Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Αν υπάρχει κάτι στη ζωή μας που δεν τιθασσεύεται, αυτό είναι η αέναη κίνηση του χρόνου. Το σήμερα γίνεται χθες εν ριπή οφθαλμού, και το αύριο σήμερα και χθες. Κι εμείς παρασυρόμεθα προς το τέρμα της πορείας μας, εκόντες άκοντες, παρακολουθούντες τα γεγονότα που περνούν από μπροστά μας, χωρίς αναστρέψιμη ελπίδα. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών. Κι αλλοίμονο σ' εκείνους που δεν έχουν ακόμη βρη την απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου. Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Τη αυτή ημέρα 3η Αυγούστου, μνήμη της Οσίας ΘΕΟΚΛΗΤΟΥΣ της θαυματουργού εν ειρήνη τελειωθείσης.

Θεοκλητώ η Οσία έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του μισοχρίστου και εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), κατήγετο δε εκ της τοποθεσίας της καλουμένης των Οπτιμάτων, των γονέων αυτής Κωνσταντίνου και Αναστασίας ονομαζομένων. Αύτη λοιπόν εκ νεαράς ηλικίας ανατραφείσα θεαρέστως, προσείχεν εις εαυτήν· αναγκασθείσα όμως υπό των γονέων της συνεζεύχθη με άνδρα όμοιον με αυτήν εις την αγαθήν γνώμην, ονομαζόμενον Ζαχαρίαν. Αφού δε υπανδρεύθη, εποίει πολλάς και αμετρήτους ελεημοσύνας η μακαρία· επεδόθη μάλιστα εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, και όχι μόνον ανεγίνωσκεν, αλλά και έπραττε συμφώνως προς τα εν αυταίς δια των έργων, παν καλόν και πάσαν αρετήν μεταχειριζομένη. Ειργάζετο δε καθ’ όλην την ημέραν και εβοήθει εις τας χρείας των πτωχών των ερχομένων εις τον οίκόν της· ωσαύτως υπηρέτει και τους ανθρώπους της οικίας της ως εκ της πολλής ταπεινώσεως. Όταν δε έμελλε να απέλθη η αοίδιμος προς Κύριον, τότε προσεκάλεσεν όλους τους φίλους και γνωστούς, και προείπεν εις αυτούς την ημέραν κατά την οποίαν μέλλει να αποθάνη· και τη αληθεία ούτως ηκολούθησε, καθώς η Αγία προείπεν. Όσα δε θαύματα έγιναν μετά την κοίμησιν αυτής δια του αγίου λειψάνου της, δεν δυνάμεθα να τα περιγράψωμεν, επιδιώκοντες την συντομίαν· εν δε μόνον είναι αναγκαίον να διηγηθώμεν, το οποίον, και εάν θέλωμεν, δεν δυνάμεθα να παραλείψωμεν, καθότι το ύψος και μέγεθος αυτού δεν μας αφήνει να το παραδράμωμεν. Οι συγγενείς της Οσίας ταύτης έχουσι συνήθειαν να σηκώνωσι κατ’ έτος το τρισόσιον εκείνο και πάντιμον αυτής λείψανον, το οποίον είναι σώον και ολόκληρον, και ν’ αλλάσσωσι τα ιμάτια τα παλαιά και ενδύωσιν αυτό με νέα, ευτρεπίζουν δε και τας τρίχας της κεφαλής της, αι οποίαι είναι λευκαί, και έπειτα κόπτουσι τους όνυχας των χειρών και των ποδών της, ως αν ήτο ζωντανή και μετά ταύτα λέγουσι το τρισάγιον, και ούτως αποθέτουσι πάλιν το σώμά της εις την θήκην. 

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα 3η Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΤΕΦΑΝΟΥ Πάπα Ρώμης και των συν αυτώ.

Στέφανος ο Πάπας και Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους Δεκίου, Ουαλλερίου και Γαλλιηνού των βασιλέων εν έτει σν΄ (250). Δια δε τον κατά των Χριστιανών διωγνόν εκρύπτετο εν Ρώμη, και τους προς αυτόν ερχομένους Έλληνας εδίδασκε και κατήχει εις τον Χριστιανισμόν, βαπτίζων αυτούς και χειροτονών εξ αυτών πρεσβυτέρους, διακόνους και αναγνώστας. Τινές τούτων συλληφθέντες ωμολόγησαν, δια παρακινήσεως αυτού, τον Χριστόν και έλαβον του Μαρτυρίου τον στέφανον. Όθεν δια ταύτα εφανερώθη ο μακάριος ούτος εις τον ηγεμόνα· προσαχθείς δε εις τον ναόν του Άρεως και προσευχηθείς, έσεισε τον ναόν και μέρος αυτού εκρήμνισε. Τότε οι μεν στρατιώται φοβηθέντες έφυγον, ο δε Άγιος ανεχώρησε και μετέβη εις τον τάφον της Μάρτυρος Λουκίας, τον ευρισκόμενον εν Καμπανία της Ιταλίας ένθα ετέλει την αναίμακτον θυσίαν. Ύστερον δε ζητήσαντες αυτόν οι στρατιώται και ευρόντες, τον ετιμώρησαν πολύ και τελευταίον τον απεκεφάλισαν, ούτω δε έλαβεν ο αοίδιμος διπλούν τον ομώνυμον στέφανον, και ως Αρχιερεύς, και ως αθλητής Κυρίου. 

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός Αυγούστου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΔΑΛΜΑΤΟΥ, ΦΑΥΣΤΟΥ και ΙΣΑΚΙΟΥ ή ΙΣΑΑΚΙΟΥ.

