Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017

Τη ΙΔ΄ (14η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ του εν τω όρει.

Αυξέντιος ο Όσιος Πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού του κατά τα έτη υη΄ - υν΄ (408 – 450) βασιλεύσαντος, καταγόμενος μεν εκ της Ανατολής, Σχολάριος δε ων το αξίωμα. Γενόμενος Μοναχός, ανέβη εις το όρος, όπερ κείται αντικρύ της Οξείας, μικράς νήσου πλησίον της Χάλκης και των άλλων νήσων, αι οποίαι κείνται παρά την Κωνσταντινούπολιν. Ήτο δε ο Όσιος ούτος εις την άσκησιν καρτερικώτατος και εις την πίστιν ορθοδοξότατος, διότι την μεν κακοδοξίαν του Νεστορίου και του Ευτυχούς σφοδρώς ήλεγξεν, απεδέχθη δε την εν Χαλκηδόνι Αγίαν και Οικουμενικήν τετάρτην Σύνοδον. Ο αοίδιμος ούτος ηξιώθη παρά Θεού και της των θαυμάτων ενεργείας και Χάριτος, ήτο δε κατά την θεωρίαν του προσώπου κατηγλαϊσμένος και υπό της φύσεως και υπό της Χάριτος· όθεν, δι’ όλα αυτά τα προτερήματά του, ήτο σεβαστός και παρ’ αυτών των βασιλέων και ηξιούτο πολλής τιμής. Ακούσατε όμως τον κατά πλάτος Βίον αυτού, τον οποίον δια πρώτην φοράν παραθέτομεν ενταύθα μεταφρασμένον εις την απλήν Ελληνικήν χάριν της των πολλών ωφελείας. Θεοδόσιος Β΄ ο λεγόμενος Μικρός ευρίσκετο εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως από τριάκοντα πέντε ήδη ετών, και κατά την ιδίαν εποχήν ο Μέγας Αυξέντιος διέλαμπεν από το φως της ευσεβείας και ελαμπρύνετο από πάσαν σεμνότητα του αληθούς χριστιανικού βίου. Τόπος της καταγωγής του, όπως και του μακαρίου Ιώβ, ήτο η Ανατολή. Ήτο δε ισχυρός κατά την δύναμιν του σώματος, ευπρεπής κατά το ήθος, επιεικής προς τους άλλους και συγκαταβατικός, αφωσιωμένος πάντοτε εις την νηστείαν και εις τας προς τον Θεόν προσευχάς και δεήσεις. Δι’ αυτών εκαθάριζε την ψυχήν και το σώμα, και εις μεν την ψυχήν παρεχώρει τα πρωτεία και την κυριαρχίαν επί του σώματος, το δε σώμα ηνάγκαζε να υπηρετή την ψυχήν και να υποτάσσεται εις τα θελήματα εκείνης. Δι’ αυτού του τρόπου απένεμεν εις αμφότερα, την ψυχήν δηλαδή και το σώμα, τα ωφέλιμα και σωτήρια, υποτάσσων εις τον ηγεμόνα νουν τας αισθήσεις. Διαπρέπων λοιπόν εις τους πνευματικούς αυτούς αγώνας ο Μέγας Αυξέντιος, καίτοι ακόμη διαμένων εις την βασιλεύουσαν των πόλεων, ήτοι την Κωνσταντινούπολιν, δεν παρέλειπεν εν τούτοις να συναναστρέφηται τους περιβοήτους δια την αρετήν και την άσκησίν των Πατέρας της εποχής του, και εξετέλει μεν όσα ήρμοζον δια την υπακοήν προς τον επίγειον βασιλέα, τον οποίον υπηρέτει, δεν παρέλειπεν όμως και όσα θα τον έφερον πλησιέστερον προς τον Χριστόν τον πάντων Βασιλέα. Ένεκα τούτου λοιπόν συνανεστρέφετο και άλλους φιλαρέτους άνδρας, τους Μαρκιανόν, Άνθιμον και Σίτταν, άνδρας κατά πάντα θεοφιλείς και χρηστούς, αλλά και προς τινα Μοναχόν, Ιωάννην καλούμενον, συνεχώς μετέβαινεν, τον οποίον η αρετή του εκήρυττε μέγαν προς όλους, όστις κατ’ ακείνον τον καιρόν διέμενεν επί τινος στύλου ευρισκομένου παρά το Έβδομον. Παρά τούτου εξεπαιδεύθη εις τον φιλάρετον βίον ο Όσιος, όστις και προ τούτου, ίνα εκτελή πάσας τας εντολάς του Θεού, τον περισσότερον χρόνον διέμενεν εις το πλησίον της θαλάσσης Ναόν της Αγίας Ειρήνης, μετά των εναρέτων ανδρών, τους οποίους ήδη ανεφέραμεν, επιδιδόμενος εις προσευχάς και ολονυκτίους δεήσεις και τηρών πιστώς τας νηστείας και πάσαν άλλην εγκράτειαν, έχων όμως και πάντοτε εις τους οφθαλμούς τα δάκρυα από την πολλήν του κατάνυξιν. Κατά μίαν λοιπόν από τας ολονυκτίους δεήσεις του, καταληφθείς από ακράτητον δίψαν, εζήτησεν από ένα των υπηρετών του Ναού ολίγον εύκρατον δια να πίη. Ο δε υπηρέτης, απελθών προς τον οικονόμον του Ναού, όστις εφρόντιζε δι’ αυτό, και λαβών την άδειαν να αναμίξη ολίγον οίνον με θερμόν ύδωρ, τον φέρει εις τον Μέγαν Αυξέντιον. Εκείνος δε, αφού έπιεν ολίγον και παρηγόρησε μετρίως την δίψαν, η οποία τον εβασάνιζεν, έδωσε το υπόλοιπον εις τον φίλον του Μαρκιανόν, ο οποίος το εζήτησεν. Εκείνος δε, αφού το έλαβε και το επλησίασεν εις το στόμα του και αντελήφθη, ότι εκείνο το οποίον έπινεν ήτο οίνος, κατελήφθη από αγανάκτησιν, διότι, παρά την συνήθειάν του, έπιεν οίνον. Τότε ο θείος Αυξέντιος του λέγει· «Μη αγανακτής δια τας δωρεάς του Θεού· ημείς μεν βεβαίως εζητήσαμεν ύδωρ, ο δε Θεός μας έστειλεν οίνον προς πόσιν· δια τούτο δικαιότερον είναι να τον ευχαριστήσωμεν, παρά να αγανακτήσωμεν». Δια του τρόπου τούτου ο μεν Μαρκιανός, χωρίς να το αντιληφθή, περιέπεσεν ουχί ορθώς εις επίδειξιν της εγκρατείας, την οποίαν ετήρει, ο δε Αυξέντιος καλώς κατεπάτησε την εξ ανθρώπων προερχομένην δόξαν. Άλλοτε πάλιν, κατά μίαν των συνάξεων, προσήλθε κάποιος προς τον μακάριον Αυξέντιον και εζήτει ιμάτιον δια να ενδυθή, διότι ήτο γυμνός. Τούτο δε το έκαμεν όχι από ανέχειαν, αλλά μάλλον από απληστίαν, διότι, ενώ είχε, προσεποιείτο τον μη έχοντα. Τότε εκείνος του είπεν· «Αδελφέ, εάν μου δώση ο Θεός, θα σου δώσω και εγώ, διότι εκτός από αυτό που φορώ, δεν έχω τίποτε άλλο». Αυτά δε είπε, διότι συνήθιζε να μοιράζη εις τους πτωχούς ό,τι και αν είχε, μένων ο ίδιος με ένα μόνον ένδυμα πάντοτε. Επειδή όμως ο άνθρωπος εκείνος εξηκολούθησε να ζητή επιμόνως ένδυμα, ο ευλογημένος Αυξέντιος, αφού έβγαλε εκείνο το οποίον εφόρει, το έδωσε εις αυτόν. Μετ’ ολίγον, ελθών μετά των φίλων του προς τον θείον Ιωάννην εις το Έβδομον, όπως συνήθιζε, βλέπει εκεί πλησίον εκείνον ο οποίος επήρε το ιμάτιόν του, στενοχωρημένον και δακρυσμένον. Αφού λοιπόν έγινεν η συνήθης ευχή, λέγει προς αυτούς ο μακάριος Ιωάννης· «Καταρασθήτε, αδελφοί, εκείνον ο οποίος έκλεψε του πτωχού αυτού ανθρώπου τα ρούχα και τον άφησε γυμνόν». Ο δε θείος Αυξέντιος απήντησε χαριέντως· «Μάλλον πρέπει να ευλογήσης, Πάτερ, εκείνον ο οποίος έκαμε την πράξιν αυτήν». Επειδή δε ο Ιωάννης ηπόρησεν εις τους λόγους τούτους, ο Αυξέντιος, στραφείς προς τον δήθεν πτωχόν, του λέγει· «Δι’ όνομα του Θεού, αδελφέ, πόσα ενδύματα είχες»; Τότε αυτός λέγει· «Οκτώ, μαζί με εκείνο το οποίον μου έδωσες». Τότε λέγει ο θείος Αυξέντιος· «Αφού δεν σου έφθαναν τα επτά που είχες, αλλά και το ένα και μοναδικόν, το οποίον είχα, επέμενες να το πάρης, δικαίως τα έχασες όλα». Με αυτόν τον τρόπον και αφού με καλωσύνην ήλεγξε την πλεονεξίαν του ο δίκαιος, τον απέλυσεν. Μίαν ημέραν, μεταβαίνων εις το παλάτιον, βλέπει κάποιον, τον οποίον οι στρατιώται έσυρον βιαίως και τον ωδήγουν εις την φυλακήν. Πλησιάσας λοιπόν τους στρατιώτας και μεταχειρισθείς επιμόνους παρακλήσεις και χύσας άφθονα και θερμά δάκρυα, κατώρθωσε να τον ελευθερώση. Όσα δε έπραξεν ο Μέγας δια πολλά των εργαστηρίων και πως παραδόξως απέδειξεν ευπόρους τους ιδιοκτήτας των, οι οποίοι δεν ημπορούσαν να πωλήσουν τα πράγματα, τα οποία είχον εις αυτά, και είχον περιέλθει εις πολύ δύσκολον θέσιν, διαμείνας εις εν εξ αυτών επί τρεις ημέρας και εργασθείς με ημερομίσθιον, είναι σαφέστατα δείγματα της άκρας συμπαθείας και ελεημοσύνης του. Διότι την μεν λύπην των εμπόρων κατέπαυσε, τους δε εννέα οβολούς, τους οποίους έλαβεν ως μισθόν, τους εμοίρασε με μεγαλοψυχίαν εις τους πτωχούς. Δια τούτων έδειξεν εις όλους πόσον ήτο αξιοθαύμαστος αλλά και αληθής φίλος του Θεού, πράγμα το οποίον θα αποδείξη καλύτερον το τερατούργημα, το οποίον πρόκειται να διηγηθώμεν. Γυνή τις, η οποία κατείχετο από πονηρόν πνεύμα, συνήντησε κάποτε τον Μέγαν Αυξέντιον, όταν επέστρεφεν εκ του παλατίου, έχουσα ακάλυπτον την κεφαλήν, σύρουσα τας τρίχας της και φωνάζουσα με μεγάλην φωνήν· «Ω βία, από τον εχθρόν ημών Αυξέντιον! Είκοσι τώρα χρόνους κατοικώ εις αυτήν την γυναίκα και τώρα εκδιώκομαι βιαίως υπ’ αυτού». Τότε ο Μέγας εβίασε τον ίππον, επί του οποίου εκάθητο, δια να την προσπεράση, ώστε να μη γίνη γνωστή εις κανένα η θεία Χάρις, η οποία κατώκει εις αυτόν. Η γυνή όμως ηκολούθει με μεγάλας κραυγάς, μάλλον δε το πονηρόν πνεύμα, το οποίον διέμενεν εις αυτήν, μαστιζόμενον αοράτως από την θείαν Χάριν, έλεγεν· «Ιδού, εξέρχομαι, εάν μόνον με διατάξη αυτός». Εμαζεύθη δε γύρω από αυτόν πολύ πλήθος, ώστε αφού με δάκρυα και στεναγμούς παρεκάλεσεν ο μακάριος τον Θεόν, ευθύς απήλλαξε την γυναίκα από τον δαίμονα. Εξίσταντο λοιπόν όλοι θαυμάζοντες και δοξάζοντες τον Θεόν, ο οποίος τοιαύτην εξουσίαν έδωκεν εις τον δούλον του κατά των ακαθάρτων πνευμάτων. Τοιαύτα θαύματα ετέλει ο Μέγας Αυξέντιος, όταν ακόμη συνανεστρέφετο εις τον κόσμον. Κατόπιν, επειδή αντελήφθη ότι έγινε γνωστός εις όλους και θέλων να αποφύγη την δόξαν των ανθρώπων, επειδή εξ άλλου προείδε δια των ψυχικών οφθαλμών του την μέλλουσαν να συνταράξη την Αγίαν του Θεού Εκκλησίαν παράνομον αίρεσιν του δυσσεβούς Νεστορίου και του καταπτύστου και πραγματικώς δυστυχούς Ευτυχούς, αφού απηρνήθη τον κόσμον και τας βασιλικάς αυλάς και εγκατέλειψε το πλήθος των φίλων, τους οποίους είχε, τρέπεται προς τον μοναχικόν βίον. Αφού λοιπόν έφθασεν εις τα ερημικώτερα μέρη της Βιθυνίας και ανέβη εις την πλαγιάν του όρους, το οποίον καλείται Οξεία και το οποίον απέχει δέκα μίλια από την Χαλκηδόνα, διέμενεν εις κάποιαν πέτραν. Και μετ’ ολίγον ανέβησαν εκεί μερικά παιδία, τα οποία έκλαιον με πικρά δάκρυα, διότι έχασαν τα ζώα των, και όταν είδον τον δίκαιον εφοβήθησαν· διότι ήτο ενδεδυμένος με τρίχας και δέρματα, μιμούμενος τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Ο δε Αυξέντιος λέγει εις αυτά με ήσυχον φωνήν· «Μη φοβείσθε, τέκνα μου· πηγαίνετε προς την αριστεράν πλευράν του βουνού και θα εύρητε τα ζώα σας». Όταν δε τα παιδία επήγαν και τα ευρήκαν, εφανέρωσαν εις τους γονείς των και άλλους γείτονας τα κατά τον Μέγαν Αυξέντιον. Εκείνοι δε, αφού ανέβησαν αμέσως εις το όρος, τον παρεκάλουν να προσευχηθή εις τον Θεόν υπέρ αυτών, και προς χάριν του έκτισαν μικρόν κελλίον πλησίον εις την κορυφήν του όρους. Έξω δε από το κελλίον έκτισαν άλλο μικρότερον, όσον ένα κλουβί, μέσα εις το οποίον και έκλεισε τον εαυτόν του, ψάλλων τα του Ψαλμού· «Εγενήθην ωσεί στρουθίον μονάζον επί δώματι» (Ψαλμ. ρα: 