Κόνων ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο
εκ της Κιλικίας, ων δε νέος πολύ έγινε Μοναχός, εις το Μοναστήριον το λεγόμενον
του Πενθουκλά, το οποίον ήτο πλησίον εις τον Ιορδάνην· είτα έγινε Πρεσβύτερος
και έφθασεν εις το άκρον της ασκήσεως. Μαθών δε ο τότε Αρχιεπίσκοπος
Ιεροσολύμων Πέτρος (524- 552) την θαυμαστήν άσκησιν του Οσίου, διώρισεν αυτόν
να βαπτίζη τους εις τον Ιορδάνην ερχομένους· όθεν έχριεν αυτούς με το άγιον
έλαιον και εβάπτιζεν. Ότε δε έμελλε να χρίση γυναίκα τινά, εσκανδαλίζετο ως
άνθρωπος και δια τούτο εσκέπτετο να αναχωρήση από το Κοινόβιον· οσάκις δε
εσυλλογίζετο να αναχωρήση, εφαίνετο εις αυτόν ο μακάριος Ιωάννης ο Βαπτιστής
και Πρόδρομος του Κυρίου και του έλεγεν· «Υπόμεινον, γέρον, και εγώ θα σε
ελαφρύνω από τον πόλεμον». Ημέραν τινά ήλθε κόρη τις εκ της Περσίας ίνα
βαπτισθή, ήτο δε τόσον πολύ ωραία, ώστε δεν ηδυνήθη ο Άγιος να την χρίση γυμνήν
και ως εκ τούτου διέμενεν εκεί η κόρη χωρίς να χρισθή και να βαπτισθή. Ακούσας
ο Αρχιεπίσκοπος τούτο εξεπλάγη δια το σκάνδαλον του γέροντος και ηθέλησε να
διορίση επί τούτω γυναίκα, ίνα χρίη και βαπτίζη τας γυναίκας· αλλ’ όμως δεν ήτο
τούτο δυνατόν, είτε δια την ερήμωσιν του τόπου, είτε και δι’ άλλας περιστάσεις.
Ο δε γέρων, λαβών το μηλωτάριόν του, ανεχώρησεν, ειπών· «Εις το εξής δεν μένω
εις τον τόπον τούτον». Τότε απήντησεν αυτόν ο Τίμιος Πρόδρομος έξωθεν του
Κοινοβίου και λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν· «Επίστρεψον εις το Μοναστήριόν
σου και εγώ θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμον».
Ο δε Αββάς Κόνων λέγει προς αυτόν οργίλως· «Πίστευσον, ότι δεν
επιστρέφω, επειδή πολλάκις υπεσχέθης να με ελαφρύνης και ουδέν έπραξας». Τότε
εκράτησεν αυτόν ο θείος Πρόδρομος και ανασύρας τα ενδύματά του, εσφράγισε με το
σημείον του Τιμίου Σταυρού τα υποκάτω του ομφαλού του μέρη και είπε· «Πίστευσόν
μοι, Αββά Κόνων· εγώ ήθελον να έχης μισθόν δια τον πόλεμον αυτόν, πλην τώρα
επίστρεψον εις το Μοναστήριόν σου και πλέον μη αμφιβάλλης περί τούτου». Όθεν ο
Γέρων επανήλθεν εις το Κοινόβιον και την επιούσαν έχρισε και εβάπτισε την
Περσίδα κόρην, χωρίς ουδόλως να στοχασθή, ότι ήτο γυνή. Έζησε δε μετά ταύτα ο
Όσιος άλλα είκοσιν έτη και έφθασεν εις το άκρον της απαθείας, ούτως ώστε
ενομίζετο, ότι έγινεν υπέρ άνθρωπον και εν ειρήνη εκοιμήθη.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017
Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017
Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου οι Όσιοι Πατέρες ημών και Ομολογηταί ΕΥΓΕΝΙΟΣ και ΜΑΚΑΡΙΟΣ εν ειρήνη τελειούνται.
