Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23η) του Σεπτεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΖΕΒΙΝΑ και των μαθητών αυτού και Οσίων Πατέρων ημών ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ, ΜΩΥΣΕΩΣ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ.

Ζεβινάς, Πολυχρόνιος, Μωϋσής και Δαμιανός οι Όσιοι Πατέρες ήσαν και ούτοι εκ της Συρίας, αναφέρει δε και τούτους ο σύγχρονος αυτών Θεοδώρητος. Και ο μεν θείος Ζεβινάς, κατασκευάσας επί όρους τινός κελλίον, υπεβάλλετο εν αυτώ εις ασκητικούς αγώνας μέχρι γήρατος. Υπερέβαλε δε όλους τους Οσίους του καιρού του κατά την υπομονήν, την οποίαν είχεν εν τη αγία προσευχή, ούτως ώστε, επειδή ένεκα του γήρατος δεν ηδύνατο να προσεύχηται όρθιος, προσηύχετο και εδοξολόγει τον Θεόν, ο αοίδιμος, στηριζόμενος επί της βακτηρίας του. Ζήσας όθεν με θαυμασίαν και θεάρεστον ζωήν, ανεχώρησεν από τον παρόντα βίον και απήλθε προς Κύριον. Ο θείος Πολυχρόνιος έγινε μαθητής του Οσίου Ζεβινά, τόσον δε πολύ εμιμήθη τας αρετάς του διδασκάλου του και τόσον καθαρώς ετύπωσεν εις εαυτόν τους χαρακτήρας εκείνου, όσον ούτε εις τον κηρόν δεν τυπούνται τόσον καλώς ο τύπος του δακτυλιδίου. Διότι το ίδιον στάσιμον και αδιάλειπτον της εκείνου προσευχής μετεχειρίζετο και ούτος, σίδηρα όμως δεν ηθέλησε να φορέση καθώς και ο Ζεβινάς, φοβούμενος μήπως η ψυχή του υπερηφανευθή δια τούτο· αντί όμως των σιδήρων, διέταξε και του έφεραν ρίζαν δένδρου βαρυτάτην, την οποίαν εφορτώνετο την νύκτα επί των ώμων του και ούτω φορτωμένος προσηύχετο· αν δε ήθελε κτυπήσει τις εις το κελλίον του, έκρυπτε την ρίζαν εις απόκρυφον τόπον, ίνα αποφύγη τον έπαινον και την δόξαν των ανθρώπων. Εκ των τοιούτων αγώνων έλαβε Χάριν των θαυμάτων παρά Θεού ο τρισόλβιος και δια προσευχής του διέλυσέ ποτε ξηρασίαν και κατεβίβασε βροχήν· και ελαιοδοχείον κενόν επλήρωσε ελαίου. Ταύτα και άλλα θαυμάσια ποιήσας, προς Κύριον εξεδήμησεν. Οι δε άλλοι δύο Όσιοι, ο Μωυσής και ο Δαμιανός, εχρημάτισαν και αυτοί μαθηταί του αυτού θείου Ζεβινά, αλλ’ ο μεν Μωυσής έμεινε μέχρι τέλους πλησίον του Οσίου Ζεβινά, προσφέρων εις αυτόν, ως εις πατέρα και κύριόν του, πάσαν υπακοήν και υπηρεσίαν και μορφώνων εις εαυτόν ως εν κατόπτρω την αρετήν, ήτις ήστραπτεν εκ της ιεράς ψυχής του μακαρίου εκείνου γέροντος, ο δε Δαμιανός, μεταχειρισθείς πρότερον ως διδάσκαλον της μοναδικής πολιτείας τον Όσιον Πολυχρόνιον, επήγε κατόπιν εις κώμην τινά εκεί πλησίον, Νιαρά καλουμένην, και ευρών έξωθεν αυτής μικρόν κελλίον εισήλθεν εις αυτό και μετεχειρίζετο την ιδίαν πολιτείαν του διδασκάλου του Πολυχρονίου. Ώστε, όστις καλώς εγνώριζεν αφφοτέρους, τον τε Πολυχρόνιον και τον Δαμιανόν, έπειτα δε έβλεπε μόνον τον Δαμιανόν, ενόμιζεν ότι βλέπει ομού και τον Πολυχρόνιον και θεωρεί την του Πολυχρονίου ψυχήν, ηνωμένην με το σώμα του Δαμιανού, επειδή και εις τους δύο έλαμπε η αυτή απλότης, η αυτή πραότης, η αυτή γλυκύτης της ομιλίας, η αυτή νήψις και προσοχή της ψυχής, η αυτή κατανόησις του Θεού, ο αυτός κόπος και η αγρυπνία και η τροφή και η ακτημοσύνη, διότι το κελλίον του Οσίου Δαμιανού άλλο τι δεν περιείχεν, ειμή φακήν βεβρεγμένην. Τόσην ωφέλειαν απέκτησεν εκ της συναναστροφής του θείου Πολυχρονίου. Ούτως λοιπόν εναρέτως έως τέλους πολιτευόμενοι οι Άγιοι ούτοι απήλθον προς Κύριον. 

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23η) του Σεπτεμβρίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΙΩΑΝΝΟΥ, ΜΩΗΣΕΩΣ, ΑΝΤΙΟΧΟΥ και ΑΝΤΩΝΙΝΟΥ.