Δαλμάτος, Φαύστος και Ισάκιος οι Όσιοι Πατέρες ήκμασαν κατά τον Δ΄ αιώνα. Εκ τούτων, ο μεν Δαλμάτος ήτο στρατιώτης εις το δεύτερον στρατιωτικόν σχολείον, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου, εν έτει τοθ΄ (379) ζων ευσεβώς και θεαρέστως· ύστερον δε εγκαταλείψας γυναίκα, τέκνα και όλα τα κοσμικά πράγματα, και παραλαβών μεθ΄εαυτού μόνον τον υιόν του Φαύστον, επήγεν εις τον Άγιον Ισαάκιον, και εκεί γενόμενος Μοναχός έφθασεν εις βαθμόν αρετής. Ο δε θαυμαστός ούτος Ισάκιος κατώκησεν εις την έρημον και ησυχίαν, από της νεαράς του ηλικίας μεταχειριζόμενος παν είδος αρετής, και διότι ήτο εστολισμένος με ζωήν ενάρετον, δια τούτο και ο λόγος του ήτο λαμπρότατος. Όταν δε ο βασιλεύς Ουάλης ο Αρειανός εξήλθεν όπως πολεμήση τους Σκύθας και Γότθους, προσελθών εις αυτόν ο Ισάκιος τω είπεν· «Άνοιξον, ω βασιλεύ, τας Εκκλησίας εις τους Ορθοδόξους, και θέλεις νικήσει εις τον πόλεμον». Ο δε βασιλεύς όχι μόνον δεν επείθετο, αλλά μάλιστα οργισθείς είπεν εις τον Όσιον· «Όταν επανέλθω εκ του πολέμου, θέλω σε τιμωρήσει δια τους λόγους σου τούτους». Ο δε Όσιος είπεν· «Εάν συ επανέλθης εκ του πολέμου, δεν ελάλησεν εις εμέ Κύριος ο Θεός, διότι θα συνάψης μεν μάχην, αλλά θα φύγης έμπροσθεν των εχθρών σου, και μέλλεις να κατακαής ζων». Τούτο δε και έγινε, διότι κλεισθείς ούτος εις αχυρώνα, εκεί κατεκάη. Ούτος λοιπόν ο Όσιος, μέλλων να απέλθη προς Κύριον, κατέστησεν Ηγούμενον του Μοναστηρίου τον Δαλμάτον, όταν ήτο Πατριάρχης εις την Κωνσταντινούπολιν ο Άγιος Αττικός. Ο δε Όσιος Δαλμάτος διαπρέψας εν τη ασκήσει, έμεινε νήστις τεσσαράκοντα ημέρας, και εις άλλας τόσας ήλθεν εις έκστασιν· όθεν έγινεν αιδέσιμος και σεβάσμιος εις τε τους βασιλείς και την Σύγκλητον, ως και εις τους Αγίους Πατέρας τους εν Εφέσω συνελθόντας κατά την τρίτην Σύνοδον εν έτει υλα΄ (431), οι οποίοι εψήφισαν αυτόν Αρχιμανδρίτην, και τους μεταγενεστέρους αυτού διώρισαν παντοτεινούς εξουσιαστάς του Μοναστηρίου του. Εις ταύτα διαπρέψας ο αοίδιμος, προς Κύριον εξεδήμησε, και κατετέθη εις το Μοναστήριον αυτού. 

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα 2α Αυγούστου, η εύρεσις των λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΔΑΔΑ και ΚΥΝΤΙΛΛΙΑΝΟΥ.

Μάξιμος, Δάδας και Καντιλλιανός οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού εν έτει 296 εις πόλιν καλουμένην Δορύστολον, εν τη χώρα της δευτέρας Μοισίας· παρασταθέντες δε εις τον ύπατον Ταρκύνιον, και μη θελήσαντες να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα εδάρησαν, και έπειτα οδηγηθέντες εις τόπον καλούμενον Οζοβίαν, εκεί απεκεφαλίσθησαν κατά την δεκάτην τρίτην του Απριλίου. Εκρύπτοντο λοιπόν τα λείψανα τούτων επί πολύν χρόνον· ύστερον δε απεκαλύφθησαν ταύτα δια θείου Αγγέλου, κατά την δευτέραν ταύτην του Αυγούστου μηνός, τα οποία και μέχρι σήμερον ευρίσκονται εις τον οίκον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εις τόπον λεγόμενον του Βιγλεντίου, όπου και η τούτων γίνεται Σύναξις και εορτή. 

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΥ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Επί τη καταθέσει του Αγίου Λειψάνου εν Κωνσταντινουπόλει.                          