Ευγένιος και Μακάριος οι όντως ευγενείς και μακάριοι Ομολογηταί της
ευσεβούς ημών Πίστεως ήσαν κατά τον καιρόν του Παραβάτου Ιουλιανού του κατά
συγχώρησιν Θεού βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄ - τξγ΄ (361-363). Τότε οι
Χριστιανοί όλοι έφευγον και εκρύπτοντο ίνα μη βλέπωσι τας μιαράς θυσίας, τας
οποίας, ο αλιτήριος, προσέφερεν εις τα είδωλα· οι δε ομόφρονές του ειδωλολάτραι
όχι μόνον έπραττον μετ’ αυτού ασελγείας, καθιστώντες ούτω τον εαυτόν των ύλην
και προσάναμμα του αιωνίου πυρός της κολάσεως, αλλ’ ηνάγκαζον προσέτι και τους
Χριστιανούς να πράττωσιν ακουσίως τα αυτά. Τότε λοιπόν συνελήφθησαν οι ευλογημένοι
ούτοι δούλοι και θεράποντες του Χριστού Ευγένιος και Μακάριος και ωμολόγησαν
ενώπιον του Παραβάτου τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και κριτήν ζώντων και νεκρών,
ήλεγξαν δε τον δυσσεβή και αλάστορα τύραννον, διότι εγκατέλειψε την εις Χριστόν
πίστιν και έγινεν ειδωλολάτρης. Οργισθείς όθεν ο μιαρός, διέταξε να δεθώσιν οι
Άγιοι με λεπτά λωρία και να κρεμασθώσι κατακέφαλα και επί πολλάς ώρας να
καπνίζωνται κάτωθεν δια κόπρου. Έπειτα διέταξε να πυρωθή μία εσχάρα και επ’
αυτής να απλωθώσι γυμνοί οι Άγιοι Μάρτυρες, οι οποίοι, έχοντες τους οφθαλμούς
των προσηλωμένους εις τον ουρανόν και ενδυναμούμενοι υπό της θείας Χάριτος,
ήλεγχον την πονηρίαν και ασέβειαν του Παραβάτου. Δια τούτο ο θηριώδης επρόσταξε
και έβαλαν σίδηρα εις όλα τα μέλη του σώματός των και ούτω τους εξώρισεν εις
την εν Αφρική Μαυριτανίαν, η οποία ευρίσκεται πέραν της Αλγερίας. Οι δε Άγιοι
Μάρτυρες χαίροντες, διότι εξωρίζοντο υπέρ του Χριστού, έψαλλον αγαλλόμενοι·
«Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου» (Ψαλμ. ριη: 1). Όταν
δε έφθασαν εις την Μαυριτανίαν ανέβησαν επί τόπου υψηλού και εκεί έζων μόνοι.
Οι δε εγχώριοι έλεγον εις αυτούς· «Φεύγετε, αδελφοί, από τούτον τον τόπον,
διότι εις αυτόν κατοικεί φοβερός τις δράκων, ο οποίος είναι ολέθριος εις όσους
τον πλησιάζουσιν». Οι δε Άγιοι είπον· «Δείξατε εις ημάς το σπήλαιον εις το
οποίον ο δράκων ευρίσκεται». Αφού λοιπόν έδειξαν εις αυτούς το σπήλαιον,
κλίναντες οι αοίδιμοι Μάρτυρες τα γόνατα εις την γην προσηυχήθησαν και, ω του
θαύματος! παρευθύς κατέπεσε κεραυνός ουρανόθεν και κατέκαυσε τον δράκοντα, ο
οποίος προσεπάθει, όπως διαφύγη, αλλά δεν ηδυνήθη· κατεκάη λοιπόν και αυτό το
χώμα της γης μετά του δράκοντος και ο αήρ όλος επληρώθη δηλητηρίου. Τούτο το
θαύμα βλέποντες οι εγχώριοι Έλληνες επίστευσαν εις τον Ιησούν Χριστόν. Εισελθόντες
τότε οι Άγιοι εν τω σπηλαίω, εις το οποίον διέμενεν ο δράκων, προσηύχοντο
τριάκοντα ολοκλήρους ημέρας, χωρίς να έχωσι την ελαχίστην τροφήν ή πόσιν. Μετά
ταύτα ηκούσθη φωνή λέγουσα· «Δούλοι του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού, υπάγετε εις την πλησίον σας πέτραν». Οι δε Άγιοι, προσέξαντες, είδον
φως εις πέτραν τινά και, ω του θαύματος! Ευθύς εσχίσθη η πέτρα εις δύο και
ανέβλυσεν ύδωρ πολύ, εκ του οποίου πιόντες οι Άγιοι ανέλαβον και με την δύναμιν
εκείνου ανεκουφίσθησαν από την πείναν και την δίψαν, την οποίαν είχον πρότερον.