Ιωάννης, Μωϋσής, Αντίοχος και Αντωνίνος οι Όσιοι Πατέρες ημών ηγωνίζοντο εις τα όρη της Συρίας κατά τον Ε΄ αιώνα. Και ο μεν Ιωάννης έγινε μαθητής και γνώριμος του Οσίου Λιμναίου, όστις ησκήτευσεν εις το όρος Τάργαλα, ως προείπομεν κατά την κβ΄ (22αν) του παρόντος μηνός. Είτα αναβάς εις τινα ράχιν αυτού ψυχροτάτην, ήτις έκειτο εις το βόρειον μέρος, διήλθεν εκεί εικοσιπέντε έτη, ασκεπής και άστεγος· η δε τροφή του ήτο άρτος και άλας, εφόρει ένδυμα από τρίχας αιγός, είχε δε το σώμα του δεδεμένον με βαρύτατα σίδηρα, υπό των οποίων καταβαρυνόμενος και υπό των ακτίνων του ηλίου καταφλεγόμενος δεν ηθέλησε ποτέ να έχη, ο γενναίος ούτος αγωνιστής, ουδεμίαν άνεσιν και παρηγορίαν από τας κακοπαθείας ταύτας. Όθεν και αμυγδαλήν τινα, την οποίαν εφύτευσεν γνώριμός του πλησίον της κλίνης του, και η οποία μετά καιρόν έγινεν δένδρον σκιερόν, διέταξε και την έκοψαν, ίνα μη απολαμβάνη εκ της σκιάς της ουδεμίαν ανακούφισιν. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον αγωνιζόμενος ο Όσιος ούτος Ιωάννης προς Κύριον εξεδήμησεν. Ο δε μακάριος Μωϋσής, μιμηθείς την ζωήν του ρηθέντος Οσίου Ιωάννου, ανέβη εις τινα κορυφήν ονομαζομένην Ραμά και εκεί ηγωνίζετο ασκητικούς αγώνας. Ο αοίδιμος πάλιν Αντίοχος, καίτοι γέρων την ηλικίαν, εις μεγάλην άσκησιν υπεβάλλετο, ομοίως και ο τρισόλβιος Αντωνίνος, όστις, γέρων ων, έκτισε περιτείχισμα τι εις ερημότατον τόπον και εκεί ηγωνίζετο παρομοίως με τους νέους. Αμφότεροι δε οι Όσιοι ούτοι έτρωγον την αυτήν με τους νέους τροφήν, δηλαδή άρτον και άλας, επίσης και το αυτό ποτόν των νέων έπινον, ήτοι το ύδωρ, το αυτό μετ’ εκείνων τρίχινον ένδυμα εφόρουν και τας αυτάς μετ’ εκείνων αγρυπνίας και προσευχάς εποίουν. Αλλά δια να είπωμεν εν γενικαίς γραμμαίς και οι τέσσαρες ούτοι Όσιοι ευρίσκοντο πάντοτε εις πόνους και κόπους, καθ’ όλην την ημέραν και καθ’ όλην την νύκτα και ούτε η πολυκαιρία της ασκήσεως ούτε το γήρας ούτε η ασθένεια της φύσεως ωλιγόστευσε την υπομονήν και ανδρείαν των, διότι είχον εν τη καρδία των ένθεον έρωτα και προθυμίαν να κοπιάζωσι δια τον Θεόν και να αγωνίζωνται. Όθεν, με τοιούτους αγώνας διελθόντες την ζωήν των, εν ειρήνη παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. 

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Τη ΚΓ΄ (23η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Επισκόπου Σμύρνης.

Πολύκαρπος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού ήτο γέννημα και θρέμμα της πόλεως Εφέσου, εις την οποίαν εγεννήθη περί το έτος ξη΄ (68) μ.Χ. Οι γονείς του ήσαν πλουσιώτατοι, αλλ’ ευσεβείς και ελεήμονες· ο πατήρ του ωνομάζετο Παγκράτιος και η μήτηρ του Θεοδώρα. Τούτους διέβαλον εις τον εξουσιαστήν της Εφέσου Μαρκίωνα, ότι ήσαν Χριστιανοί· όθεν έστειλεν εκείνος στρατιώτας, οίτινες τους παρουσίασαν έμπροσθέν του, ήτο δε τότε η Θεοδώρα έγκυος εις τούτον τον Άγιον. Λέγει δε τότε προς αυτούς ο Μαρκίων· «Διατί δεν υπακούετε σεις εις τους βασιλικούς ορισμούς, αλλά καταφρονείτε τους μεγάλους θεούς και προσκυνείτε τον Χριστόν»; Οι γονείς του Αγίου απεκρίθησαν, χωρίς καθόλου να δειλιάσουν· «Ημείς, ω εξουσιαστά, εδιδάχθημεν από τους Αποστόλους του Κυρίου μας να πιστεύωμεν και να προσκυνούμεν τον αληθινόν Θεόν, τον Ποιητήν του ουρανού και της γης, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις του οποίου το όνομα εβαπτίσθημεν και αυτόν ομολογούμεν και κηρύττομεν· τα δε άψυχα και αναίσθητα είδωλα, τα οποία έχετε σεις δια θεούς, ημείς τα αποστρεφόμεθα και τα εξουθενούμεν». Ταύτα ακούσας ο εξουσιαστής και θυμωθείς σφόδρα επρόσταξε τους στρατιώτας να ρίψωσιν αυτούς κατά γης και να τους δείρωσι δυνατά· τούτου δε γενομένου τους έβαλον εις την φυλακήν όπου έμειναν καιρόν πολύν ανεπιμέλητοι από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, ταλαιπωρούμενοι με πείναν και δίψαν και κάθε άλλην κακοπάθειαν, εντός δε της φυλακής εγέννησεν η μακαρία Θεοδώρα τον Άγιον. Ο δε Πανάγαθος Θεός, όστις γινώσκει τα πάντα προτού να γίνουν, προβλέπων, ότι ο εξουσιαστής μέλλει να ζητήση το βρέφος, δια να το αναθρέψη και να το διδάξη την ιδικήν του πλάνην, εξαπέστειλε τον Άγγελον αυτού εις την φυλακήν και πρώτον μεν εθεράπευσε τους γονείς του βρέφους εκ των πληγών, τας