Εν παντί καιρώ των μαρτυρικών αγώνων οι πόνοι νεάζοντες, και τας πενομένας εν ρήμασι γλώττας λαλείν αναγκάζουσιν· εκτήσαντο πολιτείαν ευάρεστον, και μετά θάνατον λάμπουσι, κεχωσμένοι τοις μνήμασι· προς ημάς διαλέγονται, και ο Θεός εν αυτοίς ως επί θρόνου καθέζεται· δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού, και ου μη άψηται αυτών βάσανος· όθεν Λουκάς εγκωμιάζων τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, δείκνυσι την επ’ αυτώ γενομένην χάριν της αρρήτου δυνάμεως· τι γαρ φησι; Στέφανος πλήρης πίστεως και δυνάμεως Θεού ων, εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ, και χάρις Θεού ην επ’ αυτώ. Στέφανος πλήρης πνεύματος και δυνάμεως Θεού ων, όλως ην παμμακάριστος. Στέφανος ως ευάνθητος ολκάς πεπληρωμένη καλώς, η του Παναγίου Πνεύματος αυτόν περιέσχε λαμπρότης η της του Θεού δυνάμεως αγιότης αυτόν περιήστραψεν· η του Χριστού πανταχόθεν αυτόν κατεφώτιζε χάρις· το των θαυμάτων περιέσκεπε φέγγος· η της θείας χάριτος αυτόν περιεκύκλωσε μεγαλοπρέπεια· πανταχόθεν εξ αυτού μεγαλουργημάτων εξεπήδων σπινθήρες· ένθεν ποσί χωλοίς εχαρίζετο υγεία· εκείθεν φως τυφλοίς περιέπιπτεν· αλλαχόθεν αρρωστιών απεδίωκε νόσους, τα των δαιμονιώντων ετέρωσεν εκαθάριζε μέλη· παραλελυμένων συνεδέσμει τα νεύρα· της θεραπείας των πτωχών περιενοείτο, των χηρών ην ως ανήρ, και των ορφανών ως πατήρ επεμελείτο· ο λόγος απαγγέλλει του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου την χάριν, η παναγία κατ’ αυτόν έφησε βίβλος· «εποίει γαρ, φησι, τέρατα και σημεία εν τω λαώ μεγάλα». Και ου τούτο μόνον, αλλά και προς Ιουδαίους επεδείκνυτο μίσος, υπέρ Χριστού προς αυτούς συνέχυνε τους Ιουδαίους· και σκότος αυτών ην καθώς ο λόγος ημίν εφανέρωσεν· ουκ ειδότες οι παμμίαροι, ότι και θεοπτίας αυτώ γενήσονται πρόξενοι· και φωνής αυτών πολεμίας ακούσουσι της του υπ’ αυτών σταυρωθέντος, της θείας εκ δεξιών εστώτα δυνάμεως επί πάντων βοώσης, και δι’ αυτού της ευσεβείας ανοίξας το στάδιον, και πάντας αυτού κατόπιν ερεθίση βαδίζειν· ως γαρ είδεν αυτόν ο διάβολος την τηλικαύτην της χάριτος περικείμενον δόξαν, και τας των θαυμάτων απολάμποντα ακτίνας, και μη του παναγίου Πνεύματος ενεργεία θεοπρεπώς φωτιζόμενον· και της χάριτος άξιον κειμήλιον· και των πενήτων άκλοπον γαζοφυλάκιον· και πρώτον όντα των επτά, των κληθέντων υπό των Αποστόλων χάριτι· και γνήσιον των μαθητών μαθητήν· και προς την του Σταυρού νωτοφορίαν γοργόν· τον των Ιουδαίων κατ’ αυτού ευθέως ανερρίπισε δήμον· και μάρτυρας κατασκευάσαντες ψευδείς εκείνοι κατ’ αυτού, ως ρήματα βλάσφημα λαλούντος κατά του Θεού και του νόμου και τα εξής και όλων αυτών των δυσσεβών λίθον επεκύλισε, και ταις των ψευδομαρτύρων αυτών κατηγορίαις ετόξευσεν. Εκ τούτου γέγονε δήλος επί πάντας ο Στέφανος· τας θείας αυτοίς υπαναγινώσκων Γραφάς, και τους εξ Αβραάμ υφηγείται καιρούς· και φανεροί το περί τους Προφήτας αυτών και τους δικαίους μίσος, και τον περί τον νόμον αυτών ουκ απέρριψε φθόνον· εφ’ οις πάντες κοινή πυρακτωθέντες, προς τον κατ’ αυτού κατέδραμον θάνατον, και της πόλεως έξω εκβαλόντες, ου γαρ ήσαν άξιοι τοιούτου κάλλους αρετών απολαβείν, ταις των λίθων βολαίς κατετόξευον, επικαλούμενον και λέγοντα· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Έδειξε και δια τούτων των φωνών μαθητήν εαυτού του Χριστού δοκιμώτατον ο Στέφανος, κατόπιν της εκείνου μακροθυμίας ελθών· ως γαρ ο των όλων Δεσπότης επί το πάθος εκουσίως ελκόμενος, κατήλλατε τους εις αυτόν αμαρτάνοντας, τω Πατρί λέγων· «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Ούτω και ο παμμακάριστος Στέφανος, το της καθοσιώσεως φυλάττων ως δούλος, τας υπέρ των τιμωρούντων αυτόν πρεσβείας προς Χριστόν προεβάλλετο· «Κύριε», λέγων «μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Αυτός γαρ ην διαπαντός τοις πιστοίς της ευσεβείας διδάσκαλος· ο πρώτος ανοίξας της ευσεβείας το στάδιον· ο πλήρης χάριτος και δυνάμεως, ο