Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Οι Άγιοι Μάρκελλος, Φιλάγριος και Παγκράτιος

Τη αυτή ημέρα Θ΄ (9η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Ιερομαρτύρων ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ Επισκόπου Σικελίας, ΦΙΛΑΓΡΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου και ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ Επισκόπου Ταυρομενίας.                                                                                         

Μάρκελλος, Φιλάγριος και Παγκράτιος οι Επίσκοποι εχρημάτισαν μαθηταί του Αγίου και κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου. Ήτο δε ο Άγιος Μάρκελλος κατά σάρκα πατήρ του Αγίου Παγκρατίου, από της εποχής δε ακόμη κατά την οποίαν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ευρίσκετο σωματικώς επί της γης και εθαυματούργει, ακούσας δι’ Αυτόν και δια τας θαυματουργίας του, έλαβε τον υιόν του Παγκράτιον και επήγε μετ’ αυτού από την πατρίδα των Αντιόχειαν εις την Ιερουσαλήμ δια να ίδωσι τον Κύριον, έκτοτε δε ο Παγκράτιος έγινε γνώριμος εις τον Απόστολον Πέτρον. Αφ’ ου δε ανελήφθη ο Κύριος, ηκολούθη τον κορυφαίον Απόστολον, όθεν και εχειροτονήθη υπ’ αυτού Επίσκοπος Ταυρομενίου, ήτις ήτο πόλις της Σικελίας, τιμημένη με θρόνον Επισκόπου και με λιμένα, κοινώς καλουμένη Ταορμίνα, εις την οποίαν και εκήρυττε το όνομα του Χριστού, ένεκα δε τούτου εφονεύθη κρυφίως από τους Μοντανιστάς. Ο δε Μάρκελλος, ο κατά σάρκα πατήρ του Παγκρατίου, εχειροτονήθη Επίσκοπος της Σικελίας και πολλούς των Ελλήνων επιστρέψας προς Κύριον, ετελειώθη εν ειρήνη. Ομοίως και ο Φιλάγριος γενόμενος Επίσκοπος Κύπρου εδίδασκε και αυτός και εκήρυττε το όνομα του Κυρίου· όθεν πολλούς υπομείνας πειρασμούς δια την αληθή πίστιν, προς Κύριον εξεδήμησε. 

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Του Οσίου ΡΩΜΑΝΟΥ του Κίλικος

Τη αυτή ημέρα Θ΄ (9η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΡΩΜΑΝΟΥ του Κίλικος, του Θαυματουργού.                                                                                                  

Ρωμανός ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο από την πόλιν της Κιλικίας Ρωσόν ονομαζομένην. Ηγωνίσθη δε τους υπέρ της αρετής αγώνας και άθλους εις την Αντιόχειαν, έξω από τα τείχη της οποίας κτίσας μικρόν κελλίον, παρά την υπώρειαν του εκείσε βουνού, ηγωνίζετο εντός αυτού ασκητικώς ο αοίδιμος, χωρίς να ανάπτη πυρ και χωρίς να έχη φως λύχνου. Η μεν τροφή του ήτο ψωμίον και άλας, το δε ποτόν του ύδωρ της βρύσεως. Ένδυμα είχε τραχύ, τρίχινον και τα μαλλία της κεφαλής του έφθανον έως τους πόδας του. Όθεν δια τους αγώνας του τούτους εδόθη εις αυτόν πολλή χάρις παρά Θεού, διότι από πολλούς ανθρώπους εδίωκε πολλάκις φοβεράς ασθενείας και εις πολλάς στείρας γυναίκας εχάρισε δια των προσευχών του τέκνα. Με τοιαύτα λοιπόν θαύματα διαλάμψας ο μακάριος, εν ειρήνη εκοιμήθη. 

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Τη Θ΄ (9η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ.