οποίας είχον από τους δαρμούς, κατόπιν δε τους ενεδυνάμωσε και προείπεν εις αυτούς, ότι ο εξουσιαστής μέλλει να τους θανατώση και να μη δειλιάσωσι τον υπέρ Χριστού θάνατον, διότι θέλουν στεφανωθή με τον στέφανον του Μαρτυρίου και να κληρονομήσωσι την ουράνιον Βασιλείαν. Έπειτα παραλαβών το βρέφος το επήγεν εις γυναίκα τινά χήραν πλουσιωτάτην και Χριστιανήν, παραγγείλας εις αυτήν να το βαπτίση, να το αναθρέψη με κάθε επιμέλειαν και να μη το ομολογήση εις ουδένα. Ταύτα δε ειπών έγινεν άφαντος. Ο δε παράνομος Μαρκίων, ζητών το βρέφος, ηρεύνα με πολλήν επιμονήν ημέρας πολλάς, αλλά μη ευρίσκων αυτό, ήναψεν όλος από θυμόν και εβασάνιζε σκληρώς τους γονείς του Αγίου. Τέλος πάντων, βλέπων το αμετάθετον της γνώμης των, ότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν ηρνούντο τον Χριστόν, τους απεφάσισεν εις θάνατον. Όθεν παραλαβόντες τους Αγίους οι στρατιώται τους ωδήγησαν έξω της Εφέσου επάνω εις εν ύψωμα και εκεί τους απεκεφάλισαν, άφησαν δε εκεί τα λείψανά των να τα φάγουν τα θηρία· αλλά ματαίως εκοπίαζεν ο αλιτήριος Μαρκίων, διότι κανέν θηρίον δεν επλησίασεν εις τα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων· μετά δε ταύτα επήγαν κρυφίως οι Χριστιανοί και τα ενεταφίασαν μετ’ ευλαβείας, ως έπρεπεν. Η δε ευσεβεστάτη εκείνη χήρα, εις την οποίαν ωδήγησε το βρέφος ο Άγγελος, το εβάπτισε και το ωνόμασε Παγκράτιον, εις το όνομα του πατρός του, το ανέτρεφε δε ως γνήσιον τέκνον της. Όταν ήλθε τούτο εις ηλικίαν δεκτικήν μαθημάτων, το έβαλεν εις το σχολείον, όπου εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλην την Εκκλησιαστικήν Ακολουθίαν· επειδή δε είχεν εξ αρχής φρονήματα γέροντος δεν κατεγίνετο εις παιδαριώδη καμώματα, ωσάν τα άλλα παιδία, αλλά συνανεστρέφετο με σοφούς και εναρέτους άνδρας, γινόμενος ακροατής όλων των καλών και ψυχωφελών διδαγμάτων αυτών και εμιμείτο τα ένθεα παραδείγματά των, ως υιός δε Μαρτύρων εσπούδαζε με όλην την προθυμίαν να τους μιμηθή, κατά το δυνατόν, εις την αγάπην του Θεού και κατόπιν εις όλας τας αρετάς· ηγωνίζετο δε να έχη αγάπην με όλους, ταπείνωσιν, ιλαρότητα, εγκράτειαν, σωφροσύνην και κάθε είδους αρετήν, αγαπών εξόχως την ελεημοσύνην· δια τούτο ωνομάσθη Πολύκαρπος. Και ακούσατε να θαυμάσητε. Η θεοφιλής εκείνη γυνή, η οποία τον ανέθρεψεν, ήτο πολύ πλουσία, ως είπομεν, είχε δε μεταξύ των άλλων πολλάς αποθήκας γεμάτας από σιτάρι και κάθε είδους καρπόν της γης, διότι είχε πολλά υποστατικά. Ως ελεήμων δε που ήτο ο μακάριος Παγκράτιος και πολύ συμπαθητικός, έδιδε πλουσιοπάροχα εις τους πτωχούς, κρυφίως από την ψυχομητέρα του, έως ότου άδειασεν όλας τας αποθήκας. Εν μιά δεμιαν ημερών επήγεν η μήτηρ αυτού να βγάλη σιτάρι· και ευρίσκουσα κενάς τας αποθήκας εθαύμασεν, ηννόησεν όμως ότι ο Παγκράτιος τας εξεκένωσε, διότι εγνώριζε την αγαθήν του προαίρεσιν, ως και την ευσπλαγχνίαν την οποίαν είχε δια τους πτωχούς. Εν τούτοις έστρεψε και τον εκοίτταξε με άγριον βλέμμα, αυτός δε, με χαροποιόν πρόσωπον, είπε προς αυτήν· «Ας υπάγωμεν, κυρία, μαζί εις τας αποθήκας δια να ίδωμεν». Δεν ηθέλησεν όμως να υπάγη εκείνη, επειδή προ ολίγου τας είδε κενάς. Τότε επήγε μόνος ο Άγιος, έκαμε προσευχήν εις τον πολυεύσπλαγχνον Θεόν και, ω του θαύματος! παρευθύς εγέμισαν όλαι αι αποθήκαι από όλους τους καρπούς. Προσκαλέσας όθεν την μητέρα του, της είπε μετά χαράς· «Έλα, κυρία μου, εις τας αποθήκας, δια να ιδής την δύναμιν και την Χάριν του Θεού». Καθώς δε επήγεν η γυνή και είδε τας αποθήκας γεμάτας από καρπούς και όλα τα δοχεία γεμάτα από έλαιον και οίνον, εδόξασε μεγαλοφώνως τον πλουσιόδωρον Θεόν και καταφιλούσα τον ευλογημένον Παγκράτιον, του είπε· «Τέκνον μου αγαπητόν, από της σήμερον δίδε όσον θέλεις εις τους πτωχούς και πλέον δεν θέλω σε ονομάζει Παγκράτιον, αλλά Πολύκαρπον». Ούτως επεκράτησε το όνομα αυτό εις τον Άγιον. Έχων λοιπόν την άδειαν ο μακάριος, εμοίραζε πλουσιοπάροχα εις τους έχοντας ανάγκην τους καρπούς, αι δε αποθήκαι, θείω ελέει, δεν εξεκενούντο ποτέ· διότι ο Θεός, βλέπων την αγαθήν γνώμην του Αγίου, επλήθυνε τους καρπούς. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ενέσκηψε πείνα μεγάλη εις την χώραν της Εφέσου. Τότε ο αξιομακάριστος Πολύκαρπος έδειξε την μεγάλην του ευσπλαγχνίαν και συμπάθειαν, όχι μόνον εις τους πτωχούς, αλλά και εις τους πλουσίους· διότι πολλοί, αν και είχον πλούτον πολύν, μη ευρίσκοντες όμως να αγοράσουν τα προς συντήρησιν εκινδύνευον από την πείναν· εις τούτους έδιδε πλουσιοπαρόχως ο Άγιος· και γενικώς, όλοι όσοι είχον στενοχωρίαν έλεγον· «Ας υπάγωμεν εις τον ελεήμονα Πολύκαρπον». Όθεν προσέτρεχον εις αυτόν καθ’ εκάστην ημέραν πλήθος πτωχών και πλουσίων και δεν εδίωκε ποτέ κανένα με τας χείρας κενάς, αλλά όλους τους εδέχετο με πολλήν ευσπλαγχνίαν, ευεργετών ένα έκαστον κατά την ανάγκην του. Όταν ο Άγιος έγινεν είκοσι πέντε ετών, ήκουσεν ότι ο Ιωάννης ο Θεολόγος εκήρυττε το Ευαγγέλιον εις τα άλλα μέρη της Ασίας και έχων πόθον πολύν να τον απολαύση, έλαβε την άδειαν και την ευχήν της μητρός του και επήγεν εις τον θείον Ιωάννην, μαζί με τον οποίον ήτο και ο θεοφόρος Ιγνάτιος και ο μακάριος Βουκόλος. Τούτον ηκολούθησε και ο ευλογημένος Πολύκαρπος και περιπατών μαζί των από τόπου εις τόπον και από χώρας εις χώραν, εδοκίμαζε μεγάλας κακοπαθείας, υποφέρων πείναν, δίψαν, γυμνότητα και κάθε άλλην στενοχωρίαν δια να κηρύττη τον λόγον του Χριστού, ως άλλος Απόστολος. Αφ’ ου παρήλθεν αρκετός καιρός, ήλθεν ορισμός από τον βασιλέα της Ρώμης Δομετιανόν να εξορισθή ο θείος Ιωάννης ο Θεολόγος εις την νήσον Πάτμον, επειδή ηκούσθη, ότι μετέστρεφε τους ειδωλολάτρας εις την πίστιν του Χριστού. Όταν δε επρόκειτο να υπάγη εις την εξορίαν, εχειροτόνησε τον μακάριον Βουκόλον Αρχιερέα της Σμύρνης, του έδωκε δε και τον Άγιον Πολύκαρπον να τον έχη συνοδείαν. Ούτως, αποχαιρετήσας αυτούς ο Απόστολος, επήρε μαζί του τον Πρόχωρον και επήγεν εις την Πάτμον. Ελθόντες λοιπόν εις την Σμύρνην ο Άγιος Βουκόλος μαζί με τον ιερόν Πολύκαρπον, τον εχειροτόνησεν Ιερέα, με όλον όπου δεν ήθελε κατ’ ουδένα τρόπον, προφασιζόμενος ότι δεν είναι άξιος· αλλ’ ο μακάριος Βουκόλος, βλέπων τας αρετάς του και τα θεία του κατορθώματα, τον ανεβίβασεν ακόμη και εις το αξίωμα του ορφανοτρόφου· τόσον δε ταπεινόφρων ήτο ο μακάριος, ώστε δεν ηθέλησε ποτέ καμμίαν προτίμησιν, ούτε εις τας συνάξεις των Ιερέων εκάθητο κατά την τάξιν του, αλλά πάντοτε εκάθητο κατώτερα απ’ όλους, ωσάν εις ταπεινός άνθρωπος. Βλέπων όμως ο Θεός την πολλήν του ταπείνωσιν, τον ύψωσε και τον εδόξασε, καθώς επαγγέλλεται· διότι, προγνωρίσας ο μακάριος Βουκόλος τον θάνατόν του, εσύναξεν όλους τους Επισκόπους της επαρχίας, όλον τον Κλήρον και πάντας τους Χριστιανούς και εφανέρωσε τον θάνατόν του, ειπών ότι εξέλεξε διάδοχόν του τον Άγιον Πολύκαρπον. Τούτον εδέχθησαν μετά μεγάλης χαράς οι Επίσκοποι, οι Κληρικοί και όλος ο λαός, εχειροτονήθη λοιπόν παρά την θέλησίν του ο Ιερός Πολύκαρπος Αρχιερεύς της Σμύρνης. Λαβών λοιπόν ο Άγιος το μέγα τούτο και πολύτιμον φορτίον της Αρχιερωσύνης, εποίμαινε τα λογικά του Χριστού πρόβατα με πολλήν επιμέλειαν εις νομάς σωτηρίους των θείων εντολών, διδάσκων καθ’ εκάστην τον λόγον του Ευαγγελίου και τύπος γινόμενος δια των έργων παντός αγαθού. Δεν έπαυε δε νύκτα και ημέραν να επισκέπτεται το ποίμνιόν του· εδυνάμωνε τους αδυνάτους, παρηγορούσε τους τεθλιμμένους, εθεράπευε τους ασθενούντας, εκυβέρνα τα ορφανά, ελεούσε τους πτωχούς και εβοηθούσε όλους τους Χριστιανούς κατά την ανάγκην εκάστου. Επεμελείτο δε ιδίως πολύ, κρυφά ή φανερά, ως ηδύνατο, τους Μάρτυρας τους οποίους εβασάνιζαν εκείνον τον καιρόν οι τύραννοι, στερεώνων τούτους εις την πίστιν του Χριστού και δια να είπωμεν εν συντομία πρεπόντως ωνομάσθη Πολύκαρπος, διότι δεν έλειψε ποτέ από αυτόν ο ένθεος καρπός, αλλ’ ήτο ως θαυμάσιος λιμήν αχείμαστος δι’ όλους και μέγα καταφύγιον, όχι δε μόνον εις τους Χριστιανούς, αλλά και εις τους ειδωλολάτρας, τους οποίους ακαταπαύστως εδίδασκε, χωρίς καμμίαν δειλίαν, χωρίς κανένα φόβον, επιστρέφων πολλούς εις την πίστιν του Χριστού. Ετέλει δε και άπειρα θαύματα καθ’ εκάστην, από τα οποία θέλομεν διηγηθή ολίγα τινά εις πίστωσιν των πολλών. Και ακούσατε. Καιρόν τινά εξερράγη μεγάλη και φοβερά πυρκαϊά εις την Σμύρνην, και εκαίοντο όχι μόνον μέσα εις την πόλιν σπίτια και άνθρωποι, αλλά ακόμη και έξω εις τους αγρούς, εις τα σπαρτά, αμπέλια, δένδρα και ζώα, εκράτησε δε το κακόν αυτό επτά ημερονύκτια. Οι δε ανόητοι και