δια πάντα προσαγορευόμενος Στέφανος· ο και της κλήσεως άξιος· ο και το όνομα κοσμών, και υπό της προσωνυμίας αυτού λαμπρυνόμενος, ο τον Βασιλέα καταξιωθείς ιδείν Χριστόν ο Πρωτομάρτυς Στέφανος και έτερος Προφήτης φησίν· «Εγώ δε ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι, επ’ εμέ ελογίσαντο βουλήν πονηράν». Ω πράγμα φρικώδες και τόλμης φοβερόν κατά του Αγίου Στεφάνου. Ω Ιουδαίοι άνομοι, εκρεμάσατε τον υψώσαντα υμάς, και υβρίσατε τον δοξάσαντα υμάς, τον Δεσπότην ημών Ιησούν Χριστόν! Ω Ιουδαίοι άνομοι, εκρεμάσατε τον υψώσαντα υμάς; Και εσταυρώσατε τον φυλάξαντα υμάς, και απεκτείνατε τον ζωοποιήσαντα υμάς; Ταύτα έλεγεν αυτοίς ο Άγιος Στέφανος, εν ταις ημέραις εκείναις, τον εντειλάμενον τω Αβραάμ εις χιλίας γενεάς· του τεθηκότος τον όρκον αυτού τω Ισαάκ, και στήσαντα τον Ιακώβ εις πρόσταγμα, και τω Ισραήλ εις διαθήκην αιώνιον· τον δεδοκότα σοι την γην Χαναάν. Τον πατάξαντα Αίγυπτον συν τοις πρωτοτόκοις αυτών δι’ υμάς, ω Ιουδαίοι άνομοι· τον καταδιελόντα την Ερυθράν θάλασσαν εις διαιρέσεις, και διαγαγόντα υμάς εν μέσω αυτής ως δια ξηράς· τον εκτινάξαντα Φαραώ και την δύναμιν αυτού εις θάλασσαν Ερυθράν· τον φωτίσαντα υμάς εν στύλω πυρός την νύκτα και επισκιάσαντα υμάς νεφέλης στύλω την ημέραν· τον δεδωκότα Μωσήν και Ααρών προπορεύεσθαι προ προσώπου υμών· τον νομοθετήσαντα υμάς εν Χωρήβ και μανναδοτήσαντα υμάς εν τη ερήμω· και ύδωρ εκ πέτρας ποτίσαντα υμάς, τον αποκτείναντα βασιλείς κραταιούς δι’ υμάς· τον Σιών βασιλέα των Αμμοραίων και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν· τον θύσαντα έθνη επτά δι’ υμάς, ω Ιουδαίοι άνομοι· και εξολοθρεύσαντα τους βασιλείς αυτών· και δόντα την γην αυτών υμίν κληρονομίαν· τον καταστρέψαντα πόλεις οχυράς, και καταβαλόντα τείχη δι’ υμάς, ω Ιουδαίοι άνομοι, και κατακληροδοτήσαντα υμάς εξ Αιγύπτου, και φυτεύσαντα υμάς άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν και εκτείνοντα τα κλήματα υμών έως θαλάσσης και έως ποταμών τας παραφυάδας υμών· η άμπελος η αληθινή· διατί εστράφης εις πικρίαν, και ουκ εποίησας σταφυλήν, αλλά κραυγήν και ανομίαν κράζουσα, άρον σταύρωσον αυτόν, ω Ιουδαίοι άνομοι, τον τας νόσους υμών ιασάμενον, και το έθνος υμών ποικίλοις ιάμασιν ευεργετήσαντα. Εκείνος ως Δεσπότης τους νοσούντας υμών ιάτο και τους ξηρούς υμών εθεράπευσε, και ημείς ξύλον αυτώ ητοιμάσατε· εκείνος ως Δεσπότης Κύριος Ιησούς Χριστός τους νεκρούς υμών ήγειρε, και υμείς θάνατον αυτώ κατεσκευάσατε, ω Ιουδαίοι άνομοι. Και έλεγεν αυτοίς ο Άγιος Στέφανος· «Κύριε, απόδος αυτοίς καλά αντί κακών»· ω αχάριστοι Ιουδαίοι, τον ευερτην Θεόν παρωξύνατε τοις επιτηδεύμασιν υμών· εξέβαλεν υμάς ο Θεός εξ Αιγύπτου, εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλώ, και υμείς παραγενόμενοι παρά τον αιγιαλόν της θαλάσσης επιλαθόμενοι των θαυμάτων, ουκ ελέγετε δια το μη υπάρχειν μνήματα εν Αιγύπτω εξέβαλες ημάς ώδε αποκτείναι; Εμανναδότησεν υμάς εν τη ερήμω, και υμείς πικρίδας επεθυμήσατε φαγείν· ενέπλησεν υμάς ορτυγομήτρας, και υμείς χολήν επεθυμήσατε πιείν· υπομιμνήσκω υμάς, ω Ιουδαίοι, ουκ εγογγύσατε κατά Μωσή; Και παρεπικράνετε το πνεύμα Ααρών; Ουκ απέστητε από Θεού αρχηγού, και εζητήσατε πάλιν στραφήναι εις Αίγυπτον; Ανελθόντος δε του Μωσέως εις το όρος του λαβείν τον νόμον δακτύλω Θεού γεγραμμένον, υμείς εμοσχοποιήσατε εν Χωρήβ, και προσεκυνήσατε τω γλυπτώ, και ανηγάγετε θυσίας τοις ειδώλοις; Τότε ωργίσθη Κύριος και εξωλόθρευσε τα έθνη και εισήγαγεν υμάς και εμίγητε εν τοις έθνεσιν και εμάθετε τα έργα αυτών; Πως σε επαινέσω ή άξια εγκώμια δυνήσομαι εξειπείν της σης πολιτείας; Ου γαρ δυνήσομαι ατενίσαι εις τον σον χαρακτήρα. Άγιε Πρωτομάρτυς Στέφανε· τίνες εστέ υμείς, ω Ιουδαίοι; Αισχύνομαι γαρ εγώ, άμα δε και λυπούμαι επί τοις πεπραγμένοις κακοίς οις επράξατε, ω Ιουδαίοι· ου δύναμαι ουν εγώ αναβλέψαι εις το πρόσωπον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ο