8). Καθ’ ημέραν λοιπόν ανήρχοντο πολλοί προς αυτόν και ελάμβανον μεγάλην ωφέλειαν. Επειδή δε η φήμη εκήρυττε τούτον μέγαν και εις τους πλησίον και εις τους μακράν ευρισκομένους, γυνή τις από την Νικομήδειαν, από τας επισήμους και πλουσίας, τυφλωθείσα και κατά τους δύο οφθαλμούς, αναβαίνει προς το όρος οδηγουμένη υπό χειραγωγού και τον παρεκάλει να την ευλογήση δια να εύρη την θεραπείαν της. Ο δε μακάριος, αφού παρήγγειλεν εις όλους τους εκεί παρόντας να προσευχηθούν υπέρ αυτής εις τον Θεόν και αφού, μετά την προσευχήν, ήγγισε με τας χείρας του τους οφθαλμούς της γυναικός, είπεν· «ο Χριστός, το φως το αληθινόν, να σε θεραπεύση, ω γύναι». Και ευθύς με τον λόγον του Αγίου εκείνη ανέβλεψε. Το γεγονός τούτο έγινε δια τον Μέγαν Αυξέντιον η αρχή των θαυμάτων εις το όρος της Οξείας. Από δε τους ενοχλουμένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων συνέτρεχον εκεί πλήθος μεγάλον, και από τους εντοπίους και από τους ξένους, και πολλοί δι’ αυτού ηλευθερώνοντο από την επήρειαν των δαιμόνων. Ήτο δε τότε ο δέκατος χρόνος κατά τον οποίον ο Μέγας Αυξέντιος ησκήτευεν εις το όρος εκείνο. Κάποτε επρόκειτο να αναβή προς αυτόν χάριν ωφελείας κάποιος εκ των φίλων και συστρατιωτών του, ο οποίος έκαμνε τούτο πολύ συχνά. Εκάλεσε λοιπόν και ένα άλλον εκ των συστρατιωτών του να αναβή μαζί του εις το όρος προς τον Μέγαν Αυξέντιον. Εκείνος όμως, επειδή ήτο άπιστος, απεκάλει τον Όσιον πλάνον και απατεώνα, ο οποίος επλήρωνεν εις πολλούς πτωχούς τρεις ή και εξ οβολούς, δια να υποκρίνωνται τους δαιμονιζομένους και να εξαπατά ούτω τους ανθρώπους ότι κάμνει θαύματα. Αφού όμως ο χρηστός εκείνος άνθρωπος έπεισε και τούτον τον άπιστον να ανέλθη εις το όρος, ο Μέγας Αυξέντιος προς τον πρώτον μεν ωμίλησε με ιλαρότητα και με τους λόγους του τον ωφέλησε, προς εκείνον δε τον άπιστον ούτε μικρόν λόγον δεν είπεν. Όθεν, όταν κατέβαινον από το όρος, πάλιν εκείνος κατηγόρει τον δίκαιον, ότι όλα αυτά τα έκαμνε χάριν επιδείξεως και όχι από την αρετήν του. Όταν δε επλησίασαν εις την Χαλκηδόνα, ιδού έφθασεν ο δούλος του απίστου εκείνου και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς του εφανέρωσεν ότι η θυγάτηρ του εδαιμονίσθη. Τότε εκείνος, ως να ήτο αλιεύς, ο οποίος εδέχθη εξαφνικόν κτύπημα, ήλθεν αμέσως εις τον νουν του και με μεγάλην φωνήν ανέκραξεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άπιστον»! Τότε είπε προς αυτόν ο θεοφιλής εκείνος άνθρωπος την φράσιν που αναφέρει και το Ιερόν Ευαγγέλιον· «Μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και η θυγάτηρ σου θα σωθή». Ευθύς λοιπόν επορεύθησαν εις την πόλιν και αφού παρέλαβον την κόρην δεδεμένην με σχοινία, ανέβησαν πάλιν εις το όρος προς τον Όσιον, ο οποίος μόλις είδε την κόρην να βασανίζεται σκληρώς υπό του δαίμονος είπεν· «Δια τρεις ή εξ οβολούς πάσχει αυτά η κόρη»; Δια ποίον λόγον είπεν αυτά ο Όσιος; Δια να δείξη εις τον πατέρα της κόρης, ότι εκείνα τα οποία είπεν ούτος εναντίον του Οσίου ένεκα της απιστίας του, απεκαλύφθησαν καθαρά εις αυτόν υπό του Αγίου Πνεύματος. Όταν δε ο άπιστος αυτός εζήτησε με θερμά δάκρυα συγχώρησιν, ο μακάριος Αυξέντιος όχι μόνον συγχώρησιν του έδωσεν, αλλά και το πολύ μεγαλύτερον έκαμεν· ηλευθέρωσεν από το πονηρόν πνεύμα την θυγατέρα του και απέστειλε και τους δύο εις τον οίκον των χαίροντας, αφού συνεβούλευσεν αυτούς να μη δεικνύουν απιστίαν εις τα σημεία και τέρατα, τα οποία εκτελεί καθημερινώς ο Θεός δια των δούλων αυτού. Αλλά ποία θάλασσα δύναται να δεχθή το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία έκτοτε επετέλεσεν ο Όσιος; Διότι δεν υπήρχε κανείς, ο οποίος ενοχλούμενος από πάθος τι ή από κάποιαν ασθένειαν ή από πονηρόν πνεύμα, και ο οποίος, ερχόμενος προς τον Όσιον, δεν απηλλάσσετο αμέσως από ό,τι και αν υπέφερε. Διότι λεπροί, χριώμενοι υπ’ εκείνου μόνον με έλαιον και λαμβάνοντες ευχήν, τελείως εκαθαρίζοντο. Οι παράλυτοι κατά το σώμα συνεσφίγγοντο ταχύτερον από τους λόγους του Οσίου. Τους δε δαιμονιζομένους, όσοι ηλευθερώθησαν από τα πονηρά πνεύματα, δεν είναι δυνατόν ουδέ ατελώς να αναφέρωμεν. Και δια να είπωμεν εν συντομία, δεν υπάρχει πόλις ή χώρα ούτε λιμήν τις εκ των πλησίον ή μακράν ευρισκομένων, εις τον οποίον να μη έγιναν γνωστά τα θαύματα του μακαρίου Αυξεντίου ή μάλλον δεν υπήρξε περίπτωσις, κατά την οποίαν να μη έλαβον την θεραπείαν οι κάτοικοι αυτών οι δεινώς πάσχοντες εκ δαιμόνων ή οι πάσχοντες από οιανδήποτε άλλην σωματικήν νόσον, επικαλεσθέντες τον Άγιον. Αλλά δίκαιον είναι να αναφέρωμεν ενταύθα συντόμως και τους αγώνας και τους κόπους αυτού υπέρ της ευσεβούς πίστεως. Αφού ο φιλόχριστος βασιλεύς Θεοδόσιος απέθανε και διεδέχθη τούτον εις την βασιλείαν ο ευσεβής Μαρκιανός, δια διαταγών αυτού και θείων θεσπισμάτων συνεκροτήθη η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος των θείων Πατέρων κατά της αιρέσεως των Νεστορίου και Ευτυχούς, της ρυπαράς και μισοχρίστου δυάδος. Όταν λοιπόν όλοι συνήλθον επί το αυτό, και ο βασιλεύς και ο χορός των θείων Αρχιερέων τότε παρήγγειλαν να συνέλθη μετ’ αυτών και ο μακάριος Αυξέντιος δια την υπέρ της ευσεβείας συζήτησιν και την ακριβή κατανόησιν των ορθών δογμάτων. Εκείνος δε, από την υπερβολικήν μετριοφροσύνην του, απήντησε προς την Σύνοδον ότι δεν είναι έργον των Μοναχών να διδάσκουν αλλά μάλλον να διδάσκωνται, η δε διδασκαλία είναι έργον των Αρχιερέων. Πέμψας όμως ο βασιλεύς απεσταλμένους παρήγγειλε να τον φέρουν έστω και δια της βίας εις την Σύνοδον, εάν δεν θέλη να έλθη μόνος του. Οι δε απεσταλμένοι, επειδή ο Όσιος δεν υπήκουεν εις αυτούς δια την μετριοφροσύνην του, όπως είπομεν, και διότι απέφευγε την δόξαν των ανθρώπων, ήρχισαν να σκέπτωνται μήπως ο μακάριος Αυξέντιος δεν εφρόνει ορθώς περί την ορθήν πίστιν και προσεπάθουν δια της βίας να καταβιβάσουν τούτον από τον κλωβόν του. Τίποτε όμως δε κατώρθωνον, αν και εκάλεσαν τεχνίτας δια να κρημνίσουν τον κλωβόν. Τότε ο Μέγας Αυξέντιος είπε προς τους απεσταλμένους· «Εάν δεν επινεύση ο Θεός άνωθεν, δεν πρόκειται να ανοιχθή ο κλωβός». Γνωρίσας λοιπόν ότι και ο βασιλεύς και οι απεσταλμένοι εβιάζοντο δια την ευσέβειαν και ότι η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος είχε συγκροτηθή κατά Νεστορίου και Ευτυχούς, των προδρόμων του Αντιχρίστου, διέταξε τους τεχνίτας να αφαιρέσουν τας σανίδας από την θυρίδα του κλωβού και αφού με τον τρόπον αυτόν ευκόλως ήνοιξαν, τον εβοήθησαν να εξέλθη και τον επεβίβασαν εις μίαν άμαξαν, επειδή δεν ηδύνατο να αναβή εις υποζύγιον. Διότι όλον το σώμα είχε καταπεπονημένον από την άσκησιν και την εγκράτειαν και προ παντός τους πόδας του από την αδιάκοπον στάσιν, από τους οποίους έπιπτον σκώληκες μαζί με αίματα. Αλλ’ ούτε και τα βόδια, τα οποία έσυρον την άμαξαν, εις την οποίαν επέβαινεν ο μακάριος, ημπορούσαν να βαδίζουν, αν και τα εκτυπούσαν και τα εμαστίγωναν με δύναμιν, εάν εκείνος δεν ήτο σύμφωνος εις τούτο. Τα δε τεράστια τα οποία έκαμε κατά την οδοιπορίαν εκείνην ο Μέγας Αυξέντιος ποία γλώσσα είναι ικανή να διηγηθή, από τα οποία τα περισσότερα εγίνοντο κατά παράδοξον τρόπον κατά δαιμόνων, εις άνδρας σκληρώς βασανιζομένους υπ’ αυτών, γυναίκας και βρέφη και άλογα ζώα; Όταν δε έφθασαν εις το Μοναστήριον του Αγίου Υπατίου, το οποίον ευρίσκετο πλησίον των Ρουφινιανών, το οποίον παρεχωρήθη εις αυτόν δια να ησυχάση εκεί μέχρις ότου αναφέρουν περί τούτου εις τον βασιλέα, έμεινεν ο Μέγας Αυξέντιος εκεί, όπου ο Ηγούμενος και οι Μοναχοί τον υπεδέχθησαν με μεγάλην χαράν. Πριν όμως ο Όσιος φθάση εκεί, όταν ευρίσκετο εις το Μαρτύριον του Αγίου Θαλαλαίου, το οποίον ήτο κτισμένον πλησίον της οδού, οι πτωχοί, οι οποίοι ετρέφοντο παρ’ αυτού εις το όρος της Οξείας, τον ηκολούθουν κλαίοντες και οδυρόμενοι και παρακαλούντες τον τροφέα των να επιστρέψη οπίσω. Τότε εκείνος είπε προς αυτούς· «Επιστρέψατε, τέκνα μου, εις το όρος· διότι αν και σωματικώς απεμακρύθην απ’ εκεί, αλλά νοερώς θα είμαι πάντοτε μαζί σας και θα σας θρέψη ο φιλάνθρωπος Κύριος, όπως εκείνος γνωρίζει». Εκείνοι δε, πιστεύσαντες εις τους λόγους του, επέστρεψαν πάλιν εις το όρος, εχορήγει δε πράγματι εις αυτούς ο φιλάνθρωπος Κύριος πάντα τα προς τροφήν αναγκαία, παρακινών δια του Οσίου πολλούς θεοφιλείς ανθρώπους δια την φροντίδα και την πρόνοιαν αυτών. Μετά ταύτα, πέμψας ο ευσεβής βασιλεύς Μαρκιανός πλοίον εις τας Ρουφινιανάς, εκάλεσε τον μακάριον και λέγει προς αυτόν, αφού τον εχαιρέτισε φιλοφρόνως και τον ησπάσθη· «Όλοι γνωρίζομεν ότι είσαι αληθής δούλος του Θεού, τίμιε Πάτερ· δια τούτο είναι ανάγκη και συ να συμφωνήσης και να συγκατατεθής εις όσα απεφάσισεν η εν Χαλκηδόνι Αγία Σύνοδος των θείων Πατέρων». Εκείνος τότε είπε προς αυτόν· «Και ποίος είμαι εγώ, βασιλεύς, ώστε να συγκαταλέγωμαι με Αγίους Πατέρας, εγώ ο οποίος έχω μάλλον ανάγκην από την διδασκαλίαν και την εξ άλλων ωφέλειαν; Πλην, εάν η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος δεν επεχείρησε να πράξη τι, το οποίον να ανατρέπη το Σύμβολον των εν Νικαία συνελθόντων Πατέρων, αλλά ανεκήρυξε τελείαν την οικονομίαν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και εδογμάτισεν όπως η Άχραντος αυτού Μήτηρ ονομάζεται Θεοτόκος, καθήλε δε και τους δυσσεβείς Ευτυχή και Νεστόριον, τότε αποδέχομαι και συμφωνώ μετ’ αυτής, ευχαριστών τον Θεόν και την ευσέβειαν». Μόλις ήκουσεν αυτά ο βασιλεύς επλημμύρισεν από ανέκφραστον χαράν και ησπάσθη την τιμίαν κεφαλήν του Οσίου και με τιμητικήν συνοδείαν τον έστειλεν εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, ειδοποιήσας τον Πατριάρχην να αναγνωσθούν και εις τον Όσιον όσα απεφάσισε και ενέκρινεν η Αγία Σύνοδος. Αφού λοιπόν ήκουσε ταύτα με προσοχήν ο μακάριος και όλα ως ευσεβή τα επήνεσε και τα απεδέχθη, επέστρεψε πάλιν εις τας Ρουφινιανάς, και από εκεί ανέβη όχι εις το προηγούμενον όρος, αλλ’ εις άλλο πολύ τραχύτερον και υψηλότερον, Σκόπα καλούμενον, εις το οποίον και διέμενεν, αφού οι αδελφοί του έκαμαν πάλιν κλωβόν από ξύλα και άφησαν μικράν θυρίδα δια να συνομιλή με εκείνους, οι οποίοι ήρχοντο προς αυτόν, όπως εγίνετο και πρωτύτερα. Εκείνο όμως το οποίον ολίγον έλειψε να λησμονήσω είναι ότι ο Όσιος ήτο τοσούτον αιδέσιμος εις όλους δια το μέγεθος της αρετής του, ώστε και ο ίδιος ο βασιλεύς και οι θείοι εκείνοι Πατέρες αμφέβαλλον περί των καλώς ορισθέντων και αποφασισθέντων υπ’ αυτών, μέχρις ότου ο Όσιος απεδέχθη αυτά ως σύμφωνα με την ευσέβειαν και έδωσε την συγκατάθεσιν αυτού ως σφραγίδα επ’ αυτών. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις την συνέχειαν της διηγήσεώς μας, από την οποίαν απεμακρύνθημεν. Μίαν νύκτα, ενώ προσηύχετο ο μακάριος, πλήθη δαιμόνων ελθόντα προσεπάθουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να διακόψη την προσευχήν του. Επειδή δε ουδέν επετύγχανον, τον επλήγωσαν τόσον πολύ, ώστε έμεινε σχεδόν άφωνος. Διότι εφοβούντο οι μισόκαλοι τας προσευχάς του Οσίου ως βέλη εις τας χείρας δυνατού πολεμιστού. Αλλ’ ο μακάριος Αυξέντιος, σημειώσας εναντίον αυτών το σημείον του Τιμίου Σταυρού, τους έκαμε να εξαφανισθώσιν. Όπως λοιπόν είχε συνήθειαν ο Όσιος, εκείνους οι οποίοι ήρχοντο προς αυτόν πρωϊ – πρωϊ τους απέλυε μετά την τρίτην ώραν. Και εκείνους, οι οποίοι ήρχοντο κατόπιν, μετά την έκτην. Διότι πολλοί ανέβαινον προς αυτόν και εκ των Ρουφινιανών και από άλλα μέρη προς ωφέλειαν ψυχής και σώματος, τους οποίους εδίδαξε να ψάλλουν και μερικάς ωδάς κατανυκτικάς, αι οποίαι μετά του ωφελίμου είχον πολύ το απλούν και απερίεργον. Μετά δε την εκτέλεσιν των ωδών ο μακάριος ήρχιζε την ψυχωφελή και σωτηριώδη διδασκαλίαν του, την οποίαν παρέτεινε σχεδόν μέχρι της εσπέρας, συμβουλεύων τους πάντας να οικονομούν καλώς τον βίον των και ποτέ να μη δεικνύουν ραθυμίαν εις την εκτέλεσιν καλών έργων, ούτε πάλιν, αφού πράξουν κάτι αγαθόν, να επιστρέφουν εις τον παλαιόν τρόπον ζωής, ούτε να επιστρέφουν όπως οι σκύλοι εις τον εμετόν των, αλλά μέχρι τέλους να επιμένουν εις την εργασίαν του αγαθού. «Διότι ο λογικός και ο φρόνιμος, έλεγε, δεν επιτρέπει μόνον εις τους σωματικούς οφθαλμούς να εξετάζουν τα ορώμενα, αλλά και με τους οφθαλμούς της ψυχής παρακολουθεί τα αόρατα. Και εις τα μεν αόρατα προσέχει πάντοτε, επειδή είναι σταθερά και μόνιμα, από δε τα ορατά, επειδή μεταβάλλονται και φεύγουν, απομακρύνεται, χωρίς να παθαίνη κανέν κακόν με το να είναι συνδεδεμένος με το φθαρτόν τούτο σώμα, όταν πολιτεύεται πάντοτε επαξίως προς τα αιώνια αγαθά». Ταύτα και ακόμη περισσότερα διδάσκοντος του Οσίου τους ερχομένους προς αυτόν, ήτο δυνατόν να ίδη κανείς άνδρας και γυναίκας να μεταβάλλουν τον τρόπον της ζωής των προς το καλύτερον και να απαρνούνται τελείως τας ηδονάς του σώματος. Μετά δε τους διδακτικούς τούτους λόγους, οι οποίοι απετέλουν τροφήν της ψυχής, απέστελλεν αυτούς εν ειρήνη εις τους οίκους των, μερικοί δε εξ αυτών παρέμενον εφεξής πλησίον του Μεγάλου Αυξεντίου, αρκούμενοι εις την τροφήν την οποίαν έδιδεν εις αυτούς. Διότι πολλοί εκ των πλουσίων έστελλον προς αυτόν εις το όρος τροφάς και παντός είδους δώρα και άλλα φιλεύματα. Εκείνος όμως μόνον έλαιον και κηρούς, εάν έφερε κανείς, εδέχετο, τα δε λοιπά τα εμοίραζεν εις τους πτωχούς, οι οποίοι συνεκεντρούντο πλησίον του. μερικούς δε οι οποίοι παρεκάλουν να κουρευθούν υπ’ αυτού και να λάβουν το μοναχικόν σχήμα δεν τους εδέχετο, αλλ’ αφού έδιδεν εις ένα έκαστον τρίχινον ή δερμάτινον στιχάριον, με τα οποία ήτο και εκείνος ενδεδυμένος, του έλεγεν· «Πήγαινε, αδελφέ, όπου σε οδηγήση ο Κύριος». Εις εξ αυτών, ονόματι Βασίλειος, αφού έλαβεν από τον Μέγαν Αυξέντιον ένα δερμάτινον επανωφόριον και το εφόρεσεν, αφού διέτρεξεν είκοσι μίλια δια να έλθη από τον οίκον του, κατώκησεν εις το ίδιον εκείνο όρος. Εναντίον λοιπόν αυτού επιτεθέντα τα πονηρά πνεύματα, τόσας πολλάς πληγάς του έδωσαν, ώστε τον άφησαν άφωνον. Μερικοί δε βοσκοί, οι οποίοι ήρχοντο καθ’ εκάστην προς αυτόν, ελθόντες και τότε εις την κέλλαν του Βασιλείου και σκύψαντες εις την θύραν, δεν ήκουσαν τον Βασίλειον να αποκριθή από μέσα. Ανοίξαντες λοιπόν την θύραν δια της βίας εισήλθον εντός και τον βλέπουν άφωνον, ολίγον αναπνέοντα και το σώμα του ολόκληρον ως μίαν πληγήν. Αμέσως λοιπόν, αφού τον ετοποθέτησαν εις μίαν άμαξαν, τον έφεραν προς τον Μέγαν Αυξέντιον, ο οποίος, ευθύς ως τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, τον εφώναξεν εξ ονόματος· «Αδελφέ Βασίλειε»! Επειδή όμως εκείνος δεν απήντησεν, ωσάν να μη ήκουσεν, αν και ο Όσιος του εφώναξε δύο φοράς, τον εκάλεσε πάλιν με ισχυροτέραν φωνήν·  «Αδελφέ Βασίλειε»! Αμέσως τότε εκείνος ανεσηκώθη και εκάθησεν, οπότε ο μακάριος του λέγει· «Σήκω, αδελφέ, διότι σου εδόθη άνωθεν εξουσία κατά των πονηρών πνευμάτων». Αφού λοιπόν εσηκώθη ο θαυμαστός Βασίλειος και ο Αυξέντιος τον εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, τον διέταξε να επιστρέψη εις το ασκητήριόν του, εις το οποίον επανελθών και γενναίως αγωνισθείς επί τρία έτη εγκατέλειψε τον πρόσκαιρον τούτον βίον. Ο θείος Αυξέντιος μαζί με τας ψυχωφελείς συμβουλάς του παρήγγελλε προς εκείνους, οι οποίοι ήρχοντο προς αυτόν, και τούτο: να μη τιμούν και σέβωνται εξ όλων των ημερών της εβδομάδος μόνον την Κυριακήν δια την Ανάστασιν του Κυρίου, αλλά και την Παρασκευήν, δια το ζωηφόρον Πάθος αυτού. Έκαστον δε Σάββατον ητοίμαζε και ετέλει μαζί με όλους τους παρευρισκομένους ολονύκτιον υμνωδίαν. Και κάποτε, κατά ένα Σάββατον, ανοίξας ο μακάριος την θύραν του κλωβού του, είπε προς τους παρόντας· «Αδελφοί και τέκνα, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Συμεών (περί του Στυλίτου), ο στύλος της Εκκλησίας, αυτήν την στιγμήν εξεδήμησε προς Κύριον και η θεία ψυχή του δεν απηξίωσε να δώση εις εμέ τον ανάξιον τον τελευταίον της ασπασμόν». Ακούσαντες τους λόγους τούτους του Οσίου οι παρευρισκόμενοι εσημείωσαν την ημέραν και μετ’ ολίγον έγινε γνωστή εις όλους η εκ του βίου τούτου εκδημία του θαυμαστού Συμεών, γενομένη κατ’ εκείνην την ημέραν που είπεν εις αυτούς ο μακάριος Αυξέντιος. Η Χάρις όμως των θαυμάτων και των ιάσεων ουδέποτε τον εγκατέλειψε. Και δεν ήτο δυνατόν να γίνη διαφορετικά δι’ αυτόν, ο οποίος και προ της ασκήσεως, όταν ακόμη έζη εις την βασιλίδα των πόλεων, δηλαδή την Κωνσταντινούπολιν, ετέλεσεν αρκετά μεγάλα και παράδοξα θαύματα, τα οποία και μέχρι τέλους της ζωής του δεν έπαυε να τελή, αν και αποσιωπώμεν ταύτα δια να μη μακρηγορώμεν. Δι’ αυτό θα αναφέρωμεν ακόμη όσα μόνον έγιναν περί το τέλος της ζωής του μακαρίου Αυξεντίου, ίνα γνωρίσουν ταύτα οι φιλάρετοι, διότι πράγματι είναι μεγάλα και άξια να τα ενθυμούμεθα. Γυνή τις το όνομα Στεφανία, η οποία εχρημάτισεν ακόλουθος της ευσεβούς βασιλίσσης Πουλχερίας, αναβαίνουσα συχνάκις προς το όρος, ελάμβανε τας ευχάς του Οσίου. Αύτη, πληγωθείσα εις την ψυχήν από τον θείον έρωτα, παρεκάλει τον Όσιον να την ενδύση με τας χείρας του το μοναδικόν σχήμα. Επειδή δε ο Όσιος διαρκώς ανέβαλλε το ζήτημά της και έλεγεν ότι είναι δυνατόν να ζη αύτη εις τον κόσμον και δι’ αρίστης διαγωγής να ευαρεστήση εις τον Θεόν, εκείνη τον ηνώχλει περισσότερον, θέλουσα να πραγματοποιήση τον σκοπόν της. Συγκατατίθεται λοιπόν ο Όσιος και επέτρεψεν εις την γυναίκα να διαμείνη εις ένα επίπεδον τόπον ευρισκόμενον εις τους πρόποδας του όρους και εκεί να αφοσιωθή εις την μελέτην των θείων Γραφών. Μετά από αυτήν άλλη γυνή, Κοσμία κατά το όνομα αλλά και κατά τον βίον, έχουσα νόμιμον σύζυγον, έρχεται προς τον μέγαν Αυξέντιον και τον παρεκάλει να διαμείνη και αυτή μαζί με την Στεφανίαν. Έδωσε δε εις αυτάς ο μακάριος πράγματι ασκητικόν σχήμα, ετοιμάσας τριχίνους χιτώνας και μεγάλα ωμοφόρια, τα οποία εφόρεσαν, ώστε και από μόνον το σχήμα να τας σέβωνται οι βλέποντες αυτάς, διότι μέχρι τότε δεν είχεν εμφανισθή εις τα μέρη εκείνα σχήμα παρόμοιον. Έκτοτε λοιπόν και άλλαι γυναίκες προσήρχοντο, άλλαι μεν οδηγούμεναι προς τον Όσιον υπό ευγενών γονέων δια να διαφυλάξουν την παρθενίαν των, άλλαι δε φεύγουσαι από τους οίκους της αμαρτίας και απαρνούμεναι τον διάβολον και με θερμήν μετάνοιαν συντασσόμεναι με τον Χριστόν, ώστε εις ολίγον καιρόν να συναχθούν υπέρ τας εβδομήκοντα. Ηναγκάσθη λοιπόν εκ τούτου ο θείος Αυξέντιος να οικοδομήση Εκκλησίαν προς χάριν αυτών και να κτίση τα κατάλληλα κελλία δια την άσκησίν των. Εκάστη δε Κυριακήν και Παρασκευήν, αφού έστελλε και προσεκάλει τας Οσίας γυναίκας, τας συνεβούλευε και παρεκίνει να λησμονήσουν τελείως τα τερπνά του βίου, διότι τα εξ επαγγελίας του Θεού προωρισμένα δι’ ημάς αγαθά είναι πολύ τερπνότερα, και να μη γίνωνται δούλαι των σαρκικών ηδονών, λέγων προς αυτάς· «Αντί του φυσικού γάμου, με τον οποίον είναι συνδεδεμένη και η χηρεία, σεις επροτιμήσατε γάμον μυστικόν και μάλιστα απηλλαγμένον της χηρείας, αντί δε φθαρτού νυμφίου έχετε ενωθή με τον αθάνατον Νυμφίον Χριστόν, ο οποίος ξεπερνά εις το κάλλος, κατά τον θείον Δαβίδ, πάντας τους υιούς των ανθρώπων, όστις εις εκείνας, αι οποίαι θα μνηστευθούν με Αυτόν, εις όσας μεν ποθούν την αφθορίαν δίδει χαράν ανεκλάλητον, εις εκείνας δε αι οποίαι θα λιποτακτήσουν δίδει κόλασιν αιώνιον». Έλεγε πάλιν προς αυτάς ο Όσιος· «Προσέξατε λοιπόν μήπως κάποιος αρπάση την παρθενίαν σας και σας χωρίση από τον άφθαρτον Νυμφίον Χριστόν. Διότι το αμάρτημα τούτο είναι φοβερόν και βαρύτατον δι’ εκείνους που το διαπράττουν. Διότι δεν είναι εξ ίσου βαρύ έγκλημα το να σχίσης το ένδυμα ενός πτωχού και την πορφύραν ενός βασιλέως, ούτε πάλιν να ατιμάσης την εικόνα ενός βασιλέως και ενός κοινού ανθρώπου. Εικόνες δε του Θεού είναι αι παρθένοι, αι οποίαι έχουν εζωγραφισμένον Αυτόν εις τας καρδίας των. Δια τούτο η φθαρείσα παρθένος είναι πολύ περισσότερον αξιοκατάκριτος από εκείνους, οι οποίοι διαρκώς πορνεύονται, διότι το αμάρτημά των δεν είναι το ίδιον. Εάν δε απασχολή την σκέψιν σας ο νόμιμος γάμος και σας φαίνεται