Νικηφόρος ο φερωνύμως διπλήν την νίκην κατά των παθών και της ασεβείας αποκομίσας, ο φωτοβόλος αστήρ του νοητού στερεώματος της Εκκλησίας, ήτο από την Αντιόχειαν της Συρίας, κατά τους χρόνους Ουαλεριανού και Γαλλιηνού των βασιλέων εν έτει σνγ΄-σξη΄ (253-268), ιδιώτης κατά την αξίαν και νέος την ηλικίαν, όταν ηξιώθη του δια Χριστόν Μαρτυρίου· ακούσατε όμως απ’ αρχής την διήγησιν περί αυτού καθώς ταύτην μετέφρασεν ο Ιερός Αγάπιος ο Κρής, ίνα πολλήν την ωφέλειαν λάβητε. Από πολλά ρητά της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης ημπορεί να βεβαιωθή ο καθείς πόσον ωφελείται όστις αγαπά τον πλησίον κατά Θεόν, καθώς αυτός ο ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος πολλάκις μας παρήγγειλεν. Όστις δε φυλάξη αυτήν την εντολήν ανελλιπώς, ας έχη θάρρος, ότι έτυχε της σωτηρίας του. Αντιθέτως δε, εκείνος ο οποίος θα νικηθή υπό της αθέου μνησικακίας και δεν συγχωρήση το πταίσιμον του αδελφού του, ας γνωρίζη, ότι εάν και όλον τον πλούτον του δώση ελεημοσύνην και παραδώση εις πυρ και θηρία όλα τα μέλη του δια την ευσέβειαν και άλλα μύρια κολαστήρια αν υπομείνη δια την αγάπην του Χριστού, δεν γίνεται δεκτός από τον ανεξίκακον ο μνησίκακος, καθώς είπε πολλάκις προς τους αυτού Μαθητάς και εξόχως κατά την εσχάτην ημέραν της ενσάρκου προς ημάς παρουσίας του, λέγων· «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 35). Ωσαύτως και ο αγαπών και ηγαπημένος Ιωάννης μας παρακινεί κατά πολύ εις την αρετήν αυτήν την ισάγγελον, ταύτα γράφων· «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισεί, ψεύστης εστίν» (Α΄ Ιωάν. δ: 20). Και ο θεσπέσιος Παύλος εγκωμιάζει ταύτην την αρετήν της αγάπης και την ευφημίζει και την προτιμά από όλας τας άλλας, λέγων ότι αυτή είναι το τέλος των εντολών και του νόμου το πλήρωμα· «Πλήρωμα ουν νόμου η αγάπη» (Ρωμ. ιγ: 10) και η ταχυτέρα οδός δια να υπάγη ο καθείς δι’ αυτής εν ευκολία εις τον Παράδεισον. Αλλ’ ας αφήσωμεν τας διαφόρους ρήσεις των Αποστόλων και διδασκάλων μας και ας αναφέρωμεν μόνον την διδακτικήν παραβολήν, την οποίαν είπεν ο Δεσπότης Χριστός και την οποίαν βλέπομεν εις το ιη΄ (18ον) κεφάλαιον του κατά Ματθαίον ιερού Ευαγγελίου, δια τον άνθρωπον εκείνον, όστις εχρεώστει εις τον βασιλέα μύρια τάλαντα και μη έχων να τα πληρώση, έπεσεν εις τους πόδας αυτού ζητών ολίγον καιρόν διορίαν να δώση το δάνειον. Ο δε βασιλεύς, ιδών την απορίαν αυτού, τον ελυπήθη και ευσπλαγχνισθείς επ’ αυτόν του αφήκεν όλον το δάνειον. Εκείνος δε αγνώμων ων και άσπλαγχνος, εξελθών εκ του παλατίου του εύρε σύνδουλόν του τινά, όστις του εχρεώστει μόνον εκατόν δηνάρια και τον εστενοχώρησε τόσον, ώστε έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν και δεν τον άφηνεν έως ότου πληρώση το χρέος του. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς επρόσταξε και έφερον τον δούλον και του λέγει· «Δούλε πονηρέ, εγώ σου εχάρισα τόσον χρέος και συ δεν ευσπλαγχνίσθης τον σύνδουλόν σου, αχάριστε, καθώς και εγώ σε ηλέησα»; Και ούτως οργισθείς, τον παρέδωσεν εις τους βασανιστάς, έως ου επλήρωσεν όλον το χρέος του. Αυτήν την θαυμασίαν και αληθεστάτην παραβολήν μας είπεν ο Δεσπότης Χριστός, δια να φοβηθώμεν και να συγχωρώμεν όσους μας πταίσουν εξ όλης της καρδίας μας, δια να μη πάθωμεν τα όμοια, ως εκείνος ο άδικος και άσπλαγχνος δικαίως έπαθε, καθώς ο Δεσπότης μόνος εξήγησε την παραβολήν, λέγων· «ούτω και ο Πατήρ μου ο ουράνιος θέλει κάμει εις σας το όμοιον, εάν δεν συγχωρήτε εξ όλης καρδίας το πταίσιμον του αδελφού σας». Λοιπόν, τίνα άλλην αξιοπιστοτέραν μαρτυρίαν θέλετε, άνθρωποι; Αλλά δια βεβαιοτέραν της αληθείας ταύτης απόδειξιν, ακούσατε όσοι είσθε μνησίκακοι και δεν συγχωρείτε όσους σας έπταισαν, ένα φοβερόν και αξιόπιστον παράδειγμα, το οποίον γράφει ο Μεταφραστής Συμεών να τρομάξετε άπαντες και να κλαύση πάσα σκληρά καρδία, να συντριβή από τον φόβον και να συγχωρήση ο καθείς τον εχθρόν του, αν του έκαμε και τα μεγαλύτερα κακά ή ζημίας, αι οποίαι ηκούσθησαν εις τον κόσμον. Προσέχετε λοιπόν ακριβώς εις την φοβεράν ταύτην διήγησιν, την οποίαν ο Όσιος Συμεών έγραψε και η οποία έχει ως εξής. Άλλο δεν είναι καλύτερον και μακαριώτερον, ως την κατά Θεόν αγάπην. Ομοίως πάλιν και το μίσος είναι από όλα τα κακά χειρότερον και ολεθριώτερον. Διότι τοσούτον ηγάπησεν ο Θεός την αρετήν ταύτην, ώστε την ετίμησε με την προσηγορίαν αυτού και ηθέλησε να ονομάζεται δια την αγάπην αυτής Αγάπη, καθώς είπεν ο αγαπών και αγαπώμενος Μαθητής· «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α΄ Ιωάν. δ: 16). Το δε μίσος τόσον αγαπά ο πονηρός και αποστάτης διάβολος, ώστε έλαβεν απ’ αυτό την επωνυμίαν και καλείται ανθρωποκτόνος και μισόκαλος. Περί τούτων των δύο εναντίων έχομεν πολλάς ενεργείας και διηγήματα της Παλαιάς και Νέας Γραφής, από τα οποία να γράψωμεν ένα κοινόν και θαυμασιώτατον υπόδειγμα δύο ανθρώπων, οίτινες είχον μίσος μεταξύ των. Και ούτως, ο μεν Σαπρίκιος με όλον το αξίωμα της Ιερωσύνης και τα μαρτύρια τα οποία έλαβεν από τους τυράννους δια την πίστιν, επειδή δεν αφήκε το μίσος και να συγχωρήση τον αδελφόν του, εξέπεσε της αξίας του Μαρτυρίου ο αλιτήριος και εζημιώθη τον στέφανον της αθλήσεως. Ο δε συμπαθής και της νίκης επαξίως επώνυμος και τροπαιοφόρος Νικηφόρος, επειδή επόθει την αγάπην και εζήτει εκ καρδίας αυτού την διαλλαγήν, ηξιώθη παραδόξως του Μαρτυρίου ο πάνσοφος και έλαβε χωρίς κόπων και πόνων τον στέφανον. Προσέχετε λοιπόν, αγαπητοί αναγνώσται και ακροαταί, και φυλάγεσθε όσοι είσθε μνησίκακοι, να μη πάθητε ομοίαν παρά Θεού εγκατάλειψιν, ως έπαθεν ο προαναφερθείς άφρων Σαπρίκιος. Ούτος ήτο από την Αντιόχειαν, Ιερεύς το αξίωμα και είχε μεγάλην φιλίαν με τον ευλογημένον Νικηφόρον, όστις ήτο κοσμικός και δεν είχε καμμίαν Εκκλησιαστικήν αξίαν, αλλ’ όμως ήτο πάντων των Ιερέων εναρετώτερος. Τοσαύτην δε φιλίαν είχε με τον Σαπρίκιον, ώστε εφαίνετο ότι ο εις έζη εις την ψυχήν του ετέρου και περιεπάτει με τους πόδας εκείνου και ωμίλει με το στόμα του και, απλώς ειπείν, είχον αμφότεροι μίαν βουλήν και γνώμην και θέλησιν. Αλλ’ ο φθονερός όφις, μη υποφέρων να βλέπη τοιαύτην ομόνοιαν, βασκαίνων το αγαθόν ο μισόκαλος, έβαλε μεταξύ αυτών τόσον σκάνδαλον, όσην αγάπην είχον πρότερον και τόσον εμίσησεν ο εις τον άλλον, ώστε δεν ηδύνατο να τον ίδη εις το πρόσωπον, αλλά εγύριζεν από τον δρόμον, δια να μη συναντηθώσι. Διότι η μεγάλη φιλία τρέπεται, κατά τον κοινόν λόγον, εις έχθραν και μίσος άπειρον, καθώς εις τούτους συνέβη. Πλην όμως, ο αγαθός Νικηφόρος, ως πράος, επιεικής και μέτριος, γνωρίσας, ότι ο δαίμων ήτο το αίτιον της έχθρας, εφρόντιζε να γίνη και πάλιν διαλλαγή μεταξύ των, δια να μη παροξύνεται ο φιλάνθρωπος. Ταύτα εσκέπτετο ο του Χριστού δούλος γνήσιος Νικηφόρος, αλλά δεν ετόλμα να παρουσιασθή ο ίδιος εις τον Σαπρίκιον, γνωρίζων την πολλήν εκείνου σκληρότητα. Όθεν έβαλε μεσίτας να τον παρακαλέσουν προς τούτο με λόγια ήρεμα, οίτινες προσεπάθησαν πολύ και του είπον όσα δύνανται να ταπεινώσουν και την πλέον οργίλην και υπερήφανον ψυχήν και με τόσους λόγους και παραδείγματα εδοκίμασαν να καταπραϋνωσι τον θυμόν του, ώστε και λίθος εκ φύσεως εάν ήτο, ήθελε γίνει μαλακώτερος· η σκληροτέρα όμως και αταπείνωτος τούτου καρδία δεν μετεμελήθη ποσώς να τραπή προς συμπάθειαν. Δεν ενεθυμήθη την προτέραν φιλίαν, ο έσπλαγχνος, ούτε την εντολήν του Δεσπότου ο ασυνείδητος, μάλιστα εφ’ όσον ήτο θύτης και μαθητής του ειρηνικού και πραοτάτου Χριστού, όστις έγινε θυσία και σφάγιον δι’ αγάπην μας, αλλ’ ούτε και το συμφέρον του ηννόησεν, ίνα κατά το επάγγελμά του συγχωρήση τον πταίσαντα, εφ’ όσον καθ’ εκάστην ανεγίνωσκε τα Ευαγγελικά λόγια τα λέγοντα· «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. στ: 14). Και πάλιν· «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον, διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. ε: 23-24). Αυτά και άλλα παρόμοια ανεγίνωσκε προς τον λαόν, καθ’ εκάστην, ως Ιερεύς, ο ανίερος, με το στόμα όμως μόνον, εις δε την καρδίαν και την ψυχήν ήτο παρήκοος ο ασύνετος και δεν ήθελε να συγχωρήση τον φίλον του