και προείπον· ο γαρ χαρακτήρ αυτού βασιλικός και το πρόσωπον αυτού ως ήλιος· ώσπερ ουν τω προσώπω ουκ έστι εις το ατενίσαι και καταμαθείν τον χαρακτήρα του ηλίου, ούτω καγώ ου δύναμαι επιδείν εις το πρόσωπον του Αγίου Στεφάνου· ότι γαρ απεστάλη Στέφανος υπό του καθαρού αμιάντου Χριστού, λάμπων εν τω κόσμω ως λαμπρόν απεικόνισμα του μεγάλου Θεού, τον Βασιλέα ημών Κωνσταντίνον η πόλις εδόξαζε και χαίρει επί το άγιον λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος επίστευσεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν· έστι δε ο Άγιος Στέφανος ουράνιον δώρον, και κτήμα οχυρόν, και φως θεϊκόν, και ανθρώποις ίασις, και πλεόντων λιμήν και αλιευόντων πενήτων προρρίπτων ιχθύας· ο του μεγάλου βασιλέως εν χώρα αιτούμενος δοθήναι παράδεισον. Στέφανος, ο των λίθων καταφρονήσας, και γένος επουρανίων Αγγέλων αγαπήσας, και υπό κυμάτων μη βυθισθείς· ο τους λίθους μη φοβηθείς και υπό πυρός μη καυθείς· ο εν γη διατρίβων και εν ουρανοίς πολίτης ων, και προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν παριστάμενος, και μετά Αγγέλων αγαλλόμενος, άνοιξον τους οφθαλμούς σου και ίδε επί την ασθένειαν ημών, ότι πάντες οι οφθαλμοί ημών εις σε ελπίζουσιν· αστήρ γαρ ηλίου φωτεινότερος υπάρχεις, λάμπων επί γης Πρωτομάρτυς Στέφανε· και φύλασσε τους σους δούλους· μη ουν εάσης τον κακοσύμβολον διάβολον ενοχλήσαι τινί ανθρώπω, αλλά φεύξεται απ’ αυτού τη δυνάμει του αγίου λειψάνου σου. Στέφανος υπέρ Χριστού αγωνιζόμενος είδε τους ουρανούς ανεωγμένους, και τον Κύριον Σαβαώθ καθήμενον επί θρόνου Χερουβίμ, και τον Υιόν του ανθρώπου εκ δεξιών εστώτα της δυνάμεως του Θεού· όθεν αναδραμών ο Στέφανος τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, έλαβε τον στέφανον τον δια ποικίλων μαργαριτών πεπλεγμένον. Τούτον τον Στέφανον πολλοί απεθαύμασαν Άγιοι, επειδή αυτός εγένετο στρατηλάτης του μεγάλου Βασιλέως. Όθεν αιτούμαι, Χριστέ ο Θεός ημών, τη πρεσβεία αυτού ειρήνην τω Κόσμω σου δώρησαι· τους πολέμους καταπράϋνον· τοις πλέουσι βοήθησον· τον καρπόν της γης πλήθυνον· τους αρρώστους ίασαι· τους δαιμονιώντας καθάρισον· τοις τυφλοίς το φως χάρισαι· τους παραλυτικούς ανόρθωσον· των χηρών φρόντισον, τα νήπια του λαού σου αύξησον, ότι μέγας ει, Κύριε, και φοβερός επί πάντα τον λαόν του· αυτός γαρ είπε και παρεκάλεσε, Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην· βλέπετε ουν, αδελφοί, μη καταφρονήσωμεν αυτού, αλλά φυλάξωμεν τας παραγγελίας του Δεσπότου ημών Χριστού, του ρυσαμένου ημάς από του σκότους και καλέσαντος ημάς εις την επουράνιον αυτού Βασιλείαν· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ -- Εν Ιεροσολύμοις και μεταφορά αυτού εν Κωνσταντινουπόλει.

Ανενεχθέντος του αγίου λειψάνου εν Ιεροσολύμοις Αλέξανδρος ο Συγκλητικός συνέθετο κτίζειν μαρτύριον επ’ ονόματι του Αγίου ενδόξου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου. Πληρωθείσης ουν της οικοδομής αυτού εκ της ιδίας του Συγκλητικού Αλεξάνδρου ουσίας, πολλά εδεήθη ούτος του Επισκόπου Ιωάννου, ίνα κατάθηται εν αυτώ το άγιον λείψανον. Τότε ο Επίσκοπος Ιωάννης τελέσας λιτανείαν κατέθετο το γλωσσόκομον, ηλώσας τίτλον έξωθεν· απέθετο δε τον Άγιον Στέφανον τον Πρωτομάρτυρα του Χριστού μετά πολλής ασφαλείας και τιμής μηνί Δεκεμβρίω ιδ΄ (14), υπατεύοντος του Δεσπότου ημών και αυτοκράτορος Αυγούστου Κωνσταντίνου έτει δεκάτω της βασιλείας αυτού. Και μετά έτη πέντε νόσω περιπεσών Αλέξανδρος ο Συγκλητικός, διαθήκην διαθέμενος εις την Εκκλησίαν, και εις τους πτωχούς, και εις την αυτού συμβίαν, ενώρκισεν αυτούς τω Θεώ λέγων· «Εάν αποθάνω ποιήσατε γλωσσόκομον πέρσινον, και θέσατέ με εγγύς του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, επειδή τον οίκον εγώ ωκοδόμησα εκ της εμής ουσίας». Και τούτο ειπών εκοιμήθη· τη δε επιούση ημέρα παρών ο Επίσκοπος άμα τω πλήθει του λαού, συνεκόμισαν αυτόν εγγύς του Αγίου Στεφάνου. Μετά οκτώ έτη η γυνή του