εσκοτισμένοι ειδωλολάτραι επεκαλούντο εις βοήθειαν τους θεούς των, αλλά ματαίως εκοπίαζαν οι ταλαίπωροι· διότι όσον εκείνοι παρεκάλουν τα είδωλα, τόσον ο Θεός ωργίζετο εναντίον των και ηύξανε το πυρ περισσότερον. Όθεν οι Χριστιανοί προσέδραμον εις τον Άγιον, παρακαλούντες αυτόν να κάμη προσευχήν προς τον Κύριον δια να καταπαύση το πυρ. Ευσπλαγχνισθείς όθεν ο Άγιος έκαμε δέησιν εις τον Θεόν, δι’ ό,τι του εζήτησαν, έπειτα, ελέγχων τους ειδωλολάτρας, ότι αυτά τα κακά προέρχονται από την ασέβειάν των, με το να μη πιστεύουν εις τον αληθινόν Θεόν, εστράφη προς το πυρ και είπεν· «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ανάξιος λατρεύω και προσκυνώ, σε προστάζω να παύσης ευθύς την ώραν ταύτην και να σβεσθής εντελώς». Και, ω του παραδόξου θαύματος! παρευθύς εσβέσθη τελείως το φοβερόν εκείνο πυρ και ηφανίσθη· οι δε παρεστώτες θαυμάσαντες εφώναξαν μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Τότε πολλοί ειδωλολάτραι επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών. Εις δε από τους ειδωλολάτρας, άρχων μέγας, ονόματι Πετρώνιος, παρακινηθείς από τον πατέρα του διάβολον, όστις φθονεί πάντοτε το καλόν, έλεγε λόγια βλάσφημα κατά της Πίστεως των Χριστιανών και κατά του Αγίου. Παρευθύς δε εδαιμονίσθη ούτος και έπεσε κατά γης κυλιόμενος, αφρίζων και σπαράττων. Βλέποντες δε αυτόν τινές Χριστιανοί τον ελυπήθησαν και παρεκάλεσαν τον Άγιον να τον ιατρεύση· ούτος δε μιμούμενος τον Δεσπότην Χριστόν, ηυσπλαγχνίσθη αυτόν και τον εθεράπευσε διπλήν θεραπείαν, διότι επιτιμών το πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα, το εδίωξεν από τον Πετρώνιον, εκείνον δε εφώτισε κατά την ψυχήν, ώστε να γνωρίση την δύναμιν την οποίαν έχουν οι δούλοι του Χριστού, εκ της ευεργεσίας την οποίαν έλαβε. Τότε επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη μαζί με όλους τους ανθρώπους της οικίας του. Μετά τέσσαρας χρόνους από της πυρκαϊάς, περί της οποίας είπομεν, ηκολούθησε μεγάλη ανομβρία εις όλην την περιοχήν της Σμύρνης, ούτως ώστε εκινδύνευαν να αφανισθώσιν όλοι οι καρποί της γης, ευρίσκοντο δε οι άνθρωποι εις μεγάλην λύπην. Όθεν οι Χριστιανοί προσέτρεξαν πάλιν εις τον Άγιον και τον παρεκάλεσαν να τους βοηθήση. Ο δε Άγιος έκαμε τότε δέησιν προς Κύριον και, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! έβρεξε τόση βροχή, ώστε εδρόσισεν όλους τους καρπούς· έλαβον όθεν μεγάλην παρηγορίαν οι άνθρωποι, δοξάζοντες τον Θεόν και ευχαριστούντες τον Άγιον. Αλλ’ επειδή δεν έπαυε και έβρεχεν ακαταπαύστως, πάλιν ο Άγιος με την προσευχήν του την κατέπαυσε. Από ταύτα τα ολίγα θαύματα του Αγίου, τα οποία διηγήθημεν, ας γνωρίση πας τις πόσην παρρησίαν είχεν εις τον Θεόν, διότι αρκετά είναι αυτά να φανερώσουν την αγιότητά του. Ας έλθωμεν λοιπόν εις το προκείμενον του λόγου, να διηγηθώμεν με βραχυλογίαν και το ένδοξον αυτού Μαρτύριον. Όταν εβασίλευεν εις την Ρώμην ο Αντωνίνος, εκινήθη μέγας διωγμός κατά της πίστεως του Χριστού, όλοι δε οι κατά πόλεις εξουσιασταί εβασάνιζαν ανηλεώς τους Χριστιανούς. Όθεν και ο εξουσιαστής της Σμύρνης έπραττε τα ίδια, τιμωρών απανθρώπως έως θανάτου όποιον Χριστιανόν εύρισκεν. Ήλθε δε εις τόσην μανίαν ο επάρατος, ώστε απεφάσισε να ζητήση και τον Άγιον Πολύκαρπον, ως Αρχιερέα των Χριστιανών. Τούτο ακούσας ο θείος Πολύκαρπος ουδόλως εταράχθη και ήθελε να μείνη εις την πόλιν. Οι Χριστιανοί όμως, θέλοντες να μη υστερηθούν τοιούτον άγιον ποιμένα, τον κατέπεισαν δια παντοίων τρόπον να αναχωρήση από την Σμύρνην. Ούτως ο Άγιος, αν και επόθει το Μαρτύριον, εν τούτοις αποβλέπων περισσότερον εις το συμφέρον των άλλων, κατά την εντολήν του θείου Αποστόλου Παύλου και όχι μόνον εις το ιδικόν του, ανεχώρησεν από την Σμύρνην και επήγεν εις εν χωρίον όχι μακράν από την πόλιν και εκεί διέτριβεν, ουδέν έτερον ποιών παρά προσευχόμενος νύκτα και ημέραν δι’ όλους τους Χριστιανούς και δι’ όλας τας Εκκλησίας του Χριστού, τας καθ’ άπασαν την οικουμένην ευρισκομένας. Ημέραν δε τινά, τρεις ημέρας προτού συλληφθή, προσευχόμενος εκοιμήθη μετά την προσευχήν του· και τότε είδεν εν οράματι, ότι επήρε φωτιάν το προσκεφάλαιόν του και εκάη. Εξυπνήσας δε είπε προφητικώς εις εκείνους, οι οποίοι ήσαν μαζί του, ότι πρόκειται