και μάλιστα ενώ δεν ήτο το πταίσιμον του Νικηφόρου, αλλ’ αυτός ο Σαπρίκιος ήτο ο αίτιος όλου του σκανδάλου. Ο Δεσπότης Χριστός λέγει· «Ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι» · (Λουκά στ: 32) και οι εθνικοί και οι τελώναι τούτο ποιούσιν. Των εθνικών και των τελωνών ο μύστης και μυσταγωγός και των μεγάλων και φρικτών του Χριστού μυστηρίων διάκονος αθλιώτερος ήτο, επειδή και τους αγαπώντας εμίσει και ακούων τον Δαβίδ να λέγη· «Μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. ριθ: 7), αυτός το εναντίον ετέλει ο άσπονδος και μετά των φιλούντων ειρήνην ήτο οργίλος, στασιώδης και μάχιμος. Έπρεπεν, εάν έβλεπε τον φίλον του πταίοντα, να τον διορθώση αυτός με πραότητα, να θεραπεύση, ως Ιερεύς, την πρόφασιν του σκανδάλου, προτού να βασιλεύση ο ήλιος. Ο καλός όμως και ποθεινός Νικηφόρος, όστις όχι μόνον την επωνυμίαν είχεν, αλλά μάλιστα επήρε και την νίκην κατά αλήθειαν και εφάνη αξιώτερος του ονόματος, δεν κατεφρόνησε την συνδιαλλαγήν. Δεν ημέλησε. Δεν ενικήθη από τας ορμάς της φύσεως, η οποία βιάζει να μισή ο καθείς τον μισούντα και να τον νομίζη εχθρόν του και πολέμιον, διότι η τήρησις των εντολών του Χριστού είναι δυνατωτέρα της ανάγκης της φύσεως. Αλλ’ έχων πόθον να θεραπεύση την ψυχήν του φίλου του και να την φέρη εις την προτέραν αγάπην και ομόνοιαν, ηθέλησε να δώση και την ζωήν δια τον πλησίον του. Έστειλε λοιπόν ο καλός Νικηφόρος εκ δευτέρου και εκ τρίτου μεσίτας, γνωρίζων ότι και αυτοί δεν θέλουν ζημιωθή τον μισθόν του κόπου των και εκείνος ίσως θέλει σώσει τον φίλον του. Οι δε απελθόντες ενουθέτησαν ικανώς τον Σαπρίκιον, εκείνος όμως έμεινεν ο αυτός κωφός κατά τα ώτα της ψυχής, υπό της αλόγου μανίας όλως κυριευόμενος. Τότε ο ταπεινόφρων και αμνησίκακος Νικηφόρος, βλέπων, ότι με τους μεσίτας δεν κατώρθωσε τίποτε, ηθέλησε να υπάγη και μόνος του, να τον προσκυνήση, μήπως και απαλύνη η καρδία του, όταν ίδη κατά πρόσωπον τον φίλον του, να ενθυμηθή την προτέραν αγάπην, να κλίνη εις ευσπλαγχνίαν ο άσπλαγχνος, να γίνη πάλιν ηδίστη και ποθεινοτέρα η προτέρα φιλία των, επειδή και ο ήλιος μετά την νύκτα γλυκύτερος φαίνεται, ομοίως και μετά τον χειμώνα η άνοιξις. Ευρίσκων λοιπόν καιρόν αρμόδιον κατά τον σκοπόν του, απήλθεν ησύχως και πίπτει εις τους πόδας αυτού με πολλήν ταπείνωσιν λέγων· «Συγχώρησόν μοι, δια τον Κύριον, εις όσα σου έπταισα και σε ελύπησα». Αλλ’ ούτε τότε τον συνεπόνησεν η αμείλικτος εκείνη ψυχή, ούτε έκλινεν ο ασυμπαθής και εμπαθής εις συμπάθειαν. Ούτε καν λόγον μικρόν προς τον φίλον του ωμίλησεν, ούτε με βλέμμα ποσώς τον εκύτταξεν, αλλ’ έστρεψεν οπίσω το πρόσωπον. Κατά τον καιρόν εκείνον λοιπόν, κατά τον οποίον ήτο εις τόσον μίσος παράλογον ο Σαπρίκιος, εξήφθη και πάλιν ο διωγμός κατά των Χριστιανών, επειδή ανέβησαν εις τον θρόνον της βασιλείας ο Παραβάτης Ιουλιανός και ο αδελφός του Γάλλος, οίτινες έστειλα εις όλους τους άρχοντας γράμματα να παιδεύουν ανηλεώς τους πιστούς με διάφορα κολαστήρια και όσοι δεν προσκυνήσουν τα είδωλα να τους δίδουν σκληρόν και πικρότατον θάνατον. Τούτο το δόγμα έφθασε και εις την πόλιν εις την οποίαν κατοικούσαν ο Νικηφόρος και ο Σαπρίκιος, όστις ήτο δια το αξίωμα της Ιερωσύνης επισημότερος. Τούτον ήρπασαν ευθύς οι υπηρέται του ηγεμόνος και τον έφεραν έμπροσθεν αυτού εις εξέτασιν. Ερωτηθείς λοιπόν το σέβας, την τάξιν, την κλήσιν και τα λοιπά, απεκρίθη· «Το όνομά μου είναι Σαπρίκιος, εις δε το σέβας είμαι Χριστιανός και Ιερεύς το αξίωμα». Ο ηγεμών, δια να τον κάμη να φοβηθή, του ανέγνωσε τα βασιλικά προστάγματα δια να ακούση τας απειλάς και τας τιμωρίας τας οποίας διελάμβανον, ο δε Σαπρίκιος χωρίς δειλίαν απεκρίθη· «Ημείς, ω ηγεμών, είμεθα πολύ καλώς διδαγμένοι από τας Θείας Γραφάς τας αληθείς και αξιοπίστους και προσκυνούμεν ένα Θεόν εις την ουσίαν εις τρία πρόσωπα αδιαιρέτως μεριζόμενον, τον οποίον μόνον ομολογούμεν και γνωρίζομεν Ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων. Οι δε ιδικοί σας θεοί των Ελλήνων είναι μύθοι όντως και καταγέλασμα, επειδή είναι έργα χειρών ανθρώπων και άχρηστα πλάσματα». Ταύτα ακούσας ο διώκτης και απογνούς πάσης ελπίδος, ήρχισε να παιδεύη τον Άγιον· και πρώτον μεν έβαλεν αυτόν εις ένα τραχύ και φοβερόν όργανον, τον οποίον ωνόμαζον κοχλίαν και ήτο ως μάγγανον εις τον οποίον τον έσφιγγαν δυνατά, δια να αναλωθή το σώμα του και να συντριβή εντελώς από την δεινήν αυτήν κάκωσιν, δια να λάβη πικρότατον θάνατον. Εις ταύτην λοιπόν την δυσφορωτάτην και σκληροτάτην βάσανον έκαμεν ώραν πολλήν ο Σαπρίκιος, υπομένων καρτερικώς και δεν ηρνήθη την ευσέβειαν, πειθόμενος εις το Δεσποτικόν πρόσταγμα το λέγον: «Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι: 28). Ιδών λοιπόν ο διώκτης, ότι υπέμεινε με θαυμασίαν καρτερίαν την φρικτήν αυτήν βάσανον και μη έχων πλέον ελπίδα να τον νικήση, έδωκε κατ’ αυτού τοιαύτην απόφασιν· «Τον Σαπρίκιον, τον Ιερέα των Χριστιανών, επειδή δεν ηθέλησε να απαρνηθή την ματαίαν εκείνην λατρείαν, ούτε κατεδέχθη να προσκυνήση τους αθανάτους θεούς, αλλά εφάνη παρήκοος των βασιλικών προσταγμάτων, προστάσσω να αποκεφαλίσωσι με το ξίφος ως απειθήσαντα». Παρέλαβον λοιπόν οι δήμιοι τον Σαπρίκιον, δια να τον οδηγήσωσιν εις τον τόπον τηε εκτελέσεως. Ο δε Νικηφόρος, η μεγάλη δια Χριστόν ψυχή και όντως φιλόσοφος, ταύτα γνωρίζων, είχε μεγάλην μελέτην και φροντίδα δια τον φίλον του, να γίνη μεταξύ των διαλλαγή, όπως εκείνου μεν η θυσία γίνη ευπρόσδεκτος εις τον Κύριον, ως τελειώσαντος τον αγώνα καλώς δια την ευσέβειαν, ούτος δε, εκπληρών το Δεσποτικόν πρόσταγμα, προτιμήση την μετά του αδελφού καταλλαγήν υπέρ πάσαν θυσίαν και ολοκάρπωσιν. Νομίζω λοιπόν, ότι δεν ήθελεν αρνηθή την διαλλαγήν ο Σαπρίκιος την ώραν εκείνην κατά την οποίαν έτρεχε να λάβη, δια την αγάπην του Κυρίου, τον θάνατον, καταφρονήσας πάσαν προσπάθειαν της σαρκ΄ς και μόνον τα αιώνια στοχαζόμενος, προστρέχει μετ’ ευλαβείας και πίπτων εις τους πόδας αυτού, δεόμενος και ικετεύων αυτόν θερμότατα, έλεγεν· «Ενθυμήσου την προτέραν φιλίαν και αγάπην, την οποίαν είχομεν μεταξύ μας και ελέγαμεν να μη ξεχωρίσωμεν ουδέποτε, αλλά να είμεθα ηνωμένοι δι’ αγάπης και μετά θάνατον. Μη αφήσης τον φίλον σου ασυγχώρητον και φύγης από πλησίον μου αδιάλλακτος και υστερηθής της αιωνίου μακαριότητος. Βάλε εις τον νουν σου το ότι είσαι λειτουργός του Δεσπότου Χριστού, του οποίου γίνεσαι σήμερον κοινωνός των παθημάτων δια του Μαρτυρίου και της νεκρώσεως, και μη υπάγης προς αυτόν άσπονδος και άσπλαγχνος και απολέσης τους κόπους σου» Αυτά και έτερα έλεγε μετά δακρύων ο ευλογημένος Νικηφόρος εις τον φίλον του Σαπρίκιον, δεόμενος να του δώση την οφειλομένην συγχώρησιν. Εκείνος δε ως άσπλαγχνος και ανήμερος και αυτών των θηρίων ανοητότερος και αγριώτερος, ούτε καν εστράφη να ίδη τον άλλοτε ηγαπημένον του, όστις εκείτετο εις τους πόδας του κλαίων, αλλά φράσσων με τον κηρόν της μνησικακίας τα ώτα του, επήγαινεν εις τον δρόμον του αδιάλλακτος και αδιόρθωτος. Ταύτα βλέπων ο παρά Χριστού πεφωτισμένος Νικηφόρος και διαλογιζόμενος ότι ο Σαπρίκιος και χωρίς οίνον ήτο μεθυσμένος και σύντριμμα ταλαιπωρίας γεγενημένος, ωδύρετο περισσότερον, φοβούμενος μήπως απομείνη αυτός μεν από τον Ιερέα και φίλον του ασυγχώρητος, εκείνος δε πάλιν αποτύχη των στεφάνων του Μαρτυρίου και της αιωνίου μακαριότητος και δώσουν αμφότεροι απολογίαν δια τοιαύτην έχθραν παράλογον. Έδραμε λοιπόν πάλιν ολίγον έμπροσθεν και προϋπαντά τον Σαπρίκιον, λέγων προς αυτόν τα αυτά και έτερα πλείονα, όχι μόνον απλώς με το στόμα, αλλά και εξ όλης ψυχής, με σχήματα ελεεινά και ροήν δακρύων αμέτρητον και του εζήτει συγχώρησιν. Εκείνος όμως, ως κωφός και νεκρός και ως λίθινος, έμεινεν ο αυτός, ως το πρότερον, μήτε τας φωνάς του φίλου του ενωτιζόμενος, ούτε τοσαύτην ταπείνωσιν σπλαγχνιζόμενος, τόσον ώστε και αυτοί οι δήμιοι εβαρύνθησαν βλέποντες τον Νικηφόρον να ζητή, με τόσην ευλάβειαν, από ένα κατάδικον συγχώρησιν. Όθεν μυκτηρίζοντες αυτόν και μωρόν αποκαλούντες και ασύνετον έλεγον· «Τι κόπτεσαι ασκόπως και οδύρεσαι, ζητών από τοιούτον κακοποιόν συγχώρησιν; Ημείς