Συγκλητικού Αλεξάνδρου, ενθυμησαμένη εν εαυτή και καλόν ηγησαμένη, το του ανδρός αυτής λείψανον απεφάσισε απαγαγείν εν Κωνσταντινουπόλει εις το ίδιον κτήμα· και τούτο βουλευσαμένη μετεκαλέσατο τον Επίσκοπον Κύριλλον τον εν Ιεροσολύμοις· και γνώμης γενομένης αυτού, είπε προς αυτόν η γυνή· «Του ανδρός μου το λείψανον χρη με απαγαγείν εν Κωνσταντινουπόλει εις το εμόν κτήμα». Ο δε Επίσκοπος Κύριλλος είπεν αυτή· «Ου δύνη τούτο ποιήσαι και τον λαόν θορυβήσαι». Η δε γυνή είπε τω Επισκόπω· «Ου θέλεις δούναί μοι του ανδρός μου το λείψανον»; Ο δε Επίσκοπος είπεν· «Ου». Τότε η ελευθέρα κλαίουσα απήλθεν εις τον οίκον αυτής· και απέστειλε γράμματα προς τον εαυτής πατέρα, γράφουσα ούτως· «Η γνησία σου θυγάτηρ Ιουλιανή τω εμώ πατρί χαίρειν· τας πρεπούσας τιμάς προσάγω παρακαλούσα, υποδέξασθαι και παρασχείν μοι, ου λόγον κολακείας πεπληρωμένον, αλλ’ επουρανίων μυστηρίων μηνυτικόν· ουδέ συνθέτοις λόγοις ρητορικών πιθανότητα περιεχόντων, αλλά παράκλησιν προς τον εμόν Πατέρα και Δεσπότην, επειδή βίαν πάσχω τπό των αρχόντων ως χήρα χάριν γάμου· σπούδασον, ίνα έλθω εγώ, και αγάγω και εμού ανδρός το λείψανον εν Κωνσταντινουπόλει εις το εμόν κτήμα· σπεύσον ουν λαβείν σάρκαν και πέμψαι αυτήν τω Επισκόπω Κυρίλλω εν Ιεροσολύμοις». Ο δε έλαβε την σάρκαν παρά Κωνσταντίνου του μεγάλου βασιλέως μηνί Ιανουαρίω ιδ΄ ολυμπιάδος τρίτης εν υπατία του αυτού Δεσπότου ημών Κωνσταντίνου αυτοκράτορος Αυγούστου. Αποσταλείσης της σαρκός εδόθη αύτη τω Επισκόπω Κυρίλλω εν Ιεροσολύμοις, όστις λαβών και αναγνούς αυτήν και μη δυνάμενος αντειπείν, πέμψας προς την ελευθέραν είπε· «Πως δυνάμεθα τούτο ποιήσαι; Επειδή ουκ οίδαμεν ποίον εστι το γλωσσόκομον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ή ποίόν εστι του ανδρός σου και ουκ οίδα τι ποιήσω. Πλην ύπαγε, ευτρέπισον τα εν τη οδώ, και μήνυσόν μοι, και εγώ νυκτός δώσω σοι το γλωσσόκομον του ανδρός σου». Η δε ευτρεπίσασα τα εν τη οδώ, απήλθεν εις τον Επίσκοπον εν τη Εκκλησία· οψίας δε γενομένης βαθείας, κατήλθον εις το ευκτήριον ένθα κατέκειτο το λείψανον του Αγίου Στεφάνου· ανοίξαντες δε την θήκην, εύρον γλωσσόκομα δύο· ο δε Επίσκοπος λέγει τη γυναικί· «Ουκ οίδα εγώ ο ταπεινός ποίόν εστι το γλωσσόκομον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου». Η δε γυνή είπε τω Επισκόπω· «Εγώ οίδα το γλωσσόκομον του ανδρός μου, επειδή εγώ εποίησα αυτό». Τότε ακούσας ο μακάριος Επίσκοπος εκέλευσεν αυτήν άραι οίον οίδε· και ορμήσασα περιεπλάκη τω λειψάνω του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου· και αρούσα απέθετο τούτο εις το λεκτίκιον· και συνταξαμένη τω Επισκόπω απήει χαίρουσα. Δι’ όλης ουν της νυκτός ύμνος αγγελικός εγένετο εν τη οδώ· και οσμή μύρου ευωδίας εξήρχετο· έκραζον δε τα πνεύματα· «Ουαί ημίν, ότι ο Στέφανος διέρχεται δεινώς ημάς μαστίζων πυρί». Η δε ελευθέρα εις το βαστέρνιον αυτής εκαθέζετο· και οι παίδες περιπατούντες έμπροσθεν του λεκτικίου εδειλίασαν σφόδρα λέγοντες· «Τι τούτο το συμβάν ημίν· ότι τα ονεύματα κράζουσιν έμπροσθεν ημών περί του Αγίου Στεφάνου· μη άρα αυτός εστι και ουκ οίδαμεν; Επειδή γαρ πλήθος Αγγέλων έμπροσθεν ημών θεωρούμεν, και φόβω συνεχόμεθα, κυρία μου δέσποινα· τι ποιούμεν; Ουκ έστι του ανδρός σου το λείψανον τούτο, αλλ’ έστι του Αγίου Στεφάνου». Τότε η ελευθέρα ακούσασα ησύχασε και κλαίουσα παρήγγειλε τοις παισίν αυτής ότι· «Μηδενί λέγετε τον φόβον τούτον και τα οραθέντα ημίν εν τη οδώ· αλλ’ εάν τις ερωτά εν χώρα ή εν πόλει, τίνος εστί το λεκτίκιον τούτο, λέγετε ότι της ελευθέρας εστί, και απέρχεται εν Κωνσταντινουπόλει». Εν αυτή τη νυκτί διήλθον Μονάς τρεις, την δε ημέραν ησυχάσαντες, πάλιν εσπέρας βαθείας οδευόντων αυτών Άγγελοι συνεπορεύοντο αυτοίς και έλεγον· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ότι απεκάλυψεν ο Θεός εν τη οδώ τοις παισί τους Αγγέλους αυτού, του διαφυλάττειν αυτούς». Τη δε μέση της νυκτός έκραζον τα πνεύματα λέγοντα· «Τις