Φλαβιανός ο Όσιος Πατήρ
ημών επήγεν εις την κορυφήν όρους τινός και κτίσας μικρόν κελλίον εκλείσθη
εντός αυτού και εκεί διήνυσε εξήκοντα έτη, χωρίς να συνδιαλέγηται μετά τινος
και χωρίς να είναι ορατός εις ουδένα· αλλά νεύων τον νουν του εις την καρδίαν
του, εφαντάζετο τον Θεόν και εκείθεν ελάμβανε πάσαν παρηγορίαν κατά την
προφητείαν την λέγουσαν· «Κατατρύφησον του Κυρίου, και δώσει σοι τα αιτήματα
της καρδίας σου» (Ψαλμ. λστ: 4). Είχε δε τόπον τινά εσκαμμένον και εξάγων
εκείθεν την χείρα του αδέχετο την κομιζομένην εις αυτόν τροφήν, δια να μη
φαίνηται δε εις τους έξωθεν ερχομένους, είχεν εσκαμμένον τον τόπον εκείνον
λοξώς και εις σχήμα κυκλοειδές· η δε τροφή του ήτο βεβρεγμένα όσπρια, εκ των
οποίων έτρωγεν άπαξ της εβδομάδος. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον έζησεν, ο
αοίδιμος, εξήκοντα ολόκληρα έτη, χωρίς να αλλάξη τελείως ούτε την τροφήν του,
ούτε την υψηλήν ταύτην πολιτείαν του. Όθεν επλουτίσθη παρά Θεού με την Χάριν
των θαυμάτων, διότι δια της προσευχής του μέγιστον δράκοντα εθανάτωσε και
ασπίδα απέκτεινε και πλήθος ακρίδων εδίωξεν εκ τινος αγρού, τον οποίον έμελλον
να καταφάγωσιν. Ούτος ο Όσιος ηλευθέρωσεν από το δαιμόνιον νέον τινά
δαιμονιζόμενον και τον μαστόν γυναικός βλαφθέντα υπό καρκίνου ιάτρευσε και τινα
υπό ταύρου πληγέντα και αποθανόντα ανέστησεν. Ούτω λοιπόν διανύσας την ζωήν του
ο τρισόλβιος, αντικατέστησε την παρούσαν πολύμοχθον και πρόσκαιρον ζωήν με την
αιώνιον και μακαρίαν, εις την οποίαν τώρα ευφραίνεται.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017
Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017
O Άγιος Φλαβιανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Τη ΙΣΤ΄ (16ην) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του εν
Αγίοις Πατρός ημών ΦΛΑΒΙΑΝΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Φλαβιανός ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως
Θεοδοσίου του Μικρού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη υη΄ - υν΄ (408-450). Πρεσβύτερον
ων της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας Εκκλησίας, δια δε την ενάρετον αυτού
πολιτείαν εχειροτονήθη εν έτει υμστ΄ (446) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με την
θέλησιν του Θεού και με την ψήφον της Συνόδου, του βασιλέως και της Συγκλήτου·
διανύσας δε εις τον θρόνον έτη τρία, κατά παραχώρησιν Θεού, εξώσθη του θρόνου
του παρά του Μονοφυσίτου Διοσκόρου και των ομοφρόνων αυτού και επέμφθη εις
εξορίαν, όπου υπομείνας πολλάς θλίψεις δια την Ορθόδοξον πίστιν και ασθενήσας,
προς Κύριον εξεδήμησεν.
Ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Φλαβιανός Αρχιεπίσκοπος
Κωνσταντινουπόλεως ηξιώθη μαρτυρικού τέλους καθ’ ον χρόνον ηγωνίζετο υπέρ των
αληθειών της Αγίας Ορθοδόξου πίστεως και κατά των Μονοφυσιτών, είναι δε λίαν
ανεπαρκείς αι παρεχόμεναι ενταύθα πληροφορίαι υπό του Συναξαρίου, διο
προσθέτομεν και τα εξής: Ο μακάριος Φλαβιανός ανήλθεν εις τον Πατριαρχικόν
θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 446 βασιλεύοντος Θεοδοσίου του Β΄ διαδεχθείς τον ιερόν Πρόκλον, μαθητήν
χρηματίσαντα του θείου Χρυσοστόμου. Κατά την εποχήν εκείνην ετάραττε την