Κατά δε την τριακοστήν ογδόην ημέραν παρεκάλεσαν τον Θεόν να τελειώσωσι την
παρούσαν ζωήν και να απέλθωσιν εις την άλλην· ο δε Κύριος, επακούσας της
δεήσεώς των, παρέλαβε τας ψυχάς και των δύο, δοξαζόντων και ευλογούντων Αυτόν.
Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017
Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου ο Όσιος Πατήρ ημών ΡΑΒΟΥΛΑΣ εν ειρήνη τελειούται.
Ραβουλάς
ο εν Αγίοις Πατήρ ημών υπήρξε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ζήνωνος εν έτει
υοστ΄ (476), εγεννήθη δε εις τα Σαμόσατα της Συρίας, ήτις κοινώς λέγεται Σεμψάτ
και είναι τετιμημένη με θρόνον Επισκόπου υπό τον Μητροπολίτην Εδέσσης·
παιδευθείς δε υπό ενδοξοτάτου ανδρός, Βαρυψαβά καλουμένου, έμαθε την Συριακήν
γλώσσαν. Επειδή δε εκ νεαράς ηλικίας μετεχειρίζετο πάσαν αρετήν δια τούτο έγινε
Μοναχός. Όθεν απεμακρύνθη από των ανθρώπων και κατώκει εις τα όρη και τα
σπήλαια μόνος, ως ο μέγας Ηλίας και Ιωάννης ο Βαπτιστής. Μετά παρέλευσιν δε
ολίγων ετών μετέβη εις Φοινίκην ομού με άλλους τινάς και εκεί, διαλάμψας
περισσότερον δια των αρετών, έγινεν εις όλους αν και μη θέλων φανερός. Όθεν,
δια της βοηθείας και οικονομικής ενισχύσεως του βασιλέως Ζήνωνος και του
Επισκόπου της Βηρυτού Ιωάννου, έκτισε Μοναστήριον εν τω μέσω του όρους. Τότε
λοιπόν ο θείος ούτος Ραβουλάς και οι συν αυτώ ήσαν ανά μέσον των ειδωλολατρών,
καθώς ανά μέσον των Ιουδαίων ήσαν ο Παύλος και ο Βαρνάβας, ή ο Πέτρος και ο
Ιωάννης· δια τούτο άλλοτε μεν ήλεγχον εκείνους, άλλοτε δε τους ενουθέτουν και
ούτω κατώρθωσαν να επιστρέψουν εις θεογνωσίαν σχεδόν όλους τους εκεί
ευρισκομένους Έλληνας. Τούτο υπήρξεν το πρώτον και εξαίρετον έργον, το οποίον
κατώρθωσεν ο μακάριος Ραβουλάς. Αφ’ ου δε απέθανεν ο Ζήνων και διεδέχθη αυτόν
εις την βασιλείαν Αναστάσιος ο Δίκορος εν έτει 491, δια της βοηθείας τούτου
έκτισεν ο Όσιος Ραβουλάς έτερον Μοναστήριον εις την Κωνσταντινούπολιν, το
οποίον εκ του ονόματος αυτού ονομάζεται Ραβουλά· ομοίως ίδρυσε και πολλά άλλα
Μοναστήρια εις διαφόρους τόπους. Ο Όσιος ούτος ήτο καθ’ όλα προσεκτικός και
νηφάλιος, διδακτικός και αόργητος, συμπαθής και φιλάδελφος και εις όλους
εύσπλαγχνος· ότε δε ηνώχλει αυτόν ο διάβολος δια τινος πάθους, αυτός αντέτασσεν
εις εκείνο το πάθος το ανάλογον ρητόν της Αγίας Γραφής και ούτω τον εδίωκε
μακράν αυτού, διότι εγνώριζε πολλά ρητά της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Έζησε
δε ο Όσιος ούτος μέχρι των χρόνων του Ιουστινιανού του οικοδομήσαντος τον Ναόν
της Αγίας του Θεού Σοφίας, όστις εβασίλευσεν εν έτει φκζ΄ (527). Ότε δε έφθασεν
εις το ογδοηκοστόν έτος της ηλικίας του, ήκουσε φωνής άνωθεν, η οποία έλεγε·
«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»
(Ματθ. ια: 28). Ασθενήσας όθεν ολίγον ύστερον, απήλθε προς Κύριον.
Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017
Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΟΥ και ΗΣΥΧΙΟΥ, και της Αγίας Μάρτυρος ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΗΣ.
Μάξιμος, Θεόδοτος, Ησύχιος και Ασκληπιοδότη
οι Άγιοι Μάρτυρες, παρασταθέντες εις τον ηγεμόνα και μη πεισθέντες να αρνηθώσι
τον Χριστόν, πολλάς τιμωρίας έπαθον. Και πρώτον μεν εκρεμάσθησαν επί ξύλου και
εξέσθησαν με ονύχια σιδηρά, έπειτα μεταφέρονται από πόλεως εις πόλιν και μετά
ταύτα δίδονται εις τα θηρία, ίνα τους φάγωσι. Διεφυλάχθησαν όμως αβλαβείς υπό
της θείας Χάριτος. Ομοίως και η Αγία Ασκληπιοδότη ριφθείσα κατά γης ετανύσθη
επί ξύλου, είτα δε εδέθη εις ταύρον. Μετά δε ταύτα όλοι ομού λιθοβολούνται και
σύρονται εις τόπους αλσώδεις και δυσβάτους και τελευταίον αποκεφαλίζονται και
ούτως οι μακάριοι λαμβάνουσι τους στεφάνους της αθλήσεως.
Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017
Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΑΡΧΙΠΠΟΥ.
Άρχιππος
ο Άγιος Απόστολος ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου, υπό του οποίου επαινείται
και συστρατιώτης αυτού ονομάζεται, εις δε τας προς Φιλήμονα και προς Κολασσαείς
επιστολάς γράφει περί αυτού· «Είπατε Αρχίππω· βλέπε την διακονίαν ην παρέλαβες
εν Κυρίω, ίνα αυτήν πληροίς» (Κολ. δ: 17). Ούτος λοιπόν ευρισκόμενος εις τας
Κολασσάς πόλιν της Φρυγίας, εκήρυττε τον λόγον του Ευαγγελίου μετά του Αγίου
Φιλήμονος. Οι εκεί όμως ειδωλολάτραι ώρμησαν κατ’ αυτών και συλλαβόντες τον
Απόστολον τούτον τον έφερον εις τον ηγεμόνα Ανδροκλήν. Μη πεισθείς δε να
θυσιάση εις το είδωλον το καλούμενον Μηνάν, ερρίφθη εντός λάκκου και μέχρις
οσφύος εχώσθη, εκεντήθη είτα με βελόνας υπό παίδων και τελευταίον λιθοβοληθείς
ετελειώθη και έλαβε παρά Κυρίου τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.
Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΓΑΠΗΤΟΥ, Επισκόπου Συναού, του Ομολογητού και θαυματουργού.