να μεταλλάξη την παρούσαν ζωήν δια του πυρός χάριν της αγάπης του Χριστού. Επειδή δε οι υπηρέται του εξουσιαστού ανεζήτουν αυτόν με κάθε επιμέλειαν, εβιάσθη πάλιν από την αγάπην των αδελφών και επήγεν εις άλλο χωρίον· την ώραν όμως κατά την οποίαν ανεχώρησεν ο Άγιος έφθασαν οι στρατιώται, οι οποίοι τον εζήτουν, και μη ευρόντες αυτόν εκεί, συνέλαβον δύο παιδία και τα εβασάνιζαν δια να φανερώσουν που ευρίσκετο ο Άγιος· μη υποφέρον δε το εν παιδίον τα βάσανα, τον εφανέρωσε. Λαβόντες λοιπόν οι στρατιώται το παιδίον εκείνο, επήγαν το βράδυ εις το άλλο χωρίον και τον εύρον την ώραν κατά την οποίαν έπεσε να κοιμηθή επάνω εις ένα ανώγειον υψηλόν, από το οποίον ηδύνατο να υπάγη εις άλλο σπίτι· αλλά δεν ηθέλησε λέγων· «Ας γίνη το θέλημα του Κυρίου». Ευθύς λοιπόν κατήλθεν από το ανώγειον και εδέχθη τους στρατιώτας με ιλαρόν και χαρούμενον πρόσωπον, ώστε εθαύμασαν εκείνοι την μεγαλοψυχίαν και αφοβίαν του. Ο δε Άγιος επρόσταξε να ετοιμάσουν τράπεζαν και να τους βάλουν να φάγουν και να πίουν, τους εζήτησε δε να του δώσουν καιρόν δια να προσευχηθή. Λαβών λοιπόν την άδειαν ο Άγιος από τους στρατιώτας προσηυχήθη ώραν ικανήν. Έπειτα, φέροντες ονάριον, τον ανεβίβασαν επ’ αυτού και τον έφεραν εις την πόλιν. Επήγαινε δε ο Άγιος προθύμως εις το κριτήριον, και όταν εισήρχετο εις αυτό ήλθεν εξ ουρανού φωνή, ήτις έλεγεν· «Ίσχυε, Πολύκαρπε, και ανδρίζου». Ταύτην την φωνήν πολλοί Χριστιανοί  ήκουσαν, ουδείς όμως είδεν εκείνον όστις την είπεν. Ερωτήσας λοιπόν ο εξουσιαστής, αν είναι αυτός ο Πολύκαρπος και ομολογήσας ο Άγιος ότι αυτός ο ίδιος είναι, είπε προς αυτόν να αρνηθή τον Χριστόν και να τον βλασφημήση· ο δε Άγιος απήντησεν· «Έχω ογδοήκοντα εξ χρόνους όπου τον δουλεύω, και κανένα κακόν δεν μου έκαμε· πως ημπορώ να βλασφημήσω τον Βασιλέα μου, τον Σωτήρα και Λυτρωτήν μου»; Ο τύραννος όμως τον εβίαζε και πάλιν να αρνηθή τον Χριστόν. Τότε ο θείος Πολύκαρπος του λέγει· «Επειδή προσποιείσαι ότι δεν γνωρίζεις ποίος είμαι και δια τούτο μου λέγεις ταύτα, άκουσον μετά παρρησίας· Χριστιανός είμαι και τον Χριστόν δεν αρνούμαι, ει δε θέλης να μάθης τας αληθείας του Χριστιανισμού, δος μοι καιρόν και ακρόασιν, ίνα σου ομιλήσω». Ο δε κριτής λέγει· «Εάν δεν αρνηθής τον Χριστόν, θα σε ρίψω εις τα θηρία να σε καταφάγωσιν». Ο Άγιος του απαντά· «Μη αργοπορής, αλλά ρίψε με εις τα θηρία, διότι εγώ δεν μετακινούμαι από την Πίστιν μου· μάλιστα θα σου οφείλω μεγάλην χάριν να με μεταφέρης μίαν ώραν ενωρίτερα από την ψευδή και πολύπονον ταύτην ζωήν, εις την αληθινήν και αθάνατον». Ο κριτής πάλιν του λέγει· «Επειδή δεν φοβείσαι τα θηρία, θέλω σε κατακαύσει εις το πυρ, εάν δεν μετανοήσης». Ο δε μέγας Πολύκαρπος λέγει· «Τι με φοβερίζεις με το πυρ, το οποίον καίει προς ώραν και μετ’ ολίγον σβέννυται; Ή δεν γνωρίζεις το άσβεστον πυρ της αιωνίου κολάσεως, το οποίον φυλάττεται δια να κατακαίη αιωνίως τους ασεβείς; Όθεν μη αργοπορής, αλλά κάμε ό,τι θέλεις». Αυτά και άλλα περισσότερα λέγων ο Άγιος μετά μεγάλου θάρρους και χαράς, έκαμε τον εξουσιαστήν να μείνη εκστατικός, απορών δε ούτος και μη γνωρίζων τι να πράξη, έστειλε τον κήρυκα εις το μέσον του σταδίου και εκήρυξε τρεις φοράς, ότι ο Πολύκαρπος ωμολόγησε ότι είναι Χριστιανός. Τούτο ακούοντες όλον το πλήθος των Ελλήνων και των Εβραίων, εφώναζον με μεγάλην φωνήν και με θυμόν ακράτητον· «Αυτός είναι ο Πατήρ των Χριστιανών, ο οποίος διδάσκει τους ανθρώπους να μη προσκυνούν τους θεούς. Πρέπει λοιπόν να τον καύσωμεν εις το πυρ ζωντανόν». Παρευθύς λοιπόν εσύναξαν από τα εργαστήρια και από τα λουτρά ξύλα και φρύγανα. Μάλιστα δε οι Εβραίοι έτρεχον με μεγάλην προθυμίαν, καθώς το έχουν συνήθειαν να υπηρετούν τους τυράννους ολοψύχως, εκ του μίσους το οποίον έχουν, οι κατάρατοι, κατά του Χριστού και όλων των Χριστιανών. Όταν δε ητοιμάσθη η πυρά εξεδύθη ο Άγιος τα ενδύματά του, έλυσε την ζώνην του και έπεσεν εις την πυράν μόνος του· ημποδίσθη όμως προς ολίγον από τους Χριστιανούς, οι οποίοι συνέτρεχαν με μεγάλην σπουδήν, αγωνιζόμενοι ποίος να πρωτοασπασθή το άγιον σώμα του. Έπειτα ήλθον οι στρατιώται να τον καρφώσουν, ώστε να μην κινήται καιόμενος, καθώς εσυνήθιζον να κάμνουν εις όλους τους καταδικαζομένους εις τον δια πυρός