αξιοζήλευτος, ενθυμηθήτε τας συμφοράς, αι οποίαι τον ακολουθούν, και την εναντίον της Εύας απόφασιν του Θεού, πράγματα από τα οποία μόνον σεις είσθε ελεύθεραι, ως άγαμοι, και φροντίζετε μόνον δι’ ό,τι είναι αρεστόν εις τον Κύριον, κατά τον θείον Απόστολον. Προσέχετε λοιπόν τον εαυτόν σας εις το επάγγελμα, εις το οποίον εκλήθητε, ώστε να παρασταθήτε παρθένοι αγναί εις τον Χριστόν, ίνα δια της Χάριτος αυτού απολαύσετε και τα αιώνια αγαθά». Αυτά και τα παρόμοια με αυτά συνεβούλευεν ο θαυμαστός Αυξέντιος κατά τας δύο ημέρας της εβδομάδος, τας οποίας είπομεν, τας πνευματικάς θυγατέρας αυτού, τας οποίας εν Χριστώ δια του Ευαγγελίου εγέννησε, και ωδήγει αυτάς εις αύξησιν της πνευματικής ηλικίας, άλλοτε μεν ανερχομένας προς αυτόν εις το όρος, άλλοτε δε πάλιν κατερχόμενος ο ίδιος εις το ασκητήριόν των. Διότι ποτέ δεν τον είδε κανείς να καμφθή από οκνηρίαν ή ραθυμίαν, καίτι είχε φθάσει εις βαθύ γήρας, αλλά πάντοτε εφαίνετο ως νέος και δυνατός από την προθυμίαν του. Επειδή όμως και ο Όσιος ως άνθρωπος έμελλε κάποτε να αποθάνη, περιέπεσεν εις βραχείαν ασθένειαν, όλον δε τον χρόνον της ασθενείας του κατηνάλωσεν εις ευχαριστίας προς τον Θεόν και εις συμβουλάς προς τους άνδρας και τας γυναίκας, οι οποίοι απετέλουν το πνευματικόν ποίμνιόν του. Εγκαταλείψας κατόπιν τον επίκηρον τούτον βίον μετέβη προς την άφθαρτον και αιωνίαν ζωήν, επί της βασιλείας του ευσεβούς και φιλοχρίστου βασιλέως Λέοντος του μεγάλου κατά την ιδ΄ (14ην) Φεβρουαρίου. Το δε τίμιον του Αγίου σώμα, το πραγματικώς τίμιον, εγένετο αντικείμενον φιλονικίας μεταξύ πολλών. Διότι οι μεν ασκούμενοι εις το Μοναστήριον του Αγίου Υπατίου εις τας Ρουφινιανάς, εις το οποίον διέμεινεν επ’ ολίγον χρόνον, όταν προσεκλήθη υπό του βασιλέως και της εν Χαλκηδόνι συνελθούσης Αγίας Συνόδου, ως είπομεν ανωτέρω, έσπευσαν να θεωρήσουν ιδικόν των τον θησαυρόν. Άλλοι δε ήθελον να κατατεθή το άγιον αυτού λείψανον εις τον Ναόν του Αγίου Ζαχαρίου, ο οποίος ευρίσκετο εις κάποιο κτήμα, ευρισκόμενον εκεί πλησίον, καλούμενον Θέατρον. Αλλ’ ο πόθος των γυναικών, τας οποίας ο μακάριος Αυξέντιος έπεισε να ασκούνται εις τους πρόποδας του όρους και τας οποίας εστόλισε με τα τρίχινα ράσα, εδείχθη κατά πολύ ισχυρότερος όλων. Αύται δηλαδή, συγκεντρωθείσαι εξ όλων των μερών, με θερμά δάκρυα παρεκάλουν τους δια την ταφήν του Οσίου συγκεντρωθέντας Μοναχούς και Κληρικούς να μη στερήσουν αυτάς του θείου εκείνου λειψάνου. Κατετέθη λοιπόν το ιερόν του Αγίου λείψανον εις τον εκεί ιδρυμένον υπό του ιδίου Ναόν, ο οποίος είχε καθιερωθή εις ευκτήριον οίκον προς χάριν των μακαρίων εκείνων Μοναχών, όπου κατατεθείς ο νεκρός του μακαρίου Αυξεντίου μέχρι σήμερον αναβλύζει πηγάς ιαμάτων εις τους μετά πίστεως προσερχομένους, θεραπεύων παντοειδείς νόσους, δαίμονας εκδιώκων και έτοιμος ιατρός παντός νοσήματος υπάρχων, αποδεικνύων εις άπαντας ότι ο Αυξέντιος ζη ακόμη εν Θεώ και δια της Χάριτος αυτού ενεργεί ιάματα, ο θερμός και γνήσιος θεράπων αυτού, ο οποίος είθε δια των παρακλήσεων αυτού να παράσχη εις τον ευσεβή βασιλέα παν αυτού θέλημα, τον άνω μακαρισμόν και δόξαν αιώνιον, συγχώρησιν των αμαρτημάτων και απαλλαγήν απ’ αυτών, ζωήν αγήρω και απόλαυσιν της θείας τρυφής, την οποίαν ητοίμασεν ο Δεσπότης των όλων δια τους Αγίους αυτού, οι οποίοι εστόλισαν τας ψυχάς των ως λαμπάδας, εχούσας όλας τας αρετάς ως ένδυμα γάμου αντάξιον του εν ουρανοίς γάμου. Εις τον οποίον είθε να προσκληθώμεν και πάντες ημείς, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΓ΄ (13Η) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών, ΕΥΛΟΓΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.

Ευλόγιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαυρικίου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φπβ΄ - χβ΄ (582-602), εχρημάτισε δε Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας προ του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, κατά τα έτη φοθ΄ - χζ΄ (579- 607). Ούτος έζησεν αγιωτάτην ζωήν, εποίησε δε και πολλά θαύματα, εξ ων εν είναι και τούτο. Όταν ο αγιώτατος Λέων, ο της Ρώμης Επίσκοπος, έγραψεν εις την εν Χαλκηδόνι συνελθούσαν Δ΄ Αγίαν Οικουμενικήν Σύνοδον, την πολυθρύλητον εκείνην επιστολήν της Ορθοδοξίας, ανέγνωσεν αυτήν ο Όσιος ούτος Ευλόγιος και όχι μόνον την επήνεσε και την απεδέχθη, αλλά και εις όλους αυτήν διεκήρυξεν.  Ο Θεός λοιπόν, θέλων να χαροποιήση και τους δύο Αυτού θεράποντας, τον Άγιον Λέοντα δηλαδή και τον Άγιον Ευλόγιον, έπεμψεν Άγγελον εις τον Ευλόγιον, εν σχήματι του Αρχιδιακόνου του Λέοντος, ο οποίος ηυχαρίστει τον Άγιον Ευλόγιον, επειδή απεδέχθη την ρηθείσαν επιστολήν του Λέοντος· ο δε Ευλόγιος συνωμίλει μετά του Αγγέλου, νομίζων ότι συνωμίλει μετά του Αρχιδιακόνου του Πάπα Λέοντος. Αφ’ ου δε έγινεν άφαντος από αυτόν ο Άγγελος, τότε εγνώρισεν, ότι ήτο Άγγελος Θεού· ευχαριστήσας όθεν τον Θεόν, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Αυτού.

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΓ΄ (13Η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων ΑΚΥΛΑ και ΠΡΙΣΚΙΛΛΗΣ.

Ακύλας και Πρίσκιλλα οι ένδοξοι  Απόστολοι και Μάρτυρες του Χριστού κατήγοντο εκ του Πόντου της Μικράς Ασίας, ήσαν δε Ιουδαίοι το γένος, κατά δε την τέχνην σκηνοποιοί, ήτοι κατεσκεύαζον σκηνάς δια δερμάτων, ζώντες κατά τους χρόνους του βασιλέως Κλαυδίου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη μα΄ -  νδ΄ (41-54). Αναχωρήσαντες δε από την πατρίδα των, τον Πόντον, ήλθον και εγκαταστάθησαν εις την Ρώμην. Επειδή όμως ο Κλαύδιος εδίωξεν όλους τους Χριστιανούς και τους Ιουδαίους από την Ρώμην, ήλθον εις την Κόρινθον, όπου ειργάζοντο την τέχνην των. Ακούσαντες δε δια το κήρυγμα του Αγίου Αποστόλου Παύλου, επήγαν προς αυτόν, όταν ούτος ευρίσκετο εις την Κόρινθον, ή μάλλον ο θείος Παύλος επήγε προς τον Ακύλαν, εν Κορίνθω ευρισκόμενον. Διότι ούτω γράφεται εις τας Πράξεις· «Μετά δε ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον· και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από της Ρώμης, προσήλθεν αυτοίς, και δια το ομότεχνον είναι έμεινε παρ’ αυτοίς και ειργάζετο· ήσαν γαρ σκηνοποιοί τη τέχνη» (Πράξ. Ιη΄ 1-3). Όθεν, αφ’ ου ο θείος Ακύλας συνεσχετίσθη με τον Απόστολον Παύλον, εβαπτίσθη υπ’ αυτού αυτός τε και η γυνή του Πρίσκιλλα, υπηρέτουν δε εις το εξής τον Απόστολον Παύλον και ηκολούθουν, συγκινδυνεύοντες μετ’ αυτού, εις όλους τους πειρασμούς όσοι εγίνοντο εις αυτόν. Τοσούτον δε ηγάπησε τους δύο τούτους ο Απόστολος Παύλος, αφ’ ενός μεν δια την αρετήν των και αφ’ ετέρου δια την εις Χριστόν πίστιν των, ώστε αναφέρει περί αυτών εις τρεις επιστολάς του, διότι εν τη προς Ρωμαίους επιστολή γράφει· «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν» (Ρωμ. ιστ: 3). Ομοίως και εν τη πρώτη προς Κορινθίους (ιστ: 19) και εν τη Δευτέρα προς Τιμόθεον (δ:19). Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν ευηρέστησαν οι μακάριοι ούτοι τον Χριστόν και τον μακάριον Παύλον και εποίησαν πολλά θαύματα· ύστερον δε συλληφθέντες υπό των απίστων απεκεφαλίσθησαν και ούτω στεφανηφόροι μετέβησαν εκ της γης εις τους ουρανούς. 

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Τη ΙΓ΄ (13η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΥ.

Μαρτινιανός ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ήτο δε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μικρού του βασιλεύσαντος κατά έτη υη΄ - υν΄ (408 – 450). Την ασκητικήν αυτού ζωήν ήρχισεν ο Όσιος, όταν ήτο εις το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του. Εγκαταλείψας τότε κόσμον και τα του κόσμου ανεχώρησεν εις τας ερήμους και εις τα όρη, εις τα οποία διέτριψεν επί πολλά έτη σκληρώς αγωνιζόμενος. Ακούσατε όμως μετά προσοχής την κατά πλάτος περί αυτού διήγησιν καθώς είναι γεγραμμένη εις το χειρόγραφον αυτού Βίον, ίνα πολλήν την ωφέλειαν λάβητε. Καθώς αι προλαβούσαι ασθένειαι δύνανται να δώσουν εις τους ανθρώπους ωφέλειαν, εις εκείνους μεν οι οποίοι ουδέποτε ησθένησαν, λαμβάνοντες γνώσιν του κινδύνου, να φυλάγωνται εις ασφάλειαν, αποφεύγοντες τας αιτίας και τας αφορμάς, αι οποίαι φέρουσι την ασθένειαν, δια να μη πάθουν και αυτοί τα όμοια, εις εκείνους δε πάλιν οι οποίοι ησθένησαν πολύν καιρόν, να γνωρίζουν τα βότανα και τα θεραπευτικά φάρμακα, με τα οποία και άλλοτε ωφελήθησαν και θέτοντες αυτά εις χρήσιν ευκόλως και ταχέως να θεραπεύωνται, ούτω και εις τα πάθη της ψυχής ωφελείται πας τις με τας νίκας και τα αγωνίσματα των προγενεστέρων και εξόχως με το υπόδειγμα εκείνων των εναρέτων, οι οποίοι ουδόλως ενικήθησαν, αλλ’ εφύλαξαν έως τέλους την ψυχήν καθαράν και αμόλυντον, καθώς και ο Μαρτινιανός ούτος ο θαυμάσιος, του οποίου διηγούμεθα ενταύθα την διαγωγήν προς μίμησιν του Οσίου και υπό άλλων και νουθεσίαν των αναγινωσκόντων, επειδή είναι πολύ θαυμασία και αξιέραστος. Πλησίον της πόλεως Καισαρείας της Παλαιστίνης είναι όρος καλούμενον Κιβωτός. Πλησίον του όρους εκείνου είναι έρημος κατάλληλος δι’ ησυχαστάς και εναρέτους ανθρώπους, οίτινες ποθούσι να ευαρεστήσωσι τον Θεόν δι΄ ασκήσεως. Εις ταύτην την έρημον κατώκησεν ο Όσιος ούτος Μαρτινιανός εκ νεαράς ηλικίας, αγαπήσας δε τον Θεόν εδούλευεν εις αυτόν με πολλήν σκληραγωγίαν και άσκησιν και πολλούς πολέμους υπό των δεινών δαιμόνων υπέμεινε. Δεν ενικήθη όμως, με την θείαν βοήθειαν, αλλά πληγείς αντέπληξεν ισχυρότερον, καθώς και εις τους σωματικούς πολέμους συμβαίνει και καθώς θα ίδωμεν από την συνέχειαν της διηγήσεως των ανδραγαθημάτων αυτού, με τα οποία ενίκησε τον πειράζοντα, λαβών κατ’ αυτού περιφανέστατον τρόπαιον. Ο θαυμάσιος ούτος είχεν απέλθει εις την έρημον παιδιόθεν, ως είπομεν, όταν ήτο ετών δέκα οκτώ, έκαμε δε εικοσιέξ χρόνους πολιτευόμενος τοσούτον θεάρεστα, ώστε δεν έμεινεν είδος αρετής, το οποίον να μη είχε κατορθώσει ο αείμνηστος και τόσον αφθόνως επλουτίσθη θείας Χάριτος, ώστε εθεράπευεν εν ευκολία πάσαν ασθένειαν. Η