Εκκλησίαν του Χριστού η αίρεσις του Μονοφυσιτισμού, την οποίαν εκήρυττεν ο
ιδρυτής της αιρέσεως ταύτης Αρχιμανδρίτης Ευτυχής. Ούτος ηγουμένευε Μονής τινος
της Κωνσταντινουπόλεως, ήσκει δε μεγάλην επιρροήν επί του πανισχύρου
πρωθυπουργού Χρυσαφίου, υπεστηρίζετο επίσης υπό του ομόφρονός του Πατριάρχου
Αλεξανδρείας Διοσκόρου (444 – 451). Κινήσαντες δε ούτοι πάντα λίθον, έπεισαν
τον ηλαττωμένης αντιλήψεως βασιλέα Θεοδόσιον τον Β΄ να συγκαλέση την εν Εφέσω
συγκροτηθείσαν εν έτει 449 Σύνοδον, την αποκληθείσαν Ληστρικήν, επί τω σκοπώ
επικρατήσεως του Μονοφυσιτισμού. Πρόεδρος της Συνόδου ταύτης ωρίσθη υπό του
αυτοκράτορος ο Διόσκορος. Ο μακάριος Φλαβιανός προσήλθεν εν τη Συνόδω ταύτη,
ίνα προασπίση την Ορθοδοξίαν, απηγορεύθη όμως εις αυτόν και τους μετ’ αυτού το
δικαίωμα ψήφου, ενώ παρεχωρήθη τοιούτον εις τον αρχηγόν των Σύρων Μονοφυσιτών
Μοναχών Αρχιμανδρίτην Βαρσουμάν. Ούτος κατήγετο εκ Σαμοσάτων, συγκροτήσας δε
τάγμα εκ χιλίων παραφόρων Μονοφυσιτών Μοναχών, ωπλισμένων με ράβδους, σκαπάνας
και πτυάρια, ελεηλάτει τας παρά τον Ευφράτην Εκκλησίας των Νεστοριανών, έκαιε
τα Μοναστήρια αυτών, εδίωκεν ή εφόνευε τους Νεστοριανούς Επισκόπους και πλείστα
άλλα έκτροπα εποίει. Ελθών ούτος εις την Σύνοδον της Εφέσου έφερε μεθ’ εαυτού
και το τάγμα τούτο δια να το χρησιμοποιήση καταλλήλως. Ουχί δε μόνον το τάγμα
τούτο προσήλθεν εις την Έφεσον, αλλά και πολυπληθείς άλλαι ομάδες εκφρόνων
αιρετικών εκ διαφόρων τόπων διαφοροτρόπως ωπλισμένων και αποφασισμένων δια
πάσαν κακίαν. Όλοι αυτοί ήσκησαν τρομοκρατίαν κατά παντός μη Μομοφυσίτου εις
την Σύνοδον της Εφέσου, ηξίωσαν δε και την καταδίκην του Αγίου Φλαβιανού.
Επειδή όμως η αξίωσις αύτη προεκάλει αντιρρήσεις εν τη Συνόδω η τρομοκρατία
ενετάθη. Βλέπων ο Άγιος την κατ’ αυτού μανίαν των φανατικών και εκφρόνων
αιρετικών και ότι ούτοι ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν εναντίον του, έσπευσε να κρυβή
ως εις άσυλον υπό την Αγίαν Τράπεζαν του Ναού τηςτηςοτόκου, εις τον οποίον
εγίνετο η ψευδοσύνοδος, δεν τον αφήκαν όμως, αλλ’ ωθούντες, λακτίζοντες και
τύπτοντες αυτόν τον εξέβαλον του Ναού, τον καθήρεσαν και απεφάσισαν την εξορίαν
του. Δεν ηρκέσθησαν όμως εις ταύτα μόνον οι Μοναχοί του Βαρσουμά, αλλ’
εξηκολούθησαν κακοποιούντες τον Άγιον τόσον ώστε μετά τρεις ημέρας παρέδωκε την
αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού εν μέσω των βασάνων. Παρόμοια υπέστησαν και οι
λοιποί Ορθόδοξοι Αρχιερείς. Δια τας όντως ληστρικάς ταύτας κακοπραγίας η
Σύνοδος αύτη απεκλήθη ληστρική. Ο Ρώμης Λέων, ο κατά την ιη΄ (18ην)
του παρόντος μηνός Φεβρουαρίου εορταζόμενος, πληροφορηθείς τα γενόμενα απέρριψε
την Σύνοδον ταύτην αποκαλέσας αυτήν latrocinium Ephesinum (Ληστρικόν Εφέσιον).
Κατά το επόμενον έτος ο βασιλεύς Θεόδορος Β΄ κρημνισθείς εκ του ίππου του
απέθανεν, οι δε διαδεχθέντες αυτόν Ορθοδοξότατοι βασιλείς Μαρκιανός και
Πουλχερία, η αδελφή του Θεοδοσίου, συνεκάλεσαν την εν Χαλκιδόνι συνελθούσαν
Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, αποκατέστησαν την Ορθοδοξίαν και κατεδίκασαν τον
Μονοφυσιτισμόν και μάλιστα τους αρχηγούς τούτου Ευτυχή, Διόσκορον, Βαρσουμάν κλπ.