θάνατον· ο δε Άγιος τους είπεν· «Αφήσετέ με ακάρφωτον και εκείνος ο οποίος μου δίδει την δύναμιν να υπομείνω το πυρ, θέλει με ενδυναμώσει να μη κινηθώ παντελώς». Όθεν δεν τον εκάρφωσαν, αλλά τον έδεσαν με τας χείρας οπίσω και ούτω ως κριός επίσημος εκ μεγάλου ποιμνίου προσεφέρετο εις τον Θεόν ολοκαύτωμα ευπρόσδεκτον. Ανυψώσας δε τότε ο Άγιος τους οφθαλμούς του προς τον ουρανόν, προσηυχήθη ούτω. «Κύριε, ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ευχαριστώ σοι, ότι ηξιώσας με τον ανάξιον της ημέρας και ώρας ταύτης, ίνα συναριθμηθώ και εγώ ομού μετά των Μαρτύρων σου εις ανάστασιν ζωής αιωνίου, ψυχής τε και σώματος και είθε να προσαχθώ σήμερον έμπροσθέν σου θυσία ευπρόσδεκτος, καθώς προητοίμασας, προεφανέρωσας και ετελείωσας, ο αψευδής Θεός· δια ταύτα πάντα σε ευλογώ και σε δοξάζω, συν τω αγαπητώ και μονογενεί σου Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Αφού ετελείωσε την προσευχήν ο Άγιος εισήλθεν εις την πυράν και, ω του θαύματος! η φλοξ του πυρός εκείνου εσχημάτισεν είδος θόλου, ως σχηματίζει το πανί του πλοίου, όταν το φυσά ο άνεμος, περιεκύκλωσε δε το σώμα του Μάρτυρος, όστις ήτο εις το μέσον της φλογός, όχι ως σάρξ καιομένη αλλά ως χρυσός πυρούμενος εντός καμίνου χρυσοχόου, εξήρχετο δε εξ αυτού ευωδία άρρητος ωσάν να εκαίετο θυμίαμα ή άλλο τι πολύτιμον άρωμα. Τέλος πάντων βλέποντες οι άνομοι, ότι δεν ήτο δυνατόν να καή το σώμα του Αγίου από την πυράν, επρόσταξαν να πλησιάση εις τον Μάρτυρα εις δήμιος και να τον θανατώση με το ξίφος·  τούτου γενομένου, ανεπήδησε πλήθος αίματος το οποίον έσβυσε τελείως το πυρ προς θαυμασμόν και έκπληξιν του παρισταμένου λαού δια τα θαυμάσια του Θεού. Ο δε φθονερός και πονηρός διάβολος, γνωρίζων ότι οι Χριστιανοί επεθύμουν να πάρουν το ιερόν λείψανον του Αγίου προς αγιασμόν, τι εμεθοδευθη ο κακομήχανος; Παρεκίνησεν άρχοντά τινα και είπεν εις τον εξουσιαστήν να μη δώση το σώμα του Ιερομάρτυρος εις τους Χριστιανούς, δια να μη αφήσουν τον Εσταυρωμένον Ιησούν και αρχίσουν να σέβωνται τούτον τον Πολύκαρπον, το ίδιον έλεγον και οι Εβραίοι και το εβεβαίωναν, εφύλαττον δε τον τόπον δια να μη το πάρουν κρυφίως οι Χριστιανοί. Ο εκατόνταρχος λοιπόν, ρίψας το άγιον λείψανον εις το μέσον της πυράς το έκαυσε. Κατόπιν δε οι Χριστιανοί λαβόντες όσα ιερά λείψανα απέμειναν άθικτα από το πυρ τα ενεταφίασαν ευλαβώς και εντίμως εις τόπον επίσημον, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΒΑΡΑΔΑΤΟΥ.

Βαραδάτος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εξ Αντιοχείας· επειδή δε ηγάπησε την ερημικήν και φιλόσοφον ζωήν, πρώτον μεν εκλείσθη εντός μικρού κελλίου, εκείθεν δε επήγεν εις εν ύψωμα, το υψηλότερον της περιοχής, και εκεί κατεσκεύασε κιβώτιον μικρότατον εκ ξύλου, το οποίον δεν εχώρει ούτε αυτό το σώμα του. Ηναγκάζετο λοιπόν ο αοίδιμος να κύπτη πάντοτε, επειδή το κιβώτιον δεν είχεν ύψος ανάλογον προς το μέγεθος του σώματός του· ούτε ήτο συνηρμοσμένον καλώς δια σανίδων, αλλά ήτο χαμηλόν και όμοιον με τας ανοικτάς κιγκλίδας. Ώστε, ούτε από των βροχών επροστατεύετο ουδόλως, ούτε από τας καυστικάς φλόγας του ηλίου, αλλά και υπό των δύο προσεβάλλετο ομοίως. Αφ’ ου λοιπόν έζησε τοιαύτην ταλαιπωρημένην ζωήν επί πολλά έτη εξήλθεν εκ του κιβωτίου πεισθείς εις τας συμβουλάς του τότε Πατριάρχου Αντιοχείας Θεοδότου (418-427). Πλην, αν και εξήλθεν εκείθεν, ίστατο όμως αδιακόπως εκτείνων τας χείρας του εις τον ουρανόν και δοξολογών μεν τον των όλων Θεόν, κεκαλυμμένον δε έχων όλον το σώμα του με χιτώνα δερμάτινον· μόνον εις την ρίνα και το στόμα του αφήκε μικράν οπήν ίνα εκείθεν αναπνέη τον κοινόν αέρα. Ταύτας δε όλας τας κακουχίας υπέμεινεν ο αοίδιμος, μολονότι δεν είχε σώμα υγιές αλλά ασθενές και πάσχον. Υπό του θείου όμως έρωτος και υπό ζεούσης προθυμίας πυρπολούμενος, εβίαζε το σώμα του να κοπιάζη εις εκείνα εις τα οποία δεν ηδύνατο να κοπιάζη· καίτοι δε ευρίσκετο εις αυτό το ύψος της αρετής, είχεν όμως φρόνημα ταπεινόν, διότι εγνώριζεν, ως φρόνιμος, πόσην βλάβην προξενεί εις τον άνθρωπον το υπερήφανον φρόνημα. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον διελθών την ζωήν του ο τρισμακάριστος, εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησε. 