φήμη όθεν του Οσίου ηκούσθη πανταχού και εγένετο εις πάντας περιβόητος και σεβάσμιος, τόσον ώστε όχι μόνον οι ασθενείς κατά το σώμα συνήγοντο, δια να απολαύσουν την ποθουμένην υγείαν με την ικέσιον δέησιν εκείνου, αλλά και όστις ήθελεν ολισθήσει εις κανέν πάθος και ασθένειαν της ψυχής ήρχετο προς αυτόν χάριν βοηθείας και διορθώσεως. Ο δε Όσιος, ως μαθηματικός ιατρός όπου ήτο και έμπειρος εις τους πνευματικούς πολέμους, έδιδεν εις έκαστον την ωφέλιμον συμβουλήν και τα αρμόδια φάρμακα, καθώς ήθελε τον φωτίσει ο Κύριος. Ταύτα βλέπων ο πονηρός και φθονερός εχθρός του ανθρωπίνου γένους εδυσανασχέτει δια την τόσην ωφέλειαν, η οποία εγίνετο εις τους προσερχομένους και ήγειρε παντοδαπούς πειρασμούς κατά του Οσίου καιροσκοπών πότε να πτερνίση αυτόν, να τον ρίψη δηλαδή εις την αμαρτίαν. Δια τούτο εδοκίμαζε με φαντασίας και διαλογισμούς σαρκικούς να παγιδεύση τον αήττητον. Μη δυνηθείς όμως ούτως αφανώς να τον πολεμήση, εφάνη ορατώς μετασχηματισθείς εις είδος δράκοντος, εις καιρόν κατά τον οποίον ο Όσιος έψαλλε την ακολουθίαν και εσχηματίζετο ότι ήθελε να κρημνίση τον οίκον από τα θεμέλια, δια να του δώση φόβον και σύγχυσιν. Ο Όσιος όμως, έχων τον Ύψιστον Θεόν καταφυγήν του και δύναμιν, καθό δεδιδαγμένος περί τούτου από την Θείαν Γραφήν, δεν εδειλία φόβον νυκτερινόν ή ημέριον, αλλ’ ίστατο απερίσπαστος και άνευ τινός φόβου, έως ου ετελείωσε τον ψαλμόν. Τότε δε παρακύψας από της θυρίδος είπε ταύτα προς τον υποκρινόμενον δράκοντα· «Ίνα τι κοπιάς εις μάτην, άθλιε; Διότι εγώ έχων τον Χριστόν εις βοήθειάν μου δεν δειλιώ ποσώς, τας δε φαντασίας σου ουδόλως λογίζομαι, αλλά θεωρώ αυτάς ως όνειρον». Ταύτα ακούσας ο αποστάτης έφυγεν ευθύς απειλών και φοβερίζων τον Όσιον, ότι θα του έδιδε σκληρότατον πόλεμον, έως ου να τον εξορίση από την κέλλαν του. Ο δε μακάριος έμεινεν ησυχάζων και μελετών τας Γραφάς, ως μηδέν τας απειλάς του δεινού λογιζόμενος. Αλλά καθώς το πυρ δεν παύει ποτέ να καίη και οι όφεις να βλάπτουσιν, ούτω και ο δαίμων δεν αφήνει τας πανουργίας του ουδέποτε, αλλά φροντίζει και μηχανάται πάντοτε να κακοποιή και να ρίπτη τους εναρέτους εις ολίσθημα, δια να αφανίση τους κόπους των, καθώς εδοκίμασε να παγιδεύση και τούτον τον Όσιον· και ακούσατε, να θαυμάσετε την ανδρείαν αυτού και την απροσμέτρητον γενναιότητα. Οδοιπόροι τινές συνωμίλουν και διηγούντο τας αρετάς του Οσίου· γυνή δε τις κακότροπος, ως ήκουσε ταύτα, εκίνησε κατ’ αυτού την γλώσσαν, από τον πονηρόν διδαγμένη και του λέγει· «Ποία κατορθώματα ετέλεσε και τον έχετε εις τόσην ευλάβειαν; Διότι μετέβη και εκλείσθη εις σπήλαιον και μεγαλαυχεί, ότι φυλάττει σωφροσύνην και άσκησιν; Όταν είναι μέγας ο κλύδων της θαλάσσης και οι ναυτικοί αγωνίζωνται να διασώσωσι το σκάφος αυτών, τότε φαίνεται η επιστήμη και η μάθησις αυτών και όχι όταν κάθηνται εις τον λιμένα. Όταν οι ανδρείοι εισέλθουν εις μάχην κατά των εχθρών και διαφυλαχθούν από τα βέλη και τα ξίφη των πολεμίων, επιστρέφοντες νικηταί εις τον τόπον των, τότε επαινούνται και δικαίως εγκωμιάζονται. Δεν είναι καθόλου θαυμαστόν το ότι το χόρτον δεν καταφλέγεται ευρισκόμενον μακράν του πυρός. Αλλ’ εάν επί παραδείγματι απέλθω εγώ εις το κελλίον του Ασκητού, τον οποίον σεις τοσούτον φημίζετε και όταν αυτός ίδη την όψιν μου και παραμείνη απαθής και άτρωτος εις την καρδίαν, τότε θα επαινείται και δικαίως θα εγκωμιάζεται και τότε θα συμφωνήσω και εγώ με την γνώμην σας, να τον ευφημίζω πανταχού, όταν γνωρίσω την αρετήν και την γενναιότητά του». Εκόμπαζεν ακόμη η ανόητος εκείνη γυνή ότι δύναται να μολύνη τον Όσιον. Υπεσχέθη μάλιστα να πραγματοποιήση τούτο. Όθεν ευθύς εκίνησεν ως ηκονημένον ξυράφιον, συρράπτει τον δόλον, υφαίνει το δίκτυον, στήνει την παγίδα και κατασκευάζει τα φάρμακα. Ιδέτε κακότεχνον σόφισμα και υποβολήν του πονηρού δολίαν και κακομήχανον και φρίξατε. Απήλθεν εις τον οίκον αυτής και εκδυθείσα τα λαμπρά ενδύματα, τα οποία εφόρει, και όλα τα στολίδια, ενεδύθη τετριμμένα τοιαύτα και άχρηστα. Εσκέπασε την κεφαλήν με παλιόρασον, περιεζώσθη με τεμάχιον πεπαλαιωμένου σχοινίου και λαβούσα εις παλαιόσακκον την λαμπράν της στολήν και τα κοσμήματά της επήγε πλησίον εις το κελλίον του Αγίου νύκτα τινά, ότε εβρόντα και ήστραπτε φοβερά και έλεγε ταύτα μεγαλοφώνως η πάντολμος· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, την ταλαίπωρον και μη αφήσης να γίνω τροφή των θηρίων· διότι έχασα τον δρόμον παραπλανηθείσα εις ταύτην την έρημον και δεν έχω άλλην καταφυγήν η άπορος. Όθεν δέομαί σου, λυπήσου με ως πλάσμα Θεού και μη με βδελυχθής την αμαρτωλήν, μη αφήσης να με φάγωσι τα θηρία, την δυστυχή, διότι, εάν με αφήσης, θέλεις δώσει απολογίαν εις τον Δεσπότην Χριστόν κατά την ημέραν της κρίσεως». Αυτά και έτερα λέγουσα με προσποιημένα δάκρυα η πονηρά εκείνη γυνή, την ελυπήθη ο Όσιος όπου ήτο και εύσπλαγχνος ως συμπαθής και διαλογιζόμενος έλεγε καθ’ εαυτόν· «Αλλοίμονον εις εμέ οποία κρίσις και δοκιμασία καρδίας επήλθε σήμερον εναντίον μου και οποίος αγών και πάλη με περιέλαβεν! Εάν καταφρονήσω αυτήν και δεν την υποδεχθώ, φανερόν είναι, ότι αυτή μεν θέλει γίνει θηριάλωτος, εγώ δε θέλω καταστή ένοχος βαρυτάτης κολάσεως. Εάν δε πάλιν την αφήσω να εισέλθη εις το κελλίον μου, φοβούμαι μήπως σκάψη λάκκον ο δόλιος και με ρίψη εις αυτόν». Στενάξας λοιπόν εκ βάθους καρδίας πίπτει εις προσευχήν και υψώσας προς τον ουρανόν τας χείρας και τους οφθαλμούς έλεγε ταύτα μετά πολλής ταπεινώσεως· «Επί σοι, Κύριε, ήλπισα· βοήθησόν με ίνα μη καταισχυνθώ. Μη αφήσης, Δέσποτα, να γίνω γέλως και παίγνιον των εχθρών, αλλά δια της σης δεξιάς σκέπασόν με και σώσον με τον αχρείον δούλον σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας· αμήν». Ούτως ειπών, ήνοιξε την θύραν και υπεδέχθη την γυναίκα, ήναψε πυράν δια να ζεσταθή, της έδωκε δε και φοίνικας λέγων· «Φάγε, θερμαίνου και φρόντισον δια την σωτηρίαν σου». Ταύτα ειπών εισήλθεν εις το εσώτερον σπήλαιον και εγκλεισθείς ετέλεσε το περισσότερον της νυκτός ευχόμενος. Έπειτα απεκοιμήθη ολίγον κατά το σύνηθες και εγερθείς το πρωϊ, τον επείραζαν οι σαρκικοί λογισμοί. Όθεν εξήλθεν, αφ’ ου εξημέρωσε, να απομακρύνη το γύναιον. Αλλ’ η πάντολμος εκείνη είχε κατά το μεσονύκτιον εγερθή και είχε στολισθή με τα πολυτελή φορέματα και τα κοσμήματα, τα οποία είχε μεθ’ εαυτής. Ο δε πονηρός, αυξήσας το κάλλος και την ωραιότητα αυτής, ήθελγε τον Όσιον εις αισχράν επιθυμίαν έρωτος, ο οποίος βλέπων την μεταβολήν εκείνην των ενδυμάτων εθαύμασε και ηρώτησε το αίτιον τούτου. Τότε η κακότροπος εκείνη γυνή, καταστήσασα το σχήμα, το βλέμμα, την ομιλίαν, και όλον τον εαυτόν της εις τρόπον και μέθοδον έρωτος, απεκρίνατο· «Εγώ είμαι από την πόλιν Καισάρειαν, ακούσασα δε το θαυμαστόν σου κάλλος και την άφθαστον ωραιότητα, σε επόθησα τόσον, ώστε καταφλέγεται η καρδία μου και τήκεται υπό του έρωτος δια σε. Όθεν κατεφρόνησα ευθύς πάντας τους άλλους νέους και μόνον σε επιθυμώ να απολαύσω, ως πνοήν και άνεσιν της ψυχής μου. Διατί λοιπόν να νηστεύης τοσούτον εις μάτην και να μαραίνης το άνθος της ωραιότητός σου; Ποία γραφή σου λέγει να μη φάγης και να μη πίης, ή να μη λάβης γυναίκα νόμιμον; Δεν λέγει ο θείος Απόστολος, ότι τίμιος ο γάμος και η κοίτη αμίαντος; Ποίος Προφήτης και Πατριάρχης του παλαιού Νόμου δεν υπανδρεύθη; Και τις ύπανδρος εξέπεσε της ουρανίου Βασιλείας ένεκεν του γάμου; Δεν είχε γυναίκα ο μέγας εκείνος Νώε, ο μέχρι σήμερον εις όλον τον κόσμον περίφημος, τον οποίον, δια την καθαράν αυτού πολιτείαν, μετέστησεν ο Θεός και δεν εγνώρισε θάνατον; Δεν επήρεν ο μέγας Αβραάμ τρεις γυναίκας, ο τοσούτον ηγαπημένος εις τον Θεόν και φίλος του γνήσιος; Ωσαύτως και ο Ιακώβ ο θαυμάσιος; Δεν έλαβε σύζυγον ο θεόπτης Μωϋσής, η κορωνίς των Προφητών, όστις συνωμίλησε με τον Θεόν και διέσωσεν όλον τον Ισραήλ εκ της δουλείας του Φαραώ; Μήπως δεν ενυμφεύθη ο θείος Δαυϊδ και οι λοιποί του Κυρίου Προπάτορες; Όχι δε μόνον οι προ της Ευαγγελικής Χάριτος Άγιοι, αλλά και μετά ταύτην πόσοι Άγιοι εκοινώνησαν γάμου και παίδας εγέννησαν. Μήπως ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος και άλλοι αμέτρητοι δεν έλαβον και γυναίκας και της Βασιλείας των ουρανών ηξιώθησαν»; Ταύτα μεν έλεγεν η γυνή, ή μάλλον ειπείν, ο της κακίας δημιουργός και διδάσκαλος, όστις της τα ηρμήνευεν ως έμπειρος της Γραφής και εις το πονηρόν ετοιμότατος. Ο δε Όσιος, αφ’ ενός μεν από τας κολακείας αυτής και την ευμορφίαν της όψεως, αφ’ ετέρου δε από τας φαύλας εγγίσεις αυτής, η οποία τον εψηλάφα, παρακινούσα με πάσαν μέθοδον εις την πράξιν της αμαρτίας, ήρχισε να κλονίζεται, να αδυνατίζη ο τόνος της προθέσεώς του και να γίνεται μαλακωτέρα η γνώμη του. Διότι, ως άνθρωπος και αυτός, σάρκα φορών, εύκολον ήτο να νικηθή από τους λόγους της γυναικός και από τους αισχρούς λογισμούς, τους οποίους του έσπειρεν ο διάβολος. Όθεν είπε προς την γυναίκα ο Όσιος· «Εάν σε λάβω ως σύζυγον, που να υπάγωμεν; Πως δύναμαι να σε τρέφω, όπου δεν έχω τίποτε, αλλά διάγω βίον αμέριμνον και ακτήμονα εκ νεότητος»; Η δε γυνή, την πρόφασιν ταύτην ως πρόσκομμα μικρόν καθαρίζουσα και ομαλύνουσα την οδόν, έλεγε· «Μη έχεις περί τούτου φροντίδα τινά, μόνον τέλεσον την επιθυμίαν μου, δια την οποίαν επήρα τόσον κόπον και κακοπάθειαν από τους ανέμους, από την ραγδαίαν βροχήν και από τα θηρία, από τα οποία τόσον εκινδύνευσα δια να έλθω εδώ εις το κελλίον σου, εγώ δε έχω πράγματα πολλά, οικίας, δούλους, χρήματα και άλλον πλούτον, ως την άμμον της θαλάσσης, εις τα οποία όλα θέλω σε κάμει δεσπότην και κύριον, εάν απολαύσω του κάλλους σου». Ταύτα εκείνης λεγούσης, ενικήθη ο Όσιος, ως άνθρωπος, από την φοβεράν πύρωσιν της σαρκός και τον απροσμέτρητον σκανδαλισμόν και μεθύων άνευ οίνου, κατά τον Ησαϊαν, εσύρετο ως υπό χαλινού τινος δεδεμένος προς την αμαρτίαν, όλως αιχμάλωτος, και έκαμε την συγκατάθεσιν να πταίση του Κτίσαντος. Όθεν λέγει προς την γυναίκα· «Ανάμεινον