπαίζοντες και διασκεδάζοντες ανεχώρησαν έκαστος εις τα ίδια· το πρωϊ όμως, εις εξ αυτών ενήργησε να εκδοθή τοιαύτη διαταγή, ότι όποιος υβρίση τον προφήτην των να θανατώνεται· τούτο μαθών ο Ιορδάνης εκρύφθη εις την οικίαν Αγαρηνού τινος μεγάλου· οι δε Τούρκοι εξέδωσαν πάλιν και άλλην διαταγήν, ότι όποιος Τούρκος κρύψη Χριστιανόν βλάσφημον εις τον Μωάμεθ, θα θεωρήται ως να είναι αυτός άπιστος και θα τιμωρήται αυστηρώς. Τούτου ένεκα ηναγκάσθησαν οι κρύπτοντες αυτόν να τον παρουσιάσουν εις τον Βεζύρην και να μαρτυρήσουν κατ’ αυτού ότι ύβρισε τον Μωάμεθ· ο δε Βεζύρης του λέγει· «Άνθρωπε, κατά την μαρτυρίαν αυτών, ή η κεφαλή σου πρέπει να κοπή, ή πρέπει να γίνης Τούρκος· και αν γίνης Τούρκος, να σε τιμήσω μεγάλως» (διότι τον εγνώριζεν εκ των προτέρων). Τότε ο Ιορδάνης, λαμπρά τη φωνή, λαμπρώς εβόησε· «Δεν αρνούμαι τον γλυκύτατον μου Ιησούν Χριστόν, αλλά αυτόν πιστεύω και ομολογώ δια Θεόν αληθινόν τούτο μόνον ζητώ παρά της σης εξουσίας· το να μου δώσης άδειαν να υπάγω εις το κατάστημά μου δια να δώσω λογαριασμόν ό,τι οφείλω να δώσω και να λάβω και τότε ας γίνη το θέλημά σου». Τότε ο Βεζύρης επρόσταξε τον έπαρχον να τον υπάγη εις το εργαστήριόν του, κατά την αίτησίν του, και μετά ταύτα να τον αποκεφαλίσωσιν. Αφού λοιπόν επήγαν και έδωσε λογαριασμόν των συντρόφων του και δους και λαβών από τους Χριστιανούς την τελευταίαν συγχώρησιν, παρήγγειλε να δώσωσιν από τα πράγματά του εις Εκκλησίας και Μοναστήρια και ορφανά δια την ψυχήν του και ύστερον τον επήγαν να τον αποκεφαλίσουν· έτρεχε δε εις την οδόν περιχαρής, ως η διψώσα δαβιτική έλαφος παρά τας πηγάς των υδάτων, και ηυχαρίστει τον Θεόν όπου τον ηξίωσε του ποθητού Μαρτυρίου· εζήτει δε και ελάμβανε συγχώρησιν από μικρούς και μεγάλους όσους απαντούσε κατά την πορείαν του. Εθαύμαζε λοιπόν πας τις να βλέπη τον μακάριον Ιορδάνην, ότι ούτε εφοβήθη, ούτε εδειλίασεν, ούτε η όψις του ήλλαξεν, αλλά περιεπάτει χαίρων. Ως δε έφθασαν εις τον τόπον, όστις ονομάζεται Κιουτσούκ-Καραμάνι, εκεί τον εγονάτισεν ο δήμιος δια να τον αποκεφαλίση· και ιδού έφθασεν ένας τσαούσης του βεζύρη και είπεν εις τον Μάρτυρα μυστικώς· «Ταύτα σου μηνά ο βεζύρης· λυπήσου την ζωήν σου και ειπέ μόνον λόγον εις το φανερόν πως τουρκεύεις και κατόπιν ύπαγε όπου θέλεις, να ζης Χριστιανικά». Ο δε Μάρτυς του απεκρίθη· «Ευχαριστώ μεν τον βεζύρην, αλλά τούτο δεν θέλω κάμει ποτέ»· τούτο δε ειπών έκλινε την κεφαλήν του ο μακάριος και απέτεμεν αυτήν ο δήμιος. Κατά δε την νύκτα εκείνην επήγαν οι συγγενείς και φίλοι του εις τον έπαρχον και αφού έδωσαν χρήματα αρκετά έλαβον την άδειαν και εσήκωσαν το ιερόν λείψανον, το οποίον ενεταφίασαν εις το λεγόμενον Μπέγιογλου, ευλαβώς και εντίμως, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.