Αγαπητός ο εν Αγίοις
Πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου του κατά τα έτη τη΄ -
τκγ΄ (308-323) βασιλεύσαντος καταγόμενος εκ της Καππαδοκίας, υιός γονέων
Χριστιανών. Όταν δε ήτο νέος την ηλικίαν, επήγεν εις εν των εκεί Μοναστηρίων,
εις το οποίον ευρίσκοντο χίλιοι περίπου Μοναχοί, εξ ων συλλέξας διαφόρους
αρετάς, ως η μέλισσα συλλέγει το μέλι από τα διάφορα άνθη, έγινε δόκιμος
εργάτης των εντολών του Κυρίου και κατεδαπάνα το σώμα του με νηστείαν,
αγρυπνίαν και εγκράτειαν· διότι εν διαστήματι ογδοήκοντα ολοκλήρων ημερών
έτρωγε μόνον φλοιούς των λουπιναρίων και στάκτην αντί άρτου, αλλά και τον ύπνον
ενίκησε καθόσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον. Ούτος ο Όσιος ήτο εύχρηστος και
επιτήδειος εις τας υπηρεσίας των αδελφών του Μοναστηρίου, όλους δε τους
Μοναχούς ωνόμαζε κυρίους του και ως δεσπότας αυτούς ενόμιζεν· όθεν, αξιωθείς να
λάβη παρά Θεού την Χάριν των θαυμάτων, δια μόνης της προσευχής του εφόνευσε
δράκοντα και ιάτρευσε παρθένον ταλαιπωρουμένην υπό ασθενείας, ένεκα δε τούτου
ηγαπάτο παρά πάντων και εθαυμάζετο. Μαθών ο βασιλεύς Λικίνιος περί του Αγίου
τούτου, ότι είναι ανδρείος εις το σώμα, έλαβεν αυτόν αν και άκοντα και τον
συνηρίθμησε με τους στρατιώτας του. Ο δε Άγιος, και εκεί ευρισκόμενος, δεν
ημέλει τους ασκητικούς αγώνας, αλλά και τας στρατιωτικάς υπηρεσίας εξετέλει
ανελλιπώς και τας συνήθεις κόπους της ασκήσεως ηκολούθει· όχι δε μόνον τας των
ανθρώπων ανιάτους και θανατηφόρους ασθενείας ιάτρευεν ο αοίδιμος, αλλά και τας
των ίππων και βοών και παντός άλλου ζώου, δια μόνης της επιφανείας και
παρουσίας του. Επειδή δε κατ’ εκείνον τον καιρόν είδεν ο Άγιος ούτος αυστηρώς
τιμωρουμένους, δια την πίστιν του Χριστού,
τους του Χριστού καλλινίκους Μάρτυρας, Βικτωρίνον, Δωρόθεον, Θεόδουλον
και Αγρίππαν, ηθέλησε και αυτός να γίνη κοινωνός του Μαρτυρίου των· όθεν, αφ’
ου εκείνοι αποκεφαλισθέντες ετελειώθησαν και έλαβον τους στεφάνους της
αθλήσεως, τότε ούτος ο μακάριος Αγαπητός εκτυπήθη μεν με ακόντιον, διεφυλάχθη
όμως αβλαβής δια σωτηρίαν πολλών. Όταν δε ο Λικίνιος έπαυσε να ζη, ο δε Μέγας
Κωνσταντίνος ανέλαβεν όλην την βασιλείαν των Ρωμαίων, συνέβη το ακόλουθον
γεγονός: Υπηρέτης τις του βασιλέως εις υπηρεσίας χρήσιμος, εδαιμονίσθη υπό
πνεύματος ακαθάρτου, εφώναζε δε και εκάλει κατ’ όνομα τον Άγιον τούτον
Αγαπητόν. Όθεν ο βασιλεύς έφερεν τούτον εις το παλάτιον και άμα ούτος
προσηυχήθη, εδιώχθη ο δαίμων και έλαβεν ο δούλος την ιατρείαν του· ο δε Άγιος
άλλην χάριν δεν εζήτησε παρά του βασιλέως, ειμή να απαλλαχθή της στρατιωτικής
υπηρεσίας και να υπάγη εις την αγαπημένην του ησυχίαν, ο δε βασιλεύς
συγκατένευσεν εις τούτο πάραυτα. Αφ’ ου δε επέστρεψεν ο Άγιος εις την ησυχίαν
του, ο Επίσκοπος της πόλεως Συναού, ήτις κοινώς Συνάου ονομάζεται και
ευρίσκεται εις την μεγάλην Φρυγίαν μεσόγειος, κατά το τέλος της Βιθυνίας,
απέχουσα τεσσαράκοντα μίλια της Νικαίας και τετιμημένη με θρόνον Επισκόπου υπό
τον Ιεραπόλεως Μητροπολίτην, έλαβε τον Άγιον τούτον και άκοντα εχειροτόνησεν