ολίγον να κοιτάξω τους δρόμους, διότι έρχονται προς εμέ πολλοί πολλάκις δια συμβουλήν και ωφέλειαν, μη τύχη και ερχόμενός τις έξαφνα μας εύρη εις τοιαύτην πράξιν και γίνω εις τους ανθρώπους άξιος γέλωτος ή, μάλλον ειπείν, δακρύων πικρών και υπεύθυνος δεινής κατακρίσεως». Εξήλθε λοιπόν ο Όσιος της κέλλης και εστάθη επάνω εις πέτραν τινά αναζητών δια των οφθαλμών του, μήπως ίδη τινά, ο δε ελεήμων Θεός είδεν αυτόν με όμμα πλήρες συμπαθείας και ευσπλαγχνίας και τον εβοήθησε δια να μη χάση τους μακρούς πόνους και αγώνας, τους οποίους ετέλεσεν εκ νεότητος. Όθεν έβαλε χρηστούς λογισμούς εις την καρδίαν αυτού και μετενόησεν ολοψύχως δια την προτέραν ασύνετον συγκατάθεσιν με πόνον καρδίας δριμύτατον. Ότε δε κατέβη από την πέτραν εσύναξε πολλά φρύγανα και εισελθών εις το κελλίον ήναψε πυράν μεγίστην, γυμνώσας δε είτα τους πόδας, έπεσεν εις το μέσον της φλογός, ίνα παιδεύση την σάρκα δια τους πονηρούς λογισμούς, οίτινες πρότερον τον ενίκησαν. Αφού λοιπόν έκαμεν ώραν πολλήν και κατεφλέχθησαν ικανώς οι πόδες του, οι οποίοι σχεδόν της ευθείας παρεξετράπησαν, εξήλθε του πυρός με πόνον δριμύτατον και εγκαλών εαυτόν έλεγε· «Πως σου φαίνεται, Μαρτινιανέ; Σου αρέσκει η κατάφλεξις; Εάν δύνασαι να υποφέρης την δριμύτητα του πυρός, πλησίασε εις την γυναίκα, αφρονέστατε· εάν δε το πυρ τούτο το φωτιστικόν, το οποίον καίει τόσον ολίγον και σβήνεται με το ύδωρ, δεν ημπορής να υποφέρης επί μικρόν, πως θα υποφέρης, τρισάθλιε, εκείνο το σκοτεινόν και πανώδυνον της αιωνίου κολάσεως και τας λοιπάς τιμωρίας των αποτόμων και ασπλάγχνων δυνάμεων»; Ταύτα είπε μεγαλοφώνως ο θαυμάσιος, δια να τα ακούση και η γυνή, να φοβηθή την δριμύτητα του αιωνίου πυρός. Έπειτα, αφού έπαυσαν ολίγον οι πόνοι του, ωσάν να μη έφθανεν η προτέρα παίδευσις και προς κανόνα της αμαρτίας πληρέστατον, εισήλθεν εκ νέου εις το πυρ και κατεφλέχθη χειρότερον. Έπειτα εξελθών έπεσε κατά γης δεινώς οδυνώμενος και στενάζων εκ μέσου καρδίας έλεγεν· «Άνες μοι, Δέσποτα, και συγχώρησόν μοι της ψυχής το αμάρτημα. Γνωρίζεις, Κύριέ μου, ο τα πάντα σαφώς επιστάμενος, ότι Σε μόνον ηγάπησα εκ νεότητος και δια Σε το σώμα τούτο παραδέδωκα εις το πυρ. Άνες μοι λοιπόν και άφες, φιλάνθρωπε, το ανόμημα». Ούτως ηύχετο εις την γην κειτόμενος ο Όσιος, μη δυνάμενος δε να εγερθή όρθιος από την δριμύτητα των πόνων έλεγε· «Ως αγαθός ο Θεός τω Ισραήλ, τοις ευθέσι τη καρδία. Εμού δε παραμικρόν εσαλεύθησαν οι πόδες» (Ψαλμ. οβ: 1-2), και τα λοιπά του Ψαλμού. Ταύτα ακούσασα η γυνή και βλέπουσα την πράξιν εκείνην του Οσίου, ότι δηλαδή δια μίαν και μόνην συγκατάθεσιν αμαρτίας επαίδευσε τόσον αυστηρά το σώμα, τοιούτος ων Ασκητής θαυμάσιος και εις την αρετήν περιβόητος, ενεθυμήθη όλα τα αμαρτήματά της και εγερθείσα εξεδύθη ευθύς τον στολισμόν εκείνον και τα κοσμήματά της, άτινα κακώς ενεδύθη και παρέδωκε ταύτα εις το πυρ δια κανόνα της αμαρτίας καθώς και εκείνος επαίδευσε το σώμα. Έπειτα πίπτουσα εις τους πόδας του Οσίου και χύνουσα ποταμηδόν τα δάκρυα και εκ καρδίας στενάζουσα, εδέετο θερμώς λέγουσα· «Γνωρίζεις του αντικειμένου το πολυμήχανον και κακότεχνον. Εύξαι υπέρ εμού της αθλίας και ικέτευσον τον Κύριον να με συγχωρήση, ως εύσπλαγχνος. Ναι, δέομαί σου, εξάρπασον την ψυχήν μου καταποθείσαν υπό του νοητού λύκου και πονηρού κοσμοκράτορος. Διότι από την ώραν ταύτην, γνώριζε ακριβώς, ότι δεν με μέλει δια την σάρκα ουδόλως, ούτε εις την πόλιν απέρχομαι, ούτε θέλω να ίδω πλέον συγγενή τινα ή φίλον μου, αλλά εις σε παραδίδω την ψυχήν και το σώμα μου και θέλω φροντίζει εξ όλης καρδίας μου, με τας ευχάς σου, βοηθουμένη υπό της θείας Δυνάμεως, να νικήσω τον πονηρόν δαίμονα, εκείνον, όστις με έστειλε να σε διαστρέψω, καθώς το πάλαι και τον Προπάτορα πάλιν δια γυναικός του Παραδείσου εξώρισεν, όστις ελπίζω να νικηθή υπ’ εμού της αθλίας να γίνη παίγνιόν μου και καταπάτημα».  Ταύτα λέγουσα η γυνή, εδείκνυεν αληθινήν την μετάνοιαν με το πλήθος των δακρύων της. Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Κύριος ο Θεός μου να συγχωρήση τας αμαρτίας σου. Ύπαγε λοιπόν εν ειρήνη και μη αθετήσης τας επαγγελίας και συνθήκας, τας οποίας υπεσχέθης προς Κύριον, αλλά σπούδασον να δείξης βίον σύμφωνον της επαγγελίας σου, και να καταπατήσης ανδρείως τας ηδονάς, όπως καταισχύνης εις τέλος τον δαίμονα». Έχουσα τότε η γυνή σταθεράν την απόφασιν της μετανοίας είπε πάλιν προς τον Όσιον· «Που με προστάσσεις να υπάγω η δούλη σου»; Είπεν ο Άγιος· «Πορεύου εις τα Ιεροσόλυμα και εις την Αγίαν Βηθλεέμ, εκεί δε ερώτησον να εύρης Αγίαν τινά παρθένον, Παύλαν ονόματι, η οποία ωκοδόμησε και Ναόν του Σωτήρος Χριστού, εις αυτήν εξομολογήθητι τας αμαρτίας σου, να λάβης πολλήν ωφέλειαν». Τότε η γυνή υπεσχέθη εις τον Όσιον να υπάγη όπου της είπε και προσκυνήσασα αυτόν εζήτει συγχώρησιν. Εκείνος δε μετά βίας εγερθείς, οδυνώμενος από τον πόνον, έδωκεν εις αυτήν ολίγους φοίνικας δια την οδοιπορίαν. Και κατευοδώνων αυτήν της έλεγε· «Πορεύου, γύναι, και κάμε τρόπον να μη επιστρέψης πλέον εις τα οπίσω, αλλά μίσησον τας του βίου ηδονάς και επίμεινον μέχρι τέλους εις την μετάνοιαν, δια να σώσης την αθλίαν ψυχήν σου». Η δε απεκρίνατο κλαίουσα· «Ελπίζω εις τον Χριστόν, ότι δι’ ευχών σου, να μη έχη πλέον μέρος εις εμέ ο αντικείμενος». Ούτως είπε και προσκυνήσασα τον Όσιον ανεχώρησεν, ο δε, προσευξάμενος δι’ αυτήν, εισήλθεν εις το κελλίον του και πίπτων κατά γης, μετά δακρύων προσηύχετο οδυρόμενος ως ο Προφήτης Δαυϊδ δια την αμαρτίαν. Η δε γυνή έφθασεν εις την Μονήν της Οσίας Παύλας και ανήγγειλεν εις αυτήν τα γενόμενα άπαντα, κατά το πρόσταγμα του Αγίου, εκείνη δε την επεμελήθη σωματικώς τε και πνευματικώς και ενέδυσε ταύτην  με το σχήμα των Μοναχών. Έμεινε δε η γυνή εκεί μιμουμένη την διδάσκαλον Παύλαν εις όλας τας πράξεις αυτής και τόσον έγινεν ενάρετος, ώστε ηξιώθη να κάμνη θαύματα με την βοήθειαν του Θεού και εις πίστωσιν αναγράφωμεν εν, δια να λάβουν θάρρος οι αμαρτήσαντες. Εις το ρηθέν Μοναστήριον εισήλθέ ποτε γυνή τις, ήτις είχεν εις τους οφθαλμούς δεινήν ασθένειαν και ησθάνετο μεγάλην οδύνην. Η δε μακαρία Παύλα, δια να αποδειχθή πόσα δύναται να κατορθώση η αληθινή μετάνοια, επρόσταξε την ανωτέρω Μοναχήν να κάμη προσευχήν δια την πάσχουσαν. Η δε, ως υπήκοος, ετέλεσε το πρόσταγμα και με την δύναμιν του Κυρίου οι πρώην ασθενείς και σχεδόν τυφλώττοντες οφθαλμοί θαυμασίως εθεραπεύθησαν. Εκείνη δε η γυνή, η οποία ιατρεύθη, δια να μη γίνη προς την ευεργέτιν αχάριστος, ενεδύθη το άγιον Σχήμα και έμεινεν εις την Μονήν έως τέλους. Η δε πρόξενος της θεραπείας αυτής, δια την οποίαν ανωτέρω αναφέρομεν, ότι ήτο πρότερον φαύλη και άσεμνος, εφύλαξε πολλήν εγκράτειαν μετά την αναχώρησιν η αείμνηστος και δεν εγεύθη οίνον ή έλαιον ή σταφυλήν, ή άλλην οπώραν ουδέποτε κατά τους δώδεκα χρόνους, κατά τους οποίους έζησεν εις το Μοναστήριον· μόνον με άρτον και ύδωρ ετρέφετο και ταύτα πάλιν όχι εις κόρον, αλλ’ ενδεώς, δηλαδή δεν εχόρταινε· μόνον τόσον έτρωγε και έπινεν, όσον να μη αποθάνη από την πείναν η παμμακάριστος. Ούτως ανδρείως πολιτευομένη δεν εψεύσθη εις τας επαγγελίας της, αλλά καταισχύνασα μάλιστα τον αντίπαλον, απήλθε δια της προσκαίρου κακοπαθείας εις την αιώνιον ευφροσύνην και άπειρον αγαλλίασιν. Ο δε μακάριος Μαρτινιανός επί επτά μήνας ήτο εις αθλίαν κατάστασιν, μη δυνάμενος να μετακινηθή καν και να περιπατήση· αφού δε εθεραπεύθησαν οι πόδες του, εσκέφθη να υπάγη εις τόπον αναχωρητικόν και απόκρυφον, εις τον οποίον να μη δύναται ουδόλως να πλησιάση γυνή, δια να μη του πλέξη πάλιν ο δαίμων νέαν παγίδα. Ταύτα συλλογιζόμενος εδέετο του Θεού να συνευδοκήση εις την γνώμην του, καθοδηγών αυτόν προς το συμφέρον του και προσευχόμενος έλεγε· «Κύριε, συ όστις δεσπόζεις του ουρανού και της γης και πάσης της κτίσεως, κατάρτισε τα διαβήματά μου και μη με αφήσης να απολεσθώ το πλάσμα σου. Αλλά γενού μοι, Κύριε, οδός και ζωή, ράβδος και πήρα (σάκκος) και άρτος χρήσιμος και προς ζωήν αιώνιον καθοδήγησον». Ούτως ειπών και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εξήλθεν από το σπήλαιον και έτρεχε προς την θάλασσαν. Τότε αφήκε φωνήν ο διάβολος λέγουσαν· «Ας ανδρίζωνται αι δυνάμεις μου και ας είναι το όνομά μου λαμπρόν και περίφημον, επειδή τον ενίκησα· τον κατέκαυσα με πυρ και τον εδίωξα από το κελλίον του». Έπειτα λέγει και προς τον Όσιον· «Που φεύγεις, Μαρτινιανέ; Γνώριζε, ότι όπου και αν υπάγης έρχομαι και εγώ· και καθώς απ’ εδώ σε εδίωξα, ουτω και απ’ εκεί θα σε κάμω εξόριστον και δεν θα αναχωρήσω από πλησίον σου, έως ότου σε ταπεινώσω εντελώς». Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Ω αδύνατε και όντως ταλαίπωρε, νομίζεις λοιπόν ότι συ με εξέβαλες από το σπήλαιον ή ότι ανεχώρησα διότι με κατέβαλεν η ακηδία; Μη καυχάσαι, μοχθηρέ, εις αυτό, διότι ψεύδεσαι. Επειδή δια να καταβάλω περισσότερον την δύναμίν σου ανεχώρησα και δια να ελέγξω ευκολώτερα την πολλήν ασθένειάν σου. Πλην εάν δεν σε φθάνη η πρώτη προσβολή και ο δεύτερος πόλεμος, ελθέ και τρίτον δοκίμασον και οσάκις θέλεις πολέμησον. Πάντοτε θα μένεις νικημένος, τρισάθλιε, με την δύναμιν του Κυρίου μου και θέλουν γίνει όλα τα όργανα, τα οποία θα μεταχειρισθής κατ’ εμού, ρομφαίαι δίστομοι κατά σου, καθώς το είδες εις την γυναίκα, την οποίαν μου έστειλες, ήτις και αυτή εφάνη δυνατωτέρα από σε και καταπατεί την δύναμίν σου, συ δε καν να την εγγίσης δεν τολμάς ουδόλως, άθλιε». Ταύτα λέγων ο Όσιος ο μεν δαίμων έφυγεν, αυτός δε έτρεχε ψάλλων το «Αναστήτω ο Θεός» (Ψαλμ. ξζ: 1) και τα επίλοιπα του Ψαλμού έως ότου έφθασεν εις τον λιμένα, εκεί δε ευρών πλοίαρχόν τινα τον ηρώτησε λέγων· «Γνωρίζεις καμμίαν νήσον έρημον, εις τόπον αναχωρητικόν, να υπάγω εις ταύτην να κατοικήσω ατάραχα, ελεύθερος από τας πανουργίας του δαίμονος»; Ο δε πλοίαρχος απεκρίθη· «Είναι μία ξηρόνησος μακράν από την γην, στενή μεν και φοβερά εις το ύψος, αλλά κατά τον πόθον τον οποίον έχεις κατά πολύ αρμοδία, επειδή είναι ο τόπος ήσυχος. Πως όμως θα εξοικονομής την απαραίτητον τροφήν σου εις τοιούτον τόπον σκληρότατον»; Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Ας κάμωμεν μίαν συμφωνίαν· να μου φέρης τρεις φοράς τον χρόνον άρτους και ύδωρ και εγώ πάλιν πρώτον μεν να δέωμαι εις τον Θεόν δια την ψυχήν σου, δεύτερον δε να μου φέρης μαλλίον ή βαϊα φοινίκων να πλέκω σχοινίον, το οποίον θα σου δίδω εις αντάμειψιν των εξόδων σου». Ταύτα ακούσας ο πλοίαρχος ηννόησεν ότι ήτο πνευματικός και άγιος άνθρωπος. Όθεν εδέχθη να τελέση όλην την επιθυμίαν του. Επεβιβάσθησαν λοιπόν του πλοίου, έλαβον δε και ολίγους άρτους και ύδωρ εις υδρίας και επειδή ήτο ο άνεμος επιτήδειος, μέχρι της εσπέρας έφθασαν εις την ξηρόνησον, την οποίαν ιδών ο Άγιος κατά την γνώμην αυτού κατάλληλον, ανέβη χαρούμενος ψάλλων ταύτα· «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι… και έστησεν επί πέτρας τους πόδας μου και κατεύθυνε τα διαβήματά μου» (Ψαλμ. λθ: 1-3). Τότε αποχαιρετήσας τον πλοίαρχον είπε προς αυτόν· «Ύπαγε, τέκνον μου, εις ειρήνην και φέρε μου τον άρτον και το ύδωρ κατά την συμφωνίαν». Ο δε πλοίαρχος είπε προς αυτόν· «Θέλεις να σου φέρω και ξυλείαν να σου κτίσω και μικράν καλύβην δι’ ανάπαυσιν»; Ο γενναίος όμως και αδαμάντινος του Χριστού στρατιώτης δεν ηθέλησεν, αλλ’ έμεινεν ούτω βασανιζόμενος και ταλαιπωρούμενος από τους ανέμους, τας βροχάς και τας χιόνας, κατά δε το θέρος υπό του ηλίου καταφλεγόμενος. Ω της ανδρείας και γενναιότητος! Ω της ακραδάντου πίστεως! Και στήλη να ήτο λιθίνη, ή μέταλλον, θα ενικάτο με την πολυκαιρίαν, αλλ’ αυτός ο αδαμάντινος δεν ενικήθη παντελώς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, ο μεν πλοίαρχος επήγαινε τρεις φοράς τον χρόνον και έβλεπε τον Όσιον, ο δε Όσιος ευρισκόμενος μακράν από τον κόσμον έχαιρεν απολαμβάνων την ποθουμένην ησυχίαν. Ο μισόκαλος όμως δαίμων δεν τον αφήκε και πάλιν να ησυχάση μέχρι τέλους, αλλά και εκεί εις την ξηρόνησον του ήγειρε πόλεμον. Δια να τον κάμη λοιπόν να φοβηθή, ετάραξε νύκτα τινά την θάλασσαν τόσον ώστε εδείκνυεν εις τον Όσιον, ότι υψώνοντο τα κύματα επάνω από την κεφαλήν του περισσότερον από δεκαπέντε πήχεις, εξέβαλε δε και κραυγάς ο τρισάθλιος λέγων· «Δεν σε αφήνω, Μαρτινιανέ, έως να σε πνίξω κατ’ αλήθειαν». Ο δε Όσιος, ουδόλως ταραχθείς, απεκρίθη· «Έχω τον Δεσπότην Χριστόν όστις με ενδυναμώνει και δεν σε φοβούμαι, αλλά θέλω σε καταισχύνει, ανίσχυρε». Έψαλλε δε πάλιν το «Σώσον με ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου» (Ψαλμ. ξη: 1) και το υπόλοιπον του Ψαλμού· είτα πάλιν ηύχετο, λέγων· «Χριστέ Μονογενές, συ όστις κατέβης εις την γην δια να σώσης τον άνθρωπον και εις το πρόσταγμά Σου υπακούουσιν όλα τα κτίσματα, λύτρωσόν με από τον πειρασμόν τούτον του δαίμονος». Ούτω προσευχηθείς ο μεν εχθρός εγένετο αφανής, ο δε Όσιος διεφυλάχθη αβλαβής από πάσαν επήρειαν του εχθρού. Εις την ξηρόνησον εκείνην διέμεινεν  Άγιος εξ χρόνους, υπομένων πάσαν κακοπάθειαν τόσον κατά το θέρος όσον και κατά τον χειμώνα, νομίζων όλα τα λυπηρά ευχάριστα και αποβλέπων εις την μέλλουσαν αιώνιον αγαλλίασιν. Όθεν εφθόνησε πάλιν ο αντικείμενος και του έδωσεν έτερον πόλεμον μεγαλύτερον από τον προηγούμενον. Εφύλαξε δηλαδή τον καιρόν ο παμμίαρος, και όταν διήρχετο πλησίον της πέτρας εκείνης πλοίον τι, εις το οποίον ήσαν άνδρες και γυναίκες, ήγειρε θαλασσοταραχήν και τότε το μεν πλοίον συνετρίβη εις την ξηρόνησον, οι δε επιβάται επνίγησαν άπαντες· μόνον μία κόρη ωραία και πάγκαλος διεσώθη επί μιας σανίδος και πλησιάσασα εις την ξηρόνησον εφώναζε μετά δακρύων· «Ελέησόν με την απολλυμένην, δούλε του Θεού, και δος μοι χείρα βοηθείας. Πρόφθασον, πριν να με καταπίη η άβυσσος και σώσον με την δυστυχή». Βλέπων λοιπόν ο Όσιος ότι έπρεπε να βοηθήση την ναυαγόν είπε· «Και τούτο τέχνη σου είναι, διάβολε, αλλά δεν θα νικήσης την δύναμιν του Χριστού, εις τον οποίον έχω εγώ στηρίξει ολοψύχως τας ελπίδας μου και πιστεύω εις την βοήθειάν του». Ταύτα ειπών ο Όσιος εμελέτα κατά διάνοιαν λέγων· «Πάλιν δοκιμασία καρδίας φοβερωτέρα της προτέρας επέστη εναντίον μου, είναι δε τόσος ο κίνδυνος όσον το ύδωρ είναι επισφαλέστερον της γης. Δέσποτα Κύριε, μη με αφήσης να απολεσθώ ο ανάξιος δούλος σου, αλλ’ οικονόμησον το συμφέρον μου». Ούτως ειπών ο Όσιος έκυψεν εις την θάλασσαν και έσυρε την γυναίκα από τα ύδατα, βλέπων δε ότι ήτο κόρη περικαλλής και εύμορφος έλεγεν· «Αληθώς δεν συμφωνούσι μαζί το πυρ και τα λινόξυλα. Αδύνατον είναι να συγκατοικώμεν κοινοβιάζοντες, διότι θέλομεν αμφότεροι εξαχρειωθή δια συνεργείας του δαίμονος. Λοιπόν, συ υπόμεινον εδώ και μη δειλιάσης, διότι έχει άρτους και ύδωρ, έως ότου έλθη ο πλοίαρχος και τότε ανάγγειλον εις αυτόν τα συμβάντα και ειπέ του να σε υπάγη εις την πόλιν σου». Ούτως ειπών προσηυχήθη προς Κύριον λέγων· «Κύριε ο Θεός μου, εις τον οποίον υπακούουσιν η θάλασσα και οι άνεμοι, επίβλεψον επ’ εμέ και μη με αφήσης να απολεσθώ εις τα ύδατα, εις τα οποία εισέρχομαι, ελπίζων εις το φοβερόν όνομά σου, διότι προκρίνω να απολεσθώ μάλλον σωματικώς, παρά να πέσω εις το πάθος και τον βόρβορον του σώματος». Είτα στραφείς προς την κόρην και ευχηθείς εις αυτήν την σωτηρίαν της ψυχής της, έπεσεν εις την θάλασσαν και παρευθύς ευρέθησαν δύο δελφίνες, οίτινες εδέχθησαν τον Άγιον εις την ράχιν των κρατούντες αυτόν ασφαλώς επάνω του ύδατος, βλέπουσα δε η κόρη τοιούτον φρικτόν και τεράστιον εθαύμαζε και εξίστατο. Φθάσας λοιπόν εις την ξηράν ο Όσιος, πρώτον μεν προσηυχήθη εις τον Σωτήρα Θεόν, ευχαριστών αυτόν δια τοιαύτην εξαίσιον ποντοπορίαν. Έπειτα πάλιν διελογίζετο, μη γνωρίζων που να υπάγη και έλεγε καθ’ εαυτόν· «Τι να πράξω και που να μεταβώ, απορώ και εξίσταμαι. Ούτε εις τα όρη και εις τα σπήλαια με αφήνει ο εχθρός να ησυχάσω, ούτε εις την άβατον θάλασσαν. Ας φεύγω λοιπόν από πόλεως εις πόλιν, κατά το Ευαγγελικόν πρόσταγμα». Ούτω λοιπόν απήρχετο από τόπου εις τόπον, μηδέν βαστάζων, ούτε άλλο τι των αναγκαίων του σώματος έχων, μόνον έλεγεν εις εαυτόν· «Φεύγε, ταπεινέ Μαρτινιανέ, μη σε καταλάβη πειρασμός έτερος». Όταν λοιπόν έφθανεν εις τι χωρίον, ηρώτα τις ήτο εκεί φοβούμενος τον Θεόν, έμενε δε εις την οικίαν εκείνου ολίγον διάστημα. Έπειτα λαμβάνων τα αναγκαία προς συντήρησιν απήρχετο, χωρίς να συνάπτη μετ’ ουδενός φιλίαν, θέλων να είναι ξένος και άγνωστος προς όλους όπου δε ήθελε νυκτώσει είτε εις βουνόν επάνω είτε εις πεδιάδα, είτε εις έρημον, εκεί παρέμενεν, έως της επομένης ημέρας. Ούτω παρήλθον δύο χρόνοι, κατά το διάστημα των οποίων διέδραμεν εκατόν εξήντα τέσσαρας πόλεις, τελευταία των οποίων υπήρξαν αι Αθήναι, η λαμπρά και περίφημος, εις την οποίαν ετελείωσε τον δρόμον του καλώς ο τρισμακάριος. Ως λοιπόν έφθασεν εις την πόλιν ταύτην των Αθηνών, απεκάλυψεν ο Κύριος εις τον Επίσκοπον της πόλεως την έλευσιν του μακαρίου Μαρτινιανού και την εις αυτήν εντός ολίγου κοίμησίν του, την οποίαν εγνώρισε και ο Άγιος. Όθεν εισελθών εις Ναόν τινά και καθήσας, είπε προς τους παρευρισκομένους να καλέσωσι τον Επίσκοπον. Εκείνοι δε, νομίζοντες αυτόν άφρονα, ημέλουν να εκτελέσουν το προσταττόμενον. Παρεκάλεσεν όθεν αυτούς πάλιν και απελθόντες εις τον Αρχιερέα είπον· «Άνθρωπος τις εισελθών εις τον Ναόν εκάθισεν εις σκαμνίον ως άφρων και μας είπε· «Προσκαλέσατε ταχέως εδώ τον Επίσκοπον». Ο δε Αρχιερεύς είπε προς αυτούς· «Ω άφρονες μάλλον σεις και ασύνετοι, εκείνος δε τρισμακάριος». Ταύτα λέγων έδραμε προς τον Άγιον, όστις ήτο εις την εσχάτην ώραν και μη δυνάμενος να εγερθή, εχαιρέτησεν ο εις τον άλλον, ο δε Επίσκοπος τιμήσας τον Όσιον, ως έπρεπεν, είπε προς αυτόν· «Ευχαριστώ τον Κύριον, όπου με ηξίωσε να σε απολαύσω ζώντα, καθώς μου υπεσχέθη ο αψευδής και πανάγαθος. Συ δε οπόταν εκείνης της μακαρίας τρυφής απολαύσης εις τον Παράδεισον, ενθυμού να κάμης δια την ψυχήν μου προς Κύριον δέησιν». Λέγει προς αυτόν ο Όσιος· «Ευλόγησόν με, Δέσποτα, και εύχου εις τον Θεόν δι’ εμέ, ίνα επιτύχω παρρησίας εις το φοβερόν Αυτού βήμα». Ταύτα ειπών ο Όσιος εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και υψώσας προς ουρανόν τους οφθαλμούς, αφήκε την μακαρίαν ψυχήν του με ιλαρόν και χαριέστατον πρόσωπον, δεικνύων με το έξωθεν είδος την εσωτερικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν της ψυχής. Ω μακάριος όντως και θαυμάσιος ανήρ, όστις και μαρτύριον εκούσιον υπέμεινε και ανδρείως και φρικτώς ηγωνίσθη, ουχί δια την ευσέβειαν, αλλά δια την σωφροσύνην, την αγνείαν και την καθαρότητα και τρόπαιον έστησεν, ουχί κατά των απίστων Ελλήνων, αλλά καθ’ εαυτού διώκτης γενόμενος και κατήγορος πικρός και άσπλαγχνος δήμιος. Επειδή, δια να μη απαρνηθή την ψυχωφελή σωφροσύνην και δια να φυλάξη αγνείαν ισάγγελον, παρέδωσε το ίδιον αυτού σώμα εις το πυρ και εις την θάλασσαν, αλλά και με μυρίους άλλους κινδύνους παρέδιδε πολλάκις το σαρκίον φεύγων από τόπου εις τόπον, τιμωρών αυτό πρόσκαιρα, δια να λυτρωθή της αιωνίου κολάσεως. Αλλά ας έλθωμεν και εις την κόρην, την οποίαν αφήκαμεν εις την νήσον, εις την οποίαν ησκήτευεν ο Όσιος να πληροφορηθώμεν ποίον τέλος έλαβε και πόσης δόξης ηξιώθη παρά Θεού. Διότι πολλήν φροντίδα είχεν ο Άγιος δι’ αυτήν και πολλάς δεήσεις προσέφερε προς τον Κύριον παρακαλών αυτόν όπως την αξιώση καλής τελειώσεως. Έμεινε λοιπόν η κόρη εις την ξηρόνησον δύο μήνας έως ότου επήγεν εκεί ο πλοίαρχος, όστις ιδών αυτήν εθαύμασε, νομίζων ότι είναι φάντασμα και φοβηθείς εστράφη εις τα οπίσω κωπηλατών βιαίως δια να φύγη το γρηγορώτερον. Η δε κόρη εφώναζε λέγουσα· «Σε παρακαλώ, δια τον Κύριον, μη φύγης, αλλά πλησίασον να σου διηγηθώ τα κατ’ εμέ και να ακούσης λόγον φοβερόν να δοξάσης τον Κύριον». Καταπεισθείς λοιπόν ο πλοίαρχος επλησίασε και ερωτήσας δια τον Όσιον τι απέγινεν, εποίησε πρώτον η κόρη το σημείον του Σταυρού, δια να αφαιρέση από την ψυχήν αυτού πάσαν υποψίαν φαντάσματος. Έπειτα δε του διηγήθη καταλεπτώς