ο διερχόμενος και μαστίζων ημάς; Ου φέρομεν την δύναμιν του αγίου τούτου λειψάνου, ότι πυρ εστι και κατακαίει ημάς δεινώς». Ιάσεις δε και δυνάμεις εγίνοντο εν τη οδώ και αγγελική δυνάμει έτρεχον τα ζώα εν αυτή, μη φέροντα την βίαν του Αγίου και ενδόξου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Φθάσαντες εις Ασκάλωνα, και ευρόντες πλοίον απερχόμενον εν Κωνσταντινουπόλει, μετεκαλέσατο η γυνή τον ναύκληρον, και έδωκεν αυτώ χρυσίνους πεντήκοντα ειπούσα ότι· «Μυστήριον έχω σοι ειπείν και μη αντείπης μοι· γλωσσόκομον έχω του απαγαγείν εν Κωνσταντινουπόλει· και εάν τούτο ποιήσης, έχεις τον μισθόν παρά του Παντοκράτορος Θεού». Ο δε ναύκληρος είπε· «Κυρία μου Δέσποινα, είσελθε εις το ίδιόν σου πλοίον· ου γαρ βούλομαι αντειπείν τη εμή κυρία, ότι ο Πρωτομάρτυς Στέφανος συν σοί εστί, και εν αυτώ η ελπίς μου· ότι είδον οι οφθαλμοί μου παράδοξα σήμερον. Δεύρο, κυρία μου, ανάβηθι εις το πλοίον· μέλλομεν γαρ καλώς πλεύσαι τη του Θεού δυνάμει και του αγίου τούτου λειψάνου». Τότε εισελθούσα συν τοις παισίν εις το πλοίον, απέπλευσαν από της γης ιδίω ανέμω, και ελθόντες μέσον του πελάγους, άφνω γέγονε ζάλη, ώστε τα κύματα υψωθήναι παρά το ιστίον του πλοίου. Και της θαλάσσης κυμαινούσης δεινώς συνείχοντο φόβω, αναστάντες δε πάντες προσεκύνησαν τω αγίω λειψάνω· κλαιόντων δε αυτών και οδυρομένων, ευωδία μεγίστη γέγονεν εν τω πλοίω και ώφθη αυτοίς ο Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος και είπε· «Μη φοβείσθε, εγώ ειμι μεθ’ υμών». Τούτο δε ειπόντος αυτού, εκόπασεν ο άνεμος, και εγένετο γαλήνη μεγάλη· οψίας δε γενομένης, έπλεον εν τω πελάγει ιδίω ανέμω· μέσον της δε νυκτός φως εγένετο μέγα έγγιστα του λειψάνου του Αγίου Στεφάνου· και ατενίσαντες πάντες είδον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και τους Αγίους Αγγέλους Αυτού υμνούντας και λέγοντας· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ότι ηυδόκησας επί τον Άγιόν σου Στέφανον, τον μαρτυρήσαντα επί τω ονόματί αου». Ο δε Κύριος είπε τοις Αγγέλοις αυτού· «Παραμείνατε τω αγίω λειψάνω· αυτό γαρ φέρει θυσίαν τω ονόματί μου». Και τούτο ειπών άφαντος εγένετο. Πρωΐας γενομένης, ήλθον επί τα στενά χαλάσαντες και το άρμενον δια τον άρχοντα των στενών· άφνω εγένετο σεισμός εν τω τόπω εκείνω, ώστε σαλευθήναι πάντα τα θεμέλια της γης, έως ου παρήλθε το πλοίον, και τότε εκόπασεν η γη σειομένη· οι δε δαίμονες έκραζον τω άρχοντι· «Διατί ουκ έκαυσας το πλοίον εκείνο το παρελθόν, αλλ’ είασας αυτό καθ’ ημών παρελθείν; Αυτό γαρ το πλοίον επέφερε τον σεισμόν». Ο δε άρχων ηδέως ακούσας, απέστειλε δρόμωνας πέντε του φθάσαι το πλοίον· Άγγελος δε εξελθών εκ του πλοίου, εβύθισεν αυτούς, και εγένετο χαρά μεγάλη εν τω πλοίω, ότι ο Θεός ην μετ’ αυτών. Πλεύσαντες δε νυχθήμερα τρία ήλθον εν Χαλκηδόνι, ένθα παρέμεινε το πλοίον εις τον λιμένα ημέρας πέντε· όσοι δε είχον δαιμόνια ήρχοντο παρά την θάλασσαν βασανιζόμενοι και έκραζον λέγοντες· «Ο δούλος του Κυρίου ήλθεν ο λιθοβοληθείς παρά των ανόμων Ιουδαίων δεινώς ημάς μαστίζων». Τη δε χάριτι του λειψάνου αυτά τα πνεύματα έκραζον· «Ουαί ημίν, ότι κατακαίει ημάς δεινώς, που φύγωμεν την απειλήν αυτού την φοβεράν»; Εξήρχοντο δε από των ανθρώπων δεινώς ελαυνόμενα ως από πυρός· και όσοι είχον ασθενείς, έφερον αυτούς παρά την θάλασσαν, και πάντες υγιείς εγίνοντο, τη δυνάμει του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κακείθεν αποπλεύσαντες ήλθον εν Συκαίς· ακούσασα δε πάσα η πόλις έτρεχεν αντιπερώσα, των μεν Χριστιανών χαιρόντων, των δε Ελλήνων λυπουμένων, κακείθεν μεθορμήσαντες ήλθον εν τη πόλει, εν τω επιλεγομένω Στενώ, εν τω ζεύγματι της παραθαλασσίας. Ως έμαθε δε ο μακάριος Μητροφάνης ο Επίσκοπος περί του λειψάνου του Αγίου Στεφάνου εχάρη σφόδρα και απελθών ανήγγειλε τω βασιλεί. Ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος επυνθάνετο πως ήλθε το λείψανον από Ιεροσολύμων και μαθών περί της γυναικός εκέλευσεν αγαγείν αυτώ την γυναίκα· τούτου γενομένου λέγει αυτή· «Πως ήνεγκας το λείψανον του Αγίου Στεφάνου; Ειπέ μοι το αληθές». Αύτη δε είπε· «Δέσποτα αυτοκράτορ· ο μακάριος ανήρ μου Αλέξανδρος ο συγκλητικός, αυτός ωκοδόμησε το ευκτήριον του Αγίου Στεφάνου και αυτός άμα τω Επισκόπω Ιωάννη κατέθεντο τον Άγιον Στέφανον· μετά δε έτη τινά απέθανε και ο ανήρ μου, διαθέμενος διαθήκην τω Επισκόπω λέγων· εάν και αποθάνω θέσατέ με εγγύς του Αγίου Στεφάνου· ούτως εγένετο· εγώ δε βίαν πάσχουσα παρά των αρχόντων, ως χήρα, και μη θέλουσα γήμαι εδήλωσα τω πατρί μου, ότι θέλω εκεί ελθείν, και αγαγείν του ανδρός μου το λείψανον εις το εμόν κτήμα· ταύτα ακούσας ο πατήρ μου, λαβών την σάκραν παρά του υμετέρου κράτους, απέστειλε τω Επισκόπω ίνα άρω το λείψανον του ανδρός μου· κατελθόντες δε νυκτός μετά του Επισκόπου Κυρίλλου, εν ω τόπω κατέκειντο τα γλωσσόκομα, και νομίσασα του ανδρός μου το λείψανον αίρειν, του Αγίου Στεφάνου ήρα και δέξαι και την σάκραν Δέσποτα». Ο δε βασιλεύς λαβών και αναγνούς εγνώρισεν αυτού την χείρα· η δε γυνή είπε· «Δέσποτα αυτοκράτορ, του μεν σώματός μου εξουσίαν έχεις, της δε ψυχής μου μόνος ο Θεός εξουσιάζει, ο ποιών θαυμάσια εν ουρανώ και επί γης· ει ουν απιστής, Δέσποτα, πέμψον Εβραίον εις το πλοίον ένθα κατάκειται το γλωσσόκομον του Αγίου, και έστι τίτλος προσηλωμένος εν αυτώ, γράφων εβραϊκά γράμματα. Ανάγνωθι αυτά, και γνώση το αληθές». Ο δε βασιλεύς καλέσας Εβραίον ώρκισεν αυτόν κατά του νόμου, ότι «άπελθε και ίδε τι γράφει». Απελθών δε ο Εβραίος μετά δύο πρωτικτόρων και αναγνούς είπε· «Μέγα θέαμά εστιν». Οι πρωτίκτορες είπον· «Ειπέ ημίν το θέαμα». Και ο Εβραίος είπεν ότι· «ο Πρωτομάρτυς εστί και Αρχιδιάκονος Στέφανος, και εναυτώ η ζωή μου και η ελπίς μου, ότι είδον οι οφθαλμοί μου παράδοξα σήμερον». Τότε απελθόντες οι πρωτίκτορες (σωματοφύλακες) ανήγγειλαν τω βασιλεί, ότι ο Πρωτομάρτυς Στέφανος εστί· εχάρη ουν ο βασιλεύς μεγάλως και μετακαλεσάμενος τον Αρχιεπίσκοπον Μητροφάνην λέγει αυτώ· «Άπελθε εις το πλοίον μετά του πλήθους του λαού, καγώ αποστελώ το βουριχαλλίνιον, και φέρε μοι το γλωσσόκομον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου εις το παλάτιον». Τότε απελθών ο Επίσκοπος και πας ο λαός μετά κηρών συνέδραμεν. Ο δε μακάριος Μητροφάνης κατελθών εις το πλοίον ήρε το γλωσσόκομον· και επιθείς εις την καρούχαν εσπούδαζεν απελθείν εις το παλάτιον, αι δε μούλαι ανίασαν ελκόμεναι υπό των Αγγέλων βιαίως. Και ελθόντες εν τόπω επιλεγομένω Κωνσταντιαναίς έστησαν και ουκέτι μεταβήναι ίσχυον, αλλ’ εψόφων τα ζώα· η δε μία εξ αυτών, Αγγέλων δυνάμει αναγκαζομένη, μη φέρουσα, ανθρωπίνη φωνή ελάλησεν επί παντός του λαού και είπε· «τι τύπτετε ημών τας όψεις; Ώδε γαρ εν τόπω τούτω δει κατατεθήναι αυτόν και μη βιάζετε ημάς όλως· ειδέ μη σημεία και τέρατα έχετε ιδείν». Ο δε Αρχιεπίσκοπος, έντρομος γενόμενος επί τω παραδόξω του θεάματος, εδήλωσε τω βασιλεί, ότι· «Ου δύναμαι απενεγκείν το λείψανον του Αγίου Στεφάνου». Ο δε βασιλεύς ακούσας ελυπήθη· και πέμψας άλλα δώδεκα ζώα όπως σύρωσι την καρούχαν, και ομού σύροντες ουκ ίσχυσαν κινήσαι. Τότε ο λαός εβόησεν· «Εις ο Θεός Παντοκράτωρ ο ποιών θαυμάσια μόνος επί τον Άγιον Στέφανον τον Πρωτομάρτυρα τον μαρτυρήσαντα επί τω ονόματί σου, Κύριε· δος μοι έλεος ευχαίς και πρεσβείαις του Πρωτομάρτυρος». Τότε ο Επίσκοπος ήρε το γλωσσόκομον από της καρούχας και απέθετο αυτό εκεί, ποιήσας το ευκτήριον επί μήνας πέντε, παραμείναντος αυτού μετά πολλής ασφαλείας· κατέθετο δε αυτόν ο μακάριος Επίσκοπος Μητροφάνης μηνί Αυγούστω Δευτέρα. Ιάσεις δε πολλαί και δυνάμεις εγένοντο επί των ασθενούντων εν ταις ημέραις εκείναις επί τον λαόν τον παραμένοντα επί το άγιον λείψανον. Ο δε Επίσκοπος Μητροφάνης απηύθυνε προς τον λαόν του παραμένοντα επί το λείψανον του Αγίου ενόξου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου τον εξής περισπούδαστον εγκωμιαστικόν λόγον.