Τότε ανεκομίσθη εκ της ξένης και το ιερόν του Αγίου Φλαβιανού λείψανον και
κατετέθη εν τω Ναώ των Αγίων Αποστόλων συνεργεία του διαδεχθέντος τον Άγιον
Φλαβιανόν Πατριάρχου Αγίου Ανατολίου (449-458), ως γράφεται εις το εκείνου
Συναξάριον κατά την γ΄ (3ην) Ιουλίου. Η Ορθοδοξία και πάλιν
ενίκησεν, οι δε Μονοφυσίται εις τόσον σκοτασμόν εβυθίσθησαν, ώστε τον
εγκληματίαν Βαρσουμάν ανεκήρυξαν και τιμώσιν ως Άγιον.
Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017
H μνήμη των Αγίων Μαρτύρων, των εν Περσία μαρτυρησάντων και του Αγίου Μαρουθά
Τη ΙΣΤ΄ (16ην) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των
Αγίων Μαρτύρων, των εν Περσία μαρτυρησάντων και εν Μαρτυρουπόλει
ανακομισθέντων. Τη αυτή ημέρα ο Όσιος ΜΑΡΟΥΘΑΣ, ο ανεγείρας την ανωτέρω πόλιν
επ’ ονόματι των ρηθέντων Μαρτύρων, εν ειρήνη τελειούται.
Μαρουθάς
ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, γενόμενος Επίσκοπος, απεστάλη υπό του Μεγάλου Θεοδοσίου
του βασιλέως Ρωμαίων εν έτει τπ΄ (380) προς τον βασιλέα των Περσών. Απελθών
όθεν εις την Περσίαν έλαβε μεγάλας τιμάς παρά των Περσών δια την αρετήν και
αγιότητά του, μάλιστα δε διότι ηλευθέρωσεν από το δαιμόνιον την δαιμονιζομένην
θυγατέρα του βασιλέως. Επειδή δε εύρε παρρησίαν εις τον βασιλέα των Περσών,
εζήτησε και έλαβε τα λείψανα των ανωτέρω αγίων Μαρτύρων των εν Περσία
μαρτυρησάντων και κτίσας πόλιν εις το όνομα αυτών, απεθησαύρισε τα ιερά λείψανα
εν αυτή. Μετά τινα δε έτη εκοιμήθη κατ’ εκείνην την ιδίαν ημέραν κατά την
οποίαν ενεκαινίασε την παρ’ αυτού κτισθείσαν Μαρτυρούπολιν, διο και η τούτου
μνήμη συμπανηγυρίζεται ομού με την μνήμην των Μαρτύρων.
Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017
Oi Άγιοι Μάρτυρες ΠΑΜΦΙΛΟΣ, ΣΕΛΕΥΚΟΣ, ΟΥΑΛΗΣ, ΠΑΥΛΟΣ, ΗΛΙΑΣ, ΙΕΡΕΜΙΑΣ, ΗΣΑΪΑΣ, ΣΑΜΟΥΗΛ και ΔΑΝΙΗΛ, ξίφει τελειούνται.
Τη ΙΣΤ΄ (16ην) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, οι
Άγιοι Μάρτυρες ΠΑΜΦΙΛΟΣ, ΣΕΛΕΥΚΟΣ, ΟΥΑΛΗΣ, ΠΑΥΛΟΣ και οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες
οι Αιγύπτιοι, ΗΛΙΑΣ, ΙΕΡΕΜΙΑΣ, ΗΣΑΪΑΣ, ΣΑΜΟΥΗΛ και ΔΑΝΙΗΛ, ξίφει τελειούνται.
Πάμφιλος
και οι συν αυτώ αναφερθέντες ανωτέρω ένδοξοι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά το έκτον
έτος του διωγμού, τον οποίον εκίνησεν ο Διοκλητιανός εναντίον των Χριστιανών,
ήτοι εν έτει από Χριστού 290, εφέρθησαν δε εις το Μαρτύριον προσερχόμενοι εκ
διαφόρων τόπων, τεχνών και αξιωμάτων και ηνώθησαν ομού εις εν σώμα δια την εις
Χριστόν πίστιν, συλληφθέντες κατά τον ακόλουθον τρόπον: Ερχόμενοι ούτοι εκ των
τόπων αυτών προς την Καισάρειαν της Παλαιστίνης, όταν έμελλον να εισέλθωσιν εις
τας πύλας της πόλεως, ηρώτησαν αυτούς οι φύλακες ποίοι είναι και πόθεν
κατήγοντο· αποκριθέντων δε των Μαρτύρων, ότι είναι Χριστιανοί και ότι έχουσι
πατρίδα την άνω Ιερουσαλήμ, συνέλαβον αυτούς και τους έφερον εις τον
Φιρμιλιανόν τον ηγεμόνα της Καισαρείας, όστις ετιμώρησεν αυτούς δια διαφόρων
βασάνων και τους εβίαζε να αρνηθώσι τον Χριστόν. Επειδή δε οι μακάριοι ούτοι
επέμενον ομολογούντες τον Χριστόν, οι μεν Πάμφιλος, Σέλευκος, Ουάλης και Παύλος
μετά των πέντε Μαρτύρων των Αιγυπτίων, του Ηλία, του Ιερεμία, του Ησαϊα, του
Σαμουήλ και του Δανιήλ, μετά πολλάς άλλας βασάνους, τας οποίας εδοκίμασαν,
τελευταίον απεκεφαλίσθησαν και έλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου, ο δε
Πορφύριος, δούλος ων του Αγίου Παμφίλου, εζήτησε να λάβη το ιερόν λείψανον του
κυρίου του και συλληφθείς παρεδόθη εις το πυρ και ετελειώθη· ως επίσης και ο
Άγιος Ιουλιανός, επειδή κατησπάζετο τα λείψανα των Αγίων, ερρίφθη και αυτός εν
τη πυρά και ετελειώθη. Ο δε Θεόδουλος, κρεμασθείς επί ξύλου σταυροειδώς,
ετελείωσε το Μαρτύριον και ούτως έλαβον όλοι της αθλήσεως τους στεφάνους. Τελείται
δε η Σύναξις αυτών εν τη Αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.
Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017
Ο Άγιος Μάρτυς Μαΐωρ
Τη αυτή ημέρα ΙΕ΄ (15ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου
Μάρτυρος ΜΑΪΩΡΟΣ.
Μαΐωρ ο Άγιος Μάρτυς του Χριστού υπήρξεν επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού
των βασιλέων, εν έτει 295, στρατιώτης ων εις το τάγμα το ονομαζόμενον των
Μαύρων· ότε δε ευρίσκετο εις την πόλιν της Γάζης, διεβλήθη εις τον εκεί
άρχοντα, ότι ήτο Χριστιανός. Παρασταθείς λοιπόν επί του κριτηρίου και
ομολογήσας εαυτόν Χριστιανόν δέρεται επί επτά συνεχείς ημέρας, μετά τοσαύτης
δριμύτητος, ώστε μετηλλάγησαν τριάκοντα εξ στρατιώται δέροντες αυτόν· το δε
αίμα έτρεχεν εκ του σώματός του ποταμηδόν, ώστε εκοκκίνισεν όλη εκείνη η γη.
Ανδρείως λοιπόν υπομείνας την μεγάλην ταύτην τιμωρίαν ο του Χριστού γενναίος
αγωνιστής, από της επιγείου στρατιωτικής δυνάμεως επορεύθη δαυϊδικώς εις την
δύναμιν της ουρανίου στρατιάς, παραδούς την ψυχήν του εις χείρας Θεού και λαβών
του Μαρτυρίου τον στέφανον.
Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017
O Όσιος Πατήρ Ευσέβιος
Τη αυτή ημέρα ΙΕ΄ (15ην) Φεβρουαρίου, μνήμη
του Οσίου Πατρός ημών ΕΥΣΕΒΙΟΥ.
Ευσέβιος ο Όσιος Πατήρ ημών ούτος ηγωνίζετο ασκητικώς εις τα όρη και τας
ερήμους της Συρίας κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού του
βασιλεύσαντος κατά τα έτη υη΄ - υν΄ (408-450). Ποίος ήτο ο τόπος της καταγωγής
του και ποίοι οι γονείς αυτού δεν εφανέρωσεν η κατ’ αυτόν ιστορία. Τούτο δε
μόνον γνωρίζομεν περί αυτού, το οποίον αι λέγομεν, ότι δια των ασκητικών του
πόνων απέκτησε πατρίδα τον ουρανόν. Και πρώτον μεν επήγεν εις Μοναστήριον και
έγινε Μοναχός, έπειτα δε ανέβη εις την ακρώρειαν όρους τινός κειμένου πλησίον
του χωρίου του καλουμένου Ασιχά, εκεί δε έκτισε μικρόν περιτείχισμα εκ
ξηρολίθων, εντός του οποίου εβίωσε ταλαιπωρούμενος ο αοίδιμος, άνευ στέγης και
σκεπάσματος· και ένδυμα μεν είχε δερμάτινον, τροφήν δε ρεβίθια και κουκκία
βρεγμένα, σπανίως δε έτρωγε και ξηρά σύκα, δια να παρηγορή την ασθένειαν του
σώματος. Τόσον δε πολύ εκράτει αδιακόπως την άσκησιν απ’ αρχής μέχρι τέλους,
ώστε και όταν έφθασεν εις γήρας βαθύ και εστερήθη των περισσοτέρων οδόντων του
και τότε ακόμη δεν ήλλαξεν ούτε το φαγητόν του, ούτε την κατοικίαν του, αλλ’
υπέφερεν, ο τρισόλβιος, ανδρείως τας εναντίας καιρικάς μεταβολάς έχων ερρυτιδωμένον
το πρόσωπον και κατεξηραμμένα τα μέλη του σώματος, εις τρόπον ώστε, ούτε αυτή η
ζώνη ηδύνατο να σταθή εις την μέσην του, αλλά κατέπιπτεν, επειδή κατεξηράνθησαν
αι σάρκες αι κάτωθεν της οσφύος, ως και τα κόκκαλα, όσα είναι εκατέρωθεν της
μέσης και επί των οποίων ίστανται οι μηροί. Επειδή δε πολλοί ήρχοντο εις αυτόν
και ετάραττον την ησυχίαν του, δια τούτο, αποστρεφόμενος τας ταραχάς, επορεύθη
εις ασκητήριον, εκεί πλησίον κείμενον, και ποιήσας περιτείχισμα εις την γωνίαν
του τοίχου, ηγωνίζετο εντός αυτού τους συνήθεις αγώνας· λέγουσι δε, ότι καθ’
όλας τας επτά εβδομάδας της μεγάλης Τεσσαρακοστής έτρωγε μόνον δεκαπέντε ξηρά
σύκα, μολονότι ήτο αποκαμωμένος υπό ασθενείας ανεκδιηγήτου. Με τοιούτους λοιπόν
κόπους και ιδρώτας περιρρεόμενος ο γενναίος αγωνιστής έφθασεν εκ γήρας βαθύ,
ζήσας πλέον των ενενήκοντα ετών και ούτω προς Κύριον εξεδήμησε.
Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017
O Άγιος Απόστολος Ονήσιμος
Τη ΙΕ΄ (15ην)
του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΟΝΗΣΙΜΟΥ.
Ονήσιμος ο Άγιος Απόστολος ήτο πρότερον δούλος του Αγίου Αποστόλου Φιλήμονος, όστις κατά τον Θεοδώρητον, κατήγετο από τας Κολοσσάς, προς τον οποίον γράφει χωριστήν επιστολήν ο μακάριος Παύλος. Κλέψας δε ο Ονήσιμος ούτος χρήματα από τον οίκον του Αποστόλου Φιλήμονος, ως τούτο δηλούται από την ρηθείσαν επιστολήν του Παύλου προς τον Φιλήμονα, έφυγε και επήγεν εις την Ρώμην, εκεί δε συναντήσας τον Απόστολον Παύλον, εις τα δεσμά ευρισκόμενον, κατηχήθη από αυτόν την εις Χριστόν πίστιν και βαπτισθείς έγινε και αυτός θαυμάσιος εις την αρετήν. Επειδή δε ο θείος Παύλος δεν έκρινε δίκαιον να λυπήται ο Φιλήμων δια την κλοπήν και την φυγήν του δούλου του τούτου Ονησίμου, απέστειλεν αυτόν εις τον αυθέντην του Φιλήμονα, ομού με την προς αυτόν συστατικήν και παρακλητικήν επιστολήν. Ο δε Φιλήμων, δεξάμενος τον Ονήσιμον ομού μετά της επιστολής, εχάρη και πάλιν απέστειλεν αυτόν οπίσω εις τον Παύλον, τον οποίον και υπηρέτει. Ας ίδωμεν όμως πως ακριβώς περιγράφονται τα κατά τον Άγιον Ονήσιμον εν τω πλατυτέρω αυτού Βίω τον οποίον παραθέτομεν ενταύθα το πρώτον εν μεταφράσει. Και το γένος των δούλων δοκιμάζει χαράν, όταν γνωρίση την ευσέβειαν και μάλιστα, όταν δια της ειλικρινούς πίστεως προς Χριστόν τον Θεόν, αφού συντρίψη τα κέντρα του διαβόλου, ελέγξη αυτόν ως αποστάτην και καταργήση τελείως την δύναμίν του. Διότι είναι δυνατόν με ελευθέριον τρόπον και με σωφροσύνην να υπερνικήση κανείς την θλίψιν, η οποία συνοδεύει τον εις την τάξιν των δούλων ευρισκόμενον άνθρωπον, ώστε να αναδειχθή ούτος νικητής του φίλου της αμαρτίας και μισοκάλου δαίμονος, όπως ακριβώς και ο Ονήσιμος, ο θείος Απόστολος του Χριστού, όστις υπήρξεν πρότερον δούλος του Φιλήμονος, ως είπομεν. Ούτος ήτο Ρωμαίος το γένος θεοφιλής εις τους τρόπους και φίλος ιδιαιτέρως αγαπητός της μεγάλης σάλπιγγος του Πνεύματος, του Παύλου του κορυφαίου των Αποστόλων. Αφού δε ησπάσθη την εις Χριστόν τον Θεόν ημών πίστιν, η οποία ελευθερώνει από την αμαρτίαν, και έγινε μαθητής του θείου Παύλου και εδιδάχθη παρ’ αυτού τα μυστήρια της ευσεβείας, ειργάζετο μαζί με εκείνον εις το έργον της αποστολής και εγένετο συνοδοιπόρος αυτού και εφυλακίσθη μαζί του, όταν εκήρυττεν εις όλην την οικουμένην το σωτήριον κήρυγμα του Ευαγγελίου. Δεν είναι όμως ανάγκη να γράφωμεν ημείς περί του μακαρίου τούτου Ονησίμου, όταν αι θείαι επιστολαί του ιδίου του Μεγάλου Παύλου είναι δυνατόν να πληροφορήσωσιν ημάς δι’ όλα τα αφορώντα εις αυτόν. Διότι εις μίαν των επιστολών του, την οποίαν έγραψε προς τον Φιλήμονα, ο οποίος υπήρξε κύριος του Ονησίμου, ως εξής γράφει περί αυτού· «Παρακαλώ σε περί του εμού τέκνου, ον εγέννησα εν τοις δεσμοίς μου, Ονήσιμον, τον ποτέ σοι άχρηστον, νυνί δε σοι και εμοί εύχρηστον, ον ανέπεμψα· συ δε αυτόν, τουτ’ έστι τα εμά σπλάγχνα, προσλαβού· ον εγώ εβουλόμην προς εμαυτόν κατέχειν, ίνα υπέρ σου διακονή μοι εν τοις δεσμοίς του