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ και ΛΙΜΝΑΙΟΥ.

Θαλάσσιος και Λιμναίος οι Όσιοι Πατέρες ημών ήκμασαν εν Συρία επί των ημερών του Επισκόπου Κύρου Θεοδωρήτου (393-458) όστις έγραψε και τον Βίον αυτών. Και ο μεν εις εκ των δύο τούτων Οσίων, ο Θαλάσσιος, κτίσας ασκητήριον επί μικρού όρους άνωθεν χωρίου τινός της Κύρου, ονομαζομένου Τιλλίμας, υπερέβαλεν όλους τους τότε Οσίους κατά την απλότητα του ήθους και κατά το ταπεινόν φρόνημα. Ο δε έτερος, ο Λιμναίος, όστις ήτο τότε πολύ νέος κατά την ηλικίαν, υπεραγαπών την ασκητικήν ζωήν, επήγε προς τον ανωτέρω μέγαν Θαλάσσιον, και διδαχθείς παρ’ αυτού τα της ασκητικής πολιτείας μαθήματα, επήγεν έπειτα προς τον αοίδιμον Όσιον Μάρωνα. Τούτου του Μάρωνος μιμηθείς την ζωήν ο θείος Λιμναίος, ηγάπησε να διέλθη τον βίον του χωρίς στέγην και σκέπασμα· όθεν, αναβάς επί της κορυφής όρους τινός, άνωθεν του χωρίου του ονομαζομένου Τέργαλα, έζη εκεί ασκητικώς, χωρίς να κτίση καλύβην, αλλά περιφράξας εαυτόν μόνον με περιτείχισμα εκ ξηρολίθων, το οποίον είχε στέγην τον ουρανόν. Εκ των τοιούτων λοιπόν αγώνων έλαβε Χάριν παρά Θεού ο μακάριος να διώκη δαιμόνια και να ιατρεύη ασθενείας. Περιπατών δε ποτε, εδαγκάθη υπό όφεως και δια μόνης της προσευχής του έμεινεν αβλαβής και ελυτρώθη εκ του θανάτου· άλλοτε δε, προσβληθείς υπό κολικής (η οποία είναι πάθος της κοιλίας δεινόν και δυσκολοθεράπευτον, ήτοι ο κοινώς λεγόμενος κώλικας), έλαβε την υγείαν του με την επίκλησιν του θείου Ονόματος. Ούτος ο Όσιος, συναθροίσας όλους τους τυφλούς όσοι ηναγκάζοντο να ζητώσιν ελεημοσύνην και κτίσας τόσα κελλία, όσοι ήσαν και οι τυφλοί, ετοποθέτησεν αυτούς εντός των κελλίων, αυτός δε τους εχορήγει την αναγκαίαν τροφήν, την οποίαν ωκονόμει από τους Χριστιανούς, όσοι προσήρχοντο προς αυτόν χάριν ευλογίας. Βιώσας λοιπόν επί τριακονταοκτώ έτη ασκεπής ο αοίδιμος, εν ειρήνη παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Θεού. 

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ εν τω Παυλοπετρίω.

Αθανάσιος ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει υπό ευλαβών και πλουσιωτάτων γονέων· επειδή δε εκ νεαράς ηλικίας υπήρξεν ευλαβής επόθησε να ενδυθή το Μοναχικόν σχήμα. Μεταβάς λοιπόν εις την εν τω κόλπω της Νικομηδείας Μονήν του Παυλοπετρίου, έγινεν εκεί Μοναχός. Τόσον δε υψώθη, ο αοίδιμος, εις τας αρετάς και τόσον διεδόθη η φήμη του, ώστε έγινε γνωστός και εις τους βασιλείς. Συνεδέθη δε και μετά των Οσίων Θεοδώρου του Στουδίτου, και Ιωάννου της Μονής των Καθαρών, μετά των οποίων συνειργάσθη δια την αναστήλωσιν των Αγίων Εικόνων. Κατά δε τους χρόνους Λέοντος του Εικονομάχου, κατηγορηθείς ότι σέβεται τας αχράντους Εικόνας, έλαβε διαφόρους βασάνους και εδοκίμασε πικροτάτας εξορίας και βαρείας θλίψεις· όθεν, μένων σταθερός και μέχρι τέλους διατηρών την Ορθοδοξίαν, απήλθε χαίρων προς Κύριον. 

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των εν τοις Ευγενίου ευρεθέντων Ιερών ΛΕΙΨΑΝΩΝ Αγίων ΜΑΡΤΥΡΩΝ και ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ.

Τα Ιερά Λείψανα ταύτα ευρέθησαν όταν ο αγιώτατος Πατριάρχης Θωμάς ήτο εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. Ευρέθησαν δε πρώτον τα τίμια λείψανα Αγίων τινών Μαρτύρων κεκρυμμένα υπό την γην, τα οποία ανεκομίσθησαν αμέσως ευλαβώς τε και σεβασμίως υπό του Πατριάρχου Θωμά και του συρρεύσαντος πανταχόθεν λαού, πολλαί δε και διάφοροι ασθένειαι εθεραπεύθησαν τότε. Μετά παρέλευσιν δε ετών πολλών, απεκαλύφθη εκ Θεού εις κληρικόν τινα και καλλιγράφον, ονόματι Νικόλαον, ότι μεταξύ των ιερών εκείνων Λειψάνων συμπεριλαμβάνονται και τα άγια λείψανα των Αποστόλων Ανδρονίκου και Ιουνίας, οίτινες αναφέρονται και υπό του θείου Αποστόλου Παύλου εις την προς Ρωμαίους επιστολήν εις την οποίαν γράφει· «Ασπάσασθε Ανδρόνικον και Ιουνίαν, τους συγγενείς μου και συναιχμαλώτους μου, οίτινες εισίν επίσημοι εν τοις Αποστόλοις, οι και προ εμού γεγόνασιν εν Χριστώ» (Ρωμ. ιστ: 7).