υπάγομεν να τον θανατώσωμεν και συ δέεσαι και ζητείς συγχώρησιν από ένα υπεύθυνον»; Ταύτα μεν έλεγον οι υπηρέται, αγνοούντες το ευσεβές και φιλόθεον του μακαρίου Νικηφόρου, ο οποίος ηκολούθει αυτούς έτι θερμότερον δεόμενος, και χύων αναρίθμητα δάκρυα, δια να παρακινήση την λιθίνην εκείνην ψυχήν προς συμπάθειαν. Ο δε Σαπρίκιος, δυσμενώς και οργίλως και ως εξεστηκώς από τον θυμόν, έφθασεν εις τον τόπον της καταδίκης ο ασυνείδητος. Όθεν, όταν πλέον δεν έλειπεν άλλο παρά να κατεβάση ο δήμιος την σπάθην και να κόψη την κεφαλήν του, άνωθεν δε αυτού εφέρετο ουρανόθεν λαμπρός ο στέφανος του Μαρτυρίου, ω μισάνθρωπε και κοινέ του γένους πολέμιε, εις ποίον ολίσθημα κρημνίζεις τον μνησίκακον! Ω, αδελφοί μου, και πώς να διηγηθώ το επίλοιπον, όπου σταλάζουν οι οφθαλμοί μου δάκρυα και δεν δύναμαι να γράψω την δικαίαν παρά Θεού εγκατάλειψιν του Σαπρικίου, όταν έκλινε το γόνατον και έμςλλον να χορεύσουν οι Άγγελοι εις ολίγον διάστημα, τότε ήλθεν εις αυτόν τον ασύνετον, δια το σκότος της μνησικακίας αυτού, μία λήθη και άνοια και δεν ενεθυμείτο την αιτίαν, αλλά ηρώτα τους δημίους, διατί ήθελον να τον θανατώσουν· οίτινες απεκρίθησαν προς αυτόν, διότι κατεφρόνησε τα βασιλικά προστάγματα και δεν ήθελε να προσκυνήση τα είδωλα. Τότε, ω των εμών κακών, ω της μεγίστης συμφοράς! Ω του χαλεπού της μνησικακίας πτώματος! Αρνείται τον Δεσπότην Χριστόν ο άχρηστος. Εγκαλιμπάνει τον συμπαθή και φιλάνθρωπον, ο μισάνθρωπος. Καταπατεί ενώπιον πάντων την ευσέβειαν και γίνεται, φευ! Ο πρώην μύστης της Αγίας Τριάδος και των Αγγέλων εφάμιλλος, ειδώλων λάτρης και των δαιμόνων αιχμάλωτος, διότι «οδοί μνησικάκων» κατά τον σοφόν Σολομώντα, φέρουσι τον άνθρωπον «εις θάνατον» (Παροιμ. Σολ. ιβ: 28). Τούτο ελύπησε τον Νικηφόρον περισσότερον, διότι πρότερον έβλεπε τον φίλον μίαν εντολήν του Χριστού παραβαίνοντα, και ήδη αυτόν τον Νομοθέτην ηθέτησε και έπεσε τελείως εις την ασέβειαν. Όθεν εφλέγετο τα σπλάγχνα κατακαιόμενος και παρεκάλει θερμότερον τον Σαπρίκιον· και δεικνύων ακόμη προς αυτόν το της ιερωσύνης αιδέσιμον έλεγεν· «Αδελφέ φίλτατε και Πάτερ σεβασμιώτατε, μη θελήσης να προδώσης τον Ποιητήν και Σωτήρα σου. Μη απαρνηθής την ομολογίαν, την οποίαν υπεσχέθης να φυλάξης ενώπιον Θεού και Αγγέλων. Ευλαβήθητι τους άθλους τους οποίους έλαβες δια τον Χριστόν. Λυπήσου τους κόπους σου και τας φοβεράς εκείνας περιστροφάς του κοχλίου και την δεινήν του σώματος κάκωσιν, όπου εβασανίσθης τόσον καιρόν δια την ευσέβειαν και μη θελήσης να την προδώσης τόσον άγνωστα, να ζημιωθής εις μίαν στιγμήν τόσους αγώνας και έπαθλα. Τίμησον το μέγα της ιερωσύνης αξίωμα και μη το καταφρονήσης, παρακαλώ σε, φίλε μου. Μετ’ εμού δε και τάξεις Αγγέλων και Μαρτύρων χορείαι σε παρακαλούν, να μη διαψεύσης την ομολογίαν της πίστεως, τώρα ότε είναι τα βραβεία εις χείρας σου και εις την κεφαλήν σου οι της αθλήσεως στέφανοι». Ταύτα προς τον φίλον εδέετο μετά τρόμου, φοβούμενος μήπως μαζί με εκείνον ζημιωθή και την ιδικήν του ψυχήν ατελεύτητα. Αλλ’ επειδή δεν ηπάλυνεν η φαραωνίτις εκείνη καρδία, αλλ’ επροτίμησε την μνησικακίαν υπέρ την ευσέβειαν, μη έχων τι άλλο να πράξη ο ζηλωτής της πίστεως και της νίκης αξίως επώνυμος, αντεισάγει τον εαυτόν του εις το Μαρτύριον και κλίνων τον αυχένα εζήτει το ξίφος, παρακαλών τους δημίους να αποκεφαλίσουν αυτόν αντί του Σαπρικίου· οίτινες δεν ετόλμων να τον θανατώσωσι χωρίς προσταγήν του ηγεμόνος έως ου απήλθε προς αυτόν εις από τους παρεστώτας και του είπε, ότι ο μεν Σαπρίκιος, αθετήσας την ομολογίαν και την ευσέβειαν, έπραξεν επάξια του ονόματος, έτερος δε τις, Νικηφόρος ονόματι, εδέετο με παρρησίαν θερμότερον να λάβη, ώσπερ χρέος τι, αντί εκείνου τον θάνατον. Τότε ο ηγεμών μετέγραψεν εις την κατά του Σαπρικίου απόφασιν το όνομα του Νικηφόρου. Όθεν φέροντες οι υπηρέται την καταδίκην εις τους δημίους, δέχεται ο καλός Νικηφόρος την δια ξίφους τελείωσιν, κληρονομήσας με ολίγον πόνον Βασιλείαν ουράνιον. Και όχι μόνον ενίκησε την πλάνην και δυσσέβειαν, αλλά και το πάθος της μνησικακίας και εφάνη κατά αλήθειαν Νικηφόρος με την πράξιν μάλλον ή το όνομα. Τοιουτοτρόπως αποδεικνύεται ότι οι πόνοι του σώματος και αι κακοπάθειαι δεν έχουσι τόσην δύναμιν να κάμωσι φίλον τον Κύριον, όσην έχουσιν η φιλανθρωπία, η συμπάθεια και η προς τον πλησίον αγάπη, ήτις είναι το κεφάλαιον πάντων των αρετών, καθώς αυτός ο Δεσπότης Χριστός μας παρήγγειλε και καθώς ημπορεί ο καθείς να βεβαιωθή από το φρικτόν παράδειγμα του Σαπρικίου, όστις, αφ’ ου υπέμεινεν ανδρικώς και γενναίως τόσας δοκιμασίας και εβασανίσθη δια την αγάπην του Χριστού ο ταλαίπωρος, όμως επειδή ήτο εις την ψυχήν ασυμπαθής και ανάλγητος όχι μόνον δεν ωφελήθη από τας βασάνους, αλλά και αρνητής της ευσεβείας εγένετο. Ο δε φιλόχριστος και τροπαιοφόρος Νικηφόρος, όστις δεν έλαβε πρότερον καμμίαν κακοπάθειαν και βάσανον δια την ευσέβειαν, εν τούτοις, χωρίς ιδρώτας και πόνους, αλλά μόνον δια την φιλαδελφίαν του και την της ψυχής ιλαρότητα ηξιώθη να λάβη παρά Θεού τον του Μαρτυρίου στέφανον. Λάβετε λοιπόν υπόδειγμα άπαντες οι μνησίκακοι, οι οποίοι ενθυμείσθε την ύβριν και το πταίσιμον του πλησίον και δεν θέλετε να συγχωρήσητε εκείνον όστις σας έπταισεν, ο οποίος σας ευηργέτησε μάλιστα, διότι όσον κακόν έκαμε του σώματος, τόσον ωφέλησε την ψυχήν σου, άνθρωπε, και πρέπει να τον αγαπάς ως ευεργέτην και φίλον σου, καθώς ήθελες αγαπά εκείνον, όστις θα σου έρριπτε λίθους τιμίους και κομμάτια χρυσίου από μακρόθεν να κτυπά όλον το σώμα σου. Διότι και εάν επόνεις ολίγον, όμως συνάγων τους μαργαρίτας εκείνους θα εγίνεσο πλούσιος. Τούτο συμβαίνει και δια τας θλίψεις, αι οποίαι σου έρχονται, επειδή αύται καθαίρουσι την ψυχήν από όλα τα αμαρτήματα, και δι’ αυτό δε και συγχωρεί ο πάνσοφος ιατρός να παιδεύεσαι. Όστις λοιπόν έχει γνώσιν, δεν πρέπει να αμύνεται κατά του ανθρώπου, όστις τον ερράπισεν ή τον ερράβδισεν ή αλλεοτρόπως τον εζημίωσεν, αλλά να τον ευχαριστή ως υπ’ αυτού μάλλον ευεργετηθείς. Έχε λοιπόν και συ, όστις αναγινώσκεις ταύτα εις τον νουν σου πάντοτε, την πολλήν ευσπλαγχνίαν την οποίαν έδειξε προς ημάς ο πολυέλεος Κύριος,δια την οποίαν αιτίαν είμεθα χρεώσται να αγαπώμεν τον πλησίον εξ όλης μας της δυνάμεως, δια να πληρώσωμεν πιστώς την παραγγελίαν την οποίαν μας άφησε κατά την εσχάτην ημέραν, όταν έφευγεν από τούτον τον κόσμον σωματικώς, λέγων· «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς, ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους· εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 34-35). Δηλαδή καθώς εγώ σας ηγάπησα, χωρίς να πράξετε προς με αγαθοεργίαν τινά, αλλά μάλιστα και εχθροί μου είσθε δια το πατροπαράδοτον αμάρτημα, εν τούτοις εγώ σας ηλέησα δωρεάν. Ούτω θέλω και σεις να αγαπάτε ο εις τον άλλον.Βιάσετε λοιπόν την θέλησιν και καρδίαν σας εις την αρετήν ταύτην την ψυχωφελή και σωτήριον, επειδή χωρίς ταύτης, εάν και όλας τας αρετάς αποκτήσετε, εν τούτοις μέλλει να κολασθήτε καθώς εις την προαναφερθείσαν αξιόπιστον διήγησιν του Σαπρικίου εγνωρίσατε, την οποίαν φιλαλήθως εξιστορήσαμεν καθώς ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής έγραψεν αυτήν εις την Ελληνικήν διάλεκτον και καθώς ο Ιερός Αγάπιος την μετεγλώττισε χωρίς να γράψη εξ ιδίων τίποτε ειμήμόνον το προοίμιον και τούτον τον επίλογον. Ας φρίξη λοιπόν ο καθείς και ας τρομάξη να διορθώση την πολιτείαν του, προτού να κλεισθή η θύρα της μετανοίας και τότε δεν ωφελούσι πλέον τα δάκρυα. Όσοι λοιπόν έχετε μίσος μετά τινος διατηρούμενον έως την σήμερον, υπάγετε παρευθύς, και δια την αγάπην του Κυρίου, και δια το συμφέρον σας, προσκυνήσατέ τον και εξ όλης καρδίας να τον συγχωρήσητε και τότε μακάριοι σεις, ότι χωρίς κόπων και θλίψεων εσυγχωρήθησαν όλα τα επίλοιπα αμαρτήματά σας, λέγοντες προς αυτόν τον πολυεύσπλαγχνον και οικτίρμονα, με παρρησίαν ακατάκριτον· «Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς, άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών και αξίωσον ημάς της ουρανίου Βασιλείας», ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν. Αμήν. 