Ευαγγελίου· χωρίς δε της σης γνώμης ουδέν ηθέλησα ποιήσαι, ίνα μη ως κατ’ ανάγκην το αγαθόν σου η, αλλά κατά εκούσιον· τάχα γαρ δια τούτο εχωρίσθη προς ώραν, ίνα αιώνιον αυτόν απέχης, ουκέτι ως δούλον, αλλ’ υπέρ δούλον, αδελφόν αγαπητόν, μάλιστα εμοί, πόσω δε μάλλον σοι και εν σαρκί και εν Κυρίω»! (10-16). Δηλαδή: «Σε παρακαλώ δια το παιδί μου, το οποίον εγέννησα όταν ήμουν εις την φυλακήν, τον Ονήσιμον, ο οποίος κάποτε ήτο ανωφελής δια σε, τώρα όμως είναι εύχρηστος και δια σε και δι’ εμέ, τον οποίον έστειλα οπίσω προς σε, συ δε αυτόν να τον δεχθής, διότι είναι ως να είμαι εγώ ο ίδιος. Τούτον επεθύμουν να κρατήσω πλησίον μου, ίνα χάριν σου με υπηρετή εις την φυλακήν μου, εις την οποίαν ευρίσκομαι χάριν του Ευαγγελίου, χωρίς όμως την ιδικήν σου γνώμην δεν ηθέλησα να κάμω τίποτε, δια να μη φανή ότι το υπέρ σου καλόν γίνεται κατ’ ανάγκην, αλλά με την ιδικήν σου συγκατάθεσιν. Διότι ίσως δια τούτο εχωρίσθη προσωρινώς από σε, ίνα έχης αυτόν πάντοτε, όχι πλέον ως δούλον, αλλά κάτι περισσότερον δια σε, ως αδελφόν κατά σάρκα και εν Κυρίω». Αρκούν αυτά δια να φανερώσουν την αρετήν, η οποία εστόλιζε τον Ονήσιμον. Διότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι λόγοι κόλακος τινος ή μαρτυρίαι ψευδομάρτυρος, αλλά λόγοι του κήρυκος της αληθείας, ο οποίος ονομάζει αυτόν τέκνον και αδελφόν, και όστις δια μεν της ονομασίας του τέκνου φανερώνει το μέγεθος της αγάπης, την οποίαν είχε προς τον Ονήσιμον, δια δε της ονομασίας του αδελφού μαρτυρεί την ίσην προς την του Παύλου παρρησίαν, την οποίαν είχεν ο Ονήσιμος προς τον Θεόν. Αυτός λοιπόν, ο οποίος εκαθάρισε την ψυχήν του δια της ευσεβείας και της αγνείας, δια της νηστείας δε και της προσευχής και δια των λοιπών αρετών ήσκησε το σώμα του και το προητοίμασε γενναίως δια τους αγώνας κατά της ασεβείας, δεν ήτο δυνατόν να μη φορέση και μαρτυρικόν στέφανον και να μη προκινδυνεύση και μέχρι θανάτου υπέρ του ευαγγελικού κηρύγματος. Μετά δηλαδή την δια του Μαρτυρίου ανάλυσιν των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου προς τον διδάσκαλον και Δεσπότην αυτών Χριστόν, καταγγέλλεται εις κάποιον ονόματι Τέρτυλον, ο οποίος ήτο έπαρχος εις την Ρώμην, ο μακάριος ούτος Ονήσιμος, ότι πολλούς απέσπα από την λατρείαν των ειδώλων και τους ωδήγει εις την λατρείαν του εσταυρωμένου Χριστού, καθώς ο Πέτρος και ο Παύλος, οι οποίοι εθανατώθησαν προηγουμένως υπό του Νέρωνος. Ο έπαρχος, καταληφθείς από ασυγκράτητον θυμόν, διέταξε να συλληφθή ευθύς ο Ονήσιμος και να οδηγηθή αμέσως ενώπιόν του, όταν δε ωδηγήθη προς αυτόν, ο παράνομος εκείνος δικαστής, αφού τον εκοίταξε καλώς, ηρώτησε τον Άγιον να είπη το όνομά του, την κατάστασίν του και την θρησκείαν εις την οποίαν ανήκει και πιστεύει. Ο δε Άγιος απήντησεν ότι ονομάζεται μεν Ονήσιμος, ότι παλαιότερον ήτο δούλος ενός ανθρώπου ίσου με αυτόν, τώρα δε είναι δούλος και Απόστολος του αγαθού Δεσπότου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και ο έπαρχος λέγει· «Και ποία υπήρξεν η δικαιολογία, που τόσον εύκολα ήλλαξες κύριον»; Ο δε Μάρτυς