αυτόν Ιερέα· αφ’ ου δε μετ’ ολίγον ετελεύτησεν, εχειροτονήθη ο μέγας ούτος
Αγαπητός Επίσκοπος Συναού, με ψήφον του Θεού, του κλήρου και όλου του λαού. Άμα
ως ο Άγιος εγένετο Αρχιερεύς, εποίει έτι μεγαλύτερα θαύματα, ηξιώθη δε και
προφητικού χαρίσματος. Και προς καθαράν απόδειξιν των λεγομένων πρέπει να
αναφέρωμεν προφητείας τινάς και θαυματουργίας, τας οποίας ο Άγιος εποίησε. Γυνή
τις, ακούσασα περί του Αγίου τούτου και επιθυμούσα να λάβη την ευλογίαν του,
επήγε προς αυτόν· βλέπων δε αυτήν ο Άγιος της είπε πάντα όσα έπραξε παιδιόθεν
και νουθετήσας αυτήν και ωφελήσας, την απέστειλε· και Διάκονον ευρισκόμενον εις
την Ηράκλειαν της Θράκης και ελθόντα προς αυτόν ευλογίας χάριν, τον ήλεγξεν ο
Άγιος, ότι έφθειρε παρθένον τινά. Δαμιανού δε του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου
Σιλανδέων (είναι δε η Σίλανδος πόλις ευρισκομένη εν Λυδία) ηφάνιζε τους αγρούς
παραρρέων τον χειμώνα ποταμός. Ο δε Άγιος Αγαπητός, δια προσευχής του, έδωκεν
άλλην στροφήν εις το ρεύμα του ποταμού και ούτως έμειναν αβλαβείς οι αγροί του
Επισκόπου. Και άλλα πολλά εποίησεν ο Άγιος θαύματα, τα οποία περιέχει η κατ’
αυτόν ιστορία, όντα περισσότερα των εκατόν· διότι ούτος και δια μόνης της σκιάς
του σώματός του και δια μόνου του λόγου του ιάτρευσεν ανίατα πάθη. Καλώς λοιπόν
και θεοφιλώς πολιτευσάμενος και πλήρης ημερών γενόμενος, ανεπαύθη εν Κυρίω.
Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΛΕΟΝΤΟΣ και ΠΑΡΗΓΟΡΙΟΥ, αθλησάντων εν Πατάροις της Λυκίας.
Λέων και Παρηγόριος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εις τα Πάταρα της Λυκίας κατά
τον καιρόν των τυράννων ειδωλολατρών. Επειδή δε ωμολόγουν παρρησία τον Χριστόν
συνελήφθησαν υπ’ αυτών και ο μεν μακάριος Παρηγόριος τιμωρηθείς με πολλά είδη
βασάνων, έλαβε τον του Μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον, τελειωθείς εν Χριστώ· ο δε
αοίδιμος Λέων, μείνας μόνος, δεν υπέφερε τον χωρισμόν του Μάρτυρος Παρηγορίου
και επειδή αυτός δεν επέτυχε τον αυτόν του Μαρτυρίου στέφανον, πικρώς
ανεστέναζε και εθρήνει· ελθών δε εις τον τόπον, όπου ήτο ενταφιασμένον το
λείψανον του Αγίου Παρηγορίου, εδάκρυε και εγκαρδίως εφλέγετο υπό του πόθου του
Μαρτυρίου. Έπειτα, απελθών εκείθεν, επορεύθη αλλαχού, ένθα εγίνετο πανήγυρις
των ειδωλολατρών· βλέπων δε εκεί λύχνους και κηρία, τα οποία έδιδον πολύ φως,
έλαβεν αυτά δια των ιδίων χειρών του και τα συνέτριψε και ρίψας κατά γης τα
κατεπάτησε. Κρατηθείς λοιπόν παρέστη εις τον άρχοντα της πόλεως και ερωτηθείς,
ανεκήρυξε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν· διο εδάρη δυνατά με βούνευρα· ο δε του
Χριστού Αθλητής υπέφερε ταύτα μετά τοσαύτης χαράς, ως αν έπασχεν άλλος και όχι
αυτός. Έπειτα δερόμενος εσύρθη βιαίως επί κρημνώδους και δυσβάτου ξηροποτάμου,
λαβών δε άδειαν προσηυχήθη και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού και
έλαβε τον ποθούμενον στέφανον του Μαρτυρίου. Οι δε δήμιοι έρριψαν το λείψανόν
του εις την φάραγγα και ανεχώρησαν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)