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Αι Άγιαι Μάρτυρες ΜΑΡΘΑ και ΜΑΡΙΑ αι αδελφαί, συν τω Οσίω ΛΥΚΑΡΙΩΝΙ, ξίφει τελειούνται.

Τη αυτή ημέρα Η΄ (8η) του μηνός Φεβρουαρίου, αι Άγιαι Μάρτυρες ΜΑΡΘΑ και ΜΑΡΙΑ αι αδελφαί, συν τω Οσίω ΛΥΚΑΡΙΩΝΙ, ξίφει τελειούνται.                                          

Μάρθα, Μαρία και Λυκαρίων οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες έζων κατ’ ιδίαν φυλάττοντες παρθενίαν· ήσαν δε η Μάρθα και η Μαρία αδελφαί, μετ’ αυτών δε έμενε και ο Λυκαρίων, όστις ήτο παις κατά την ηλικίαν, Μοναχός κατά την τάξιν. Επειδή δε έτυχε να διέλθη ο ηγεμών εκ της οικίας εις την οποίαν κατώκουν, έκυψαν από το παράθυρον η Μάρθα και η Μαρία και είπον ότι είναι Χριστιαναί. Ο δε ηγεμών λυπούμενος ελεεινολόγει τον θάνατον, τον οποίον έμελλον να λάβωσιν εις αυτήν ταύτην την νεότητά των, αλλ’ αι Άγιαι απεκρίθησαν, ότι ο δια τον Χριστόν θάνατος δεν είναι θάνατος, αλλά ζωή, η οποία δεν έχει τέλος. Τούτο το ίδιον ωμολόγησε και ο Μάρτυς Λυκαρίων. Όθεν, κατά προσταγήν του ηγεμόνος και οι τρεις εκαρφώθησαν εις τρεις σταυρούς. Τελευταίον δε απεκεφαλίσθησαν με ξίφος από τους δημίους και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Άγιος Προφήτης Ζαχαρίας

Τη αυτή ημέρα Η΄ (8η) του μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΖΑΧΑΡΙΟΥ.                                                                                                                                     

Ζαχαρίας ο Άγιος Προφήτης ήτο από το γένος του Ισραήλ εκ φυλής Λευϊ και εγεννήθη εις την Γαλαάδ· το όνομά του ερμηνεύεται μνήμη Θεού. Ούτος επέστρεψεν εις την Ιερουσαλήμ μετά την εν Βαβυλώνι αιχμαλωσίαν των Εβραίων, γέρων ήδη κατά την ηλικίαν. Εκεί εις την Βαβυλώνα ευρισκόμενος είπε πολλάς προφητείας εις τον λαόν του Θεού και πολλά τέρατα και σημεία έδωκεν εις απόδειξιν της αληθείας των προφητειών του. Ούτος είπεν εις τον αρχιερέα Ιωσεδέκ, ότι θα γεννήση υιόν και ότι θα ιερατεύση εις τον Κύριον εν τη Ιερουσαλήμ· ούτος ηυλόγησε και τον Σαλαθιήλ και είπε προς αυτόν, ότι θέλει γεννήσει υιόν και θέλει καλέσει το όνομα αυτού Ζοροβάβελ, ήτοι σπέρμα Βαβυλώνος (Ζορο ερμηνεύεται σπέρμα, Βαβέλ δε, Βαβυλών). Κατά τους χρόνους Κύρου του βασιλέως των Περσών έδωκε σημείον τι παράδοξον δια τον Κροίσον τον βασιλέα της Λυδίας, επίσης δια την εκπόρθησιν και τον αφανισμόν της Ιερουσαλήμ, καθώς και δια το τέλος του Ισραήλ· ομοίως δια την αρχήν και το τέλος των εθνών, δια την μέχρι τέλους καταστροφήν και ερήμωσιν του εν Ιερουσαλήμ ναού, ότι θα εκλείψωσιν οι Προφήται από τους Ισραηλίτας, ως και ότι θα αργήσωσιν οι ιερείς και τα Σάββατα. Αυτός προεφήτευσε και δια την διπλήν κρίσιν, ήτις μέλλει να γίνη. Αυτά και άλλα πολλά προφητεύσας εκοιμήθη εις γήρας βαθύ και ετάφη πλησίον εις τον τάφον Αγγαίου του Προφήτου. 