του Χριστού Ονήσιμος απεκρίθη· «Η επίγνωσις της αληθείας και το μίσος της ειδωλολατρίας, ω δικαστά». Λέγει εκείνος· «Και πόσα χρήματα έλαβες δια να μεταπηδήσης εις την νεοφανή αυτήν δεσποτείαν του Χριστού»; Ο Άγιος απήντησεν· «Ο ίδιος ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος και αληθινός Θεός με εξηγόρασε με το τίμιον αίμα του». Ο δε έπαρχος ηρώτησεν πάλιν· «Ποίαν διαγωγήν και πολιτείαν διδάσκουν εις τους ανθρώπους αι γραφαί των Χριστιανών»; Ο δε θείος Απόστολος του Χριστού είπε· «Πάσαν αρετήν διδάσκουν, ω δικαστά, αντίθετα προς τα ιδικά σας βιβλία των Ελλήνων· διότι σεις μεν θεωρείτε, κακώς και ανοήτως, ως θεούς, εκείνους οι οποίοι διέπραξαν τα άτιμα έργα της αισχύνης και αμαρτάνετε χωρίς φόβον, και χωρίς εντροπήν πράττοντες τα έργα των θεών σας, και εκτελούντες ό,τι υπάρχει κακόν και ολέθριον, νομίζοντες ότι με τον τρόπον αυτόν δεικνύετε τον σεβασμόν σας προς τους θεούς σας. Δι’ ημάς όμως τους Χριστιανούς η αγνεία και η παρθενία έχει γίνει ποθεινότατον πράγμα, η δε ακτημοσύνη και η περιφρόνησις των χρημάτων θεωρείται από ημάς θησαυρός και πλούτος αναφαίρετος. Και δια να είπω με μίαν λέξιν, ό,τι σεις νομίζετε φευκτόν και δύσκολον, δι’ ημάς τους Χριστιανούς είναι αρεστόν και χαρμόσυνον δια την θερμήν αγάπην, την οποίαν έχομεν προς τον Θεόν. Ούτε και σταματώμεν μόνον εις εκείνα που βλέπομεν, διότι η πραγματική πατρίς μας πιστεύομεν ότι υπάρχει εις τους ουρανούς. Δια τούτο προθύμως θυσιαζόμεθα προς χάριν του Χριστού και αποστρεφόμεθα την ματαίαν λατρείαν των ειδώλων, μη παραμένοντες μόνον εις τα ορατά, αλλά προσέχοντες αδιαλείπτως εις τα νοούμενα. Διότι τα μεν ορατά ρέουν όπως το ύδωρ και παρέρχονται όπως το όνειρον, εκείνα δε, τα νοούμενα, παραμένουν διαρκώς ως αιώνια και αθάνατα». Όταν ήκουσεν αυτά ο έπαρχος είπεν· «Άφησε αυτάς τας πολλάς φλυαρίας και ανοησίας και προσπάθησε να εξιλεώσης με θυσίας τους αθανάτους θεούς, διότι, αν δεν θελήσης, και χωρίς την θέλησίν σου θα σε αναγκάσουν εις τούτο φοβερά βασανιστήρια». Τότε απήντησεν ο Άγιος· «Μη σε μέλει δι’ αυτό, αλλ’ εκείνο που νομίζεις πράξον τάχιστα, δια να μάθης ότι τίποτε δεν είναι ικανόν να με χωρίση της αγάπης του Χριστού». Μόλις ήκουσε την απάντησιν αυτήν ο έπαρχος παρέδωσε τον Μάρτυρα εις τους φύλακας, διατάξας να υποβληθή εις πολυειδή βασανιστήρια, τα οποία να παρατείνουν όσον το δυνατόν περισσότερον τους πόνους του. Ο δε δίκαιος Ονήσιμος, ωσάν να έβλεπεν ήδη και να ενετρύφα εις την χαράν του Παραδείσου, όχι μόνον δεν ησθάνετο τους πόνους, από τα βασανιστήρια που εδοκίμαζε, αλλά τουναντίον τα εθεώρει ως αφορμήν μεγάλης χαράς. Επειδή δε τα βασανιστήρια του Μάρτυρος εις την φυλακήν παρετείνοντο επί δέκα οκτώ ημέρας, κατά το διάστημα αυτό πολλοί προσερχόμενοι προς αυτόν εδιδάσκοντο καλώς από τους λόγους του και τας συμβουλάς και παραινέσεις του να σέβωνται τον Θεόν, απαρνούμενοι μεν την θρησκείαν των ειδώλων, προσερχόμενοι δε ειλικρινώς εις την αμώμητον πίστιν του Χριστού. Θέλων λοιπόν ο έπαρχος να τους εμποδίση, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας εξορίζει τον Μάρτυρα από την Ρώμην, αποστείλας αυτόν μετά των άλλων ομοπίστων του εις Ποτιόλους, διατάξας συγχρόνως, ο ανόητος, αυτόν να παύση το θείον κήρυγμα. Ο δε θείος Ονήσιμος, φθάσας εις Ποτιόλους, εξηκολούθησε και εκεί το συνηθισμένον έργον του, διδάσκων με πολλήν παρρησίαν εις όλους το κήρυγμα της εις Χριστόν πίστεως. Όταν επληροφορήθη τούτο ο έπαρχος κατελήφθη από ασυγκράτητον θυμόν και διά των δορυφόρων του έφερε πάλιν τον Μάρτυρα ενώπιόν του, έχοντα τας χείρας του εις το τιμωρητικόν ξύλον και ταλαιπωρούμενον και με πολλάς άλλας κακώσεις. Όταν λοιπόν παρέστησεν τον Άγιον ενώπιόν του, λέγει προς αυτόν· «Τι έπαθες, ανόητε, και την ιδικήν μου φιλανθρωπίαν ανταποδίδεις δια τόσων πολλών κακών, ώστε δικαίως να είσαι άξιος ακόμη μεγαλυτέρων τιμωριών»; Ο μακάριος Ονήσιμος απεκρίθη τότε· «Εγώ επερίμενα, ω έπαρχε, ότι αργά ή γρήγορα θα επροτιμούσες το καλύτερον και φρονίμως θα εγκατέλειπες το χειρότερον, και ότι, αφού θα προσήρχεσο εις τον Χριστόν, θα εγίνεσο δούλος αυτού με ειλικρινή πίστιν και καθαράν πολιτείαν δι’ όλον τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής σου, ώστε να εξασφαλίσης δια τον εαυτόν σου την αιωνίαν ανάπαυσιν, εις εμέ δε θα επέτρεπες να προχωρώ ανεμποδίστως τον δρόμον του Ευαγγελίου, ώστε κανείς άνθρωπος να μη στερηθή της Χάριτος του Θεού. Αλλ’ όπως βλέπω, συ εξακολουθείς να μένης εις την προτέραν ανοησίαν σου και εφόρεσες ως ένδυμα την ασέβειαν, η οποία όπως το ύδωρ εισήλθεν εις την καρδίαν σου αι ως έλαιον διεπότισε τα οστά σου». Μόλις ήκουσεν αυτά ο έπαρχος διέταξε να τεντωθή ο Μάρτυς από τα τέσσαρα μέρη και να δέρεται με χονδράς ράβδους καθ’ όλον το σώμα. Δερομένου λοιπόν του Μάρτυρος ασπλάγχνως επί πολλάς ώρας αι μεν σάρκες του απεσπώντο ελεεινώς από το σώμα του και έπιπτον εις την γην μαζί με το ρέον αίμα του, τα δε οστά του συνετρίβοντο, αλλ’ ο τόνος της ψυχής του ουδόλως καταβάλλετο, και περισσότερον ενεδυναμώνετο με την ελπίδα των προσδοκωμένων αιωνίων αγαθών. Ο δε παράνομος δικαστής, αφού διέταξε τους δημίους να συντρίψουν ασπλάγχνως τα σκέλη του Μάρτυρος, εισήλθεν αμέσως εις το πραιτώριον, μη υποφέρων ο αλιτήριος την εξευτελιστικήν ήτταν, την οποίαν υπέστη. Αφού δε οι δήμιοι, σύμφωνα με την παράνομον διαταγήν του επάρχου, συνέτριψαν ασπλάγχνως με τας ράβδους τα σκέλη του Μάρτυρος, ο μακάριος Ονήσιμος παρέδωσε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, κατά την ιε΄ (15ην) του Φεβρουαρίου μηνός. Μία δε περιφανής γυνή, εξ εκείνων αι οποίαι είχον σχέσεις ακόμη και με τους βασιλείς, πολύ πλουσία κατά την περιουσίαν, πλουσιωτέρα δε κατά την εις τον Θεόν ευσέβειαν, κατασκευάσασα θήκην εκ λαμπροτάτου αργύρου, ετοποθέτησεν εις αυτήν λαμπρώς και φιλοτίμως το λείψανον του Μάρτυρος, εξασφαλίσασα τοιουτοτρόπως δι’ εαυτήν, μετά το τέλος της επί της γης ζωής της, την εις τας ουρανίους μονάς κατοικίαν και την απόλαυσιν των εκεί αγαθών· εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητος και Βασιλείας. Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)