την υπόθεσιν περί του Αγίου και αυτής. Ακούσας τα γενόμενα ο πλοίαρχος εδόξασε τον Θεόν, έπειτα ηθέλησε να υπάγη την κόρην εις τον τόπον της, αλλ’ εκείνη η αξιομακάριστος δεν εδέχθη λέγουσα· «Παρακαλώ σε, φιλόχριστε, μη με παρίδης την τάλαιναν, αλλά κάμνε και εις εμέ την υπηρεσίαν, την οποίαν έκαμνες και εις τον Όσιον και θέλεις έχει μισθόν περισσότερον εις την ψυχήν, επειδή είμαι γυνή, μέρος αδύνατον, δια σου δε θέλω σώσει την ψυχήν μου, βοηθούντος του Κυρίου μου, όστις με εβοήθησε και διέσωσα την ζωήν μου μόνον εγώ από τόσους επιβάτας, οι οποίοι επνίγησαν. Φέρε μου δε εργόχειρον να εργάζωμαι δια να σου ανταποδίδω την ζωοτροφίαν μου και τον κόπον σου. Έτι δε φέρε μου και ενδύματα και τρίχινον υποκάμισον, ας έλθη δε και η συμβία σου να με ενδύση ανδρικήν στολήν. Ο δε Κύριος να στείλη και εν τω νυν αιώνι εις την οικίαν σου πλούσια τα ελέη του και εις τον μέλλοντα να σας αξιώση της αιωνίου μακαριότητος». Ταύτα ακούσας ο πλοίαρχος την ηυλαβήθη, αντιληφθείς την ένθεον γνώμην της και της υπεσχέθη να εκπληρώση τον πόθον της. Επήγε λοιπόν εις την οικίαν του, έλαβεν όλα τα χρειαζόμενα και την γυναίκα αυτού και την τρίτην ημέραν έφθασαν εις το νησίον. Αναχωρήσας δε ολίγον ο πλοίαρχος, έμειναν αι δύο γυναίκες και εκδυθείσα η μακαρία ομού με τα ιμάτια και πάσαν την γυναικείαν ασθένειαν, ενεδύθη τα ανδρικά και μάλιστα των ανδρών το φρόνημα. Έπειτα ηυχήθη προς Κύριον, εαυτήν μεν να αξιώση να τελέση τον βίον θεάρεστα, εις εκείνους δε οι οποίοι θέλουν την υπηρετήσει εις τα χρειαζόμενα, να αποδώση εις την Βασιλείαν αυτού πλουσίαν αντάμειψιν. Κατόπιν έδωκε την γυναικείαν ενδυμασίαν εις την άλλην γυναίκα, να την έχη προς ενθύμησιν. Αποχαιρετισθέντες είτα, ο μεν πλοίαρχος και η γυνή του επέστρεψαν εις τον οίκον των, αυτή δε η μακαρία έμεινε μόνη εις το νησίον σκληρώς αγωνιζομένη. Ήρχοντο δε ο πλοίαρχος και η γυνή του τακτικά, ανά τρεις μήνας, και της έφερον άρτους, ύδωρ και μαλλίον δι’ εργόχειρον, καθώς η μακαρία εζήτησε, δια να μη τρώγη χωρίς κόπον τον άρτον κατά τον Απόστολον. Είχε δε τόσην ευφροσύνην και αγαλλίασιν εις την ξηρόνησον εκείνην, ως να ήτο εις βασιλικόν και πλούσιον θάλαμον. Προσηύχετο δε η μακαρία καθ’ εκάστην ημέραν, δώδεκα φοράς εγειρομένη και εδοξολόγει κατά χρέος τον Κύριον. Τας δε νύκτας εδιπλασίαζε τας ευχάς η αοίδιμος. Η τροφή της ήτο άρτος μόνον μία λίτρα (350 γραμμάρια περίπου) ανά εκάστην δευτέραν ημέραν και ύδωρ ανάλογον. Όταν δε επήγεν εις την ξηρόνησον ήτο είκοσι πέντε ετών, ζήσασα δε εις αυτήν άλλους εξ χρόνους υπερθαύμαστον ζωήν, απήλθε προς τον ποθούμενον δύο μήνας προτού να έλθη ο πλοίαρχος. Όταν δε ήλθεν εκείνος με την σύζυγόν του εύρον την Αγίαν κειμένην με ευσχημοσύνην, σώαν και άφθαρτον, ως να είχε τελευτήσει εκείνην την ώραν. Πεσόντες λοιπόν εις την γην προσεκύνησαν το άγιον αυτής λείψανον με πολλήν ευλάβειαν. Έπειτα τελέσαντες την εσχάτην υπηρεσίαν, ως αγαθοί και φιλόθεοι, έλαβον εκείνον τον πολύτιμον θησαυρόν και τον μετέφεραν εις την χώραν αυτών, δώρον κοινωφελές εις όλους και πολυέραστον. Αυτά είναι τα κατά του αντιπάλου μέγιστα τρόπαια του γενναίου και αηττήτου Μαρτινιανού, όστις δια μέσου των οργάνων εκείνων τα οποία ητοίμασε κατ’ αυτού ο εχθρός, των γυναικών δηλαδή, δι’ αυτών των ιδίων αντεπολέμησε και αυτός ανδρείως εκείνον και με τα ιδικά του ξίφη τον εθανάτωσε, δίδων ακόμη και εις τας γυναίκας εκείνας καλόν υπόδειγμα πως πρέπει να αγωνίζωνται ανδρείως κατά του αντιπάλου, όστις τας ηπάτησε πρότερον. Ας πολεμήσωμεν λοιπόν και ημείς τον αντίπαλον, να τον νικήσωμεν γενναίως με την άνωθεν βοήθειαν, ίνα και των στεφάνων της δόξης επιτύχωμεν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΧΡΗΣΤΟΣ ο κηπουρός, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει αψμη΄ (1748), ξίφει τελειούται.

Χρήστος ο Άγιος του Χριστού Νεομάρτυς κατήγετο εκ της Αλβανίας, όταν δε ήτο ετών τεσσαράκοντα την ηλικίαν, πορευθείς εις την βασιλεύουσαν, έγινεν εκεί κηπουρός· εν μια δε των ημερών πωλών μήλα εις την αγοράν, συνεφώνησε μετά τινος Τούρκου να του πωλήση τα μήλα τα οποία είχεν· επειδή δε περιήλθεν εις φιλονικίαν μετ’ αυτού περί της τιμής των μήλων, ο Αγαρηνός, δια να εκδικηθή, συκοφαντεί τον Χρήστον, ότι είπε δήθεν να γίνη Τούρκος· όθεν σύρει παρευθύς τον Άγιον και τον πηγαίνει εις το κριτήριον, παρουσίασε δε και ψευδομάρτυρας, ότι είπεν αληθώς να τουρκεύση. Ο κριτής ηρώτησε τότε τον Μάρτυρα περί τούτου και αυτός απεκρίθη, με μεγάλην γενναιότητα, ότι είναι Χριστιανός και ότι τοιούτον λόγον δεν είπεν, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να αλλάξη την Ορθόδοξον πίστιν του, καν λάβη μύρια βάσανα. Τότε ο κριτής επρόσταξε και ερράβδισαν σφοδρώς τον Μάρτυρα· έπειτα δένοντες αυτόν, τον εκτύπησαν εις την κεφαλήν, ώστε έτρεχον άφθονα αίματα· είτα τον έβαλαν εις την φυλακήν και έσφιγξαν τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Έτυχε δε να είναι τότε εντός της φυλακής και ο γνωστός λόγιος Μοναχός Καισάριος ο Δαπόντες, όστις και το Μαρτύριον τούτο συνέγραψε και βλέπων τον Μάρτυρα εις το ξύλον, τον συνεπόνησεν· όθεν έκαμε τρόπον και τον έβγαλε κρυφίως από το ξύλον και του έφερε να φάγη δια να ενδυναμωθή· αλλ’ ο Μάρτυς δεν ηθέλησε να γευθή τελείως, ειπών· «Διατί να φάγω; Μήπως πρόκειται να ζήσω; Λοιπόν ας αποθάνω δια τον Χριστόν μου πεινασμένος και διψασμένος». Έδωκε δε ο Μάρτυς προς τον ρηθέντα Μοναχόν Καισάριον μίαν ακόνην από ατσάλι, την οποίαν είχεν εις την ζώνην του, και τον παρεκάλεσε να δώση να του κάμουν μετά θάνατον μερικάς λειτουργίας. Μετά ταύτα έβγαλαν τον Μάρτυρα από την φυλακήν και τον απεκεφάλισαν την ιδίαν ημέραν και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον στέφανον του Μαρτυρίου την ιβ΄ (12η) Φεβρουαρίου του έτους, αψμη΄ (1748) εν Χριστώ Ιησού· ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΑΝΤΩΝΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.

Αντώνιος εν Αγίοις Πατήρ ημών από μεν τον πατέρα κατήγετο από την Ανατολήν, από δε την μητέρα από την Στερεάν Ελλάδα, ως τρίτην δε πατρίδα είχε την Κωνσταντινούπολιν, η οποία ενηγκαλίσατο και έθρεψεν αυτόν και εκδύσασα από τα μητρικά σπάργανα τον έφερεν εις μέτρον ηλικίας, μαθητεύσασα δε αυτόν και τα ιερά γράμματα, ύστερον απέκτησεν αυτόν και Ποιμένα της. Επειδή δε πολλάκις, όσα μέλλουσι να ακολουθήσωσιν ύστερον η του Πνεύματος Χάρις εις τινας ανθρώπους προφθάνει και πρότερον, δια τούτο, ότε ο Άγιος ούτος ήτο παιδίον πολλά μικρόν, ωκονόμησε θαυμαστώς να τελή την θείαν Λειτουργίαν, καθώς έβλεπε τους Ιερείς τελούντας αυτήν εν τη Εκκλησία και να προσκομίζη άρτον και να βαστάζη θυμιατήριον να θυμιάζη. Εφανέρωνε δε η Χάρις με αυτά, προ πολλών χρόνων, την Αγιότητα ην έμελλε να λάβη ύστερον ο Μακάριος ούτος Πατήρ. Ότε δε ο Άγιος έφθασεν εις ηλικίαν, έγινε Μοναχός και μετεχειρίζετο ανδρικλωτατα την πρακτικήν αρετήν και εσωτερικήν φιλοσοφίαν. Έπειτα εχειροτονήθη Πρεσβύτερος χωρίς να θέλη και έγινεν Ηγούμενος του Μοναστηρίου του, των Στουδιτών δηλαδή. Από τότε λοιπόν ηγαπήθησαν απ’ αυτόν η αγρυπνία, η νηστεία, το της προσευχής ακούραστον· τότε δε και ο πατήρ αυτού ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα. Όθεν, καιρόν και αφορμήν λαβών ο θείος ούτος Αντώνιος, έκαμνε την ελεημοσύνην με τας δύο του χείρας, ως λέγει η κοινή παροιμία. Μίαν φοράν διήρχετο ο Άγιος από στενόν τινα τόπον και εμοιραζεν ελεημοσύνην, εκεί δε εφάνη τις, ο οποίος εβάστα εις τας χείρας κόμβον μεγάλον γεμάτον φλωρία και λέγει προς τον Αντώνιον· «Λάβε τούτο δια να εξοδεύης εις τους πτωχούς». Και η μεν χειρ του φανέντος εκείνου εβάσταζε τα φλωρία, εις δε τους οφθαλμούς δεν εφανερώθη ποίος ήτο. Με τοιαύτα καλά και αρετάς ήτο πλουτισμένος ο θαυμαστός ούτος Πατήρ. Όθεν, δια ταύτα, ότε ήλθε καιρός και εζητείτο Πατριάρχης άξιος, τότε με ψήφον της Ιεράς Συνόδου και του βασιλέως εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Και λοιπόν έτρεχεν ο μακάριος ενδυναμούμενος υπό της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος εις όλας τας Εκκλησίας της πόλεως τόσον ταχέως, ωσάν να είχε πτερά, αν και ήτο γέρων και με λιτανείας εδυσώπει τον Πανάγαθον Θεόν. Αυτός εβοήθει μεν τας Εκκλησίας εκείνας, όσαι ήσαν σεσαθρωμέναι από τον χρόνον, έδιδε δε αφθονοπαρόχως τα προς την χρείαν εις τους ενδεείς Κληρικούς και αναγνώστας και παρηγόρει τας πολλάς μυριάδας των πτωχών με σιτηρέσια και ελεημοσύνας. Εις πολλούς λοιπόν πολλών καλών γενόμενος πρόξενος και πολύ μεγάλα θαύματα ποιήσας, έφθασεν εις γήρας βαθύ και απήλθε προς Κύριον, τελείται δε η αυτού σύναξις εις το Μοναστήριόν του.


Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Οσίας ΜΑΡΙΑΣ της μετονομασθείσης ΜΑΡΙΝΟΣ.

Μαρία η Οσία Μήτηρ ημών, αλλάξασα τα γυναικεία φορέματα, εφόρεσεν ανδρικά και αντί Μαρίας μετωνομάσθη Μαρίνος· εισελθούσα δε εν Μοναστηρίω μετά του κατά σάρκα πατρός αυτής, εκουρεύθη Μοναχός και υπηρέτει μετά των νεωτέρων Μοναχών, χωρίς να γνωρισθή τελείως ότι ήτο γυνή. Μίαν φοράν δε καταλύσασα εν τινι ξενοδοχείω ομού με άλλους αδελφούς, διεβλήθη ότι έφθειρε την θυγατέρα του ξενοδόχου και δέχεται ευχαρίστως την συκοφαντίαν ταύτην και το όνειδος και ομολογεί, ότι έπραξε δήθεν την αμαρτίαν εκείνην· όθεν εξεδιώχθη του Μοναστηρίου και επί τρία ολόκληρα έτη εταλαιπωρήθη, η αοίδιμος, τρέφουσα το παιδίον εκείνο το οποίον αυτή δεν εγέννησε. Γενομένη δε ποτε δεκτή εις το Μοναστήριον, είχε μεθ’ εαυτής και τον δήθεν εκ πορνείας υιόν της, εφανερώθησαν όμως τα κατά την Οσίαν αφ’ ου ετελεύτησε, διότι, ότε ενεταφιάζετο, εγνωρίσθη, ότι ήτο γυνή. Η δε θυγάτηρ του πανδοχέως, η συκοφαντήσασα την Οσίαν, εκυριεύθη υπό πονηρού δαίμονος, όθεν ωμολόγησε φανερά και είπεν, ότι διεφθάρη υπό στρατιώτου τινός. Ο Ηγούμενος λοιπόν και οι Μοναχοί, οι οποίοι πρότερον ωνόμαζον αθλίαν την Οσίαν, τότε ωνόμαζον αυτήν μακαρίαν και πολλών τιμών ταύτην ηξίωσαν.