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος

Τη Η΄ (8η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Στρατηλάτου.                                                                                                       

Θεόδωρος ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς του Χριστού ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου, εν έτει τκ΄ (320), καταγόμενος μεν από τα Ευχάϊτα, τα οποία κοινώς ονομάζονται Εφλεέμ και ευρίσκονται εν τη Γαλατία, κατώκει δε εις την εν τω Ευξείνω Πόντω κειμένην Ηράκλειαν. Ούτος λοιπόν υπερέβαλλε τους πολλούς κατά το κάλλος της ψυχής και την ωραιότητα του σώματος και κατά την δύναμιν των λόγων, φρόνιμος και γνωστικός υπέρ τους νέους του καιρού εκείνου, τόσον ώστε, δια την ευγλωττίαν του και την γνώσιν του τον ωνόμαζον Βρυορήτορα, ήτοι βρύσιν της ρητορικής· δια τούτο και όλοι εφιλοτιμούντο να αποκτήσωσι την φιλίαν του. Όθεν και ο βασιλεύς Λικίνιος πολλήν επιμέλειαν και φροντίδα είχε να συνομιλήση μετ’ αυτού και τον διώρισεν αρχιστράτηγον, του έδωσε δε και την πόλιν Ηράκλειαν προς τιμήν του να την εξουσιάζη, μη ηξεύρων, ότι είναι Χριστιανός κεκρυμμένος. Ο δε Άγιος, ως έλαβε την εξουσίαν, παρευθύς εφανερώθη Χριστιανός, κηρύττων τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και πολλοί των Ελλήνων καθ’ εκάστην ημέραν επέστρεφον γινόμενοι Χριστιανοί· όθεν επλησίαζε να επιστρέψη όλη η Ηράκλεια εις το κήρυγμα του Αγίου. Ο δε βασιλεύς, όστις κατ’ εκείνον τον καιρόν έμενεν εις την Νικομήδειαν, ως ήκουσε τα περί του Αγίου, ελυπήθη πολύ και προσποιούμενος άγνοιαν του απέστειλεν επιστολάς επαινών αυτόν και γράφων με ιλαρότητα ούτω· «Λικίνιος ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων, τω στρατηλάτη Θεοδώρω χαίρειν. Οι μεγάλοι θεοί των Ελλήνων μου ενεθύμισαν να κάμω μίαν υπόθεσιν· επειδή από την δύναμιν και το θέλημα αυτών έχομεν ημείς την βασιλείαν και την τιμήν, πρέπον και ημείς να δεικνύωμεν προς αυτούς, κατά δύναμιν, εκείνο το οποίον αγαπούν αυτοί οι θεοί, να επιμελούμεθα όσον το δυνατόν να το κάμνωμεν, δια να μας δίδουν ζωήν μακροχρόνιον και πολυήμερον. Δεν αγαπούν δε άλλο οι θεοί, ειμή τιμήν, πρώτον μεν από ημάς τους βασιλείς και τους αρχιστρατήγους, έπειτα δε και από τον κοινόν λαόν. Επειδή λοιπόν τιμή των θεών είναι να προσκυνώμεν τα είδωλά των, δια τούτο στέλλω επιστολήν φιλικήν προς υμάς, κύριε Θεόδωρε, ίνα λάβης τον κόπον να έλθης εδώ δια δύο αίτια· ένα μεν να γράψωμεν διαταγάς εις πάσαν πόλιν και χώραν δια ταύτην την υπόθεσιν, άλλο δε να θυσιάσωμεν ημείς πρώτοι προς τους θεούς, ίνα ίδη και ο κοινός λαός την ιδικήν μας αγάπην, την οποίαν έχομεν προς τους θεούς, να αυξάνουν περισσότερον τον πόθον των προς τα είδωλα. Υγίαινε». Αυτήν την επιστολήν έγραψεν ο βασιλεύς και την έστειλε με επιφανείς ανθρώπους προς τον Άγιον. Ο δε Άγιος, ως είδε τους βασιλικούς ανθρώπους, τους εδέχθη και τους ετίμησε, τους έδωκε δωρεάς και τους εφιλοξένησε τρεις ημέρας. Μετά ταύτα οι αποσταλέντες του είπον να υπάγουν προς τον βασιλέα· και αυτός τους έλεγε· «Και του βασιλέως η διαταγή θα γίνη και η ιδική σας, μόνον ευφραίνεσθε και χαίρεσθε». Όταν δε έφθασεν η προσδιωρισμένη ημέρα, κατά την οποίαν τον διέτασσεν ο βασιλεύς να αναχωρήση, εκράτησε τρεις εκ των απεσταλμένων του βασιλέως, τους δε λοιπούς τους έστειλε προς τον βασιλέα με επιστολήν, γράφων ούτω: «Θεόδωρος ο στρατηλάτης Λικινίω τω βασιλεί και αυτοκράτορι Ρωμαίων χαίρειν. Την τιμίαν σου γραφήν εδέχθην, βασιλεύ, και ως έπρεπεν επροσκύνησα αυτήν, είδον δε να μου γράφης να έλθω εκεί· αλλά, πολυχρονεμένε βασιλεύ, δεν είναι τούτο εύκολον εις εμέ κατά το παρόν, διότι εδώ έχει δημιουργηθή μεγάλη αναταραχή από τους Χριστιανούς, οι οποίοι αφήσαντες την πάτριον θρησκείαν, προσκυνούν τον Χριστόν, και κινδυνεύει όλη η Ηράκλεια να επαναστατήση από την βασιλείαν σου· δια τούτο πολύ παρακαλώ την βασιλείαν σου, λάβε μόνος τον κόπον και ελθέ ενταύθα, φέρε δε και τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών, αφ’ ενός μεν ίνα ειρηνεύσης τον κόσμον τούτον, αφ’ ετέρου δε δια να προσφέρωμεν ημείς θυσίαν παρρησία των, ίνα μας ίδωσι και μας μιμηθώσιν. Υγίαινε». Ο βασιλεύς, ως είδε την τοιαύτην γραφήν, εχάρη πολύ, διότι εβεβαιώθη, ως ενόμισεν, ότι ο Άγιος φροντίζει δια τα είδωλα· ο δε Άγιος έγραψε ταύτα δια δύο αιτίας· αφ’ ενός μεν ίνα μαρτυρήση εκεί εις την Ηράκλειαν και αγιάση την πατρίδα του, αφ’ ετέρου δε, δια να στηρίξη με το Μαρτύριόν του τους Χριστιανούς εις την ευσέβειαν. Εσύναξε λοιπόν ο βασιλεύς οκτώ χιλιάδας άνδρας του στρατού του, επήρε και τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών του και ανεχώρησε με χαράν δια την Ηράκλειαν, μη γνωρίζων ποίος ήτο ο σκοπός του Αγίου. Κατ’ εκείνην δε την νύκτα προσευχόμενος ο Άγιος είδεν ως να εχάλασεν η σκέπη του οίκου, εις τον οποίον έμενε και φλόγα μεγάλη ανέβαινε και κατέβαινεν από τον ουρανόν και φωνή ηκούσθη ουρανόθεν λέγουσα· «Θάρρει, Θεόδωρε, διότι εγώ είμαι μετά σου». Όταν δε ήλθεν εις εαυτόν ο Άγιος, εγνώρισεν, ότι δι’ αυτόν ήτο το όραμα και ότι καιρός ήτο να μαρτυρήση. Όταν δε ήκουσε, ότι έρχεται ο βασιλεύς, εισήλθεν εις το δωμάτιόν του εις το οποίον προσηύχετο και εδέετο εις τον Θεόν, μετά δακρύων λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθινού Θεού, συ όστις κατήλθες από τους ουρανούς εις την γην δια να μας δείξης την οδόν και τον τρόπον, πώς να ερχώμεθα και ημείς από την γην εις τον ουρανόν· συ όστις ενεδύθης σάρκα ανθρωπίνην δια να σώσης τον άνθρωπον, συ όστις υπέμεινας σταυρόν και θάνατον δια να δείξης και εις ημάς πώς να υπομένωμεν τον θάνατον δια την αγάπην σου, συ δυνάμωσόν με, συ ενίσχυσόν με, να μαρτυρήσω δια το όνομά σου». Αυτά προσηυχήθη ο Άγιος και αφού ηυτρεπίσθη και ενεδύθη λαμπρώς, ως ήρμοζεν εις στρατηγόν υποδεχόμενον βασιλέα, ιππεύσας εξήλθεν εις προϋπάντησιν αυτού μετά τιμής, ως έπρεπεν. Όταν δε ο Άγιος συνήντησε τον βασιλέα, λέγει προς αυτόν· «Χαίροις βασιλεύ θειότατε και αυτοκράτορ». Ο δε βασιλεύς απεκρίθη· «Χαίροις και συ Θεόδωρε ηλιόρατε και ωραιότατε». Συνομιλούντες δε αμφότεροι εισήλθον εις την πόλιν και ο βασιλεύς εκάθισεν επί θρόνου υψηλού και επηρμένου, επήγε δε και ο Άγιος και εκάθισε πλησίον του βασιλέως προς το δεξιόν μέρος. Τότε ο βασιλεύς ήρχισε να εγκωμιάζη τον τόπον, τον λαόν και τον Άγιον, λέγων· «Αληθώς ο τόπος ούτος Θεού θρόνος είναι άξιος να ονομάζεται και κατ’ αλήθειαν πρέπον είναι άλλον ουρανόν να ονομάζωσι τον τόπον τούτον οι άνθρωποι, επειδή και η πόλις μεγάλη είναι και οι κάτοικοι πολλοί και πιστοί προς τους θεούς· ότι εις άλλην πόλιν δεν τιμώνται τόσον πολύ οι θεοί, ως ενταύθα· αλλ’ ούτε άλλος τόπος είναι καταλληλότερος εις προσκύνησιν των μεγάλων θεών, ως ούτος. Δια τούτο και ο θαυμαστός εκείνος και ανδρείος Ηρακλής, ο υιός του μεγάλου θεού του Διός και της θεάς Αλκμήνης, ηγάπησε τον τόπον τούτον και εις το όνομά του επωνόμασε την πόλιν ταύτην Ηράκλειαν. Κατά αλήθειαν άξιος τόπος είναι προς τιμήν σου, κύριε Θεόδωρε, συ πρέπει να άρχης εις τοιαύτην θαυμαστήν πόλιν· συ είσαι άξιος να κυβερνάς τοσούτον λαόν, διότι είσαι ευσεβής προς τους θεούς, και η αγάπη σου όλη είναι εστραμμένη προς τα είδωλα, διότι νύκτα και ημέραν άλλο δεν φροντίζεις, παρά πώς να αρέσης εις τους θεούς των Ελλήνων. Το λοιπόν δείξον την αγάπην, την οποίαν έχεις προς τους θεούς, τώρα έμπροσθέν μας και θυσίασε εις τους θεούς, να ίδη και ο επίλοιπος λαός, να γνωρίση ότι είσαι φίλος των μεγάλων θεών και του βασιλέως». Ταύτα έλεγεν ο βασιλεύς κολακεύων τον Άγιον· ο δε Άγιος απεκρίθη· «Πολλά τα έτη σου, βασιλεύ, η διαταγή σου να γίνη· πλην, δος μοι κατά την εσπέραν ταύτην τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών των Ελλήνων, τα χρυσά και αργυρά, να θυσιάσω εις αυτά ταύτην και την ερχομένην νύκτα μόνος και όταν διατάξης, να θυσιάσω εις αυτούς και εις το φανερόν». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς εχάρη πολύ και παρευθύς επρόσταξε και έφεραν τα χρυσά και αργυρά είδωλα, τα οποία είχεν· ο δε Άγιος, όταν τα επήρεν, επήγεν εις τον οίκον του και την νύκτα εκείνην τα συνέτριψεν όλα εις μικρά τεμάχια και τα διένειμεν εις τους πτωχούς. Όταν δε παρήλθον δύο ημέραι, προσεκάλεσεν ο βασιλεύς τον Άγιον να εκτελέση εκείνο το οποίον υπεσχέθη. Επήγε λοιπόν ο Άγιος και εκάθισε πάλιν πλησίον του βασιλέως εις το δεξιόν μέρος. Λέγει τότε προς αυτόν ο βασιλεύς· «Σοφώτατε Θεόδωρε, ιδού έφθασεν η ημέρα της θυσίας· ελθέ λοιπόν και θυσίασε εις το φανερόν εις τους θεούς, όπως ίδωσι και οι επίλοιποι άνθρωποι και γίνουν προθυμότεροι προς τους θεούς». Εν ω δε έλεγεν ο βασιλεύς τούτους τους λόγους, εκατόνταρχος τις ονόματι Μαξέντιος ιστάμενος είπε προς τον βασιλέα· «Μα τους μεγάλους θεούς, βασιλεύ, σήμερον ηπατήθη η βασιλεία σου από τούτον τον μιαρόν Θεόδωρον· διότι χθες είδον εγώ την χρυσήν κεφαλήν της θεάς Αρτέμιδος εις χείρας ενός πτωχού· τον ηρώτησα που την εύρε και μου είπεν ότι αυτός ο Θεόδωρος του την εχάρισεν». Ως ήκουσε τούτο ο βασιλεύς, όλος εταράχθη και πολλήν ώραν έμεινεν άφωνος. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Με την δύναμιν του Χριστού μου, βασιλεύ, έπραξα καθώς αληθώς λέγει ο εκατόνταρχος Μαξέντιος, όμως καλώς συνέτριψα αυτούς, επειδή οι θεοί σου ούτε τον εαυτόν των δεν ηδυνήθησαν να βοηθήσουν· πως θα δυνηθούν λοιπόν να βοηθήσουν ημάς»; Ο δε βασιλεύς, ως ήκουσε και την απόκρισιν του Αγίου, έμεινεν άφωνος και έξω του νοός του, εκ της πολλής δε λύπης του έβαλε την δεξιάν χείρα του εις το πρόσωπόν του και πολλήν ώραν έμενε λυπούμενος και λέγων· «Θεόδωρε, αυταί είναι αι αμοιβαί προς τους θεούς; Αυτά εθάρρουν εγώ όταν σε ετίμων; Ούτως ήλπιζον να κάμης συ προς τους θεούς και προς ημάς; Αυτά ανέμενον εγώ και αναχωρήσας από την Νικομήδειαν ήλθον εις τους πόδας σου; Κακή και ανοησία κεφαλή, με τοιούτον δόλον με έκαμες και ήλθον ενταύθα, μιαρώτατε; Όντως της πονηρίας είσαι κατοικητήριον, ασεβέστατε, κατά αλήθειαν υιός της πανουργίας είσαι, παμμίαρε· αλλά, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, δεν θέλω υποφέρει εγώ αυτό, ούτε εις καλόν σου θέλει αποβή το επιχείρημα αυτό, αναιδέστατε». Τότε ο Άγιος απεκρίθη· «Βασιλεύ άγνωστε και μωρότατε, τι θυμώνεσαι τόσον πολύ; Ιδέ και μόνος σου και εννόησον την δύναμιν των θεών σου· εάν αυτοί ήσαν αληθώς θεοί, πως δε ηδυνήθησαν καν να βοηθήσουν τον εαυτόν των; Πως, ότε τους κατέκοπτον, δεν ωργίζοντο; Πως δεν έστειλαν πυρ να με κατακαύσουν; Αλλά δια να είναι μόνον καθαρός χρυσός αι άργυρος συνετρίβησαν με χείρα ανθρώπου· δια τούτο, βασιλεύ, αν και συ μεν οργίζεσαι, αλλ’ εγώ σε περιγελώ δια την αγνωσίαν, την οποίαν έχεις· εάν συ θυμώνεσαι, αλλ’ εγώ θεολογώ· εάν συ λατρεύης ξύλα νεκρά και άψυχα, αλλ’ εγώ λατρεύω τον Χριστόν μου τον ζώντα εις τους αιώνας· εάν συ λυπήσαι, αλλ’ εγώ χαίρομαι εις την απώλειαν των θεών σου». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς όλως ηλλοιώθη και από την κακίαν του ήλλαξε και το πρόσωπόν του· και παρευθύς επρόσταξε να τανύσουν τον Άγιον εις τέσσαρα μέρη και να τον δείρουν με νεύρα ωμά βοών, δίδοντες εις μεν την ράχιν του Αθλητού πληγάς επτακοσίας, εις την κοιλίαν πεντήκοντα, τον δε λαιμόν του Αγίου να κτυπώσι με μολυβδίνας σφαίρας. Είτα ξέουσιν αυτόν και με λαμπάδας καίουσιν. Ύστερον τρίβουσι τας πληγωμένας και κεκαυμένας σάρκας του με τούβλα και κεράμους, και ούτω τον ρίπτουσιν εις την φυλακήν και σφαλίζουσι τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον, αφήνοντες αυτόν νήστιν επτά ημέρας· και όμως ο Άγιος όλα υπέμεινε δια την αγάπην του Χριστού· και παιδευόμενος άλλο δεν έλεγεν, ειμή μόνον «Δόξα σοι, ο Θεός μου». Διήλθε λοιπόν ο Άγιος εκείνας τας επτά ημέρας πεινασμένος και διψασμένος, μόνον δε η Χάρις του Θεού ενεδυνάμωνεν αυτόν. Μετά ταύτα επρόσταξεν ο βασιλεύς και εξέβαλαν τον Άγιον από την φυλακήν, ήρχισε δε πάλιν με κολακείαν να λέγη προς τον Άγιον· «Πολλά τινα συμβαίνουσιν εις τους ανθρώπους, τα οποία ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν, ως και αυτή η υπόθεσις, η οποία ηκολούθησεν εις σε, φίλε μου Θεόδωρε· το μεν πόθεν και διατί ωνείδισες και ητίμασες τους θεούς και πως υπέμεινας τας τόσας παιδεύσεις, δεν δύναμαι να το εννοήσω· θέλω καν τώρα να συνέλθης εις τον νουν σου, να θυσιάσης εις τους μεγάλους θεούς, αυτοί δε ως ελεήμονες όπου είναι θέλουν σε συγχωρήσει ει τι και αν έπταισας προς αυτούς· αλλά και εγώ δια τας τιμωρίας και τας παιδεύσεις, τας οποίας σου έκαμα, θέλω σε ανταμείψει με πλουσίας δωρεάς». Ο Άγιος απεκρίθη· «Δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ το όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού· όχι εάν ήθελες μοι δώσει χαρίσματα, αλλά και αν ήθελες με κατακόψει εις λεπτά τεμάχια, οάλιν δεν ήθελες δυνηθή να με αποξενώσης από τον Χριστόν μου· εάν δε θέλης να πληροφορηθής, ότι αλήθειαν σου λέγω, δοκίμασε δια να βεβαιωθής, ότι δεν είναι καμμία παίδευσις ικανή να με χωρίση της αγάπης του Χριστού μου». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς, διέταξε να στήσουν σταυρόν ορθόν έξω της πόλεως και να σταυρώσουν τον Άγιον. Ωδήγησαν λοιπόν οι στρατιώται τον Άγιον εις τον τόπον του Μαρτυρίου και εκεί εκάρφωσαν τας χείρας και τους πόδας του εις τον σταυρόν. Έπειτα, ω της θηριώδους απανθρωπίας! Επέρασαν εις το παιδογόνον και κρύφιον μέλος του Μάρτυρος περόνην, η οποία έφθασεν ως τα εντόσθιά του. Ίσταντο δε γύρωθεν και παιδία, τα οποία ετόξευον τον Άγιον εις το πρόσωπον. Όθεν από τα βέλη εχύθησαν αι κόραι των οφθαλμών του· άλλοι δε εξέκοψαν και τα σπερμογόνα του μέλη· και όμως ο Άγιος εσταυρωμένος υπέμενε γενναίως και εκ βάθους καρδίας έλεγε· «Κύριε, Κύριε ο Θεός μου, συ προείπες εις εμέ, ότι θα είσαι μετ’ εμού, τώρα δε διατί με εγκατέλειψας; Ιδού έφθασε καιρός βοηθείας· δια τούτο βοήθησόν μοι, διότι και εγώ δια σε πάσχω όλα ταύτα· δια την αγάπην σου παρέδωκα το σώμα μου εις τοιαύτας τιμωρίας· συ λοιπόν, ο Θεός μου, δυνάμωσόν με και παράλαβε την ψυχήν μου απ’ εμού, διότι δεν δύναμαι να υπομένω περισσότερον». Λέγων ταύτα ο Άγιος είδεν υπηρέτην του τινά ονόματι Ούαρον, ότι έκλαιε και έγραφε τα μαρτύριά του και του λέγει με μικράν φωνήν· «Τέκνον μου Ούαρε, να μη αφήσης την εργασίαν σου· υπόμενε, έως ου να γράψης όλον το Μαρτύριόν μου». Ταύτα είπεν ο Μάρτυς και εσιώπησε παντελώς. Επειδή δε ο Άγιος έμεινε την νύκτα εις τον σταυρόν, δια τούτο ενόμισεν ο Λικίνιος, ότι ήδη απέθανεν· ηπατάτο όμως ο μάταιος, διότι κατά το μεσονύκτιον Άγγελος Κυρίου κατέβη εκ των ουρανών και έλυσε τον Άγιον από τον σταυρόν και όλον υγιή εποίησεν, έπειτα τον ησπάσθη και του είπε· «Χαίροις, Θεόδωρε, στρατιώτα του Χριστού· θάρρει και ενδυναμού εν τω ονόματι του Χριστού του αληθινού Θεού· ιδού μετά σου είναι ο Θεός και διατί είπες, ότι σε εγκατέλειψε; Τελείωσον την οδόν του Μαρτυρίου σου και θέλεις έλθει προς τον Κύριον να λάβης τον ητοιμασμένον σοι στέφανον». Ταύτα είπεν ο Άγγελος και παρευθύς έγινεν άφαντος. Ο δε Άγιος, ως είδε τον εαυτόν του λελυμένον, ήρχισε ψάλλων και ευλογών τον Θεόν· έλεγε δε· «Υψώσω σε, Κύριε, ο Θεός μου ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. ρμδ: 1). Και ούτως ευχαριστών τον Θεόν διήλθε την νύκτα εκείνην. Ότε δε εξημέρωσεν, έστειλεν ο Λικίνιος δύο υπηρέτας του, Αντίοχον και Πατρίκιον καλουμένους, δια να σηκώσωσι το σώμα του Αγίου και να το ρίψωσιν εις την θάλασσαν, να μη το πάρουν οι Χριστιανοί και το έχουν δι’ αγιασμόν των. Επήγαν λοιπόν οι απεσταλμένοι και τον μεν σταυρόν εύρον κατά γης, τον δε Άγιον δεν είδον. Λέγει τότε ο Αντίοχος προς τον Πατρίκιον· «Αληθώς λέγουν οι Γαλιλαίοι, ότι ο Χριστός ανεστήθη εκ νεκρών· ιδού ανέστησε και τον δούλον του Θεόδωρον, τον οποίον και έλαβε μαζί του, δια τούτο δεν τον ευρίσκομεν». Ο Πατρίκιος, ως ήκουσε ταύτα, επήγε πλησιέστερον εις τον σταυρόν και βλέπει καθαρώς πλησίον αυτού τον Άγιον λελυμένον, υγιά και ευχαριστούντα τον Θεόν. Τότε, ως είδον το θαύμα τούτο, εβόησαν και οι δύο μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών», προς δε τον Άγιον είπον· «Δεόμεθά σου, Μάρτυς του Χριστού, δέξαι και ημάς, διότι και ημείς Χριστιανοί είμεθα». Όχι δε μόνον οι δύο ούτοι επίστευσαν εις τον Χριστόν κατά την ώραν αυτήν, αλλά και άλλοι ογδοήκοντα πέντε. Ως έμαθε τούτο ο βασιλεύς, έστειλε τον επίτροπον της βασιλείας του, ήτοι τον ανθύπατον Κέστην ονόματι, με τριακοσίους στρατιώτας δια να θανατώσωσι τον Άγιον. Ως δε επήγαν και αυτοί και είδον τον Άγιον ζώντα, επίστευσαν και αυτοί· αλλά και πλήθος ανθρώπων πολύ και άπειρον συνέδραμε την ημέραν εκείνην και επίστευσαν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν. Τότε εις στρατιώτης, Λέανδρος καλούμενος, επήγε και είπε του βασιλέως· «Γίνωσκε, βασιλεύ πολύχρονε, ότι όλος ο λαός της Ηρακλείας άφησαν τα είδωλα και πιστεύουν εις τον λεγόμενον Χριστόν από τας μαγείας του πλάνου Θεοδώρου». Ταύτα ως ήκουσεν ο Λικίνιος και βλέπων, ότι η πόλις ήτο τεταραγμένη, επρόσταξε τον διατεταγμένον επί τούτω στρατιώτην να υπάγη μετ’ άλλων στρατιωτών και να αποκεφαλίσωσι τον Άγιον. Χριστιανοί δε πολλοί εκεί ευρισκόμενοι ημπόδισαν τους στρατιώτας· αλλ’ ο Άγιος μόλις καταπαύσας τους Χριστιανούς είπεν· «Αδελφοί μου Χριστιανοί, μη οργίζεσθε κατά του βασιλέως Λικινίου, διότι αυτός είναι υπηρέτης του πατρός του διαβόλου, εγώ δε πρέπει να υπάγω προς τον ηγαπημένον μου Χριστόν». Λέγων αυτά ο Άγιος έκαμε τον σταυρόν του εις όλον του το σώμα, προς δε τον ταχυγράφον του  Ούαρον είπε· «Τέκνον μου, να μη αμελήσης να γράψης το Μαρτύριόν μου και την ημέραν της τελειώσεώς μου· μετά δε τον θάνατόν μου, να πάρης το σώμα μου να το υπάγης εις τα Ευχάϊτα την πατρίδα μου. Χαίρε λοιπόν και ευφραίνου και πίστευε εις τον Χριστόν».Παρευθύς με τον λόγον τούτον έκυψε την κεφαλήν του και ο στρατιώτης τον απεκεφάλισε. Τότε ευσεβείς Χριστιανοί έλαβον το σώμα του Αγίου και με λαμπάδας και θυμιάματα το επήγαν εις τα Ευχάϊτα και ετέθη εις τον πατρικόν αυτού οίκον, καθώς ο Μάρτυς επρόσταξε περί τούτου τον ταχυγράφον του Ούαρον, ο οποίος ήτο παρών εις το Μαρτύριον και έγραψε τας κατά μέρος ερωτήσεις και αποκρίσεις του Αγίου, ως και τα διάφορα είδη των βασάνων, όσα έλαβε, καθώς και τας παρά Θεού βοηθείας και αντιλήψεις, όσας ηξιώθη. Πολλά δε θαύματα εγένοντο κατά τας ημέρας εκείνας δια πρεσβειών του Αγίου. 

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

O Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος

Τη αυτή ημέρα Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Νεομάρτυρος ΓΕΩΡΓΙΟΥ του εκ χωρίου Αλικιανού της επαρχίας Κυδωνίας Κρήτης καταγομένου, αθλήσαντος δε εν Κρήτη κατά το σωτήριον έτος αωξζ΄ (1867).                   

Γεώργιος ο Άγιος Νεομάρτυς του Χριστού εγεννήθη εν Κρήτη εις την Επαρχίαν Κυδωνίας, χωρίον Αλικιανού, κατά την 24ην Μαϊου 1846 από γονείς ευσεβείς Νικόλαον Ιερέα Διβόλην επονομαζόμενον, όσις ήτο γέννημα και θρέμμα της νήσου Φολεγάνδρου, και Αικατερίναν Μπουζιανοπούλαν, Κρήσσαν το γένος, εκ της άνωθεν επαρχίας Κυδωνίας από την ευγενεστέραν οικογένειαν του ιστορικού και ηρωϊκού χωρίου Θερίσσου, εις το οποίον μετέβη και ο πατήρ αυτού εφημέριος, όπου και ο μακάριος ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, έμαθε δε και ολίγα γράμματα, αλλά τόσον ολίγα, ώστε μόλις ανεγίνωσκεν, αλλ’ εκείνα τα ολίγα τον ωφέλησαν πάρα πολύ, καθώς θα ίδωμεν κατωτέρω. Επειδή δε έμεινεν άτεκνος, μετήρχετο την γεωργικήν. Γεωργών δε όλην την ημέραν και φυτεύων αμπελώνα εκάθητο μετά το δείπνον και ανεγίνωσκε τα Συναξάρια των Αγίων και μάλιστα των Μαρτύρων, τα οποία υπερηγάπα. Τούτο εγίνετο καθ’ εκάστην εσπέραν μέχρι του μεσονυκτίου. Έλεγον δε οι γονείς αυτού προς αυτόν· «Τέκνον μου, πρέπει να κοιμηθής, να ξεκουρασθής, διότι αύριον έχεις εργασίαν». Ο μακάριος έλεγεν εις αυτούς· «Δεν αναπαύομαι ούτε κοιμούμαι ευχάριστα, εάν πρότερον δεν χορτάσω από την θείαν ανάγνωσιν». Κατά δε το τέλος του έτους αωξε΄ (1865), αναγνώσας μεγάλου τινός Μάρτυρος τον Βίον και καταθελχθείς την καρδίαν, εστέναξε βαθέως και είπε μετά κατανύξεως· «Χριστέ μου, αξίωσε και εμέ να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην σου». Ο δε αδελφός αυτού Ιωάννης, αόμματος ων, όστις εκάθητο πάντοτε μετ’ αυτού ακροώμενος, επέπληξεν αυτόν και του είπε· «Τι λέγεις εκεί, αδελφέ μου; Δεν ηξεύρεις ότι δια να γίνη αυτό που είπες πρέπει να εγερθή διωγμός κατά των Χριστιανών; Και συ μεν και άλλοι πολλοί θα δυνηθήτε να υποφέρετε τα μαρτύρια και θα ωφεληθήτε, αλλά πόσοι θα αρνηθούν τον Χριστόν και θα απολεσθούν»; Εις ταύτα ο μακάριος ουδέν απεκρίθη, αλλά στενάξας και πάλιν βαθύτατα είπε· ¨Ναι, Χριστέ μου, αν είναι θέλημά σου, αξίωσέ με να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην σου, όπως και συ έχυσες το αίμα σου δια την ιδικήν μου αγάπην». Ο δε αδελφός αυτού δεν είπεν αυτώ μηδέν πλέον, αλλ’ εφύλαξε τους λόγους τούτους μυστικούς. Ακούσατε δε πως συνέβη να εκπληρωθή η επιθυμία αύτη της καρδίας του. Ως γνωστόν, κατά το έτος αωξστ΄ (1866) ηγέρθη εκείνη η τρομερά επανάστασις εν Κρήτη, εις την οποίαν και αυτός υπηρέτει, κομίζων γράμματα εκ του ενός αρχηγού εις τον άλλον, και όπως αλλέως ηδύνατο. Κατά δε την πέμπτην Φεβρουαρίου, ημέραν Κυριακήν, του έτους αωξζ΄ (1867), ευρέθη εις το χωρίον Φουρνέ της αυτής επαρχίας, εις το οποίον ήσαν πλείστοι επαναστάται, οίτινες, ως λέγουν, επροδόθησαν από τινα Χριστιανόν εις τον εκεί πλησίον ευρισκόμενον πασάν, όστις, αποστείλας πολυάριθμον στρατόν, περιεκύκλωσε το άνωθεν χωρίον και συνέλαβε πλείστους εκ διαφόρων χωρίων της αυτής επαρχίας, μεταξύ των οποίων συνελήφθη και ο μακάριος Γεώργιος· αφ’ ου δε τους συνέλαβον, τους απήγαγον εις τας σκηνάς των. Εκεί δε λαβόντες δύο εξ αυτών εκ του χωρίου Φουρνέ εβασάνιζον αυτούς ανηλεώς δια να μαρτυρήσουν από ποίον χωρίον κατάγεται έκαστος. Και τους μεν κατοίκους των ορεινών χωρίων εκράτησεν ο πασάς, τους δε λοιπούς απέστειλεν εις τα Χανιά προς τον Μουσταφά πασάν, όστις παρακληθείς από τον φίλον του Ιωάννην Τσαπάκην ή Γιάννακαν απέστειλεν επιστολήν εις τον συλλαβόντα αυτούς πασάν δια να απολύση όσους εκράτησεν. Αλλ’ αυτός προνοήσας τούτο διέταξε τον σκοπόν να κρατήση τον γραμματοκομιστήν μέχρις ότου εκτελάση τον αιμοβόρον αυτού σκοπόν, διότι την νύκτα της Κυριακής προς την Δευτέραν κατέκοψεν αυτούς. Επειδή δεν τους εφόνευεν απλώς, αλλ’ έκοπτε πρώτον τα ώτα, την μύτην, την γλώσσαν, τας χείρας, τους πόδας, τα απόκρυφα μέλη, εξώρυσσε τους οφθαλμούς και τελευταίον έκοπτε την κεφαλήν. Τούτο δε το τέλος έλαβον όλοι αδιακρίτως. Αφ’ ου δε ήλθε και η σειρά του μακαρίου Γεωργίου, λαβών αυτόν εις αξιωματικός, εκ του άνωθεν χωρίου Αλικιανού, Μουλατζιμπαχρής ονομαζόμενος, όστις εγνώριζεν αυτόν παιδιόθεν, είπεν εις αυτόν· «Έλα, μωρέ Γιωργάκη, να κάμης μια δουλειά όπου θα σου ειπώ, δια να γλυτώσης την ζωήν σου, εάν θέλης, διότι σε γνωρίζω και σε λυπάμαι να αποθάνης». Ο δε είπεν εις αυτόν· «Τι δουλειά είναι αυτή, Μπαχρή Αγά»; Αυτός δε του απεκρίθη· «Να γίνης Τούρκος». Τότε ο μακάριος εγέλασε και του λέγει· «Μη γένοιτο να αλλάξω την πίστιν μου, όχι μόνον αν μου χαρίσετε την ζωήν, αλλά και όλον τον κόσμον». Τότε πάλιν του λέγει· «Εγώ ήθελα να σου κάμω αυτό το καλό, διότι, ότε ήμουν μικρός ακόμη, ενθυμούμαι ότι έσπασε το πόδι του ο αδελφός μου Αρίφ και του το εθεράπευσεν ο πατέρας σου. Αλλά αφού δεν δέχεσαι την συμβουλήν μου, με άλλον τρόπον δεν δύναμαι να σε σώσω και ας είναι η αμαρτία του θανάτου σου ιδική σου και εις τον λαιμόν σου. Αλλ’ αφ’ ου δεν λυπάσαι την ζωήν σου, δεν λυπάσαι τουλάχιστον τους γονείς σου, ή καν την αδελφήν σου και τον τυφλόν αδελφόν σου, οι οποίοι θα μείνουν απροστάτευτοι; Επειδή ο πατήρ σου είναι γέρων και άμα συ αποθάνης με τοιούτον σκληρόν θάνατον, αφεύκτως θα αποθάνη και αυτός από την λύπην του». Τότε ο ευλογημένος Γεώργιος απεκρίθη προς αυτόν μετά θάρρους· «Αν είναι καλό αυτό όπου θέλεις να μου κάνης, έχε το δια τον εαυτόν σου, και εγώ δεν γίνομαι Τούρκος, αλλά Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω. Μάθε δε προς πλειοτέραν βεβαίωσιν της σταθερότητός μου, ότι προ πολλού επεθύμησα το Μαρτύριον και εζήτησα από τον Χριστόν μου να με αξιώση να το απολαύσω. Και τώρα – ας είναι δοξασμένος όπου με ηξίωσε του ποθουμένου – να φανώ τόσον άφρων, να καταφρονήσω της θείας του δωρεάς; Μη γένοιτο να πράξω το τοιούτον ουδέποτε, και τώρα μάλιστα αν θέλης να σου ειπώ, και τούτο δια το καλόν της ψυχής σου, συ έπρεπε να γίνης Χριστιανός όπου είσαι γεννημένος από μητέρα Χριστιανήν και ηξεύρεις από αυτήν πολύ καλά τα της αγίας ημών πίστεως, δια δε τους γονείς, τον αδελφόν και την αδελφήν μου μη σε μέλει, διότι, ίσα – ίσα, άμα αποθάνω δια την αγάπην του Χριστού μου, θα έχω παρρησίαν εις αυτόν και θα τους προστατεύσω χιλιάκις περισσότερον και καλλίτερον». Ταύτα και άλλα πολλά τοιαύτα ακούσας ο Μπαχρής και αισχυνθείς και απελπισθείς άμα αφήκεν αυτόν. Τότε παραλαβών τον Άγιον κατ’ ιδίαν εις Χριστιανός αξιωματικός, Χατζηεμμανουήλ Φουγλανάκης ονομαζόμενος, λέγει εις αυτόν· «Βρε Γιωργάκη, κάνε αυτό που σου λέγει ο Μπαχρής Αγάς, δια να τον απατήσης, να γλυτώσης την ζωή σου, και όταν υπάγης εις το σπίτι σου, πάλιν είσαι Χριστιανός και ο Θεός σε συγχωρεί, διότι βλέπει την ανάγκην». Τότε λέγει εις αυτόν ο Γεώργιος· «Δεν φοβείσαι τον Θεόν, Καπετάν Μανώλη, να μου λέγης αυτά τα διαβολικά λόγια; Αν και δεν τα λέγης από κακία, αλλ’ από πλάνην, δεν ηξεύρεις τι λέγει το Ευαγγέλιον δια τας τοιαύτας περιστάσεις; Άκουσε τι λέγει ο Χριστός· «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς. Όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς» (Ματθ. ι: 32). Λοιπόν, εάν πράξω αυτό που μου λέγεις, πρέπει ύστερα να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην του Χριστού, όπως αποπλύνω την άρνησιν και μάλιστα εάν πράξω αυτό τώρα, εξ άπαντος θα με οργισθή ο Χριστός και θα με καταστρέψη ως καταφρονητήν της μεγάλης του ταύτης προς εμέ Χάριτος, την οποίαν μοι έδωσε καθώς του εζήτησα. Λοιπόν ας μην έχη ελπίδα ουδεμίαν ο Μπαχρής Αγάς, ότι θα γίνη το θέλημά του». Τότε παραλαβόντες αυτόν οι στρατιώται τον έφεραν πάλιν εις τον Μπαχρήν, όστις και πάλιν του λέγει· «Αι, τι απεφάσισες»; Ο δε μακάριος Γεώργιος του λέγει με μεγάλην χαράν και με πολύ θάρρος· «Ό,τι σου είπα και πριν, αυτό σου λέγω και τώρα και αυτό θα λέγω και μέχρι τελευταίας μου αναπνοής. Δηλαδή ότι Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Δεν αρνούμαι τον Χριστόν μου, δεν γίνομαι Τούρκος, δεν αφήνω την υπέρλαμπρον πίστιν μου δια να πιστεύσω εις την ζωωδεστάτην και σκοτεινοτάτην ιδικήν σας σατανικήν πλάνην». Απελπισθείς τότε παντελώς ο Μπαχρής παρέδωκε τον Άγιον εις τους δημίους, οι οποίοι τον παρεκίνουν να πίη ρούμι μίαν φιάλην, αλλ’ αυτός εγέλασε και τους λέγει· «Σας ευχαριστώ, δεν θέλω ρούμι να πιώ, διότι έχω να βαδίσω μεγάλον δρόμον και πρέπει να έχω σώας τας φρένας». Τότε ήρχισαν να τον κακοποιούν, καθώς και τους άλλους. Αλλ’ εν ω αυτού κακοποιουμένου έκλαιον και εθρήνουν οι Χριστιανοί ο εις την ζωήν του, ο άλλος την γυναίκα του και τα τέκνα του, αυτός ο ευλογημένος ίστατο ως λίθος πελεκημένος και ουχί μόνον δεν εφώναζεν, αλλ’ ουδέ ποσώς εδάκρυζεν ή εστέναζεν, αλλά έχαιρεν ως να εστέκετο γαμβρός, εν ώρα στέψεως, και εδόξαζε και ηυχαρίστει τον Θεόν, ότι τον ηξίωσε να έλθη εις τοιαύτην πανευφρόσυνον ώραν, γελών δε ηυχαρίστει και τους δημίους λέγων εις αυτούς· «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, διότι μου επροξενήσατε μεγάλην δόξαν και χαράν με αυτούς τους ολίγους πόνους και σας παρακαλώ να με κάμετε περισσότερα κομμάτια από τους άλλους, διότι όσον περισσότερον με βασανίσετε, τόσον περισσότερον θα με δοξάση ο Χριστός μου εις τους ουρανούς». Αφού λοιπόν έκοψαν τας χείρας, τα ώτα, την ρίνα, τα απόκρυφα μέλη, την γλώσσαν και τους πόδας του Μάρτυρος, εξώρυξαν τους οφθαλμούς, έκοψαν τελευταίον και την τιμίαν αυτού κεφαλήν και ούτως έλαβε το μακάριον τέλος του Μαρτυρίου ως επόθει και ανέβη στεφανηφόρος εις τα ουράνια, ίνα λάβη εντελώς τα βραβεία της λαμπράς νίκης, ομολογίας και σταθεράς αθλήσεως παρά Χριστού του Θεού και αγωνοθέτου. Το δε τίμιον αυτού και άγιον λείψανον ενώσαντες οι Αγαρηνοί μετά των λειψάνων των προ αυτού φονευθέντων Χριστιανών, ως είπομεν ανωτέρω, έρριψαν αυτά εις τόπον απόκρυφον και άγνωστον μέχρι σήμερον. Τούτο είναι, αδελφοί Χριστιανοί, το Μαρτύριον του Αγίου τούτου νέου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Κρητός και ας μη διστάση και ας μη αμφιβάλλη ουδείς, διότι εγράφη πιστώς και ακριβώς όπως το διηγούνται μεγαλοφώνως οι ανωτέρω αυτόπται και αυτήκοοι αξιόπιστοι μάρτυρες. Ταύτα δε κατορθώνει η πίστις εις την ψυχήν εκείνων, οι οποίοι θα προσκολληθώσιν εις αυτήν και δια τελείας αγάπης ενωθώσι μετά του Χριστού. Τα πάντα ούτοι θυσιάζουν και αυτήν την ζωήν των υπέρ της ομολογίας του αγαπημένου Χριστού, ελπίζοντες ότι θα τύχωσιν αιωνίου μακαριότητος, ης είθε να τύχωσι πάντες οι Χριστιανοί. Αμήν.